Τετάρτη, 12 Δεκέμβριος 2018

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Όταν ξανανθίζουν τα λεφτόδεντρα

Στον αλησμόνητο Σταύρο Τσακυράκη την χρωστάμε την διαπίστωση ότι, όπως η ψήφος στην Βουλή, έτσι και η νομολογία των (καθ' όλα σεβαστών κλπ.) Δικαστηρίων την έχει την τάση να ανακαλύπτει λεφτόδεντρα.
Η πρόσφατη συζήτηση για τις συντάξεις είναι αληθινά χαρακτηριστική της πικρής αυτής διατύπωσης. Ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι κάτι που νομοθετείται – και μάλιστα με ευρύτερη πλειοψηφία, όπως θεωρείται βέβαιο ότι θα περάσει η άρση της νομοθετημένης περικοπής των «παλαιών» συντάξεων στις επόμενες εβδομάδες – δεν είναι κάτι που κρίνεται ορθό και πρέπον; Και ποιος θα τολμούσε να θεωρήσει ότι όταν τα ανώτατα Δικαστήρια νομολογούν ότι οι περικοπείσες συντάξεις, ή πάλι τα δώρα κλπ. οφείλουν να αποδοθούν αναδρομικά στους δικαιούχους – το δε ΝΣΚ κρίνει ότι τα κατώτερα Δικαστήρια ορθώς δικαιώνουν προσφεύγοντες, συνεπώς προς τι να ασκούνται ένδικα μέσα; – η απόφασή τους δεν θα πρέπει να τύχει σεβαστικής εφαρμογής;
Όταν, βέβαια, θα δοθούν τώρα τα αναδρομικά στους δικαιούχους του «σκληρού πυρήνα» - δικαστικοί (το υπόλοιπο 50% της διαφοράς αποδοχών 2012-14), ένστολοι (2012-2016), πανεπιστημιακοί (2015-2016), γιατροί ΕΣΥ (2014-2016) – αυτό θα σημάνει κάτι σαν 800 εκατ. ευρώ. Αυτοί είναι οι δικαιούχοι της υπερήφανης νομολογίας, που αφορούσε το δικαίωμα σε «αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης»: ξεκίνησε με τους δικαστικούς , αλλά σταδιακά «άνοιξε» στα ειδικά μισθολόγια. Τώρα θα 'ρθουν στην Βουλή με ειδική νομοθετική πρόνοια. Η οποία θα περάσει, στοίχημα!, με ευρύτερη πλειοψηφία.
Η προς ανατροπή βαίνουσα περικοπή των συντάξεων των «παλαιών» συνταξιούχων – όσων δηλαδή βρέθηκαν συνταξιούχοι προτού ενσκήψει ο Νόμος Κατρούγκαλου, μέσα του 2016, ανεξαρτήτως αν ήταν πρόωρα συνταξιοδοτημένοι ή όχι, ή αν οι συντάξεις τους (όντως πολλές φορές ροκανισμένες από διαδοχικές μνημονιακές περικοπές) ανταποκρίνονταν ανταποδοτικά στο καθεστώς ασφαλιστικών κρατήσεων που είχαν στην διάρκεια του εργασιακού τους βίου – αφού η σχετική δέσμευση αφορούσε 1% του ΑΕΠ, σημαίνει κάτι σαν 1,8 δις ευρώ. Και αυτή η ρύθμιση/ανάκληση ρύθμισης θα περάσει – άμα δεν σκοντάψει στους δυσάρεστους Ευρωπαίους ή στο μοχθηρό ΔΝΤ – με ευρύτερη πλειοψηφία στην Βουλή . [Τα προεξαγγελμένα στην Θεσσαλονίκη για τις ευπαθέστερες κοινωνικές ομάδες – σχολικά γεύματα, επιδότηση ενοικίου, επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών των νέων κάτω των 25 ώστε να καταργηθεί ο υποκατώτατος μισθός, μείωση ασφαλιστικών εισφορών κοκ – ύψους 750 εκατομμυρίων, εν ανάγκη θα ψαλιδιστούν ή θα υποστούν «άπλωμα στον χρόνο», όπως άλλωστε και το ψαλίδισμα του ΕΝΦΙΑ, αν χρειαστεί].
Όμως η βουή που ξεσηκώθηκε γύρω από τα αναδρομικά ευρύτερα των συνταξιούχων – εκείνων που δεν είχαν τύχη αρχικώς της στοργής της «αξιοπρεπούς διαβίωσης», αλλ' αντιθέτως είχαν γίνει νομολογιακά ανεκτές οι διαδοχικές μειώσεις που υπέστησαν για λόγους, απλώς, «δημοσίου συμφέροντος» - καταλήγει να σημαίνει ο,τιδήποτε ανάμεσα σε 6 και 11 δις ευρώ. Έστω και τμηματικά, έσω και σε βάθος χρόνου, ένα τέτοιο 3,5% έως 6% του ΑΕΠ υπόσχεται δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Πολιτικά, η σημερινή Αντιπολίτευση (Αξιωματική και ελάσσων) «παίρνει το αίμα της πίσω» όταν βλέπει την σημερινή Κυβέρνηση, η οποία τότε είχε ανέβει στα κάγκελα κηρύσσοντας αντισυνταγματικότητα πέραν της αναλγησίας κλπ., να πρέπει τώρα να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Με μια διαφορά: ότι άμα τελικά τα Δικαστήρια δεχθούν και επισφραγίσουν ευρεία αναδρομικότητα – και δεν επικαλεσθούν «δημόσιο συμφέρον» ή και «υπέρτερο δημόσιο συμφέρον» (του δημοσιονομικού εκτροχιασμού), για να περιορίσουν τα αναδρομικά σε όσους μόνο έχουν ασκήσει σχετικές προσφυγές – τα σπασμένα θα κληθούν να τα πληρώσουν οι επερχόμενες Κυβερνήσεις. Γιατί κανένας δημοσιονομικός χώρος, με οιοσδήποτε νέες φορολογίες ή/και οποιεσδήποτε δρακόντειες νέες περικοπές δαπανών κι αν επιδιωχθεί, δεν μπορεί να μαζέψει τέτοιας τάξεως μεγέθους ποσά. Όταν δε αναφερόμαστε στις επερχόμενες Κυβερνήσεις, δεν εννοούμε καν εκείνη που θα προκύψει από τις αμέσως επόμενες εκλογές του 2019, αλλά και εκείνη/εκείνες που θα ακολουθήσουν...
Τα λεφτόδεντρα, λοιπόν, που ξανανθίζουν, κινδυνεύουν να γίνουν η νεότερη εκδοχή του «λεφτά υπάρχουν» του 2009-10, της «ριζικής επαναδιαπραγμάτευσης» του 2012, του «σκίζουμε τα Μνημόνια με ένα νόμο/ένα άρθρο» του 2014-15. Και ναι μεν η Τρόικα δεν είναι ανάμεσά μας, αλλά και η μεταΜνημονιακή εποπτεία συνεχίζεται, και τα διάφορα Eurogroup σίγουρα διαβάζουν τα ενθουσιώδη δημοσιεύματα για τα αναδρομικά και – το μαντέψατε! – οι διαβόητες αγορές που επ' εσχάτων όλοι ανακαλύπτουν, κι αυτές γνωρίζουν να αξιολογούν. Τους καρπούς των λεφτόδεντρων.
Κανείς δεν αδικεί τον συνταξιούχο, που έχει υποστεί μια ντουζίνα μειώσεις και λέει για τους κυβερνώντες «να κόψουν τον λαιμό τους να βρουν λεφτά». Όμως – το ζήσαμε οδυνηρά – τα λεφτόδεντρα παρά τις ευρείες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και τις σοφές νομολογίες δεν υπάρχουν.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 8/11/2018.

Οι συντάξεις μας και το «εδώ καράβια χάνονται»

