Τετάρτη, 28 Οκτώβριος 2020

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Μετά το ομόλογο, τα αληθινά σύννεφα

Τελικά, η απόφαση της Κυβέρνησης/τα αντανακλαστικά του ΟΔΔΗΧ, να επιχειρήσει την έκδοση του 10ετους ομολόγου (με απόδοση θυμίζουμε, 3,90%) χωρίς να περιμείνει τις επόμενες εξελίξεις και δη το Eurogroup της 11ης Μαρτίου, αποδεικνύεται απόφαση σώφρων αν μη σοφή! Διότι και το σασπένς μέχρι την τελική απόφανση Euroworking Group/Eurogroup στο μέτωπο της αποδέσμευσης των κερδών από ANFAs/SMPs (και των step-up των δανείων ΔΝΤ) – το διαβόητο 1 δις που επιχειρήθηκε και από πλευράς ESM/Ρέγκλινγκ να λειτουργήσει με την δυσάρεστη λογική των «δόσεων» της εποχής των Μνημονίων... - κινδύνεψε να αποβεί τραυματιστικό. αλλά και οι μετά-την-Moody's εκθέσεις, όπως η Σαρακοστιανή/πρώτη μετα-Μνημονιακή του ΔΝΤ, ήταν προδιαγεγραμμένο ότι θα έφεραν δυσάρεστη γεύση. Αμφιβολίες για τα «κόκκινα δάνεια». επαναφορά της απαίτησης για μείωση του αφορολόγητου από 1/1/2020. ισχυρότερο καμπανάκι για τον δικαστικό ακτιβισμό στην διεκδίκηση των αναδρομικών ανά τον προστατευμένο δημόσιο τομέα.
Όμως ουσιαστικότερη θα ήταν και για το ομόλογο η επίπτωση από την υποχώρηση των εκτιμήσεων για την αναπτυξιακή μίνι-δυναμική της οικονομίας: εδώ το 1,9% (αντί του 2%) για το 2018, όπως καταγράφηκε από την ίδια την ΕΛΣΤΑΤ, προσλαμβάνει συμβολικό κυρίως χαρακτήρα. Όμως το γεγονός ότι αυτή η αποεπιτάχυνση ανάγεται στο τελευταίο τρίμηνο της περασμένης χρονιάς και μάλιστα ότι (όπως παρατηρούσε η Handelblatt, η οποία επ' εσχάτων «κοιτάζει» πολύ προσεκτικά τον Ευρωπαϊκό Νότο...) ο τερματισμός εννέα συνεχόμενων ανοδικών 3μήνων στην Ελλάδα συνδυάζεται με ανάλογο λαχάνιασμα της Ιταλίας, δημιουργεί σοβαρότερες σκέψεις.
Βέβαια, η θετική εκκίνηση της βιομηχανικής παραγωγής (+3,4% κατά ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιανουάριο – όμως το κάρο έσυρε η ανάκαμψη στην παραγωγή ηλεκτρισμού...) επιτρέπει παρ' ημίν ψυχραιμία . Στην ίδια φάση αναφέρθηκε σκόνταμα των εξαγωγών κατά -1,5% (αν και εδώ, χωρίς τα πετρελαιοειδή, θα είχαμε +5%). Άμα όμως θυμηθεί κανείς ότι η άνοδος σημειώθηκε κυρίως προς χώρες ΕΕ, πλην όμως χωρίς τα πετρελαιοειδή παρουσιάζει ήδη ελαφρά μείωση (από +2,6% πηγαίνει η καταγραφή πίσω στο -3,4%) και άμα – κυρίως! – διαβάσει ότι στην γερμανική οικονομία έχουμε συνεχείς (ήπιες μεν, αλλά) αναθεωρήσεις προς τα κάτω των στόχων για το ΑΕΠ και ότι ήδη γινόταν λόγος για -3% στα εκεί βιβλία παραγγελιών, τότε το «κράτα μικρό καλάθι» για την ευαίσθητη σε κραδασμούς Ελληνική οικονομία αποκτά πρόσθετο νόημα. Η Γερμανία, βλέπετε, αποτελεί «ατμομηχανή» για την συνολική Ευρωπαϊκή οικονομία – αλλά και βασικότατα για τις οικονομίες του Ευρωπαϊκού Νότου (και... για εμάς) - όχι μόνον όταν επιταχύνει, αλλά και όταν χάνει ταχύτητα. Όταν επιπλέον βλέπουμε την ίδια την ΕΚΤ να μιλάει για χαλάρωση της οικονομικής δραστηριότητας (από +1,7% για το 2019 στην Ευρωζώνη, είμαστε στο +1,1% πλέον), όταν ακούμε τον Μάριο Ντράγκι να επαναφέρει σε λογική στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας (καθώς «περνούμε περίοδο συνεχιζόμενης αδυναμίας και επίμονης αβεβαιότητας») αναγγέλλοντας διατήρηση των υπέρ-χαμηλών επιτοκίων αλλά και συνέχιση της αγοράς χρεογράφων, όταν ακόμη και ο ΟΟΣΑ βρίσκει το θάρρος να συστήσει στις Κεντρικές Τράπεζες να συνεχίσουν τα μέτρα στήριξης «ενόψει της αβεβαιότητας στην παγκόσμια οικονομία» (για την Ευρωζώνη ο Οργανισμός από +1,8% πρόβλεψη ανάπτυξης, πέρασε στο +1%) – όταν αυτός είναι ο ορίζοντας μπροστά, τότε η συζήτηση σ' εμάς χρειάζεται να φύγει από την λογική των Eurogroup και της μετα-Μνημονιακής παρακολούθησης και των δόσεων. Και να επικεντρωθεί στο «πώς το πάμε το καράβι», σε φάση που οι μεγάλοι την θεωρούν «συνεχιζόμενης αδυναμίας και επίμονης αβεβαιότητας».
Όσο λοιπόν η χώρα – και η οικονομία της, εντάξει; – θα μπαίνει σε ακόμη σαφέστερη προεκλογική τροχιά και όσο η έμφυτη στο Ελληνικό πολιτικό σύστημα ροπή σε πλειοδοσία ταξιμάτων θα επαληθεύεται (απόδοση αναδρομικών δικαστικών αποφάσεων; προστασία πρώτης κατοικίας;) , αυτά τα αληθινά σύννεφα θα ΄πρεπε να συγκεντρώνουν μεγαλύτερη προσοχή.
Έχουμε ήδη την προσεκτική προειδοποίηση για συγκράτηση των προσδοκιών από μέρους του συντονιστή του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή Φραγκίσκου Κουτεντάκη – που ίσως μερικοί θάπρεπε τώρα να αναγνωρίσουν πόσο τον αδίκησαν όταν ανελάμβανε διάδοχος του Π. Λιαργκόβα και τον κατήγγειλαν ως «φυτευτό του Μαξίμου»! - ότι μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Ότι «θα περάσουν χρόνια ώστε να αποκατασταθεί ευπρεπής ευημερία». Κυρίως όμως όταν τόνισε ότι η διαχείριση των ληξιπρόθεσμων του Δημοσίου, των κόκκινων δανείων αλλά και του (καταταλαιπωρημένου!) ανθρώπινου/εργατικού δυναμικού, είναι εκείνο που θα κρίνει το μέλλον. Συν... η «καταγραφή της άγνοιας» για την επίπτωση της αύξησης του κατώτατου μισθού, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις της κίνησης στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Πολύτιμα – αληθινά – λόγια.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/3/2019. 

Η κρίση στη Βενεζουέλα

Και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση αντέδρασαν και εξακολουθούν να αντιδρούν στην τραγική κατάσταση που κυριαρχεί στη Βενεζουέλα κατά λανθασμένο τρόπο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Δεν έκανε σοβαρή κριτική στην πολιτική του Μαδούρο, που χαρακτηρίζεται από άκρατο λαϊκισμό, κατάργηση της σχετικής αυτονομίας όλων των θεσμών, δημιουργία ψεύτικων εκλογικών αποτελεσμάτων και μη αποδοχή διεθνών παρατηρητών στην εκλογική διαδικασία κ.τ.λ. Με δυο λόγια, στον πολιτικό χώρο βλέπουμε την κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και την εγκατάσταση ενός αυταρχικού καθεστώτος. Οσο για τη μαδουρική οικονομική πολιτική, και εδώ παρατηρούμε μια κατασπατάληση του τεράστιου πετρελαϊκού πλούτου της χώρας, κατασπατάληση που οδήγησε στην εκτίναξη του πληθωρισμού στα ύψη. Πράγμα που έβλαψε όχι μόνο τη μεσαία τάξη αλλά, ακόμα περισσότερο, και τα λαϊκά στρώματα. Αυτού του είδους την καταστροφή η κυβέρνηση αποσιώπησε.

