Τετάρτη, 23 Οκτώβριος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Μια ενδιαφέρουσα αντιπαραβολή

Τελικά, δεν ήταν αναγκαία η ύψωση των τόνων από την Κυβέρνηση – και πάντως από τον Νίκο Παππά, ακριβώς μετά την συμφωνία στο Eurogroup της 21/22 Ιουνίου – απέναντι στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, για το πώς θα ετοποθετείτο ως προς τον «καθαρό διάδρομο για τα επόμενα χρόνια» που θα ανοιγόταν με τις διευθετήσεις για το χρέος. Στην Έκθεση της ΤτΕ για την Νομισματική Πολιτική 2017/18, αλλά και στην δημόσια παρουσίασή της σ΄ ένα χρήσιμο ντουέτο με τον Νίκο Βούτση, ο Γιάννης Στουρνάρας μίλησε με σαφώς θετικά λόγια για την εξασφάλιση βιωσιμότητας του χρέους «τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα». Αλλά και μακροπρόθεσμα, καθώς υπάρχει «δέσμευση του πολιτικού συστήματος της χώρας να συνεχίσει στον δρόμο της δημοσιονομικής σταθερότητας» καθώς και «δέσμευση του Eurogroup για περαιτέρω ελάφρυνση μετά το 2032». Μια τοποθέτηση κοντά σ' εκείνην του ΔΝΤ σημειωτέον: ο Μπενουά Κερέ της ΕΚΤ είχε ούτως ή άλλως προηγηθεί αντιστοίχως.
Ο Διοικητής της ΤτΕ – κι αυτό ήταν σαφώς πιο ουσιαστικό – άφησε να φανεί η δυνατότητα να γίνει δεκτό μ' αυτήν την βάση από την ΕΚΤ (με την οποία δεν είναι δυνατόν να μην είχε συνεννοηθεί : γι αυτό, άλλωστε, και δεν μίλησε αμέσως μετά το Eurogroup κατά την εκτίμησή μας...) ότι τα μέτρα που αποφασίστηκαν επιτρέπουν την διατήρηση του waiver και αποδοχή του Ελληνικού χαρτιού στα πλαίσια της Q.E. . (λόγοι για τους οποίους, βασικά, υπήρχε η εισήγησή του για προληπτική πιστοληπτική γραμμή). Και ασφαλώς η Q.E. πορεύεται προς την δύση της, όμως ρητώς έγινε αναφορά και στην κανονική χρονική περίοδο Q.E. και στην – διετή – περίοδο επανεπένδυσης, όπως είναι ήδη αποφασισμένη. Περισσότερο κι από την ωφέλεια που θα μπορούσε να έχει το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα και το κόστος δανεισμού των Ελληνικών επιχειρήσεων από κάτι τέτοιο, το «σήμα εμπιστοσύνης» της ΕΚΤ είναι εκείνο που ενδιαφέρει ενόψει εξόδου της Ελλάδας στις αγορές...
Σχεδόν παράλληλα με την τοποθέτηση Στουρνάρα, η ομιλία το Πρωθυπουργού στο Υπουργικό Συμβούλιο της Δευτέρας – ανεξάρτητα και πέρα από το ανέβασμα των τόνων απέναντι στην Αξιωματική Αντιπολίτευση, αλλά και από την απουσία του αρχηγού των ΑΝΕΛ... - επανέφερε την θέση περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια χωρίς πιστωτικές γραμμές, χωρίς πρόσθετα μέτρα και νέα προαπαιτούμενα». Και έκανε αναφορά στην υποδοχή των αγορών, στις οποίες θεώρησε ότι ανακτάται «σταθερή και αυτοδύναμη πρόσβαση», με το 10ετές να έχει ήδη περάσει κάτω του 4% σε βέλτιστα επίπεδα 12ετίας (και το 5ετές κάτω από 3%).
Βέβαια, για τον Αλέξη Τσίπρα η απόφαση του Eurogroup ανοίγει με την έξοδο από την εποπτεία δυνατότητες «λελογισμένης επέκτασης στην βάση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων», ενώ για τον Γιάννη Στουρνάρα ακριβώς η «ενισχυμένη εποπτεία με όρους αιρεσιμότητας θα αποτρέψει τον εκτροχιασμό της δημοσιονομικής πολιτικής και την εγκατάλειψη των μεταρρυθμίσεων» (και τούτου υπό την ματιά των αγορών: «αδρός δείκτης της καθυστέρησης ή της προόδου»).
Υπήρξαν και άλλα σημεία σύγκλισης-μέσα-από-αποκλίσεις στις τοποθετήσεις των δυο. Ο Πρωθυπουργός μίλησε για τις ευθύνες, «τα λάθη και τις υπερβολές και τις αστοχίες των μνημονιακών προγραμμάτων». Ευθύνες για τις οποίες έδειξε προς την κατεύθυνση «των Ελληνικών κυβερνήσεων του παρελθόντος», αλλά με έμφαση και στην «ευθύνη που έχουν και οι θεσμοί που τα σχεδίασαν και πολλές φορές επέβαλαν την εφαρμογή τους». Ο Διοικητής της ΤτΕ, με ένα κάποιο σπρώξιμο από τον Πρόεδρο της Βουλής Νίκο Βούτση, σημείωσε ότι «πράγματι έγιναν λάθη στο παρελθόν, από τους εταίρους μας, σημαντικά [...] Τα σημαντικότερα όμως έγιναν από εμάς [...] Να μην ξεχάσουμε γιατί φτάσαμε έως εδώ, αλλά και γιατί δυο γενιές πληρώνουν τόσο μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα». Δεν παρέλειψε, δε, ο Γιάννης Στουρνάρας να ζητήσει «να μην επαναληφθούν τα λάθη πολιτικής που έγιναν, τόσο στο απώτερο όσο και στο εγγύτερο παρελθόν».
Από την τοποθέτηση Στουρνάρα, την προσοχή ευλόγως προσείλκυσε η ατάκα του που αφορούσε τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα που υπήρξαν το πιο αδύναμο σημείο της συμφωνίας του Eurogroup. Πλεονάσματα που, σε τέτοιο βάθος χρόνου, σταθερά, «μόνον πετρελαιοπαραγωγικές χώρες» μπορούν να έχουν επιδείξει. Το ζήτημα, εδώ, είναι κατά πόσο θα υπάρξει συστράτευση -σοβαρή, μεθοδική, με βάση την απόδειξη ότι η Ελληνική διαχείριση της Ελληνικής οικονομίας προχωράει σταθερά – ώστε να ξανακοιταχτούν τα πρωτογενή πλεονάσματα. Εκεί, η τοποθέτηση Στουρνάρα είναι σαφώς πλησιέστερη προς την προσέγγιση Κυριάκου Μητσοτάκη: αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία.
Αυτή την στιγμή, θαρρούμε, η αντιπαραβολή θέσεων – και όχι πολιτικών «καρφιών» - Τσίπρα/Στουρνάρα έχει το ενδιαφέρον της.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 6/7/2018. 

«Η επιστροφή στα εθνικά σύνορα δεν μπορεί να είναι η σωστή απάντηση»

Ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο μεγάλος φιλόσοφος της εποχής μας, τιμάται με μια μεγάλη διάκριση σήμερα στο Βερολίνο, την οποία απονέμει η Ενωση των γαλλο-γερμανικών δημοσιογραφικών ενώσεων του ομόσπονδου κρατιδίου του Ζάαρλαντ. Στο κείμενο-απάντησή του αναφέρεται στις ιδέες και τις απόψεις του, τις οποίες έχει ήδη διατυπώσει στο βιβλίο του με τον τίτλο «Ach Europa» (Αχ Ευρώπη) το 2008 (Eκδόσεις Suhrkamp).

Εκτοτε έχει μεσολαβήσει μια δραματική δεκαετία ριζικών αλλαγών σχετικά με την Ευρώπη, την Ευρωπαϊκή Ενωση, την ευρωζώνη κ.λπ. Στο συνοπτικό αυτό κείμενό του θέτει τις ηγετικές ομάδες της Ευρώπης μπροστά στις πολιτικές ευθύνες τους. Δεν μπορούν οι Βρυξέλλες να εθελοτυφλούν! Το πολιτικό πρόταγμα της αλληλεγγύης είναι η «κατηγορική προσταγή» της συνύπαρξης των ευρωπαϊκών λαών.

Το κείμενο του Γιούργκεν Χάμπερμας συνιστά το θεμέλιο της «νέας Ευρώπης» και ως μεταφραστής του καλώ τους Ελληνες επιστήμονες στη φιλοσοφική κοινότητά μας να συμμετάσχουν στον σχετικό διάλογο με θέμα: «Τι σημαίνει Ευρώπη και ποια είναι η συμβολή της Ελλάδας στη δημιουργία της Ευρώπης εκτός των ορίων του εθνικισμού

Θεόδωρος Γεωργίου,
Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Το κείμενο του Γιούργκεν Χάμπερμας

Επειδή ο χορηγός του βραβείου και ο ομιλητής εκφράζονται επαινετικά για τις απόψεις μου, οι οποίες χαρακτηρίζονται ρομαντικές για τα ευρωπαϊκά θέματα, δεν θα θεωρήσετε παραβίαση των χρηστών ηθών εάν σήμερα που η ήπειρός μας θρυμματίζεται, επαναλάβω με άλλα λόγια αυτά που μέχρι σήμερα έχω πει συχνά για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Δεν θα ασχοληθώ με τις ανορθολογικές ιδέες που ενισχύθηκαν από την ηχώ της Βαυαρίας, της Αυστρίας και της Βόρειας Ιταλίας από μια διαπεραστική κακοφωνία. Σήμερα δεν ομιλώ γι' αυτούς που εγκατέλειψαν την Ευρώπη, αλλά για τους φίλους της Ευρώπης.

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ περιέγραψε με τον όρο του «mauvaise foi» την αντίθετη εικόνα του «bonne foi». Ποιος από εμάς δεν γνωρίζει αυτή τη χαμηλόφωνη ισχυρή ανησυχία: όποιος πράττει καλή τη πίστει, αλλά σε ήρεμες συνθήκες νιώθει τον ερεθισμό μιας δυνατής αμφιβολίας ως προς τη σταθερότητα των προς τα έξω άκαμπτων πεποιθήσεων που εκπροσωπούμε: υπάρχει μια λάθος θέση, μέσω της οποίας η ροή των επιχειρημάτων μας περνά απαρατήρητη. Κατά την άποψή μου, η εμφάνιση του Εμανουέλ Μακρόν αποκαλύπτει στην ευρωπαϊκή σκηνή μια τέτοια αβέβαιη θέση στην αυτοσυνείδηση κάθε Γερμανού που κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης χτυπούσε στον ώμο με σταθερή πίστη ότι αυτός είναι ο καλύτερος Ευρωπαίος που ξελασπώνει κάθε φορά όλους τους άλλους.

Εννοείται πως πολλοί επικριτές θεώρησαν τη γερμανικής εμπνεύσεως οικονομική λιτότητα όχι μόνον αναποτελεσματική, αλλά και τεκμήριο μιας αποτυχημένης αλληλεγγύης. Ωστόσο τον τόνο στον επίσημο ευρωπαϊκό Τύπο έδωσαν εκείνοι οι οποίοι τόνισαν τον ρόλο της αλληλεγγύης των Γερμανών στα χρόνια της κρίσης.

Γενικά ο ανιδιοτελής ρόλος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης θεωρήθηκε αξιόπιστα αυτός του προσεκτικού διαχειριστή της κρίσης και του γενναιόδωρου πιστωτή: Δεν είχε στόχο πάντα –συμπεριλαμβανομένης και της ανεπιτυχούς απόπειρας να δείξουν στους Ελληνες την πόρτα– την ευημερία όλων των κρατών-μελών;

Εν όψει των εντελώς απρόβλεπτων απαιτήσεων μιας ριζικής αλλαγής της παγκόσμιας κατάστασης, σημειώθηκαν σε αυτό το ωραίο οικοδόμημα ρωγμές. Ως απόδειξη αναφέρω ένα πρόσφατα δημοσιευθέν κεντρικό άρθρο για τη διαβόητη νύχτα κατά την οποία ο Γάλλος πρόεδρος απέσπασε από τη Γερμανίδα καγκελάριο στις πρωινές ώρες την παραχώρηση να μη διώξει τους Ελληνες από την Ευρωπαϊκή Νομισματική Κοινότητα.

Μόλις σήμερα, τρία χρόνια μετά, παραπέμπω στην πάντα προσεκτική δημοσιογράφο Cerstin Gammelin με τα ειλικρινή λόγια της και σε αυτό το σοβαρό σημείο του εθνικού μας οικονομικού εγωισμού (εφημερίδα Ζιντόιτσε Τσάιτουνγκ, της 21ης Ιουνίου 2018, σελίδα 4). Για την εικόνα των Γερμανών με την ιδιότητα του καλού Ευρωπαίου στην παλαιά Ομοσπονδιακή Γερμανία και μέχρι την περίοδο του Koλ υπήρχαν πραγματικά κάποιοι λόγοι γι' αυτό. Αυτοί οι λόγοι αναφέρονταν στην κατάσταση ενός όχι μόνο από στρατιωτική άποψη ηττημένου έθνους – και παρ' όλα αυτά δεν ήταν εντελώς αυτονόητοι.

Κατά τη δική μου παρατήρηση, αυτή η αλλαγή της νοοτροπίας που έχει την αφετηρία της από την εποχή του Koλ επιβεβαίωσε την αυτοσυνείδηση ενός τελικά ξανά ενωμένου εθνικού κράτους με άλλους τόνους. Τελικά αυτή η εικόνα στο πλαίσιο των τραπεζών –και των κρίσεων των δημόσιων χρεών και του συγκρουόμενου εθνικού αφηγήματος της κρίσης– έγινε πιο σκληρή και κατέληξε σε κακή πίστη.

Η εσφαλμένη θέση σε αυτή την καλόπιστη αυταπάτη προδίδει σε αυτή την παράφωνη στιγμή τη δυσπιστία μας έναντι της προθυμίας συνεργασίας των άλλων κρατών, ιδιαίτερα έναντι του ευρωπαϊκού Νότου.