Περισσότερο κι από την ουσία των οικονομικών προκλήσεων, των διευθετήσεων και των προβολών στο μέλλον για την Ελλάδα του τέλους 2018, το φόντο μπροστά στο οποίο θα διαδραματίζονται είναι εκείνο που καθορίζει το πώς θα πορευθούν/πού θα καταλήξουν. Ακούγεται μπλεγμένο; Είναι! Δείτε όμως το επιχείρημα. Το πρόβλημα που έχουμε είναι ότι χρειάζεται να διατηρούμε σωστή αντίληψη του φόντου αυτού, όπου ετερόκλητα στοιχεία διαγκωνίζονται για να το διαμορφώσουν. Δείτε για παράδειγμα πώς η εμμονή με το συνταξιοδοτικό/την περικοπή ή μη των συντάξεων, έρχεται να λειτουργήσει παράλληλα με όσα θα φέρει στην Ευρωπαϊκή σκηνή (όπου, θέλουμε – δεν θέλουμε, κινούμαστε και θα συνεχίσουμε να κινούμαστε...) εκείνο που ίσως βιαστικά καταγράφεται ως διαδοχή Μέρκελ/μετά-την-Μέρκελ εποχή.
Η διεκδίκηση της μη-περικοπής των παλαιών συντάξεων, δηλαδή η διατήρηση της προσωπικής διαφοράς που ενεπνεύσθη ο Νόμος Κατρούγκαλου, με ουσιαστικό επιχείρημα ότι οι περικοπές των εφεξής συντάξεων συν το σύστημα των εισφορών ΕΦΚΑ που βεβαιώνονται (υπάρχει ένα μικρό ερώτημα κατά πόσον εισπράττονται και πόσο διατηρήσιμες θα αποδειχθούν , όμως αυτό μένει προσώρας κάτω από το χαλί) εξασφαλίζουν χρηματοδοτική ισορροπία και άρα δεν δημιουργούν πρόσθετο δημοσιονομικό πρόβλημα, έχει προ πολλού προσπεράσει – στην Ελληνική πολιτική πραγματικότητα – την οικονομική διάσταση. Έχει εγκατασταθεί στον πυρήνα της προεκλογικής διαμάχης.
Για την Κυβέρνηση είναι πλέον ζήτημα ταυτότητας: είναι η κεντρική της υπόσχεση μη-διατάραξης της οικονομικής καθημερινότητας μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος (κυρίως: εκείνου του μέρους του εκλογικού σώματος που βρίσκει τον δρόμο προς την κάλπη σε εποχές «εύκολης» αποχής...). είναι όμως και απόδειξη του ότι «μπορεί» να περνάει την άποψή της στις σχέσεις με τους Ευρωπαίους δανειστές. Με κάλπες στον ορίζοντα, αυτή η τελευταία διάσταση, της επίδειξης αντοχής απέναντι στους «εταίρους» μετά από χρόνια και χρόνια υποχωρήσεων, θεωρείται στα κυβερνητικά έδρανα ότι έχει κομβική σημασία. Στην Αντιπολίτευση – Αξιωματική και ελάσσονα – το αντανακλαστικό αναγκαστικής πλειοδοσίας στο θέμα των συντάξεων έχει κόψει κάθε δυνατότητα επαναπροσδιορισμού θέσεως: η θέση «άμεση κατάργηση του Νόμου Κατρούγκαλου» για την Ν.Δ., η δική του τροπολογία για το ΚΙΝΑΛ, έρχεται και αντιστηρίζει και καθιστά πολιτικά αμετακίνητη θέση της Κυβέρνησης για προάσπιση των (παλαιών) συντάξεων ως Ιερό Γκράαλ. Πλην αν συναντήσει τοίχο απέναντί της στο Eurogroup οπότε θα περάσουμε στην φάση καταγραφής ζημιών.
Καθώς όλη η συζήτηση για το συνταξιοδοτικό συγκεντρώθηκε στις δημοσιονομικές επιπτώσεις, ήρθε και κούμπωσε με την λογική των πλεονασμάτων/υπερπλεονασμάτων και το περιθώριο χρηματοδότησης του πλέγματος κοινωνικών μέτρων, το οποίο κινδυνεύει να γίνει γνωστό ως «νέο Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», προστίθεται εδώ μια ακόμη περιπλοκή. Τα δημοσιονομικά περιθώρια κρίνονται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα συμφωνημένα της μεταΜνημονιακής εποπτείας και η παρέκκλιση απ' αυτά καταλήγουν στο Eurogroup. Λειτουργεί λοιπόν εδώ μια τεχνική παγίδα: το ένα κέντρο αποφάσεων κινδυνεύει να παραπέμπει στο άλλο, οι παρασκηνιακές διαβεβαιώσεις και καλές προθέσεις (και η Κυβέρνηση είχε συγκεντρώσει πολλές επ' εσχάτων...) να βρεθούν στον αέρα.
Όλα αυτά θα διαδραματισθούν μπροστά στο γενικότερο φόντο των Ευρωπαϊκών ανακατατάξεων. Όπου το «Ελληνικό ζήτημα» ασφαλώς και απασχολεί λιγότερο από το Ιταλικό δημοσιονομικό αδιέξοδο (που όλο και επιχειρείται να εκτονωθεί, και όλο μας ξαναπροκύπτει αδιέξοδο...). Όμως εδώ είναι το πιο δυσάρεστο ενδεχόμενο: μήπως δεν σβήσει/χαλαρώσει την Ελληνική μεταμνημονιακή διαπραγμάτευση το Ιταλικό μέγεθος, αλλ' αντιθέτως αναβιώσει η γνώριμη τάση να «αξιοποιείται» η Ελληνική περίπτωση για κατάδειξη των Ευρωπαϊκών ορίων προς τους άλλους – εν προκειμένω τους Ιταλούς; Ενώ, στην ευρύτερη συζήτηση της ΕΕ «27», η διάσταση κρίσης του Brexit επίσης λειτουργεί αποσυντονιστικά: το «εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν» είναι μια δυσάρεστη αίσθηση όταν διαπραγματεύεσαι τα δικά σου ως βαρκούλα. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος το γνωρίζει, το ζει. Οι υπόλοιποι;
Εδώ, λοιπόν, είναι εκείνο που ξεκινώντας αναφέραμε σαν μετά-την-Μέρκελ εποχή. Θεωρούμε ότι η διατύπωση είναι πρόωρη, όσο κι αν θαυμάσαμε τον τρόπο με τον οποίο ο Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε μαχαίρωσε (όχι πισώπλατα, λεβέντικα) την Μέρκελ παινεύοντας την πολιτική σοφία της. Όμως, μια διαδοχή στην ηγεσία της CDU όπου ο δεξιάς απόκλισης/φιλοεπιχειρηματικός μέχρι το κόκκαλο Φρήντριχ Μέρτζ («μόνον όποιος αλλάζει, εκείνος υπάρχει» το μότο του) ήδη ξεκίνησε προηγούμενος της ρεαλίστριας/Μερκελικής Αννεγκετ Κράμπ-Καρεμπάουερ (άντε τώρα να μαθαίνουμε νέα ονόματα!), θα δώσει στα γενικότερα γερμανικά αντανακλαστικά μια διόλου καλοδεχούμενη τροπή. Μαζί με την αίσθηση εκκρεμότητας, ότι το SPD σε κάθε στροφή μπορεί να βρεθεί εκτός GroKo/Μεγάλου Συνασπισμού, με Γερμανικές κάλπες σε κάθε επόμενη στροφή.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 2/11/2018.

Μάχες για την Ευρώπη

Έχει έρθει η στιγμή να σταθούμε σε δύο άνισες μάχες που έδωσε τόσο το φιλοευρωπαϊκό όσο και το ελληνικό πολιτικό σύστημα κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων της κρίσης, αλλά και στα αποτελέσματα που προκάλεσαν στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Και οι δύο, παρότι σε κάποια φάση έδειξαν να κερδίζονται, προς στιγμήν έχουν χαθεί αφήνοντας πολλά ερωτηματικά που καλό θα ήταν να συζητηθούν σύντομα και να απαντηθούν.

Η πρώτη μάχη συνδέεται με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Για πολλά χρόνια υπήρξε συντονισμένη προσπάθεια να πεισθούν οι Έλληνες για μια περισσότερο φιλοευρωπαϊκή στάση – ως προς το φαίνεσθαι και όχι ως προς την ουσία. Στα χρόνια της κρίσης όλοι είδαν να καταρρέει μπρος στα μάτια τους το αφήγημα της μηχανικής ευημερίας και το όνειρο μιας στέρεης δημοκρατίας στην Ελλάδα με κοινωνικό πρόσημο στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης –κάτι για το οποίο υποτίθεται ότι πάλευε η χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Μιλάμε για την εποχή που, εκτός από την Ιταλία ‒την προβληματική σήμερα Ιταλία‒, ο φτωχός από οικονομική και αυταρχικός από πολιτική άποψη ευρωπαϊκός Νότος (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, μαζί με τα Βαλκάνια) βρισκόταν έξω από τον οικονομικοπολιτικό ορίζοντα της Ενωσης. Σήμερα, ως προς τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, η Ελλάδα βρίσκεται πίσω, αμφίθυμη, κουρασμένη στην πραγματικότητα, έξω από πολλά ευρωπαϊκά κεκτημένα, με χαμένο χρόνο και σπαταλημένο πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο. Τα μνημόνια δεν βοήθησαν∙ απλώς, μετέθεσαν στις επόμενες γενεές των Ελλήνων το χρέος και την κουβέντα που θα έπρεπε να είχε γίνει χθες.

Η δεύτερη μάχη, που και αυτή χάθηκε, συνδέεται με τη δυνατότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος να πείσει τους Ευρωπαίους ‒και προς όφελος της Ευρώπης‒ για κάποια ευμενέστερη στάση απέναντι στην Ελλάδα και, πάντως, όχι για την τιμωρητική στάση που προέκρινε το Βερολίνο ήδη από το 2010-11.

Βέβαια, το Βερολίνο της Μέρκελ και του Σόιμπλε, των Χριστιανοδημοκρατών του CDU και των Χριστιανοκοινωνιστών (με τη βοήθεια των πάλαι ποτέ ισχυρών Σοσιαλδημοκρατών ‒του ιστορικού για τον 20ό αιώνα SPD‒ που είδαν τις δυνάμεις τους να καταρρέουν στα χρόνια της ευρωπαϊκής κρίσης), είχε ελάχιστη σχέση με τον κοινό ευρωπαϊκό δρόμο που είχε υπηρετήσει, μαζί με τη Γαλλία, η Βόννη της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας.

