Τετάρτη, 20 Νοέμβριος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Μετά την «ήπια προσαρμογή» στις τράπεζες

Όταν - ακριβώς πέντε μήνες πριν την κατολίσθηση της «Μαύρης Τετάρτης» 3ης Οκτωβρίου για τις τραπεζικές μετοχές στο (ούτως ή άλλως περιθωριοποιημένο) ΧΑΑ - είχαν ανακοινωθεί τα τελευταία stress tests των Ελληνικών τραπεζών, με όλες τους (υποτίθεται) να περνούν χωρίς πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας, και με τον δίδυμο επόπτη SSM και Τράπεζα της Ελλάδος καθησυχαστικό, στην στήλη αυτή είχαμε κρατήσει μιαν επιφύλαξη. Που ξεκινούσε από την υπόμνηση ότι η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση - η τρίτη κατά σειράν, του Νοεμβρίου 2015, που κυριολεκτικώς εξάχνωσε τους έως τότε μετόχους των τραπεζών συμπεριλαμβανομένων όσων είχαν «τολμήσει» να προσέλθουν το 2014 - καθώς άντλησε κάτω από 5 δις απο τα 25 που είχαν προβλεφθεί για στήριξη από το Eurogroup και, με μόλις άλλα 5 δις σε ιδιωτική διακινδύνευση, άφησε να περάσει ο έλεγχος των 4 συστημικών τραπεζών στα σημερινά σχήματα - δεν ήταν και τόσο βέβαιο ότι θα αποτελούσε το τέλος της περιπέτειας.
Διακριτικά, η στήλη επέμεινε σ' αυτήν την εκτίμηση. Γιατί; Πρώτον διότι η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών στην οποία όλοι όμνυαν, σταθερά, είχε το προβληματάκι να στηρίζεται εν πολλοίς στον αναβαλλόμενο φόρο - κάτι που είχε γίνει δεκτό από SSM/ΕΚΤ αλλά.. δεν είναι κεφάλαιο, είναι προσδοκία κερδοφορίας στο μέλλον. Δεύτερον διότι όλοι, αντιστοίχως, κατέγραφαν την σύμφωνα με τις δεσμεύσεις των διοικήσεων των Τραπεζών ικανοποιητική πρόοδο στις μειώσεις των NPLs/NPEs. Σημειωτέον ότι όλες οι νέες διοικήσεις είναι της εγκρίσεως αν μη της επιβολής του ΤΧΣ, δηλαδή της επινεύσεως του SSM.
Όμως... όπως και να το κάνουμε, άμα η συμπίεση του βουνού των «κόκκινων δανείων» προχωρούσε τώρα ακόμη πιο κοντά στον πυρήνα των προβληματικών δανείων, και τούτο τόσο με το «ξετίναγμα» των διοικήσεων μεγάλων εταιρειών στα επιχειρηματικά δάνεια όσο και με την προώθηση πλειστηριασμών και συμβιβασμών υπό πίεση στα ενυπόθηκα (τόσο στεγαστικά όσο και ως εγγυοδοσία σε εταιρίες), τότε θα προέκυπτε γνήσια πολιτικό πρόβλημα. Η στάση των διοικήσεων των τραπεζών για νέα εποχή «ήπιας προσαρμογής» είχε φθάσει ήδη πριν τα τελευταία stress tests στα όριά της: αν λοιπόν δεν επισπευδόταν τώρα η πώληση χαρτοφυλακίων σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης και/ή διεκδίκησης, θα προέκυπτε αδιέξοδο. Αν όμως αληθινά επισπευδόταν, πλην όμως η πώληση δανείων γινόταν με μεγάλο κούρεμα/discount, τότε το «κάψιμο» των κεφαλαίων των τραπεζών θα επιταχυνόταν. Αποτέλεσμα: παρόλες τις διαψεύσεις και τις καθησυχαστικές δηλώσεις, θα προέκυπτε νέο κεφαλαιακό κενό. Κι αυτό, με γνήσιες αυξήσεις κεφαλαίου, θα ξανατραυμάτιζε τους σημερινούς μετόχους.
Τώρα όμως, οι όποιες εκτιμήσεις και διαβεβαιώσεις ανήκουν στο παρελθόν. Διότι το ταρακούνημα της «Μαύρης Τετάρτης» υποχρέωσε σε... - σε τι, αλήθεια; Πρώτα-πρώτα να επισημανθεί η εκκωφαντική σιωπή (και απουσία από τις διάφορες συσκέψεις των πρώτων ημερών) της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και του Ευρωπαϊκού κυκλώματος ρύθμισης: ο SSM υπήρξε αναμενόμενα σιωπηλός. Όμως βαρύτερη η διάψευση του ESM ότι θα στήριζε (πώς; συμφωνώντας στην αποδέσμευση πόρων από το cash buffer των 25 δις, πόρων που είναι δεσμευμένοι για το χρέος και την εξυπηρέτησή του) «παρέμβαση προς όφελος των Ελληνικών τραπεζών», όταν αναδύθηκαν σενάρια για bad bank (αυτό αποκλείστηκε γρήγορα) ή για APS/σχήμα προστασίας ενεργητικού των τραπεζών με εγγύηση από δημόσιους πόρους αλλά διακινδύνευση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Όμως, ο δρόμος των αγορών - που γενικώς δείχνει να έχει επιλέξει η Κυβέρνηση για την διαχείριση του δημόσιου σκέλους/την διαχείριση του χρέους - γράφει ήδη επιπτώσεις στην ιδιωτική πλευρά των πραγμάτων. Εκεί βρίσκονται οι τράπεζες . (Εκεί βρίσκονται, π.χ. και τα μεγάλα εταιρικά σχήματα που ο έλεγχός τους θα αλλάζει χέρια άμα προχωρήσει σοβαρότερα, τώρα, το ξεκοκκίνισμα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων. Αυτά, και όχι οι υπερεπιβαρυμένες μαιζονέτες υπεραισιόδοξων/υπερδανεισμένων στελεχών και ελευθεροεπαγγελματιών, ειναι που μετράνε).
Μια πλευρά των επιπτώσεων υπήρξε ή ίδια η επίθεση/σορτάρισμα των τραπεζικών μετοχών. Σχετικά με την οποία είναι αποθαρρυντικό να βλέπει κανείς την επίσημη γραμμή καταδίκης «των κερδοσκόπων» - λες και οι κινήσεις στα Ελληνικά ομόλογα γίνονται ή αναμένεται να γίνουν από συνταξιοδοτικά Ταμεία!
Η άλλη όμως πλευρά είναι η συμπαράταξη με την πραγματική κυβερνητική άμυνα - με την επισήμανση δηλαδή ότι η κατάσταση των συστημικών τραπεζών βελτιώνεται, συν ότι κάποιας μορφής οργανωμένη στήριξη θα υπάρξει - ακόμη και του Bloomberg, από του οποίου δημοσίευμα ξεκίνησε η χιονοστιβάδα. Ή της Moody's, που προσήλθε κάπως ξεκούδουνα με σήμα credit positive για τις τράπεζες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 5/10/2018.