Η ΝΔ

Από την άλλη μεριά, η αξιωματική αντιπολίτευση και τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ ακολούθησαν πιστά τις ΗΠΑ και τις διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής που αποφάσισαν να επέμβουν άμεσα στις εσωτερικές εξελίξεις της εξαθλιωμένης Βενεζουέλας. Για «ανθρωπιστικούς» υποτίθεται λόγους. Βέβαια, οι ανθρωπιστικοί λόγοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν λιγότερο να κάνουν με τη βοήθεια των εξαθλιωμένων πολιτών και τη διάσωση της δημοκρατίας και περισσότερο με το πετρέλαιο. Στον εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας (κεντρικός αγοραστής του πετρελαίου της χώρας), ο Τραμπ προσπαθεί να ελέγξει όχι μόνο τον τρόπο διάθεσης, αλλά και την παραγωγή του ανεκτίμητου θησαυρού της Βενεζουέλας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως όχι μόνο αναγνωρίζει αλλά και χρηματοδοτεί μέσω διάφορων μηχανισμών την καμπάνια του Χουάν Γουαϊδό. Ετσι, σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στο συντηρητικό κανάλι Fox, ο πολεμοχαρής και στενός συνεργάτης του αμερικανού προέδρου Τζον Μπόλτον τόνισε πως η απομάκρυνση του Μαδούρο θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες. Επιπλέον, ο Ντόναλντ Τραμπ, ξεχνώντας την πρόθεσή του να πάψει να είναι ο «χωροφύλακας» της οικουμένης, προειδοποίησε τον Μαδούρο για την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης!

Με βάση τα παραπάνω, η προφανής ερώτηση είναι γιατί ο πρόεδρος Τραμπ διάλεξε τον Μαδούρο και όχι τους δεκάδες άλλους Μαδούρους στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και αλλού που έχουν επιβάλει καθεστώτα πολύ πιο βάρβαρα από αυτό του προέδρου της Βενεζουέλας. Οσο για τις ευρωπαϊκές χώρες, οι περισσότερες ακολούθησαν την αμερικανική πολιτική. Ευτυχώς στο επίπεδο της ΕΕ η ηγεσία ήταν πιο διστακτική. Κυρίως όταν η Γαλλία αλλά και η Ελλάδα, πολύ σωστά, έβαλαν βέτο στην παρέμβαση της ΕΕ στα εσωτερικά προβλήματα στης Βενεζουέλας. Φυσικά σε ό,τι αφορά το ελληνικό βέτο, σύσσωμη η αντιπολίτευση κατηγόρησε τον πρωθυπουργό που τόλμησε να εμποδίσει την παράνομη επέμβαση της ΕΕ στη Βενεζουέλα.

Δύο είναι για τη στιγμή οι πιο εποικοδομητικές προτάσεις για τη λύση της κρίσης στη Βενεζουέλα. Αυτή του Πάπα Φραγκίσκου που είναι διατεθειμένος να διαμεσολαβήσει αν όχι μόνο η αντιπολίτευση αλλά και η κυβέρνηση δεχθεί την πρότασή του. Η δεύτερη θετική πρόταση είναι η πρωτοβουλία της Ουρουγουάης και του Μεξικού, χώρες που δεν έχουν αναγνωρίσει τον Χουάν Γουαϊδό. Προτείνουν προσωπικότητες διεθνούς αποδοχής να διαμεσολαβήσουν χωρίς να θέσουν το προαπαιτούμενο νέων προεδρικών εκλογών όπως εισηγείται η ΕΕ.

Συμπέρασμα

Κανείς δεν νομιμοποιείται να επέμβει στα εσωτερικά της Βενεζουέλας κατά τον τρόπο που οι ΗΠΑ και πολλές άλλες χώρες προσπαθούν να το κάνουν. Μόνο η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση της Βενεζουέλας μπορούν και πρέπει να συμφωνήσουν σε μια λύση. Οι άλλες χώρες μπορούν μόνο να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια (ο Μαδούρο κάνει σοβαρό λάθος όταν απαγορεύει αυτού του είδους τη βοήθεια, κυρίως όταν προσφέρεται από οργανισμούς όπως ο Ερυθρός Σταυρός). Μπορούν επίσης να βοηθήσουν τις δύο παρατάξεις να βρουν μια λύση χώρες όπως η Ουρουγουάη και το Μεξικό που δεν έχουν αναγνωρίσει τις παράλογες απαιτήσεις του Γουαϊδό και δεν θέτουν καμία προϋπόθεση για την παροχή βοήθειας που επιθυμούν να προσφέρουν.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 26/2/2019. 

Καλήν ανάγνωση, πάλι

Για μια εποχή όπου «κανείς δεν διαβάζει» και όλα/όλοι κρίνονται - υποτίθεται - στις εντυπώσεις, τα επόμενα λίγα εικοσιτετράωρα θα έχουν πολύ υλικό προς ανάγνωση.
Δυο εκθέσεις στα πλαίσια της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης της Ελληνικής οικονομίας - μια από την Ευρ. Επιτροπή, μια από την μετα-Τρόικα - θα «σταθούν» δίπλα σε εκείνην της Moody's. Όμως ανάγνωση, διαφορετική βέβαια/πιο τεχνική, θα χρειαστεί και για το τελικό-τελικό κείμενο του νόμου που προχωρεί για αντικατάσταση του Νόμου Κατσέλη-Σταθάκη, δηλαδή για την εναπομένουσα προστασία της πρώτης κατοικίας. (Αντιθέτως, δεν θα υπάρξει κείμενο αλλά σειρά διαρροών για το πού/πώς θα καταλήξει η ομάδα εργασίας που συγκροτήθηκε με συμφωνία Τσακαλώτου-Στουρνάρα, να μελετήσει και συγκεράσει τις δυο εκδοχές διεξόδου από τα «άλλα» κόκκινα δάνεια – (του ΤΧΣ και της ΤτΕ, ΑPS και SPV για όσους λατρεύουν τα ακρωνύμια).
Όσο για το άλλο μεγάλο μέτωπο που έχει ανοίξει εδώ και καιρό - εκείνο των «120 δόσεων» (με αιχμή μάλιστα τις οφειλές προς ΕΦΚΑ – μέτωπο που συμπληρώνεται βέβαια με την προσδοκία κουρέματος προσαυξήσεων και προστίμων, αυτό συνεχώς φεύγει πίσω στον χρόνο. Οπότε εδώ η ανάγνωση αφορά κι αυτή περισσότερο τις κυλιόμενες διαρροές...
Όλα αυτά τα κείμενα θα διαβαστούν με βάση την προκατάληψη του καθενός. Αυτό, πλέον, έχει κυριαρχήσει σ' εκείνο που θεωρείται στην εποχή μας δημόσια συζήτηση! Θεωρούμε όμως ότι σκόπιμο είναι να καταγράψει κανείς τουλάχιστον μερικές προκαταρκτικές προσλαμβάνουσες. Πρώτη και μάλλον πιο σημαντική: στην φάση όπου βρισκόμαστε η βασική λογική είναι/θα είναι η μετάθεση του προβλήματος. «Μια ακόμη μετάθεση», θα πει κανείς - όμως ετούτη την φορά η επιλογή γίνεται ταυτόχρονα από την Ελληνική και από την Ευρωπαϊκή πλευρά. (Οι οίκοι αξιολόγησης απλώς παρακολουθούν, θα δούμε τώρα την Moody's. «Οι αγορές», με την απόδοση του 10ετούς εγκατεστημένη μετά το τέλος του Ιανουαρίου κάτω του 4% , ήδη κάτω του 3,8%, ενώ η πρόσφατη έκδοση έγινε με 3,5% του δε 5ετούς γύρω στο 3%, παρακολουθούν τους οίκους αξιολόγησης να... παρακολουθούν). Το πρόσθετο πέρασμα από την Αθήνα του γνώριμού μας Επιτρόπου Πιέρ Μοσκοβισί - αρμόδιος για τις Οικονομικές και Δημοσιονομικές Υποθέσεις/EcoFin, δηλαδή ο «συντάκτης» της μιας από τις εκθέσεις που προαναφέραμε - θα αναδείξει, στοιχηματίζουμε, αυτήν την διάσταση. Με έμφαση και στην ανάγκη τήρησης των συμφωνημένων στα δημοσιονομικά (εδώ η ανακίνηση θέματος πρωτογενούς πλεονάσματος κάτω τους 3,5%, μετά και την ανταλλαγή tweets Μητσοτάκη - Τσακαλώτου έχει ταρακουνήσει κάπως τα πράγματα...) αλλά και στο ζήτημα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (που όλοι γνωρίζουν και συνειδητοποιούν ότι «πάνε πίσω», αλλά συνεχώς επανέρχονται στο προσκήνιο για να σπρωχθούν πάλι πίσω).
Ένας άλλος γνώριμος της Ελλάδας από παλιά, ο Χοακίν Αλμούνια που τον είχαμε να μας παρακολουθεί αμίλητος στις φάσεις της εκτροχιασμού (έφυγε από την Επιτροπή το 2009) απ' εκεί που σήμερα δραστηριοποιείται ο κ. Μοσκοβισί, έχει τώρα για λογαριασμό του ESM τον ρόλο «ανεξάρτητου υψηλού επιπέδου εκτιμητή της πορείας των προγραμμάτων προσαρμογής της Ελλάδας». Στο (εύλογο) ερώτημα γιατί ο κ.Αλμούνια θα καταλάβει καλύτερα τώρα την Ελλάδα απ' ό,τι την προηγούμενη φορά, η απάντηση είναι ότι... επελέγη από το Eurogroup/Σεντένο και τον ESM/Ρέγκλινγκ. Άρα, αποτελεί σωστή επιλογή!
Επιστροφή όμως στην διάσταση της χρονικής μετάθεσης, της αναβολής. Βολεύει όλους. Ακριβέστερα: την χρειάζονται όλοι! Οι Ευρωπαίοι «εταίροι» δεν έχουν απλώς τις Ευρωεκλογές μπροστά τους (άντε τώρα να ανοίγεις θέμα Ελλάδας...), έχουν και τα εσωτερικά τους που μόλις δουν «ελληνικό ζήτημα» αναφλέγονται: Γερμανία με την σκιά Σώϋμπλε και τους Σοσιαλδημοκράτες να ξεκόβουν σιγά-σιγά από την Κυβέρνηση Συνασπισμού, Γαλλία με τα «Κίτρινα Γιλέκα» της, Ιταλία να μην θέλει «να γίνει Ελλάδα». Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν θα 'θελε να της φύγει η ευαίσθητη ισορροπία που πέτυχε. Η Αξιωματική Αντιπολίτευση γιατί ξέρει τι θα φορτωθεί άμα της λάχει η ευθύνη – είναι τόσο πιο ευχάριστο να υπόσχεσαι (σε χαμηλούς τόνους...) επαναδιαπραγμάτευση πλεονασμάτων και χαλάρωση.
Γι αυτό και η χρονική μετάθεση δεν θα γίνει/δεν γίνεται μόνον ευθέως – όπως π.χ. με τον Νόμο Κατσέλη-Σταθάκη που λήγει αύριο η ισχύς του, αλλά τι την έχουμε την αναδρομικότητα; Γίνεται και με τους ίδιους του ψηφιζόμενους μηχανισμούς: για μια χρονιά θα ισχύσει το νέο σύστημα ρύθμισης μέσω της «πλατφόρμας Κουρμούση» – η οποία άλλωστε δεν θα δίνει «λύση», θα δρομολογεί απλώς την εφαρμογή ενός αλγόριθμου. Δείτε σε μικροσκόπιο και τους όρους και προϋποθέσεις διαβάζοντας, όπως και για τις «120 δόσεις». Και θα διαπιστώσετε ότι όλα σπρώχνονται γι αργότερα.