Κάποια ορθολογικότερη ή έστω πραγματιστική διαχείριση του ελληνικού προβλήματος ουδέποτε έγινε από την πλευρά των Βρυξελλών, με απαίτηση της ηγεμονικής Γερμανίας. Οι Βρυξέλλες συμπεριφέρθηκαν σαν λέσχη δανειστών σε μια προσπάθεια να σώσουν το ευρώ και το κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στους λαούς.

Αυτό, με τη σειρά του, είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού ο οποίος εκφράστηκε από δύο πλευρές: από τις δυνάμεις της Αριστεράς, ως έναν βαθμό, που ήθελαν «μια άλλη Ευρώπη» και, κυρίως, από τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

Και βρισκόμαστε ακριβώς εδώ. Στο παράδοξο να εμφανίζεται η ελληνική Δεξιά και το ΚΙΝ.ΑΛΛ ως φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις: στα λόγια. Υιοθετούν, πράγματι, από την Ευρώπη το δόγμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής με λιτότητα, με διατήρηση των ανισοτήτων, όμως, πατώντας πάνω σε μια εθνικιστική και αντιευρωπαϊκή πολιτική, π.χ. για τα Βαλκάνια.

Και ως παλαιό καθεστώς, χρησιμοποιούν την οικονομία και το εθνικό κράτος για κάνουν κάτι χειρότερο: σε πλήρη αντίθεση με τις προϋποθέσεις για ‒μια έστω‒ ανοιχτή κοινωνία και οικονομία υποκινούν την εχθροπάθεια. Προβάλουν την πλάνη της εισαγόμενης εργατικής φτώχειας, υποκινούν μίσος και ενισχύουν τον υπερεθνικισμό στα θύματα του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποιημένης Ευρώπης.

Δεν είναι παράδοξο ότι το Brexit που τόσο δυσκολεύει τους Άγγλους, υπαγορεύτηκε μεταξύ των άλλων και ως αντιμεταναστευτική αναγκαιότητα. Δεν είναι παράδοξο ότι η παντοδυναμία της Μέρκελ δεν κλονίστηκε από τη λιτότητα που επέβαλε στους Ευρωπαίους, αλλά από την πολιτική της απέναντι στο προσφυγικό-μεταναστευτικό ‒ παρά το ότι η Willkommenpolitik ήταν μια ατελής πολιτική για την Ε.Ε. και, σε κάθε περίπτωση, προσανατολισμένη στις ανάγκες των γερμανικών βιομηχανικών συμφερόντων.

Από την άλλη πλευρά, η ελληνική φιλοευρωπαϊκή Αριστερά αδυνατεί να πείσει τους Ευρωπαίους πολίτες ‒όπως και τους Έλληνες στον βαθμό που μας αφορά‒πώς νοείται στον κόσμο τούτο η υπεροχή της «ευρωπαϊκής ιδέας», όταν η τελευταία συνοδεύεται από ένα ολόκληρο πλέγμα «ευρωπαϊκού δικαίου και συμφωνιών», εντός ενός αυτονομημένου ευεργετικού ευρωπαϊσμού ο οποίος εντέλει κινείται εις βάρος των άμεσων συμφερόντων τόσο των Ευρωπαίων πολιτών όσο και των κρατών-μελών.

Ας το κατανοήσουμε αλλιώς το θέμα μας. Το πρόβλημα στην Ευρώπη, όπως και το πρόβλημα στην Ελλάδα και την ευρωπαϊκή της μοίρα, τούτη τη στιγμή δεν βρίσκεται στη σταδιακή αποχώρηση της Μέρκελ και στις ανακατατάξεις στη γερμανική πολιτική ή στις καλές ιδέες του Μακρόν. Το πρόβλημα βρίσκεται στις ίδιες τις ευρωπαϊκές ιδέες, στις δικές μας ιδέες για την Ευρώπη και στην καρδιά ενός φθίνοντος συστήματος που πράττει σπασμωδικά πολλά από αυτά που απλώς ενισχύουν την ανημπόρια του.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/11/2018.

Διάγνωση της πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη σήμερα

Το θέμα του συνεδρίου μας είναι «Οι νέες προοπτικές για την Ευρώπη». Ωστόσο δεν θα εξετάσω αυτό το θέμα, αλλά θα αναφερθώ στους λόγους για τους οποίους οι «παλιές» προοπτικές υπονομεύτηκαν.

Είναι γνωστό ότι οι κίνδυνοι της νέας παγκόσμιας κατάστασης έχουν γίνει αντιληπτοί από τη δημόσια συνείδηση, όπως επίσης και το ότι η ματιά μας για την Ευρώπη έχει αλλάξει.

Οι φιλελεύθερες πολιτικές ηγετικές ομάδες (ελίτ) στις μέρες μας κάνουν βήματα προόδου εντός του πλαισίου της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε τρεις τομείς: στον τομέα της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής ενισχύεται η στρατιωτική ικανότητα της Ευρώπης να απαλλαγεί η ίδια η Ευρώπη από τη «σκιά των ΗΠΑ».

Στον τομέα της κοινής πολιτικής του ασύλου φρουρούνται με αυστηρότητα τα εξωτερικά σύνορα, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούνται και αμφιλεγόμενα κέντρα υποδοχής στη Βόρεια Αφρική. Και στον τομέα του «ελεύθερου εμπορίου» ακολουθείται κοινή πολιτική και όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις για το Brexit και σχετικά με τις διαπραγματεύσεις με τον Τραμπ.

Οι διαπραγματεύσεις για την κοινή ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική όπως και για την πολιτική του ασύλου επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να παραμερίσουν τα βραχυχρόνια εθνικά συμφέροντά τους, χωρίς όμως να μπορούν να απαλλαγούν από τον στρόβιλο του δεξιού λαϊκισμού. Σε μερικές χώρες, όπως είναι η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Τσεχία αλλά και η Ιταλία, πρόσφατα αναπτύσσεται μια ένταση ανάμεσα σε ευρωπαϊκές αντιλήψεις από τη μία και σ' ένα αντι-συνεργατικό πνεύμα από την άλλη. Η σύγκρουση αυτή καταλήγει σ' έναν εθνικισμό, ο οποίος τελικά είναι εχθρικός προς την Ευρώπη.

Οπότε και τίθενται δύο ερωτήματα: πρώτον, πώς μπορούμε πολιτικά να επεξεργαστούμε αυτή την αντίφαση ανάμεσα στις παρωχημένες αντιευρωπαϊκές αντιλήψεις και στα αναγκαία βήματα της ενσωμάτωσης; Και δεύτερον, πώς εξηγείται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομισματικής κοινότητας και μάλιστα σ' ένα από τα έξι ιδρυτικά μέλη (την Ιταλία) να ενισχύεται η λαϊκιστική αντίσταση «κατά των Βρυξελλών» και τελικά να συγκροτούνται συμμαχίες μεταξύ δεξιών και αριστερών λαϊκιστών;

Το περίπλοκο αυτό ζήτημα, το οποίο για την κοινή γνώμη έχει καταστεί πρώτο θέμα (ειδικά στη Γερμανία οι συζητήσεις είναι ατέρμονες), μπορεί να εξεταστεί σε αναφορά με τις προσπάθειες αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης του 2008, η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σε κρίση χρέους το 2010. Για τη γέννησή της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) η αντιμετώπιση του φόβου μπροστά στην κρίση χρέους αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο καθηγητής Οικονομικών Μπερντ Λούκε (στέλεχος του AfD) πήρε πρωτοβουλίες για να προωθήσει την ιδέα του φόβου μπροστά στην εξάπλωση της κρίσης χρέους.

Σε διεθνές οικονομικό επίπεδο επικρατούν οι κριτικές φωνές κατά της λιτότητας, την οποία προωθούν οι Μέρκελ και Σόιμπλε. Από πολιτικής απόψεως αγνοούνται οι επιπτώσεις της κρίσης χρέους στην κοινωνική και την ανθρωπιστική σφαίρα. Σε περιοχές της Ελλάδας και της Πορτογαλίας ο δείκτης ανεργίας είναι υψηλός σε σχέση προς τον μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Επιπλέον η σταθερότητα της δημοκρατίας τίθεται σε κίνδυνο. Πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης χρέους αλληλοσυνδέονται. Σε επίπεδο αφήγησης το πρόβλημα διατυπώνεται ως αντιπαράθεση ανάμεσα στο «δικό μου» (εθνικό, οικονομικό κ.ά.) συμφέρον και την κοινή ευρωπαϊκή προοπτική. Το πρόβλημα αυτό είναι συγκροτησιακό της Ευρώπης στις μέρες μας και εξειδικεύεται σε επιμέρους πολιτικές και των εθνικών κρατών και της ευρωπαϊκής κοινότητας.

