Τετάρτη, 21 Απρίλιος 2021

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

«Νομοθετήστε» και τελειώσαμε!

Ασφαλώς τίποτε δεν υπάρχει το κοινό μεταξύ της επόμενης μέρας μιας μεγάλης, καταστροφικής κακοκαιρίας όπως έζησε εκείνη που η Αττική με την «Μήδεια» και της υπόθεσης αηδίας-που-καταλήγει-σε-φρίκη με τις περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης που αναδύθηκαν και ήδη καταλήγουν σε δίωξη για παιδεραστία.
«Τίποτε το κοινό δεν υπάρχει»: δεν είναι βέβαια ακριβώς έτσι! Διότι, πρώτα-πρώτα, και στις δυο αυτές απόλυτα ανόμοιες περιπτώσεις παρατηρείται μια ακραία κλιμάκωση, ένας υπερθετικός. Έτσι, το πέρασμα της «Μήδειας» δεν ήταν απλώς μια αποδιάρθρωση της λειτουργίας βασικών υποδομών στα 15 χιλιόμετρα από την Πλατεία Συντάγματος, ήταν φαινόμενο απόλυτης παράλυσης με δεκάδες χιλιάδες οικογένειες χωρίς ηλεκτρικό, νερό, επικοινωνία επί 3 ή και 4 ημέρες. και με «αυτονόητη» διακοπή κυκλοφορίας στο βασικό οδικό δίκτυο της χώρα Εθνική Οδό.
Αντίστοιχα, η καθυστερημένη εκδοχή αφύπνισης της Ελλάδας στο #metoo, ξεκίνησε μεν από περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης σε «κλειστούς» χώρους όπως ο αθλητισμός, το θέατρο, η τέχνη (άλλοι, αντίστοιχα περιχαρακωμένοι όπως το Πανεπιστήμιο, γενικότερα η εκπαίδευση αλλά και η δημοσιογραφία ή η πολιτική αναμένουν την σειρά τους) για να προχωρήσει όμως σε φαινόμενα κακοποίησης και βιασμών και να προσγειωθεί, ήδη, σε διώξεις για παιδεραστία.
Δεύτερον, η διαχείριση από την Πολιτεία – και την συνολική δημόσια σκηνή, με την μεσολάβηση του μαγικού κόσμου των Μέσων Ενημέρωσης – έδωσε σταθερά προέχοντα ρόλο στην επικοινωνιακή διαχείριση. Από την μια πλευρά με λογική συγκράτησης της ζημιάς, που δύσκολα αποφεύγει την μομφή της συγκάλυψης. από την άλλη με λογική καταγγελίας και ξηλώματος. Από δίπλα, σ' αυτά, η πλήρης – η απόλυτη – η ασύστολη πολιτικοποίηση. Έμπειροι πολιτικοί, όπως ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, προκειμένου να εξηγήσουν/δικαιολογήσουν αποφάσεις σαν το κλείσιμο της Εθνικής Οδού (αποφάσεις, σημειωτέον, που είχαν πρακτικά βάση όσο κι αν υποδηλώνουν πικρή παραίτηση!) οχυρώθηκαν πίσω από την κατηγορία-άγος «ο ΣΥΡΙΖΑ έκαψε 100 ανθρώπους στο Μάτι». Κεντρικοί συντελεστές όπως η Λίνα Μενδώνη πέρασαν από την αυτάρεσκη δήλωση άγνοιας στην περίπτωση Λιγνάδη στο «είναι ένας επικίνδυνος άνθρωπος». Ενώ ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας, και στα δυο μέτωπα, επεδίωξε να βάλει τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο κέντρο της συζήτησης/των άμεσων (όχι απλώς πολιτικών...) ευθυνών. Όλη αυτή η διαδικασία επανεγκαθιστά στο κέντρο της (δήθεν) πολιτικής στην Ελλάδα του 2021 το γνώριμοι αντανακλαστικό: αναζήτηση της ευθύνης – απόσειση της ευθύνης.
Η άλλη, όμως, ομοιότητα είναι εκείνη που αληθινά τραυματίζει. Σε μια πολιτική μεταφορά του διαφημιστικού σλόγκαν «Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε!», και στις δυο ανόμοιες περιπτώσεις που είδαμε – αλλά και σε τόσες και τόσες άλλες – η προσέγγιση της επίσημης Πολιτείας είναι μια: «θα νομοθετηθούν νέες διατάξεις». Έπεσαν τα δένδρα; Έχει γίνει αδύνατη η συντήρηση των υποδομών; «Θα νομοθετηθούν σωστά οι αρμοδιότητες Τοπικής Αυτοδιοίκησης». Ανίκανος για παρέμβαση ο ΔΕΔΔΗΕ; Κλείνουν οι Εθνικοί Οδοί; «Θα νομοθετηθεί ο συντονισμός των δράσεων». Προσβάλλει την κοινωνία η αποκάλυψη φαινομένων (ή δικτύων;) παιδεραστίας στους πιο ευάλωτους πληθυσμούς; «Θα αυστηροποιηθούν οι ποινές, θα δυσχερανθεί νομοθετικά η παραγραφή!». Γενικεύεται η εικόνα σεξουαλικής παρενόχλησης, αν όχι βίας; «Θα νομοθετηθεί δίχτυ προστασίας ή/και μηχανισμοί αποτροπής».
Αυτή η νοοτροπία, της εξαγγελίας νομοθέτησής «και καθαρίσαμε» είναι η πιο αποτελεσματική παραίτηση από την ευθύνη. Πάγια. Διακομματική. Βολική.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 27/2/2021. 

Ο δεξιός λαϊκισμός

Ξεκινώ με τον λαϊκιστικό προσανατολισμό της κυβέρνησης στο θέμα του πανεπιστημίου. Στην ψήφιση δηλαδή ενός νομοσχεδίου που μετατρέπει τα ελληνικά πανεπιστήμια σε αστυνομοκρατούμενους οργανισμούς με την εγκατάσταση αστυνομικών μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους. Φρουρών που θα είναι υπόλογοι στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

1. Ποια θα ήταν η προφανής εναλλακτική, δημοκρατική λύση που ο πρωθυπουργός αγνόησε; Θα ήταν ένα μη αστυνομικό προσωπικό φύλαξης που δεν θα χρηματοδοτούνταν από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αλλά από τον πανεπιστημιακό προϋπολογισμό. Προϋπολογισμό που θα είναι υπό τον έλεγχο των πρυτανικών αρχών. Αυτή η λύση θα προϋπόθετε τη μη ολιγωρία του εκάστοτε πρύτανη, δηλαδή την υποχρέωση να ενημερώνει αμέσως την αστυνομία όταν παρατηρούνται έκνομες ενέργειες στον πανεπιστημιακό χώρο. Αυτό συχνά δεν γίνεται γιατί μερικοί από τους πρυτάνεις, για ενδοπανεπιστημιακούς, πελατειακούς ή άλλους λόγους, δεν ειδοποιούν τις αστυνομικές αρχές. Από την άλλη μεριά, μερικές φορές συμβαίνει και το αντίθετο. Η αστυνομία δεν εμφανίζεται ως οφείλει όταν ο πρυτανικές αρχές την ειδοποιούν. Και στις δύο απαράδεκτες αυτές περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρχουν αυστηρές κυρώσεις.
Σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο, όπως σε πολλά ξένα πανεπιστήμια, θα πρέπει να υπάρχει κάρτα εισόδου. Με αυτή θα επιτρέπεται η είσοδος φοιτητών, καθηγητών και υπαλλήλων σε μια σχολή. Θα πρέπει επίσης να υπάρχουν θυρωροί που θα ελέγχουν ποιος μπορεί να εισέρχεται χωρίς κάρτα εισόδου. Για παράδειγμα, όταν κάποιος προσκαλείται να δώσει μια διάλεξη.

2. Με βάση τα παραπάνω τίθεται το εξής ερώτημα. Γιατί ο πρωθυπουργός επέλεξε να λύσει τα, πράγματι, απαράδεκτα φαινόμενα με έναν βίαιο και αντιδημοκρατικό τρόπο; Την στιγμή μάλιστα που σημαντικά στελέχη της ΝΔ, όπως για παράδειγμα ο καθηγητής Θ. Φορτσάκης ή ο τέως υπουργός Γ. Σουφλιάς, εναντιώθηκαν στο μέτρο της αστυνόμευσης.
Καταλαβαίνω βέβαια γιατί η υπουργός Παιδείας κ. Κεραμέως, η οποία δεν γνωρίζει καλά την ελληνική πανεπιστημιακή πραγματικότητα, εισηγείται μια αντιδημοκρατική λύση. Αλλά γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης που έχει σίγουρα την ικανότητα να βλέπει ρεαλιστικά τα πολιτικά δρώμενα, δεν αντιλαμβάνεται πως υπάρχουν πιο πρακτικές και δημοκρατικές λύσεις για την πάταξη των παρανομιών που ενίοτε παρατηρούνται στο πανεπιστήμιο;