*Δημοσιεύτηκε στην 'Ναυτεμπορική" στις 28/2/2019. 

Προφάσεις εν αμαρτίαις

Ποιος ευθύνεται για τις ακρότητες που παρά ταύτα συνόδευσαν την κρίση και στη χώρα μας; Ο ΣΥΡΙΖΑ που τις υποδαύλισε; Τα μνημόνια και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους που τις προκάλεσαν;
Τρία είναι τα συνήθη επιχειρήματα όσων εμμένουν στην ακραία αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ:

(1) Η ευθύνη του για την πόλωση της περιόδου 2011-15.
(2) Πως αποτελεί και σήμερα απειλή για τη δημοκρατία.
(3) Η δικαιολόγηση των εθνικιστικών εκτροπών της Ν.Δ.
Ο φίλος Περικλής Βαλλιάνος («Βήμα της Κυριακής» 10/2) χρησιμοποίησε και τα τρία αυτά επιχειρήματα, με αρκετό πάθος, στην αντίκρουση δικού μου άρθρου («Εφ.Συν.», 21/1). Ας τα δούμε αναλυτικότερα.

Η εκδίκηση για τους «γερμανοτσολιάδες»

Η κρίση προκάλεσε έντονη πολιτική πόλωση. Αυτό ήταν βέβαια αναπόφευκτο σε μια κοινωνία που υπέστη τέτοιας έντασης σοκ. Στη Γαλλία, με μια αύξηση στην τιμή των καυσίμων, κάηκε το Παρίσι. Αλλού, πολύ ηπιότερες κρίσεις γιγάντωσαν την ξενοφοβία και την Ακροδεξιά. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, ούτε αίμα χύθηκε ούτε τους πρόσφυγες κυνηγήσαμε ούτε βγήκαμε από τον ευρωπαϊκό δρόμο ούτε η Ακροδεξιά βρέθηκε στην κυβέρνηση ή ante portas.

Ποιος ευθύνεται για τις ακρότητες που παρά ταύτα συνόδευσαν την κρίση και στη χώρα μας; Ο ΣΥΡΙΖΑ που τις υποδαύλισε; Τα μνημόνια και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους που τις προκάλεσαν; Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ που χρεοκόπησαν τη χώρα; Είναι προφανές πως δεν θα συμφωνήσουμε. Ούτε μάλλον και στο πως η πόλωση λόγω των πολιτικών που εξαθλίωσαν έναν ολόκληρο λαό δεν είναι το ίδιο με την πόλωση που καλλιεργούν οι εθνικιστές για τη Μακεδονία.

Σημαίνει αυτό πως κάθε φορά που συζητάμε για το παρόν και το μέλλον θα πρέπει να ξαναγυρνάμε στο παρελθόν για να παρεμποδίσουμε τη συνεννόηση; Η συνέχιση αυτού του κλίματος ζημιώνει μόνο τον Τσίπρα ή τη χώρα;

Μην ξεχνάμε πως και η άλλη πλευρά έχει το αφήγημά της και εύκολα μπορεί να ντοπαριστεί. Να θυμηθεί τους «τεμπέληδες» Ελληνες της Μέρκελ και τους ντόπιους οπαδούς της, τα «ζήτω τα μνημόνια», τον εξευτελισμό του Κοινοβουλίου και της εθνικής κυριαρχίας, τον Καρατζαφέρη, τους πρωθυπουργούς που καλούσαν να βγάλουμε τα λεφτά μας έξω εν όψει Τσίπρα, το μαύρο της ΕΡΤ. Εύκολα μπορούμε να αντιδρούμε όταν μας ταυτίζουν με τους χρυσαυγίτες και τον κάθε ψεκασμένο για όλα όσα γίνονταν και λέγονταν τότε, ενώ τώρα θεωρούν πολύ φυσιολογικό να συγχρωτίζονται με τους φασίστες στο Μακεδονικό. Ομως αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά.

Χρειάζονται κάποιες συγγνώμες; Πιθανόν. Οχι πάντως μόνο από τη μία πλευρά. Και οι δηλώσεις «μεταμέλειας» που ζητά ο Π.Β. μόνο την άμβλυνση των παθών δεν υπηρετούν. Τέλος πάντων, οι πρώην «μνημονιακοί» δεν είναι επιζώντες ολοκαυτώματος και τα θύματα των μνημονίων υπέστησαν κατά κανόνα πολύ περισσότερα από αυτούς. Ας γυρίσουμε όμως σελίδα!

Κίνδυνος για τη δημοκρατία;

Ο Π.Β. θεωρεί πως «η βιαιότητα εκπορεύεται ακόμη αμείωτη» από την κυβέρνηση. Και αναφέρει σειρά αμαρτημάτων της, υπαρκτών και ανύπαρκτων.

Μα και πολλοί που στηρίζουμε την κυβέρνηση, επικρίνουμε ενέργειές της ή το ύφος ορισμένων στελεχών. Πιστεύει όμως κανείς ψύχραιμα πως αυτά συγκροτούν «εκτροπή»; Πως η κυβέρνηση «προσπαθεί να κλείσει στη φυλακή» την αντιπολίτευση; Πως κινδυνεύει η δημοκρατία επειδή «εξαγοράζει ψήφους με φιλοδωρήματα», δηλαδή επειδή ασκεί κοινωνική πολιτική προεκλογικά, όπως όλες οι κυβερνήσεις όλων των εποχών; Ή επειδή κάποιοι βουλευτές άλλαξαν στρατόπεδο (όπως και άλλοι προς την αντίθετη κατεύθυνση); Με άλλα λόγια, είναι δυνατό να υποστηρίζεται όχι πως υπάρχουν επιχειρήματα για να ασκηθεί κριτική, αλλά πως επιβάλλεται συμμαχία των «ευρωπαϊκών δυνάμεων» (υπό τη Ν.Δ.) για να σωθεί η δημοκρατία από τον ΣΥΡΙΖΑ;

Σήμερα, κύριος υπεύθυνος για την υποδαύλιση της ακραίας πόλωσης είναι καταφανώς η αντιπολίτευση. Το ομολογεί έμμεσα και η ίδια όταν παραπέμπει συνεχώς στο 2015 για να απαντήσει στις εναντίον της κατηγορίες. Προσπαθεί να αποκλείσει από το δημοκρατικό πλαίσιο το μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό κόμμα της χώρας, χρησιμοποιεί ή χειροκροτεί χαρακτηρισμούς για «προδότες», «απάτριδες» και «εθνομηδενιστές», δηλώνει πως «έχουμε πόλεμο» και άλλα πολλά.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι σταθερά φιλοευρωπαϊκή και συμπαρατάσσεται με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Αντιπαρατίθεται στην Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Τηρεί τις υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές. Ασκεί θαρραλέα ευρωπαϊκή πολιτική στα Βαλκάνια (Πρέσπες). Η οικονομική και κοινωνική της πολιτική, στο μέτρο που το επιτρέπουν οι μεταμνημονιακές υποχρεώσεις, είναι προοδευτική. Το έργο της στον τομέα των δικαιωμάτων επίσης.

Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα. Αυτήν βλέπουν και οι ξένοι. Ιδιαίτερα δε οι σοσιαλδημοκράτες δεν κατανοούν τη στάση της αντιπολίτευσης. Η άρνηση διαλόγου με αυτή την κυβέρνηση, και μάλιστα από μέρους δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές, ξεφεύγει από κάθε λογική.

Μακεδονικό και Ν.Δ.

«Καλώς ψηφίστηκε» η Συμφωνία των Πρεσπών, γράφει ο Π.Β., καθώς δεν μπορεί να διαγράψει τη δική του ιστορία στην πάλη κατά των «μακεδονομάχων». Ομως το γράφει μετά την ψήφιση, όχι όταν ακόμη παιζόταν η τύχη της συμφωνίας. Αλλά και τώρα, προσπαθεί να δικαιολογήσει τη στάση Μητσοτάκη που «ήταν μια εξαναγκασμένη αμυντική κίνηση».