Για παράδειγμα ας αναφέρουμε ότι η οικονομικά ισχυρή Γερμανία δεν θέλει να συμβιβαστεί με την πολιτική λειτουργία του ευρώ, το οποίο θεσμοθετήθηκε ως κοινό νόμισμα με την προσδοκία να επιτευχθούν συνθήκες ομοιογένειας στις σχέσεις ζωής όλων των κρατών-μελών της ευρωζώνης. Αντί να συμβεί κάτι τέτοιο, ενισχύθηκαν οι οικονομικοί ανταγωνισμοί εντός της ευρωζώνης. Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων αποτυπώνεται στα δεξιά και αριστερά λαϊκιστικά κινήματα, τα οποία φέρνουν στο προσκήνιο απηρχαιωμένες αντιλήψεις περί εθνικισμού.

Με άλλα λόγια διαμορφώθηκε ένα σύστημα κανόνων, το οποίο απέτρεψε τη δημιουργία συνθηκών εξισορρόπησης δυνατοτήτων και ικανοτήτων και ταυτόχρονα εμπόδισε την εμφάνιση χωρών για μια κοινή δράση των κρατών-μελών. Η νομισματική ένωση διαμόρφωσε τις συνθήκες αφενός μεν για την ανάπτυξη του οικονομικού ανταγωνισμού σε όλα τα επίπεδα συγκρότησής της, αφετέρου δε για την αποδυνάμωση της προοπτικής της πολιτικής ένωσης. Στα μεταρρυθμιστικά σχέδια του Εμανουέλ Μακρόν περιλαμβάνονται δύο στόχοι: να απελευθερωθεί το ευρώ από τα χρηματοπιστωτικά δεσμά με τη δημιουργία της δημοσιονομικής και της τραπεζικής ένωσης. Αυτό σημαίνει πως τίθενται κανόνες δημοκρατικού ελέγχου της λειτουργίας του ευρώ. Ο δεύτερος στόχος είναι η μακροπρόθεσμη προοπτική της πολιτικής ένωσης.

Κατά κάποιο τρόπο ο σκοπός της σταθεροποίησης της νομισματικής ένωσης μπορεί να συνδεθεί με τον σκοπό της άμβλυνσης των οικονομικών ανισοτήτων ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Και αυτό μπορεί να γίνει με τις πολιτικές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν οι πολιτικές ηγετικές ομάδες (ελίτ). Δυστυχώς οι σοσιαλδημοκράτες, ενώ έχουν συνδέσει την ύπαρξή τους με την ιστορική μοίρα της Γερμανίας, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην ιστορική αποστολή τους: να εξημερώσουν τον καπιταλισμό. Αναζητούνται πολιτικά υποκείμενα τα οποία θα επωμιστούν αυτό τον ρόλο. Οι επικείμενες ευρωεκλογές αποτελούν ένα στοίχημα γι' αυτό το σχέδιο.

Από την πλευρά του ο Μακρόν, του οποίου η κίνηση μέχρι τώρα δεν εκπροσωπείται στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, επιχειρεί να σχηματίσει ένα καθαρά ευρωπαϊκό κόμμα. Απέναντί του στέκονται αντι-ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ο καθαρός ευρωπαϊκός σχηματισμός του Μακρόν διαφοροποιείται από τον αντίστοιχο του Μάνφρεντ Βέμπερ, o οποίος είναι ο υποψήφιος για τη θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από την πλευρά του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Οι δεξιοί λαϊκιστές τύπου Ορμπαν συγκροτούν ένα μέτωπο κατά του Μακρόν. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οι πολιτικές συγκρούσεις αποκτούν νέες διατάσεις: αντι-ευρωπαϊστές εναντίον ευρωπαϊστών. Πράγμα που σημαίνει ότι στον βαθμό που το ευρωπαϊκό σχέδιο δεν προωθείται, οι κίνδυνοι για την κατάρρευσή του ενισχύονται.

Εν κατακλείδι εάν με ρωτάτε όχι ως πολίτη, αλλά ως ακαδημαϊκό παρατηρητή, για τις εκτιμήσεις μου, θα πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν βλέπω να διαμορφώνονται ενθαρρυντικές τάσεις. Ειδικότερα τα οικονομικά συμφέροντα παρά το Brexit δεν θα οδηγήσουν σε κατάρρευση της ευρωζώνης. Επανέρχομαι όμως στο αρχικό δεύτερο ερώτημά μου: τι είναι αυτό που κρατά ενωμένη την Ευρώπη; Η εκτίμησή μου είναι η εξής: τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης συνυπάρχουν παρά τις οικονομικές ανισότητες μεταξύ τους και τους σχετικούς οικονομικούς ανταγωνισμούς. Από την άλλη η ενίσχυση των δεξιών λαϊκιστικών κινημάτων ανάγεται μάλλον στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το ευρωπαϊκό σχέδιο και όχι στην αναβίωση των εθνικισμών. Εξάλλου η κοινή εμπειρία μάς διδάσκει ότι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης προχωράει μέσα από ιστορικά αντίξοες συνθήκες. Και, τέλος, ελπίζω ότι η αρνητική στάση της γερμανικής κυβέρνησης στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Μακρόν δεν αποτελεί μια τελευταία χαμένη ευκαιρία.

Ο Χάμπερμας και η Ευρώπη

Η πολιτική αγωνία του Γιούργκεν Χάμπερμας για τις ιστορικές προοπτικές της Ευρώπης έχει αναγνωριστεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Και οι πολίτες των επιμέρους ευρωπαϊκών πολιτικών κοινωνιών αλλά και οι πολιτικές ηγεσίες, ανεξαρτήτως των ιδεολογικών προσανατολισμών τους, αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του τον πολίτη και τον διανοούμενο που σηκώνει το βάρος του «πολιτικού διαφωτισμού» της Ευρώπης στις μέρες μας.

Ο «διαφωτισμός» (κατά τον Καντ) δεν είναι μια υπόθεση η οποία ολοκληρώθηκε με την ίδρυση της νεότερης και σύγχρονης ανθρωποκεντρικής πολιτικής κοινωνίας. Είναι μια ιστορική υπόθεση για την οποία χρειάζεται να εργαζόμαστε όλοι συστηματικά και μεθοδικά. Η «έξοδος του ανθρώπου από το καθεστώς της ανωριμότητάς του, για το οποίο ο ίδιος είναι υπεύθυνος» (αυτό θα πει Διαφωτισμός), είναι μια διαδικασία διαρκής και επίπονη για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ο Γιούργκεν έστειλε αυτό το κείμενό του να δημοσιευτεί, κατά αποκλειστικότητα στα ελληνικά στην «Εφημερίδα των Συντακτών», με την οποία, όπως μου δήλωσε χαρακτηριστικά, συνεργάζεται από τότε που κυκλοφόρησε (Νοέμβριος 2012). Χωρίς να προκαταλαμβάνω τον ορίζοντα μελέτης και επεξεργασίας των ιδεών του δασκάλου μου Χάμπερμας από την πλευρά των αναγνωστών, τονίζω ότι: Ευρώπη, Ελλάδα, Γερμανία, Γαλλία και όλες οι χώρες που ανήκουμε στο σύστημα πολιτικών ιδεών, μέσω των οποίων διαμορφωθήκαμε ως σύγχρονη πολιτική κοινωνία, δεν μας επιτρέπεται να οπισθοχωρήσουμε στην ιστορική πορεία μας. Στον δρόμο προς την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και τη δημιουργία του κοινωνικού κόσμου στα μέτρα του ανθρώπου, δεν υπάρχει επιστροφή!

Θεόδωρος Γεωργίου, Kαθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Σημείωση: Το κείμενο αυτό είναι η περίληψη της ανακοίνωσης του Γιούργκεν Χάμπερμας στο συνέδριο που διοργάνωσε το Κολέγιο Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης (στο Bad Homburg) με θέμα «Νέες προοπτικές για την Ευρώπη» (Neue Persektiven für Europa). Η απόδοση του κειμένου στα ελληνικά έγινε από τον Θεόδωρο Γεωργίου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 29/10/2018.

Εξημερώνεται ο καπιταλισμός;

Γράφει ο Γιούργκεν Χάμπερμας: «Δυστυχώς οι Σοσιαλδημοκράτες, ενώ έχουν συνδέσει την ύπαρξή τους με την ιστορική μοίρα της Γερμανίας, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην ιστορική αποστολή τους: να εξημερώσουν τον καπιταλισμό. Αναζητούνται πολιτικά υποκείμενα τα οποία θα επωμιστούν αυτόν τον ρόλο. Οι επικείμενες ευρωεκλογές αποτελούν ένα στοίχημα γι' αυτό το σχέδιο» («Εφ.Συν.» 29-10-2018).

Μέσα σε μία παράγραφο πολλά κρίσιμα ζητήματα. Ας ξεκινήσουμε από τα εύκολα.

Οντως, η Σοσιαλδημοκρατία έχει αποτύχει παταγωδώς να παίξει τον ρόλο στον οποίον αναφέρεται ο Γερμανός φιλόσοφος. Δεν αντιστάθηκε στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, δεν υπερασπίστηκε τα συμφέροντα των τάξεων που παραδοσιακά ήταν το ακροατήριό της, προσχώρησε αμαχητί στη στρατηγική του αντιπάλου.