3. Κατά την γνώμη μου, ο πρωθυπουργός έκανε αυτή την επιλογή για καθαρά ψηφοθηρικούς, μικροκομματικούς λόγους. Ως γνωστόν, πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν πως η πλειοψηφία των πολιτών, ακόμα και ένα μέρος των ψηφοφόρων της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στηρίζουν το νομοσχέδιο. Το ότι η υπερβολικά δαιμονοποιημένη εικόνα των πανεπιστημίων κατασκευάστηκε από τα φίλα προσκείμενα στην κυβέρνηση ΜΜΕ δεν αλλάζει την κατάσταση. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη το βασικό είναι η ΝΔ να κερδίσει τις εκλογές που πιθανώς θα έρθουν σύντομα. Σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός έπρεπε να είχε προβλέψει πως θα υπήρχαν κινητοποιήσεις εναντίον της ψήφισης ενός νομοσχεδίου που ανακαλεί μνήμες της χουντικής περιόδου. Έπρεπε επίσης να είχε προβλέψει πως ακόμα και αν η αξιωματική αντιπολίτευση, λόγω της πανδημίας, αποφάσιζε να μην στηρίξει τις μαζικές διαδηλώσεις φοιτητών και καθηγητών, δεν θα μπορούσε να τις αποτρέψει. Σίγουρα τα ήξερε όλα αυτά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αλλά κατά την γνώμη του αυτό που προέχει είναι πώς θα ικανοποιήσει τον στενό πυρήνα του κομματικού ακροατηρίου του και θα κερδίσει το κόμμα του τις επόμενες εκλογές.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η κύρια ευθύνη για την περαιτέρω εξάπλωση της πανδημίας λόγω των κινητοποιήσεων δεν την έχουν οι πολίτες και τα υπόλοιπα κόμματα αλλά η κυβέρνηση. Επιπλέον, η κυβέρνηση δεν είχε καν την ευαισθησία να αναβάλλει λόγω της υγειονομικής κρίσης την ψήφιση ενός τόσο επίμαχου νομοσχεδίου. Πρόκειται καθαρά για μια περίπτωση όπου η ιδεολογική τύφλωση της κ. Κεραμέως και ο χρησιμοθηρικός λαϊκισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη υπερίσχυσαν.

4. Βέβαια, η εν λόγω κυβερνητική απόφαση δεν είναι το μόνο γεγονός που δείχνει τους λαϊκιστικούς προσανατολισμούς του πρωθυπουργού. Για παράδειγμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης σίγουρα ήξερε πως η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν ο μόνος τρόπος να λυθεί ένα πρόβλημα που ταλάνιζε τη χώρα για δεκαετίες – και που συγχρόνως έδειχνε μια κακή εικόνα εθνικιστικού μαξιμαλισμού και φανατισμού στους ευρωπαίους εταίρους μας. Αν ο σημερινός πρωθυπουργός συμφωνούσε με τη λύση που η προηγούμενη κυβέρνηση πέτυχε, θα είχε να αντιμετωπίσει την οργή της σωβινιστικής μερίδας του κόμματός του. Καθώς και τον παράλογο υπερπατριωτισμό όλων αυτών που λανθασμένα νομίζουν πως στον βαλκανικό χώρο υπάρχει μία Μακεδονία και είναι όλη δική μας.
Η ίδια λαϊκιστική τάση του πρωθυπουργού έχει παρατηρηθεί και στο προσφυγικό. Την στιγμή μάλιστα που η ηγεσία της ΕΕ, μετά τα τραγικά επεισόδια στην Μόρια, επεσήμανε την ανάγκη να μεταφερθεί ένας σημαντικός αριθμός προσφύγων στην ενδοχώρα. Η κυβέρνηση όμως το έκανε με το σταγονόμετρο γιατί δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τους νεοδημοκράτες δημάρχους και τους ντόπιους ψηφοφόρους που δεν ήθελαν πρόσφυγες στο «σπίτι τους».
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις τωρινές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, και εδώ παρατηρούμε έναν λαϊκιστικό τρόπο διαχείρισης της κατάστασης. Αναφέρομαι στην παράλογη και μαξιμαλιστική θέση πως υπάρχει μόνο μια διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, αυτή της οριοθέτησης των θαλάσσιων χώρων. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Όπως για παράδειγμα το καθεστώς αποστρατικοποίησης των νήσων. Βέβαια η παρούσα κατάσταση μπορεί να δικαιολογηθεί από τη μεριά της χώρας μας. Το συγκεκριμένο όμως ζήτημα παραμένει μια διαφορά που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Αυτή η μονοδιάστατη κυβερνητική στάση, αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσει στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Και είναι σίγουρο πως το «blame game» θα το κερδίσει η Τουρκία. Μας συμφέρει αυτό; Δεν μας συμφέρει. Αν όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά γιατί η αποτυχία των διαπραγματεύσεων θα βάλει τέλος στην πιθανότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – που είναι ο μόνος οργανισμός ικανός να αποφασίσει ποιες είναι οι υπαρκτές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Η κυβέρνηση όμως δεν θέλει την προσφυγή στην Χάγη. Γιατί σε αυτή την περίπτωση ξέρει πολύ καλά πως θα κερδίσουμε σε κάποια σημεία, αλλά θα χάσουμε σε κάποια άλλα. Η σημερινή κυβέρνηση αδυνατεί να αναλάβει αυτή την ευθύνη. Αφού συνεχώς ισχυρίζεται πως έχουμε σε όλα δίκιο. Έτσι, έχει διαμορφώσει ένα κλίμα όπου κάθε αλλαγή πλεύσης θα χαρακτηρίζονταν ως «προδοσία».
Συμπέρασμα: είτε κοιτάξουμε τον τρόπο που η ΝΔ χειρίζεται τις χρονίζουσες δυσλειτουργίες του πανεπιστημίου είτε την στάση της στην Συμφωνία των Πρεσπών, στο μεταναστευτικό καθώς και στις τωρινές ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις – σε όλα αυτά τα πεδία ακολουθεί μια πολική που υπηρετεί περισσότερο τα κομματικά και λιγότερο τα εθνικά συμφέροντα. Αν η παραπλάνηση των πολιτών για τη διατήρηση της εξουσίας είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό μιας λαϊκιστικής ηγεσίας, τότε ο δεξιός λαϊκισμός καλά κρατεί στη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 27/2/2021. 

Κοινωνία πολιτών, αγορά, κράτος

Το άρθρο εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η κρατική εξουσία, οι μηχανισμοί της αγοράς και οι φορείς δράσης στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών επηρεάζουν και, σε έναν βαθμό, ελέγχουν τις εξελίξεις στον οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό χώρο.

Η αγορά

Κατά τη νεοφιλελεύθερη οπτική, η αγορά πρέπει να έχει περισσότερο βάρος σε σχέση με το κράτος. Γιατί όταν η οικονομική στρατηγική μιας κυβέρνησης δεν συναντά προσκόμματα από κρατικούς ελέγχους παρατηρούμε, σύμφωνα με αυτή την άποψη, υψηλή παραγωγικότητα και τη δημιουργία σημαντικού πλούτου. Ενός παραγόμενου πλούτου που στη συνέχεια, μέσω του λεγόμενου «trickle-down effect», διαχέεται προς τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Με αποτέλεσμα να κερδίζουν όχι μόνο οι εργοδότες, αλλά και οι εργάτες.
Το πρόβλημα με αυτή τη θέση είναι ότι συχνά η διάχυση του πλούτου προς τα κάτω δεν πετυχαίνει. Κυρίως γιατί δημιουργούνται τεράστιες ανισότητες. Ανισότητες που εντείνονται λόγω της έμμεσης φορολογίας που φτωχοποιεί κυρίως τους μη έχοντες, της ευνοϊκής για τις επιχειρήσεις φορολογίας και της μαζικής φοροδιαφυγής μέσω, για παράδειγμα, των συνεχώς αυξανόμενων φορολογικών παραδείσων. Αποτέλεσμα: οι τεράστιες ανισότητες περιθωριοποιούν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που, ως εκ τούτου, στρέφεται στον εθνολαϊκισμό. Είναι προφανές πως τα παραπάνω υποσκάπτουν σοβαρά τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Το κράτος

Όταν το κράτος υπερισχύει της αγοράς, όπως αυτό συνέβη στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο (1945-1975), σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις κατόρθωσαν να μειώσουν τις ανισότητες χωρίς να ανακόψουν την οικονομική ανάπτυξη. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που πράγματι παρατηρούμε τη διάχυση του παραγόμενου πλούτου προς τα κάτω. Όπως επίσης παρατηρούμε τη διάχυση κοινωνικών δικαιωμάτων (δωρεάν υγεία, παιδεία και κοινωνική ασφάλιση), αλλά και πολιτικών δικαιωμάτων όπως η ισχυροποίηση των δημοκρατικών θεσμών μέσω της ευρύτερης συμμετοχής της εργατικής και μεσαίας τάξης στην ενεργό πολιτική.
Στα μέσα όμως της δεκαετίας του 70, μια σειρά εξελίξεων, με αποκορύφωμα τον λεγόμενο «στασιμοπληθωρισμό», διαμόρφωσαν συνθήκες όπου η σοσιαλδημοκρατική πολιτική της προηγούμενης περιόδου δεν μπορούσε πια να λειτουργήσει,. Έτσι, ο συνδυασμός οικονομικής στασιμότητας και πληθωρισμού οδήγησε στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναγκάστηκαν σε έναν βαθμό να ακολουθήσουν τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές και αξίες.
Κατά τους οπαδούς της σοσιαλδημοκρατίας, η στροφή προς τον νεοφιλελευθερισμό οφείλεται κυρίως στη ραγδαία παγκοσμιοποίηση που μείωσε την αυτονομία του κράτους-έθνους. Αφού οι κυβερνήσεις δεν μπορούσαν πια να ελέγξουν τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Έτσι κάθε προσπάθεια για σοβαρό κρατικό έλεγχο είχε ως συνέπεια τη φυγή των μεγάλων επιχειρήσεων σε χώρες όπου η φορολογία ήταν χαμηλή και η εργατική νομοθεσία σχεδόν ανύπαρκτη. Άρα, κατά τους σοσιαλδημοκράτες, μόνο σε ένα υπερεθνικό επίπεδο, όπως αυτό της ΕΕ, μπορούν οι σοβαροί, σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού έλεγχοι να επιστρέψουν.