Οποιος ακούει με προσοχή την καγκελάριο παρατηρεί ότι κάνει περίεργη χρήση των όρων «εντιμότητα» και «αλληλεγγύη». Σε συζήτηση πριν από λίγο καιρό με την Anne Will, ζητούσε για την πολιτική του ασύλου και την τελωνειακή διαμάχη με τις ΗΠΑ από τους Ευρωπαίους εταίρους κοινές πολιτικές ενέργειες και επιχειρηματολογούσε σε αυτόν τον συσχετισμό για την εντιμότητα.

Συνήθως είναι η διευθύντρια που αναμένει από τους συνεργάτες της εντιμότητα, ενώ η κοινή πολιτική γραμμή απαιτεί κυρίως αλληλεγγύη, παρά εντιμότητα. Θεωρώντας τις διαφορετικές θέσεις συμφερόντων ο κάθε ένας ή ο άλλος πρέπει να υποτάξει τα δικά του συμφέροντα στα κοινά συμφέροντα. Κι αυτό επειδή η πολιτική του ασύλου δεν θίγεται το ίδιο από τη μετανάστευση σε όλες τις χώρες, για παράδειγμα λόγω της γεωγραφικής τους θέσης.

Δεν έχουν μάλιστα όλες την ίδια δυνατότητα φιλοξενίας των μεταναστών. Ή από την άλλη πλευρά, οι αναγγελθέντες δασμοί των ΗΠΑ για τις εισαγωγές αυτοκινήτων θίγουν τον έναν, στην περίπτωση αυτή τη Γερμανία, περισσότερο από τους άλλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις η κοινή πολιτική σημαίνει ότι ο ένας λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα του άλλου και ευθύνεται μαζί του για τις συνέπειες της κοινής πολιτικής απόφασης που ελήφθη. Τα κυρίως γερμανικά συμφέροντα είναι δεδομένα στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις, το ίδιο όπως και η παρότρυνση για μια κοινή ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική.

Το ότι η καγκελάριος σε τέτοιες περιπτώσεις μιλά για «εντιμότητα» εξηγείται από το ότι εδώ και χρόνια κάνει χρήση του όρου «αλληλεγγύη» σε ένα άλλο, οικονομικό στενό πνεύμα. «Αλληλεγγύη κατά της προσωπικής ευθύνης» είναι η δικαιολογητική μορφή που επικράτησε εντός της πολιτικής κρίσης των τελευταίων ετών για την εκπλήρωση των όρων που επιβλήθηκαν από τους πιστωτές στους δανειολήπτες.

Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι η ανανοηματοδότηση του όρου αλληλεγγύη. Αυτή είναι το σημασιολογικό σημείο πάνω στο οποίο η βεβαιότητα ότι εμείς οι Γερμανοί είμαστε οι καλύτεροι Ευρωπαίοι αρχίζει να θρυμματίζεται. Ενάντια σε αυτές τις κραυγές για επιδόσεις μεταφοράς, που δεν υπήρξαν ποτέ, διαρρέουν σταδιακά η ελλιπής νομιμότητα και η αμφίβολη επιτυχία των όρων του δημόσιου προϋπολογισμού με παρακωλύσεις στις επενδύσεις και των τύπων της αγοράς εργασίας, που για ολόκληρες γενιές είχαν αποτέλεσμα την ανεργία.

«Αλληλεγγύη» είναι ένας όρος για την αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ δρώντων που συνδέονται ελεύθερα σε μια κοινή πολιτική γραμμή. Η αλληλεγγύη δεν είναι αγάπη προς τον πλησίον, αλλά ούτε και επιβολή όρων προς όφελος της μιας πλευράς.

Οποιος συμπεριφέρεται αλληλέγγυα, είναι πρόθυμος τόσο για τα μακροπρόθεσμα δικά του συμφέροντα όσο και για το ότι έχει την εμπιστοσύνη ότι και ο άλλος σε μια παρόμοια κατάσταση θα συμπεριφερθεί ακριβώς το ίδιο, ήτοι να αποδέχεται βραχυπρόθεσμα και κάποιες απώλειες. Αμοιβαία εμπιστοσύνη στη δική μας περίπτωση σημαίνει: Εμπιστοσύνη πέραν των εθνικών συνόρων είναι μια επίσης σημαντική εκδοχή όπως το μακροπρόθεσμο ίδιο συμφέρον. Η εμπιστοσύνη γεφυρώνει την προθεσμία μέχρι την πιθανή δοκιμή για μια αναμενόμενη επί της αρχής αντιπαροχή, για την οποία όμως δεν είναι βέβαιο εάν και πότε και πώς θα καταστεί απαιτητή.

Κατά τις διαπραγματεύσεις των μεταρρυθμιστικών προτάσεων του Mακρόν καθυστερούν η Γερμανία και οι πιστωτές να επεκτείνουν τη λειτουργική νομισματική κοινότητα υπό τους όχι καλύτερους όρους για μια πολιτική Ευρωπαϊκή Ενωση. Εδώ θα έπρεπε μια δημοκρατική ευρωζώνη όχι μόνο να είναι «σταθερή» κατά κερδοσκοπιών – με μια σταθερή τραπεζική ένωση, έναν αντίστοιχο πτωχευτικό κώδικα, μια κοινή ασφάλιση των επενδύσεων για τις καταθέσεις και ένα νομισματικό κεφάλαιο που θα ελέγχεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αλλά θα έπρεπε κυρίως να είναι ενισχυμένη με αρμοδιότητες και δημόσια μέσα για επεμβάσεις κατά των περαιτέρω οικονομικών και κοινωνικών διαφορετικών κρίσεων των κρατών-μελών. Δεν πρόκειται μόνο για τη δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά για τη σύγκλιση, δηλαδή για την αξιόπιστη πολιτική πρόθεση των οικονομικά και πολιτικά ισχυρών μελών να εξαργυρώσουν τη χαμένη εμπιστοσύνη του κοινού νομίσματος σε συγκλίνουσες οικονομικές εξελίξεις.

Ο δεξιός λαϊκισμός μπορεί να θέτει προκαταλήψεις κατά των μεταναστών και να καλύπτει τους σύγχρονους φόβους της ανασφαλούς μεσαίας τάξης. Αλλά τα συμπτώματα δεν είναι η ίδια η ασθένεια. Η βαθιά υφιστάμενη αιτία της πολιτικής οπισθοδρόμησης αποτελεί τη σταθερή απογοήτευση για το ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν λείπει η απαραίτητη πολιτική ικανότητα του πράττειν, για να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα των κρατών-μελών.

Ο δεξιός λαϊκισμός βασίζεται κυρίως στη διαδεδομένη αντίληψη των θιγόμενων ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση απουσιάζει η πολιτική βούληση: να γίνει ικανή προς το πράττειν. Ο πυρήνας της Ευρώπης που σήμερα βρίσκεται σε αποσύνθεση, συγκροτεί υπό τη μορφή μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης με την ικανότητά της να πράττει, τη μοναδική πιθανή δύναμη κατά μιας περαιτέρω καταστροφής του κοινωνικού μας μοντέλου. Με τη σημερινή μορφή της η Ενωση μπορεί αυτή την επικίνδυνη αστάθεια μόνο να την επιταχύνει.

Η αιτία της επικρατούσας αποσύνθεσης της Ευρώπης είναι η αυξανόμενη ρεαλιστική επίγνωση των ευρωπαϊκών πληθυσμών ότι απουσιάζει η αξιόπιστη πολιτική βούληση για να ξεφύγουμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο. Αντ' αυτού συρρικνώνονται οι πολιτικές ελίτ σε μια δειλή δημοσκοπικά κατευθυνόμενη καιροσκοπία για τη βραχυπρόθεσμη διατήρησή τους στην εξουσία. Είμαι της γνώμης ότι οι πολιτικές ελίτ –και πρωτίστως τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα– έχουν κανονιστικά μειωμένες απαιτήσεις από τους ψηφοφόρους τους.

Το ότι αυτή η άποψη δεν είναι μόνο ένας αντικατοπτρισμός φιλοσοφικών ιδεών, δείχνει η νεότερη δημοσίευση της ερευνητικής ομάδας του Jürgen Gerhards, ο οποίος εδώ και πολλά έτη διεξάγει σε μεγάλο επίπεδο έξυπνες συγκριτικές έρευνες για το θέμα της προθυμίας επίδειξης της αλληλεγγύης σε 13 κράτη-μέλη της Ε.Ε.: εν τω μεταξύ όχι μόνο δεν δημιουργήθηκε μια διαφορετική συνείδηση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, αλλά ακόμη περισσότερο εκδηλώθηκε υψηλό ποσοστό απροθυμίας για τη στήριξη ευρωπαϊκών πολιτικών, που θα πριμοδοτούσε μια ανακατανομή των εθνικών συνόρων.

Η ιταλική κρίση είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία για να σκεφτούμε την αισχρότητα, για το ότι επιβάλλεται στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση προς το συμφέρον των οικονομικά ισχυρών μελών ένα άκαμπτο κανονιστικό σύστημα, χωρίς να υπάρχει μια διακριτική ευχέρεια και η δυνατότητα αρμοδιοτήτων για τη συμφωνία μιας κοινής ευέλικτης πολιτικής. Γι' αυτό, το πρώτο μικρό βήμα για τη σύνταξη ενός ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, με το οποίο ο Mακρόν εκβίασε τη Mέρκελ, είναι μεγάλης συμβολικής σημασίας.

Το ότι μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση που βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, προβάλλει τη σκληρή αντίστασή της απέναντι σε κάθε μεμονωμένο βήμα ολοκλήρωσης, είναι κωμικό. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί η γερμανική κυβέρνηση πιστεύει ότι μπορεί να νικήσει τους εταίρους της στο κοινό ζήτημα των σοβαρών θεμάτων, όπως είναι αυτά της πολιτικής για τους πρόσφυγες, της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής του εμπορίου, ενώ ταυτόχρονα χτίζει με το κεντρικό ερώτημα της επιβίωσης την πολιτική αποσύνθεση της ευρωζώνης.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εθελοτυφλεί, ενώ παράλληλα ο Γάλλος πρόεδρος δείχνει σαφώς τη βούλησή του να κάνει την Ευρώπη έναν παγκόσμιο παίκτη στην παλαίστρα για μια φιλελεύθερη και δίκαιη παγκόσμια τάξη. Ακόμη και η ανταπόκριση που βρήκε ο συμβιβασμός του Mέσεμπουργκ στον γερμανικό Τύπο είναι παραπλανητική – σαν να είχε ο Mακρόν με τη συγκατάθεση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό μια άμεση απαραίτητη επιτυχία έναντι μιας ανταλλαγής κατά της υποστήριξής του στην πολιτική του ασύλου της Mέρκελ.

Αυτό θολώνει τη διαφορά τού ότι ο Mακρόν επέτυχε τουλάχιστον την έναρξη μιας ατζέντας που βρίσκεται πέρα από τα συμφέροντα μιας μεμονωμένης χώρας, ενώ η Mέρκελ αγωνίζεται για τη δική της πολιτική επιβίωση. Ο Mακρόν δέχεται ορθώς κριτική για την κοινωνική ανισορροπία των μεταρρυθμίσεών του στην ίδια του τη χώρα. Αλλά προεξέχει το θέμα του ευρωπαϊκού εκτελεστικού προσωπικού, επειδή κρίνει κάθε επίκαιρο πρόβλημα από την προσεγγίζουσα προοπτική και γι' αυτό ενεργεί δραστικά.

Τον χαρακτηρίζει το θάρρος για μια πολιτική που τη διαμορφώνει. Και τις επιτυχίες της διαψεύδει η κοινωνική άποψη ότι η πολυπλοκότητα της κοινωνίας επιτρέπει μόνο μια δράση που αποφεύγει τις συγκρούσεις.

Στην παλαιά οπτική θέση για την πάντα ίδια ανέλιξη και πτώση των αυτοκρατοριών διαφεύγει η ιστορικά νέα σημερινή κατάσταση. Η λειτουργική πάντα στενά παγκόσμια κοινωνία που μεγαλώνει, είναι όπως και πριν κατακερματισμένη. Σύμφωνα με μια παλιά θεωρία περί Ιστορίας, σε κάθε ακμή και πτώση των αυτοκρατοριών διαφεύγει την προσοχή η εκάστοτε διαμορφούμενη νέα ιστορική κατάσταση.

Η σημερινή παγκόσμια κοινωνία, λειτουργικώς δομημένη, παραμένει όπως και πριν κατακερματισμένη. Μέσω της πολιτικής, γεννιέται μια κίνηση προς ένα κύμα για υπερεθνικές μορφές πολιτικής ολοκλήρωσης. Οι υποστηρικτές αυτού του πολιτικού ρεαλισμού δεν ξεχνούν ότι κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, η θεωρία τους ήταν ραμμένη στα μέτρα δύο ορθολογικών παικτών. Πού βρίσκεται η ορθολογικότητα του πολιτικού πράττειν στη σημερινή αρένα;

Εάν θεωρήσουμε το ζήτημα από ιστορική άποψη το απαραίτητο βήμα για μια Ευρωπαϊκή Ενωση ικανή να πράττει πολιτικά, είναι η συνέχιση μιας μαθησιακής διαδικασίας, η οποία ξεκίνησε με τη δημιουργία της εθνικής συνείδησης κατά τον 19ο αιώνα. Τότε η έννοια του χωριού, της πόλης, της περιφέρειας δεν δημιουργήθηκε με τη φυσική εξέλιξη της συνείδησης της εθνικής ένταξης στο κράτος.

Αντιθέτως προσαρμόστηκε αποφασιστικά στους τόνους που έδωσαν οι ηγετικές ομάδες για την υφιστάμενη λειτουργική συνεκτικότητα των σύγχρονων χωρών και των εθνικών οικονομιών τους. Σήμερα οι πληθυσμοί των επιμέρους εθνικών κρατών εντάσσονται σ' έναν παγκόσμιο καπιταλισμό με λειτουργικά προβλήματα και με αγορές οι οποίες χαρακτηρίζονται μη ρυθμιζόμενες. Σε μια τέτοιου τύπου παγκόσμια συνθήκη, η επιστροφή και η παραμονή στα εθνικά σύνορα δεν μπορεί να είναι η σωστή απάντηση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/7/2018. 