Για την ενδοτική στάση της απέναντι στις αχαλίνωτες δυνάμεις της αγοράς πλήρωσε βαρύ τίμημα. Στη Γερμανία υποχωρεί ατάκτως, στη Γαλλία έχει εξαφανιστεί, στην Ολλανδία ψάχνεται, στην Ιταλία είναι σε βαθιά κρίση, στην Ελλάδα βλέπουμε την εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ.

Μοναδικές εξαιρέσεις, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Αγγλία. Γιατί σ' αυτές τις χώρες έσπασε ο κανόνας; Μα, επειδή οι νέες ηγεσίες εξουδετέρωσαν τις βαρονίες που ήλεγχαν τα κόμματα και τα είχαν μετατρέψει σε ουραγούς της Δεξιάς.

Σωστά λέει ο Χάμπερμας ότι ο ιστορικός ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας ήταν η εξημέρωση του καπιταλισμού. Αυτή άλλωστε ήταν η αιτία της πρώτης διάσπασης του σοσιαλιστικού κινήματος. Γύρω από το δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση;» διεξήχθη η μεγάλη μάχη πριν από εκατό και βάλε χρόνια.

Υπήρξε περίοδος (χρυσή 35ετία) στη μεταπολεμική Ιστορία που πράγματι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα από θέσεις εξουσίας πέτυχαν τον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού. Κατάφεραν να δημιουργήσουν –στη Σκανδιναβία ήταν η πιο προωθημένη εκδοχή– κράτος δικαίου, συμμετοχικούς θεσμούς, εκτεταμένα δίκτυα προστασίας.

Πρόσφεραν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες στην Παιδεία και την Υγεία, κράτησαν χαμηλά την ανεργία, οι εργαζόμενοι είχαν ικανοποιητικές αποδοχές, συγκρότησαν μηχανισμούς που εμπόδιζαν την απληστία του μεγάλου κεφαλαίου και περιόρισαν τις ανισότητες με την προοδευτική φορολογία.

Βοήθησε σ' αυτό και η παρουσία του αντίπαλου δέους (τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού) το οποίο λειτουργούσε σαν μπαμπούλας για τις αστικές τάξεις των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Το σύστημα δεν ανετράπη, έγινε όμως πιο ανθρώπινο.

Είναι σήμερα αυτό εφικτό; Μπορεί, δηλαδή, να αναπτυχθεί ένα κίνημα το οποίο θα θέσει, όχι πια μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε περιφερειακό (Ευρώπη), ακόμη και σε παγκόσμιο, ως στόχο του την εξημέρωση του καπιταλισμού;

Οι γνώμες διχάζονται. Οι νεοφιλελεύθεροι λένε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Η ριζοσπαστική, κινηματική Αριστερά και οι κομμουνιστές, όπου επιβιώνουν, υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός στη σημερινή τούρμπο μορφή του δεν παίρνει επιδιόρθωση, δεν συμφωνούν όμως στο διά ταύτα, ενώ δεν λείπουν οι ιδεολογικοί καβγάδες και οι δίκες προθέσεων για παλιές και νέες... αμαρτίες.

Οι Σοσιαλδημοκράτες δεν μπορούν να ξεπεράσουν την προγραμματική αμηχανία τους. Ο Χάμπερμας λέει πως αναζητούνται πολιτικά υποκείμενα προκειμένου να παίξουν αυτόν τον ρόλο και θεωρεί ότι οι επικείμενες ευρωεκλογές αποτελούν ένα στοίχημα γι' αυτό το σχέδιο.

Πολλοί πάντως, παρατηρώντας τις τάσεις στα εκλογικά σώματα, φοβούνται ότι από τις ευρωεκλογές δεν θα προκύψει το σχέδιο για την εξημέρωση του καπιταλισμού, αλλά ένα σχέδιο για την πλήρη αποθηρίωσή του που θα πηγαίνει παρέα με τη συρρίκνωση της δημοκρατίας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 31/10/2018.

Ο ελληνικός ιστορικός συμβιβασμός

Η ιδέα του Ιστορικού Συμβιβασμού δημιούργησε σοκ στους αριστερούς, στη δεκαετία του 1970. Αλλοι τη θεώρησαν σκάνδαλο, άλλοι πρόκληση. Εξαγγέλθηκε από τον Ενρίκο Μπερλίνγκουερ και αφορούσε μια προοπτική συμμαχίας ανάμεσα στους δύο μεγάλους αντιπάλους της Ιταλίας, τη Χριστιανοδημοκρατία (ΧΔ) και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ωστόσο η ιδέα έμεινε στη μέση του δρόμου.

Το 1980 η ΧΔ έκανε τον δικό της ιστορικό συμβιβασμό με την Κεντροαριστερά (πεντακομματική πλειοψηφία) και ο Μπερλίνγκουερ ανέπτυξε την ιδέα της «δημοκρατικής εναλλακτικής», δηλαδή την αναζήτηση ενός συνασπισμού με την Κεντροαριστερά, με άξονα το ΚΚΙ, που θα απέκλειε τους ΧΔ. Εκτοτε, πολύ νερό κύλησε κάτω από τις γέφυρες του Τίβερη. Και οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι της μεταπολεμικής περιόδου εξαφανίστηκαν. Σήμερα, το ιταλικό πολιτικό τοπίο είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο της δεκαετίας του 1980.

Αντίθετα, στην Ελλάδα, το πολιτικό τοπίο άλλαξε μεν, φέρνει όμως σημάδια εκείνης της μακρινής εποχής. Εκείνο, ωστόσο, που έχει ενδιαφέρον είναι ότι η ιδέα του ιστορικού συμβιβασμού, που δεν μπήκε ποτέ στην Ελλάδα (ίσως αδύναμα από τον Λεωνίδα Κύρκο σε μια εποχή που το δίπολο Δεξιά - Αντιδεξιά μεσουρανούσε), επανήλθε στην εποχή της κρίσης, α λα ελληνικά. Η κρίση ήταν σαν τον Μινώταυρο που έφαγε ή ανασκολόπισε τα κόμματα το ένα μετά το άλλο. Η μόνη οδός επιβίωσης ήταν επομένως ο συμβιβασμός των πρώην αντιπάλων. Με αυτή την έννοια, στην Ελλάδα δεν έχουμε έναν, αλλά δύο ιστορικούς συμβιβασμούς.

Ο πρώτος ιστορικός συμβιβασμός δημιουργήθηκε το 2012, όταν οι δύο πρώην αντίπαλοι, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, με ένα από τα δύο κόμματα της ευρωκομμουνιστικής Αριστεράς, τη ΔΗΜ.ΑΡ., αποφάσισαν να συγκυβερνήσουν. Ο δεύτερος ιστορικός συμβιβασμός δημιουργήθηκε το 2015, και κυβερνά ώς σήμερα. Ο πρώτος ιστορικός συμβιβασμός δημιουργήθηκε με άξονα τη Δεξιά. Αυτή ήταν η μεγάλη δύναμη και η κύρια συνιστώσα του συνασπισμού. Ο δεύτερος ιστορικός συμβιβασμός δημιουργήθηκε με άξονα την Αριστερά, και περιλαμβάνει ένα κομμάτι της Δεξιάς, δηλαδή τους ΑΝ.ΕΛΛ., μια θεσμική συμμαχία με τους καραμανλικούς, καθώς και έναν συμβιβασμό με την Εκκλησία της Ελλάδας.

Γιατί δύο συμβιβασμοί και όχι ένας; Διότι το Μνημόνιο δίχασε την ελληνική κοινωνία και τους πολίτες, πάνω σε μια νέα γραμμή, διαφορετική από εκείνη του εμφυλίου πολέμου και της Μεταπολίτευσης. Καινούργια εποχή, καινούργια προβλήματα, νέες αντιπαραθέσεις.

Οι αντιπαραθέσεις και οι συμμαχίες αυτές δεν είναι τεχνητές. Οταν ο Μπερλίνγκουερ πρότεινε το 1970 τον ιστορικό συμβιβασμό, μπορούσε να διακρίνει δύο πράγματα. Το ένα ήταν ότι η αιχμή του ψυχρού πολέμου είχε περάσει και είχε αποδυναμωθεί η συνοχή των δύο αντίπαλων διεθνών στρατοπέδων. Το άλλο, όμως, ήταν ότι η κρίση εκείνης της δεκαετίας που εξαφάνιζε το καθεστώς της οργανωμένης νεωτερικότητας της μεταπολεμικής εποχής έδινε τη θέση της στην ανοργάνωτη ή αποδιοργανωμένη νεωτερικότητα (απελευθέρωση των αγορών και της οικονομίας από εθνικούς και πολιτικούς ελέγχους κ.λπ.). Σωστά, επομένως, επισημαίνονταν οι εκλεκτικές συγγένειες ανάμεσα στους δύο αντιπάλους.