Η κοινωνία των πολιτών

Υπάρχουν πολλοί ορισμοί του όρου. Ο πιο αποδεκτός στις κοινωνικές επιστήμες είναι πως η κοινωνία των πολιτών αναφέρεται στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Σε ό,τι αφορά τον προβληματισμό περί ελέγχων, η θέση εδώ είναι πως υπάρχουν έλεγχοι που ούτε το κράτος ούτε η αγορά μπορεί να ασκήσει. Και αυτό γιατί στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών υπάρχουν σημαντικοί φορείς δράσης (Ανεξάρτητες Αρχές, μη κυβερνητικές οργανώσεις και διάφορα κοινωνικά κινήματα) που πιέζουν και ελέγχουν το κράτος και τις αγορές.
Για παράδειγμα, το κράτος πρέπει μεν να ελέγχει την αγορά, αλλά πρέπει επίσης και να ελέγχεται. Αυτό απαιτεί κυρίως, αλλά όχι μόνο, ισχυρές, ανεξάρτητες από τα κόμματα και την κυβέρνηση αρχές που όχι μόνο ασκούν κριτική, αλλά και επεμβαίνουν δυναμικά όταν παρατηρούνται φαινόμενα πελατειακότητας, διαφθοράς και γραφειοκρατικών αγκυλώσεων της κρατικής μηχανής. Για αυτόν τον λόγο, στις δημοκρατικά οργανωμένες κοινωνίες, κυρίως στη βορειοδυτική Ευρώπη (αντίθετα με τη χώρα μας όπου η κοινωνία πολιτών είναι ισχνή), υπάρχουν αποτελεσματικοί έλεγχοι από ανεξάρτητες αρχές. Σε αυτή την περίπτωση, οι ανεξάρτητες οργανώσεις και θεσμοί εντοπίζουν δυσλειτουργίες και παρανομίες και στον χώρο της αγοράς και στον χώρο της κρατικής μηχανής. Με δυο λόγια, οι ανεξάρτητες αρχές, όταν λειτουργούν σωστά, ελέγχουν και τη μονοπωλιακή ασυδοσία των αγορών και τους μηχανισμούς του κράτους.
Παρόμοιες παρεμβάσεις από ΜΚΟ και κοινωνικά κινήματα παρατηρούμε και στους χώρους της οικογένειας, της εργασίας, της παιδείας, του αθλητισμού και της τέχνης – χώρους όπου χρησιμοποιείται συστηματικά φυσική ή/και συμβολική βία εναντίον των πιο αδύναμων (παιδιών, γυναικών, μαθητών, αθλητών, υπαλλήλων, καλλιτεχνών κτλ.). Αυτού του είδους οι δράσεις της κοινωνίας των πολιτών, για παράδειγμα μέσω της δημοσιοποίησης και της γενικής κατακραυγής που οι φορείς της ενθαρρύνουν, αλλάζουν ριζικά τον κοινωνικό ιστό κατά χειραφετικό τρόπο.
Συμπερασματικά, είναι αδύνατον να καταλάβουμε πώς λειτουργούν ή δυσλειτουργούν οι σύγχρονες κοινωνίες όταν περιορίζουμε την ανάλυση στο δίπολο κράτος-αγορά. Γιατί η κοινωνία των πολιτών, ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς, μέσω διάφορων φορέων δράσης, όχι μόνο ελέγχει αλλά και διαμορφώνει σε έναν σημαντικό βαθμό τη λειτουργία και τον μετασχηματισμό των πολιτικών, οικονομικών και πολιτικών θεσμών.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 20/2/2021. 

40 χρόνια και 7 εβδομάδες: τι ακριβώς γιορτάζουμε;

Παραδοσιακά, οι επέτειοι γεγονότων που θεωρούνται ότι έχουν κάποια σημασία γιορτάζονται σε στρογγυλά νούμερα. Όμως, η 40η επέτειος από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ – ήδη ΕΕ – ή μάλλον τα 40 χρόνια από την έναρξη ισχύος της Πράξης Προσχώρησης της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (ΕΟΚ-ΕΚΑΧ-Ευρατόμ), που υπογράφηκε πανηγυρικά στο Ζάππειο τον Μάιο 1979 μετά από διαπραγματεύσεις που είχαν ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1976, προσπεράστηκε την 1η Ιανουαρίου 2021 με άκρα κριτικότητα. Και οι πλέον ένθερμοι Ευρωπαϊστές δεν την κατέγραψαν. Σήμερα δε, μόνον δηλαδή 40 χρόνια και 7 εβδομάδες μετά την 1/1/1981, θα τιμηθεί η επέτειος με ειδική συνεδρίαση στην Βουλή των Ελλήνων. Βέβαια η επέτειος δεν αξιώθηκε Ολομέλεια, αλλά Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων: προεδρεύων ο Νικήτας Κακλαμάνης, με συμμετοχή Μίλτου Βαρβιτσιώτη – Μαργαρίτη Σχοινά (βιντεοπαρουσία) – Δημήτρη Παπαδημούλη, μετά από χαιρετισμό του ΠτΒ Κώστα Τασούλα, όχι ακριβώς το υψηλότερο επίπεδο. Αντισταθμιστικά, λέει, θα φωταγωγηθεί η πρόσοψη της Βουλής των Ελλήνων (συνέχιση του συρμού των φωταγωγήσεων, που ξεκίνησε για την 200ετία του 1821, με το λογότυπο των 40 χρόνων) ενώ κάτι πιο επίσημο επιφυλάσσεται για την 9η Μάϊου («Ημέρα της Ευρώπης»/«του Αγίου Ρομπέρ Σουμάν» κατά την φιλική ονομασία της ημέρας στην διάλεκτο των Βρυξελλών) , δηλαδή στα 40 χρόνια και 18 εβδομάδες. Στις προθέσεις του εορτασμού, «να τροφοδοτηθεί η δημόσια συζήτηση για τον απολογισμό των 4 δεκαετιών» και «να αναδειχθεί η ιστορική σημασία της ένταξης».
Ίσως όμως η πιο σημαντική απόδειξη της επιζητούμενης ανάδειξης «ιστορικής σημασίας κοκ» είναι, ακριβώς, ότι (και) αυτή η επέτειος προσπεράστηκε σαν κάτι το αυτονόητο, χωρίς πολλά-πολλά. Όχι απλώς η ένταξη/προσχώρηση στην ΕΕ, αλλά η σταθερή λειτουργία στα Ευρωπαϊκά πλαίσια, η αίσθηση Ευρωπαϊκής ρουτίνας: αυτό καταλήγει να είναι το βασικό απόκτημα της Ελλάδας των τελευταίων δεκαετιών. Τα – πολλά – ταρακουνήματα της διαδρομής, ενώ στην εποχή τους θεωρούνταν στιγμές αμφιβολίας και κινδύνου, ουσιαστικά δημιούργησαν την συγκολλητική ύλη των Ελλήνων στην «Ευρώπη». Η διακινδύνευση της αποσταθεροποίησης του 1988-91, η παρολίγον πρόσκρουση του 2019-20, η στενωπός των Μνημονίων με το 2012 και το 2015, η κρίση του Μεταναστευτικού/Έβρου του 2019 και τώρα η πανδημία, αυτά ήταν τα αληθινά ορόσημα.
Όποιος προσπεράσει την εύκολη δοξαστική λιτανεία των προθέσεων Κωνσταντίνου Καραμανλή – του οποίου από τα τρία στοιχήματα που έβαλε με την πρωτοβουλία ένταξης, με την βοήθεια Ζισκάρ Ντ' Εσταίν/Σμιτ, το ένα δεν δοκιμάστηκε αληθινά (η εμπέδωση της δημοκρατίας λόγω ΕΕ, δηλαδή η απόσειση του πειρασμού αυταρχικών εκτροπών στην Ελλάδα), το δεύτερο βγήκε προφητικό τώρα τελευταία (η σχετική κατοχύρωση της γεωπολιτικής θέσης, ως άμυνα στα ΕλληνοΤουρκικά), το τρίτο κρίνεται συνεχώς (η οικονομική ενσωμάτωση και ο Ευρωπαϊκός εκσυγχρονισμός) – βλέπει ότι μέσα από παρ' ολίγον συγκρούσεις προχώρησε αληθινή ενσωμάτωση. Τι εννοούμε; Ότι , όταν ξεκινούσε - θεσμικά/νομικά – η ένταξη επί ΠΑΣΟΚ ριζοσπαστικής φάσης Ανδρέα Παπανδρέου, πολλοί είχαν (και αρκετοί εκδήλωναν, όχι άδικα) σοβαρές επιφυλάξεις για το τι θα σήμαινε το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, ίδιο συνδικάτο», ή πάλι η λογική δημοψηφίσματος για την έξοδο. Όμως δεν άργησε, με την προσέγγιση της επαναδιαπραγμάτευσης, του (τότε!) Μνημονίου και εν συνεχεία των Μεσογειακών Προγραμμάτων, να συμμαζευτεί η πολιτική πρακτική, και μέσα στην δεκαετία του΄80 να γίνει, στα μάτια των Βρυξελλών, η Ελλάδα ο «πιο καλός ο μαθητής». Κυρίως όμως, με την ροή των κοινοτικών πόρων η ίδια η Ελληνική κοινή γνώμη ανεκάλυψε την ΕΕ ως κάτι το... άμεσα συμφέρον, το θετικό. Όχι ακριβώς ιδεαλιστική η προσέγγιση, όμως πρόσδεση έφερε.
Η πρόσδεση αυτή άντεξε στην διατάραξη του οικονομικού εκτροχιασμού του τέλους της δεκαετίας του ΄80/των αρχών του ΄90! «Οι Βρυξέλλες» της εποχής Ντελόρ και οι Ευρωπαϊκές καγκελαρίες με πρώτο τον κύκλο Μιτεράν δεν ήθελαν ούτε καν να σκεφθούν την ιδέα μιας Ελληνικής αποτυχίας. Έτσι, όταν η Αθήνα δρομολογήθηκε προς συμμετοχή στην Ευρωζώνη – επί Κώστα Σημίτη, ασφαλώς, αλλά με Κωνσταντίνο Μητσοτάκη να έχει υπογράψει (Συνθήκη Μάαστριχτ, Φεβρουάριο 1992) και με Ανδρέα Παπανδρέου της προσγειωμένης περιόδου να έχει κάνει τα πρώτα βήματα προσαρμογής (μέχρι το 1995) είχαν επισυμβεί δυο εξελίξεις. Πρώτον, στην Ελλάδα είχε προκύψει διαχρονική αίσθηση Ευρωπαϊκού ανήκειν/Ευρωπαϊκού στοιχήματος. Δεύτερον στο Ευρωπαϊκό σύστημα – παρά τις ικανές επιφυλάξεις – είχε γίνει δεκτή η, με διακυμάνσεις και προβλήματα, Ελληνική συμμετοχή ως πολιτική σταθερά.
Αυτή ήταν η φάση της ουσιαστικής ενσωμάτωσης. Αυτή εξηγεί γιατί στην συνέχεια άντεξε η Ελληνική συμμετοχή και του 2009-10 τον αληθινό εκτροχιασμό, και τα Μνημόνια, και το παρ' ολίγον Grexit (βλέποντας τα πράγματα από την σκοπιά των «εταίρων» οι οποίοι κάποια στιγμή αισθάνθηκαν έναντι της Ελλάδας ευθέως δανειστές) ενώ και το Ευρωπαϊκό σύστημα δέχθηκε να κάνει ικανές εκπτώσεις προκειμένου να κρατηθεί η Ελλάδα «εντός» (όσο κι αν δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι συνειδητοποιήθηκε η βιαιότητα της πίεσης στους υπό διάσωση/bail-out Έλληνες).
Η δια πυρός και σιδήρου συνέχιση της Ευρωπαϊκής πορεία της Ελλάδας: αυτό είναι που, έστω και χωρίς πολλή όρεξη μέσα στην πανδημία, γιορτάζεται ως 40ετία.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 18/2/2021. 

