Τετάρτη, 11 Δεκέμβριος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Δύο δημοφιλείς πλάνες για τους ηγέτες και τις ελίτ

Δ​​ύο δημοφιλείς πλάνες ανθούν στην Ευρώπη του παρδαλού λαϊκισμού και των μειωμένων προσδοκιών.

Η μία διατείνεται ότι το πρόβλημα της Ευρώπης είναι πρόβλημα ηγεσιών. Απουσιάζουν, λέει, προσωπικότητες μεγέθους ενός Κολ, Μιτεράν, Ντελόρ. Η ιστορική απόσταση τείνει να «ψηλώνει» και να εξιδανικεύει τους ηγέτες του παρελθόντος. Στην εποχή τους, οι επικριτές στηλίτευαν τον επαρχιωτισμό του Κολ, τον οικονομικό αναλφαβητισμό του Μιτεράν, την ατολμία του Ντελόρ.

Η πλάνη παραβλέπει τις ουσιώδεις αιτίες. Η βαθύτερα ενοποιημένη Ευρώπη των «28» είναι και βαθύτερα διαιρεμένη. Τις «σιωπηρές συναινέσεις» του παρελθόντος έχουν διαδεχθεί οι «θορυβώδεις διαφωνίες» της νεότερης περιόδου. Η διακυβέρνηση σήμερα είναι διαρκής διαχείριση κρίσεων με ευρείς, οδυνηρούς συμβιβασμούς. Ο Κολ δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα από τη Μέρκελ. Η μετάθεση της ευθύνης στα πρόσωπα εμποδίζει τη συζήτηση να εστιαστεί εκεί που πρέπει: στη διάσταση εθνικών συμφερόντων, στις διευρυνόμενες ανισότητες και αποκλίσεις. Που απαιτούν πολιτικές ενσωμάτωσης, γενναίων συναινέσεων, μεγάλων συμβιβασμών και υπερεθνικών λύσεων.

Η δεύτερη πλάνη είναι ακόμα πιο διαδεδομένη. Οπως έγραφε ο Στάθης Καλύβας την περασμένη Κυριακή, «δυστυχώς, το αφήγημα των αποκομμένων και αλαζονικών ελίτ κυριαρχεί στη σημερινή Ευρώπη, συχνά μάλιστα μέσα στις ίδιες τις ελίτ, κυρίως λόγω πνευματικής οκνηρίας που οδηγεί στην υιοθεσία των κάθε είδους κλισέ».

Το κλισέ των αποκομμένων ελίτ εκτός από λαϊκίστικο είναι και ανιστόρητο. Ποτέ στο παρελθόν οι δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες δεν παρακολουθούσαν τόσο στενά τις αντιλήψεις και διαθέσεις της κοινής γνώμης. Ποτέ οι ελίτ στη φιλελεύθερη Δύση δεν βρίσκονταν τόσο ανοιχτά εκτεθειμένες στην αμφισβήτηση και την αποδομητική κριτική, όχι απλώς από μια δράκα επικριτικών ΜΜΕ αλλά από εκατομμύρια «ελεύθερους σκοπευτές» του Διαδικτύου και των social media.

Ποτέ στο παρελθόν οι ηγεσίες δεν υποχρεώνονταν σε επιδείξεις ταπεινοφροσύνης όπως σήμερα – κι αυτό είναι σπουδαίο. Ο πρόεδρος Μακρόν έσπευσε να υπαναχωρήσει αναφωνώντας mea culpa για την εξέγερση των «Κίτρινων Γιλέκων» – δεν θυμάται κανείς τον Ντε Γκωλ, τον Ζισκάρ ή τον Μιτεράν να αυτομαστιγώνονται με τέτοια προθυμία.

Απομόνωση των ελίτ; Παραδοσιακά οι ηγέτες διαμόρφωναν υψηλή πολιτική σε κλειστό κύκλο. Ο Λίντον Τζόνσον έστειλε εκατομμύρια νεαρούς Αμερικανούς σε έναν μισητό πόλεμο στις ζούγκλες του Βιετνάμ – εκατοντάδες χιλιάδες επέστρεψαν νεκροί και σακατεμένοι. Σήμερα ο Τραμπ ασκεί εξωτερική πολιτική ασφάλειας εκτοξεύοντας tweets, μαζεύοντας likes και δυναμιτίζοντας συμμαχίες δεκαετιών, ενάντια στη γνώμη όλων των ειδικών, με οδηγό το πολιτικό του ένστικτο και την ανάγκη διατήρησης της εκλογικής του βάσης. Η raison d' état, πολιτική εθνικού συμφέροντος, έχει δώσει τη θέση της στη vox populi, όπως καταδεικνύει το αργό ναυάγιο του δημοψηφισματικού Brexit. Aκόμη και σε σοβαρές κυβερνήσεις, όπου ο υπουργός Αμυνας δεν ντύνεται καταδρομέας προς άγραν «πατριωτικών» ψήφων.

Δεν υπάρχουν σήμερα πολιτικοί που να μη συμβουλεύονται δημοσκόπους και focus groups για κάθε σημαντική κίνηση. Η περίφημη «παράσταση νίκης» ενεργοποιεί αυτοεκπληρούμενες προφητείες, όπου ο αναποφάσιστος ψηφοφόρος ακολουθεί το ρεύμα. Το δημοσκοπικό ρεύμα δεν οδηγεί πάντα σε εθνικά επωφελείς λύσεις, αλλά οι πολιτικοί σήμερα έχουν λιγότερη δύναμη να του αντισταθούν.

Κάποιες φορές πρέπει οι ελίτ να είναι αποκομμένες. Η καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν θα γινόταν αίτημα του «λαού» εάν οι πολίτες έπρεπε να εγκαταλείψουν βολικές συνήθειες και να πληρώνουν όταν ρυπαίνουν. Κάποιες ελίτ επιστημόνων χτύπησαν το καμπανάκι, κάποιες ελίτ δημοσιογράφων το ανέβασαν, κάποιες ελίτ πολιτικών συνεργάστηκαν, διαπραγματεύθηκαν, κάποιες προοδευτικές ελίτ οικολογικών κινημάτων τούς στήριξαν, για να φτάσουν στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα. Αντίθετα, τα «Κίτρινα Γιλέκα» εξεγέρθηκαν ενάντια στον φόρο στη βενζίνη, υπό τα χειροκροτήματα των Τραμπ, Πούτιν και Λεπέν. Και οι οδηγοί των SUV στις ΗΠΑ καταδημαγωγούνται ευχαρίστως από τον Τραμπ και τις πετρελαϊκές για να αρνούνται τα αδιάσειστα ευρήματα της επιστήμης.

Αλλες φιλελεύθερες ελίτ προστάτεψαν πρόσφυγες από την τυφλή οργή των «απειλούμενων πλειοψηφιών» (που γράφει ο Ιβάν Κράστεφ). Εφτιαξαν συντάγματα προστασίας των δικαιωμάτων από την τυραννία της πλειοψηφίας και την αυθαιρεσία της ανεξέλεγκτης εξουσίας. Οι μειοψηφίες, οι αδύναμοι, ο πλανήτης οφείλουν πολλά σε κάποιες προοδευτικές ελίτ και στους φιλελεύθερους θεσμούς, που δεν περίμεναν λαϊκή στήριξη για να δράσουν.

Ασφαλώς και υπάρχουν ελίτ αλαζονικές, υπεροπτικές, αποκομμένες από την πλειοψηφία. Αλλά η οικοδόμηση πολιτικής σε αυτό το ιδεολόγημα παράγει πολιτικές τυφλής οργής, όπου κάνουν πάρτι οι ακραίοι και δημαγωγοί. Μειώνει την πολιτική σε μια πρωτόγονη, αυταρχικών τάσεων σύγκρουση μέχρις εσχάτων, «να φύγουν αυτοί να έρθουμε εμείς».

Το θέμα δεν είναι οι ελίτ. Το θέμα είναι να είναι αξιοκρατικές, να έχουν κοινωνική συνείδηση, να υπηρετούν πολιτικές δημόσιου συμφέροντος και να ελέγχονται δημοκρατικά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 23/12/2018. 

Τα καλύτερα και τα χειρότερα για το 2019

Πάντως, από τα μηνύματα για το έτος 2019 το πιο στρογγυλεμένο ήταν του Προέδρου της Δημοκρατίας. Για την Προεδρία, οι μεγάλοι στόχοι μας για το 2019 είναι η πρόοδος του τόπου, η υπεράσπιση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και η θωράκιση των εθνικών μας θεμάτων και δικαίων – με την υπόμνηση «να μην επαναλάβουμε επώδυνα λάθη του παρελθόντος, απώτερου και πρόσφατου».

Από κει και πέρα, ωσάν να απουσιάζει η νεότερη πολιτική και κοινωνική θεωρία περί «ορθών» κοινωνικοοικονομικών διευθετήσεων, τα μηνύματα των αρχηγών και οι σημειολογίες διέφεραν∙ θα περίμενε κάποιος πως, από τη διαφορετικότητα, θα μπορούσε να προκύψει μια σύνθεση – μια, έστω, αποδεκτή από όλους και αισιόδοξη για όλους. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ανέλπιδες ευχές, εγωισμοί, αυταρέσκειες με... ελάχιστη έως καθόλου πολιτική.

Ο μεν πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, έκανε θετική αποτίμηση για το 2018, αφού «οι αγώνες και οι θυσίες του λαού έπιασαν τόπο». Εκτίμησε ότι το 2019 θα είναι «μία χρονιά ελπίδας, αισιοδοξίας, προσδοκίας και δημιουργικότητας», εφόσον «κερδίσαμε ήδη τη μάχη της επιστροφής της κανονικότητας με 350.000 νέες θέσεις εργασίας...». Μίλησε για χρονιά των μεγάλων και αναγκαίων θεσμικών τομών και μεταρρυθμίσεων που κανείς δεν τόλμησε και για χρονιά μεγάλης αναβάθμισης του διεθνούς κύρους και του διεθνούς ρόλου της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές στερέωμα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανήλθε στη δική του αφήγηση του χειρότερου για το 2018: «... Πολλοί είδαν τη ζωή τους να γίνεται χειρότερη... πολλοί συμπολίτες μας έχασαν άδικα τη ζωή τους από την ανικανότητα του κράτους, οι φόροι εξακολουθούν να πνίγουν τους Ελληνες και ότι η ανομία γεμίζει με ανασφάλεια την καθημερινότητά τους...». Και έκλεισε με το προεκλογικό ότι «η χώρα δεν χρειάζεται άλλους διχασμούς, ούτε άλλη πόλωση. Χρειάζεται ενότητα, αλληλεγγύη και σχέδιο για το αύριο και ότι το 2019 θα πάμε μπροστά.