Μετανάστευση και δημοκρατία

Αν είναι πρόβλημα, η μετανάστευση είναι το σοβαρότερο που έχουν να αντιμετωπίσουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Γιατί;

Ο πρώτος λόγος είναι η παγκόσμια πληθυσμιακή ασυμμετρία. Από τη μία ο υπερπληθυσμός της Γης, ο οποίος είναι συγκεντρωμένος στην Αφρική και στην Ασία, και από την άλλη η γήρανση και η μείωση του πληθυσμού στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική. Ενα παράδειγμα: Οι στατιστικές προβολές για την Ελλάδα μάς δείχνουν ότι ο μαθητικός πληθυσμός θα συρρικνωθεί κατά το ένα τρίτο τα επόμενα χρόνια.

Η μείωση του νεανικού πληθυσμού και η αύξηση των ενηλίκων και των γερόντων δημιουργεί δομικές ανισορροπίες, όπως αυτή που αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα. Αν στην Ελλάδα υπάρχουν πρόσθετοι οικονομικοί λόγοι της ασφαλιστικής κρίσης, το σύστημα βρίσκεται σε κρίση πανευρωπαϊκά.

Για να εξασφαλιστεί ισορροπία του συστήματος ή για να διατηρήσουν τα σχολεία όσους μαθητές έχουν τώρα, πρέπει να συμπληρωθούν κατά το ένα τρίτο από παιδιά μεταναστών. Φαίνεται αδιανόητο αυτό, ότι στους τρεις μαθητές ο ένας θα προέρχεται από μετανάστες. Πολλά όμως ήταν αδιανόητα πριν από μερικές δεκαετίες.

Ενώ στην Αμερική και στην Αυστραλία ο πληθυσμός αυξήθηκε λόγω των μεταναστεύσεων, στην Ευρώπη ο συνολικός πληθυσμός μειώθηκε γιατί έφτασαν λιγότεροι μετανάστες. Από όλους τους μετανάστες στον κόσμο, το 74%, δηλαδή τα τρία τέταρτα, ανήκουν σε εργάσιμη ηλικία, και το ένα τρίτο είναι παιδιά, σε αντιπαράθεση με το 64% των εργάσιμων ηλικιών των γηγενών πληθυσμών και του μεγάλου αριθμού των ηλικιωμένων. Στην Ευρώπη το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο, και στην Ελλάδα ακόμη πιο μικρό. Αρα, η μετανάστευση είναι απαραίτητη για τη βιωσιμότητα των κοινωνιών.

Ο δεύτερος λόγος των πληθυσμιακών μεταναστεύσεων οφείλεται στην κλιματική αλλαγή και στις αλυσιδωτές συνέπειές της. Αν δει κανείς τον χάρτη των περιοχών από όπου προέρχονται οι μετανάστες, θα διαπιστώσει ότι συμπίπτουν με τις περιοχές που πλήττονται από την κλιματική αλλαγή, στην οποία αναπότρεπτα –και απερίσκεπτα– οδηγείται ο πλανήτης. Η κλιματική αλλαγή δεν πλήττει ταυτόχρονα όλες τις περιοχές.

Υπάρχει μια ζώνη η οποία ερημοποιείται. Το φαινόμενο αυτό έχει διαδοχικές επιπτώσεις. Οι κάτοικοι των πλέον ερημοποιημένων περιοχών, συνήθως νομάδες, μεταναστεύουν στις περιοχές με νερό, συνήθως αγροτικές κοντά σε λίμνες και ποτάμια.

Η μετανάστευση αυτή δημιουργεί συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις αυτές εξελίσσονται σε εμφυλίους εξαιτίας των φυλετικών, θρησκευτικών ή εθνικών διαφορών. Και οι εμφύλιοι δημιουργούν πρόσθετες αιτίες μετακινήσεων πληθυσμών.

Δεν είναι μόνο οι πόλεμοι-επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, αλλά η κατάσταση πολέμου που είναι περίπου ενδημική σε αυτή την εκτεταμένη ζώνη της κλιματικής ερήμωσης. Η παραγωγή, επομένως, αναγκαστικά μετακινούμενων προσώπων αγγίζει τα πολλά εκατομμύρια.

Σήμερα, σύμφωνα με την έκθεση των Ηνωμένων Εθνών, 258 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν εκτός της χώρας όπου γεννήθηκαν, και από το 2000 ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 49%. Πού ζει το μεγαλύτερο μέρος αυτών των μεταναστών; Στην Αφρική και την Ασία.

Ενα πολύ μικρό μέρος κατορθώνει να φτάσει στις ακτές της Μεσογείου, είναι αυτό για το οποίο ανησυχούν οι πολιτικές ηγεσίες και θέλουν να το σταματήσουν. Πόσοι ζουν σε χώρες υψηλού εισοδήματος σε Αμερική, Αυστραλία και Ευρώπη; Περίπου το 9,6% το 2000 και το 14% το 2017. Στην Ευρώπη πολύ λιγότεροι. Κατά μέσον όρο περίπου το 10% του πληθυσμού.

Ισχύει η διάκριση προσφύγων που αναζητούν άσυλο και μεταναστών; Οι πρώτοι που αναζητούν και δικαιούνται άσυλο αποτελούν το 10% του συνόλου, δηλαδή είναι 26 εκατ. σε όλο τον κόσμο. Από αυτούς στις αναπτυγμένες χώρες καταφεύγει το 15%. Πού ζει η πλειοψηφία τους, γύρω στο 84%; Σε χώρες όπως η Ιορδανία, ο Λίβανος, η Τουρκία, σε ό,τι αφορά τους Σύρους πρόσφυγες· στο Μπανγκλαντές, οι πρόσφυγες από τη Μιανμάρ· σε χώρες της Αφρικής, Αφρικανοί πρόσφυγες.

Αλλά η διάκριση αυτή στην πράξη σχετικοποιείται αναλόγως των κριτηρίων που θέτουν οι διεθνείς οργανισμοί. Κοινωνιολογικά και ιστορικά είναι πολύ δύσκολο να γίνει αυτή η διάκριση. Αν λογαριάσει κανείς ότι οι μισοί πρόσφυγες είναι γυναίκες και λάβει υπόψη του τις συνθήκες βίας εναντίον των γυναικών, η διάκριση αυτή γίνεται ακόμα πιο χλομή.

Πού βρίσκεται το μεγάλο εμπόδιο; Στην αντίδραση των τοπικών κοινωνιών στις χώρες υποδοχής. Η αίσθηση απειλής από τους μετανάστες της εθνικής ομοιογένειας και της εθνικής ταυτότητας, ο φόβος ότι θα μοιραστούν τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τις δημόσιες συγκοινωνίες με τους μετανάστες, στρέφει, κυρίως τα πιο φτωχά και λαϊκά στρώματα στην ακροδεξιά, η οποία με δημαγωγία επιτείνει αυτές τις φοβίες.

Η διόγκωση της Ακροδεξιάς αναγκάζει την κυβερνώσα Κεντροδεξιά ή Κεντροαριστερά να υιοθετεί την ατζέντα της και όλο το πολιτικό οικοδόμημα να κλίνει προς την ξενοφοβία και την υιοθέτηση πολιτικών (στρατόπεδα συγκέντρωσης, πλατφόρμες στη θάλασσα ή στρατόπεδα εγκλεισμού σε τρίτες χώρες).

Αυτά έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την αντιφασιστική κουλτούρα πάνω στην οποία χτίστηκε η μεταπολεμική Ευρώπη, αλλά απειλούν αυτήν καθεαυτή τη δημοκρατική κουλτούρα της Ευρώπης.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/7/2018. 

Υπερπαραγωγή «πολιτικής» σε... κομματικούς βιότοπους

Μερικά συμπτώματα στοιχειώνουν τον ελληνικό τρόπο και, άρα, τη Γ' Ελληνική Δημοκρατία. Καθηλώνουν την κοινωνία. Αφήνουν έμμονα τραύματα που δεν επουλώνονται για όσο χρόνο δεν θεραπεύονται τα αίτια που τα προκαλούν.

Στο μεγάλο θέμα μας. Λόγου χάριν, τα ιερά των κομμάτων είναι θεσμικά προστατευμένες περιοχές –κάτι σαν βιότοποι.

Απ' τις διακυμάνσεις στην εξέλιξή τους, παράλληλα με την εξέλιξη του ελληνικού κράτους από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα, θεωρητικά, οι επιλογές τους εμπίπτουν στις σφαίρες κοινωνικοπολιτικής βούλησης, θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, εντέλει, στην αποτελεσματική λειτουργία του πολιτεύματος.

Παρόλα αυτά, οι κομματικοί βιότοποι λειτουργούν μάλλον ως οιονεί κρατικοί και λιγότερο ως κοινωνικοί δρώντες∙ σαν νησιά προεμπειρικών βεβαιοτήτων, στα οποία κυριαρχεί η αυθεντία της κλειστής ομάδας συνομιλητών και όπου κατακρημνίζεται το αυτονόητο, ο Λόγος (reasoning), οι επιστήμες και το summum bonum (κοινό καλό).

Οι νεοαφικνούμενοι στα νησιά αυτά καλούνται να μεταμορφωθούν από επίδοξοι πληβείοι (aspiring plebeians) –που θα ήταν για όλη τους τη ζωή αν δεν έκαναν αυτό το ταξίδι– σε επίδοξους πολίτες (citizens).

Τα κόμματα, για τους πιο τυχερούς-κληρονόμους παλιότερων στελεχών ή εθνοπατέρων, λειτουργούν και ως χώροι εντατικής προπόνησης αυριανών στελεχών και ηγετών.

Λειτουργούν και σαν νησιά μέσα στα νησιά, σαν ομάδες μέσα στα κόμματα – μια πρακτική που είναι γνωστή ως ενδοκομματική αντιπολίτευση.

Διατηρούν αρχεία φακέλων για πράξεις και παραλείψεις πολιτικών αντιπάλων και στρατούς εκκαθάρισης. Κι όταν μιλάμε για κόμματα εξουσίας, λειτουργούν ταυτόχρονα ως δεξαμενές αποστατών ή και κυβερνητικών ανασχηματισμών.

Εκτός από τα λίγα παραπάνω, οι κομματικοί βιότοποι λειτουργούν και ως κατασκευαστές και τροφοδότες των ειδήσεων. Κι αν «ό,τι συμβαίνει τώρα» είναι τα τουίτς, το twitter ή το Μέσον καθορίζει την πολιτική ατζέντα.

Πιστεύουν ότι πρόκειται για μια παραγωγή πολιτικής ποιοτικά ανώτερης από τις κουβέντες του καφενείου.

Στη χώρα της λιτότητας και της υπερφορολόγησης, έχουν την αναπτυξιακή πολυτέλεια να σπαταλούν υλικούς πόρους και χρόνο σε φανταστικούς κόσμους στους οποίους τα πράγματα θα έπρεπε να συμβαίνουν ακριβώς όπως συμβαίνουν κι όχι αλλιώς.

Ενα μεγάλο μέρος της πληθωριστικής «πολιτικής» τους είναι προπαγανδιστικό, αυτοαναφορικό αποτύπωμα της εποχής –«μονταζιέρα» λέγεται στην πιάτσα– που ισοδυναμεί με απόλυτη πλαστογραφία της πραγματικότητας.

Τα ουσιαστικά καταστέλλονται, εξαφανίζονται, μεταβάλλονται, αφαιρούνται τα δύσκολα μέρη από το περιεχόμενό τους. Ετσι, αίφνης αλλάζει το νόημα της φτώχειας, της ανισότητας, της ανεργίας, της εκμετάλλευσης, του χρέους, εντέλει, της κοινωνικής και εθνικής ταπείνωσης. Τα γεγονότα τα οποία δεν θα έπρεπε να έχουν συμβεί παραμένουν άγνωστα. Τι γίνεται με όλη αυτή τη χολιγουντιανή υπερπαραγωγή «πολιτικής»;

Στις αρχές του 20ού αιώνα ένας νορβηγικής καταγωγής Αμερικανός οικονομολόγος, καθηγητής στα τριάντα πέντε του στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, ο Θορστάιν Βέμπλεν, αποτύπωσε στη μνημειώδη μελέτη του με τίτλο «Η θεωρία της αργόσχολης τάξης» την όλη συμπεριφορά και τις τυπικές έξεις και νοοτροπίες των «ληστών-βαρόνων» της ανερχόμενης laissez faire οικονομίας.

Οι εξαιρετικά πλούσιοι, οι κληρονόμοι τους, όλοι μαυραγορίτες, οι πανούργοι, οι εκπαιδευμένοι στον παρασιτισμό, όλοι όσοι δεν συμμετείχαν στην πραγματική παραγωγή αγαθών, είχαν επιδοθεί όχι μόνο στη ληστρική αρπαγή του πλούτου αλλά, εξαιτίας του συστήματος που είχαν επιβάλλει, εμπόδιζαν κάθε προσπάθεια αύξησης της συνολικής ευημερίας. Ο Βέμπλεν ονόμασε αυτή την τάξη «αργόσχολη τάξη», η οποία –παραδόξως πώς– ήταν υπεραπασχολημένη.

Αλλά ήταν υπεραπασχολημένη με όλα τα άλλα, τα επιδεικτικά και παντελώς άσχετα από εκείνα που καθόριζαν την πραγματική οικονομία την οποία, όμως, επηρέαζε με τη συμπεριφορά της.

Με βάση αυτό το υπόδειγμα του παράξενου και αιρετικού Θορστάιν Βέμπλεν, οι Ελληνες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ανάλογη τάξη, μια «πολιτική αργόσχολη τάξη» (απλώς οι εξαιρέσεις βεβαιώνουν τον κανόνα), που είναι υπεραπασχολημένη με την παραγωγή παραπολιτικής.

Τα μέλη-στελέχη, δημοσίως, όχι μόνο δεν διδάσκουν φειδώ, μέτρο, όχι μόνον δεν διορθώνουν τα λάθη τους, αλλά επιδεικνύουν αξιοσημείωτο αυτοθαυμασμό και ικανότητα να μην ακούνε τίποτα και κανέναν.