Η διαχείριση του φόβου, ο χειρισμός της ελπίδας

Την πρώτη φάση της πανδημίας του Covid-19, την άνοιξη του 2020 και του πρώτου lock-down, η βασική διαχείριση που προέκυψε (όχι κατ' ανάγκην «επελέγη», σίγουρα όμως όταν φάνηκε να πετυχαίνει καθιερώθηκε ως περίπου μονόδρομος...), ήταν διαχείριση του φόβου. Οι επισημάνσεις κι ύστερα οι περιγραφές και εν συνεχεία οι συστάσεις των λοιμωξιολόγων, επιδημιολόγων και των συναφών. η μετάφραση όλων αυτών από τους πολιτικούς σε lock-down και σε πλέγμα απαγορεύσεων. η μετάπλαση των παραπάνω σε κυλιόμενη μηντιακή στήριξη-προς-ενθουσιασμό-με-τον κίνδυνο όλα αυτά εγκατέστησαν τον φόβο στους ανθρώπους. Κι αυτό, μαζί με το νοιάξιμο για την υγεία του μικρού κύκλου οικογένειας/φίλων/κοντινών (προπαντός δε του εαυτού, στην Μεσογειακή μας εκδοχή), έδωσε την αποτελεσματικότητα του πρώτου lock-down. Ο κόσμος κλείστηκε, φυλάχτηκε.
Όπως όμως έχει παρατηρηθεί, ο φόβος είναι ένα ισχυρό όπλο, όπως ισχυρή ήταν και η ξιφολόγχη στην επίθεση μάχη με-σώμα. όμως δεν είναι σώφρον να πάει να καθίσει κανείς στην ξιφολόγχη. Έτσι και με τον φόβο: όταν υπερχρησιμοποιηθεί, βλάπτει. τραυματίζει την ίδια του την πειστικότητα. εξαχνώνεται από μόνος του. Άνθρωποι που έμεναν κλεισμένοι μέσα όχι βέβαια για να μην τους κόψει πρόστιμο ο όποιος Χαρδαλιάς, αλλά για να προστατευθούν και για να προστατεύσουν τους γονιούς τους, ακόμη και άνθρωποι που σαπούνιζαν τα φρούτα και που εγκαλούσαν από το απέναντι πεζοδρόμιο τον περαστικό αν δεν φορούσε μάσκα, σταδιακά και κυκλοφόρησαν και χαλάρωσαν και προσάρμοσαν τις ίδιες τους τις συμπεριφορές στην πράξη.
Έτσι πορεύθηκε ο κόσμος στο (κουτσουρεμένο, ταλαιπωρημένο από αμφίσημα μηνύματα, αλλά πάντως) μεγάλο Ελληνικό καλοκαίρι. Εκεί, με εμβληματική την εικόνα Μητσοτάκη με φόντο το ηλιοβασίλεμα της Καλντέρας, έγινε η πολιτική αξιολόγηση ότι αποδοτικότερη θα ήταν – και πιο ανθρώπινη άλλωστε – η στροφή σε χειρισμό της ελπίδας. Τα αποτελέσματα, αναπόδραστα, τα είδαμε στο κλίμα του φθινοπώρου. Που μας έφθασε στην Θεσσαλονίκη...
Από εκεί και πέρα, με το εργαλείο της ελπίδας – που προσέλαβε στον διαγγελματικό λόγο του Πρωθυπουργού την διατύπωση περί «ήλιου του εμβολίου» - και με την φόρμουλα-υπόσχεση Χαρδαλιά/Κικίλια ότι «θα πάρουμε τις ζωές μας πίσω», η διαδοχική χρήση δόσεων φόβου και ελπίδας αξιοποιείται σε μια λογική φυσαρμόνικας, ακορντεόν ή εκκρεμούς (διαλέξτε!) ώστε να επιτευχθεί τι; Κάτι που λέγεται χτίσιμο προσδοκιών: προσδοκία ότι θα περάσουμε (ο καθένας/η καθεμιά, συν οι δικοί μας άνθρωποι) την πανδημία αλώβητοι. συν ότι «κάτι» θα διασωθεί από την οικονομική μας κατάσταση (για τους δημοσίους υπαλλήλους, τους συνταξιούχους και τους όποιους προστατευμένους αυτό είναι ευθύγραμμο, για τους σε αναστολή εργαζομένους ή για τις επιχειρήσεις της επιστρεπτέας προκαταβολής και των διευκολύνσεων ρευστότητας λίγο πιο δύσβατο). συν προσδοκία ότι η διαβόητη κανονικότητα, το άνοιγμα βρίσκεται στην αμέσως επόμενη στροφή. Άλλωστε... τα εμβόλια υπόσχονται την ανοσία της αγέλης εγκαίρως, άρα τελειώσαμε!
Εδώ όμως, προκύπτει κάτι που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα. Η ελπίδα, ειδικά εκείνη που σπέρνεται με διεξοδική επιχειρηματολογία και τεκμηριώνεται (ή: παριστάνει ότι τεκμηριώνεται, όπως π.χ. με την προβολή της εμβολιαστικής καμπάνιας που όλο και σκοντάφτει), δημιουργεί προσδοκίες. Και οι προσδοκίες, καλλιεργούμενες πολιτικά, μεταλλάσσονται – όμοια με τις μεταλλάξεις του ιού! – σε απαιτήσεις. Όταν όμως οι προσδοκίες που γεννά η ελπίδα έρθουν σε αντιπαράθεση με δυσάρεστη πραγματικότητα, όπως τώρα που τα κρούσματα ξεφεύγουν και το κλείσιμο επανέρχεται, και μάλιστα απαιτείται χειροκρότημα για το lock-down, τότε η διάψευση της ελπίδας φορτώνει άσχημα τις αντοχές.
Θα το δούμε στην συνέχεια. Στην λήξη (και) αυτού του lock-down, τέλη Φεβρουαρίου ή όποτε.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 13/2/2021.