Γιατί η Κοινωνιολογία

Μια διαφορά (όχι η μόνη) μεταξύ κοινωνιολογίας και των άλλων κοινωνικών πειθαρχιών (όπως για παράδειγμα της οικονομικής επιστήμης) είναι ο ολιστικός προσανατολισμός. Η κοινωνιολογία προσπαθεί να εξετάσει πώς συνδέονται μεταξύ τους οι χώροι της οικονομίας, της πολιτικής, της κοινωνικής οργάνωσης και του πολιτισμού. Πώς δηλαδή οι ξέχωρες καταβολές, δυναμικές και αξίες του κάθε χώρου επιδρούν πάνω στους άλλους σχηματίζοντας ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο σύνολο ‒ σύνολο που πρέπει να ερευνηθεί και στο επίπεδο των θεσμών και σε αυτό των φορέων δράσης, αφού θεσμοί και φορείς δράσης αλληλοδιαμορφώνονται κατά διαλεκτικό τρόπο.
Κυρίως στις εξαιρετικά διαφοροποιημένες κοινωνίες της νεωτερικότητας, είναι σημαντικό οι μαθητές να μαθαίνουν πώς ο ρόλος που παίζουν στο σχολείο συνδέεται με αυτούς που παίζουν στον χώρο της οικογένειας, των εξοσχολικών συναναστροφών, της οικονομίας (π.χ. οικονομική κατάσταση των γονιών), της πολιτικής (συμμετοχή ή απάθεια προς τα πολιτικά δρώμενα) και του πολιτισμού. Μια συστηματική, σε βάθος ενασχόληση με τα παραπάνω δίνει στην/ον νέα/ο μια καλύτερη γνώση του εαυτού, του ποια/ποιος είναι, πού βρίσκεται σήμερα και πού μπορεί να πάει. Η κοινωνιολογία ασχολείται συστηματικά με τους ρόλους και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Εξετάζει πώς τα δρώντα υποκείμενα αντιμετωπίζουν τις αναπόφευκτες δυσκολίες και διλήμματα που δημιουργούν οι συχνά αντικρουόμενες απαιτήσεις διαφορετικών ρόλων.
Περνώντας τώρα στη μαθησιακή διαδικασία, ο ολιστικός και συγχρόνως συγκριτικός χαρακτήρας της κοινωνιολογικής ανάλυσης συμβάλλει σε έναν εναλλακτικό τρόπο μετάδοσης της γνώσης. Η κοινωνιολογική έμφαση στις διασυνδέσεις και στο ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις αναφορές σε γεγονότα, πρόσωπα και εξελίξεις (πολιτικές, κοινωνικοοικονομικές κ.λπ.) χωρίς να τις εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πλάισιο, βοηθάει τον δάσκαλο και τους μαθητές να αποφεύγουν μια βασική αδυναμία του σχολικού προγράμματος: την αποπλαισιοποίηση.
Για να δώσω μερικά παραδείγματα, στον χώρο της λογοτεχνίας δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τον Παπαδιαμάντη έξω από το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του. Όσο για την ιστορία, όταν η έμφαση δίνεται στις χρονολογίες, στα δραματικά γεγονότα και στα σημαίνοντα πρόσωπα χωρίς την ένταξή τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, οι γνώσεις είναι βαρετές και ξεχνιούνται γρήγορα. Το ίδιο ισχύει για τη διασύνδεση της γεωγραφίας με την κοινωνία και την ιστορία. Για να μπορέσει αυτό που μαθαίνει ο μαθητής να αποκτήσει νόημα θα πρέπει η κοινωνική διάσταση να είναι πάντα παρούσα. Μόνο έτσι θα μπορεί ο διδασκόμενος να εμβαθύνει, να θυμάται και να κατακτά αυτό που διδάσκεται. Αλλιώς η μάθηση επιδιώκεται μέσα από στείρα απομνημόνευση.
Βέβαια σήμερα, σε ό,τι αφορά την ιστορία και άλλα μαθήματα, τα πράγματα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο. Υπάρχει όμως ακόμα πολύς δρόμος για να ξεπεραστεί ο αποσπασματικός, μονοδιάστατος τρόπος διδασκαλίας. Αυτό φαίνεται καθαρά από τον φορμαλιστικό τρόπο που, στις τελευταίες τάξεις, οι μαθητές του λυκείου προετοιμάζονται πυρετωδώς για τις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εδώ, συχνά οι απαντήσεις στις ερωτήσεις βασίζονται λιγότερο στην κριτική σκέψη και περισσότερο στην αποστήθιση. Με δυο λόγια, η κυριαρχία της φόρμας πάνω στην ουσία δεν χαρακτηρίζει μόνο τη δημόσια γραφειοκρατία αλλά, σε μικρότερο βαθμό, χαρακτηρίζει και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ‒ δημόσια και ιδιωτική.
Τελειώνω τονίζοντας πως η εισαγωγή της κοινωνιολογίας χαρακτηρίζεται απο στοιχεία που αποθαρρύνουν τον φορμαλισμό και ενθαρρύνουν την κριτική σκέψη. Σωστά λοιπόν ο υπουργός παιδείας αποφάσισε να την εντάξει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/10/2018. 

Ποιος φοβάται την Κοινωνιολογία;

Η συζήτηση για την κοινωνιολογία δεν θα εξαντληθεί βέβαια σε τούτο το αφιέρωμα. Πολλά θέματα, που εκτείνονται από τα σχολικά βιβλία, τη διδασκαλία και τον τρόπο της ή και την εξέταση του μαθήματος, μέχρι τα ζητήματα του κλάδου στην εκπαίδευση, δεν κουβεντιάζονται εδώ. Αφορμή στάθηκε ο τρόπος που επιχειρήθηκε η απόρριψη της κοινωνιολογίας ως «περιττή και επικίνδυνη διαπαιδαγώγιση κομμουνίλας στους νέους μας». Εκτός από πολιτικά ανόητος, ήταν ολωσδιόλου εκτός κοινωνίας, αφού μιλάμε για τη μεγαλύτερη παράδοση σκέψης που σημάδεψε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και γονιμοποίησε το βάθος και το εύρος της επιστήμης από τη στιγμή που ο άνθρωπος και οι κοινωνίες του άρχισαν να γίνονται επίκεντρα του ενδιαφέροντος ‒ πράγμα που ισχυροποιήθηκε καθόλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανακόπηκε με την επικράτηση του ναζισμού και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να συνεχιστεί, κατόπιν, έως τις μέρες μας.
Πράγματι, ο Γάλλος φιλόσοφος Αύγουστος Κοντ ύστερα από πολυετή συνεργασία με τον θεωρητικό της επιστημονικής οργάνωσης της βιομηχανικής κοινωνίας, τον κόμη Σαιν Σιμόν, και χάρη στην επιρροή της φιλοσοφικοπολιτικής σκέψης του τελευταίου, έθεσε τα θεμέλια του θετικισμού και της κοινωνικής επιστήμης. Ο Ανρύ ντε Σαιν Σιμόν υποστήριζε ότι «δεν φτιάχνουν οι νόμοι την κοινωνία αλλά ότι η κοινωνία φτιάχνει τους νόμους» και, μαζί με τον Κοντ επιχείρησαν να υποτάξουν τους νόμους «κάτω από τα πόδια του λαού και όχι πάνω από το κεφάλι του». Η εποχή τους, ο 19ος αιώνας, ήταν ο αιώνας της επιστήμης και της ενοποιητικής της ορμής. Και παρά το γεγονός ότι, λίγο πριν, ο Βολταίρος μιλούσε για «αβύσσους υπερβολικά βαθιές για την ισχνή μας όραση», ο Σαιν Σιμόν ‒παράλληλα με τις ατυχείς προσπάθειές του να κατακτήσει την καρδιά της Μαντάμ ντε Σταέλ‒ έθετε για πρώτη φορά την ιδέα της οργάνωσης της κοινωνίας ως προϋπόθεσης μιας οιονεί διεθνούς διακυβέρνησης. Ήδη, το 1814 πρότεινε την ένωση «όλων των ευρωπαϊκών λαών σε μια ενιαία πολιτική οργάνωση». Πίστευε, όπως πολλοί σήμερα, ότι η ευρωπαϊκή ομοσπονδία θα ήταν το κλειδί για έναν κόσμο σταθερά προσηλωμένο στην ειρήνη, την αλληλεγγύη και την καλλιέργεια της αδελφικής αγάπης. Η νέα επιστήμη που καθιέρωσε ο Κοντ ως κορωνίδα «Κοινωνιολογία» προοριζόταν να παράσχει την εργαλειοθήκη για την ορθολογική διαχείριση της κοινωνικής αβύσσου. Σίγουρα ο Σαιν Σιμόν και ο Α. Κοντ, όπως και ο Μπένθαμ, ο Στιούρατ Μιλ, ο Μαρξ, ο Βέμπερ και ο Ντυρκέμ και πολλοί άλλοι, σήμερα θα ένοιωθαν άβολα στις Βρυξέλλες ή στα γραφεία του ΟΗΕ και στα λοιπά κέντρα του σύγχρονου διεθνισμού.
Έκτοτε, η κοινωνιολογία απέκτησε τους πιστούς της, τους δικούς της «ιερείς», τις σχολές της, τα δόγματά της, τις πειθαρχήσεις της. Και όλοι, οι θεράποντες της κοινωνικής σκέψης και εταίροι στην Αμερική και την Ευρώπη, όπως και οι θεμελιωτές, κάτι είπαν για την κοινωνία, κάτι κόμισαν και, όλοι τους, στα ίχνη των πρωτοπόρων, λειτούργησαν ως κοινωνικοί μεταρρυθμιστές. Ανοιξαν μυαλά, έδειξαν αυτό που πολλές φορές δεν φαίνεται, παρέθεσαν τις καλύτερες κοινωνικές ιδέες και πρότειναν τις καλύτερες κοινωνικές πρακτικές. Δημιούργησαν μονοπάτια στον ανθρώπινο νου, μίλησαν για την άμβλυνση του κοινωνικού πόνου. Συγκεκριμενοποίησαν αρχές και έννοιες (το κοινωνικό γεγονός, την ανομία, τη συλλογική συνείδηση, το νοήμα της ανθρώπινης δράσης, την αξιολογική ουδετερότητα, τους ιδεότυπους, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, φώτισαν τους ρόλους και τους κοινωνικούς θεσμούς, την κοινωνικοποίηση και τον έλεγχο, την εκπαίδευση και την ενσυναίσθηση, τις κοινωνικές συγκρούσεις, το εμπόρευμα ως φετίχ, τα μέσα και τους κοινωνικούς σκοπούς κ.ο.κ.), για να βρουν κάτι από το πλήθος των πεδίων και των διαφορετικών περιπτώσεων στο χώρο και τον χρόνο, να προτείνουν, να αρνηθούν, να διακρίνουν, να επιχειρηματολογίσουν, να διαλεχθούν κοινωνικά και πολιτικά∙ για να φθάσουν στο μεδούλι των πολιτισμών, της μικρής ομάδας, αλλά και στη μεγάλη εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας και της μετάβασής της από τη νεοτερικότητα στη μετανεοτερικότητα.
Και στην Ελλάδα; Όντως, έγινε κάτι αντίστοιχο με διακυμάνσεις καθόλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα: μελέτες, βιβλία, μεταφράσεις κ.λπ. Μετακενώθηκε ολόκληρος σχεδόν ο πλούτος της κοινωνικής σκέψης στη γλώσσα μας, στα πανεπιστημιακά τμήματα, τις σχολές, με τον κάματο και τη μέριμνα δεκάδων φωτισμένων δασκάλων. Πρόχειρα θα μνημονεύσω, για τη δική μας γενιά, τις μελέτες του Νίκου Μουζέλη, του Κων/νου Τσουκαλά, του Νίκου Πουλαντζά, του Κώστα Βεργόπουλου, της Άννας Φραγκουδάκη, της Λαμπίρη-Δημάκη, του Κώστα Τσαούση, του Βασίλη Φίλια. Πολλοί νεότεροι, είτε μέσω των τμημάτων τους είτε μέσω αυτοτελών εργασιών τους μίλησαν για πράγματα που αφορούν την Ελλάδα, την αυτογνωσία μας, τον εκσυγχρονισμό μας, τα κουσούρια μας. Ωστόσο, η μεγάλη παραγωγή μελετών, μεταφράσεων, ερευνών, αφιερωμάτων, περιοδικών, μεγάλων εκδοτικών σειρών κ.λπ. δεν κινήθηκε παράλληλα με την αξιοποίηση του πλούτου που δημιουργήθηκε γύρω μας ώριμος, ταξινομητικός και αυτοταξινομούμενος, που φωτίζει την κοινωνική αλλαγή, που την μελετά αλλά και την επινοεί. Πολλές φορές μετατοπίστηκε το κέντρο βάρους της εκπαίδευσης από την πολιτισμική ουσία της σε απλή πιστοποίηση ενός τίτλου. Το αποτέλεσμα, ήταν μια επιπλέον μήτρα στρεβλώσεων και ένδειας: το παράδοξο, οι κοινωνικοί σχεδιαστές και οι πολιτικοί, να μιλούν για την κοινωνία και να επιλέγουν τις δράσεις τους με πρωτοφανή άγνοια στοιχειωδών πραγμάτων της κοινωνίας τους.
Λοιπόν, ποιος φοβάται την κοινωνιολογία; Η απάντηση: όλοι όσοι σιτίζονται από τις κοινωνικές αγκυλώσεις∙ όλοι όσοι θέλουν τη νέα γενιά στο σκότος∙ όσοι θέλουν τα προνόμιά τους∙ όσοι δεν μπορούν και δεν θέλουν να διαγνώσουν και να αποδεχθούν την κοινωνική αλλαγή∙ όλοι οι οπαδοί της αρχής του Τομάσι ντι Λαμπεντούζα: «να τα αλλάξουμε όλα, αλλά χωρίς να αλλάξει τίποτα». Αυτό θέλουμε;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/10/2018. 