Το αξίζουμε και το μπορούμε» – υπονοώντας, με το κόμμα του στην εξουσία. Το ΚΚΕ, λ.χ., με την ίδια πίστη ότι για όλα ευθύνεται το προπατορικό αμάρτημα, μας θύμισε πως όλα τα δεινά είναι δημιούργημα του καπιταλισμού που θα εξαφανιστούν με την κατάργησή του.

Αυτά παθαίνει όποιος, από τα πρωτόκολλα και το επάγγελμά του ως παράγοντας της δημόσιας ζωής, είναι υποχρεωμένος να πει δυο ευχές στους συμπολίτες του∙ να πει πράγματα που δεν τα πολυπιστεύει και όταν, μάλιστα, αυτά τα δυο πράγματα δεν βγαίνουν από την καρδιά του ούτε καν από τη δική του σκέψη.

Τα λόγια και οι ευχές του καταλήγουν σε κοινοτοπίες. Τίποτα για τον φθίνοντα ελληνικό πληθυσμό και τις προβολές του, τίποτα για το περιβάλλον, τίποτα για την ανεργία, τίποτα για τη φτωχοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, τίποτα για την πολιτισμική έκπτωση. Τίποτα για τα δύσκολα, αλλά και τίποτα για τα θεμελιώδη: τι χρειαζόμαστε τον πλούτο; Πόσα χρειαζόμαστε για να ζούμε μια καλή ζωή;

Και ενώ τα καταστήματα ήταν γεμάτα από λογής εμπορεύματα, ενώ υπήρξε πληρότητα στους δημοφιλείς χειμερινούς προορισμούς και ενώ οι ειδήσεις είπαν κάτι για αναθέρμανση της αγοράς, ακούμε μαζί και τα παράπονα των εμπόρων για δουλειές που δεν πάνε καλά, ή ότι οι εφημερίδες έχουν χαμηλές πωλήσεις κ.λπ. κ.λπ, σε μια αγορά που ξέρει καλά ότι για να είναι κάποιος αγοραστής, θα πρέπει να έχει δουλειά και μισθό, να ζεσταίνεται και να χορταίνει.

Αλλά γι' αυτά ούτε κουβέντα, σαν να μην υπήρξαν πτήσεις από το «Δικαίωμα στην τεμπελιά» του Λαφάργκ στην Λευκή Βίβλο της ΕΟΚ (για την ευέλικτη απασχόληση κατά της ανεργίας), και από το φουτουριστικό «Οικονομικές δυνατότητες για τα εγγόνια μας» του Τζον Μέιναρντ Κέινς το 1930, στη φτώχεια και την απλήρωτη εργασία της σημερινής κρίσης.

Σε ένα διάσημο ποίημα του 20ού αιώνα –επηρεασμένο από το Τρίτο Ασμα της «Κόλασης» του Δάντη και εξίσου διάσημο όσο και η «Ερημη Χώρα»–, στο «Οι Κούφιοι Ανθρωποι», ο νομπελίστας Τ.Σ. Ελιοτ μιλάει για εκείνους που μένουν ξεροί μπροστά σε ηθικά προβλήματα∙ αναφέρεται στον θάνατο του ευρωπαϊκού πολιτισμού από αυτούς που καθόρισαν τη Συμφωνία των Βερσαλλιών, τους τραπεζίτες του Σίτι του Λονδίνου και τους δήθεν προοδευτικούς χωρίς ριζώματα στην κοινωνία. Οι τελευταίοι στίχοι του είναι και οι πιο γνωστοί στίχοι οποιουδήποτε αγγλόφωνου ποιητή: «Ετσι τελειώνει ο κόσμος / Οχι με έναν βρόντο / μα μ' ένα λυγμό».

Όμως, τελειώνει ο κόσμος; Μα και βέβαια όχι. Η ζωή συνεχίζεται μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, μεταξύ προσδοκιών και διαψεύσεων –όπως τότε στον Μεσοπόλεμο. Αλλά όπως έλεγε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ «οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο∙ αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ώς εδώ αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους» και, όπως έλεγε και κάποιος άλλος, «ας είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον της απαισιοδοξίας». Το βέβαιο είναι ότι το 2019 θα έχει και τα καλύτερα και τα χειρότερα κι ας σταθούμε εδώ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/1/2019.

Η υπερβολή δεν βοήθησε κανένα

Η πρώτη πρόγνωση/προβολή της χρονιάς, η πρώτη προσμονή και η πρώτη προσδοκία. Η τελευταία είναι η λιγότερο συζητημένη για την ώρα. η πρώτη έχει ήδη πολυσυζητηθεί, όμως ότι η έμφαση δεν δόθηκε σ' εκείνα τα στοιχεία της που έχουν μεγαλύτερη σημασία. η ενδιάμεση υπόσχεται/απειλεί ενδιαφέροντα πολιτικά πυροτεχνήματα.
Εκείνο που ονοματίσαμε πρόγνωση/προβολή μας ήρθε από το κλείσιμο της χρονιάς η οποία μόλις μας εγκατέλειψε – και είναι η δημόσια κατάθεση Κώστα Σημίτη, με την προ-Πρωτοχρονιάτικη συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ». Που περιέλαβε την δίκην προφητείας πρόγνωση ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί στο μέλλον (δεν διευκρινίστηκε ο χρονικός ορίζοντας, όμως αυτό είναι ίδιον των προφητειών: το φλου του χρονικού στοιχείου) να προσφύγει και πάλι για στήριξη - στον ESM αντί του ΔΝΤ αυτήν την φορά. Εκείνο που «κρατήθηκε» (από κάθε πλευρά με την δική της λογική: από Κυβέρνηση απόρριψη/ξορκισμός, από Αξιωματική Αντιπολίτευση αίσθηση δικαίωσης των δυσμενών διαγνώσεων, από ελάσσονα Αντιπολίτευση/ακραίο Κέντρο «εξ ημών το φως [...] λαμψάτω έμπροσθεν των ανθρώπων») ήταν το δυσοίωνο του σεναρίου. Εκείνο που, για μας, θ' άξιζε περισσότερο να προσεχθεί είναι ότι αυτή την φορά ο μηχανισμός στον οποίο γίνεται αναφορά – ο ESM με την ολοκληρωμένη διαδικασία στήριξης που αυτός διαλαμβάνει, με στοιχεία αυτοματισμού – είναι λιγότερο τραυματικός και συνεπάγεται λιγότερη αναστάτωση και απ' εκείνον του 2010/12 και απ' ό,τι ήταν διαθέσιμο το 2015/16. Α, ναι, και είναι διαθέσιμος όχι μόνο για στήριξη του Κράτους αλλά και για διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αν και εφόσον: κρατήστε το, αυτό, καθώς η Ισπανική εμπειρία αλλά και η Ιταλική εμπλοκή δείχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση.
Όμως, ειλικρινά, εκείνο που μας παραξένεψε το πόσο λίγο συζητήθηκε από την τοποθέτηση Σημίτη, είναι η έμφαση που έδωσε ο συλλογισμός του στο ανέφικτο των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, το 3,5+% μέχρι το 2022, το 2,2% μέχρι να μην υπάρχει αύριο.
Η ευθυγράμμιση του επιχειρήματος με εκείνο που έχουμε εδώ και καιρό ακούσει/διαβάσει από Γιάννη Στουρνάρα, από Νίκο Χριστοδουλάκη και τελευταίως από Κυριάκο Μητσοτάκη έχει το ενδιαφέρον της. Ακόμη περισσότερο όμως θα μετρούσε, κατά την άποψή μας, το ότι και η «Κιβωτός του Ευρωπαϊσμού» (έτσι λειτουργεί για την Ελλάδα του 2019 ο Κ. Σημίτης, όχι;) στοιχείται πίσω από την γραμμή του να διατίθεται μέρος του πλεονάσματος – το πάνω από 1-1,5% - σε επενδυτικούς σκοπούς. Αν είναι, δηλαδή, να ξεκολλήσει κάποτε η Ελληνική οικονομία! Αν, μάλιστα, προσέξει κανείς ότι ο Κ. Σημίτης ρητώς αναφέρεται σε επενδύσεις δημόσιες, κι αν περαιτέρω συσχετίσει με το κατατιθέμενο στο ίδιο «ΒΗΜΑ» σχέδιο/πρόταση Αλέκου Παπαδόπουλου για εθνικό πρόγραμμα 2020-2030, νομιμοποιείται κανείς να ανακαθίσει. Να ήταν εδώ η σπορά μιας – απαγορευμένη λέξη; - επαναδιαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους «εταίρους»; Εδώ θα επικεντρώναμε, και έτσι θα διαβάζαμε την άλλη επισήμανση Σημίτη, ότι δηλαδή τυχόν νέα προσφυγή στον ESM θα διελάμβανε νέες δεσμεύσεις οικονομικής πολιτικής για την Κυβέρνηση που θα χρειαστεί να την κουβαλήσει. (Δεν γίνεται να μην έχει σοκαριστεί ο ίδιος – όπως άλλωστε και ο Αλ. Παπαδόπουλος, για να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό – με την συγκινητική ομοψυχία Κυβέρνησης-Αξιωματικής Αντιπολίτευσης-ακραίου Κέντρου ως προς την πολιτική παροχών, την ινδαλματοποίηση των συντάξεων κοκ.).
Έτσι περνούμε σ' εκείνο που προαναγγίξαμε ως πρώτη προσμονή της χρονιάς. Αυτή είναι η υπεσχημένη/προεξαγγελλόμενη επίσκεψη Μέρκελ στην Αθήνα. Βέβαια ... πρώτα να την δούμε να επισυμβαίνει. Άμα η Ελλάδα του 2019 υποδεχθεί την Καγκελάριο «που κράτησε την χώρα στην Ευρωζώνη», θα ήταν ιδανικές οι συνθήκες για να ξεκινούσε -με την βάση βέβαια, ότι υπήρξε επιτυχής έξοδος της Ελληνικής οικονομίας από τα Μνημόνια – ένας de facto επαναπροσδιορισμός πολιτικής. Στην κατεύθυνση χαλάρωσης, σιγά-σιγά και με δεσμεύσεις, και στροφής προς την ανάπτυξη. Θεμελιωμένα και όχι διακηρυγμένα. Αντ' αυτού...
...Αντί αυτού, μάλλον θα έχουμε την δυσάρεστη αναφορά-με-τσακωμό γύρω από την (επαίσχυντη, κατάπτυστη κοκ) Συμφωνία των Πρεσπών, που αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα για τους Γερμανούς, συν την διαχείριση του προσφυγικού. Με τις άσοφες αιχμές περί συναλλαγής, αν μη «ξεπουλήματος» για τις συντάξεις κοκ. Σπατάλη, σπατάλη δυνάμεων. Τουλάχιστον... πορείες διαμαρτυρίας κατά Μέρκελ δεν αναμένονται.
Και έτσι φθάνουμε στο τρίτο βήμα, την προσδοκία. Την προσδοκία να υπάρξουν συνθήκες, στο πρώτο 3μηνο της χρονιάς, οι οποίες να επιτρέπουν μια μίνι-έξοδο στις αγορές. Με άγγιγμα ενός 4% σε απόδοση έκδοσης, ας πούμε, ενός ρηχού 5ετούς.
Σε όλα αυτά, από την Μήδεια, «Τα δ' υπερβάλλοντ' ουδένα καιρόν δύναται θνητοίς»/Η υπερβολή ουδόλως βοηθάει τους θνητούς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/1/2019.