Ανάλυση δεδομένων, ευφυής επιχείρηση και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σήμερα

Μόνο η πολυπλοκότητα μπορεί να δαμάσει την πολυπλοκότητα (W. Ross Ashby).

Η επιχειρηματική λειτουργία είναι στενά συνυφασμένη με τη διαχείριση του ρίσκου, ο δε επιχειρηματικός σχεδιασμός είναι από τη φύση του μια πολυσύνθετη και επίπονη διαδικασία, που επηρεάζεται αποφασιστικά από την παράμετρο αβεβαιότητα. Σύμφωνα με αναλυτές του ΔΝΤ o Παγκόσμιος Δείκτης Αβεβαιότητας (World Uncertainty Index) σήμερα βρίσκεται 50% πάνω από τα ιστορικά υψηλά της περιόδου 1996-2010.
Η ανατροπή που επέφερε η κρίση της πανδημίας ανέδειξε, μεταξύ των άλλων, την ανθεκτικότητα εκείνων των οργανισμών που διαχειρίζονται γρήγορα και αποτελεσματικά δεδομένα και διαδικασίες, λαμβάνουν εγκαίρως αποφάσεις και προσαρμόζονται ταχύτατα στο νέο περιβάλλον. Σε έναν ανοικτό, διασυνδεδεμένο κόσμο με πολλαπλές εισροές και εκροές δεδομένων, η επιχειρηματική ευφυία που συνδέεται με την ευφυή διαχείριση των δεδομένων, καθίσταται πλέον βασική προϋπόθεση για επιβίωση και ανάπτυξη. Έχει λεχθεί και σωστά ότι τα δεδομένα είναι το πετρέλαιο του 21ου αιώνα. Με βάση πρόσφατες μελέτες, οι άνθρωποι παράγουν παγκοσμίως 2.5 quintillion bytes (2,5 πεντάκις εκατομμύρια) δεδομένων την ημέρα. Σύμφωνα με την πρόσφατη μελέτη του Ψηφιακού Παρατηρητήριου του ΣΕΒ, οι επιχειρήσεις που αναπτύσσουν μεθοδολογίες και εργαλεία για την ανάλυση των δεδομένων τους αλλά και την αξιοποίηση των Big Data αποκτούν σημαντική ικανότητα καλύτερης κατανόησης της λειτουργίας τους καθώς και τη δυνατότητα εξαγωγής χρήσιμων συμπερασμάτων και προβλέψεων.

Τα σύγχρονα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης απογειώνουν την αξία των δεδομένων
Γενικά, η ανάλυση δεδομένων (analytics) με σκοπό την καλύτερη παροχή πληροφορίας και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας δεν είναι καινούργιες έννοιες. Αντιθέτως εξελίσσονται ολοένα, με τις τεχνολογίες ανάλυσης δεδομένων να είναι σε υψηλή ζήτηση και τους οργανισμούς να διερευνούν συνεχώς νέες δυνατότητες. Η αλλαγή παραδείγματος σήμερα προκαλείται από την χρήση των σύγχρονων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία έχουν την ικανότητα να επεξεργάζονται τεράστιες ποσότητες δεδομένων και να δημιουργούν έτσι υπεραξία για τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς που προσεγγίζουν τον τομέα με στρατηγική και ανοικτό ορίζοντα. Οι οργανισμοί με ισχυρή κουλτούρα πληροφόρησης και λήψης αποφάσεων βασισμένες σε αυτήν, έχουν διπλάσια πιθανότητα να υπερβούν σημαντικά τους επιχειρηματικούς τους στόχους. Σύμφωνα με έρευνα της Deloitte, από το 39% των εταιρειών που δηλώνουν ότι διαθέτουν ισχυρή κουλτούρα analytics, το 48% ξεπέρασε σημαντικά τους επιχειρηματικούς στόχους τους τελευταίους 12 μήνες, γεγονός που τις καθιστά δυο φορές πιο πιθανό να το επιτύχουν σε σχέση με το 61% των εταιρειών που υστερεί σε κουλτούρα analytics.

Κλειδί ο μετασχηματισμός προς έναν Insight-Driven Organization
Πλέον, δημιουργείται μια νέα τύπου επιχειρηματική οργάνωση, όπου η λειτουργία της βασίζεται όλο και περισσότερο στην έξυπνη διαχείριση των δεδομένων/πληροφοριών, δομημένων και μη δομημένων. Η επιχείρηση αυτή είναι ένας οργανισμός που μετασχηματίζεται όχι απλά σε μια ψηφιοποιημένη οργάνωση (Data Driven) αλλά σε μια Insight-Driven Organization. Κλειδί για το μετασχηματισμό αυτό είναι η αξιοποίηση των σύγχρονων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης που ανοίγουν κυριολεκτικά νέους δρόμους στην ανταγωνιστικότητα. Η αλλαγή της διοικητικής κουλτούρας είναι το πρώτο βήμα για τη μετάβαση σε ένα επιχειρηματικό μοντέλο βασισμένο σε δεδομένα. Αυτή με τη σειρά της μετασχηματίζει τις διαδικασίες λειτουργίας ώστε να αξιοποιούν σε καθημερινή βάση ψηφιακά εργαλεία συλλογής και ανάλυσης δεδομένων. Το Παρατηρητήριο Ψηφιακού Μετασχηματισμού του ΣΕΒ, με τη συνεργασία της Deloitte, προτείνει μάλιστα έναν οδικό χάρτη για την επιτάχυνση της ψηφιακής μετάβασης και την επιτυχημένη αξιοποίηση των εργαλείων αυτών από κάθε επιχείρηση, που θέλει να κτίσει ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη νέα ψηφιακή εποχή.

Οι περιπέτειες μιας τρικομματικής Κυβέρνησης συνασπισμού στην εξωτερική πολιτική

Μετά και την πολύκροτη συνέντευξη Αντώνη Σαμαρά στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της περασμένης Κυριακής, μετά και την έναρξη των διερευνητικών επαφών Ελλάδας-Τουρκίας σε 61ο γύρο, στην Πόλη, τα ΕλληνοΤουρκικά έρχονται να εγκατασταθούν ακόμη πιο έντονα στο επίκεντρο της – πάντα ταραχώδους – Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. (Η οποία, ενδεικτικό κι αυτό, ονοματίζεται – ειδικά σ' εμάς όταν αγγίζει τα σπουδαία – «εθνικά θέματα». Απειλώντας με οστρακισμό όποιον κινηθεί σε διαφορετική από την – το μαντέψατε! – γραμμή των «εθνικών δικαίων». Λησμονήθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που δίδαξε ότι οι λαοί δεν έχουν δίκαια – συμφέροντα έχουν και πρέπει να γνωρίζουν να τα υπερασπίζονται, να τα προβάλλουν, να τα κερδίζουν).
Την ίδια στιγμή, με την ίδια αφορμή, αναδεικνύεται στο εσωτερικό της χώρας και στα ένδον του πολιτικού της συστήματος το αδύνατο σημείο που έχει η σημερινή Κυβέρνηση, Κυβέρνηση πλειοψηφίας 158 βουλευτών και με κυρίαρχη θέση στις δημοσκοπήσεις: αποτελεί Κυβέρνηση συνασπισμού, και μάλιστα τρικομματική. Συμβαίνει, δε, ακριβώς στα φλέγοντα της εξωτερικής πολιτικής/των εθνικών θεμάτων οι τρεις συνιστώσες της Κυβέρνησης αυτής να έχουν βαθύτερες διαφορές: η εκδηλωθείσα δυναμικά συνιστώσα Σαμαρά θεωρεί την συμμετοχή στις διερευνητικές παγιδευτική, την δε προοπτική προσφυγής στην Χάγη διακύβευση εθνικών κεκτημένων (π.χ. γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο). Χώρια που επιχειρεί επανεκκίνηση του Μακεδονικού, με διαφωνία περί την εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Στην επιχειρηματολογία του ο Αντ. Σαμαράς – τον οποίο, βέβαια, δύσκολα θα κατηγορούσε για αλλαγή θέσεων! – επικαλείται και απόψεις του τέως ΠτΔ Προκόπη Παυλόπουλου περί δυνατότητας επίκλησης του άρθρου 42 παρα 7 της Συνθήκης ΕΕ/ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής της Ένωσης προς Κράτος που αντιμετωπίζει απειλή εδώ, για την περίπτωση της Τουρκίας. (Με δεδομένη την σοβαρή ψυχρότητα στις σχέσεις των δυο, Σαμαρά-Παυλόπουλου, η επίκληση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον). Αν μη τι άλλο, ο Πρ. Παυλόπουλος αποτελεί εμβληματική φιγούρα της άλλης – κυρίαρχης διαρθρωτικά – συνιστώσας της Κυβέρνησης, της Καραμανλικής/ιδρυτικής. Φυσικά, η τρίτη συνιστώσα είναι η Μητσοτακική/προεδρική, συνεπώς η διορίζουσα και παύουσα στο Πρωθυπουργοκεντρικό μας σύστημα. πλην όμως πολυπληθής είναι η συνιστώσα αυτή μόνον κατά δήλωσιν.
Πάντα, οι Κυβερνήσεις συνασπισμού έχουν πρόβλημα όταν χρειάζεται να αντιμετωπισθεί βαρύ ζήτημα. Στα ζητήματα όμως της εξωτερικής πολιτικής, το πράγμα μπλέκει επειδή... υπάρχει και η απέναντι πλευρά. Η οποία θεωρεί ότι μιλάει με έναν και μόνο συνομιλητή. Εδώ, η δική μας πλευρά θεωρεί και διακηρύσσει ότι μοναδικό θέμα προς συζήτηση (πολύ περισσότερο προς διαπραγμάτευση!) είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Η Τουρκική πλευρά θεωρεί ότι θα πρέπει να συζητηθούν όλα όσα προσεγγίσθηκαν και στους προηγούμενους 60 γύρους των διερευνητικών. Η αλήθεια είναι ότι ανακοινώσεις/κοινές ενημερώσεις δεν θα γίνουν, αυτό συμφωνήθηκε. Πλην όμως – όλοι τα γνωρίζουν – κάθε πλευρά θα ανακοινώσει, έστω και δια διαρροών, «τα δικά της». Πώς θα αντιμετωπισθεί αυτό στην δική μας πολιτική σκηνή; (στην Τουρκική υπάρχουν ... διαφορετικές μέθοδοι πειθάρχησης!).
Πέρα, όμως, κι από την απέναντι πλευρά υπάρχει και το διεθνές σύστημα – αύριο, δε, δηλαδή πολύ κοντά χρονικά – το Ευρωπαϊκό. Εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος του blame game για όποια πλευρά (θεωρηθεί ότι) διακόψει τις διερευνητικές. Όταν όμως ήδη στο εσωτερικό σου εγκαλείσαι ότι κακώς ξεκίνησες τις διερευνητικές, πώς προχωράς;
Σημαίνει κάτι απ' όλα αυτά ότι κλονίζεται η ενδοΚυβερνητική σταθερότητα: Με τίποτε! Η εξουσία είναι ισχυρό συνεκτικό υλικό, η ανησυχία για το τι θα μπορούσε να συμβεί – κομματικά, πάντα – αν χαθεί η εξουσία, ακόμη πιο ισχυρό. Απλώς, ενώ όλοι ορκίζονται για την βαρύτητα των εθνικών θεμάτων, η βασική χρήση τους αποδεικνύεται χρήση πιονιών στην σκακιέρα – εύκολα θυσιάζονται, πάμε παρακάτω!