Στόχος, λέει, του Τσίπρα δεν ήταν να λύσει το Μακεδονικό, αλλά να διασπάσει τη Ν.Δ. Δηλαδή, ο Τσίπρας δεν θα έπρεπε να προχωρήσει σε μια εθνικά και δημοκρατικά συμφέρουσα λύση, για να μη δημιουργήσει πρόβλημα στον Μητσοτάκη. Πιστεύει κανείς σοβαρά πως αν είχε καλέσει τον αρχηγό της Ν.Δ. πριν από τον Ιερώνυμο, θα προχωρούσαμε στη λύση με εθνική συναίνεση; Το πρόβλημα δεν ήταν η παράλειψη του Τσίπρα, αλλά ο διχασμός της Ν.Δ. (και ο πολιτικός εκφυλισμός του ΚΙΝ.ΑΛΛ.). Πρόβλημα είχε εξάλλου και ο Τσίπρας με τον Καμμένο. Αυτός όμως τον παραμέρισε, ενώ ο Μητσοτάκης τράβηξε όλο το κόμμα του στον εθνικισμό. Ας αφήσουμε λοιπόν τις υποκρισίες.

Είναι απαράδεκτο να ονομάζεις φασίστα όποιον διαφωνεί μαζί σου στο Μακεδονικό. Ομως άλλο τόσο απαράδεκτο είναι να σιωπάς μπροστά στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά και απέναντι σε όσους τα ανέχονται για τακτικούς ή άλλους λόγους.

Περί φιλελευθερισμού, Μητσοτάκη και Σημίτη

Δεν «εγκαλώ» όσους προσχώρησαν στον φιλελευθερισμό, όπως ισχυρίζεται ο Π.Β. Απλά επισήμανα πως η σημερινή Ν.Δ. είναι μάλλον σκληρή και εθνικιστική Δεξιά, και αυτό ίσως να αποτελεί πρόβλημα για έναν φιλελεύθερο. Και βέβαια με φιλελευθερισμό δεν εννοώ τον πολιτικό φιλελευθερισμό, τις αξίες του οποίου πράγματι έχει υιοθετήσει από καιρό η ανανεωτική Αριστερά. Εννοώ τον νεοφιλελευθερισμό που διαχωρίζει Δεξιά από Αριστερά απανταχού της Γης. Ο Π.Β. υπονοεί πως η ακύρωση αυτής της διαχωριστικής γραμμής και η μεταπήδηση από την ανανεωτική Αριστερά στη Ν.Δ. είναι ό,τι πιο φυσιολογικό. Προφανώς, διαφωνούμε.

Οι προσχωρούντες στη Ν.Δ., λέει ο Π.Β., μπαίνουν για να τη σπρώξουν στη σωστή κατεύθυνση, εν γνώσει πως σε ένα μεγάλο κόμμα υπάρχουν πάντα και «κακοί». Οπως εγώ, ο Μπίστης και άλλοι προσχωρήσαμε στο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, παρά την παρουσία εκεί των Τσοχατζόπουλου, Παπαθεμελή και άλλων. Ομως εμείς μπήκαμε κάποτε στο ΠΑΣΟΚ επειδή συμφωνούσαμε με τη γραμμή του προέδρου και της κυβέρνησής του (όπως και τώρα προσεγγίζουμε τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή συμφωνούμε στα βασικά). Συγκρίνει ο Π.Β. την πολιτική Σημίτη με τον Μητσοτάκη που στρέφει το κόμμα του στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά; Αν μπαίνουν για να ανατρέψουν αυτή τη γραμμή, καλή επιτυχία! Πολύ φοβάμαι όμως πως ο πραγματικός λόγος είναι απλούστατα το πάθος τους κατά του ΣΥΡΙΖΑ.

Η έξοδος από τα μνημόνια, η σύγκλιση του ΣΥΡΙΖΑ με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η Συμφωνία των Πρεσπών με τα όσα έδειξε και για τη Ν.Δ., το διαζύγιο με τον Καμμένο διαμορφώνουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό που θέτει σε σκληρή δοκιμασία τη γραμμή για «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλώ μάλλον που και σε ευρωπαϊκό επίπεδο επείγει η αντιμετώπιση της ανερχόμενης Ακροδεξιάς και της διολισθαίνουσας προς αυτήν νεοφιλελεύθερης Δεξιάς με τη συγκρότηση ενός πλατιού προοδευτικού πόλου. Επείγει οι Κεντροαριστεροί και στη χώρα μας να εγκαταλείψουν τις αντι-συριζαίικες εμμονές τους και να συμβάλουν σε μια τέτοια προσέγγιση, αν δεν θέλουν αυτοί μεν να εξαφανιστούν πολιτικά, αλλά και η χώρα να πάρει λάθος δρόμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 19/2/2019. 

ΣΥΡΙΖΑ: αντισυστημισμός ή σοσιαλδημοκρατία; Yes, please

Εδώ και καιρό τίθεται το ερώτημα εάν ο ΣΥΡΙΖΑ «σοσιαλδημοκρατικοποιείται» ή, αντίθετα, διατηρεί αμετάβλητο τον αντιμνημονιακό πυρήνα που τον έφερε ώς εδώ. Εάν η τροχιά από το κόμμα-αντηχείο της κοινωνικής διαμαρτυρίας του 2010 έως τη σημερινή προσπάθεια να σφυρηλατήσει ένα προφίλ υπεύθυνης δύναμης διακυβέρνησης τον ευθυγραμμίζει με τις συστημικές δυνάμεις της Ευρώπης ή είναι απλώς μια φενάκη για την αντισυστημική καρδιά του.

Στην πιο πρόσφατη αναβίωση του ερωτήματος το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ τάχθηκε στο πλευρό της «μπολιβαριανής» Βενεζουέλας, ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συντάχθηκε με την ευρωπαϊκή γραμμή πίεσης προς τον Μαδούρο προκειμένου να προχωρήσει σε εκλογές με όλες τις διεθνείς εγγυήσεις. Στο δίλημμα «αντισυστημισμός ή σοσιαλδημοκρατία;» ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά όπως ο Γκράουτσο Μαρξ στην ερώτηση «καφέ ή τσάι;»: Yes, please.

Η διαδρομή μοιάζει με την τρελή ρότα μεθυσμένου καραβιού· ωστόσο υπάρχει μια μέθοδος στην τρέλα. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2018 λίγο μοιάζει με τον ΣΥΡΙΖΑ του 2008 ή τον Συνασπισμό του 1998, θέτοντας εν αμφιβόλω τον κανόνα ότι τα (κεντρο-)αριστερά κόμματα επιδεικνύουν μικρότερη προσαρμοστικότητα από τα (κεντρο-)δεξιά.

Στη στροφή του 21ου αιώνα επανεπινοεί ριζικά τον εαυτό του. Ερχεται σε ρήξη με μια παράδοση συναινετικής παρά συγκρουσιακής πολιτικής που κρατούσε από το ΚΚΕ εσωτερικού. Με την «αριστερή στροφή», την επένδυση στον νεολαιίστικο κινηματισμό και το πείραμα του «ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών» σφυρηλατεί ένα αντισυστημικό προφίλ πλάι στο «θεσμικό» της δεκαετίας του 1990 –παίρνοντας λελογισμένα αλλά σταθερά αποστάσεις από βασικές πτυχές της κληρονομιάς του όπως ο ευρω-μεταρρυθμισμός.

Εάν όμως τα σπέρματα μιας νέας φυσιογνωμίας είναι ήδη παρόντα, θα χρειαστεί το σοκ της κρίσης που ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως και για άλλα κόμματα που εμφανίζονται χωρίς ρίζες ή μέσα από κινηματικές μήτρες (Podemos, Κίνημα 5 Αστέρων) ή άλλοτε υπερβαίνοντας παραδοσιακές πολιτικές ταυτότητες, όπως το En Marche του πρώην σοσιαλιστή Μακρόν. Αυτά τα «νέα» κόμματα-διεκδικητές (challenger parties) πλαγιοκοπούν τα εγκαθιδρυμένα κόμματα εγκαλώντας τα ότι έχουν απολέσει τους δεσμούς με την κοινωνία. Αποτελούν δείκτη της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, χαρακτηρίζονται από ιδεολογική ελαστικότητα που τους επιτρέπει να τέμνουν τις κυρίαρχες διαιρέσεις (Αριστερά-Δεξιά, συστημισμός-αντισυστημισμός, ευρωπαϊσμός-ευρωσκεπτικισμός) ή να επιβάλλουν νέες πλάι στις παλιές (παλιό-νέο).

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ένα τέτοιο «σύμπτωμα», προτείνοντας ένα νέο δεσμό πολιτικής εκπροσώπησης που οι αμφισημίες του συνάντησαν τις αντιφάσεις της εποχής. Πλαισίωσε τη διαίρεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο με μια κινηματική και πολωτική θέαση του πολιτικού αντιπαραθέτοντας τον «λαό» στις εθνικές/διεθνείς «ελίτ». Ρητορική λαϊκιστική που αναπτύχθηκε στη διασταύρωση του αριστερού (αντι-νεοφιλελεύθερου) ευρωσκεπτικισμού με την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, ανασύροντας ωστόσο ενίοτε ένα αμιγώς ευρωπαϊκό προφίλ (λ.χ. με τον Τσίπρα υποψήφιο για επικεφαλής της Κομισιόν το 2014)· βάζοντας πλάι στην κριτική του έμφυτου ελαττώματος της ευρωζώνης εθνοκεντρικές αιχμές όπως η «Ελλάδα αποικία χρέους» και «Καμιά θυσία για το ευρώ»· διατυπώνοντας μια «πολυπρισματική» εξωτερική πολιτική που αναζητά εναλλακτικές στη (φαντασιακή) προσέγγιση με τη Ρωσία ή τη Λατινική Αμερική.