Ετοιμάζοντας το άλμα στο 2019

Αναγνώστης της στήλης, τέλος χρονιάς που βρισκόμαστε/μέρες υποδοχής του 2019, μας ρωτούσε πώς και δεν σταθήκαμε τον τελευταίο καιρό στις προοπτικές έκδοσης ομολόγων της Ελλάδας, ως «απόδειξη» της επανόδου στην κανονικότητα. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι όλο και «κάτι» ζουζουνίζει γύρω από την θεματική αυτή: οι αποδόσεις των ομολόγων και η πρόσβαση ή μη στις αγορές κοντεύουν να γίνουν θέμα των πολιτικών αντιπαραθέσεων στην Βουλή και του καυγά στα τηλεπαράθυρα. Διστακτικά, ανταποκρινόμαστε:
Είναι πάντα παρακινδυνευμένο, να βγάζει κανείς συμπεράσματα – και μάλιστα να επιχειρεί προβολές σε έστω και κοντινό μέλλον – με βάση την κίνηση στις αγορές ομολόγων. Οι οποίες, ούτως ή άλλως, ενσωματώνουν περισσότερους παράγοντες απ' όσους συνήθως βλέπουμε να «αξιοποιούνται» από τους αναλυτές. (Και μάλιστα όταν πρόκειται για αγορές ρηχές και εύκολα επηρεάσιμες όπως εκείνες των Ελληνικών χαρτιών).
Όμως η – προσώρας – εκτόνωση της Ιταλικής κρίσης/αντιπαράθεσης με τις Βρυξέλλες, και η σχετικά γρήγορη αντανάκλαση στις αποδόσεις των Ιταλικών ομολόγων (τα 10ετή είχαν ξεπεράσει εκεί το 3,55% προ εβδομάδων ενώ ήδη «πέρασαν κάτω» από το 3%, γύρω στο 2,8% - με spread έναντι του γερμανικού Bund σχεδόν στα 250 bps, όταν είχαν βρεθεί και στα 310 bps) στρέφει όντως αναγκαστικά τα μάτια και στα Ελληνικά χαρτιά. Τα οποία, με μια σχετική διστακτικότητα, ακολούθησαν: πέρασαν τα 10ετή μας σε επίπεδα και κάτω από 4,3%, ενώ είχαν φθάσει και το 4,65%, με spread έναντι του Bund κάτω από 410 bps.Το κακότυχο 7ετές μας, που είχε εκδοθεί τον Φεβρουάριο στο 3,5%, αντλώντας 3 δις (εν μέρει από επενδυτές οι οποίοι διακρατούσαν τότε 10ετές που «έγραφε» 3,6% και πούλησαν προκειμένου να δοκιμάσουν το φρέσκο 7ετές...) ξαναγύρισε κάτω από το 4%, ενώ είχε κοντέψει μια στιγμή να πιάσει σε απόδοση ένα επικίνδυνο 4,40% - «τσουρουφλίζοντας» και εγκλωβίζοντας όσους το είχαν αποτολμήσει.
Ξαναλέμε ότι το να ψειρίζει κανείς τις αποδόσεις σε μια αγορά με περιορισμένο βάθος δεν είναι κάτι πολύ υπεύθυνο. Και ασφαλώς η πορεία που θα ακολουθήσει η διστακτική επάνοδος της Ελλάδας «στις αγορές, στις αγορές!» – όπως κοντεύει να γίνει το νέο πολιτικό σύνθημα – περιορισμένα μόνον εξαρτάται απ' αυτήν την όψη των πραγμάτων. Έναντι των κάπου 7 δις ευρώ που αναμένεται να σηκώσει η χώρα μέσα στο – προεκλογικό, σωστά; – 2019, κατά τον ΟΔΔΗΧ και την Rothschild, ανάλογο ποσό θα επιδιωχθεί να προκύψει από το πρωτογενές πλεόνασμα που χτίστηκε και προσδοκαται ότι θα συνεχίσει να χτίζεται. Ενώ, ροκανίζοντας το cash buffer (με πλήρη συναίνεση των δανειστών, σημειωτέον ), θα επισπευσθεί η εξόφληση του «ακριβού» δανεισμού από ΔΝΤ κατά 4 δις ευρώ για λήξεις μέχρι και 2020. Εδώ, θυμόμαστε κάτι: ότι η άντληση/draw-down από το cash buffer για εξόφληση χρέους προς ΔΝΤ (αλλά και προς την ΕΚΤ), έτσι όπως «σβήνει» οφειλές δεν αλλάζει την συνολική εικόνα του χρέους. Όμως μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης και αναπροσαρμόζει λήξεις.
Πάντως η συνολικότερη επιβάρυνση του κλίματος στις αγορές – η Ιταλία, που είχε συγκεντρώσει τους προβολείς, ή και η διατάραξη από το Brexit, αποτελεί μια μόνο πτυχή: η σταδιακή αλλαγή πλεύσης στο μέτωπο της ποσοτικής χαλάρωσης/ΕΚΤ (η περίοδος επανεπένδυσης δεν μας αφορά, αφού ο Μάριο Ντράγκι ούτε στην τελική ευθεία αγόρασε Ελληνικό χαρτί) αλλά και η έστω διστακτική κίνηση της FED στην σκακιέρα των επιτοκίων (παρά την αντίδραση Τραμπ, ο Τζερόμ Πάουελ έφτασε το βασικό επιτόκιο της Fed στο 2,5%. το Αμερικανικό 10ετές έχει εν τω μεταξύ απόδοση κάπου στο 2,5%) – ένα πάντως δείχνει: ότι η πίεση θα είναι βασικό παρακολούθημα στο ορατό μέλλον. Έτσι θα πορευόμαστε όλοι...
Ενώ λοιπόν ο ΟΔΔΗΧ θα οριστικοποιεί τους σχεδιασμούς για το ξεκίνημα του 2019, θα συνεχίζονται οι πιεστικές ερωτήσεις προς ΕΚΤ/SSM για το πότε θα αφεθούν οι Ελληνικές συστημικές τράπεζες να επενδύσουν περισσότερο σε εγχώριο χαρτί, πράγμα που θα διευκόλυνε αισθητά την πρώτη έξοδο στις αγορές. Η οποία, ούτως ή άλλως, μόνο «προ-κανονισμένη» θα επιχειρηθεί άμα όντως γίνει στο πρώτο δίμηνο του χρόνου. Επιπλέον, ενώ παλιότερα οι σχεδιασμοί επικεντρώνονταν στην έκδοση 10ετους, τώρα όλοι θα είναι ευτυχείς με ένα προσεκτικότερο 5ετές ως αρχική κίνηση.
Αν, λοιπόν – καταλήγουμε – θεωρεί κανείς ότι η συζήτηση γύρω από την επάνοδο «στις αγορές, στις αγορές!» είναι πρόσφορο θέμα για πολιτική συζήτηση, μάλλον λάθος κάνει. Αλλού/αλλιώς θα είναι το άλμα στο 2019, αν δεν είναι απλώς σούρσιμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 27/12/2018. 

Νίκος Μουζέλης: «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός,σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος»

Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων θα βρίσκεται σε μερικές ημέρες το νέο βιβλίο του Νίκου Μουζέλη «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος» από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Στις σελίδες του πραγματεύεται θέματα όπως οι ανισότητες, ο νεοφιλελευθερισμός, η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη και η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων. Η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα των απόψεων που εκθέτει στο βιβλίο του ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του London School of Economics.

Εθνολαϊκισμός και νεοφιλελευθερισμός

«Οι προοδευτικές δυνάμεις της ευρωζώνης μπορούν και πρέπει να είναι ένας συνασπισμός της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς, της φιλοευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς καθώς και άλλων κεντρώων δυνάμεων που θα έχουν σαν στόχο την καταπολέμηση του λαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη.

Γιατί οι δύο αυτές τάσεις αλληλοσυνδέονται. Αφού είναι κυρίως οι ανισότητες και η περιθωριοποίηση που ο νεοφιλελευθερισμός ενέτεινε – οδηγώντας, σε συνδυασμό με το προσφυγικό, στην ενδυνάμωση του εθνολαϊκισμού. Σε τελική ανάλυση, είναι ο συνδυασμός των εντεινόμενων ανισοτήτων και της επακόλουθης θεαματικής ανόδου του λαϊκισμού που υποσκάπτουν περισσότερο από κάθε άλλον παράγοντα τα θεμέλια της δημοκρατίας. Σε ό,τι αφορά την Ε.Ε., ο νεοφιλελευθερισμός από τη μια μεριά και ο λαϊκισμός από την άλλη είναι οι δύο κύριες διαλυτικές δυνάμεις, δυνάμεις που μπορούν να οδηγήσουν στην κατάρρευσή της».

Το θέμα της σύγκλισης

«Για μερικούς αναλυτές, η έλλειψη σοβαρών πολιτικών ελέγχων θα οδηγήσει στην κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε πλανητικό επίπεδο. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αυτοί που ισχυρίζονται πως όχι μόνο δε θα υπάρξει κατάρρευση αλλά πως, αντίθετα, η λογική και οι παγκόσμιοι θεσμοί του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού θα διεισδύσουν σε όλες τις εθνικές οικονομίες, περιθωριοποιώντας σταδιακά τα μη νεοφιλελεύθερα, κρατικιστικά χαρακτηριστικά τους. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που το οικονομικό υπερισχύει του πολιτικού σε πλανητικό επίπεδο, από τη στιγμή που το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έχει νεοφιλελεύθερη μορφή, οι παγκόσμιες αγορές διεισδύουν και εντάσσουν στον παγκόσμιο χώρο τους πάντες. Αυτό θα ενισχύσει την τάση για μια "νεοφιλελευθεροποίηση" του κόσμου. Αρα θα οδηγήσει σε μια σταδιακή σύγκλιση.