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr  στις 30/1/2021.

Η πορεία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού

Από την σκοπιά της κομματικής οργάνωσης και της συμμετοχής του πληθυσμού στο κομματικό σύστημα, μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τρεις φάσεις του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα:
- τον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό από το 1844 έως το 1909,
- τον μετα-ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, 1909-1967,
- τον κοινοβουλευτισμό της μεταπολίτευσης, 1974-2020.

Ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Όπως είναι γνωστό, ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός πήρε την οριστική μορφή του το 1864 με τη θέσπιση της καθολικής ψήφου για τους άνδρες (οι πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές έγιναν το 1844). Όμως παρά την καθολική ψήφο των ανδρών, η πλειονότητα του πληθυσμού παρέμενε έξω από την ενεργό πολιτική με την έννοια ότι οι προύχοντες έλεγχαν λίγο πολύ αυτόματα τις ψήφους των πελατών τους με νόμιμα ή/και παράνομα μέσα. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ας δούμε τη δυναμική λειτουργία των θεσμών.
Στο επίπεδο της κομματικής διαμάχης, η πληθώρα των βραχύβιων κυβερνήσεων της περιόδου αυτής δείχνει μια αστάθεια, η οποία εν μέρει οφείλεται στην αδύνατη θεσμοποίηση ενός πολιτικού συστήματος που δεν ανταποκρίνονταν στις δομικές ανάγκες της χώρας. Αλλά αυτού του είδους η πολιτική αστάθεια (που θα την αποκαλούσα κυβερνητική) λειτουργούσε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο στάθηκε σε όλη αυτή την περίοδο απροσδόκητα σταθερό. Πράγματι, από το 1864 έως το 1909, παρ' όλες τις δυσλειτουργίες του ελληνικού κοινοβουλευτισμού δεν υπήρξε σοβαρή προσπάθεια από στρατιωτικούς, τον θρόνο ή άλλες πολιτικές δυνάμεις να διαταράξουν τις βασικές παραμέτρους του συστήματος, δηλαδή την ισορροπία μεταξύ του θρόνου και της πολιτικής ολιγαρχίας (των τζακιών).
Βέβαια, μέσα σε αυτό το σύστημα ισορροπίας ο θρόνος είχε σαφώς το πάνω χέρι. Γιατί η βασιλεία είχε ουσιαστικό έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής και του στρατού. Αυτή η σαφής κυριαρχία του θρόνου σε σχέση με το κοινοβούλιο γίνεται κατανοητή αν ρίξουμε μια ματιά στους άλλους δύο παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού, δηλαδή στον στρατό και στα τζάκια. Όσον αφορά τον πρώτο, στον 19ο αιώνα το στράτευμα δεν είχε διαμορφωθεί ακόμα σε συγκεκριμένη ομάδα πίεσης. Ούτε ήταν η στρατιωτική ηγεσία διαφοροποιημένη από την πολιτική – εφόσον και οι δύο ελίτ προέρχονταν βασικά από τις ολιγαρχικές οικογένειες που είχαν λίγο πολύ τα ίδια συμφέροντα. Επιπλέον ο συνδυασμός της κυβερνητικής αστάθειας και μακροχρόνιας συνταγματικής σταθερότητας δεν ήταν ευνοϊκός για την επέμβαση του στρατού στην πολιτική.
Σε σχέση με την πολιτική ολιγαρχία, η δύναμη της απέναντι στο στέμμα υποσκάπτονταν από το ότι οι κομματικές οργανώσεις που διέθετε ήταν εξαιρετικά ισχνές. Όπως είναι γνωστό, τα κόμματα στον 19ο αιώνα ήταν λέσχες προσωπικοτήτων χωρίς μόνιμη οργάνωση στο επίπεδο της περιφέρειας. Με άλλα λόγια τα κόμματα ήταν έναν συνονθύλευμα πολιτικών «βαρόνων» που είχαν υπό τον έλεγχό τους πελατειακά δίκτυα. Με τέτοιου είδους οργάνωση δεν είναι περίεργο πως ο μονάρχης μπορούσε, ιδίως πριν από το 1875 (αρχή της δεδηλωμένης), να διορίζει και να παύει κυβερνήσεις κατά βούληση μέχρι να πετύχει την κυβερνητική σύνθεση που τον βόλευε. Έτσι, σε αυτή την πρώτη περίοδο του κοινοβουλευτισμού το κοινοβούλιο ήταν υποβαθμισμένο και επειδή τα κόμματα δεν αντιπροσώπευαν πλατιά κοινωνικά στρώματα και επειδή, λόγω της έλλειψης σοβαρής κομματικής οργάνωσης, ήταν λίγο πολύ υποχείρια του θρόνου.