Μάχες οπισθοφυλακής, και οι τρεις προκλήσεις του μέλλοντος

Βυθισμένη στην αυτοαναφορικότητα της κομματικής αντιπαράθεσης, η χώρα βλέπει τα τρένα να περνούν. Στη δημόσια συζήτηση λύνουμε λογαριασμούς του Ψυχρού Πολέμου (Εμφύλιος, κομμουνισμός, Πινοσέτ), όταν δεν ανασύρουμε το έπος του Μακεδονικού. Ο ορίζοντας φτάνει, βία, μέχρι τις επόμενες εκλογές. Οποτε το μέλλον εισέρχεται στη συζήτηση είναι εσχατολογικά ή προσχηματικά. Σπάνια απαντάται το ερώτημα: πώς προετοιμαζόμαστε;
Πάρτε την κλιματική αλλαγή. Μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνα οι ημέρες με καύσωνα θα αυξηθούν κατά 10-15 ετησίως, και τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα είναι συχνότερα. Το κόστος ενέργειας θα αυξηθεί σημαντικά, οι δασικές πυρκαγιές θα γίνουν συχνότερες, παράκτιες περιοχές θα καλυφθούν από θάλασσα, όπως δείχνει πρόσφατη μελέτη της διαΝΕΟσις. Πώς προετοιμάζονται οι φορείς του κράτους; Πώς δρομολογούν την απεξάρτηση από τη χρήση ορυκτών καυσίμων στις επόμενες δεκαετίες; Πώς επεξεργάζονται σχέδια αντιμετώπισης επιπτώσεων σε κλάδους όπως η αγροτική παραγωγή και ο τουρισμός; Πώς θα διευκολύνουν την προσαρμογή της κτιριακής υποδομής; Πώς θα προσελκύσουν μελλοντικές επενδύσεις σε τομείς, όπως η επέκταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ανάπτυξη ψυχρών δομικών υλικών, η αναβάθμιση λιμανιών;
Δείτε μετά την πρόκληση της δημογραφικής γήρανσης. Εως το 2050 η μείωση του πληθυσμού υπολογίζεται να κυμανθεί μεταξύ 800.000 και 2,5 εκατομμυρίων ανθρώπων, με αντίστοιχη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού. Η τάση είναι τρομακτική για τη δυνατότητα της οικονομίας να διαφυλάξει ένα ελάχιστο ευημερίας, για την επιβίωση του κράτους πρόνοιας, για την εθνική ακεραιότητα. Θα αναμέναμε έναν εθνικό διάλογο πέραν των επικλήσεων στα αναπαραγωγικά ένστικτα του ελληνισμού.
Εκτός από το ισοζύγιο γεννήσεων – θανάτων στο δημογραφικό υπάρχει και το ισοζύγιο της μετανάστευσης. Ποιες πολιτικές θα ανακόψουν τη φυγή παραγωγικού δυναμικού ή θα διευκολύνουν τον επαναπατρισμό του; Και επειδή αυτές δεν θα έχουν θεαματικά αποτελέσματα, πρέπει η συζήτηση να στραφεί σε μια συστηματική, οργανωμένη σε πολλαπλά επίπεδα και σε βάθος χρόνου πολιτική μαζικής προσέλκυσης και ενσωμάτωσης ξένων μεταναστών που θα αποτελέσουν, αυτοί και τα παιδιά τους, Ελληνες πρώτης γενιάς. Η Αμερική το κάνει αιώνες τώρα – ο δυναμισμός της εθνικής ταυτότητας της επιτρέπει να είναι το απόλυτο χωνευτήρι. Η Γερμανία της Μέρκελ επιδίωξε το ίδιο με την ενσωμάτωση προσφύγων από τη Συρία – οι κοινωνικές της δομές τής επιτρέπουν να βάζει τον πήχυ της δυσκολίας ψηλά. Η Ελλάδα θα μπορούσε να προσελκύσει πληθυσμούς όμορους πολιτισμικά, γεωγραφικά, θρησκευτικά, που η ενσωμάτωσή τους θα είναι ευχερέστερη σε μια χώρα ανεπαρκών κοινωνικών θεσμών.
Τρίτη κορυφαία πρόκληση, η μακροπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας. Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας από το ’90 μέχρι την κρίση ήταν πολύ ικανοποιητικός. Ομως μετά την κρίση η οικονομία πέρασε σε ραγδαία αποεπένδυση και μείωση της απασχόλησης, που επηρεάζουν αρνητικά την παραγωγική δυνατότητα. Δεν είναι μόνο η αύξηση της απασχόλησης και η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων που πρέπει να προταχθούν. Είναι και οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν τη συνολική παραγωγικότητα, όπως οι δεκάδες δείκτες του World Economic Forum και της World Bank. Είναι η βελτίωση της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού. Οι απόφοιτοί μας είναι φορτωμένοι τυπικές γνώσεις και πτυχία, αλλά έχουν χαμηλές δεξιότητες (επικοινωνία, γλωσσομάθεια, προσαρμοστικότητα). Οι δεξιότητες του μέλλοντος απαιτούν αναπροσανατολισμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων και επέκταση της διά βίου εκπαίδευσης. Πρέπει να ξεπεράσουμε την κατάργηση των Λατινικών και να συζητάμε για γλώσσες υπολογιστών.
Η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην Ε.Ε. στην ψηφιοποίηση: συνδεσιμότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, χρήση Διαδικτύου, ενσωμάτωση ψηφιακής τεχνολογίας και ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Υστερούμε και στα πέντε, και η όποια πρόοδος είναι πολύ αργή, διευρύνοντας την ψηφιακή μας απόκλιση. Η ψηφιακή οικονομία επηρεάζει την αυριανή παραγωγή και απασχόληση. Ο συνδυασμός ψηφιοποίησης, μηχανημάτων που λειτουργούν με αλγόριθμους και τεχνητής νοημοσύνης σημαίνει ότι δυνητικά όλα τα είδη εργασίας μπορούν να αυτοματοποιηθούν. Διαδίκτυο των πραγμάτων, τρισδιάστατη εκτύπωση και εικονική πραγματικότητα αλλάζουν τη φύση επαγγελμάτων από την ιατρική μέχρι την αρχιτεκτονική. Ο συντονισμός ανάμεσα σε πλατφόρμες (από Amazon μέχρι Beat), η χρήση ψηφιακών δικτύων για τον συντονισμό οικονομικών συναλλαγών με αλγοριθμικό τρόπο αλλάζει τα δεδομένα.
Χωρίς τα αναγκαία άλματα, η Ελλάδα, η οποία 60 χρόνια πριν ήταν μια «αναπτυσσόμενη» οικονομία, 60 χρόνια αργότερα μπορεί να έχει καταλήξει μια νεόπτωχη χώρα. Οι καθοδικές πορείες δεν είναι ασυνήθεις. Η Αργεντινή που δεκαετίες τώρα παραδέρνει από τη μία κρίση στην άλλη με μια φτωχοποιημένη μεσαία τάξη, στις αρχές του 20ού είχε εισόδημα υψηλότερο από της Γαλλίας και της Γερμανίας. Αντίστροφα, ο μισθός στην Εσθονία, πρωτοπόρο του e-government, είναι σήμερα 1.320 ευρώ, έναντι 7,5 το 1991. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα εθνών που κέρδισαν το στοίχημα με το μέλλον και άλλων που έμειναν πίσω να σκιαμαχούν με το παρελθόν.
 