Η παραπάνω θέση όμως δεν υπολογίζει πως το παγκόσμιο σύστημα είναι μεν νεοφιλελεύθερο αφού οι πολιτικοί έλεγχοι των παγκόσμιων αγορών (ιδίως των χρηματοπιστωτικών) είναι εξαιρετικά καχεκτικοί. Ταυτόχρονα όμως αποτελείται από τρία υποσυστήματα που λειτουργούν και εντάσσονται διαφορετικά στις παγκόσμιες αγορές: το νεοφιλελεύθερο υποσύστημα του οποίου το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ, ο αυταρχικός καπιταλισμός της Κίνας και ο σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός της βορειοδυτικής Ευρώπης που, παρά τις τωρινές νεοφιλελεύθερες τάσεις, παραμένει στην ουσία σοσιαλδημοκρατικός.

Αν εξετάσουμε τα δύο πρώτα υποσυστήματα, είναι προφανές πως το νεοφιλελεύθερο αμερικανικό υποσύστημα έχει διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές δομές από αυτές του αυταρχικού κινεζικού. Στο τελευταίο οι ελέγχοντες τα μέσα κυριαρχίας ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα και τα μέσα παραγωγής. Στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό υποσύστημα, μπορεί να μη συμβαίνει το αντίθετο (όπως υποστηρίζουν πολλοί μαρξιστές), αλλά σίγουρα η εκάστοτε κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη που έχει η κινεζική, όχι μόνο στο εγχώριο αλλά και στο ξένο κεφάλαιο που επενδύεται στη χώρα. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν να αναλύσουμε σε βάθος το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα με μια πολιτική οικονομία που δεν λαμβάνει υπόψη της το αυταρχικό καπιταλιστικό υποσύστημα της Κίνας, ένα σύστημα που έχει πάνω από ένα δισεκατομμύριο πληθυσμό και που η γεωγραφική του έκταση είναι πολύ μεγαλύτερη από το σύνολο της έκτασης Ευρώπης, ΗΠΑ και Ιαπωνίας!

Βέβαια υπάρχει το επιχείρημα πως η ταχεία κινεζική ανάπτυξη δημιουργεί ραγδαία μια μεσαία τάξη που αργά ή γρήγορα θα πιέσει για το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Αντίθετα με αυτό που συνέβη στη Νότια Κορέα, η ραγδαία κινεζική ανάπτυξη δεν φαίνεται να οδηγεί σε έναν καχεκτικό έστω εκδημοκρατισμό. Γιατί στη Νότια Κορέα η ταχεία ανάπτυξη ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής κυβέρνησης που, με τη βοήθεια τεχνοκρατών, οδήγησε την οικονομία προς τις εξαγωγές. Σε αυτή την περίπτωση, η δημιουργία μεσαίων στρωμάτων (μαζί με άλλους ευνοϊκούς παράγοντες) είχε σαν αποτέλεσμα το δημοκρατικό άνοιγμα.

Η διαφορά με την Κίνα είναι πως το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα έχει ρίζες και έλεγχο του πληθυσμού που η κορεατική δικτατορία δεν είχε. Κατά τον Economist (31/3/2018), η ταχεία οικονομική ανάπτυξη και ο κινεζικός επεκτατισμός (ο περίφημος "δρόμος τους μεταξιού") οδηγούν όχι στην πολιτική δύναμη των μεσαίων τάξεων, αλλά στην ενδυνάμωση του κινεζικού αυταρχισμού. Με άλλα λόγια, η ταχεία ανάπτυξη και η μείωση της απόλυτης φτώχειας έχει νομιμοποιήσει σε έναν μεγάλο βαθμό τον κομμουνιστικό έλεγχο του κράτους. Επιπλέον, ο σοβιετικός τύπος οργάνωσης του κόμματος και της κρατικής μηχανής, ο έλεγχος του στρατού από το κόμμα και, πιο γενικά, η κομμουνιστική κουλτούρα, η οποία βασίζεται σε ένα μείγμα κομματικής πειθαρχίας και της κομφουκιανής παράδοσης που δίνει έμφαση στην αρμονία και την τάξη, δίνει στον κινεζικό κοινωνικό σχηματισμό μια μεγάλη σταθερότητα που δεν υπάρχει σε άλλα αυταρχικά συστήματα.

Συμπερασματικά, η θεωρία της σύγκλισης δεν είναι πειστική. Η λογική του αυταρχικού κινεζικού καπιταλισμού θα παραμείνει διαφορετική από αυτή του νεοφιλελεύθερου. Αν αυτό ισχύει, θεωρίες που αναφέρονται γενικά σε μια παγκόσμια υπερεθνική τάξη χωρίς να διαφοροποιούν αυτή που συνδέεται με τις δυτικές πολυεθνικές και αυτή που συνδέεται με το εγχώριο (ξένο και κινεζικό) κεφάλαιο, καθώς και με τις κινεζικές πολυεθνικές που ελέγχονται από το κράτος δεν είναι πειστικές».

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/12/2018. 

Η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου

Κληρονόμος της κριτικής θεωρίας της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο 89χρονος σήμερα Γιούργκεν Χάμπερμας θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους ζώντες φιλοσόφους. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Χάμπερμας τον περασμένο Μάιο στην ισπανική εφημερίδα El Pais.

Καθηγητή Χάμπερμας, θεωρείτε ότι η παρακμή της μορφής του δημόσιου διανοούμενου είναι μια πραγματικότητα ή είναι απλώς ένα θέμα συζήτησης μεταξύ διανοουμένων; Δεν υπάρχει μια ορισμένη δόση μελαγχολίας όταν γίνεται λόγος γι' αυτήν;

Η μορφή του διανοούμενου, όπως τη γνωρίζουμε παραδειγματικά στη Γαλλία, από τον Ζολά ώς τον Σαρτρ και τον Μπουρντιέ, αναδύθηκε σε μια δημόσια σφαίρα της οποίας οι εύθραυστες δομές σήμερα διαλύονται.
Κακώς τίθεται το νοσταλγικό ερώτημα «γιατί δεν υπάρχουν πλέον διανοούμενοι;». Δεν μπορούν πλέον να υπάρχουν, αφού δεν υπάρχει ένα κοινό αναγνωστών στο οποίο να απευθυνθούν με τα επιχειρήματά τους.

Θεωρείτε ότι το διαδίκτυο έχει αποδυναμώσει εκείνη τη δημόσια σφαίρα την οποία εξασφάλιζαν τα παραδοσιακά μεγάλα μέσα επικοινωνίας και ότι αυτό είχε «πραγματικές» (και όχι προσωρινές ή φαινομενικές) επιπτώσεις στους φιλοσόφους, τους στοχαστές κ.λπ.;

Ναι, η ιστορική μορφή του διανοούμενου αναπτύχθηκε, από τον καιρό του Χάινριχ Χάινε, με την κλασική διαμόρφωση ενός φιλελεύθερου κοινού. Αυτή η μορφή όμως ζει υπό δυσεύρετες πολιτισμικές και κοινωνικές προϋποθέσεις. Αυτές περιλαμβάνουν ένα ολόκληρο σύστημα θεσμών, αλλά κυρίως την ύπαρξη μιας δημοσιογραφίας που επαγρυπνεί, αξιόπιστων μέσων επικοινωνίας και ενός μαζικού τύπου ικανού να προσανατολίζει το ενδιαφέρον της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών προς τα λίγα θέματα που είναι σημαντικά για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Περιλαμβάνουν επίσης ένα κοινό που ενδιαφέρεται για την πολιτική, καλά μορφωμένο, εκπαιδευμένο στη συγκρουσιακή διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, ένα κοινό που διαθέτει χρόνο για να διαβάζει τις ανεξάρτητες και ποιοτικές εφημερίδες. Σήμερα αυτή η υποδομή δεν είναι πλέον ακέραιη. Ο κατακερματισμός που προκαλεί το διαδίκτυο έχει περιθωριοποιήσει τον ρόλο των παραδοσιακών μέσων, τουλάχιστον στις νεότερες γενιές.

Ήδη προτού εκδηλωθούν οι κεντρόφυγες και διαλυτικές τάσεις των νέων μέσων, η αποδιάρθρωση του πολιτικού κοινού είχε αρχίσει με την εμπορευματοποίηση της δημόσιας προσοχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την αποκλειστική κυριαρχία της ιδιωτικής τηλεόρασής τους, είναι ένα προειδοποιητικό παράδειγμα. Στο μεταξύ, τα νέα μέσα επιδιώκουν μια πολύ πιο δόλια εμπορευματοποίηση. Ο στόχος δεν είναι ευθέως η προσοχή των καταναλωτών, αλλά η οικονομική εκμετάλλευση των ιδιωτικών προφίλ των χρηστών. Από τους «πελάτες», χωρίς αυτοί να το συνειδητοποιούν, κλέβουν τα προσωπικά τους δεδομένα, έτσι ώστε να μπορούν να τους χειραγωγούν καλύτερα, μερικές φορές ακόμη και για πολιτικά «μαφιόζικους» σκοπούς, όπως μάθαμε πρόσφατα από το σκάνδαλο του Facebook.

Δεν νομίζετε ότι το διαδίκτυο, πέρα από τα αναμφισβήτητα πλεονεκτήματά του, ευνόησε μια νέα μορφή αναλφαβητισμού;

Εννοείτε τις πομφόλυγες και τα fake news των tweets του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν μπορούμε καν να πούμε ότι αυτό το πρόσωπο είναι κάτω από το επίπεδο πολιτικής κουλτούρας της χώρας του. Απλώς αυτός καταστρέφει διαρκώς αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, από την εφεύρεση της τυπογραφίας, που κατέστησε όλα τα πρόσωπα δυνητικούς αναγνώστες, χρειάστηκαν αιώνες προκειμένου να μάθει να διαβάζει όλος ο πληθυσμός.

Το διαδίκτυο, που μας μετατρέπει όλους σε δυνητικούς συγγραφείς, υπάρχει εδώ και λίγες δεκαετίες. Είναι πιθανό με τον καιρό να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με πολιτισμένο τρόπο. Το διαδίκτυο έχει ήδη ανοίξει εκατομμύρια χρήσιμους ιστότοπους, όπου είναι δυνατό να ανταλλάσσονται αξιόπιστες πληροφορίες και τεκμηριωμένες γνώμες.