Η αμφισημία αυτή φτάνει στο ζενίθ το 2015. Ωστόσο το μείγμα λαϊκισμού και πραγματισμού, εθνικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής κατεύθυνσης που προτείνει ανταποκρίνεται στα αντιστοίχως αμφίθυμα αισθήματα των Ελλήνων. Καταφέρνει έτσι να ενσωματώσει πολλαπλά «αόρατα ρήγματα» της ελληνικής κοινωνίας της κρίσης και να αποκτήσει ερείσματα στα αστικά κέντρα, στις νεότερες και πιο παραγωγικές ηλικίες, σε εκείνους που έθιξε περισσότερο η λιτότητα (outsiders). Την ίδια στιγμή αναρριχάται στην εξουσία σε συνεργασία με έναν άλλο αντισυστημικό παίκτη, αλλά ένοικο της (ακρο)δεξιάς πολυκατοικίας, στη βάση μιας ώσμωσης στον δημόσιο χώρο της κοινωνικής δυσφορίας.

Παρά το σοκ του 2015, η κυβέρνηση αποδείχτηκε η μακροβιότερη της περιόδου της κρίσης. Ο κινηματικός ΣΥΡΙΖΑ έδωσε τη θέση του σε ένα κόμμα-μηχανή διακυβέρνησης. Η αποδοχή του τρίτου Μνημονίου ως αναγκαίου κακού συνοδεύτηκε από μια προσπάθεια ανεύρεσης περιθωρίων ελευθερίας για άσκηση οικονομικής πολιτικής (π.χ. στην αγορά εργασίας), η ευρω-εθνική αμφιθυμία έδωσε τη θέση της στην αναγνώριση ότι η Ευρώπη είναι το πεδίο της πάλης. Ωστόσο ο πραγματισμός συνυπάρχει με τη συντήρηση μιας αντισυστημικής πόζας, όταν λ.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί μια φιλελεύθερη-δικαιωματική ατζέντα που τον διαφοροποιεί από τον συντηρητικό αντίπαλο αλλά και τον κυβερνητικό εταίρο, μαζί με τον οποίο όμως αναπαράγει πολλάκις μια ηθικολογική σκανδαλολογία.

Κομβικό σημείο υπήρξε η Συμφωνία των Πρεσπών, διά της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ ξαναπιάνει το νήμα της ιδεολογικής κληρονομιάς του αλλά διαρρηγνύει τους δεσμούς με τον αντιμνημονιακό «λαό», προσβλέποντας ωστόσο σε μακροπρόθεσμα οφέλη από την επαναφορά του κομματικού ανταγωνισμού στον άξονα Αριστερά-Δεξιά και αυτοτοποθετούμενος στρατηγικά στο κεντρο-αριστερό σκέλος του πολιτικού φάσματος.

Στον ευρωπαϊκό Νότο της κρίσης αναδύθηκε μια σύνθετη δομή πολιτικής σύγκρουσης (Ευρώπη, λιτότητα, παλιό/νέο). Ως τέκνο της ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να είναι βασικός πολιτικός παίκτης όσο θα μπορεί να διαχειρίζεται τις πολλαπλές διαιρέσεις προσαρμόζοντας την (αμφίσημη) ιδεολογική φυσιογνωμία του και κυρίως αποφεύγοντας να απαντήσει στο ερώτημα: καφέ ή τσάι;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 21/2/2019. 

Η οικονομική διάσταση της ασφάλειας

Αφορμή για τις σκέψεις αυτού του σημειώματος αποτελεί η διαπίστωση ότι στην – πρόσφατη ακόμη – Διάσκεψη για την Ασφάλεια στο Μόναχο, που σ' εμάς περισσότερο «διαβάστηκε» μέσα από το βραβείο Ewald von Kleist στους Τσίπρα-Ζάεφ ή έστω μέσα από την αντιπαράθεση ΗΠΑ-Γερμανίας/Πενς-Μέρκελ, ένα μεγάλο μέρος της αντιπαράθεσης (διότι περί αυτού επρόκειτο) αφιερώθηκε στις οικονομικές πτυχές της ασφάλειας.
Η Γερμανίδα Καγκελάριος, την οποία στα παραλειπόμενα της Διάσκεψης του Μονάχου η κόρη του Ντόναλντ Τραμπ Ιβάνκα (τον Αμερικανό Πρόεδρο αντιπροσώπευε επισήμως ο Αντιπρόεδρος Πενς, όμως όλοι περίμεναν να ακούσουν και την «προεδρική κόρη») φρόντισε να επαινέσει διεξοδικά, αναφερόμενη μέχρι και στην «απίστευτη αίσθηση του χιούμορ» της, αφιέρωσε σε περισσότερα σημεία την ανάλυσή της σε οικονομικές πτυχές. Επέλεξε έτσι να «επιτεθεί» ευθέως στην επικείμενη πρωτοβουλία Τραμπ να επιβαρύνει με τιμωρητικούς δασμούς την Ευρωπαϊκή (=Γερμανική) αυτοκινητοβιομηχανία με νομική βάση/πρόσχημα «λόγους ασφαλείας» των ΗΠΑ. Σημείωσε ότι πολλά αυτοκίνητα της BMW «κατασκευάζονται στην Νότια Καρολίνα, και πολλά απ' αυτά τα εξάγουν στην Κίνα». Για να διερωτηθεί «Γιατί είναι λιγότερο επικίνδυνα τα αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στην Ν.Καρολίνα απ' εκείνα που κατασκευάζονται στην Βαυαρία;» (πρωτεύουσά της το Μόναχο) και να δηλώσει σοκαρισμένη με την επίκληση της ασφάλειας που έχει επιλέξει ως βάση για τον νέο-προστατευτισμό των ΗΠΑ ο Πρόεδρος Τραμπ.
Η αναφορά της Μέρκελ σε ένα άλλο ζήτημα όπου ασφάλεια και οικονομία βρίσκονται σε πολύ πιο άμεση/εύλογη συσχέτιση: εκείνο της προμήθειας της Ευρώπης (=Γερμανίας) σε ενέργεια, με βάση την συζήτηση για τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream-2 της Gazprom, που μόλις πήρε το πράσινο φως Βρυξελλών να προχωρήσει. Εδώ, η αρχική τοποθέτηση ξεκίνησε από τον Αντιπρόεδρο Πενς , ο οποίος επανέφερε στο προσκήνιο την δυσχέρεια να γίνεται λόγος για πολυμερή συνεργασία με την Ρωσία να προσεγγίζεται (από Αμερικανικής πλευράς) ως συντελεστής εξάρτησης – ιδίως των Ευρωπαίων. Όμως η Μέρκελ σήκωσε ευθέως κι εδώ το γάντι, παραδεχόμενη ότι «δεν θέλω να εξαρτόμαστε μονομερώς από την Ρωσία» (γι αυτό και η Γερμανία δήλωνε ότι «έχουμε ήδη αποφασίσει να προμηθευόμαστε LNG από τις ΗΠΑ») , αλλά και θυμίζοντας ότι η χώρα της «και κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου προμηθευόταν φυσικό αέριο από την Σοβιετική Ένωση», οπότε «πραγματικά δεν κατανοώ γιατί σήμερα αυτό θεωρείται αναξιόπιστο». Η Μέρκελ επανέλαβε την θεμελιώδη Γερμανική θέση, ότι ένα μείγμα ενεργειακών πόρων – με πράσινη ενέργεια, δίπλα στο φυσικό αέριο από πλείονες πηγές – θα αντικαταστήσει την ρυπογόνο χρήση λιγνίτη, αλλά και την (μετά-την-Φουκουσίμα) απόσυρση από την πυρηνική ενέργεια.
Μπορεί η συζήτηση αυτή να φαίνεται αρκετά απομακρυσμένη από «τα δικά μας». Πλην όμως και η μοίρα του άλλοτε τόσο πολυσυζητημένου South Stream αν διασυνδεόταν στο Ευρωπαϊκό δίκτυο με τον ΕλληνοΙταλικό Poseidon κατά νουν (κάθε φορά που αναφέρεται στις συζητήσεις Ελλάδας-Ρωσίας αυτό το ενδεχόμενο, καθώς για Ρωσικό φυσικό αέριο ο λόγος, όλοι θεωρούν ότι πρόκειται για υπόθεση λήξασα λόγω Ευρωπαϊκών αντιρρήσεων...), αλλά και η μεγάλη εναλλακτική του East Med από παρόμοια θα περάσει άμα έρθει η ώρα της. Συνολικά η ενέργεια ως οικονομική συζήτηση έχει πλέον την τάση να προσεγγίζεται υπό το πρίσμα της ασφάλειας. Και όχι μόνον/όχι τόσο εκείνο που εννοούμε ως ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού – όλοι θυμόμαστε τι έγινε όταν η Ρωσία «πάγωσε» την παροχή φυσικού αερίου μέσω Ουκρανίας – αλλά την κυρίως συζήτηση περί ασφάλειας. Περί της παραδοσιακής ασφάλειας, πολέμου και ειρήνης, τέτοια πράγματα!
Καθώς όλη πλέον η συζήτηση για την Ανατολική Μεσόγειο, με την αναζήτηση ενεργειακών πόρων από τους majors του πετρελαϊκού κόσμου της Δύσης και με την αγριωπή διεκδικητικότητα της Τουρκίας, μπορεί να μην τέθηκε ανοιχτά στην Διάσκεψη του Μονάχου αλλά ήταν περισσότερο από παρούσα. Και όσο, σ' εμάς, θα αναζητείται τι ακριβώς απασχόλησε την συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν στο πρόσφατο ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία, αυτή η διάσταση δεν θα ήταν καλό να φεύγει από τον νου.
Άλλωστε στον «καθαρό» τομέα της ασφάλειας, δεν πέρασε απαρατήρητη η ευθεία απειλή Πενς κατά τη Τουρκίας για τους S-400 στο Μόναχο ότι «δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια ενώ ένας σύμμαχος του ΝΑΤΟ αγοράζει όπλα από τους αντιπάλους μας». Με την συμπλήρωση μάλιστα ότι «δεν μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια της Δύσης, όταν οι σύμμαχοί μας εξαρτώνται από την Ανατολή». (Λίγες ώρες αργότερα, γινόταν γνωστό το μπλοκάρισμα/αναβολή της παράδοσης των F-35 στην Τουρκία με απόφαση του Αμερικανικού Κογκρέσου).
Βαρύς βηματισμός.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/2/2019. 