Ολισθαίνουν σε αφηγήσεις (π.χ., ο πρωθυπουργός στα Ζάππειο με την κατασκευή ενός νέου success story ή ο αρχηγός της Ν.Δ. με το σενάριο μιας βιβλικής καταστροφής), που ελάχιστη σχέση έχουν με τη λογική, την πραγματικότητα, τη καθημερινή ζωή και το κοινό αίσθημα.

Οι βιότοποί τους έχουν μετατραπεί σε εργαστήρια επινόησης συνθημάτων, τακτικών και ταμεία μέτρησης οπαδών και αντιπάλων.

Αναγνωρίζουν τις ευθύνες τους μόνον απέναντι στα κόμματά τους και όχι στην προσπάθεια ικανοποίησης πραγματικών αναγκών και στην προώθηση μιας δίκαιης παραγωγής και ισόρροπης διανομής εισοδήματος.

Προκρίνουν ομάδες συμφερόντων που και αυτές με τη σειρά τους ευεργετούν τα κόμματα, αδιαφορώντας για το σύνολο.

Οι επιλογές θεωρούνται καλές ή κακές, όχι στη βάσει αξιών (αριστερών, σοσιαλιστικών ή φιλελεύθερων), αλλά σύμφωνα με το ποιος τις υλοποιεί.

Κοντολογίς, είναι προφήτες αυτοεκπληρούμενων καλών ή συμφορών που πόρρω απέχουν από την πολιτική.

Για να παραφράσω τον ποιητή, «θεσμικώς κι ανεπαισθήτως κλείνουν την πολιτική έξω απ' τον κόσμο». Και αύριο τι; Οι πίθηκοι;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 29/6/2018. 

Μέτωπο για αυτόνομο και βιώσιμο ΕΔΟΕΑΠ

Με τη δημιουργία μετώπου, πέρα από παρατάξεις και παρέες, που συμβολίζει την ενότητα και την αλληλεγγύη του κλάδου, δέκα υποψήφιοι για το Δ.Σ. του ΕΔΟΕΑΠ διεκδικούν να αναλάβουν τη διοίκηση του Οργανισμού με την ψήφο των συναδέλφων τους. Στόχος τους είναι να παραμείνει ο Οργανισμός βιώσιμος, αλλά παράλληλα να διατηρήσει την αυτονομία και την αυτοτέλειά του, λειτουργώντας με διαφάνεια.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η Συσπείρωση Δημοσιογράφων - Δούρειος Τύπος προτείνει τη στήριξη αυτών των υποψηφίων που έδωσαν τη μάχη απέναντι στις πιέσεις των δανειστών, των εργοδοτών, ακόμα και την υποχωρητική στάση της κυβέρνησης, μπαίνοντας μπροστά το προηγούμενο διάστημα, όσο η διοίκηση του ΕΔΟΕΑΠ, ακόμα σήμερα, απέχει από κάθε διαδικασία διαλόγου και επιλέγει να καταφεύγει σε λεονταρισμούς, να καταγγέλλει την κυβέρνηση -όχι όμως και την εργοδοσία- υπονομεύοντας τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και τις αποδοχές των συνταξιούχων. Μπροστά στον κίνδυνο διάλυσης του Ταμείου, τα προεδρεία των σωματείων δημοσιογράφων, προσωπικού και τεχνικών, κινητοποιήθηκαν, ενόψει των κρίσιμων εκλογών: η πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ Μαρία Αντωνιάδου, ο γενικός γραμματέας Σταύρος Καπάκος, ο πρόεδρος της ΕΠΗΕΑ Μάρκος Γκανάς και ο πρόεδρος της ΕΠΗΕΘ Γιώργος Τζάγιας. Σε κοινή αντίληψη, συστρατεύονται ο πρώην γενικός διευθυντής Τεχνικών υπηρεσιών της ΕΡΤ Νίκος Μιχαλίτσης, ο αντιπρόεδρος του ΕΔΟΕΑΠ Παναγιώτης Νεστορίδης, ο ταμίας του ΕΔΟΕΑΠ Ευάγγελος Τάτσης, ο πρώην πρόεδρος της ΠΟΕΣΥ Δημήτρης Κουμπιάς και οι δημοσιογράφοι Κυριάκος Θεοδωρακάκος και Νίκος Στέφος.

Για την Εξελεγκτική Επιτροπή σημειώνονται οι υποψηφιότητες των Γιώργη Μέρμηγκα, Νικολέττας Μπάστα, Δημήτρη Καλαντζή, Φώφης Κορίδη και Πελαγίας Κατσούλη.

Έξω από πολιτικές σκοπιμότητες ή αντιπολιτευτική ρητορεία, που δεν ταιριάζουν στην παράδοση 50 χρόνων λειτουργίας του Οργανισμού, ζητούμενο για τη νέα διοίκηση δεν μπορεί να είναι άλλο από την εκλογή ανθρώπων με γνώση, αποτελεσματικότητα και διοίκηση με διαφάνεια. Και με απώτερο σκοπό την αυτονομία, αλλά και την ενοποίηση του κλάδου των εργαζομένων στα ΜΜΕ με τη δημιουργία Συνδικάτου Τύπου. Η κοινή ασφαλιστική στέγη όλων των ειδικοτήτων εργαζομένων στα ΜΜΕ, σε όλα τα ΜΜΕ, διευκολύνει την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Οι πρώτες μελέτες εξάλλου για τα έσοδα του Οργανισμού είναι αρκετά ενθαρρυντικές. Όπως όλα δείχνουν, η οικονομική βάση είναι στέρεη και τα επόμενα χρόνια δεν θα υπάρξει πρόβλημα: οι παλαιές συντάξεις δεν θα υποστούν μείωση, ενώ οι νέες που θα εκδοθούν, για το διάστημα μετά τον Ιούνιο του 2018, θα υποστούν μικρές μειώσεις, λίγων δεκάδων ευρώ. Δεν είναι τυχαίο ότι στο πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε την Παρασκευή προβλέπεται μείωση της ασφαλιστικής εισφοράς 3,5% εργοδοτών και εργαζομένων, σταδιακά, σε 3% ως το 2022.

*Δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" στις 10/6/2018. 

«Η στάση της Ν.Δ. στο Μακεδονικό μειώνει το κύρος της στη διεθνή σκηνή»

● Πώς θα αξιολογούσατε πολιτικά αλλά και προσωπικά τη Συμφωνία;

Η βασικότερη ρύθμιση της Συμφωνίας αφορά το όνομα του κράτους των βόρειων γειτόνων μας. Με τη σύνθετη ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» εγκαταλείπεται το σκέτο «Μακεδονία».

Πρόκειται για μια θετική λύση που ενισχύεται επιπλέον καθώς το νέο όνομα θα χρησιμοποιείται erga omnes, δηλαδή τόσο στις διεθνείς σχέσεις όσο και στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, πράγμα που συνεπάγεται την τροποποίηση του Συντάγματός της (όπως συμφωνήθηκε ρητά). Η υποχώρηση της γείτονος εδώ είναι σημαντική.

Δεν είναι εύκολο να δεχτεί κάποιος να αλλάξει το Σύνταγμά του κατά τις αξιώσεις των άλλων.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζεται ότι η «Βόρεια Μακεδονία» δεν έχει καμία σχέση με την ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά της αρχαίας Μακεδονίας: και τα δύο μέρη συμφωνούν ότι η αρχαία Μακεδονία είναι μόνο ελληνική, ενώ τη Μακεδονία των νεότερων χρόνων κανένα από τα δύο μέρη δεν μπορεί να τη διεκδικήσει κατ' αποκλειστικότητα. Μακεδονία έχουμε και εμείς, Μακεδονία έχουν και αυτοί.

Τούτο ανταποκρίνεται στη γεωγραφική και ιστορική πραγματικότητα των νεότερων χρόνων. Συμπερασματικά, η λύση για το όνομα του κράτους είναι δίκαιη και άξια επιδοκιμασίας.

● Μόνο εκεί;

Οπωσδήποτε σημαντικότερο είναι το όνομα, ως προς τη συχνότητα χρήσης, ιδίως στις διεθνείς σχέσεις. Επεται σε σημασία το όνομα της ιθαγένειας και ακολουθεί αυτό της γλώσσας.

Για την ιθαγένεια προβλέπεται η ονομασία «Μακεδονική/Πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Το δεύτερο μέρος της ονομασίας, που αναφέρεται στον φορέα της ιθαγένειας («πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας») είναι σωστό και εναρμονισμένο με το όνομα του κράτους.

Το πρώτο μέρος όμως (Mακεδονική ιθαγένεια) εγκαταλείπει τη σύνθετη ονομασία, που έπρεπε να είναι «Bορειομακεδονική» (ιθαγένεια).

Η ρύθμιση αυτή είναι αρνητική. Εδώ είναι προφανής η υποχώρηση της Ελλάδας. Υπό την εκδοχή ότι θα έπρεπε κατά τη Συμφωνία να χρησιμοποιείται πάντοτε το σύνολο της ονομασίας (συνολικά 5 λέξεις χωρίς τα άρθρα), πάλι υπάρχει πρόβλημα. Διότι στην πράξη ανακύπτει η ανάγκη βραχυλογίας και απλότητας και έτσι συνήθως θα επιλέγεται το όνομα «Μακεδονική».

Το σωστό θα ήταν να προβλεφθεί ως σύντομη ονομασία η λέξη «Βορειομακεδόνας» (ή «Βορειομακεδονική ιθαγένεια»), πράγμα που δεν έγινε. Το μειονέκτημα, πάντως, αυτό αμβλύνεται κάπως από το ότι η διάκριση, πως δεν πρόκειται για τη μόνη Μακεδονία, προκύπτει από το όνομα του κράτους.

● 'Οτι η γλώσσα θα λέγεται «μακεδονική»;

Εκεί, η υποχώρηση της Ελλάδας είναι κατά τη γνώμη μου πολύ μικρότερη. Βέβαια, σωστότερη θα ήταν η ονομασία της γλώσσας ως «σλαβομακεδονικής».

Ωστόσο, έτσι λέγονταν και παλαιότερα και άλλωστε οι Ελληνες Μακεδόνες μιλούν την ελληνική γλώσσα (δεν υπάρχει κάποια δική τους ξεχωριστή γλώσσα - είναι Ελληνες).

Οι γείτονες δεν μιλούν ούτε τη βουλγαρική ούτε τη σερβοκροατική ούτε άλλη σλαβική γλώσσα, αλλά τη διακριτή δική τους γλώσσα. Δεν θεωρώ, επομένως, τη λύση του ονόματος της γλώσσας τόσο κακή, όπως τονίζεται έντονα από πολλούς...

Εν τέλει, πιστεύω ότι η Συμφωνία, κρινόμενη στο σύνολό της, πρέπει να θεωρηθεί αποδεκτή. Τα θετικά για τη χώρα μας επικρατούν.

Τα αρνητικά είναι αναπόφευκτα σε μία κατ' ανάγκην συμβιβαστική λύση. Επιπλέον, αν σκεφτεί κανείς ότι σήμερα περίπου 140 κράτη διεθνώς έχουν ήδη αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με το όνομα «Μακεδονία» και ότι επίσης είναι εξαιρετικά διαδεδομένη στη διεθνή πολιτική σκηνή η χρήση του μονολεκτικού όρου «Μακεδονία» (και όχι του δύσχρηστου FYROM), η Ελλάδα έχει συμφέρον να σταματήσει το συντομότερο αυτή η πρακτική (πριν διαιωνιστεί και οριστικοποιηθεί).

Χωρίς κάποια λύση, η συνέπεια θα ήταν ότι σ' αυτήν την περίπτωση θα «χαρίζαμε» το όνομα Μακεδονία στους γείτονες. Το θέλουν αυτό όσοι αντιδρούν;

● Ηταν η πλέον κατάλληλη στιγμή να δοθεί μια λύση;

Οσο συντομότερα λυνόταν το θέμα τόσο το καλύτερο. Δεν βλέπω γιατί έπρεπε να αναβληθεί η λύση. Αλλωστε, οι τωρινές συνθήκες είναι ευνοϊκές (νέα κυβέρνηση στα Σκόπια, ο διεθνής παράγοντας κ.λπ.) και θα ήταν εθνικά επιζήμια η τυχόν παράλειψη της κυβέρνησης να τις αξιοποιήσει.

Δεν ξέρουμε αν και πότε θα εμφανιστεί πάλι τέτοια ευκαιρία.

● Πώς κρίνετε τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, κυρίως της αξιωματικής, η οποία ακόμα δεν έχει διευκρινίσει τι θα έκανε αν ήταν η ίδια κυβέρνηση;

Από την αντιπολίτευση υπάρχουν εκείνοι που κατά βάση συμφωνούν (π.χ. ο Σταύρος Θεοδωράκης). Ωστόσο η Ν.Δ. είναι τελείως αρνητική.

Η στάση της ίσως ελαύνεται από το ότι προέχει γι' αυτήν να πέσει η κυβέρνηση και να έλθει η ίδια στην εξουσία. Τέτοιες πολιτικές σκοπιμότητες έπρεπε να υποχωρούν όταν πρόκειται για εθνικά θέματα.

Το αντίθετο μειώνει και το κύρος της Ν.Δ. στη διεθνή σκηνή. Δικαιολογεί την υπόθεση ότι είτε χαρακτηρίζεται από ατολμία και αναποφασιστικότητα σε ένα σημαντικό ζήτημα που απαιτεί σαφή στάση, είτε τηρεί άλλη τακτική στο εσωτερικό της χώρας (για εσωτερική κατανάλωση) από αυτά που πράγματι πιστεύει.

Χρέος κάθε πολιτικής ηγεσίας ως προς το μακεδονικό ζήτημα είναι να ενημερώνει νηφάλια τους πολίτες που διαμαρτύρονται κατά της Συμφωνίας, λέγοντας τουλάχιστον ότι η σύνθετη ονομασία είναι προς το συμφέρον της χώρας μας. Και όχι να λαϊκίζει, χαϊδεύοντας αυτιά και τελικά εκτρέφοντας, εκούσια ή ακούσια, τα τυφλά πάθη.