Σκεφτείτε τα blogs επιστημόνων που εντατικοποιούν με αυτόν τον τρόπο την ακαδημαϊκή τους εργασία, αλλά και τους πάσχοντες από μια σπάνια ασθένεια που επικοινωνούν με άλλους ομοιοπαθείς από τη μια ήπειρο στην άλλη, για να βοηθηθούν με την ανταλλαγή συμβουλών και εμπειριών. Πρόκειται αναμφίβολα για σημαντικά επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, που δεν χρησιμεύουν μόνο για να αυξάνουν την ταχύτητα των συναλλαγών και της κερδοσκοπίας στις χρηματιστηριακές αγορές.

Το διαδίκτυο αυτό καθεαυτό είναι μια πρόοδος. Με την επινόηση της γραφής γεννήθηκαν αναπτυγμένοι πολιτισμοί, με την επινόηση της τυπογραφίας η προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η γενική εκπαίδευση και η αστική δημόσια σφαίρα. Είμαι πολύ γέρος για να κρίνω την πολιτισμική ώθηση που θα πυροδοτήσουν τα νέα μέσα. Αυτό που με ενοχλεί είναι το γεγονός ότι αυτή είναι η πρώτη μιντιακή επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας που υπηρετεί κυρίως οικονομικούς και όχι πολιτισμικούς σκοπούς.

Ποια ίχνη απομένουν από την παλιά μαρξιστική σας ένταξη; Ο Γιούργκεν Χάμπερμας θεωρεί ακόμα τον εαυτό του αριστερό;

Η πολιτική οικονομία δεν είναι το θέμα των ερευνών μου, αλλά εργάστηκα και πάλεψα υποστηρίζοντας αριστερές θέσεις στο πανεπιστήμιο και στη δημόσια σφαίρα επί εξήντα πέντε χρόνια.

Αν εδώ και είκοσι πέντε χρόνια υποστηρίζω μια πολιτική εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το κάνω με την ιδέα ότι μόνον αυτό το ηπειρωτικό καθεστώς θα μπορούσε σοβαρά να αποκτήσει τη δύναμη να δαμάσει έναν καπιταλισμό που έχει γίνει άγριος.

Δεν εγκατέλειψα ποτέ την κριτική του καπιταλισμού, αλλά διατηρούσα πάντα την επίγνωση ότι οι γενικευτικές διαγνώσεις της εποχής μας, που διατυπώνονται μάλιστα αβασάνιστα, δεν αρκούν. Δεν είμαι ένας από εκείνους τους διανοούμενους που πυροβολούν χωρίς να σκοπεύουν.

Βρίσκω θαυμαστή τη δική σας υπεράσπιση του «συνταγματικού πατριωτισμού». Με αυτή την έννοια εσείς θεωρείτε τον εαυτό σας πατριώτη;

Αισθάνομαι πατριώτης μιας χώρας η οποία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, επιτέλους εγκαθίδρυσε μια σταθερή δημοκρατία και στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών πολιτικής πόλωσης εδραίωσε μια φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα. Το λέω με δισταγμό και το κάνω για πρώτη φορά, αλλά με αυτή την έννοια είμαι ένας Γερμανός πατριώτης.

Θα μου προξενούσε έκπληξη αν, στο εξωτερικό, δεν αναγνωριζόμουν εκ πρώτης όψεως ως ένα προϊόν της γερμανικής κουλτούρας, με τη δική μου διανοητική σφραγίδα και όλες τις πνευματικές μου συνήθειες. Είμαι μάλιστα υπερήφανος γι' αυτή την κουλτούρα, όταν η δεύτερη ή η τρίτη γενιά Τούρκων, Ιρανών, Ελλήνων ή όποιας άλλης εθνικής προέλευσης μεταναστών εμφανίζονται ξαφνικά στη δημόσια σφαίρα ως οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικοί παρουσιαστές, ως οι πιο ικανοί ηγέτες και γιατροί ή οι καλύτεροι συγγραφείς, πολιτικοί, μουσικοί ή δάσκαλοι.

Πρόκειται για μια χειροπιαστή απόδειξη της δύναμης και της αναγεννητικής ικανότητας της κουλτούρας μας. Μια κουλτούρα παραμένει ζωντανή μόνον όσο πείθει τις μελλοντικές γενιές ότι αξίζει τον κόπο να οικειοποιηθούν ερμηνευτικά το παρελθόν και να την προεκτείνουν στο μέλλον.

Παίρνοντας υπόψη μας τις αμοιβαίες αδιαλλαξίες, έχουμε μια (νέα) σύγκρουση πολιτισμών;

Νομίζω ότι αυτή είναι μια εντελώς εσφαλμένη θέση. Οι αρχαιότεροι και ισχυρότεροι πολιτισμοί διαμορφώθηκαν από τη μεταφυσική και από τις παγκόσμιες θρησκείες, που μελέτησε ο Μαξ Βέμπερ.

Όλοι τους διέθεταν ένα οικουμενικό δυναμικό και επομένως ασπάζονταν το άνοιγμα και τη συμπερίληψη. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι ένα νεότερο φαινόμενο και ανάγεται στον κοινωνικό ξεριζωμό που συντελέστηκε -και συνεχίζεται ακόμα- εξαιτίας της αποικιοκρατίας, της αποαποικιοποίησης και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. 

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/12/2018. (Απόδοση: Θανάσης Γιαλκέτσης). 

Να φτιάξουμε ανάχωμα στην Ακροδεξιά...

Μαζί με το Brexit είναι οι κίνδυνοι που εγκυμονούν για την εξέλιξη της Ευρώπης - Πολ Μέισον: Χρειάζεται ευρεία συνεργασία του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη - Στρατηγικός στόχος θα πρέπει να είναι η μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας.

Υπέρ της ανάγκης για συγκρότηση μιας ευρείας συνεργασίας των κομμάτων του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη (από τους σοσιαλιστές και τους ριζοσπάστες αριστερούς έως τους πράσινους) με στόχο τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας τάχθηκε ο γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος και πολιτειολόγος Πολ Μέισον σε συνέντευξή του στην ισπανική ιστοσελίδα ctxt.es, υποστηρίζοντας πως μια τέτοια κίνηση θα μεταμόρφωνε την Ε.Ε. και θα ύψωνε ένα ανάχωμα στην άνοδο της Ακροδεξιάς.

Ο γνωστός για την υποστήριξή στον αγώνα της Ελλάδας κατά των Μνημονίων δημοσιογράφος και εκ των συντακτών του προγράμματος του ηγέτη των Βρετανών Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν στη μακροσκελή συνέντευξή του αναφέρθηκε στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη όχι μόνο από την επέλαση των νέων μορφών εργασίας και οικονομικής απορρύθμισης που μεταφέρουν στην εξάπλωσή τους η παγκοσμιοποίηση και χρηματοοικονομικοποίηση (financialization) της πολιτικής, αλλά και από τους κινδύνους που εγκυμονούν για την εξέλιξη της ηπείρου το Brexit και η άνοδος της Ακροδεξιάς - αμφότερα απόρροιες της άφρονος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που ακολούθησαν οι Βρυξέλλες στα χρόνια της κρίσης όπως λέει.

Οι Εργατικοί και το Brexit

Αναφορικά με την ερώτηση για το εάν η Ε.Ε. δυνητικά θα αντιστρατευόταν με κάθε δύναμη τα μέτρα που θα λάμβανε μια υποθετική κυβέρνηση του Τζέρεμι Κόρμπιν, με εθνικοποιήσεις και αποκατάσταση της δημόσιας περιουσίας και του κοινωνικού κράτους, ο Μέισον επεκτάθηκε τονίζοντας πως μια νίκη του Κόρμπιν, σε συνδυασμό με τη στήριξη των προοδευτικών κυβερνήσεων της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, θα μπορούσε να οδηγήσει στη μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας και σε έναν μετασχηματισμό της Ε.Ε. με περισσότερο κοινωνικό προσανατολισμό.

Συγκεκριμένα, ο Π. Μέισον τόνισε: «Υπάρχουν ψηφοφόροι των Εργατικών που υποστηρίζουν το Lexit (ένα είδος Brexit της Αριστεράς), όμως ο Τζέρεμι Κόρμπιν δεν είναι ένας από αυτούς. Εκείνος αντιλήφθηκε γρήγορα πως μια έξοδος από την Ε.Ε. θα ευνοούσε τους δεξιούς -που είναι υπέρ της απορρύθμισης, των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και φιλοατλαντιστές- για να οδηγήσουν τη Βρετανία υπό τον αμερικανικό μανδύα προστασίας. Αυτό θα ήταν ένα αντιδραστικό αποτέλεσμα.

Σχέδιο για δεύτερο δημοψήφισμα

"Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως το ένα τρίτο των ψηφοφόρων μας στήριξαν το Brexit και πως εξακολουθούν να το στηρίζουν. Οι πενήντα έδρες που έχει ανάγκη η Αριστερά για να κατακτήσει την εξουσία ψήφισαν υπέρ του Brexit. Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να πούμε: Ναι, θα κάνουμε το Brexit. Δεν μας αρέσει, όμως εσείς το ψηφίσατε. Αυτό θα τους ανοίξει την πόρτα.

Θα πάμε σε μια έξοδο που θα αφήσει ανέγγιχτες τις θέσεις εργασίας και τη βιομηχανία, αρκετά ηπιότερη από εκείνο που σχεδιάζει η Τερέζα Μέι. Αυτή δεν είναι ικανή να κλείσει μια συμφωνία με το Κοινοβούλιο, πράγμα που θα προκαλέσει επανάσταση στους κόλπους της Δεξιάς όταν θα χρειαστεί να συμπήξουν με την Ε.Ε. μια συμφωνία στα πρότυπα της Νορβηγίας, με ελεύθερη διακίνηση. Αυτή η διαίρεση θα προκαλέσει ένα δεύτερο δημοψήφισμα, όπου θα ψηφίσουμε να παραμείνουμε".

Συμμαχία για αναθεώρηση της Λισσαβώνας

"Εάν καταφέρουμε να φέρουμε εις πέρας τούτο το σχέδιο, το επόμενο βήμα θα είναι να πάμε στις Βρυξέλλες και να ζητήσουμε τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας. Κι ευελπιστώ πως και η κυβέρνηση της Ισπανίας, εάν συνεχίσει να υφίσταται η άτυπη συμμαχία του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ με τον ηγέτη των Unidos Podemos Πάμπλο Ιγκλέσιας, θα μας στηρίξει. Εάν υπολογίσουμε τον Κόρμπιν, ελπίζοντας και στον Σάντσεθ και αναμφίβολα αν οι Πορτογάλοι του Αντόνιο Κόστα και η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα ζητήσουν τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου, τότε θα έχουμε μια διαφορετική Ευρώπη».