Και τα Μνημόνια, στις ίδιες γραμμές μετάβασης από τη μια εποχή στην άλλη εγγράφηκαν. Και βέβαια αυτή η μετάβαση από το ένα καθεστώς νεωτερικότητας στο άλλο δεν είναι ούτε απλή ούτε απότομη. Με διαδοχικά κύματα, αυτό συμβαίνει από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα. Νομίζω, επομένως, ότι αντί να μιλάμε για φυσικές ή αφύσικες συμμαχίες, θα πρέπει να τις δούμε ως αποκρυσταλλώσεις στο πολιτικό επίπεδο δομικών μεταβολών.

Οπως η συγχρονία αποτελείται από συνδυασμό διαφορετικών εποχών, έτσι και οι ιδεολογίες και τα πολιτικά προγράμματα των πολιτικών συνασπισμών ενέχουν καταστατικά την αντιφατικότητα. Δεν πρέπει να εκπλήσσεται, ούτε να σκανδαλίζεται ή να αγανακτεί κανείς για αυτή τη συγχρονία του ασύγχρονου. Αυτοί είναι οι ιστορικοί συμβιβασμοί σε εποχές που χαρακτηρίζονται από μεγάλες μεταβάσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι καμιά ανατρεπτική δύναμη. Αλλωστε, η περίοδος των επαναστατικών ανατροπών στην Ευρώπη έκλεισε με το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Κι αν ακόμη, τα αριστερά κόμματα μετά το 1974 είχαν αναφορές σε οράματα, ονόματα και σύμβολα των μεγάλων ανατροπών, αυτές δεν είχαν μεγαλύτερο βάρος από τη φράση του Σωκράτη στο τέλος ενός, καταπληκτικής διαύγειας, διαλόγου: «Ω Κρίτων, τω Ασκληπιώ οφείλομεν αλεκτρυόνα». Απλώς μια τελετουργική χειρονομία.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι ποια κοκόρια θα θυσιάσει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η διαυγής στάθμιση της επιλογής ανάμεσα στον ιστορικό συμβιβασμό και στη δημοκρατική εναλλακτική. Ποια παρουσιάζει σήμερα τη μεγαλύτερη δυναμική; Ο ιστορικός συμβιβασμός θα πρέπει να νοηθεί όχι ως τέχνασμα ανάγκης, αλλά ως αποκρυστάλλωση κοινωνικών δυνάμεων. Π.χ. γέφυρα με συντηρητικούς πολίτες που, παρά τις διαφορές στο Μακεδονικό, συμφωνούν πως η νέα εποχή δεν πρέπει να χαρακτηριστεί από την ανάπτυξη με διεύρυνση ανισοτήτων, και την αναδιανομή υπέρ των πλούσιων.

Από την άλλη, η δημοκρατική εναλλακτική συνιστά την ανάληψη της ηγεσίας της ιστορικής Κεντροαριστεράς, και έχει ως άξονα του προοδευτικού πόλου ανάπτυξης τα δυναμικά μεσαία στρώματα. Εκείνο που χρειάζεται είναι η καθαρή διατύπωση των διλημμάτων, πέραν των προσώπων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 22/10/2018.

«Υπάρχουν μαθήματα για όλους»

Τελικά, το χτίσιμο προσδοκιών περί περιθωρίων ανεξάρτητης χάραξης πολιτικής στην μεταΜνημονιακή εποχή κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο αποσταθεροποιητικά παρά – ας το πούμε έτσι... - εμπνευστικά. Επίκεντρο συνεχίζει να είναι το μέτωπο των συντάξεων. το οποίο πλέον καθιερώνεται απ' όλο το πολιτικό σκηνικό (θυμηθείτε την ομόθυμη πανηγυρική καταβύθιση του Νόμου Γιαννίτση, πριν δυο σχεδόν δεκαετίες) ως κεντρικός στόχος πολιτικής.
Στην συζήτηση προσέρχονται κεντρικοί παρατηρητές/συντελεστές του Ελληνικού πειράματος, όπως αυτό συνεχίζεται. Σιγήσαντος προσωρινά του Πιερ Μοσκοβισί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (έχει εκτραπεί προς Ιταλία) , έχουμε τώρα την παρουσία τού με νωπή ακόμη την εμπειρία από την Προεδρία του Eurogroup Γερούν Ντάισσελμπλουμ να στηρίζει («η περικοπή δεν είναι απαραίτητη για δημοσιονομικούς λόγους, ούτε επηρεάζει διαρθρωτικά το ασφαλιστικό σύστημα στην Ελλάδα»). Αλλά και ο διάδοχος του, ο νυν πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο είχε συμπαραταχθεί στην άποψη ότι οι συντάξεις «δεν είναι μέτρο διαρθρωτικής πολιτικής [...] είναι ένα δημοσιονομικό μέτρο. Όλοι ξέρουμε ότι η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη απ' ό,τι 19 μήνες νωρίτερα [ όταν λήφθηκε η σχετική απόφαση]».
Εδώ όμως – και ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή , η οποία έχει την θεσμική αρμοδιότητα για αποτίμηση των δημοσιονομικών προοπτικών όπως είχε επισημάνει και ο ίδιος ο Σεντένο, τίμησε με σιγή το Ελληνικό Προσχέδιο Προϋπολογισμού 2019 με την μνεία του περί μη-περικοπής... - μας προέκυψε χρησμός Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του ESM. «Ο άνθρωπος που κουβαλάει το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού χρέους» έβαλε άκομψα ένα μπαστούνι στις ρόδες του Ελληνικού ποδηλάτου που είχε αρχίσει να επιταχύνει – πώς; Με την αποδοχή/καταγραφή μεν του υπερπλεονάσματος/άνω του 3,5% του ΑΕΠ που έχει πετύχει η Ελληνική οικονομία, αλλά με την προσθήκη ότι «το ποσό δεν είναι αρκετό για να δικαιολογεί αυτόματα την κατάργηση του μέτρου περικοπής των συντάξεων». Βέβαια φρόντισε ο Ρέγκλινγκ να αφήσει ανοιχτή την συζήτηση – παραπέμποντας, πίσω, στο Eurogroup... - με την παρατήρηση «το κοιτάζουμε, το συζητάμε, το εξετάζουμε». Όμως...
...Όμως εκείνο που συνολικά οικοδομείται είναι τι; Ασάφεια. Αβεβαιότητα. Θολούρα. «Εναλλακτικά σενάρια». Καθώς, δε ο ίδιος Κλάους Ρέγκλινγκ με αφορμή την Ιταλική κρίση, έκρινε χρήσιμο να ρίξει νερό και στον μύλο των αμφισβητήσεων περί τις Ελληνικές τράπεζες αλλά και παρέπεμψε στο cash buffer της Ελλάδας, ώστε να δείξει ότι δεν υπάρχει ανάγκη βεβιασμένων κινήσεων , μένει πίσω η εντύπωση ότι – ακριβώς – η θολούρα αποτελεί μορφή πολιτικής διαχείρισης.
Επειδή πάντως τις μέρες αυτές είναι η τιμητική του Γερούν Νταίσσελμπλουμ και του βιβλίου του «Η κρίση του ευρώ» (εκδόσεις economia), η έμφασή του σ' αυτήν την στροφή των πραγμάτων είναι στην Ευρώπη συνολικά – και μάλιστα με τις Ευρωεκλογές στον άμεσο πολιτικό ορίζοντα, με την Ιταλική εμπειρία εν εξελίξει κοκ – όσο και στην Ελλάδα, «να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη». Στην παρουσίαση του βιβλίου του, παραδέχθηκε ότι τα αρχικά προγράμματα Προσαρμογής ήταν μη-ρεαλιστικά στους χρόνους που έθεταν και υπερβολικά απαιτητικά στην έκταση της προσαρμογής που απαίτησαν – αρχικά της δημοσιονομικής ύστερα και της διαρθρωτικής. Όμως από δω και πέρα συνέστησε στους Έλληνες πολίτες, αυριανούς ψηφοφόρους (και έδειξε καλά ενημερωμένος για τον πολιτικό κύκλο που ανοίγεται τώρα) να ρωτούν τις πολιτικές ηγεσίας, όταν ακούν εξαγγελίες, «από πού θα χρηματοδοτηθούν οι μειώσεις φόρων ή αυξήσεις δαπανών». Το κεντρικό μόττο Νταϊσσελμπλουμ ήταν ζυγιασμένο: «Υπάρχουν μαθήματα για όλους».
Στα ίδια παρουσίαση του βιβλίου, ο Νίκος Βέττας του ΙΟΒΕ διερωτήθηκε κατά πόσον το σημερινό μείγμα πολιτικής είναι συμβατό με ουσιώδεις αναπτυξιακούς στόχους, αλλά και κατά πόσον η ισορροπία που εξασφαλίσθηκε στο ισοζύγιο είναι διατηρήσιμη – καθώς δεν δείχνει να έχει αλλάξει στην Ελλάδα η παραγωγική βάση. Για τον Βέττα, ανοιχτό παραμένει πάντα το ερώτημα «πώς θα χειριστεί εφεξής η Ευρωζώνη τους αδύναμους κρίκους της» αλλά και πώς θα προχωρήσει η διαχείριση του συσσωρευμένου χρέους, έτσι όπως μπαίνουμε στην φάση ανοδικών επιτοκίων. Μια άλλη εκδοχή των «διδαγμάτων για όλους».
Στην ίδια διοργάνωση ο Θόδωρος Φέσσας παρεμβαίνοντας ως ΣΕΒ, σημείωσε ότι δεν θα πρέπει – όταν γίνεται η αποτίμηση των διαδοχικών Προγραμμάτων Προσαρμογής – να λησμονείται ο ρόλος που έπαιξαν στον σχεδιασμό των Προγραμμάτων και στην προσαρμογή τους, διαχρονικά, οι άνθρωποι της Τρόικας/των Θεσμών. Διότι μπορεί μεν να υπήρξε πρόβλημα «ιδιοκτησίας» των Προγραμμάτων από Ελληνικής πλευράς, αλλά δεν παύουν να λειτούργησαν και σημαντικές αδυναμίες σχεδιασμού τους.
Τα «διδάγματα για όλους» δεν είναι ευθύγραμμη υπόθεση, τελικά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 25/10/2018.