Αντίθετα, πιστεύω πως ο νηφάλιος λόγος θα ασκούσε μεγάλη επιρροή στην κοινή γνώμη, «αποφορτίζοντας», έστω εν μέρει, την υπάρχουσα συναισθηματική φόρτιση.

● Πιστεύετε πως θα περάσει η Συμφωνία τελικά από τη Βουλή; Πρέπει να περάσει και γιατί;

Προβλέπω ότι, αν δεν μεσολαβήσει κάτι έκτακτο, μάλλον θα υπερψηφιστεί. Προσωπικά, αυτό εύχομαι. Πιστεύω ότι θα υπάρξουν βουλευτές της αντιπολίτευσης που, παραμερίζοντας πολιτικές σκοπιμότητες, θα προσθέσουν την ψήφο τους για τον σχηματισμό πλειοψηφίας.

Είναι πλέον καιρός, λύνοντας το ανοιχτό από δεκαετίες πρόβλημα, να προωθήσουμε τη δημιουργία σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών, με ανάπτυξη της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής συνεργασίας τους, όπως, με τρόπο εποικοδομητικό, προβλέπεται στη Συμφωνία.

Από αυτό θα έχουν να ωφεληθούν όχι μόνο οι γείτονες, αλλά και εμείς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 29/6/2018. 

Αντώνης Παπαγιαννίδης: Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος τριών μνημονίων

Να κάνουμε μια πρώτη εκτίμηση για τη συμφωνία;
Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι η συμφωνία μετά το Eurogroup υπάρχει! Είναι πολύ σημαντικό το ότι μπήκε μια τελεία. Αφήνοντας κατά μέρος αν είναι καθαρή, αυτοδύναμη, πλήρης η έξοδος, έχουμε μπροστά μας το τέλος του προγράμματος, το τέλος τριών μνημονίων. Δεύτερον, η συμφωνία επετεύχθη στις 21-22 Ιουνίου, δεν εξαντλήθηκε δηλαδή ο χρόνος. Η Ελλάδα δεν αφέθηκε να περιμένει μέχρι την έσχατη στιγμή, οπότε και θα πιεζόταν πολύ περισσότερο, κυρίως όμως θα φαινόταν, όπως παλιότερα, ότι η Ελλάδα σύρεται σε συμβιβασμό. Τηρήθηκαν, δηλαδή, τα προσχήματα. Υπήρξε αληθινή συναίνεση στο ότι δεν πρέπει να αφεθεί για αργότερα η απόφαση. Γιατί πετάχτηκε στο τραπέζι η ιδέα να μετατεθεί η συμφωνία για τις 12 Ιουλίου, που θα ήτανε επικίνδυνα αργά.

Το βασικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας ποιο είναι, κατά τη γνώμη σου;
Είναι ότι οι παρατάσεις που δόθηκαν —η περίοδος χάριτος πληρωμής τόκων και η παράταση των περισσοτέρων δανείων του δεύτερου μνημονίου— δεν έχουν άλλες δεσμεύσεις, δεν έχουν αιρεσιμότητα (conditionality). Αυτό, λοιπόν, έγινε ευθέως. Οι επιστροφές των κερδών των Κεντρικών Τραπεζών και η μη περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων του δεύτερου προγράμματος, υπάγονται σε αιρεσιμότητα, αλλά πρόκειται για σχετικά μικρά ποσά και αυτή η αιρεσιμότητα είναι χαλαρή. Τα όχι πολλά λεφτά που δόθηκαν σαν τελευταία δόση του τρέχοντος μνημονίου, τα 15 δισ. (που θα μπορούσαν να είναι από 10-12 ως και 25), επίσης δεν έχουν πρόσθετη αιρεσιμότητα: απλώς και μόνο καθορίστηκε σε τι θα χρησιμοποιηθούν: κυρίως για το μαξιλάρι (cash buffer) που πλέον ονομάζεται υπερ-μαξιλάρι (turbo charged cash buffer).

Αυτή η επιλογή του υπερ-μαξιλαριού γιατί έγινε;
Η επίσημη απάντηση, την οποία και θα ασπαστώ, είναι ότι πρόκειται για ένα συνολικό deal. Δηλαδή, δεν δόθηκε ακόμα μεγαλύτερη παράταση των δανείων του δεύτερου προγράμματος, των κονδυλίων δηλαδή του EFSF, κατά πρόσθετα πέντε χρόνια, αλλά προτιμήθηκε ένα μεγάλο μαξιλάρι, γιατί, όπως παρατήρησε το ίδιο το Eurogroup, με αυτό τον τρόπο καλύπτονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας για τους επόμενους 22 μήνες. Διάστημα πάρα πολύ σημαντικό για λόγους συμβολικούς προς τις αγορές, ώστε να μπορέσουμε να βγούμε σ' αυτές καλυμμένοι, χωρίς τον πανικό του τι θα γίνει αν δεν μας δανείσουν, αλλά και για ένα βαθιά πολιτικό λόγο: οι 22 μήνες είναι ένα διάστημα που περιλαμβάνει τις επόμενες εκλογές —όποτε κι αν γίνουν, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμά τους—, την εκλογή πρόεδρου της Δημοκρατίας, αλλά και επαναληπτικές εκλογές αν δεν βγει πρόεδρος. Άρα οι «εταίροι» αυτή τη στιγμή έσβησαν κάπως τα εισαγωγικά (που προσωπικά πάντα προσθέτω) γιατί αναγνώρισαν ότι αυτή η χώρα, η πολυτραυματισμένη και πολυκύμαντη πολιτικά, θα λύσει όλα τα πολιτικά της προβλήματα εντός προστασίας. Δεν θα βρεθεί να πιέζεται προεκλογικά.

Προκύπτει μια διαφορετική συμπεριφορά, όχι σε μια πολιτική δύναμη, αλλά σε μια χώρα;
Ναι. Δεν πρόκειται για μια αληθινά σωστή στάση προς τη χώρα, ας μην είμαστε τόσο αισιόδοξοι, αλλά πρόκειται για μια πολύ καλύτερη στάση απ' ό,τι κατά το παρελθόν. Η Ελλάδα, από τη στιγμή που ο δυστυχής Γιώργος δήλωσε στο Καστελόριζο «Χάσαμε! Παραδινόμαστε!», αντιμετωπίστηκε, με τέσσερις διαδοχικές κυβερνήσεις, με τρόπο σκαιό και αναποτελεσματικό. Τώρα, πλέον, η σκαιότητα προς τη χώρα και την κυβέρνηση φεύγει και μένει να δούμε τι θα γίνει με την αναποτελεσματικότητα.

Το πακέτο των μέτρων διώχνει την αβεβαιότητα;
Δεν θα μπω στα συμβολικά, στις πολύ ενδιαφέρουσες και πολύ ενθουσιώδεις τοποθετήσεις ιδίως των ξένων και στις γραβάτες. Ολ' αυτά είναι αναπόφευκτα, κατά τη γνώμη μου. Έγινε το χρέος βιώσιμο; Το λένε ήδη οι Ευρωπαίοι. Το είπε και το ΔΝΤ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς μεσοπρόθεσμα μέτρα ελήφθησαν. Μέχρι το 2032 είναι πολύς ο χρόνος, θα δούμε τότε πώς θα είναι η ευρωπαϊκή οικονομία, πώς οι αγορές, πώς και πόση θα είναι η ΕΕ και πού θα βρίσκεται η Ελλάδα, μέχρι το 2032 —επισημαίνω ότι τα τελευταία δύο χρόνια έφυγε από την Ευρώπη μια μεγαλούτσικη χώρα, η Μ. Βρετανία.
Οι αγορές, όμως, θα μας πουν, όταν τις ξαναπλησιάσουμε σε βδομάδες ή σε πολλούς μήνες, αν το χρέος το είδαν βιώσιμο. Πάντως το γεγονός ότι την επόμενη φορά που θα ξανακοιτάξουμε την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα ενώπιον των αγορών είναι το 2032 —πολλά χρόνια μετά— δίνει ένα περιθώριο. Και το γεγονός ότι υπάρχει το υπερ-μαξιλάρι των 22 δισ. αληθινά διαθέσιμο δείχνει ότι και βραχυπρόθεσμα θέμα ρευστότητας δεν θα υπάρξει. Μεγάλο πράγμα!

Θέλω να εντοπίσω μια διαφορά εδώ. Όταν ο Σόιμπλε έλεγε «θα δούμε» το έλεγε απειλητικά, ενώ τώρα φαίνεται σαν διαβεβαίωση προς τις αγορές. Έτσι πάντως το εξέλαβε η Λαγκάρντ...
Ούτως ή άλλως οι χρόνοι κουβαλάνε από μόνοι τους πειθώ. Η μακρά περίοδος δείχνει σταθεροποίηση. Ελπίζει κανείς ότι οι αγορές θα το διαβάσουν έτσι. Το λέω πολύ προσεκτικά γιατί οι αγορές δεν είναι πάνσοφες, απλώς και μόνο είναι πελώριες! Η ελληνική κυβέρνηση, οι χρηματοπιστωτικοί της σύμβουλοι, το ΔΝΤ, ακόμα περισσότερο η ΕΚΤ αυτή τη στιγμή θεωρούν ότι τεκμηριώνεται μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα. Όσοι δηλαδή από τους θεσμούς καταλαβαίνουν τα πράγματα, είπαν το ίδιο πράγμα. Πρέπει τώρα εκείνοι στους οποίους απευθύνεται η εκτίμηση αυτή, οι αγορές, να το διαβάσουν έτσι.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ασκεί επανειλημμένα κριτική για τη μη αξιοποίηση ολόκληρου το δανείου των 86 δισ. Αυτό μπορούσε να γίνει;
Αυτό θα έπρεπε να επιχειρηθεί, έχω μάλιστα την αίσθηση ότι επιχειρήθηκε. Αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι δυστυχώς τα θέματα χρέους κρίνονταν στο Washington Group, στο οποίο κατά τρόπο που θυμίζει 19ο αιώνα ή έστω το πρώτο μισό του 20ού τα πράγματα παίζονται μεταξύ των δανειστών και δη των μεγάλων. Δεν έχουμε τον πελάτη, δηλαδή την Ελλάδα. Αυτό που λέει ο Κυριάκος, και είναι πολύτιμο, και δεν θα ήταν κακό να το επικροτήσει κανείς, επαναφέρει κάτι που λέει και ο Στουρνάρας και κατά βάθος και το ΔΝΤ: ότι, δηλαδή, η συμπίεση του δημοσιονομικού χώρου που είναι διαθέσιμος στην Ελλάδα δυσχεραίνει την ανάκαμψη, την επάνοδο των ρυθμών ανάπτυξης. Κανονικά αντικείμενο διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να είναι το περιώνυμο 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενούς πλεονάσματος. Η ισορροπία δυνάμεων και αναγκών υπαγορεύει κάτι τέτοιο. Όμως η μεγάλη δύναμη είναι η Γερμανία, και η γερμανική κυβέρνηση είχε και συνεχίζει να έχει ανάγκη να μην διαταράξει πολύ τα συμπεφωνημένα, που θα έλεγε και ο πονηρός βαλκάνιος Σόιμπλε - να μην δείξει η σημερινή γερμανική κυβέρνηση με σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών ότι είναι υπερβολικά χαλαρή με τους Έλληνες. Είναι δυσάρεστο; Είναι. Είναι αναπόφευκτο; Είναι.

Η επιδίωξη ήταν με τη συμφωνία η χώρα να φτάσει σε κατάσταση υπερχρεωμένης χώρας, όπως και Πορτογαλία, Ιταλία, κ.ά., ώστε μετά να δούνε όλοι μαζί το θέμα του χρέους. Αυτό έγινε;
Έγινε κουτσά. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο υπερχρεωμένη χώρα. Και η Ιταλία είναι, και μάλιστα πιο επικίνδυνα. Και το Βέλγιο έδινε υπερπλεονάσματα άνω του 4% επί σειρά ετών. Μια πελώρια λεπτομέρεια είναι όμως ότι η μεν Ιταλία είναι υπερχρεωμένη εσωτερικά -και το Βέλγιο επίσης- αλλά πλήρωνε εν συνεχεία τους τόκους στο εσωτερικό. Δεν πιεζόταν δηλαδή η ζήτηση και η κυκλοφορία του χρήματος. Η Ελλάδα έχει μια πολύ βαριά μοναδικότητα: το 3,5% πλεόνασμα αυτό (ελπίζω για λιγότερα από πέντε χρόνια) θα παράγεται εδώ αλλά εν συνεχεία θα βγαίνει από τη χώρα. Είναι ένας απορροφητήρας που κάνει κακό στη ζήτηση άρα και στην ελπιζόμενη ανάπτυξη.

Μερικά στοιχεία της συμφωνίας δείχνουν ότι αφήνεται ένας χώρος για την ανάπτυξη της οικονομίας. Είναι επαρκής;
Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται, ούτε αποφασίζεται. Μπορεί κανείς να την εύχεται. Σε αυτή τη φάση τουλάχιστον οι Ευρωπαίοι, την εύχονται μαζί με την ελληνική κυβέρνηση ενώ και το Eurogroup την εντάσσει στις αποφάσεις του. Σημαντικά ποσά για ανάπτυξη δεν απελευθερώνονται από αυτή τη ρύθμιση. Γενικόλογες Ευρωπαϊκές υποσχέσεις υπάρχουν, γενικές ευκαιρίες κονδυλίων υπάρχουν. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχει πλέον ορίζοντας σταθερότητας είναι πολύ αναπτυξιακό από μόνο του. Το γεγονός ότι μπαίνει ταβάνι στο κόστος του χρέους και ότι οι αγορές βλέπουν ότι δεν θα μπορέσουν να δανείζουν με πολύ ψηλά επιτόκια (όταν δηλαδή αρχίσουν να δανείζουν), έχει επίσης αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Όσο συμπιέζεται το κόστος εξυπηρέτησης για το κράτος, τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις τόσο υπάρχει αναπτυξιακό περιθώριο.