Κύριος αντίπαλος η Ακροδεξιά

Ερωτηθείς για το ποια είναι η γνώμη του σχετικά με την ευρωπαϊκή πρόταση της Diem25 του Γ. Βαρουφάκη ως εναλλακτική παρουσία της Αριστεράς στις επερχόμενες ευρωεκλογές, ο Πολ Μέισον απάντησε: «Είναι μια ενδιαφέρουσα χειρονομία, αλλά δεν με ενθουσιάζει. Αυτό που πραγματικά θα με ενθουσίαζε θα ήταν μια συμμαχία της Αριστεράς του Ευρωκοινοβουλίου (GUE/NGL) με τα σοσιαλιστικά κόμματα και τους Πράσινους.

Ο κύριος αντίπαλος δεν είναι πλέον ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός. Είναι η
Ακροδεξιά. Και σε ορισμένες χώρες υπάρχει κίνδυνος να υπερισχύσουν. Κι όπως έχω πει, είναι ορατός ο κίνδυνος η Ακροδεξιά να συμμαχήσει με τους συντηρητικούς. Επίσης, είναι σύμμαχοι και με τη Ρωσία του Πούτιν, συνεπώς υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι για τη χειραγώγηση των ευρωεκλογών προκειμένου να δοθεί ώθηση στη Δεξιά και να προκληθεί θεσμική κρίση εάν ούτε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ούτε και οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές επιτύχουν αυτοδυναμία. Εκείνο που εγώ θα πρότεινα στους Σάντσεθ, Ιγκλέσιας, στον Κόρμπιν, στο Σιν Φέιν στην Ιρλανδία και στο Ολλανδικό Εργατικό Κόμμα -που έχει δύναμη μόλις 4%-, είναι να συμπήξουν μια κόκκινο/πράσινη συμμαχία».

*Δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" στις 18/12/2018. 

Ένα Μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης. Μία πρωτοβουλία του Τομά Πικετί

Ο Τομά Πικετί και μια ομάδα Ευρωπαίων ακαδημαϊκών, διανοουμένων και ερευνητών καταθέτουν μια πρόταση-μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό των ευρωπαϊκών θεσμών και των ασκούμενων πολιτικών, με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τον δικαιότερο καταμερισμό των δημοσιονομικών βαρών και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της προσφυγικής και περιβαλλοντικής κρίσης.

To Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ αναδημοσιεύει μεταφρασμένη την εισαγωγή του 50σέλιδου κειμένου, που μπορεί να διαβαστεί σαν μια ενδιαφέρουσα συμβολή στον ευρύτερο διάλογο για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης.

Το ΕΝΑ επικοινώνησε με το Γάλλο Aναπληρωτή Καθηγητή του Berkeley και έναν εκ των υποστηρικτών του Μανιφέστου, Gabriel Zucman. «Εάν θέλουμε να σώσουμε τα ευρωπαϊκά ιδεώδη, τότε πρέπει να εκδημοκρατίσουμε τώρα την Ευρώπη. Αυτό το Μανιφέστο περιλαμβάνει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Διαβάστε το, σκεφτείτε και υπογράψτε το!» ήταν το μήνυμα που έστειλε.

Μανιφέστο για τον Εκδημοκρατισμό της Ευρώπης

Εμείς, οι Ευρωπαίοι πολίτες, με διαφορετικό υπόβαθρο και από άλλες χώρες, εκκινούμε σήμερα αυτή την έκκληση για τη σε βάθος αναμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών και πολιτικών. Αυτό το Μανιφέστο περιέχει συγκεκριμένες προτάσεις, ειδικότερα ένα σχέδιο Συνθήκης Εκδημοκρατισμού (Democratization Treaty) και ένα Σχέδιο Προϋπολογισμού (Budget Project), τα οποία μπορούν να υιοθετηθούν και να εφαρμοστούν από τις χώρες που το επιθυμούν, χωρίς καμία να μπορεί να μπλοκάρει όσες θέλουν να προχωρήσουν. Μπορεί να υπογραφεί διαδικτυακά (www.tdem.eu) από όλους τους Ευρωπαίους πολίτες που ταυτίζονται με αυτό. Μπορεί να τροποποιηθεί και να βελτιωθεί από οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα.

Μετά το Brexit και την εκλογή αντιευρωπαϊκών κυβερνήσεων ως επικεφαλής αρκετών κρατών-μελών, δεν είναι πλέον δυνατόν να συνεχίσουμε όπως πριν. Δεν μπορούμε απλώς να περιμένουμε τις επόμενες αποχωρήσεις ή την περαιτέρω διάλυση χωρίς να κάνουμε θεμελιώδεις αλλαγές στη σημερινή Ευρώπη.

Σήμερα η ήπειρός μας βρίσκεται ανάμεσα, από τη μία, σε πολιτικά κινήματα των οποίων το πρόγραμμα περιορίζεται στην εκδίωξη αλλοδαπών και προσφύγων, ένα πρόγραμμα που έχουν αρχίσει να θέτουν σε ισχύ, και, από την άλλη, σε κόμματα τα οποία ισχυρίζονται ότι είναι ευρωπαϊκά αλλά στην πραγματικότητα συνεχίζουν να θεωρούν ότι ο σκληρός πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού και η διάδοση του ανταγωνισμού παντού (κράτη, επιχειρήσεις, επικράτειες και άτομα) αρκούν για να καθορίσουν ένα πολιτικό σχέδιο. Δεν αναγνωρίζουν με κανέναν τρόπο ότι ακριβώς αυτή η έλλειψη κοινωνικής προοπτικής οδηγεί στο αίσθημα της εγκατάλειψης.

Υπάρχουν κάποια κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που προσπαθούν να σταματήσουν αυτόν το θανάσιμο διάλογο, κινούμενα στην κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού θεμελίου για την Ευρώπη. Έπειτα από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης δεν λείπουν αυτές οι κρίσιμες, ειδικά ευρωπαϊκές, καταστάσεις: Ανεπαρκείς διαρθρωτικές επενδύσεις στον δημόσιο τομέα -ιδιαίτερα στους τομείς της κατάρτισης και της έρευνας, αύξηση της κοινωνικής ανισότητας, επιτάχυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και κρίση στην υποδοχή μεταναστών και προσφύγων. Αυτά τα κινήματα όμως έχουν συχνά δυσκολία στο να διαμορφώσουν ένα εναλλακτικό εγχείρημα και να περιγράψουν το πώς θα ήθελαν να οργανώσουν την Ευρώπη του μέλλοντος, καθώς και τη συγκεκριμένη υποδομή λήψης αποφάσεων γι' αυτή.

Εμείς, οι Ευρωπαίοι πολίτες, δημοσιεύοντας αυτό το Μανιφέστο, τη Συνθήκη και τον Προϋπολογισμό, προχωρούμε σε συγκεκριμένες προτάσεις, δημόσια διαθέσιμες σε όλους. Δεν είναι τέλειες, αλλά έχουν την αξία της ύπαρξης. Το κοινό μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές και να τις βελτιώσει. Βασίζονται σε μια απλή πεποίθηση: Η Ευρώπη πρέπει να χτίσει ένα πρωτότυπο μοντέλο που να διασφαλίζει τη δίκαιη και διαρκή κοινωνική ανάπτυξη των πολιτών της. Ο μόνος τρόπος για να τους πείσει είναι να εγκαταλείψει τις αόριστες και θεωρητικές υποσχέσεις. Εάν η Ευρώπη θέλει να αποκαταστήσει την αλληλεγγύη με τους πολίτες της, μπορεί να το κάνει μόνο παρέχοντας συγκεκριμένες αποδείξεις ότι είναι σε θέση να καθιερώσει μια συνεργασία μεταξύ των Ευρωπαίων, κάνοντας αυτούς που έχουν κερδίσει από την παγκοσμιοποίηση να συμβάλουν στη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών που λείπουν σήμερα από την Ευρώπη. Αυτό σημαίνει να κάνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις να εισφέρουν περισσότερα προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τους πλουσιότερους φορολογούμενους να πληρώνουν περισσότερα από τους φτωχότερους. Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα.

Οι προτάσεις μας βασίζονται στη δημιουργία ενός Προϋπολογισμού για τον εκδημοκρατισμό ο οποίος θα συζητηθεί και θα ψηφιστεί από μια κυρίαρχη Ευρωπαϊκή Συνέλευση (European Assembly). Αυτό θα επιτρέψει επιτέλους στην Ευρώπη να εξοπλιστεί με ένα δημόσιο θεσμικό όργανο που θα είναι σε θέση να αντιμετωπίζει άμεσα τις κρίσεις και να δημιουργεί ένα σύνολο θεμελιωδών δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών στο πλαίσιο μιας διαρκούς και βασισμένης στην αλληλεγγύη οικονομίας. Με αυτόν τον τρόπο, η υπόσχεση που έχει δοθεί ήδη από τη Συνθήκη της Ρώμης για «βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας» θα αποκτήσει τελικά νόημα.

Αυτός ο Προϋπολογισμός, εάν το επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Συνέλευση, θα χρηματοδοτηθεί από τέσσερις βασικούς ευρωπαϊκούς φόρους, έμπρακτες ενδείξεις αυτής της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Οι φόροι αυτοί θα ισχύουν για τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, για τα υψηλότερα εισοδήματα (άνω των 200.000 ευρώ ετησίως), τους ιδιοκτήτες/κατόχους του μεγαλύτερου πλούτου (άνω του 1 εκατ. ευρώ) και τις εκπομπές άνθρακα (με κατώτατη τιμή 30 ευρώ ανά τόνο).

Εάν καθοριστεί στο 4% του ΑΕΠ, όπως προτείνουμε, ο Προϋπολογισμός αυτός θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την έρευνα, την κατάρτιση και τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα για την αλλαγή του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, καθώς και την υποδοχή και ενσωμάτωση των μεταναστών και των συμμετεχόντων στη λειτουργία του μετασχηματισμού. Θα μπορούσε να δώσει επίσης κάποιο περιθώριο στα κράτη-μέλη ώστε να μειώσουν την αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση (regressive taxation) που επιβαρύνει τους μισθούς ή και την κατανάλωση.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι η δημιουργία μιας «Ευρώπης μεταβιβαστικών πληρωμών», η οποία θα επιδίωκε να πάρει χρήματα από τις «ενάρετες» χώρες για να τα δώσει στις λιγότερο ενάρετες. Το εγχείρημα για μια Συνθήκη Εκδημοκρατισμού (www.tdem.eu) το εκφράζει αυτό ρητά, περιορίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στις εκπίπτουσες δαπάνες και στο εισόδημα που καταβάλλεται από μια χώρα στο όριο του 0,1% του ΑΕΠ της. Αυτό το όριο μπορεί να αυξηθεί μόνο στην περίπτωση που υπάρξει συναίνεση για το σκοπό αυτό, αλλά το πραγματικό ζήτημα είναι αλλού: Είναι πρωτίστως ζήτημα περιορισμού των ανισοτήτων στις διάφορες χώρες και επένδυσης στο μέλλον όλων των Ευρωπαίων, αρχίζοντας βεβαίως από τους νεότερους, χωρίς να προτιμάται κάποια συγκεκριμένη χώρα. Αυτός ο υπολογισμός αποκλείει τις δαπάνες που ωφελούν εξίσου όλες τις χώρες, όπως οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Επειδή θα χρηματοδοτεί ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά προς όφελος όλων των χωρών, ο Προϋπολογισμός για τον εκδημοκρατισμό ενισχύει de facto τη σύγκλιση μεταξύ αυτών.