Ελλάδα, πόλεμος, Έπος

Τον Οκτώβριο του 1929 είχε καταρρεύσει το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Ο κόσμος είχε βυθιστεί σε βαθιά οικονομική κρίση, με αποτέλεσμα τον έντονο προστατευτισμό και τον απομονωτισμό. Στην Ευρώπη είχαν κλονιστεί οι φιλελεύθερες οικονομικοπολιτικές και κοινωνικές δομές, μαζί με ό,τι πρέσβευαν οι φιλελεύθερες ελίτ, και είχαν ισχυροποιηθεί συστήματα που αντιστρατεύονταν τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία. Αναδυόταν το πολεμικό κράτος.

Ενώ μαινόταν ο Ισπανικός Εμφύλιος και η Κοινωνία των Εθνών μιλούσε για περιορισμό των πολεμικών εξοπλισμών, στην Ελλάδα ο Ιωάννης Μεταξάς, με τη μετάβαση στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δήλωνε τον Σεπτέμβριο του 1936 ότι «ένεκα της ανικανότητας της Βουλής και ένεκα του κομμουνιστικού κινδύνου που έφεραν την χώραν εις το χείλος της αβύσσου, δεν θα επανέλθωμεν πλέον εις τον κοινοβουλευτισμόν» (εφημ. «Ακρόπολις», 18 Σεπτεμβρίου 1936).

Λίγο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μόνον 10 από τις 27 χώρες της Ευρώπης διατηρούσαν κοινοβουλευτική δημοκρατία. Από τη Γερμανία, οι διώξεις και τα πογκρόμ κατά του αναγκαίου «εχθρού» κυκλοφορούσαν ως «Εξέγερσις των Γερμανών κατά των Εβραίων» (αυτός ήταν ο τίτλος του «Ελεύθερου Βήματος» στις 13 Νοεμβρίου 1938).

Πολλοί διανοούμενοι, ο Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασέτ, ο Πολ Βαλερί, ο Τόμας Μαν... έβλεπαν την Ευρώπη να μαστίζεται από πολιτισμική κρίση. Είχαν κατανοήσει, και είχαν δίκαιο, ότι όλα τα επιφαινόμενα της οικονομικής κρίσης (η εξαθλίωση της παιδείας και η απαξίωση της κοινής λογικής), η αύξηση της βίας και του φόβου για την ελευθερία, η απουσία αναστοχασμού για την κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα κ.λπ. ήταν αποτέλεσμα της πολιτισμικής κρίσης αυτής καθεαυτήν. Το κλίμα της Ευρώπης ήταν κλίμα γενικευμένου πολέμου.

Τον Σεπτέμβριο του 1939 πολλοί Ελληνες είχαν σπεύσει να αποσύρουν τις καταθέσεις που είχαν στις τράπεζες και ο Κυριάκος Βαρβαρέσος –διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος– είχε αναγκαστεί να κάνει δηλώσεις εφησυχασμού του κοινού. Τον ίδιο μήνα του 1939, ο υφυπουργός της Δημόσιας Ασφάλειας, Κ. Μανιαδάκης, «διά λόγους προστασίας αυτού τούτου του εθνικού συμφέροντος...», απαγόρευε τις συζητήσεις και τα σχόλια για τον πόλεμο «εις τα καφενεία, τας οδούς, τραμ, λεωφορεία, σιδηροδρόμους και δημοσίους εν γένει χώρους».

Ηθελε η Ελλάδα να εμπλακεί στον πόλεμο; Είναι η μόνη περίπτωση στην οποία ταιριάζει το «Οχι» - η λέξη που ταυτίστηκε με τον Μεταξά, το Επος του '40 και την 28η Οκτωβρίου. Παρά το γεγονός ότι σε όλες τις πληροφορίες που ελάμβανε η ελληνική κυβέρνηση υπήρχε σαφής σύγκλιση για ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας, στις εφημερίδες της εποχής (με βάση σαφείς εντολές που είχαν δοθεί στους εκδότες και τους αρχισυντάκτες) δεν γινόταν καμία αναφορά για τις ιταλικές κινήσεις και τη συγκέντρωση των στρατευμάτων στα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Η Ελλάδα δεν ήθελε να εμπλακεί στον πόλεμο και κράτησε στάση ουδετερότητας μέχρι την τελευταία στιγμή. Αυτό φάνηκε τον Αύγουστο του 1940 με τον τορπιλισμό της «Ελλης». Η Ελλάδα δεν αποκάλυψε την προέλευση του υποβρυχίου, παρά μόνον μετά τις 30 Οκτωβρίου 1940, όταν πλέον είχε κηρυχθεί ο πόλεμος.

Και το «Οχι» που γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου; Εδώ έχουμε πρωτοτυπία. Γιορτάζουμε την είσοδό μας στον πόλεμο, ενώ οι άλλες χώρες γιορτάζουν το τέλος του πολέμου. Είναι γνωστό ότι ο Μεταξάς, γύρω στις 3 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ξέροντας ότι η Ιταλία είχε ήδη κάνει την επιλογή της μεταξύ συρράξεως και ειρήνης, έκλεισε την κουβέντα με τον κομιστή του ιταλικού τελεσιγράφου, πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι, λέγοντάς του στα γαλλικά: Alors, c'est la guerre! – Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο!

Το «ΟΧΙ!» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940, μαζί με άλλους τίτλους όπως «Ναύται! Εκδικήσατε την "Eλλην"» «Ανασύρομεν το προσωπείον σας, δειλοί! Ευρήκαμε τα κομμάτια των τορπιλλών σας, δολοφόνοι» κ.λπ. Αλλά αν κάποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει προσεκτικά το άρθρο, θα διαπιστώσει ότι εμπεριέχει ολόκληρη τη ρομαντική ελληνοκεντρική εθνικιστική αφήγηση και τους μεγαλοϊδεατικούς μαξιμαλισμούς της μικρής χώρας που ενώπιον του πολέμου... απλώς «εμειδίασεν αταράχως...».

Η επέτειος του «ΟΧΙ» γιορτάστηκε για πρώτη φορά το 1941 στα χρόνια της Κατοχής, το 1942 γιορτάστηκε στην πλατεία Συντάγματος με πρωτοβουλία των οργανώσεων ΕΠΟΝ και ΠΕΑΝ, με διαδηλώσεις και σε άλλες πόλεις. Κάτι έγινε το 1943 και, για πρώτη φορά, η επέτειος γιορτάστηκε επίσημα το 1944 με παρέλαση ενώπιον του Γεωργίου Παπανδρέου.

Γιορτάζουμε την 28η γιατί δεν μπορούμε να γιορτάσουμε τον Εμφύλιο που ακολούθησε. Ούτε μπορούμε να γιορτάζουμε κάτι από την Ελλάδα των πολεμοκαπήλων που, εκτός τόπου και χρόνου, υπερασπίστηκε -και συνεχίζει στις μέρες μας- την έκφραση ενός μεταφυσικού «λαϊκού πνεύματος», μιας «ψυχής» και μιας «εθνικής ενότητας» που στέλνει την άλλη μισή ψυχή στα αζήτητα και συνεχίζει να δουλεύει «μειδιώσα αταράχως...» πάνω σε ίχνη εκτυφλωτικής ορατότητας για την κατίσχυση της κουλτούρας των άλυτων προβλημάτων και του πολέμου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 26/10/2018.