*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 30/9/2018.

Έξι συγκεκριμένα πεδία για βελτιώσεις στην υγεία

Τα τελευταία χρόνια, ταυτόχρονα με τις γνωστές παθογένειες του Συστήματος Υγείας, ζούμε κάποιες προσπάθειες βελτίωσης. Νομίζω όμως ότι είναι αποσπασματικές και όχι ενταγμένες σε συνολικό σχεδιασμό. Έχω τη γνώμη ότι οι αναγκαίες αλλαγές αφορούν έξι πεδία:

Πρώτο, άρση του πελατειακού – κομματικού χαρακτήρα του συστήματος. Είναι απόλυτη ανάγκη να επιβληθεί «πολιτική αχρωματοψία». Οι διοικητές των νοσοκομείων και των μεγάλων οργανισμών να επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια. Τα εποπτικά όργανα του υπουργείου Υγείας να γίνουν ανεξάρτητα από την κυβέρνηση και τα κόμματα. Το ίδιο ισχύει για τις προσλήψεις γιατρών στο ΕΣΥ.

Δεύτερο, άμεση συγχώνευση των νοσοκομειακών μονάδων με κριτήρια βελτίωσης του κλινικού έργου - όχι δημοσιονομικά. Είναι παράλογο να έχουμε χιλιάδες κλινικές σε σχεδόν 120 νοσοκομεία. Εξίσου παράλογο είναι να υπάρχουν 3 και 4 μικρά νοσοκομεία σ΄ ένα νομό, αλλά το 80% των περιστατικών να φεύγει και να πηγαίνει σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία άλλων περιοχών. Η συγχώνευση των νοσοκομειακών μονάδων είναι απαραίτητη όχι τόσο για δημοσιονομικούς, όσο για ιατρικούς λόγους. Θα εξασφαλίσει καλύτερη παροχή θεραπευτικού έργου, αποτελεσματικότερη εκπαίδευση γιατρών – νοσηλευτών και πολύ πιο ορθολογικές εφημερίες. Ας καθοριστεί επιτέλους ποια είναι η «ασφαλής εφημερία» (δηλαδή ποιες ειδικότητες είναι ανάγκη να εφημερεύουν) και ας πάψει η πολυδιάσπαση των Μονάδων Υγείας και των εφημεριών. Τα Κέντρα Υγείας και τα νοσοκομεία θα πρέπει να στηρίζονται στην ποιότητα, ενώ τώρα το σύστημα λειτουργεί σαν τροχονόμος της ποσότητας και της πολλαπλής διασποράς. Γενικότερα, θα έλεγα ότι πρέπει, το γρηγορότερο, να σχεδιαστεί ο «νοσοκομειακός χάρτης της χώρας» για τα ερχόμενα 20 χρόνια.

Τρίτο, συνολικότερη αλλαγή στο φάρμακο. Δεν αρκεί η παρέμβαση στις τιμές, αν δεν ελέγχεται η κατανάλωση. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση είναι σημαντική πρόοδος, όμως απουσιάζει ένα Κέντρο Ελέγχου, που θα δίνει οδηγίες στους γιατρούς και θα ομαδοποιεί τις συνταγές ανά φάρμακο, ασθένεια και γιατρό. Όσο αυτό δε γίνεται, τόσο συχνότερα ο εκάστοτε υπουργός Υγείας θα περιορίζεται να «τσιμπάει» κάθε εξάμηνο ένα γιατρό που εκτελεί υπερσυνταγογράφηση, και θα τον δίνει βορά στα πρωτοσέλιδα. Εξάλλου, η τιμολόγηση του φαρμάκου είναι σήμερα ασαφής στην πιστοποίησή της. Για τον καθορισμό της τιμής ενός φαρμάκου, θα μπορούσαν να ισχύσουν ως κριτήρια οι τιμές σε δύο βόρειες και δύο νότιες χώρες της ΕΕ, συν στάθμιση οικονομικών δεικτών στη Ελλάδα. Πρέπει επίσης να σχεδιαστεί προσεκτικά η βιομηχανική και ερευνητική πολιτική στον τομέα του φαρμάκου. Διαθέτουμε ακόμη και τώρα σημαντικά ποσά στο φάρμακο χωρίς να έχουμε σημαντική παραγωγή και έρευνα στη χώρα.

Τέταρτο, Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Εδώ, από τη πλήρη πολυδιάσπαση περάσαμε στον απόλυτο συγκεντρωτισμό: με τη μεταφορά του συνόλου των γιατρών του ΙΚΑ στο νέο οργανισμό (στις αρχές του 2011), ο ΕΟΠΥΥ έγινε ταυτόχρονα και χρηματοδότης και πάροχος υπηρεσιών. H Πρωτοβάθμια Υγεία καλείται ν΄ αντιμετωπίσει ένα πολύ σημαντικό νέο δεδομένο: ότι σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότεροι πολλοί ηλικιωμένοι ασθενείς, με πολλαπλά νοσήματα, σε σύγκριση με 30 χρόνια πριν. Επειδή λοιπόν πάρα πολλοί ασθενείς είναι δύσκολο να μετακινούνται, απαιτούνται πολλές μικρές ιατρικές «επιχειρήσεις» πολλαπλών ειδικοτήτων. Έτσι ο κάθε ηλικιωμένος ασθενής θα βρίσκει συγκεντρωμένες τις ειδικότητες που χρειάζεται, δε θα μετακινείται αενάως από τον Άννα στον Καϊάφα.

Πέμπτο, ανθρώπινο δυναμικό. Είναι ανάγκη ν΄ ανακοπεί ο υπερπληθωρισμός στις Σχολές Υγείας με μείωση των εισακτέων. Οι γιατροί του ΕΣΥ θα μπορούν ν΄ ασκούν ιδιωτική ιατρική μόνο εφόσον δίνουν εγγυημένα προτεραιότητα στο ΕΣΥ. Πχ. ένας χειρουργός θα χειρουργήσει ιδιωτικά έναν ασθενή του, μόνο αν έχει πρώτα χειρουργήσει ορισμένο αριθμό ασθενών στο ΕΣΥ.

Έκτο, σχέση δημόσιου – ιδιωτικού τομέα. Σήμερα δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός, ούτε συντονισμός δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο ενιαίου στρατηγικού – ρυθμιστικού πλαισίου για την Υγεία. Όλα ανεξαιρέτως τα νοσοκομεία, δημόσια και ιδιωτικά, πρέπει ν΄ αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια. Έχοντας τις ίδιες τιμές και παρέχοντας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες. Tο Δημόσιο παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, ως ρυθμιστής. Καθορίζει κανόνες επαρκούς λειτουργίας, μετράει την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, καθορίζει ενιαίο τιμολογιακό πλαίσιο και συνδέει την αμοιβή με την ποιότητα. Τέλος, στην περίπτωση οποιασδήποτε σύμβασης μεταξύ των δύο τομέων πρέπει να επικρατεί η διαφάνεια.

Τα παραπάνω αφορούν το οργανωτικό – κλινικό κομμάτι. Προφανώς μπορούν να υπάρξουν κι άλλες προτάσεις, που να είναι καλύτερες, στα ίδια ή και σε άλλα πεδία. Προϋποθέσεις για ουσιαστικές αλλαγές: ανάλυση των αναγκών του ελληνικού λαού και, συνεργασία με όσους εργαζόμενους πονάνε το σύστημα και είναι άμεμπτοι. Το βέβαιο είναι ότι θέλουμε σχέδιο αναδιάρθρωσης του ΕΣΥ, όχι μόνο δημοσιονομικό, αλλά διαρθρωτικό. Διαφορετικά, τα ίδια αίτια της δυσλειτουργίας του ΕΣΥ θα επισωρεύσουν, μελλοντικά, τα ίδια αποτελέσματα.

Δημόσιο ή ιδιωτικό σύστημα υγείας;

Το ερώτημα είναι ερεθιστικό, και το συζητάμε συχνά στις παρέες –μάλιστα πολλές φορές φορτισμένο και ιδεολογικά-, δεν είμαι όμως βέβαιος ότι νοηματοδοτούμε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο τις λέξεις.

Ας αρχίσω από δυο επιμέρους ερωτήματα. Πρώτο, ποιος πληρώνει για το Σύστημα Υγείας. Και δεύτερο, ποιος και πώς παρέχει τις υπηρεσίες του.