Επειδή πρέπει να δράσουμε γρήγορα αλλά και να βγάλουμε την Ευρώπη από το σημερινό τεχνοκρατικό αδιέξοδο, προτείνουμε τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Συνέλευσης. Αυτή θα επιτρέψει στους νέους ευρωπαϊκούς φόρους να συζητηθούν και να ψηφιστούν, όπως και ο Προϋπολογισμός για τον εκδημοκρατισμό. Η Ευρωπαϊκή αυτή Συνέλευση μπορεί να ιδρυθεί χωρίς να αλλάξουν οι ισχύουσες ευρωπαϊκές Συνθήκες.

Θα πρέπει ασφαλώς να επικοινωνεί με τα σημερινά θεσμικά όργανα λήψης αποφάσεων (ιδιαίτερα με το Eurogroup, στο πλαίσιο του οποίου οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συνεδριάζουν άτυπα κάθε μήνα). Αλλά σε περιπτώσεις διαφωνίας, η Συνέλευση θα έχει τον τελικό λόγο. Σε διαφορετική περίπτωση, η ικανότητά της να αποτελέσει τόπο για έναν νέο διεθνικό, πολιτικό χώρο, όπου κόμματα, κοινωνικά κινήματα και ΜΚΟ θα μπορέσουν επιτέλους να εκφραστούν, θα ετίθετο σε κίνδυνο. Θα διακυβευόταν εξίσου η πραγματική αποτελεσματικότητά της, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι να εξαλείψουμε από την Ευρώπη την αιώνια αδράνεια των διακυβερνητικών διαπραγματεύσεων. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο κανόνας της δημοσιονομικής ομοφωνίας που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εμποδίσει εδώ και χρόνια την υιοθέτηση οποιουδήποτε ευρωπαϊκού φόρου και διατηρεί την αιώνια καταφυγή στο δημοσιονομικό ντάμπινγκ από τους πλουσίους και τους πιο ευέλικτους, μια πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παρ' όλες τις διακηρύξεις. Αυτό θα συνεχιστεί εάν δεν δημιουργηθούν άλλοι κανόνες λήψης αποφάσεων.

Με δεδομένο ότι αυτή η Ευρωπαϊκή Συνέλευση θα έχει την ικανότητα να υιοθετεί φόρους και να μπαίνει στον πυρήνα του δημοκρατικού, οικονομικού και κοινωνικού συμβολαίου των κρατών-μελών, είναι σημαντικό να εμπλέξουμε πραγματικά τα μέλη των εθνικών και του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Παρέχοντας κεντρικό ρόλο στα εθνικά εκλεγμένα μέλη, οι εθνικές βουλευτικές εκλογές θα μετατραπούν de facto σε ευρωπαϊκές. Τα εθνικά εκλεγμένα στελέχη δεν θα μπορούν πλέον να αποδίδουν την ευθύνη στις Βρυξέλλες και δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τα σχέδια και τους προϋπολογισμούς που προτίθενται να υπερασπιστούν στη Συνέλευση. Συγκεντρώνοντας τους βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων και τους ευρωβουλευτές σε μία Συνέλευση, θα δημιουργηθεί μια κουλτούρα συγκυβέρνησης, η οποία αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο μεταξύ των αρχηγών κρατών και των Υπουργών Οικονομικών.

Γι' αυτό προτείνουμε στη Συνθήκη Εκδημοκρατισμού, που είναι διαθέσιμη διαδικτυακά (www.tdem.eu), το 80% των μελών της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να προέρχεται από μέλη των εθνικών αντιπροσωπειών των χωρών που θα υπογράψουν τη Συνθήκη (σε αναλογία με τον πληθυσμό των χωρών και των πολιτικών ομάδων) και το 20% από το σημερινό Ευρωκοινοβούλιο (αναλογικά προς τις πολιτικές ομάδες). Αυτή η επιλογή αξίζει περαιτέρω συζήτηση. Συγκεκριμένα, το σχέδιό μας θα μπορούσε να λειτουργήσει με μικρότερο ποσοστό εθνικά εκλεγόμενων βουλευτών (π.χ. 50%). Αλλά κατά την άποψή μας, η υπερβολική μείωση του ποσοστού αυτού θα μπορούσε να περιορίσει τη νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να περιλαμβάνει όλους τους Ευρωπαίους πολίτες στην κατεύθυνση ενός νέου Κοινωνικού και Δημοσιονομικού Συμφώνου, ενώ οι συγκρούσεις δημοκρατικής νομιμοποίησης μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών εκλογών γρήγορα θα υπονόμευαν το εγχείρημα.

Τώρα πρέπει να δράσουμε γρήγορα. Παρόλο που θα ήταν επιθυμητό όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμμετάσχουν χωρίς καθυστέρηση στο εγχείρημα και ενώ θα ήταν προτιμότερο οι τέσσερις μεγαλύτερες χώρες της Ευρωζώνης (οι οποίες, μαζί, αντιπροσωπεύουν πάνω από το 70% του ΑΕΠ και του πληθυσμού) να το υιοθετήσουν ολοκληρωτικά, το εγχείρημα στο σύνολό του έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι νομικά και οικονομικά αποδεκτό και να εφαρμόζεται από οποιοδήποτε υποσύνολο χωρών το επιθυμεί. Αυτό το σημείο είναι σημαντικό, επειδή επιτρέπει σε χώρες και κοινωνικά κινήματα που το επιθυμούν να εκφράσουν την προθυμία τους να σημειώσουν πολύ συγκεκριμένη πρόοδο, υιοθετώντας το εγχείρημα ή μια βελτίωσή του, αυτή τη στιγμή. Καλούμε κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα να αναλάβει τις ευθύνες του/της και να συμμετάσχει σε μια ενδελεχή και εποικοδομητική συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

* Το Μανιφέστο δημοσιεύθηκε στις 9/12/2018, παράλληλα σε Guardian, Le Monde, Der Spiegel, La Vanguardia, Gazeta Wyborcza, La Repubblicaκαι Politiken.

** Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 14/12/2018. 

Αντί Προϋπολογισμού, μια ματιά σε «μέλλον»

Κανονικά θα 'πρεπε τώρα, ημέρες Προϋπολογισμού (πέρασε με 154 έναντι 143, μετά από θυελλώδη άσχετη συζήτηση), να στεκόμαστε στο πώς θα καταλήξει η νέα αυτή φάση δικαστικού ακτιβισμού που διέλυσε το Δεύτερο Μνημόνιο (με πέντε χρόνια καθυστέρηση!). Κηρύσσοντας αντισυνταγματικές τις περικοπές δώρων Χριστουγέννων (μέρες που είναι..), Πάσχα και αδείας, επειδή έγιναν «μη- τεκμηριωμένα», δηλαδή χωρίς να εξετασθεί, «η ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών» αλλά και το αν οι εν λόγω περικοπές οδηγούν, αθροιζόμενες με προηγούμενες, σε «ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής κάτω του επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης». (Ποιων; Μα... των δημοσίων υπαλλήλων! Ποιών άλλων, νομίσατε;).
Αν τώρα η Ολομέλεια του ΣτΕ συμφωνήσει με το Τμήμα του και δεν επιβάλει κάποιου είδους «κόφτη», τότε οποιαδήποτε συζήτηση περί Προϋπολογισμού, περί πρωτογενών πλεονασμάτων κοκ χάνει κάθε νόημα.
Καλούμε λοιπόν τον αναγνώστη να κοιτάξει αλλού. Σε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί «φορέας μέλλοντος»• μόνον που θα χρειαστεί αυτήν την φορά να διαβάσει αρκετά νούμερα: ποσοστά συμμετοχής και διαχρονικές μεταβολές και πολλαπλασιαστές και στόχους.
Πάμε λοιπόν: Ιούνιο του 2017, η νεόκοπη τότε «Ελληνική Παραγωγή: Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη» – είχε παρουσιάσει, μαζί με το ΙΟΒΕ, στοχευμένη μελέτη για τον ρόλο της μεταποίησης στην εφεξής πορεία της Ελληνικής οικονομίας, έτσι όπως αυτή βρισκόταν (και δεν έπαψε να βρίσκεται) σε αναζήτηση αληθινής επανεκκίνησης (γιατί το χλωμό 2 -2,5% δεν αρκεί). Φέτος λοιπόν το ΙΟΒΕ κατήρτισε πολύ πιο διεξοδική μελέτη «Προκλήσεις και προοπτικές του τομέα της μεταποίησης», σε αναζήτηση για «Στρατηγικές παρεμβάσεις για ανάπτυξη». Ώστε «να αντιμετωπισθούν τα μεγάλα εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα».
Να σημειωθεί ότι και η ίδια η ΕΕ στηρίζει εδώ και κάποια χρόνια την λογική μιας επαναβιομηχάνισης, ενώ η έμφαση επί δύο δεκαετίες είχε στραφεί στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς οι περιβαλλοντικές ευαισθησίες συμπίεζαν κάθε ιδέα στήριξης προς την μεταποίηση. Στην ΕΕ ο στόχος συμμετοχής της μεταποίησης βρίσκεται ήδη στο 20% του ΑΕΠ (με την διαμόρφωση, μάλιστα, και με την δημόσια στήριξη ολοκληρωμένης στρατηγικής, παράλληλα με εκείνην της μετάβασης στην ψηφιακή εποχή αλλά και στην «κυκλική οικονομία»...).
Σε εμάς, όπου επί χρόνια πολλά η ίδια αναφορά σε «βιομηχανική πολιτική» ήταν σχεδόν απαγορευμένη και είχε υποκατασταθεί - με επίνευση Βρυξελλών - από «οριζόντιες πολιτικές», όταν ξεκινούσε η κρίση, το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ βρισκόταν στο 9% (βέβαια... του τότε ΑΕΠ, που σήμερα έχει χαθεί κατά το 1/4). Στην συνέχεια προέκυψε υποχώρηση γύρω στο 8,5% - το κατώτατο, 8,1% ,παρατηρήθηκε το 2015 - ενώ το 2016/17 βρίσκεται πλέον στο 8,7%. Κατά καιρούς έχει ακουστεί ως στόχος της συμμετοχής της βιομηχανίας ένα 12% του ΑΕΠ έως το 2020, στόχος που μάλλον ήταν εξαρχής υπεραισιόδοξος• ενώ αναφερόταν και 15% σε μακρότερο, απροσδιόριστο για την ώρα ορίζοντα.
Άμα κανείς σταθεί - όπως είχε κάνει, διεξοδικά, η μελέτη του Ιουνίου 2017 - στο οικονομικό αποτύπωμα της συνεισφοράς της μεταποίησης στο σύνολο της οικονομίας, βρίσκει ότι ο πολλαπλασιαστής της σε μια σειρά από επίπεδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Έτσι, αν πάει κανείς απευθείας στο ΑΕΠ συναντά πολλαπλασιαστή 2,8 - που οδηγεί σε επίδραση επί του συνολικού ΑΕΠ 31%. Όσον αφορά την προστιθέμενη αξία, ο πολλαπλασιαστής είναι 2,7 αποδίδοντας 32% της συνολικής Π.Α. Σε επίπεδο απασχόλησης, πάλι, ο αντίστοιχος πολλαπλασιαστής είναι 3,5 – αποδίδοντας 30% του συνόλου της απασχόλησης: σε απόλυτα μεγέθη, αυτά είναι 1,2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας – 360 χιλιάδες σε άμεση, 459 χιλιάδες σε έμμεση και 429 χιλιάδες σε προκλητή απασχόληση. Παραδίπλα, στο καταγραφόμενο ως κοινωνικό προϊόν (δηλαδή σε μισθούς, φόρους, εισφορές, σχηματισμό παγίου κεφαλαίου), με πολλαπλασιαστή 3,0 η απόδοση της μεταποίησης είναι 27%. Τέλος, άμα στοχεύσει κανείς τις επενδύσεις, ο πολλαπλασιαστής σε επίπεδο σχηματισμού παγίου κεφαλαίου είναι 3,6 οπότε αποδίδει 26% του συνολικού αντίστοιχου μεγέθους στην Ελλάδα (μεγέθους που παραμένει επικίνδυνα λαβωμένο, ενώ όλοι συμφωνούν ότι «πρέπει» να φύγει μπροστά άμα είναι να υπάρξει ουσιαστική ανάπτυξη). Όταν μάλιστα οι εξαγωγές του κλάδου αυξάνουν με ρυθμό 5% τον χρόνο σ' όλο το διάστημα 2009-17 (στα τρόφιμα και τα βασικά μέταλλα, μάλιστα, η τελευταία τριετία έδωσε +26%), τότε ένα «ποντάρισμα» στην μεταποίηση φαίνεται περισσότερο παρά λογικό.
Μόνο που - όπως παρατηρούσε ο Μιχάλης Στασινόπουλος , ως «Ελληνική Παραγωγή» - θα 'πρεπε ο κλάδος «να αποτελέσει έμπρακτα, και όχι απλώς διακηρυκτικά, εθνική προτεραιότητα». Και, το κυριότερο , «να βρίσκει συνομιλητές»...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 21/12/2018. 