Ο δημοσιονομικός χώρος που αναζητείται διακαώς για να μπορέσει να ασκηθεί πολιτική;
Ένα μικρό δείγμα πλαισίου που θα ανοίξει δημοσιονομικό χώρο είναι η επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα που ρητά αναφέρεται ότι θα μπορεί να κατευθύνονται σε συνεργασία με τους θεσμούς, πλην της αποπληρωμής του χρέους και σε αναπτυξιακά προγράμματα. Τα ποσά αυτά είναι συγκριτικά μικροποσά, γύρω στα 5 δισ.. Δημοσιονομικός χώρος, περισσότερος απ' αυτόν, δημιουργείται μόνο από τα υπερπλεονάσματα και την εν συνεχεία επιστροφή μέρους των. Αυτό όμως είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι, σε επίπεδο ανάπτυξης, καθώς έχει από κάτω μια πολιτική επιλογή αναδιανεμητική. Αυτό δεν είναι αναπτυξιακό, αλλά μικρή αναπτυξιάκη ενίσχυση δημοσιονομικού χώρου υπάρχει. Θέμα διαπραγμάτευσης μεγάλο για διεύρυνσή του.

Το θέμα της ζήτησης υπάρχει και είναι μεγάλο. Λείπει η κατανάλωση. Διαμορφώνονται όροι για να συζητήσει η κυβέρνηση τις επικείμενες περικοπές δαπανών;
Ακριβώς σ' αυτή τη συμπαθητική ισορροπία που περιγράφουμε, χωρίς θριαμβολογίες, έρχεται αύριο η μείωση της ενεργού ζήτησης, λόγω της μείωσης των συντάξεων και στη συνέχεια αύξησης των φόρων. Αν αγνοήσεις τη διαρθρωτική επίδραση της μείωσης του αφορολόγητου -έτσι την περιγράφουν ευρωπαίοι και ΔΝΤ την αύξηση των φόρων το 2020 - δεν παύει να μειώνεται η ζήτηση. Άρα περιορίζεται η αναπτυξιακή δυνατότητα της οικονομίας. Το γεγονός ότι αυτό το πράγμα είναι αλήθεια και όχι ικεσία ή απειλή των ελληνικών κυβερνήσεων του μέλλοντος, δηλαδή, ότι η ανάκαμψη (στην οποία και η απόφαση του ίδιου του Eurogroup ορκίζεται), περιορίζεται από τη μείωση του δημοσιονομικού χώρου , το γεγονός αυτό δίνει το βασικό επιχείρημα λογικής. Αν το λογικό αυτό επιχείρημα το στηρίξει η όποια κυβέρνηση σταθερά, προχωρώντας πρώτα ορισμένα διαρθρωτικά μέτρα που έχουμε συμφωνήσει τότε πιστεύω ότι δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό γιατί αποτελεί μέτρο λογικής.
Υπενθυμίζω ότι όταν πέρυσι για δεύτερη φορά δόθηκε η 13η σύνταξη είχε ανοίξει μεγάλη συζήτηση ότι η Τρόικα δεν θα το επιτρέψει, κτλ. Τις ημέρες μετά, ένας ψυχρός ΒορειοΕυρωπαίος κύριος, ο Αντιπρόεδρος Βλάντις Ντομπρόφκσις είπε ότι το κοινωνικό επίδομα που διανεμήθηκε (παρελθοντικός χρόνος!) είναι απολύτως συμβατό με το πρόγραμμα που εφαρμόζεται. Που θα πει ότι η λογική είναι πάνω από τη δική μας και τη δική τους την ιδεοληψία.

*Δημοσιέυτηκε στην εφημερίδα "Εποχή" στις 25/6/2018. 

Τεχνοκρατικοί πατερναλισμοί και μεταρρυθμίσεις

Τις περισσότερες φορές τα πράγματα δεν είναι απλά∙ δεν είναι μαύρο - άσπρο. Το σίγουρο, πολλά δεν είναι αυτονόητα στην ευρωπαϊκή εμπειρία. Τουλάχιστον, αυτό φάνηκε στη συνέντευξη του πρωθυπουργού την Τετάρτη το βράδυ στην ΕΡΤ.

Στο Εurogroup του Ιουνίου, με σύμφωνη τη Γερμανία, θα εκφραστεί η άποψη ότι η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί πρόσθετη (προληπτική) πιστωτική γραμμή στήριξης. Πρόκειται για θετική εξέλιξη∙ ανακτάται σημαντικό μέρος της εθνικής κυριαρχίας. Αυτό δίνει την αίσθηση στο εσωτερικό, ίσως το πολιτικό σήμα, ότι η χώρα θα επιστρέψει μετά τον Αύγουστο στις αγορές, ότι θα είναι κανονικό μέλος της ευρωζώνης και ότι η κυβέρνηση θα έχει την ευχέρεια να εφαρμόσει πολιτικές της επιλογής της; Από τη συνέντευξη, δεν προέκυψε κάτι τέτοιο, ούτε καν τέτοια πρόθεση. Και αυτό δείχνει προσγειωμένο πρωθυπουργό∙ επίσης καλό.

Σίγουρα, η υπόθεση του χρέους είναι η σημαντικότερη παράμετρος της ελληνικής περιπέτειας. Από τούτη τη στήλη, στο παρελθόν, είχε επισημανθεί ότι η υπερχρέωση με κύκλο λιτότητας/ύφεσης εμποδίζει τις επενδύσεις, υπονομεύοντας τη δυνητική μελλοντική ανάπτυξη. Παρά την κοινή παραδοχή ότι «όλοι θα ωφεληθούν από μέτρα ελάφρυνσης του χρέους» (δηλώσεις του επιτρόπου Νομισματικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί), ουδείς στο Eurogroup δεσμεύεται στην Ευρώπη προσώρας. Θα υπάρξουν ρήτρες προϋποθέσεων και δυνατότητα αναστολής των ευεργετικών εφαρμογών της ελάφρυνσης για την οικονομία στην περίπτωση που θα υπάρχει εκτροπή από συμφωνημένους στόχους. Η ομπρέλα του πιο πιθανού εργαλείου θα ονομάζεται «ενισχυμένη εποπτεία».

Ανεξάρτητα από το αν θα συμμετάσχει με οικονομική στήριξη ή μόνο με επίβλεψη, το ΔΝΤ θα κρατήσει ρόλο «τεχνικού συμβούλου» στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας της Ελλάδας. Κατά τα λεγόμενα της Κριστίν Λαγκάρντ «το ΔΝΤ ασφαλώς μπορεί να εμπλακεί και θα εμπλακεί με διάφορους τρόπους, με διάφορα εργαλεία στην υπόθεση της Ελλάδας...» Θα είναι θετικό, αν η θέση του ΔΝΤ για την ελάφρυνση του χρέους θα βαρύνει υπέρ της Ελλάδας.

Επομένως, η κρίσιμη ύλη έχει να κάνει με το σκέλος «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Οι ελληνικές κυβερνήσεις, θέλοντας να απεμπολήσουν τις ευθύνες της υπερχρέωσης της χώρας, απεικόνισαν τις μεταρρυθμίσεις όχι ως αναγκαίες, αλλά ως εντολή των Βρυξελλών μέσω των γραφειοκρατών και τεχνικών κλιμακίων. Αυτή η πεποίθηση υπάρχει ακόμα στα μυαλά πολλών κυβερνητικών (αλλά και στα μυαλά πολλών Ευρωπαίων ακροδεξιών, αντισυστημικών, λαϊκιστών και εθνικιστών).

Ισως, όχι άδικα, αν κάποιος σκεφτεί τις ιδιοτέλειες της «διάσωσης» και διάφορες άλλες παραδοχές, όπως αυτή του πρώην επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας Καουσίκ Μπασού (καθηγητή Οικονομικής στο Πανεπιστήμιο Cornell): «Το "κάντε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις" είναι η ασφαλέστερη συμβουλή. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς σημαίνει. Αλλά εάν το ΑΕΠ αυξηθεί: "Σας το είπαμε". Εάν συρρικνωθεί: "Δεν κάνατε τις μεταρρυθμίσεις που σας είπαμε"».

Αλλά αυτή τη φορά φαίνεται κάτι διαφορετικό. Είδαμε έναν πρωθυπουργό να σκέφτεται πάνω σε κοινούς κανόνες του σύνθετου ευρωπαϊκού παιχνιδιού. Δεν θέλει σύγκρουση ή παρανόηση με τις Βρυξέλλες ακόμα και για την εφαρμογή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας. Ως προς τούτο, χαρίζει τις κραυγές και τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης της χώρας στην αντιπολίτευση που ακόμα κινείται στη συνταγή ότι αυτή καθαυτήν η συμμετοχή στην ευρωζώνη θα έλυνε μαγικά τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας εφόσον η χώρα θα επωφελούνταν εσαεί από τα χαμηλά επιτόκια.

Ακριβώς το «να κυβερνάς χωρίς να κάνεις τίποτα» ήταν η λογική που επέτρεψε στα ευρωπαϊκά τεχνικά όργανα να παριστάνουν τους ειδικούς –καλύτερα, τους μάγους– στις ελληνικές κυβερνήσεις: να υποδεικνύουν, να απαγορεύουν, να συγχαίρουν και να προστατεύουν, δηλαδή, να επιβάλλουν έναν μονοδιάστατο «τεχνοκρατικό πατερναλισμό» –κατά την έκφραση του οικονομολόγου Ζαν Πισανί-Φερί– τόσο περίπλοκο, πέραν κάθε δημοκρατικής νομιμοποίησης, ώστε μόνον οι νομάδες των τεχνικών κλιμακίων να ξέρουν τι επιτρέπεται, τι είναι ανεκτό ή τι απαγορεύεται, σ' ένα άκαμπτο σύστημα παρακολούθησης εθνικών λογαριασμών και προϋπολογισμών.

Από την άλλη, σήμερα μόνον στην Ευρώπη μπορούν να δρομολογηθούν θετικές εξελίξεις, παρά τις αδυναμίες και τις αγκυλώσεις. Υπό το ειδικό βάρος των προβλημάτων της Ιταλίας, διαφαίνονται τάσεις: λιγότερο μιας ένωσης που θα συνδυάζει συλλογική πειθαρχία, αλληλεγγύη και αμοιβαιοποίηση των χρεών, και περισσότερο αυτή της εθνικής ευθύνης, η λογική της οποίας οδηγεί, σε ακραίες περιπτώσεις, σε ενδεχόμενα κρατικών πτωχεύσεων.

Το αν η Ευρώπη θα επιτρέψει στις κυβερνήσεις να ασκήσουν πολιτικές της επιλογής τους θα είναι ένα στοίχημα υπέρ της Ευρώπης. Θα είναι μια αρχή κοινών στόχων αλλά και αναγνώρισης διαρθρωτικών διαφορών. Το ίδιο ισχύει για τις κυβερνήσεις.

Θα μπορούν να πείσουν τις αγορές και τους δανειστές τους για την ορθότητα των επιλογών τους; Στην Ελλάδα πρέπει να αλλάξουμε πολλά ώστε να πετύχουμε αναδιάταξη της οικονομίας μέσα στην Ευρώπη. Και, μόνο του, είναι ένα καλό στοίχημα για την Αριστερά.

Δυνατότητες υπάρχουν, όπως και πλεονεκτήματα. Υπάρχουν όμως και στρεβλώσεις που θρέφουν τους τεχνοκρατικούς πατερναλισμούς. Η πρόκληση έγκειται στο ξεκλείδωμα εκείνων των μεταρρυθμίσεων, που θα επιτρέψουν να συμβούν τα καλά πράγματα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/6/2018.

Μακεδονικό: ένας απολογισμός

Σπάνια δοκιμάζει κανείς τόσο βαθιά ικανοποίηση, όπως η χτεσινή, με την υπογραφή μια συμφωνίας που τερματίζει ιστορικές εκκρεμότητες πολλών ιστορικών περιόδων. Μια καινούργια μέρα έδιωξε τα φαντάσματα του παρελθόντος, που η τελευταία εφιαλτική εμφάνισή τους ήταν στη συζήτηση δυσπιστίας στη Βουλή. Και είναι κρίμα που στις Πρέσπες δεν πήγαν οι ηγέτες των κομμάτων της αντιπολίτευσης, για να συνεορτάσουν την ιστορική στιγμή της συμφιλίωσης.

Η συμφωνία τερματίζει μια υπερεκατονταετή διαμάχη που είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα για την τύχη των εδαφών τής πάλαι ποτέ Μακεδονίας. Μέσα από δύο αιματηρούς πολέμους του 20ού αι. καθορίστηκαν τα σύνορα και η κατανομή των εθνών σ' αυτά. Στην ίδια περιοχή γράφηκε και ο τραγικός επίλογος του εμφυλίου πολέμου. Οι εκκρεμότητες έγιναν πάλι εμφανείς με τον σεισμό του 1989 και τη συνακόλουθη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Σήμερα, πολλά από τα προβλήματα που μας κληροδότησε εκείνη η εποχή στα Βαλκάνια έχουν λυθεί και οι πληγές επουλώνονται. Θα ήταν τεράστιος αναχρονισμός η διαιώνιση αυτής της εκκρεμότητας. Τα προσφυγικά κύματα από την Αλβανία και τις άλλες βαλκανικές χώρες έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί και οι μετανάστες της δεκαετίας του 1990, στην πλειονότητά τους, έχουν ενσωματωθεί πλέον στην ελληνική κοινωνία, τα παιδιά τους δεν τα ξεχωρίζεις πλέον.

Έχουν αποκατασταθεί οι σχέσεις ανάμεσα στους γειτονικούς πληθυσμούς και η αμφίδρομη διέλευση των συνόρων έχει γίνει κανόνας. Με τη συμφωνία αυτή ανοίγει ο δρόμος να ξεπεραστούν οι τελευταίες εχθρότητες και υποψίες και με την Αλβανία. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να αναπτύξει σχέσεις και κοινές δράσεις, όπως έχουν αναπτύξει άλλωστε στα σύνορά τους και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Χρειάζεται και η κοινωνία να αναλάβει πρωτοβουλίες, τα Πανεπιστήμια, οι οργανώσεις των πολιτών κοινές δράσεις. Αλλά και η Εκκλησία. Ας ευχηθούμε να δούμε σύντομα κοινό συλλείτουργο στον Αγιο Αχίλλειο με τους προκαθημένους της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Θα δώσει μήνυμα ειρήνης.