Οι δικαστές και η Ιστορία

Οι δικαστές συχνά διασταυρώνονται με την Ιστορία. Μοιράζονται τη μεθοδολογία έρευνας, αλλά ο στόχος τους είναι διαφορετικός. Εκεί όπου ο δικαστής αναζητά ενόχους και αποδίδει ατομικές ευθύνες, ο ιστορικός αναζητά κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές αιτίες. Στην Ιστορία οι υποθέσεις δεν τελεσιδικούν, όπως στη Δικαιοσύνη, αλλά υπόκεινται σε συνεχή αναθεώρηση καθώς αλλάζουν τα ερωτήματα, η οπτική γωνία ή προκύπτουν νέα τεκμήρια. Εντούτοις, υπάρχουν κομβικές στιγμές που οι δικαστές παράγουν Ιστορία. Οι δίκες της Νυρεμβέργης, οι δίκες των δωσίλογων, οι δίκες της χούντας παρήγαγαν αποφάσεις-τομές που καθόρισαν τρόπους πρόσληψης του παρελθόντος και χάραξαν σαφείς γραμμές αποδοχής ή απόρριψής του. Οι δικαστές λειτούργησαν ως δημόσιοι ιστορικοί.

Υπάρχει όμως μια διευρυνόμενη τάση οι δικαστές να περιλαμβάνουν στη δικαιοδοσία τους τον έλεγχο ιστορικών μελετών. Πρόκειται για «μνημονικούς» νόμους που αφορούν ζητήματα όπως οι γενοκτονίες, αλλά επεκτείνονται και σε ζητήματα όπως αποικιοκρατία, ολοκληρωτισμός κ.λπ. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η δίωξη εναντίον του Γερμανού ιστορικού Χανς Ρίχτερ, για όσα είχε γράψει για την αντίσταση των Κρητικών στη γερμανική εισβολή. Πήγα μάρτυρας υπεράσπισής του, αν και απεχθάνομαι όσα υποστηρίζει, μόνο για λόγους αρχής. Δεν είναι αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης να κρίνει ιστορικές μελέτες, ακόμη και αν σφάλλουν. Υπάρχουν άλλες δικλίδες ελέγχου της αξιοπιστίας. Διαφορετικά εγκαθιδρύεται καθεστώς λογοκρισίας.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια άλλη υπόθεση που ο δικαστής έρχεται πάλι αντιμέτωπος με ζητήματα Ιστορίας. Πρόκειται για αγωγή απογόνων του στρατηγού Χρυσοχόου, μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας στη Θεσσαλονίκη. Ανώτατος αξιωματικός του στρατού, ακολούθησε τον Τσολάκογλου στη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση στη διοίκηση της Μακεδονίας και φρούραρχος της Θεσσαλονίκης.

Συνεργάστηκε με τις αρχές κατοχής, ακριβώς την εποχή που ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης στελνόταν στα ναζιστικά στρατόπεδα για να εξοντωθεί. Προσήλθε μάλιστα μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του Μέρτεν. Μετά την Κατοχή παραπέμφθηκε σε δικαστήριο δωσιλόγων, αλλά απαλλάχτηκε με βούλευμα, προβάλλοντας ως δικαιολογία της συνεργασίας του την αντίσταση στον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας, καθώς και την απόκρουση του κομμουνισμού.

Στην ατμόσφαιρα του εμφυλίου πολέμου δεν ήταν ο μόνος συνεργάτης των κατακτητών που εντάχθηκε στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Εγινε ακόμη και βουλευτής της ΕΡΕ. Στη δικτατορία, ο χουντικός δήμαρχος της πόλης τον τίμησε με κεντρική οδό στο όνομά του.

Πριν από δύο χρόνια, όμως, στο πλαίσιο ανασύνταξης της θεσμικής μνήμης της πόλης και ανάδειξης του Ολοκαυτώματος, ο δρόμος αυτός μετονομάστηκε. Αντιδρώντας, οι συγγενείς του κατέθεσαν αγωγή, για προσβολή της μνήμης του, εναντίον τριών πολιτών και δημοτικών συμβούλων που εισηγήθηκαν τη μετονομασία. Το μεν δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να μετονομαστεί η οδός, ώστε να μην τιμάται ένας δωσίλογος, οι δε συγγενείς ζητούν αποζημίωση, θεωρώντας τον πατριώτη.

Τι οφείλει να πράξει τώρα η Δικαιοσύνη; Είναι δουλειά της να αποφανθεί αν πρόκειται για προδότη ή πατριώτη; Να επαναλάβει τις μεταπολεμικές δίκες των δωσιλόγων; Η περίπτωση Χρυσοχόου αφορά την ιστορική έρευνα, η οποία σε όλες τις αποχρώσεις και εκδοχές της υποστηρίζει ότι πρόκειται για συνεργάτη των αρχών κατοχής με επαφές και με τους συμμάχους. Λίγοι ήταν όσοι συνεργάστηκαν με τους ναζί από ιδεολογική πεποίθηση και μόνο.

Οι περισσότεροι επικαλούνται τον ένα ή τον άλλο λόγο, από την ατομική τους επιβίωση έως την επιβίωση του αστικού καθεστώτος και την καταπολέμηση του κομμουνισμού, και μπροστά στην αβέβαιη έκβαση του πολέμου, πρόσφεραν εκδουλεύσεις και στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αντίστοιχες είναι άλλωστε οι διαβόητες περιπτώσεις Μορίς Παπόν και Πολ Τουβιέ στη Γαλλία. Συνεργάστηκαν με το κατοχικό καθεστώς και συνέχισαν σε υψηλόβαθμες θέσεις μεταπολεμικά.

Στην ιστορική έρευνα δεν καταδικάζουμε πρόσωπα. Εξηγούμε, διακρίνουμε αποχρώσεις, επισημαίνουμε αντιφάσεις και ετερογονίες. Είναι διαφορετική όμως η λογική της δημόσιας Ιστορίας. Ο δήμος, η πολιτεία ονοματοδοτεί οδούς και πλατείες, ανεγείρει μνημεία και καθιερώνει επετείους δημιουργώντας μια δημόσια αίσθηση Ιστορίας, παραδειγματίζοντας, προβάλλοντας τους άξιους της πόλης και της πατρίδας, τα αξιομνημόνευτα γεγονότα.

Είναι Ιστορία δεοντολογική που δημιουργεί πρότυπα πολιτειότητας. Σαφώς διακριτή από την Ιστορία των ιστορικών. Και οι δικαστές; Θα κρίνουν ως ιστορικοί ερευνητές; Θα αποφανθούν για τη δοσολογία δωσιλογισμού και πατριωτισμού στον Χρυσοχόου; Θα υποκαταστήσουν τις δημοτικές αρχές ορίζοντας τα πρότυπα αξιομνημόνευτου παραδειγματικού πολίτη;

Ο όρος «δωσίλογος» είναι ιστορικός, πολιτικός ή ανήκει στη δικαιοδοσία του Ποινικού Δικαίου; Αλλά, με βάση αυτόν, ο Δήμος Θεσσαλονίκης θεώρησε ότι ο Χρυσοχόου δεν δικαιούται οδωνύμιο. Πάντως, παρόμοια αγωγή (2016) που αφορούσε τον κατοχικό νομάρχη της Σύρου, εναντίον της Σέιλα Λεκέρ, συγγραφέα του βιβλίου «Το νησί του Μουσολίνι», απεσύρθη.

Τη σιωπή δεκαετιών για την εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών της Ελλάδας από τους ναζί τη διαδέχτηκαν τα τελευταία χρόνια, και σωστά, εκδηλώσεις αναγνώρισης, ανάμεσά τους και η μετονομασία δρόμων. Πρόκειται για οφειλή στα θύματα και αποκατάσταση της δημόσιας μνήμης της πόλης. Είναι αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης να κρίνει επί της ουσίας την απόφαση και την εισήγηση με την οποία ελήφθη;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/2/2019. 