Ξανασυζητώντας Προϋπολογισμό

Με διαφορετικό τρόπο παρουσίασε φέτος το Οικονομικό Επιμελητήριο τις θέσεις του επί του Προϋπολογισμού 2019 - ενός προϋπολογισμού που, ανεξαρτήτως πολιτικών χρωματισμών, μηντιακών προσεγγίσεων κοκ, έχει μιαν μοναδικότητα. Το «απαιτούνται ακόμη πολλά να γίνουν στην χώρα, ώστε να βγει οριστικά από την κρίση», με άμεση προειδοποίηση να μην υπάρξουν «προεκλογικές παροχές, που οδηγήσουν τα μεγέθη του Προϋπολογισμού», του Προέδρου του ΟΕΕ Κώστα Κόλλια μπορεί να ακούγεται προβλεπτό. Όμως η κατάθεση των θέσεων του ΟΕΕ, και μάλιστα το άνοιγμα της συζήτησης από ανθρώπους που έχουν/είχαν άμεση εμπλοκή στην κυλιόμενη διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» - Φραγκίσκο Κουτεντάκη, Πάνο Τσακλόγλου - η από πιο ακαδημαϊκής προσέγγισης - Παναγιώτη Πετράκη, Διονύση Χιόνη, Ναπολέοντα Μαραβέγια - αποτελεί χρήσιμη συνεισφορά.
Άμα απομακρύνουμε τους πολιτικούς χαρακτηρισμούς, έχουμε τον πρώτο Προϋπολογισμό (μετά από 8 ή 9 χρόνια) χωρίς την μνημονιακή δεσμευτικότητα - πλήρη δεσμευτικότητα. Την ίδια στιγμή έχουμε έναν Προϋπολογισμό με μια σημαντική, προεγκατεστημένη δέσμευση/constraint, εκείνην του 3,5% πρωτογενούς πλεονάσματος σε ορίζοντα 2022 και 2,2% κατά μέσο όρο μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι. Τρίτον, ήδη βρίσκεται ο Ελληνικός Προϋπολογισμός «απελευθερωμένος» μεν από τα Μνημόνια και την Τροϊκανή πειθαρχία, πλην όμως υπαγόμενος στην γενική διαδικασία εξέτασης/έγκρισης που ισχύει για όλες τις χώρες ΕΕ (όμως, όταν καλείσαι να κάνεις την ίδια άσκηση με την παραπάνω δέσμευση, δυσκολεύεσαι πρόσθετα). Υπάρχει και η άλλη δέσμευση, εκείνη των μεσοπρόθεσμων πλαισίων - αλλ' ας μείνουμε έως εδώ.
Με όλα αυτά δεδομένα, ο Προϋπολογισμός 2019 προκύπτει ως «Προϋπολογισμός ευθύνης», και όχι - ελπίζει κανείς - ως μια (ακόμη) προσπάθεια «να βγουν τα νούμερα». Και βασικό του ζητούμενο θα είναι η πειστικότητα - πράγμα που, σε χρονιά κατ' ανάγκην προεκλογική, δεν είναι απλή υπόθεση.
Ο μεταβατικός , λοιπόν, αυτός προϋπολογισμός (κατά Παν. Πετράκη) τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «ευλόγησε» , όπως άλλωστε και την μη-περικοπή των συντάξεων που ενσωμάτωσε (μιλώντας μάλιστα για «πολύ θετικό ορίζοντα»), κουβαλάει μαζί του ερωτηματικά. Που ξεκινούν από το μέγεθος του δημοσίου τομέα (που θεωρείται σωστός/on par με των άλλων Κρατών μελών αλλά χωρίς αναφορά στην προβληματική παραγωγικότητά του), ενώ φθάνουν στο πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων ή πάλι στην σκιά που αφήνουν σταθερά πίσω τους οι δικαστικές αποφάσεις που επιδικάζουν αναδρομικά ή/και ανατρέπουν μνημονιακές περικοπές.
Για τον Δ. Χιόνη, όλη η συζήτηση για τα πρωτογενή πλεονάσματα, έτσι όπως γίνεται χωρίς να αγγίζεται η ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους (στο οποίο μπορεί να υπάρχουν παρεμβάσεις, όμως μόνο όσον αφορά την παρούσα αξία του, ακόμη και με τα πρόσφατα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης) παραμένει χωρίς αληθινό αντικείμενο. Έτσι, πέρα απο τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς για τις προβλέψεις και προβολές μεγεθών - με καίριες εκείνες που αφορούν την αναπτυξιακή δυναμική - υπάρχει η πραγματικότητα της ψυχρότητας με την οποία οι αγορές δείχνουν να αντιμετωπίζουν το Ελληνικό χαρτί (με το premium που ζητούν) και τούτο παρά τις διαβεβαιώσεις και του πρόσφατου Eurogroup για δέσμευση των «εταίρων» να στηρίξουν/εγγυηθούν μακροπρόθεσμα την βιωσιμότητα του χρέους.
Ο Φρ. Κουτεντάκης - συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή - επεσήμανε ότι ο Προϋπολογισμός είναι σκόπιμο να προσεγγίζεται και να αναλύεται ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής/policy και όχι ως πολιτικό εργαλείο/politics. Επέμεινε στην άποψη ότι, μετά από τις θυσίες των χρόνων που πέρασαν, «πλέουμε σε ασφαλή νερά», προσθέτοντας ότι κατάκτηση είναι και το ότι δεν αμφισβητούνται πλέον τα επίσημα δημοσιονομικά στοιχεία/έπαψε η δυσπιστία προς τα Greek statistics. Ο Φρ. Κουτεντάκης αντιπαρατέθηκε ευθέως στην άποψη ότι το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% δεν είναι «ρεαλιστικό και εφικτό», αλλά και με την συνεχή συζήτηση περί υπερφορολόγησης.
Ο Πάνος Τσακλόγλου – με την πείρα του ΣΟΕ – επέμεινε στην διαπίστωση ότι στην Ελληνική περίπτωση (αντίθετα π.χ. απ' εκείνην του Βελγίου) τα πρωτογενή πλεονάσματα «φεύγουν» από την οικονομία και δεν ανακυκλώνονται, καθώς το χρέος δεν διακρατείται στο εσωτερικό της όπως αλλού. Πάντως συμφώνησε ότι δεν είναι η ώρα για να ανοίξει μια η συζήτηση επαναδιαπραγμάτευσης. Διετύπωσε ιδιαίτερα έντονες επιφυλάξεις για τις αναπτυξιακές προοπτικές, με το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων – και μάλιστα με την συμπίεση του ΠΔΕ.
Τέλος, ο Ναπολέων Μαραβέγιας, κατέθεσε την εμπειρία των Ευρωπαϊκών λειτουργιών – και πολιτικών περιορισμών – στην περαιτέρω εξέλιξη της συζήτησης, ενώ επανέφερε το ζήτημα της υπερφορολόγησης υπό το πρίσμα των ανισοτήτων: 90% του φόρου φυσικών προσώπων προκύπτει από 19% των υποχρέων, 83% του φόρου νομικών προσώπων από μόλις 4,5% των επιχειρήσεων...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 14/12/2018.