Τι μας κληροδότησε αυτή η περίοδος; Την άνοδο του εθνικισμού, όχι μόνο ως διακριτού πολιτικού ρεύματος αλλά και μέσα στα κόμματα, και κυρίως Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ. Η Χρυσή Αυγή μέσα από τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό προέκυψε. Και κάθε χρονιά που περνούσε, σε κάθε φάση του μακεδονικού ζητήματος ανέβαιναν οι τόνοι της εθνικής αδιαλλαξίας, το είδαμε και αυτό στην τελευταία συζήτηση στο Κοινοβούλιο.

Από την αποδοχή της διπλής ονομασίας στην απόρριψή της, από το όνομα, στη συζήτηση για τη γλώσσα και την ταυτότητα. Τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, όχι μόνο με τη δύναμη του συμβολισμού των εικόνων, όπως η χτεσινή, αλλά και με την υπομονετική εξήγηση, με την προσπάθεια αλλαγής της ιστορικής συνείδησης. Με τη δημιουργία ενός καινούργιου πατριωτικού αισθήματος, ανοιχτού και έλλογου, πατριωτισμού όχι του μοιρολογιού αλλά των χαρούμενων τραγουδιών, όπως υπέμνησε ο πρωθυπουργός στην υπογραφή της συμφωνίας.

Η συμφωνία αυτή είναι ένα από τα λίγα επιτεύγματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα εθνικά θέματα, σημαντικό όσο και η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2004. Ανοίγοντας την πόρτα της Ε.Ε. πρώτα στην Κύπρο και τώρα στη Βόρεια Μακεδονία, η Ελλάδα αναβαθμίζει και τον εαυτό της ως πόλο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, πράγμα διόλου αυτονόητο στα προηγούμενα χρόνια που βυθιζόταν στην κρίση και απειλούνταν με Grexit.

Η συνείδηση αυτής της πορείας μόνο αυτοπεποίθηση μπορεί να χαρίσει σ' αυτόν τον περιφρονημένο από δικούς και ξένους λαό. Γιατί η αυτοπεποίθηση και η αξιοπρέπεια, και όχι η ανασφάλεια και η ταπείνωση, είναι αναγκαίες για τις σωστές αποφάσεις.

Η συμφωνία αυτή μπερδεύει τις παγιωμένες ιδεολογικές γραμμές και θα προκαλέσει ισχυρές πολιτικές μετατοπίσεις. Τον Αλ. Τσίπρα, ως προς τα εθνικά ζητήματα, τον συνδέουν περισσότερα με τον Κων. Μητσοτάκη και τον Κ. Σημίτη, παρά με τους τωρινούς αρχηγούς της Ν.Δ. και του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Και άραγε μπορεί κανείς να αντιπαραθέτει αυτά τα δύο κόμματα ως ευρωπαϊκά, στον «αντιευρωπαϊσμό» της Αριστεράς; Αλήθεια, πού φωλιάζει ο λαϊκισμός τώρα, μετά την τελευταία μακεδονική κρίση; Διαλύει επίσης ένα από τα ιδεολογικά σχήματα-σιδερένια λαβίδα στον λαιμό του πολιτικού σώματος.

Το ερμηνευτικό σχήμα που δημιουργεί μια διχαστική γεωγραφία της πολιτικής: αφ' ενός οι πολιτικές δυνάμεις του εκσυγχρονισμού, της λογικής, της ευθύνης, της τόλμης και αφ' ετέρου η ιδεολογία των μη προνομιούχων που είναι συντηρητική, βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία και στο έθνος, φοβάται τις μεγάλες αλλαγές. Πού βρίσκεται η νεωτερικότητα και πού ο εθνορομαντισμός, πού η δημαγωγία και πού η ευθύνη τώρα;

Ένα ένα τα προβλήματα των δικαιωμάτων, όπως της ιθαγένειας, του συμφώνου συμβίωσης, της υιοθεσίας κ.ά., λύνονται. Δύσκολα μεν, αλλά λύνονται. Μένουν προφανώς πολλά, και κυρίως μια έντιμη και ειλικρινής διαπραγμάτευση με την Εκκλησία, καθώς και μια τολμηρή μεταρρύθμιση στην Παιδεία. Βγαίνοντας από την κρίση, η χώρα χρειάζεται ιδεολογική ανακαίνιση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 18/6/2018. 

ΕΡΤ. Απαισιοδοξίας ανάγνωσμα. Η επικείμενη υποβάθμιση των Συμβουλίων Κοινωνικού Ελέγχου

Πριν έντεκα μήνες συνάντησα τον Δ/ντα Σύμβουλο της ΕΡΤ κ Βασίλη Κωστόπουλο για να τον ενημερώσω επί τη αναλήψει των καθηκόντων του για τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου (ΣΚΕ) της ΕΡΤ για την ίδρυση και λειτουργία των οποίων ήμουν υπεύθυνος ως Προϊστάμενος του ΚΕΕΠ (Κέντρο Επικοινωνίας και Ενημέρωσης Πολιτών) της ΕΡΤ. Γνωρίζοντας ότι έχει ισχυρή νομική παιδεία και εμπειρία ως πρώην νομικός σύμβουλος της ΕΡΤ και επειδή τα ΣΚΕ προβλέπονται από το Νόμο 4324/15, θεωρούσα ότι θα είχαμε μια εύκολη και ρέουσα συζήτηση που θα επέλυε μερικά προβλήματα και θα οδηγούσε στην καλύτερη λειτουργία και αξιοποίησή τους για τη βελτίωση της ΕΡΤ. Μετά τις αναγκαίες πρώτες εκδηλώσεις αμοιβαίας τυπικής ευγένειας έμεινα έκπληκτος από την άμεση και θυελλώδη αρνητικότητα των απόψεών του για τα ΣΚΕ. Να τα καταργήσουμε, δεν έρχεται κανένας, είναι πέντε άτομα που τσακώνονται μεταξύ τους για τη διαδικασία, δεν εκπροσωπούν ούτε αντιπροσωπεύουν την κοινωνία αλλά μόνο τον εαυτό τους. Τον διέκοψα, λέγοντάς του «ποιος σας είπε αυτά τα πράγματα; Προβλήματα συμμετοχής υπάρχουν αλλά σε προηγούμενη Ολομέλεια υπήρχε συμμετοχή 35 ατόμων από το σύνολο 110 μελών για τρεις ολόκληρες ώρες στο Ραδιομέγαρο, ποσοστό απίστευτο για εθελοντικό, συλλογικό σώμα στην Ελλάδα». Αμετάπειστος. «Τα είπε το κληρωτό μέλος του ΣΚΕ ο κ. Κ.» Του εξήγησα ότι μάλλον παρερμήνευσε τα λόγια του κ. Κ. που ήταν και είναι ένα από τα πιο δυναμικά και παραγωγικά μέλη του ΣΚΕ. Ενδεχομένως ο κ. Κ. διακατέχεται από αυτό που λέγεται «παρέκκλιση αριστερισμού». Θέλει να είναι και οι 110 κάθε μέρα στην ΕΡΤ και να την ελέγχουν. Είναι ουτοπικό αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θέλει την κατάργηση των ΣΚΕ αλλά ακριβώς το αντίθετο. Μετά ήρθε στη συζήτηση το θέμα του νόμου. Πάλι τα ίδια. Να αλλάξουμε το νόμο, είναι ελλιπής, είπε ο Δ/ων Σύμβουλος. Σύμφωνοι, του είπα, έχω και προτάσεις για το θέμα, αλλά έως ότου γίνει αυτό, και αφού εσείς πείσετε τον Υπουργό κ Παππά, μήπως να εφαρμόσουμε τον υπάρχοντα νόμο και να αξιοποιήσουμε τη διακριτική ευχέρεια που έχει η ΕΡΤ στην εφαρμογή του; Επιτέλους συμφώνησε σε αυτό το σημείο. Για λίγο. Ακόμα και αν ισχύουν όσα λέτε, είπε, είναι δυνατόν το ¼ των μελών του ΣΚΕ να παίρνει αποφάσεις για ολόκληρο το σώμα; Αφήστε που μας βρίζουν κι από πάνω. Του εξήγησα ότι υπάρχει ψηφισμένος εσωτερικός κανονισμός, τα θέματα της απαρτίας είναι παντού δύσκολα αλλά βρέθηκε λύση κι ότι σε καμία περίπτωση δεν μας βρίζουν, αγαπούν την ΕΡΤ, αφιερώνουν άπειρες ώρες από τη ζωή τους για να μας βοηθήσουν και γι΄αυτό κάνουν κριτικές και προτάσεις που οι περισσότερες, όχι όλες βεβαίως, είναι θεμιτές και σωστές. Ελάχιστοι κάνουν πιο ριζικές κριτικές στην ΕΡΤ αλλά και αυτοί είναι απολύτως χρήσιμοι γιατί υπάρχει παρόμοια άποψη και στην κοινωνία. Εις μάτην τα επιχειρήματα. Ο Δ/νων Σύμβουλος όπως κατάλαβα τότε, δεν συζητά επιχειρήματα και γεγονότα. Έχει απλά προειλημμένες απόψεις και αποφάσεις. Που θέλει μάλιστα να τις εφαρμόζει ανεξαρτήτως του οποιουδήποτε κόστους για την ΕΡΤ. Η συζήτησή μας τελείωσε τότε παγερά, όταν του εξήγησα ότι, ως Προϊστάμενος του ΚΕΕΠ – που είναι η μοναδική θέση ευθύνης στην ΕΡΤ που με ενδιαφέρει, εκτός βέβαια από τις δημοσιογραφικές εκπομπές μου και αυτό γιατί πιστεύω στο συμμετοχικό εγχείρημα – δεν θα δεχόμουν σε καμία περίπτωση την υποβάθμιση ή την κατάργηση των ΣΚΕ, και θα εξαντλήσω όλα τα περιθώρια εφαρμογής του νόμου και τις αποφάσεις του ΔΣ της ΕΡΤ.
Έντεκα μήνες μετά, πριν λίγες μέρες, με την ευκαιρία της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένου του ΚΕΕΠ επαναλήφθηκε εντελώς πανομοιότυπα η ίδια συζήτηση χωρίς την επίκληση αυτή τη φορά του κ Κ. Του εξήγησα ότι συμμετείχα στη σύσκεψη της EBU όπου υπήρξε σχεδόν ενθουσιώδης υποδοχή για τα ΣΚΕ (βλέπε άρθρο Λογοδοσία της ΕΡΤ προς την ελληνική κοινωνία: Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου – TVXS, 12 Ιουνίου 2018 ) δεν άκουγε. Δεν έδωσε καμία σημασία. Του εξήγησα επίσης ότι πρέπει σε δέκα μέρες να κάνουμε την επίσημη διαδικασία κλήρωσής νέων μελών του ΣΚΕ ( έχουμε πεντακόσιες νέες εθελοντικές αιτήσεις από πολίτες ύστερα από ανοιχτή δημόσια πρόσκλησή) και ότι ως ΚΕΕΠ τα έχουμε όλα προγραμματίσει. Πάγος. Να τα αναβάλετε για τα τέλη Ιουλίου. ¨Ημαρτον άνθρωπέ μου, Διευθύνων Σύμβουλος είσαι, όχι ιδιοκτήτης της ΕΡΤ. (Δεν του το είπα, αν και ΄έπρεπε, αλλά σέβομαι την ηλικία του, τη μόρφωσή του και τις καλές τυπικές σχέσεις που έχουμε και είχαμε παρ' ολ' αυτά). Λίγες ώρες μετά ανακοίνωσε στη 'Διαύγεια' την καθαίρεσή μου από τη θέση του Προϊσταμένου του ΚΕΕΠ, το διορισμό στην ίδια θέση ενός άλλου συναδέλφου, τον οποίο δεν ήξερα, που τον γνώρισα πριν δυο μέρες και μου φάνηκε ως άνθρωπος πολύ συμπαθής. Που όμως δεν έχει καμία εμπειρία σε συλλογικά εγχειρήματα τύπου ΣΚΕ και καμία γνώση για την έννοια της κοινωνικής ευθύνης που αποτελούν και τα δύο βασικά καθήκοντα του Προϊσταμένου του ΚΕΕΠ. Ο συνάδελφος δεν το κρύβει και είναι όπως μου είπε αθλητικός συντάκτης. Δεν θεωρώ ότι όλη αυτή η θλιβερή ιστορία και εξέλιξη αφορά κυρίως εμένα προσωπικά (παρότι εξ 'αντικειμένου μου προκαλεί μια εντελώς αδικαιολόγητη υλική, ηθική και επαγγελματική ζημία). Αφορά κυρίως την υποβάθμιση ή και μελλοντική κατάργηση των Συμβουλίων Κοινωνικού Ελέγχων της ΕΡΤ που είναι μια από τις πιο καινοτομικές δράσεις της ΕΡΤ μετά το 2015. Θα βλάψει καίρια την εικόνα και την επιρροή της ΕΡΤ προς την Κοινωνία αλλά και στη EBU στο εξωτερικό.