Αξιόπιστες έρευνες δείχνουν ότι το 1% των ασθενών αντιστοιχεί στο 30% του κόστους (από το οποίο το 10% αντιστοιχεί με τη σειρά του, στο 70% του κόστους), ενώ για το υπόλοιπο 90% ξοδεύεται μόνο το 30%. Κι αυτό γιατί οι «ακριβοί» ασθενείς είναι συνήθως μεγάλης ηλικίας και με πολλαπλά νοσήματα (διαβήτης, καρδιοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια κλπ), ενώ το κόστος τους προσαυξάνεται από την έλλειψη συντονισμού, που τους στέλνει συνεχώς από τον Άννα στον Καϊάφα.

Ως προς τη χρηματοδότηση, ένα σύστημα που θα απέκλειε το «ακριβό» 10% θα ήταν, φαινομενικά, «αποτελεσματικό». Αλλά τι θα γινόταν αυτό το 10%; Το ιδιωτικό σύστημα θα τους άφηνε στην τύχη τους, αυτό όμως θα ήταν αδιανόητο στο δημόσιο.

Τα συστήματα ιδιωτικής ασφάλισης συνδέουν το ύψος των εισφορών με την πιθανότητα της αρρώστιας. Οι ιδιωτικές εταιρίες ή δεν ασφαλίζουν καθόλου τους «επικίνδυνους» πελάτες (π.χ. διαβητικούς), ή τους ζητούν πολύ ψηλό ασφάλιστρα. Για το λόγο αυτό στη Γερμανία, για παράδειγμα, ένας στους πέντε ασφαλισμένους έχει τη δυνατότητα να μεταπηδήσει σε ιδιωτική ασφάλιση, παίρνοντας μαζί και τις εισφορές του, αλλά μόνο το 40% απ΄ αυτούς το κάνουν.

Η χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος εκτελείται είτε μέσω του προϋπολογισμού, είτε μέσω ασφαλιστικών ταμείων. Έτσι, το επίπεδο υγείας και το είδος των νοσημάτων αποσυνδέονται από την πληρωμή, η οποία αντιστοιχεί στο εισόδημα και μόνο. Τα συστήματα αυτά αναδιανέμουν χρηματοδοτικές εισφορές και φόρους: από υγιείς σε ασθενείς, από νέους σε ηλικιωμένους, από πλουσιότερους σε φτωχότερους. Και βεβαίως, δεν αποκλείουν «επικίνδυνους» ασθενείς. Από κοινωνική άποψη, υπερέχουν ως προς τα ιδιωτικά.

Άλλη παράμετρος είναι η αντιστοίχιση επαγγέλματος –ταμείου, που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές ανισότητες λόγω διαφορετικών πακέτων παροχών. Γι΄αυτό το λόγο, οι χώρες της Δ. Ευρώπης κατάργησαν τα ταμεία αυτά και δημιούργησαν δημόσια ταμεία ανταγωνιστικά μεταξύ τους, ώστε ο κάθε ασφαλιζόμενος να επιλέγει το επιθυμητό ταμείο ανεξάρτητα από το επάγγελμά του. Η επιλογή εξασφαλίζει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Στην Ελλάδα η χρηματοδότηση είναι μικτή: τo 60% των πόρων προέρχονται από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές και το 40% από άμεσες πληρωμές των ασθενών, ιδίως για πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας ή οδοντιατρική φροντίδα και δευτερευόντως για φάρμακα ή νοσοκομειακή περίθαλψη.

Εδώ όμως, ανταγωνισμός μεταξύ των ταμείων δεν υφίσταται. Από τα πάμπολλα επαγγελματικά ταμεία περάσαμε στον ΕΟΠΥΥ, που τον συναποτελούν ταμεία-συλλέκτες προκαθορισμένων και ανελαστικών εισφορών. Τα ταμεία και οι εισφορές θα μπορούσαν να καταργηθούν πλήρως, εφόσον, πρώτο, τα δισ. ευρώ των ασφαλιστικών εισφορών εξασφαλίζονταν από άλλους πόρους και, δεύτερο, υπήρχε δικαιότερη φορολόγηση. Αλλά η ουσιαστική αλλαγή του φορολογικού έχει παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Τώρα, όσον αφορά την παροχή, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, όταν υπάρχει ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο, τότε η συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τους ασθενείς. Ο στόχος είναι η εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν αυτές είναι δημόσιες ή ιδιωτικά παρεχόμενες.

Για να γίνει όμως αυτό, το Δημόσιο εκεί παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, ως ρυθμιστής. Καθορίζει κανόνες επαρκούς λειτουργίας, μετράει την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, καθορίζει ενιαίο τιμολογιακό πλαίσιο και συνδέει την αμοιβή με την ποιότητα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δυο γιατροί της ίδιας ειδικότητας που δουλεύουν στο Δημόσιο δεν παίρνουν την ίδια αμοιβή, αν έχουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα.

Παράλληλα εξασφαλίζεται ότι ο ιδιωτικός τομέας δε μεταφέρει «δύσκολες» περιπτώσεις ασθενών στο δημόσιο, ούτε προκαλεί μεγάλη τεχνητή ζήτηση και ότι συνολικά το σύστημα δεν παρέχει υπηρεσίες που δεν είναι αποτελεσματικές.

Αυτή η έννοια όμως του δημόσιου τομέα δεν ισχύει στην Ελλάδα. Στην παροχή των υπηρεσιών, τα δύο συστήματα, δημόσιο και ιδιωτικό, λειτουργούν παράλληλα, δεν είναι συνδεμένα. Δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός, ούτε συντονισμός δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο ενιαίου στρατηγικού – ρυθμιστικού πλαισίου για την Υγεία. Είμαστε πρώτοι στην Ευρώπη στη αναλογία φαρμακείων – πληθυσμού, πάντα στις πρώτες θέσεις σε γιατρούς, οδοντίατρους, μαγνητικές - αξονικές τομογραφίες, ενώ ταυτόχρονα είμαστε πρώτοι σε καισαρικές τομές, κατανάλωση αντιβιοτικών, υπέρβαρα παιδιά, δεύτεροι σε κάπνισμα - τροχαία, πολύ ψηλά σε κατανάλωση ποτών – ναρκωτικών και, παρά την πολύ ψηλή φαρμακευτική δαπάνη, πολύ χαμηλά στην παραγωγή φαρμάκων.

Για να απαντήσω στο ερώτημα του τίτλου, είναι σαφές ότι το δημόσιο σύστημα χρηματοδότησης υπερτερεί των ιδιωτικών συστημάτων, ενώ στην παροχή ένα μικτό σύστημα είναι καλύτερο, εφόσον εξασφαλιστεί υγιής ανταγωνισμός προς όφελος των ασθενών. Στη χώρα μας δεν υπάρχει τίποτα απ΄ αυτά.

Το ζητούμενο είναι ένα αληθινά δημόσιο Σύστημα Υγείας με εισαγωγή των στοιχείων της διαφάνειας και του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να γίνει καλύτερο γι΄ αυτόν που υποτίθεται ότι πρέπει πάντα να υπηρετεί: τον ασθενή.

Τέσσερις μύθοι γύρω από τη βιομηχανία

Ο ​​Ηρόδοτος ως πατέρας της Ιστορίας ήταν ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε τη λέξη «μύθος» με την έννοια της «απίθανης ιστορίας». Οι μύθοι ήταν και παραμένουν δημοφιλείς επειδή έχουν κάποια εκφραστική δύναμη, χωρίς να εμπεριέχουν διαλεκτικό συλλογισμό. Σε κάθε περίπτωση, αποτελούν μη ορθολογικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας.

Είναι κοινός τόπος ότι η αντίληψη σχετικά με τη βιομηχανία στη χώρα μας δεν είναι τέτοια που να υποστηρίζει αυτή τη μορφή του επιχειρείν. Πέραν των προβλημάτων ρυθμιστικού χαρακτήρα, υπάρχουν ριζωμένες αντιλήψεις που δεν ευνοούν την εμπέδωση της βιομηχανίας ως σημαντικού παράγοντα ανάπτυξης για τον τόπο μας. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν τον χαρακτήρα του μύθου μιας και βασίζονται σε εμφανώς ανορθολογικές ερμηνείες ή σε απλουστευτικές προσεγγίσεις του ζωτικού αυτού για την οικονομία μας κλάδου. Τέσσερις είναι οι βασικοί μύθοι που περιβάλλουν τη βιομηχανία στη χώρα μας.