Αντανακλαστικά παρελθόντος

Είναι παράξενο να το βλέπει κανείς, όμως λίγο-πολύ όλοι όσοι εμπλέκονται με ρόλους στην δημόσια συζήτηση οσάκις προκύπτουν ζητήματα με την μεταΜνημονιακή παρακολούθηση της Ελληνικής οικονομίας συνεχίζουν να λειτουργούν με αντανακλαστικά παρελθόντος. Να το πούμε αλλιώς: δεν συνειδητοποιούν/δεν δέχονται ότι βρισκόμαστε σε μεταΤροϊκανή φάση, όπου η παλιά κατάσταση πραγμάτων με τις αξιολογήσεις και την σύνδεσή τους – μέσω προαπαιτούμενων – με δόσεις της χρηματοδοτικής βοήθειας των 3 διαδοχικών Μνημονίων είχε γίνει αναπόσπαστο μέρος των πολιτικών.
Ήδη φάνηκε αυτό με την θέση που επέλεξε να υποστηρίξει μετά τις ενημερώσεις σε επίπεδο EuroWorking Group – στο Eurogroup του Φεβρουαρίου «δεν είχε Ελλάδα» , μας το εξήγησαν σε κάθε τόνο: όμως κάθε Eurogroup έχει και παρασκήνιο και διαρροές – ο γνώριμός μας Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM («ο άνθρωπος που κουβαλάει στο δισάκι του το χρέος της Ελλάδας»): έκρινε αναγκαίο να αναφερθεί στην διακινδύνευση της πρώτης δόσης από την επιστροφή κερδών ΕΚΤ/Κεντρικών Τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα, SMPs/ANFAs. Eδώ, δυο παρατηρήσεις: η πρώτη δόση – είχαμε μάθει ότι θα υπάρχουν 6μηνιαίες εκταμιεύσεις, των 600 περίπου εκατομμυρίων – επρόκειτο να είχε εκταμιευθεί μετά την πρώτη έκθεση της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης, τέλη του 2018, όμως τότε κρίθηκε προτιμότερο (καθώς έμεναν ουρές) να πάει για μετά την δεύτερη έκθεση, της 27ης Φεβρουαρίου. Επίσης, το θέμα δεν είναι τόσο η έκθεση της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης per se, που θα ξεκλειδώσει την απόδοση της δόσης, αλλά η ανάγκη να ψηφισθεί σε Κοινοβούλια όπως το Ολλανδικό και το Γερμανικό (ξανανοίγοντας, παραμονές Ευρωεκλογών και εκεί, την συζήτηση περί Ελλάδας...). Το παράξενο είναι ότι, ίσως για να ανεβάσει την αίσθηση σασπένς, εκεί που γνωρίζαμε για δόση 600-620-640 εκατομμυρίων, κάποια στιγμή ακούγονταν και 750, ο καλός εκείνος Ρέγκλινγκ ανέβασε τον πήχη στο 1 δις ευρώ. Που επαναφέρει παλιές πρακτικές δόσεων και υπο-δόσεων, θυμάστε;
Αυτό το αντανακλαστικό παρελθόντος «έκρυψε» την ουσία της αναμενόμενης δεύτερης έκθεσης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης: που είναι η γενική πορεία της Ελλάδας/της Ελληνικής οικονομίας, συν τα 16 προαπαιτούμενα που κατά τραυματιστικό για την διαδικασία παρακολούθησης τρόπο έχουν προβλεφθεί (και η Ελλάδα τα έχει αποδεχθεί). Ο Ρέγκλινγκ επέμεινε στα «μερικά ακόμη ανοιχτά θέματα», πλην όλοι γνωρίζουν ότι η υπόθεση των «κόκκινων δανείων» είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο. Και αυτό είναι ζήτημα Φρανκφούρτης, ΕΚΤ/SSM και Βρυξελλών/DGComp... Μσοκοβισί και Σεντένο παρέμειναν εν τω μεταξύ σε διακριτική σιωπή.
Εκείνο πάντως που ήρθε ως επισήμανση, για τα κόκκινα δάνεια – όχι δε απλώς ως αντικατάσταση του Νόμου Κατσέλη, που ήδη εκπνέει η δίμηνη παράταση του βίου του, αλλά ως «συνεκτική, πειστική λύση»/coherent credible solution για το αύριο των Ελληνικών τραπεζών - ήταν η αποθάρρυνση του να επιδιωχθεί μια ακόμη παράταση.
Και αυτό μας φέρνει στην Ελληνική πλευρά της επανεγκατάστασης σε αντανακλαστικά παρελθόντος. Όλη η διαχείριση της απασφαλισμένης βόμβας των κόκκινων δανείων τους τελευταίους μήνες, με ΤΧΣ, διοικήσεις τραπεζών, ΤτΕ, Δραγασάκη-Φλαμπουράρη-Τσακαλώτο-Μαξίμου επί σκηνής, ήταν μια διαχείριση αναβολής/αποφυγής. Όλοι συνειδητοποιούμε ότι το τικ-τακ, τικ-τακ που ακούγεται από τα κόκκινα δάνεια κάνει ισχυρή αντήχηση στον χώρο λόγω προεκλογικής περιόδου: όμως ο πειρασμός μιας επιδεικτικής κόντρας με την Τρόικα είναι υπόθεση παρελθόντος. Ή... θάπρεπε να είναι! Ούτως ή άλλως, η έκθεση της 27ης Φεβρουαρίου, λίγες μέρες απόσταση από τους χρησμούς της Moody's μετά κι εκείνους της Fitch, πολύ περισσότερο ενδιαφέρει για την επίπτωσή της στις αγορές (οι οποίες έχουν εδώ και μήνες στοχοποιήσει τις συστημικές Τράπεζες ως βασικό αγκάθι στην Ελληνική περίπτωση), και μάλιστα ενόψει της ηρωικής προσπάθειας να πλεύσει 10ετές ομόλογο/Ελληνικό benchmark. Για όσους ενδιαφέρονται: η απόδοση 10ετούς, που μπήκε στον χρόνο άνω του 4,35%, είχε υποχωρήσει μέχρι και 3,88% - αλλά πάλι φλερτάρει με 4%.
Καθώς λοιπόν σε αρκετά πεδία των διαβόητων προαπαιτούμενων η Τρόικα λίγα έχει να πει πλην γκρίνιας – παράδειγμα: έπεσε έξω η διαδικασία πώλησης των λιγνιτικών, με ένα των διαγωνιζόμενων να προτείνει 25 εκατ. (με αποτίμηση ευλόγου τιμήματος στα 150...), τον άλλο να προτείνει κάπου 110 αλλά για ουσιαστικά διαφορετικό αντικείμενο – το θέμα των κόκκινων δανείων πολώνει όλη την προσοχή.
Βέβαια, συγκινητικά αντανακλαστικά παρελθόντος επιδεικνύει και η Αξιωματική Αντιπολίτευση, που σχεδόν περιμένει η μεταΜνημονιακή Τρόικα να «τραβήξει το αυτί» των κυβερνητικών για καθυστερήσεις. (Να πούμε την αλήθεια, μεγάλο μέρος και του μηντιακού κόσμου ανάλογο αντανακλαστικό έχει αναπτύξει).
Και τούτο, ενώ όταν φτάσει η ρύθμιση για μετά-τον-Νόμο-Κατσέλη στην Βουλή, όλοι θα οιμώζουν πόσο λίγη προστασία παρέχει...
Τα αντανακλαστικά παρελθόντος δύσκολα φεύγουν!

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/2/2019. 