Ο μετα-ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός δεν μπορούσε φυσικά να κρατήσει επ' άπειρον. Ήδη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα η διείσδυση του δυτικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια και οι σχετικές μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη στη δεκαετία του 1880 οδήγησαν την Ελλάδα σε μια μεταβατική περίοδο. Περίοδο όπου νέες κοινωνικές δυνάμεις θα αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της εξουσίας που βρίσκονταν στα χέρια ενός μικρού αριθμού ολιγαρχικών οικογενειών. Από αυτή την άποψη, το πραξικόπημα του 1909 αποτέλεσε βασικό σταθμό στην ελληνική πολιτική ιστορία. Έβαλε τέλος στον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό. Βοήθησε στην άνοδο του Βενιζέλου, στην είσοδο νέων προσώπων στην πολιτική αρένα και στη συγκρότηση κομμάτων που, χωρίς να χάσουν τον πελατειακό χαρακτήρα τους, είχαν μια πιο συγκεντρωτική δομή.
Πράγματι η άνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη κομματικών οργανώσεων σε εθνική κλίμακα. Έτσι για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία του τόπου, το κόμμα των Φιλελευθέρων εγκατέστησε γραφεία σε διάφορες επαρχιακές πόλεις. Με αυτόν τον τρόπο οι πολιτικοί ηγέτες άρχισαν να ασκούν περισσότερο έλεγχο στα μέλη τους και ως εκ τούτου να αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στον θρόνο. Με την αυξανόμενη κομματική πειθαρχία, η δυνατότητα του μονάρχη να χειραγωγεί πολιτικούς και εκλογές μειώθηκε. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς Γεώργιος απέλυσε με μεγάλη ευκολία τον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο το 1868 παρά τη συντριπτική πλειοψηφία που είχε στη βουλή. Ήταν όμως πολύ πιο δύσκολο να απαλλαγεί ο Κωνσταντίνος από τον Βενιζέλο το 1915-1916.
Όπως είναι γνωστό, η διαφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου οδήγησε στον διχασμό, στο σχίσμα ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Σχίσμα που σημάδεψε βαθιά την πολιτική ιστορία του μεσοπολέμου. Αυτό που έχει σημασία από την σκοπιά αυτής της ανάλυσης είναι ότι η διαμάχη πάνω στο θέμα της μοναρχίας σήμανε το τέλος μισού αιώνα συνταγματικής σταθερότητας. Από το 1916 και μετά, η ενδημική κυβερνητική αστάθεια θα συνεχιστεί μέσα σε ένα συνταγματικό πλαίσιο που βρίσκονταν και αυτό σε μια κατάσταση συνεχούς ανισορροπίας. Γιατί με τον διχασμό ο θρόνος παύει να είναι «υπεράνω» της πολιτικής. Με το να ταυτιστεί απόλυτα με μια πολιτική παράταξη δημιούργησε έναν τύπο διαμάχης που δεν μπορούσε πια να ελεγχθεί εκ των άνω.
Καθώς το πολιτικό εκκρεμές ταλαντεύονταν μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, εμφανίζεται μια αστάθεια που ήταν τελείως διαφορετική από την απλή κυβερνητική αστάθεια του 19ου αιώνα. Με αυτού του είδους την αστάθεια ανοίγει πλέον διάπλατα η πόρτα σε αυτό που ο Huntington ονόμασε πραιτωριανισμό, δηλαδή τη θεσμοποίηση των στρατιωτικών επεμβάσεων στην πολιτική. Από εκείνη την στιγμή, ο μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται από μια σειρά κινημάτων και αντικινημάτων, καθώς ανταγωνιστικές πολιτικές ομάδες με τη βοήθεια στρατιωτικών φατριών, προσπαθούν να επιβάλλουν βίαια τη δική τους συνταγματική λύση στη χώρα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της δύναμης του στρατού στο παιχνίδι της εξουσίας είναι προφανής, ιδίως αν λάβουμε υπόψη μας πως αρχικά οι στρατιωτικές επεμβάσεις είχαν έναν μάλλον μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Αργότερα όμως η μεταξική δικτατορία είχε σαν κύριο στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου «από τα κάτω». Έτσι εγκαινιάζεται ο τύπος της τρομοκρατίας που θα πάρει την πιο τελειοποιημένη μορφή του στο καθεστώς του 1967-1974.
Πιο συγκεκριμένα, μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ελληνικός στρατός μεγαλώνει κατά θεαματικό τρόπο. Καθώς η Στρατιωτική Ακαδημία ανοίγει τις πόρτες της στις μεσαίες τάξεις και λόγω των μακροχρόνιων πολέμων, η άνοδος στη στρατιωτική ιεραρχία γίνεται πιο εύκολη. Το σώμα των αξιωματικών εμφανίζεται σαν ομάδα πίεσης που προσπαθεί να προωθήσει τα επαγγελματικά της συμφέροντα. Οι παραπάνω εξελίξεις σε μια περίοδο όπου η συνεχιζόμενη κυβερνητική αστάθεια συνδυάζεται και με συνταγματική αστάθεια, κάνουν τη δυναμική επέμβαση του στρατού στην πολιτική αναπόφευκτη.

Ο κοινοβουλευτισμός της μεταπολίτευσης

Α. Στην πρώιμη μεταπολίτευση η κατάργηση της μοναρχίας, η συρρίκνωση της δύναμης του στρατού μετά το φιάσκο της Κύπρου και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ κατέστησε τη βουλή τον κεντρικό θεσμό του συστήματος εξουσίας. Αλλά δυστυχώς και σε αυτή την τρίτη φάση, η υποβάθμιση του κοινοβουλίου συνεχίζεται παρά την δραματική μείωση εξωκοινοβουλευτικών επεμβάσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι μετά το 1974 τα κόμματα μαζικοποιήθηκαν χωρίς όμως να εκδημοκρατιστούν. Χωρίς δηλαδή να αποβάλλουν τα έντονα πελατειακά και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά τους.
Πιο συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, μια από τις ιδιαιτερότητες του μεταπολιτευτικού συστήματος έγκειται στο ότι τα κόμματα πήραν έναν πολύ μαζικό χαρακτήρα. Γιατί αν με την άνοδο του βενιζελισμού οι κομματικοί σχηματισμοί έπαψαν να είναι ολιγαρχικές λέσχες, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ βλέπουμε μια εξίσου σημαντική τομή στην κομματική οργάνωση. Βλέπουμε τη μετάβαση από συγκεντρωτικά αλλά μη μαζικά κόμματα σε κόμματα πιο μαζικά οργανωμένα. Σε αυτή την περίοδο λοιπόν, η μαζικοποίηση των κομμάτων σημαίνει μεν την πιο πλατιά ένταξη των πολιτών στην πολιτική αρένα, αλλά αυτή η ένταξη πήρε έναν πιο αυταρχικό χαρακτήρα.
Αυτό φαίνεται καθαρά αν λάβουμε υπόψη πως ενώ στην ολιγαρχική περίοδο η αυτονομία που οι τοπικοί κομματάρχες είχαν απέναντι στην κεντρική οργάνωση του κόμματος, αυτονομία που βασίζονταν στην ικανότητά τους να ελέγχουν τοπικά πελατειακά δίκτυα, χάθηκε χωρίς να αντικατασταθεί όπως στη δυτική Ευρώπη, με δημοκρατικά οργανωμένα, αυτόνομα κομματικά όργανα ικανά να ελέγχουν τις ενδεχόμενες αυθαιρεσίες της κομματικής ηγεσίας. Με άλλα λόγια, στη μαζική μεταπολιτευτική αρένα τα ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ αρχηγού και κομματικής βάσης έχουν ελάχιστη αυτονομία. Κυρίως κατά την περίοδο που κυριαρχούσε ο ακραίος λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου, τα στελέχη του κόμματος και οι βουλευτές του είχαν μετατραπεί σε υπαλλήλους του αρχηγού.

Β. Περνώντας τέλος στην τωρινή κατάσταση, παρατηρούμε ένα πολωμένο πολιτικό σύστημα με την Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ ως τους δύο βασικούς πόλους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη εκδημοκράτισε σε έναν βαθμό το πολίτευμα της χώρας. Από την άλλη μεριά, οι τεράστιες ανισότητες που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο των μνημονίων, ανισότητες που εντείνονται στην περίοδο της πανδημίας, οδηγούν ένα περιθωριοποιημένο κομμάτι του πληθυσμού στον εθνολαϊκισμό. Μια κατάσταση που για προφανείς λόγους υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Συμπερασματικά, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κοινοβουλευτισμός στη χώρα μας απέκτησε γερές ρίζες, αφού κατόρθωσε, με μερικές διακοπές, να λειτουργήσει από τα μέσα του περασμένου αιώνα έως σήμερα. Όπως όμως και σε άλλες κοινωνίες ύστερης ανάπτυξης, η δημοκρατική λειτουργία του κοινοβουλίου εξακολουθεί να υποσκάπτεται από διαδικασίες που εμποδίζουν την αντιπροσώπευση ευρύτερων συλλογικών ομάδων. Έτσι, αν οι δημοκρατικές δυνάμεις ξεπέρασαν τον ολιγαρχικό και εν συνεχεία τον πραιτωριανό κοινοβουλευτισμό, σήμερα πρέπει να παλέψουν για να ξεπεράσουν τον κομματικοκρατικό κοινοβουλευτισμό. Ενός κοινοβουλευτισμού όπου τα κόμματα μετατρέπονται από μέσα λαϊκής εκπροσώπησης σε μέσα χειραγώγησης.

*Δημοσίευση στο κυριακάτικο αφιέρωμα της "Αυγής" (24/1/2021). 

Πώς συνδυάζονται οι ενέσεις αισιοδοξίας με την τήρηση προσγειωμένης στάσης;