Η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα

Πέραν του 8% του ΑΕΠ προέρχεται από τη μεταποίηση, η οποία άρχισε να εξελίσσεται στην Ελλάδα αμέσως μετά το τέλος της δεκαετίας του '40. Το υψηλότερο ποσοστό συμβολής της στο ΑΕΠ κατεγράφη στα τέλη της δεκαετίας του '80, ξεπερνώντας το 12%, όταν παράλληλα διαδοχικές παρεμβάσεις μείωσαν την ισχύ του εθνικού νομίσματος. Στην Ελλάδα παράγονται –μεταξύ άλλων– με αυξημένο ρυθμό ανάπτυξης εκλεκτά βαμβακονήματα, δομικά υλικά, ειδικά κράματα για τη ναυτιλία και την αυτοκινητοβιομηχανία, καλώδια υψηλής τάσεως για υποθαλάσσιες συνδέσεις, ειδικά επεξεργασμένα ορυκτά υψηλής αξίας, ρομποτικά συστήματα για αυτοματισμούς, μετασχηματιστές, εξαρτήματα συνδέσεων υδραυλικών δικτύων, πίνακες ασύρματων δικτύων, προϊόντα αμυντικών εφαρμογών και αντικεραυνικά συστήματα. Τα περισσότερα από τα ανωτέρω προϊόντα όταν δεν βασίζονται στην απλή μεταποίηση πρώτων υλών, που βρίσκονται στην Ελλάδα ή εισάγονται, εμπεριέχουν κατεργασία υψηλής προστιθέμενης αξίας που συνεισφέρει στην εθνική οικονομία, ενώ αξιοποιεί τεχνολογίες αιχμής και απασχολεί το πλέον καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Υπάρχουν συγκεκριμένοι κλάδοι όπως ο εξορυκτικός και ο μεταλλουργικός στους οποίους η χώρα μας πρωταγωνιστεί σε διεθνές επίπεδο ενώ υπήρξαν μέχρι πρόσφατα και κλάδοι όπως η κλωστοϋφαντουργία και η υποδηματοποιία που είχαν ιδιαίτερη διεθνή παρουσία. Η μεταποιητική δραστηριότητα συνεχίζει να υφίσταται στην Ελλάδα και μάλιστα κυρίως στηριζόμενη από τους Ελληνες επιχειρηματίες εν μέσω πολλαπλών κανονιστικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταβαλλόμενων συνθηκών που δεν ευνοούν την εν γένει ανάπτυξή της.

Η βιομηχανία εξαντλεί τους φυσικούς πόρους και μολύνει

Η αντίληψη αυτή αγνοεί πλήρως ότι οι φυσικοί πόροι αποτελούν μέρος του πλούτου κάθε κράτους και συνεπώς όχι μόνο ενδείκνυται αλλά και επιβάλλεται να υπάρχει η ορθολογική αξιοποίησή τους υπό βιώσιμες προοπτικές. Οι υδρογονάθρακες, τα ορυκτά, τα μεταλλεύματα, η ξυλεία όπως και το νερό αποτελούν φυσικούς πόρους η αξιοποίηση των οποίων είναι παράγοντας ευμάρειας των λαών. Η θέσπιση και η τήρηση κανονιστικών διατάξεων, που αποσκοπούν στην αποφυγή ανορθολογικής χρήσεως των πόρων και στη διατήρηση της περιβαλλοντικής ισορροπίας ως δημοσίου αγαθού, επαφίονται στη μέριμνα και την αποτελεσματικότητα των διοικητικών αρχών, οι οποίες στην Ελλάδα σε πολλές περιπτώσεις έχουν θέσει όρια μετρήσεων συγκεκριμένων δεικτών αυστηρότερα και από τα ευρωπαϊκά. Οι σύγχρονες επιχειρήσεις λειτουργούν με βάση συγκεκριμένα συστήματα διαχείρισης περιβάλλοντος, κάτι που πιστοποιείται με ISO 14001 και EMAS – που προσδιορίζει καλύτερα το περιβαλλοντικό ρίσκο. Στη χώρα μας, δε, υπάρχει σχετική μνεία στη νομοθεσία όπου η ύπαρξη ISO 14001 είναι κριτήριο ανανέωσης μιαw περιβαλλοντικής άδειας. Παράλληλα, οι δημόσιες αρχές έχουν την ευθύνη να απαιτούν τη λειτουργία όλων των επιχειρήσεων σύμφωνα με τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές (best practices), οι οποίες εξασφαλίζουν συνθήκες λειτουργίες συμβατές με τις εγγενείς απαιτήσεις. Η εγχώρια βιομηχανία, συγκεντρωμένη κατά κύριο λόγω σε άτυπες βιομηχανικές περιοχές, ζητεί επιτακτικά την ουσιαστική ανακήρυξή τους σε επίσημες βιομηχανικές ζώνες, κάτι που θα ελαχιστοποιήσει περαιτέρω την πιθανότητα περιβαλλοντικών εκτροπών που μπορούν να παρατηρηθούν εντός ενός άναρχου τοπίου. Πέραν των ρυθμιστικών διατάξεων, όμως, οι ίδιες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις επιθυμούν την αρμονική συνύπαρξη με τις τοπικές κοινωνίες εντός του πλαισίου εταιρικής κοινωνικής ευθύνης που διέπει τις περισσότερες εξ αυτών, μιας και κάθε διατάραξη της περιβαλλοντικής ισορροπίας εξαιτίας τους είναι απολύτως ανεπιθύμητη και θα έχει, επιπρόσθετα, καταστροφικά αποτελέσματα για τη φήμη τους. Το φαινόμενο του να γίνονται αντικείμενο αλόγιστης χρήσης αναντικατάστατοι φυσικοί πόροι αφορά κυρίως αγαθά υπό δημόσιο έλεγχο όπως το νερό.

Η βιομηχανία δεν συνάδει με σύγχρονες συνθήκες εργασίας

Το στερεότυπο πίσω από την αντίληψη αυτή βρίσκεται στις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης. Η μεταποίηση ως παραγωγική διαδικασία έχει αλλάξει πάρα πολύ έκτοτε και μέρος αυτής της αλλαγής οφείλεται στο νέο τεχνολογικό συσχετισμό που απαιτεί αυτοματοποίηση ιδιαίτερα μετά και την εισαγωγή της πληροφορικής ως τρίτο βιομηχανικό κύμα. Στην Ελλάδα οι περισσότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις, και σίγουρα όλες όσες έχουν διεθνή δραστηριότητα, ελέγχονται πέραν των διοικητικών αρχών και από τους ίδιους τους πελάτες τους οι οποίοι θέλουν να διασφαλίσουν μακροχρόνιες συνεργασίες με βιώσιμους προμηθευτές που ακολουθούν συγκεκριμένα πρότυπα λειτουργίας υγιεινής και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των δεικτών ατυχημάτων και της πρόληψής τους. Αρκετές επιχειρήσεις έχουν πιστοποιηθεί με OHSAS 18001, ενώ η τήρηση σύγχρονων συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας είναι πολλές φορές εσωτερικές απαιτήσεις των επιχειρήσεων και λόγω της φύσεως της δραστηριότητάς τους. Στην πραγματικότητα, η βιομηχανία απασχολεί ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινου δυναμικού διαφορετικών εκπαιδευτικών αφετηριών και γνωστικών δεξιοτήτων, ενώ παράλληλα αμείβει κατά μέσον όρο καλύτερα τους εργαζομένους της από κάθε άλλο σημαντικό κλάδο στην Ελλάδα και συνεισφέρει τις μεγαλύτερες ανά τομέα της οικονομίας εργοδοτικές εισφορές, αποτελώντας τον πλέον αξιόπιστο εργοδότη με συνεχή έμφαση στα θέματα ασφαλών συνθηκών εργασίας.

Η βιομηχανία είναι παρωχημένη

Η αντίληψη αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αντικειμενική παρατήρηση ότι οι ισχυρότερες οικονομικά χώρες του κόσμου (ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία και Γερμανία) είναι και αυτές με τη μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή. Παράλληλα, αντιπαρέρχεται τη στόχευση της Ε.Ε. ώστε η μεταποίηση να ανέλθει από το 15% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ στο 20% έως και το 2020. Επιπλέον, αγνοεί την αντικειμενική πραγματικότητα στη χώρα μας, όπου το 40% της φορολογίας νομικών προσώπων προέρχεται από τη μεταποίηση ενώ συμβάλλει καθοριστικά στην εμπέδωση της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης εντός του πλαισίου της κυκλικής οικονομίας. Οι υπηρεσίες έχουν μεν σημειώσει σημαντική αύξηση ως ποσοστό του ΑΕΠ σε όλο τον κόσμο μετά το τέλος της δεκαετίας του '40, βασίζονται όμως στη χρήση ή διακίνηση βιομηχανικών προϊόντων τα οποία γίνονται όλο και πιο σύνθετα, ενώ αξιοποιούν τις υπηρεσίες στο πλαίσιο ενός ενάρετου κύκλου ανατροφοδοτούμενης ανάπτυξης. Η βιομηχανία σήμερα συνεισφέρει στο 87% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της χώρας μας και δεδομένου ότι οι εξαγωγές είναι παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης, η περαιτέρω αύξηση της βιομηχανικής δραστηριότητας με εξωστρεφή χαρακτήρα διευκολύνει την επίτευξη των μακροοικονομικών επιδιώξεων. Η στόχευση για περαιτέρω ανάπτυξη της βιομηχανίας ως τομέα της εγχώριας οικονομίας εμπεριέχει, μεταξύ των άλλων, και εθνικές αναγκαιότητες συνδεόμενες με τη γεωστρατηγική θέση της χώρας, η οποία απαιτεί τη μεγαλύτερη δυνατή αυτονομία ή και αυτάρκεια ακόμη και στο πλαίσιο μιας αναπόφευκτα παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Οι μύθοι, ως ιδιόμορφα είδη απλουστευτικών σχημάτων, άρχισαν ιστορικά να υποχωρούν στο πλαίσιο της ανάπτυξη μιας διαλεκτικής ορθού λόγου. Η ιστορία της εγχώριας βιομηχανίας, αλλά πολύ περισσότερο το παρόν της και οι αναγκαιότητες του μέλλοντος απαιτούν να επαναπροσεγγιστεί ρεαλιστικά και ορθολογικά η σκοπιμότητα της ύπαρξης βιομηχανίας στον τόπο μας πέραν των μύθων και των στερεοτυπικών αντιλήψεων που τη συνοδεύουν.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 24/9/2018. 