Ενίσχυση της συνεργασίας της Ο.Κ.Ε. και της Βουλής

Αθήνα, 17 Οκτωβρίου 2018

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ενίσχυση της συνεργασίας της Ο.Κ.Ε. και της Βουλής
αποφάσισε η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής
Σημαντικό βήμα για την επαναφορά του κοινωνικού διαλόγου

Σε συνέχεια της συνεδρίασης της Ολομέλειας της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της Ελλάδος (Ο.Κ.Ε.) για την ανασύνταξη του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου στη χώρα, την Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018, ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, κ. Νίκος Βούτσης, ο οποίος συμμετείχε με χαιρετισμό του, ενημέρωσε τα Μέλη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής για την ανάγκη μιας στενότερης συνεργασίας της Βουλής και της Ο.Κ.Ε.
Η Διάσκεψη αποφάσισε την προώθηση του ρόλου της Ο.Κ.Ε., όπως αυτός προβλέπεται από το Σύνταγμα και από τον Κανονισμό της Βουλής, με την ενίσχυση του θεσμοθετημένου διαλόγου στο στάδιο της επεξεργασίας των νομοσχεδίων στις Διαρκείς Επιτροπές της Βουλής, καθώς και με την ανάπτυξη μιας στενότερης συνεργασίας με την Ο.Κ.Ε.
Η Ο.Κ.Ε. θεωρεί θετικό βήμα την απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων και επισημαίνει ότι είναι απαραίτητο αυτή να τηρείται. Επίσης, ο Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης πρέπει να ενημερώσει τους Υπουργούς για την απόφαση της Διάσκεψης, ώστε να αποστέλλονται έγκαιρα στην Ο.Κ.Ε. τα νομοσχέδια οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα των Υπουργείων τους, για την έκφραση της Γνώμης της Ο.Κ.Ε. στο προβλεπόμενο από τη νομοθεσία χρονικό διάστημα.
Η Ο.Κ.Ε. επίσης τονίζει ότι ο ειλικρινής και υπεύθυνος θεσμοθετημένος διάλογος, ιδίως με τη Βουλή των Ελλήνων, ενδυναμώνει τις δημοκρατικές διαδικασίες, διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της χώρας και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Φαντασιακή «κανονικότητα»

Η έννοια της «κανονικότητας» και δη της «ευρωπαϊκής κανονικότητας» έχει μεγάλη πέραση τον τελευταίο καιρό. Την επικαλούνται όσοι κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ πως έβγαλε τη χώρα από την ευρωπαϊκή πεπατημένη. Την επικαλείται τελευταία και η κυβέρνηση ως μέρος του αφηγήματος της καθαρής εξόδου από την κρίση, σύμφωνα με το οποίο η χώρα –με το τέλος των μνημονίων– ξαναγίνεται «κανονική».

Η χώρα (και πάντως οι ηγέτες της) φαίνεται να ζει με τη φαντασίωση της επιστροφής, μετά την οκταετή μας περιπέτεια, σε έναν χαμένο παράδεισο που βρίσκεται εκεί και μας περιμένει. Και οι μεν μας λένε ότι το όνειρο μένει ανεκπλήρωτο λόγω των «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛΛ» και προσδοκούν ανάσταση νεκρών (ως φορέων «κανονικότητας»), οι δε όλο και περισσότερο επαίρονται ότι τα κατάφεραν να γίνουν «κανονικοί» και μαζί τους και η χώρα, οπότε τι χρείαν έχομεν του Μητσοτάκη;

Η κανονικότητα δεν είναι βέβαια πάντα φαντασιακή. Υπάρχει λ.χ. μια κοινοβουλευτική κανονικότητα, όπου τα δημοκρατικά κόμματα διαλέγονται πολιτισμένα, αυτό ακριβώς που αρνούνται στον ΣΥΡΙΖΑ οι φανατικοί αντίπαλοί του, όταν τον τοποθετούν εκτός «δημοκρατικού τόξου». Ενδεχομένως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «κανονικότητα» το να ξεφύγει μια χώρα από την ανωμαλία της αποικιακού τύπου διαχείρισης της οικονομίας και της δημοκρατίας της από ξένους δανειστές, όπως συμβαίνει με τα μνημόνια.

Εδώ, όμως, γίνεται λόγος για μια «ευρωπαϊκή κανονικότητα» ως ιδεώδες, φορτισμένη με φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές αξίες και θεσμούς, αυτό που ονομάζουμε συχνά «ευρωπαϊκό μοντέλο». Ας είμαστε σαφείς: το «ευρωπαϊκό μοντέλο», αν και ποτέ δεν υπήρξε ο παράδεισος που παρουσιάζουν οι άκριτοι διαφημιστές του, υπήρξε -και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να είναι- μια αξιοζήλευτη μορφή οργάνωσης των κοινωνιών, ασφαλώς ανώτερη από όσες άλλες προσφέρονται σήμερα ή προσφέρθηκαν πρόσφατα παγκοσμίως. Γι' αυτό και αξίζει να το υπερασπιζόμαστε, γι' αυτό υποστηρίζουμε και την κύρια θεσμική του έκφραση, την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Αυτό όμως που φαίνεται να διαφεύγει από πολλούς που επικαλούνται το ευρωπαϊκό μοντέλο είναι πως αυτό βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση και πως σήμερα κινδυνεύει κυριολεκτικά να καταρρεύσει, τόσο στην οικονομική όσο και στη δημοκρατική του διάσταση. Πρόκειται για μια κατάρρευση ίσως λιγότερο θεαματική απ' αυτή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» προ τριακονταετίας, αλλά πιθανόν εξίσου ριζική και χωρίς την ελπίδα που συνόδευσε την πτώση του Τείχους.

Ποια είναι σήμερα η «ευρωπαϊκή κανονικότητα» προς την οποία θα πρέπει να προσβλέπουμε; Το πολιτικό τοπίο της Ιταλίας ή της Αυστρίας; Η Ακροδεξιά να βρίσκεται ante portas, αλλού κυβερνώσα ή συγκυβερνώσα (Ιταλία, Αυστρία, Νορβηγία, Ελβετία, Φινλανδία), αλλού αξιωματική αντιπολίτευση ή δεύτερο σε ψήφους κόμμα (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία), αλλού ανερχόμενη δύναμη (Σουηδία); Το Brexit και το πολιτικό κλίμα που δημιούργησε; Τα αποσχιστικά κινήματα; Για δε τις πρώην κομμουνιστικές χώρες, ας μη γίνει λόγος.

Το ευρωπαϊκό μοντέλο χτίστηκε γύρω από δύο πολιτικές οικογένειες, που διαγωνίζονταν περί το κέντρο, με ελάχιστο κοινό παρονομαστή κάποιες κοινωνικές ευαισθησίες και ένα ευρωπαϊκό όραμα. Βλέπουμε πουθενά αυτό να ισχύει σήμερα; Είναι «κανονική» η κατάρρευση της Κεντροαριστεράς περίπου παντού και η μετατόπιση της Δεξιάς όλο και περισσότερο προς την ατζέντα –συχνά δε και προς συνεργασία– με την Ακροδεξιά και τον εθνικισμό; Εξάλλου, η «ευρωπαϊκή κανονικότητα» στηριζόταν και σε μια ισχυρή σχέση και κοινές αξίες με τις ΗΠΑ. Αναγνωρίζουμε τους δεσμούς αυτούς σήμερα με την Αμερική του Τραμπ;

Συμβιβάζεται μήπως με το ευρωπαϊκό μοντέλο το ξήλωμα του κράτους πρόνοιας, η υψηλή ανεργία, οι αυξανόμενες ανισότητες και η οικονομική ανασφάλεια που παράγει τις τελευταίες δεκαετίες ο κυρίαρχος νεοφιλελευθερισμός; Μα και όσοι μετατρέπουν την αναγκαστική υποταγή μας στις περίφημες «αγορές» σε πράξη προσέγγισης προς ένα ιδεώδες, προσβλέπουν άραγε σε μια «κανονικότητα» όπου το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο θα αποφασίζει προς όφελός του μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της εθνικής ή και ευρωπαϊκής μας πολιτικής;

Η κανονικότητα που φαντασιώνονται μερικοί, διεθνής ή ευρωπαϊκή, δεν υπάρχει πια. Εχει καταστεί δυσλειτουργική και παράγει πλέον τέρατα. Καταρρέει δε κυρίως από τα μέσα, όχι από εξωτερικούς εχθρούς της. Οσοι την προβάλλουν άκριτα ως ιδεώδες, αντιπαραθέτοντάς τη μάλιστα σε μια «ελληνική ιδιαιτερότητα» που καταδικάζουν, λησμονούν πως η «ελληνική ιδιαιτερότητα» είναι συστατικό μέρος και προϊόν της κανονικότητας που θεραπεύουν. Βυθίζονται δε σε έναν βαθύτατο συντηρητισμό, καθώς υπερασπίζονται καταστάσεις που όλο και λιγότερο έλκουν τους πολίτες.

Αν θέλουμε να αντικρούσουμε έναν επερχόμενο νέο μεσαίωνα, αν θέλουμε να διαφυλάξουμε τις αξίες της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ειρηνικής συμβίωσης, πρέπει να αγωνιστούμε για να αλλάξουμε ριζικά τη σημερινή απειλητική για τη δημοκρατία και την Ευρώπη «κανονικότητα», όχι απλά να ενταχθούμε σ' αυτήν.

Οι αντιστάσεις σ' αυτή την καταστροφική «κανονικότητα», από θέσεις αριστερές και φιλοευρωπαϊκές, παρά τη συχνά αναπόφευκτη «ατζαμοσύνη» τους, συμβάλλουν περισσότερο στην αντιμετώπιση των τεράτων που μας απειλούν, από τις κατάρες κατά της «ελληνικής ιδιαιτερότητας» και την άκριτη υποταγή σε ένα ολοένα πιο προβληματικό και μη βιώσιμο σύστημα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/10/2018.