Τί είναι τέλος πάντων αυτά τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου της ΕΡΤ;

Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου της ΕΡΤ (ΣΚΕ) είναι ανεξάρτητα συλλογικά όργανα εξωτερικού ελέγχου της ΕΡΤ και έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας με σκοπό τη βελτίωσή της. Τυπικά έχουν ισχυρό νομικό θεμέλιο. Στηρίζονται στο άρθρο 11 του Νόμου 4324/15 που ψήφισε η παρούσα Κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την επανεκκίνηση της νέας ΕΡΤ μετά το «Μαύρο» της διετίας 2013-2015, στις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΤ στις 20/1/2016, και αναφέρονται επίσης στα άρθρα 20.4., 20.3 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της ΕΡΤ, στο κεφάλαιο 'Έλεγχος – εποπτεία της ΕΡΤ'. Αρμόδια υπηρεσία της ΕΡΤ για την ίδρυση, λειτουργία, πλαισίωση – αλλά όχι επέμβαση- στα ΣΚΕ είναι το Κέντρο Επικοινωνίας Ενημέρωσης Πολιτών της ΕΡΤ (ΚΕΕΠ). Είναι αυτοτελές τμήμα ποια αναφέρεται απευθείας στο Διευθύνοντα Σύμβουλο (άρθρο 20.3) και επειδή αποστολή του είναι η αμφίδρομη σχέση της ΕΡΤ με την κοινωνία και τους πολίτες πρέπει να έχει αυξημένα εχέγγυα λειτουργικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας ενώ ο Προϊστάμενός του πρέπει να έχει «αυξημένα τυπικά προσόντα» και ειδικές επικοινωνιακές δεξιότητες (αποφάσεις ΔΣ ΕΡΤ 20.1.2016). Τυπικά όλα είναι άψογα και μάλιστα πρωτοποριακά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Τα εγχειρήματα συμμετοχικής διαβούλευσης και κοινωνικού ελέγχου των πολιτών κερδίζουν σταδιακά έδαφος παντού. Στην πράξη τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα αλλά τα στοιχεία από τη λειτουργία των ΣΚΕ Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας τα τελευταία δυόμισι χρόνια είναι άκρως ενθαρρυντικά. Το ΣΚΕ Αττικής πραγματοποίησε 29 τρίωρες Ολομέλειες, έχει 7 θεματικές Επιτροπές, 80% των 110 μελών έχουν συμμετάσχει σε τουλάχιστον 3 Ολομέλειες, ο μέσος όρος συμμετοχής είναι 30 άτομα, 300 ώρες αφιερωμένες σε συσκέψεις σε εντελώς εθελοντική βάση χωρίς καμία αμοιβή ή άλλο όφελος, έχουν ήδη κατατεθεί τα πορίσματα 5 Επιτροπών στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΡΤ από τον Δεκέμβριο 2017.

Πορίσματα επιτροπών ΣΚΕ στο ΔΣ της ΕΡΤ χωρίς απάντηση

Από το Δεκέμβριο 2017 έχουν κατατεθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΡΤ τα πορίσματα πέντε επιτροπών (Περιβάλλοντος, Δικαιωμάτων και Ισότητας, Δημόσιας Υγείας, Παραγωγικής Ανασυγκρότησης και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Παιδείας και Πολιτισμού) προς απάντηση, αμοιβαίο σχολιασμό και διάδραση όπως επιβάλλει ο νόμος και οι αποφάσεις των ΔΣ της ΕΡΤ (οι αποφάσεις περιέχονται στα κείμενα 'Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας ΣΚΕ και 'Δεσμεύσεις της ΕΡΤ προς το ΣΚΕ. Ο ρόλος του ΚΕΕΠ' που βρίσκονται αναρτημένα στην ιστοσελίδα polites.ert.gr). Παρά τα παρατεταμένα αιτήματα από το ΣΚΕ και το προεδρείο του και τις συνεχείς υπενθυμίσεις του ΚΕΕΠ προς το γραφείο του Δ/ντος Συμβούλου/ΔΣ δεν υπήρξε καμία απάντηση, ούτε καν υποψία ενασχόλησης. Η Κ.Ζ. κληρωτό μέλος του ΣΚΕ, συντονίστρια της Επιτροπής Περιβάλλοντος, σκληρά εργαζόμενη πολίτης που αφιέρωσε τουλάχιστον 10 ώρες τον μήνα στην ΕΡΤ για δυόμισι χρόνια έστειλε δύο επιστολές στον Διευθύνοντα και στο Δ.Σ. ζητώντας απάντηση ενώ το ΚΕΕΠ εξάντλησε τα όρια 'φορτικότητας' για το ίδιο θέμα. Καμία απάντηση. Αίτημα του προεδρείου του ΣΚΕ να απευθύνει ο νέος Διευθύνων Σύμβουλος έστω ένα συμβολικό χαιρετισμό στην Ολομέλεια. Καμία απάντηση. Τους τελευταίους δέκα μήνες το ΚΕΕΠ με κάθε ευκαιρία αλλά και με συνεχείς υπενθυμίσεις δια μέσω εσωτερικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας πρσπάθησε για το ίδιο θέμα. Κανένα αποτέλεσμα. Με μία και μόνη εξαίρεση. Όταν ήλθε ο αναπληρωτής του Διευθύνοντος κ. Γιώργος Θαλασσινός για να τον εκπροσωπήσει, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω, έκανε μια εξαιρετική πρόταση «θα ήταν καλό να κάνει το Δ.Σ. μια ανοικτή συνεδρίαση στην Ολομέλεια του ΣΚΕ», χωρίς βεβαίως να υπάρξει κάποια συνέχεια. Είναι ποτέ δυνατόν να μιλάει κάποιος για χαμηλή συμμετοχή των μελών του ΣΚΕ στις Ολομέλειες και δυσλειτουργίες στην οργάνωσή του όταν η κορυφή της εταιρείας δεν ανταποκρίνεται στοιχειωδώς στα αιτήματα του μοναδικού συλλογικού οργάνου εξωτερικού ελέγχου της ΕΡΤ;
Βεβαίως προβλήματα υπήρξαν και με τον προηγούμενο Δ/ντα Σύμβουλο της νέας ΕΡΤ αλλά ήταν ζητήματα – πολύ έντονης- τριβής στη λειτουργία αλλά ποτέ δεν μπήκε θέμα κατάργησης, υποβάθμισης και ριζικής αμφισβήτησης του θεσμού του ΣΚΕ όπως συμβαίνει τώρα. Οι πολίτες μέλη στα ΣΚΕ έχουν διάθεση και αγάπη για την ΕΡΤ παρότι αρκετοί απευθύνουν σοβαρότατες κριτικές κυρίως για τον τομέα ειδήσεων και ενημέρωσης και θέματα προγράμματος (συνεχείς αλλαγές προγραμμάτων χωρίς προειδοποίηση κα) όπως άλλωστε κάνει και η ευρύτερη κοινή γνώμη με το 60% των πολιτών να στηρίζουν την ΕΡΤ χωρίς βέβαια να τη βλέπουν συχνά. Τα μέλη του ΣΚΕ γνωρίζουν ότι σε υπερσυγκεντρωτικούς στην κορυφή οργανισμούς χωρίς σταθερούς κανόνες συλλογικής λειτουργίας όπως είναι η ΕΡΤ, εάν δε θέλει ο Δ/νων Σύμβουλος δε γίνεται τίποτα. Παρόλαυτα ένας σημαντικός αριθμός τους - αν και μειούμενος με το πέρασμα του χρόνου- συνέχισε να συμμετέχει, για την ολοκλήρωση των πορισμάτων και τη θητεία του ΣΚΕ. Τον τελευταίο χρόνο προσπάθησα με κάθε δυνατό τρόπο να τους πείσω ότι μπορεί να κερδηθεί μια κρίσιμη εξαίρεση στον κανόνα χρησιμοποιώντας δύο επιχειρήματα. Πρώτον, περιμένετε λίγο, θα απαντήσει το Δ.Σ. της ΕΡΤ, όλα στην Ελλάδα γίνονται σιγά-σιγά γιατί δεν είχαμε ως χώρα μία κουλτούρα αξιολόγησης και ελέγχου. Σ' αυτό ήμουν υπεραισιόδοξος αλλά δε μετανιώνω γιατί πιστεύω βαθιά στα συμμετοχικά εγχειρήματα διαβούλευσης που αργά ή γρήγορα θα επεκταθούν πανευρωπαϊκά ιδίως με την αξιοποίηση της καλπάζουσας τεχνολογίας πληροφοριών. Δεύτερον, μην ταυτίζετε όλη την ΕΡΤ, τους εργαζόμενους και τα στελέχη με τον εκάστοτε Δ/ντα Σύμβουλο και το ΔΣ. Σε αυτό είχα και έχω δίκιο. Οι περισσότεροι Γενικοί Διευθυντές, νυν και πρώην, οι Διευθυντές και οι τμηματάρχες ήρθαν στα ΣΚΕ, συζήτησαν, διόρθωσαν πράγματα, βοήθησαν στη λειτουργία των ΣΚΕ. Χωρίς τη βοήθεια των κρίσιμων Γεν. Διευθύνσεων, δεν θα υπήρχε το ΣΚΕ που είναι και από οργανωτικής άποψης ένα πολύπλευρο εγχείρημα που εντυπωσίασε όπως προανέφερα τους συναδέλφους στην EBU.
Κρίσιμη ήταν και η συνεισφορά των δύο συνεργάτιδων μου στο ΚΕΕΠ που είχαν παραγωγικότητα ευρωπαϊκών επιπέδων και πίστη στο εγχείρημα. Τα ΣΚΕ είναι ένα συλλογικό διάβημα της ΕΡΤ και πιθανόν η ύστατη ασπίδα προστασίας πριν έλθει το επόμενο κύμα αμφισβήτησης του ρόλου της Δημόσιας Ρ/Τ.

Επτά βήματα για την αναίρεση της υποβάθμισης των ΣΚΕ

Όπως έχει πει ο αείμνηστος ηγέτης της Αριστεράς Ηλία Ηλιού πρέπει 'να τους ταράξουμε στη νομιμότητα'. Και στη λογοδοσίας, θα έλεγα εγώ.
1) Κατέθεσα ήδη στο γραφείο του Δ/ντος Συμβούλου της ΕΡΤ αίτηση τεκμηρίωσης της καθαίρεσης μου με την παροχή λεπτομερών στοιχείων της αυτοτελούς και της συγκριτικής αξιολόγησης των 3 υποψηφίων. Αφού πάρω την τεκμηρίωση – αν την πάρω – στο σκέλος που με αφορά προσωπικά θα τη δημοσιοποιήσω στα μέλη του ΣΚΕ, και θα ζητήσω μια συμβουλευτική άποψη και εάν το θέλουν και μια βαθμολογημένη αξιολόγηση της δράσης μου. Γενικά πιστεύω ότι το ΣΚΕ ειδικά για τον Προϊστάμενο του ΚΕΕΠ που θεωρητικά πρέπει να είναι μια 'εσωτερική ανεξάρτητη αρχή' πρέπει να εκφράζει άποψη για την επιλογή. Άλλωστε και η Ολομέλεια έχει ζητήσει – πολύ σωστά – συμμετοχή μελών του ως παρατηρητών σε όλες τις Επιτροπές της ΕΡΤ και η αρχή ήδη έγινε με την Επιτροπή Κοινωνικής Ευθύνης.
2) Κατόπιν θα καταθέσω Ένσταση στο Διοικητικό Συμβούλιο – παρότι μάλλον δεν προβλέπεται, θα είναι όμως μια καλή αρχή - με αίτημα την επανεξέταση της αξιολόγησης και με κοινή παρουσία των 3 υποψηφίων όπου εκτός από τη σύγκριση των τυπικών προσόντων ο κάθε υποψήφιος θα αναπτύξει την 'στρατηγική' του για κάθε μια από τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας. Αν γίνει δεκτή η ένσταση τότε τα αποτελέσματα της πρέπει να ανακοινωθούν επισήμως από τον ίδιο τον Δ/ντα Σύμβουλο στην προσεχή Ολομέλεια του ΣΚΕ.
3) Στη βάση του ν.4324/15 του ΔΣ και των αποφάσεων του ΔΣ στην ΕΡΤ στις 20/1/16 θα προτείνω να αφιερώσει το ΔΣ μια συνεδρίαση για την απάντηση στα Πορίσματα των επιτροπών του ΣΚΕ και ακόμη καλύτερα να κάνει μια ανοικτή συνεδρίαση στην Ολομέλειά του.
4) Εάν δε γίνει τίποτε από τα παραπάνω θα απευθυνθώ στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ). Στο κεφάλαιο ΣΤ' 'έλεγχος της ΕΡΤ στο άρθρο 20.1 αναφέρεται ότι η ΕΡΤ στο πρώτο τρίμηνο κάθε έτους καταθέτει έκθεση πεπραγμένων για τη διαφάνεια στην χρήση του ανταποδοτικού τέλους. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο ίδιο κεφάλαιο, άρθρο 20.3 βρίσκονται οι διατάξεις για το ΚΕΕΠ και τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου.
5) Στη βάση των ίδιων διατάξεων υπάρχει η πρόβλεψη Λογοδοσίας της ΕΡΤ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας στη Βουλή των Ελλήνων. Δέκα βουλευτές μέλη της Επιτροπής σχεδόν από όλα τα κόμματα έχουν ήδη πάρει μέρος στις Ολομέλειες του ΣΚΕ με πρωτοβουλία των ίδιων των μελών του. Θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα ακρόασης για τη λειτουργία του ΣΚΕ. Αν λειτουργήσουν όλοι οι τακτικοί θεσμοί ελέγχου και εποπτείας η βελτίωση της ΕΡΤ μπορεί να είναι γρήγορη και θεαματική. Εννοείται ότι στην κορυφή της εποπτικής ιεραρχίας βρίσκεται ο Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Ενημέρωσης και Τηλεπικοινωνιών ο οποίος στη βάση του ισχύοντος ελληνικού συστήματος διορίζει την κεντρική Διοίκηση της ΕΡΤ κι ο οποίος εξάλλου πρότεινε τον ν 4324/15 της νέας ΕΡΤ. Τί γίνεται με την εφαρμογή του άρθρου 11 που αφορά τα ΣΚΕ;
6) Θα προτείνω στην ΠΟΣΠΕΡΤ (που είναι μέλος του ΣΚΕ και για την παρουσία της παραλίγο να γίνει ρήξη με τον πρώην Δ/ντα Σύμβουλο) στην ΕΣΗΕΑ/ΠΟΕΣΥΝ και τους εκπροσώπους των δημοσιογράφων να ανοίξουν έναν ευρύτερο διάλογο για τα πορίσματα των ΣΚΕ ανάμεσα στους εργαζόμενους της ΕΡΤ.
7) Ύστατο βήμα αν όλα τα άλλα αποτύχουν θα απευθυνθώ στην ελληνική Δικαιοσύνη. Για να παραφράσω τον τίτλο του άρθρου χρειαζόμαστε σήμερα μια δυναμική απαισιοδοξία που θα μετατρέψει δημιουργικά τη ζωή μας όπου και αν εργαζόμαστε, όπου και αν ζούμε.