Θέμα Τιμής. Η διαπραγματευτική αξία από θέση ηγεσίας

Παραθέτω αυτούσια τα λόγια του γνωστού δημοτικού τραγουδιού με τον τίτλο «Ένα καράβι από τη Χιό», το οποίο, στη συλλογή «Αρίων» του 1917 υπό Α. Ρεμαντά και Π.Δ.Ζαχαριά επιγράφεται, δηλώνοντας την αλήθεια που περιγράφει το ποιητικό κείμενο, «Η αξία του φιλιού»:

Ένα καράβι από τη Χιό έρχεται το γιαλό γιαλό
και έχει μέσα Χιώτισσες και του φιλιού μαστόρισσες.
Έχει μαστόροι Τηνιακοί, που μαστορεύουν το φιλί,
και λογαριάζουν την τιμή, πόσο πουλιέται το φιλί,
πόσο πουλιέται το φιλί στη δύση, στην ανατολή.
Στο μώλο τις αράξανε και τις εδιαμοιράσανε
κι εξετιμιώσαν το φιλί πασαμιανής με την τιμή.

- Γεια σας, μαστόροι, Τηνιακοί. Πόσο πουλάτε το φιλί;
Πόσο πουλάτε το φιλί στη δύση, στην ανατολή;

- Της παντρεμένης τέσσερα, της χήρας δεκατέσσερα
και το κλεμμένο στα κρυφά, από σαραντατέσσερα.
- Του μπυρισμένου κοριτσιού, χίλια φλουριά βενέτικα,
του κοριτσιού του λεύτερου, ένα φλουρί βενέτικο,
ένα φλουρί βενέτικο κι εκείνο κασαβέτικο.

Το κείμενο περιγράφει, με τρόπο αλληγορικό, μια οικονομική πράξη, στην οποία το υποκείμενο της διαπραγμάτευσης έχει εκτιμηθεί, από τους «Τηνιακούς μαστόρους» που γνωρίζουν πόσο «πουλιέται το φιλί», κατηγοριοποιείται και αναμένει το αποτέλεσμα της πώλησης-μεταβίβασής του, δεδομένου ότι βρίσκεται σε θέση υπήκοη, ήτοι ανάγκης, για διαφόρους λόγους, όπως αναφέρονται, που το έχουν φέρει σε δεινή ή – αν αναγνώσουμε διαφορετικά – στην επιθυμητή για το ίδιο θέση.

Η αλήθεια, παρότι εξαιρετικώς σκληρή, είναι ότι οι ίδιες ανταλλακτικές-συναλλακτικές πράξεις επαναλαμβάνονται σε κάθε εποχή. Μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε διαβάζοντας, κάθε φορά, τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: αυτού που αντιπροσωπεύει την τιμή και δίδεται ως αντάλλαγμα, τα χαρακτηριστικά του οποίου, όπως το υλικό κατασκευής, οι απεικονίσεις, το σχήμα, το βάρος αποτελούν την εικόνα του ήθους που επιδιώκεται να διακρίνει τη χρήση του χρήματος.

Η ιστορία των νομισμάτων, των συναλλαγών, της δημιουργίας και λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ήτοι των τραπεζών, αποτελεί πολύτιμο οδηγό για την αξία των διαπραγματεύσεων, που οδηγούν σε ευδόκιμη ανάπτυξη και πραγματική πρόοδο. Εκείνο που υπερισχύει πάντοτε σε κάθε πράξη, σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους της κοινωνίας, και το οποίο υμνεί το τραγούδι, και από τις δύο πλευρές, είναι το ήθος του προσώπου: για το αποτέλεσμα, ήτοι την αξία, δηλαδή την ποιότητα, τον πρώτο λόγο έχει ο μάστορας.

Κηφισιά, 24 Σεπτεμβρίου 2018


* μπυρισμένου: πυριφλεγούς, ευρισκομένου εν "ερωτική πυρά"
** κασαβέτικο: αυτό που δεν έχει αγοραστική αξία
*** Πηγή: "Από τον Πουνέντη" - Τραγούδια του Αιγαίου Πελάγους, συνέκδ. ΚΕΝΤΡΟ ΑΙΓΑΙΑΚΩΝ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΩΝ & ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ & ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αθήνα 2001

Ο προβληματισμένος Σίσυφος και ο Πίθος των Δαναΐδων

Τώρα που η Ελλάδα της μεταΜνημονιακής εποχής έχει περιέλθει με μεσοπρόθεσμη προοπτική στην μέριμνα των αγορών, των rating agencies και των αξιολογήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα (και των συμβούλων που οδηγούν – υποτίθεται με βάση μελέτες – τις προσεγγίσεις και τις αποφάσεις των διεθνών χαρτοφυλακίων), μας προκύπτει μια νέα φάση αφηγημάτων. Η κατάσταση έχει αρκετές αναλογίες με εκείνην με την οποία ο διεθνής Τύπος επιχειρούσε να προσεγγίσει την «Ελληνική περίπτωση» στο ξέσπασμά της, με τα βολικά στερεότυπα να διαδέχονται τις αρχαιοΕλληνικές αναφορές. Όσο βοήθησαν τα τότε στερεότυπα, τόσο ρηχά θα χρησιμεύσουν και οι τώρα αναγωγές!
Νωπή ακόμη η επιφυλακτικότητα της Moody's να καταθέσει την δική της αξιολόγηση/αναβάθμιση για την Ελληνική οικονομία. Έτσι, αξίζει να ανασυρθεί η προ καιρού (τέλη Αυγούστου) παραίνεση της ίδιας προς τους Έλληνες να προσέξουν μήπως «χάσουν την πρόοδο που έχουν πετύχει, σαν τον μυθικό Σίσυφο». Πού βρίσκεται η αναλογία; «[Ο Σίσυφος] ήταν υποχρεωμένος να ανεβάζει κάθε μέρα έναν βράχο στην πλαγιά ενός βουνού, αλλά κάθε βράδυ τον έβλεπε να κυλάει πάλι προς τα κάτω». Σωστή η αναπαραγωγή του μύθου του Σισύφου, αλλά πού βρίσκεται ο πυρήνας της αναλογίας; Η Moody's επισημαίνει/αναγνωρίζει ότι τα 8 χρόνια βαριάς λιτότητας και αποδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας «απερήμωσαν την Ελληνική οικονομία». Το συμπέρασμα του οίκου αξιολόγησης – δεν παρέλειψε να καταγράψει την δημοσιονομική εξυγίανση που έχει επιτευχθεί, αλλά και τα έξη συνεχή 3μηνα ανάπτυξης/ανάκαμψης – ήταν ότι η χώρα χρειάζεται να παλέψει για να κρατήσει την αξιοπιστία που κέρδισε, αλλά και η Κυβέρνηση «να τηρήσει τα συμφωνημένα με τους πιστωτές». Και να θυμηθεί ότι «εκλογές νωρίς το 2019 θα μπορούσαν να επιτείνουν την αβεβαιότητα». Στην ουσία, η καλή μας Moody's είχε προαναγγείλει τον δισταγμό της να προβεί σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας. (Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στο Λονδίνο, ο Αλέξης Τσίπρας με Γ. Χουλιαράκη και Δ. Λιάκο στην Νέα Υόρκη είδαν τις άκριες αυτής της διστακτικότητας – όχι της Moody's ειδικά, γενικότερα).
Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η συζήτηση για το πολύκροτο ζήτημα της περικοπής ή μη των συντάξεων από 1/1/2019 – έχει αναχθεί σε κομβικό στοιχείο της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης της Ελληνικής οικονομίας με πρωτοβουλία της σημερινής Κυβέρνησης, αλλά και με πλειοδοσία θέσεων από πλευράς Αξιωματικής και ελάσσονος Αντιπολίτευσης – παραπέμπει πάντως περισσότερο σε Πίθο των Δαναΐδων. Εδώ, την αναλογία οφείλουμε σε συντελεστή του συστήματος των Βρυξελλλών. Δείτε πώς: Εκεί που πήγαινε να επικρατήσει μια αίσθηση επιστροφής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή κανονικότητα, καθώς εφεξής οι συζητήσεις για τις επιλογές πολιτικής με (και) δημοσιονομικό περιεχόμενο δεν γίνονται στα πλαίσια «διαπραγμάτευσης» με την Τρόικα/τους Θεσμούς, αλλά με το σχήμα γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής/συζήτησης στο Eurogroup στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου (που λειτουργεί για την αξιολόγηση του Προϋπολογισμού όλων των χωρών-μελών της ΕΕ...), όχι απλώς υποχώρησαν οι αναφορές σε ρεαλιστική προσέγγιση από μέρους των Θεσμών, αλλά η ουσία παραπέμπεται στο Eurogroup του Δεκεμβρίου.
Θυμίζουμε ότι η κατάθεση Προσχεδίων Προϋπολογισμού γίνεται μέχρι 15 Οκτωβρίου. Μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου μεσολαβεί ένα ακόμη Eurogroup, εκείνο της 5ης Νοεμβρίου. Αλλά, βλέπετε, με το να φεύγει ο χρόνος αυξάνεται η πίεση στην Ελληνική πλευράς: στις 19-23 Δεκεμβρίου συνειδητοποιούν οι συνταξιούχοι τι θα λάβουν τον Ιανουάριο. Οπότε επαναφέρεται η πρακτική της «συζήτησης»/διαπραγμάτευσης υπό συνθήκες ήπιου εικονικού πνιγμού/waterboarding που διαδοχικές Ελληνικές Κυβερνήσεις γνώρισαν τα χρόνια των Μνημονίων...
Πάντως οι αναφορές στην βαθειά σοφία των αρχαίων μύθων, έχουν και τους κινδύνους τους. Καθώς σιγά-σιγά όλοι την Ευρώπη αναφέρονται με θετικά, ορισμένοι και με θαυμαστικά λόγια για την αντοχή που επέδειξαν οι Έλληνες (γιατί αυτών τα εισοδήματα σφαγιάσθηκαν, αυτών οι φόροι απογειώθηκαν, αυτοί τροφοδοτούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και υπερπλεονάσματα, αυτοί και κουβαλάνε μη-βιώσιμο ιδιωτικό χρέος στο οποίο μετετράπη μέσα από την ύφεση και το ξεπάτωμα των τραπεζών το δημόσιο χρέος, αυτών οι καταθέσεις λειτουργούν ως τελικό collateral τώρα που η αξία των ακινήτων έλιωσε...) χρειάζεται λίγη προσοχή. Ακόμη και με τον Μάριο Ντράγκι, π.χ., να αποσύρει την ΕΚΤ από την συζήτηση περί συντάξεων ή μεταρρυθμίσεων – και να επικεντρώνει στην μοίρα των τραπεζών.
Προσοχή μήπως η Ελλάδα/οι Έλληνες βρεθούν στον ρόλο του Ηρακλή. Ο οποίος μετά τον τελευταίο άθλο, τον φόνο του Κένταυρου Νέσσου, βρέθηκε να ενδύεται τον δηλητηριασμένο χιτώνα καταλήγοντας έτσι σε άσχημο τέλος. Μην αποδειχθεί η έξοδος από τα Μνημόνια, χιτώνας του Νέσσου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 28/9/2018. 