Χωρίς ενέσεις αισιοδοξίας, δεν είναι εύκολο να περπατήσει η κοινή γνώμη τους μήνες που μας έρχονται και όπου θα κατασταλάξει η επίπτωση από την συνεχιζόμενη – μην μασάμε τα λόγια μας! – πανδημία του κορωνοϊού. Άλλωστε, το ξεκίνημα του ανοίγματος της αγοράς αυτήν την εβδομάδα, περισσότερο ως ένα γύμνασμα της αισιοδοξίας επιδιώχθηκε, παρά σαν ένας υπολογισμός επαναφοράς του τζίρου. Αλλά και χωρίς σοβαρή προσγειωμένη στάση, δύσκολα θα κρατηθεί η κατάσταση σε διαχειρίσιμα πλαίσια.
Γιατί αυτή η εισαγωγική παρατήρηση; Διότι, δίνοντας τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού 2020 (προσωρινά στοιχεία, μην το ξεχνούμε) ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης – ο ίδιος που, μονότονα, υπενθυμίζει ότι οι δαπάνες για προγράμματα στήριξης κατά της πανδημίας και ο δανεισμός που τα συνοδεύει/χρηματοδοτεί δεν είναι παρά «φόροι του αύριο»... - ανακοίνωσε το ζαλιστικό νούμερο πρωτογενούς ελλείμματος για την χρονιά στα 18,2 δις ευρώ με μια προσπάθεια αυτοκαθησυχασμού.
Δηλαδή πώς; Δεν έθεσε την έμφαση στην σύγκριση με το πρωτογενές πλεόνασμα (την θυμόσαστε την έννοια;) 5 δις ευρώ της προηγούμενης χρονιάς – του 2019 – αλλά με την πρόβλεψη για πρωτογενές έλλειμμα 19,6 δις που είχε διατυπωθεί για το 2020. [Για να μην χάνουμε τις αναλογίες; με Ελληνικό ΑΕΠ στα 168 δις μετά την βύθιση της πανδημίας έναντι των 183,5 του αναθεωρημένου 2019, δίνει περσινό έλλειμμα 11% έναντι πλεονάσματος 2,7% του 2019. Το άνοιγμα είναι εκείνο που ζαλίζει]. Όμως... πότε ήταν η εν λόγω πρόβλεψη για το 2020; Στο τέλος του φθινοπώρου, στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2021! Βέβαια, δεν έκρυψε ο Θ. Σκυλακάκης ότι το αποτέλεσμα του 2020 «βοηθήθηκε» στην τελική ευθεία από σχεδόν 650 εκατ. ευρώ από επιστροφή ANFAs, συν κατά 605 εκατ. από υποεκτέλεση του τακτικού προϋπολογισμού (ευγενικά αυτό λέγεται «εξοικονόμηση δαπανών»).
Την ίδια στιγμή – και αυτό είναι ουσιωδέστερο για το πώς θα πάνε τα πράγματα από δω και πέρα – οι προβλέψεις για ανάκαμψη με ρυθμό 4,5% για το 2021 (έναντι της υποχώρησης κατά 10,5% για το σύνολο της χρονιάς που έκλεισε) χλωμαίνουν, όσο οι μέρες προχωρούν. Ενώ οι επίσημες προβλέψεις δεν αναθεωρούνται, η συνισταμένη των προβλέψεων τραπεζών και οίκων δείχνει πλέον προς το 2,5%. Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα, εδώ. Και για τις οικονομίες της ΕΕ/Ευρωζώνης, αντίστοιχη είναι η υποχώρηση, καθώς τα lock-down (σε κάθε χώρα, βέβαια, η έννοια του lock-down διαφέρει) συνεχίζονται και καθώς το δεύτερο και τρίτο κύμα της πανδημίας εξαπλώνεται.
Σ' αυτό το σημείο, η αισιοδοξία μετακαλεί εις ενίσχυσιν την επιτάχυνση της προόδου των εμβολιασμών. Αρκεί μόνον να μην δικαιωθεί μια επισήμανση Γ. Στουρνάρα (στο CNBC, αρχές Δεκεμβρίου 2020 ...) ότι αν δεν προχωρήσουν γρήγορα οι εμβολιασμοί θα έχουμε πρόβλημα! Ήδη, όσοι χειροκροτούσαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την έγκαιρη διαπραγμάτευση της από κοινού προμήθειας εμβολίων για την κοινή «Ευρωπαϊκή απάντηση», τώρα αρχίζουν πολιτισμένο λιθοβολισμό της για καθυστερήσεις. Και αρχίζουν πρωτοβουλίες αρχηγών Κυβερνήσεων (όπως Μητσοτάκη-Κούρτς-Φρεντερισεν) για επίσπευση της καμπάνιας εμβολιασμών, δηλαδή για επίσπευση της έγκρισης του εμβολίου AstraZeneca/Οξφόρδης και για «ξεκόλλημα» του Pfizer/BioNTech.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 23/1/2021.

Ο ελληνικός παραλογισμός

Οι διερευνητικές διαπραγματεύσεις μάλλον θα αρχίσουν, αλλά σίγουρα δεν θα πετύχουν. Αφού οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς το τι πρέπει να συζητηθεί. Η μεν χώρα μας επιμένει στη θέση πως η μόνη διαφορά προς συζήτηση είναι αυτή της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Η Τουρκία, από την άλλη μεριά, τονίζει πως η βασική προϋπόθεση για τον διάλογο είναι η συζήτηση πάνω σε όλα τα θέματα που χωρίζουν τις δύο χώρες.

1. Νομίζω πως η τουρκική απαίτηση είναι σε κάποιον βαθμό εύλογη. Γιατί σίγουρα υπάρχουν όχι μόνο μία, αλλά και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών (βλ. Αλέξης Ηρακλείδης, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος: 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων, Θεμέλιο 2020). Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση πως δεν υπάρχουν άλλες διαφορές; Για παράδειγμα, η αποστρατικοποίηση των νησιών είναι μια διαφορά. Βέβαια η ελληνική πλευρά τονίζει πως η στρατικοποίηση ήταν αναγκαία λόγω της άκρως επιθετικής τουρκικής πολιτικής. Μπορεί κάτι τέτοιο να ήταν αναγκαίο, αλλά αυτό όμως δεν σημαίνει πως η συγκεκριμένη διαφορά δεν πρέπει να μπει στη διαπραγματευτική ατζέντα. Ένα άλλο πρόβλημα προς συζήτηση είναι αυτό των βραχονησίδων. Αφού υπάρχει ασάφεια ως προς το ποιες από αυτές ανήκουν στην Τουρκία και ποιες στην Ελλάδα. Γιατί να μην είναι και αυτό θέμα προς συζήτηση;

2. Με βάση τα παραπάνω, για να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις πρέπει η κυβέρνηση να αλλάξει τη μαξιμαλιστική της θέση. Δυστυχώς όμως αυτό δεν θα το κάνει γιατί ο πρωθυπουργός φοβάται πως μια υποχώρηση σε αυτό το θέμα θα θεωρηθεί ως «προδοσία». Αν έτσι έχουν τα πράγματα, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων το «blame game» θα το κερδίσει Τουρκία.
Μήπως τελικά δεν είναι σίγουρο αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέλει την προσφυγή μας στην Χάγη; Γιατί αν πάμε, θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε. Το Διεθνές Δικαστήριο σίγουρα θα αποφασίσει πως σε μερικά σημεία είναι η χώρα μας που έχει δίκιο, ενώ σε άλλα είναι η Τουρκία. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν θα ήταν αποδεκτό από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στη χώρα μας. Πληθυσμού που, μέσω των ΜΜΕ και άλλων μηχανισμών, πιστεύει πως η χώρα μας έχει σε όλα δίκιο. Από αυτή την άποψη, η τωρινή κατάσταση θυμίζει αυτή των Πρεσπών. Η Συμφωνία που επιτεύχθηκε στις Πρέσπες θεωρήθηκε από πολλούς ως προδοσία. Αντίθετα όμως με την τωρινή κυβέρνηση, ο Αλέξης Τσίπρας είχε το θάρρος να πάει εναντίον του εθνολαϊκιστικού ρεύματος. Σε αυτή τη βάση, διερωτάται κανείς αν η κυβέρνηση θέλει πράγματι να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις και αν όντως θέλει την προσφυγή μας στην Χάγη. Μήπως η νεοδημοκρατική ηγεσία προτιμά να πάει το θέμα στις καλένδες; Μήπως θέλει να πετάξει την καυτή πατάτα σε μια μελλοντική κυβέρνηση;

3. Ανεξαρτήτως πώς απαντάει κάποιος στις παραπάνω ερωτήσεις, η τωρινή κυβερνητική στάση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Γιατί αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις οι πιθανότητες ενός θερμού επεισοδίου, καθώς και μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, αυξάνονται επικίνδυνα.
Η κυβέρνηση, βέβαια, θεωρεί πως η ΕΕ και οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν στη γείτονα χώρα να κλιμακώσει σε τέτοιον βαθμό τις επιθετικές της ενέργειες. Αυτό όμως είναι όνειρο θερινής νυκτός. Μπορεί σε μια τέτοια την περίπτωση οι σύμμαχοί μας να καταδικάσουν την Τουρκία, αλλά δεν θα περάσουν από τα λόγια στην πράξη. Για οικονομικούς και γεωπολιτικούς λόγους, ούτε η ΕΕ ούτε οι ΗΠΑ δεν θα επέμβουν στρατιωτικά για να βοηθήσουν την Ελλάδα. Αφού δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να τα χαλάσουν με την Τουρκία. Μπορεί βέβαια να χρησιμοποιήσουν τις κυρώσεις για να αποτρέψουν μια τουρκική στρατιωτική επέμβαση. Αλλά οι κυρώσεις, όσο σοβαρές κι αν είναι, δεν πρόκειται να σωφρονίσουν τον Ερντογάν. Μάλλον το αντίθετο. Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα κινητοποιούσε τον πατριωτισμό των τούρκων, οι οποίοι θα στήριζαν τον πρόεδρό τους. Με αυτόν το τρόπο, η μειωμένη δημοτικότητα του Ερντογάν θα μπορούσε να ζωντανεύσει ξανά.
Συμπερασματικά, ο μόνος τρόπος για να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα είναι μέσω ανοιχτών διαπραγματεύσεων που θα οδηγήσουν στην Χάγη. Όσο η κυβέρνηση επιμένει στη μαξιμαλιστική της θέση, τόσο ο δρόμος προς το Διεθνές Δικαστήριο κλείνει. Αντίθετα, ανοίγει ο δρόμος για μια στρατιωτική σύγκρουση που θα έχει σίγουρα καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/1/2021.