Η μεταπολιτευτική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου

Με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, μερικές σύντομες παρατηρήσεις για τη μεταπολιτευτική πορεία του. Το πιο χαρακτηριστικό και καθοριστικό παράδειγμα της ανδρεϊκής πολιτικής ήταν η δημιουργία του πρώτου μη κομμουνιστικού μαζικού κόμματος στη χώρα. Αυτή η εξέλιξη άλλαξε ριζικά τη δομή του πολιτικού συστήματος. Γιατί αν με την άνοδο του βενιζελισμού παρατηρούμε την αποδυνάμωση του ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού και την ένταξη νέων ανθρώπων στην ενεργό πολιτική αρένα, με το ΠΑΣΟΚ βλέπουμε ένα νέο κύμα ένταξης στο πολιτικό κέντρο. Ας σημειώσουμε εδώ πως στη βενιζελική περίοδο περνάμε από ένα σύστημα όπου τα λεγόμενα τζάκια αποτελούσαν λέσχες προυχόντων σε ένα πιο διευρυμένο και συγκεντρωτικό πελατειακό σύστημα. Ένα σύστημα όπου οι τοπικοί κομματάρχες είχαν σημαντική αυτονομία έναντι της κεντρικής εξουσίας. Είναι ακριβώς αυτή η τοπική αυτονομία που εμπόδισε τον Βενιζέλο να οδηγήσει σταδιακά το κόμμα του προς την κατεύθυνση οργάνωσης κομμάτων «δυτικού» τύπου.
Με το ΠΑΣΟΚ η σχετική αυτονομία της κομματικής βάσης μειώνεται ριζικά. Αντί για τοπικούς παράγοντες που ήλεγχαν σε έναν σημαντικό βαθμό περιορισμένα πελατειακά δίκτυα, παρατηρούμε μια πιο γραφειοκρατική και συγχρόνως αυταρχική οργάνωση όπου τα στελέχη στο κέντρο και την περιφέρεια μετατρέπονται σε υπάκουα όργανα του χαρισματικού ηγέτη. Ως γνωστόν, ο Ανδρέας μπορούσε να καθαιρέσει λίγο πολύ αυτόματα όσους διαφωνούσαν με τις πολιτικές του. Το ίδιο συνέβη με αντιδικτατορικές οργανώσεις όπως η Δημοκρατική Άμυνα που ζήτησε την ενσωμάτωσή της στο ΠΑΣΟΚ διατηρώντας μια μικρή έστω αυτονομία. Έτσι, η σχέση μεταξύ στελεχών και οπαδών ήταν άμεση. Δεν υπήρχαν ενδιάμεσα οργανωτικά σχήματα που χαρακτηρίζουν πιο δημοκρατικά οργανωμένα κόμματα. Είναι με αυτόν τον τρόπο που ο Ανδρέας Παπανδρέου, με τη βοήθεια μιας μαζικής οργάνωσης και με γραφεία σε όλες τις περιφέρειες της χώρας, απέκτησε μια δύναμη που κανείς προκάτοχός του δεν μπόρεσε να αποκτήσει.
Με το χάρισμα, την ευφυΐα του και την πρωτοφανή οργανωτική δύναμη, ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά μερικά από τα αρνητικά χαρακτηριστικά του συστήματος. Δεν άδραξε όμως αυτή τη μοναδική ευκαιρία. Αντιθέτως, δυνάμωσε πιο πολύ ορισμένα από τα χειρότερα στοιχεία του προδικτατορικού συστήματος. Όχι μόνο η δημόσια διοίκηση έγινε πιο κομματικοποιημένη (ας θυμηθούμε τους «πρασινοφρουρούς»), αλλά επίσης το παραδοσιακό ρουσφέτι αντικαταστάθηκε από μια πιο συγκεντρωτική και λαϊκιστική μορφή πατρωνίας που βασίζονταν σε κομματικά στελέχη τα οποία αντλούσαν τη δύναμή τους από τον αρχηγό. Όσο για τον πολιτικό του λόγο, όπως και η οργάνωση του κόμματός του, είχε έντονα λαϊκιστικά στοιχεία: το κατεστημένο εναντίον του λαού, οι ξένοι που χειραγωγούν τους έλληνες, «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο» κτλ. Και βέβαια έχουμε και επανειλημμένες κωλοτούμπες, από τον τριτοκοσμισμό μέχρι την επακόλουθη απόφασή του να ενταχθεί η χώρα στην ευρωπαϊκή κοινότητα.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια πως ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε την πρόθεση να καταργήσει τον δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό και να εγκαθιδρύσει στη χώρα κάποια μορφή βοναπαρτισμού - όπως συχνά ισχυρίζονταν δεξιοί επικριτές του. Νομίζω πως ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ δεν είχε διανοηθεί κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής νομιμοποίησε το ΚΚΕ, ο Ανδρέας Παπανδρέου προχώρησε προς την ίδια κατεύθυνση καταργώντας το σύστημα του φακελώματος των αντιφρονούντων. Επιπλέον, η πασοκική κυβέρνηση άλλαξε ριζικά το οικογενειακό δίκαιο δίνοντας σημαντικά δικαιώματα στις γυναίκες. Και παρόλο που το Εθνικό Σύστημα Υγείας ξεκίνησε με τον Σπύρο Δοξιάδη, υπουργό της Νέας Δημοκρατίας, ήταν το ΠΑΣΟΚ που το ανέπτυξε διαχέοντας έτσι δικαιώματα προς τα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα.
Συμπερασματικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου άλλαξε σε έναν μεγάλο βαθμό την οργάνωση και κουλτούρα του πολιτικού συστήματος. Επέφερε σημαντικές προοδευτικές αλλαγές. Αλλά παρόλο που είχε τη δύναμη, δεν προσπάθησε να αλλάξει προς το καλύτερο την κομματικοκρατική δομή του πολιτικού συστήματος.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 3/2/2019. 

«Re-thinking Environment»

Η ΔΛ Gallery παρουσιάζει την Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου την ομαδική έκθεση φωτογραφίας με τίτλο «Re-thinking Environment» σε επιμέλεια της Νίνας Κασσιανού.
Συμμετέχουν: Γιώργος Γιατρομανωλάκης, Χριστόφορος Δουλγέρης, Ανάργυρος Δρόλαπας, Κώστας Ορδόλης, Γιάννης Τζώρτζης (www.green-project.org), Έφη Χαλιορή, Πάνος Χαραλαμπίδης & Μαίρη Χαιρετάκη, Julia Braun, Lisa Hoffmann, Magda Hueckel, Katrin Koenning, Diana Lelonek, Beba Stoppani.

Εγκαίνια Έκθεσης: Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019 και ώρα 20:00.
Διάρκεια Έκθεσης: 8 Φεβρουαρίου έως 4 Μαΐου 2019.
Ώρες Λειτουργίας: Τετάρτη - Σάββατο 12:00 – 17:00
Πέμπτη - Παρασκευή 12:00 – 19:00
ΔΛ GALLERY, Μεσολογγίου 55Α, Τ.Κ. 185 45, Πειραιάς, T. (+30) 2104631933, email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. // www.dlgallery.gr
Η είσοδος στην έκθεση είναι ελεύθερη για το κοινό.

Σύμφωνα με τη Νίνα Κασσιανού, η ζωή εκτυλίσσεται σε πολλά και διαφορετικά περιβάλλοντα: φυσικά, αστικά ή βιομηχανικά τα οποία συμπλέουν και αλληλοεπηρεάζονται με αμφιλεγόμενα πολλές φορές επακόλουθα. Αλλά πώς ο χαρακτήρας και η όψη του περιβάλλοντος επηρεάζουν την εμπειρία μας από το χώρο που ζούμε και κινούμαστε και πώς αυτός ο χώρος και αυτή η εμπειρία ερμηνεύονται και παρουσιάζονται από τους φωτογράφους; Αυτά είναι τα ερωτήματα που αποτελούν το σημείο εκκίνησης για την έκθεση με τίτλο Re-thinking Environment.
Η έκθεση εστιάζει σε ζητήματα που σχετίζονται με τη φύση και την ανθρωπότητα και συμβάλει στη συζήτηση που γίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο γύρω από την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση. Εξερευνά την αλλαγή του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος και αναδεικνύει την ανάγκη μιας ευρύτερης και πιο αποτελεσματικής αντιμετώπισης της υποβάθμισής του.
Το περιβάλλον τόσο ως πρόσκληση για εγρήγορση όσο και για ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης συνιστά το κεντρικό ιστό της σκέψης των φωτογράφων αυτής της έκθεσης. Με επιτόπια έρευνα πάνω σε διάφορους περιβαλλοντικούς τομείς, συμμετοχές σε αποστολές και ταξίδια και πειραματισμούς με διαφορετικές καλλιτεχνικές τεχνικές συγκροτείται ένα οπτικό υλικό που σκοπό έχει να διεγείρει τις ευαισθησίες μας απέναντι σε ένα τόσο σημαντικό θέμα.

Οι φωτογραφίες του Γιάννη Τζώρτζη, Μέλους της Royal Photographic Society of Great Britain που τυπώθηκαν σε χαρτί Hahnemühle FineArt Baryta, διαστάσεων 1,61 x 0,60 μ., λήφθηκαν κατά τη διάρκεια του πράσινου φωτογραφικού οδοιπορικού "Green Project στη Νότια Αμερική: Μπογκοτά – Γη του Πυρός, από τη γεωποικιλότητα στη βιοποικιλότητα". Το οδοιπορικό αυτό πραγματοποιήθηκε από 19 Ιουλίου μέχρι 7 Σεπτεμβρίου 2014, από την οργάνωση Green Project (www.green-project.org), η οποία στοχεύει στην αφύπνιση της κοινωνικής συνείδησης μέσω της περιβαλλοντικής φωτογραφίας με άποψη, που μπορεί να τραβήξει καθένας από μας. Διανύθηκαν 17.135 χλμ, σε 52 ημέρες και 8 χώρες: Κολομβία, Εκουαδόρ, Περού, Βολιβία, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Αργεντινή και Χιλή. Αποτυπώθηκαν 61 πράσινα σημεία ενδιαφέροντος σε σχέση με την κατάσταση της γεωποικιλότητας και της βιοποικιλότητας, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα μνημεία της UNESCO World Heritage List. Το οδοιπορικό αυτό ανακηρύχθηκε "One Success Story 2014" από την Ελληνική Εθνική Επιτροπή για την UNESCO, η οποία έχει θέσει υπό την αιγίδα της τα οδοιπορικά της Green Project. Εκτός από το παραπάνω οδοιπορικό, η Green Project έχει μέχρι σήμερα, υλοποιήσει τα οδοιπορικά στην Ασία (2008, Αθήνα – Πεκίνο), στην Αφρική (2010, Αθήνα – Κέιπ Τάουν), στην Ευρώπη (2012, Αθήνα - Βόρειο Ακρωτήριο), την Αυστραλία (2018, Μελβούρνη - Πέρθ), καθώς και τον περίπλου του Ιονίου με ιστιοπλοϊκό (2017). Το έργο της έχει αποσπάσει διεθνείς διακρίσεις και βραβεία.

Πιστεύουμε στη δύναμη της φωτογραφίας να αλλάξει τον κόσμο μας. Ελάτε μαζί μας στα επόμενα περιβαλλοντικά οδοιπορικά: "Green Project στην Κρήτη: Ίρις 2019" και "Green Project σε Ιαπωνία - Αλάσκα 2020".