Τα όρια του κράτους και των πολιτικών

Μπορεί να παρεμβαίνει το κράτος και μέχρι που; Κλασικό ερώτημα από συστάσεως των κρατών-εθνών που πήρε διαστάσεις τις τελευταίες δεκαετίες με την κρίση του κράτους-πρόνοιας, την ανάδυση και την κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού. Οι λόγοι των αρχηγών των κομμάτων στην τελευταία έκθεση της Θεσσαλονίκης είναι μία ευκαιρία να ξαναθέσουμε το ερώτημα.
Τρεις αντιλήψεις- ιδεολογίες, καθόρισαν εν πολλοίς τις στάσεις απέναντι στο κράτος. Η πρώτη, η φιλελεύθερη, στέκεται εχθρικά στον κρατικό παρεμβατισμό, επιδιώκει να περιορίσει την κρατική ισχύ μέσω του ελέγχου από αντίρροπες εξουσίες, όπως η νομοθετική, η δικαστική ή «ανεξάρτητες αρχές». Ακόμη πιο αρνητική στο κράτος και την εξουσία είναι, αρχικά τουλάχιστον, η ριζοσπαστική ιδεολογία και οι μαρξιστές, οι οποίοι θεωρούν το κράτος ως το μηχανισμό επιβολής των συμφερόντων της άρχουσας τάξης. Έτσι, στη αταξική κοινωνία το κράτος νεκρώνεται.
Στον αντίποδα των δύο πρώτων ιδεολογιών είναι η συντηρητική. Στα πρώτα της βήματα πριμοδοτεί θεσμούς όπως η παράδοση και η οικογένεια. Με το χρόνο, όμως, το κράτος θωρείται, ιδιαίτερα στην ακροδεξιά, ως ο βασικός βραχίονας αποκάθαρσης της κοινωνίας από οτιδήποτε βλαβερό, από την ηθική τάξη μέχρι τους «ξένους» που μολύνουν το έθνος και τις παραδόσεις του.
Οι διαμάχες αυτές αμβλύνθηκαν δραστικά μετά την ηγεμονία της σοσιαλδημοκρατίας, από τη δεκαετία του 1930 ως αυτή του 1970. Το «κράτος-πρόνοιας», με οδηγό το σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο, μπήκε σε όλους τους τομείς, μετατράπηκε στον εργοδότη του ενός τετάρτου των εργαζομένων στις περισσότερες δυτικές χώρες και λειτούργησε ως μηχανισμός αναδιανομής και εξισορρόπησης των κοινωνικών ανισοτήτων. Η συνδυασμένη κριτική κυρίως από δεξιά (σε ζητήματα κυρίως αξιών), η οικονομική κρίση του 1973, και η κριτική για την προνομιακή θέση ορισμένων κρατικοδίαιτων ομάδων (η κριτική περί νεοκορπορατισμού) αποδυνάμωσαν το μοντέλο.
Το υποκατέστησαν δύο νέες ιδεολογίες, που έχουν κοινά αλλά δεν είναι ταυτόσημες: την τεχνοκρατική και τη νεοφιλελεύθερη. Βασική αρχή της πρώτης, οι ρίζες της ανέρχονται στον 19ο αιώνα, είναι ότι η λήψη των αποφάσεων προϋποθέτει τεχνογνωσία. Οι πολιτικοί-αιρετοί που δεν τη διαθέτουν δεν είναι σε θέση να αποφασίζουν για τους άλλους. Τυπική έκφραση της αντίληψης, που έχει μπολιάσει τις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίας, είναι οι λεγόμενες επιτροπές «σοφών» που γνωμοδοτούν, ουσιαστικά αποφασίζουν, για «τεχνικά» ζητήματα. Η αντίληψη αυτή δεν στρέφεται ενάντια στο κράτος, αλλά του αφαιρεί μέρος της ισχύος του καθώς εστιάζει σε δύο κομβικά ζητήματα: ποιος παίρνει τις αποφάσεις; ουσιαστικά ποιος κυβερνά;
Πολύ πιο ρηξικέλευθος σε επίπεδο λόγου είναι ο νεοφιλελευθερισμός. Αρχή του είναι ότι οι κοινωνίες συντίθεται από άτομα, απολύτως ελεύθερα να ελέγχουν το προϊόν της εργασίας τους ή την κληρονομημένη ιδιοκτησία τους, χωρίς το κράτος να έχει «δικαιώματα» ελέγχου-αναδιανομής της. Το κράτος στέκεται εμπόδιο στη δημιουργική τους διαδρομή. Αιτούμενο συνεπώς είναι η ακύρωση με κάθε τρόπο κάθε τι κρατικού (ή δημόσιου που εκλαμβάνεται ως ταυτόσημου).
Μέχρι που, όμως, φτάνει η απόσυρση του κράτους; Οι φιλελεύθεροι έκαναν λόγο για ελάχιστο κράτος. Οι νεοφιλελεύθεροι; Εδώ εντοπίζονται τα όρια της εν λόγω ιδεολογίας. Μία κοινωνία δεν είναι άτομα χωρίς δεσμούς μεταξύ τους και χωρίς συλλογικότητες. Οι νεοφιλελεύθεροι το γνωρίζουν καλά. Η απόσυρση του κράτους επέτρεψε τη γιγάντωση εταιριών που λειτουργούν ως οιονεί κοινωνίες και μικροκράτη. Ενδεικτικά, το ενεργητικό κεφάλαιο εταιρειών, όπως η apple, φτάνει το ΑΕΠ «μεσαίων» χωρών όπως η Ισπανία. Από την άλλη πλευρά, ο νεοφιλελευθερισμός, χωρίς να ταυτίζεται με αυτά, προέρχεται ή συνδέθηκε με συντηρητικά κινήματα «τη νέα δεξιά», που δίνουν έμφαση σε παραδοσιακούς δεσμούς και αξίες του τύπου ασφάλεια, πατρίς, θρησκεία, οικογένεια.
Έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε το διπλό λόγο των νεοφιλελεύθερων. Αντικρατικός στην οικονομία, βαθιά συντηρητικός, νεοσυντηρητικός σύμφωνα με τον J. Habermas, στο κοινωνικό πεδίο. Υπέρ του ατόμου στην οικονομία αλλά υπέρ αρχών όπως η παράδοση και η τάξη στην κοινωνία χωρίς την ανάλογη ευαισθησία για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Ενάντια στο κράτος στην οικονομία αλλά υπέρ του κράτους θεματοφύλακα των αξιών όπως ακριβώς οι συντηρητικοί στο παρελθόν. Εδώ έγκειται και μία μεγάλη διαφορά των νεοφιλελεύθερων από τους φιλελεύθερους που είχαν ενιαίο λόγο για όλα τα ζητήματα.
Οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να ξεφύγουν από αγκυλώσεις του παρελθόντος για να κατανοήσουν τα όρια τους κράτους. Θα πρόσθετα, ότι μέσα από νέες συμβολαιακού τύπου αντιλήψεις οφείλουν να επινοήσουν μορφές δράσης που προάγουν τη Δημοκρατία και συντελούν στην ευημερία των πολλών.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 24/9/2018.