Τετάρτη, 23 Οκτώβριος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Νέα δημοκρατία. Περιμένοντας τον Γκοντό

Ο Μπέκετ στο πολύ γνωστό θεατρικό του έργο δείχνει τους δυο πρωταγωνιστές να περιμένουν υπομονετικά να έρθει κάποιος, να συμβεί κάτι που θα τους βοηθήσει. Συγχρόνως όμως ξέρουν πως κανείς δεν πρόκειται να έρθει, τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί - απλά περιμένουν.

Η παραμονή

Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται και η ΝΔ. Ο σκιώδης υπουργός εξωτερικών κ. Κουμουτσάκος μας πληροφόρησε πριν από λίγο καιρό πως δεν είναι ακόμα η κατάλληλη ώρα για να λυθεί το μακεδονικό. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι οι συνθήκες να είναι πιο ευνοϊκές για τη χώρα μας. Άρα χρόνος υπάρχει, απαιτείται υπομονή. Σε αυτό το κείμενο θέλω να τονίσω ακριβώς το αντίθετο. Στα πολυάριθμα επιχειρήματα υπέρ και κατά της συμφωνίας Τσίπρα-Ζάεφ, αυτό που δεν τονίστηκε αρκετά είναι το θέμα του χρόνου, πιο συγκεκριμένα του χρονισμού (timing). Κατά την γνώμη μου, το πιο βασικό επιχείρημα για την ανάγκη μιας συμφωνίας εδώ και τώρα είναι ότι ήταν απολύτως απαραίτητη - έστω και με μερικές σημαντικές υποχωρήσεις από τη μεριά της χώρας μας. Και αυτό για τον απλούστατο λόγο πως δεν θα υπάρξει στο μέλλον μια δεύτερη ευκαιρία. Είναι προφανές κατά την γνώμη μου πως, λόγω του ρωσικού επεκτατισμού, η ΕΕ αλλά και οι ΗΠΑ θέλουν την τάχιστη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσο για το εμπόδιο του ελληνικού βέτο, σίγουρα οι δύο μεγάλες δυνάμεις θα έβρισκαν τρόπους να το ξεπεράσουν.
Με βάση τα παραπάνω, αν η κυβέρνηση προσπαθούσε να κερδίσει περισσότερα, οι διαπραγματεύσεις θα αποτύγχαναν, σταδιακά το βέτο θα έχανε την ισχύ του και η γειτονική χώρα θα έμπαινε στο ΝΑΤΟ χωρίς να χρειαστεί να κάνει απολύτως καμιά παραχώρηση. Δεν θα ήταν υποχρεωμένη να αλλάξει το όνομά της ούτε το σύνταγμά της. Θα εξακολουθούσε να ονομάζεται Δημοκρατία της Μακεδονίας, όνομα που ήδη χρησιμοποιεί η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη. Έτσι εμείς θα ήμασταν η μόνη χώρα στον κόσμο που θα εξακολουθούσε να την ονομάζει ΠΓΔΜ. Σε αυτή την περίπτωση θα σώζαμε όχι μόνο την «τιμή» μας αλλά και την «ψυχή» μας! Θα παίζαμε, για μια ακόμη φορά, τον ρόλο της αδικημένης, απατημένης, ανάδελφης χώρας.

Η επιτυχία

Στην πραγματικότητα η συμφωνία δεν είναι μια αποτυχία για τη χώρα μας, όπως υποστήριξε η αντιπολίτευση. Αντίθετα πρόκειται για μια νίκη της χώρας μας και μια μεγάλη επιτυχία του έλληνα πρωθυπουργού - και όσων τον βοήθησαν ή/και τον στήριξαν. Μετά από εικοσιεπτά χρόνια απίστευτων παλινωδιών, όπως το εμπάργκο του Ανδρέα Παπανδρέου ή η απόρριψη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη της ευνοϊκής για μας πρότασης Πινέιρο (βλ. άρθρα μου στο Κ. ΒΗΜΑ, 16/5/93, 23/5/93 και 16/6/94), ο Αλέξης Τσίπρας κατόρθωσε να κάνει σημαντικά βήματα για τη λύση του μακεδονικού ζητήματος με τον πιο συμφέρον τρόπο για τη χώρα μας. Όπως δήλωσε ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος (βλ. άρθρο του στην Καθημερινή 17/6/18) που γνωρίζει σε βάθος το πρόβλημα, η ΠΓΔΜ μας έδωσε πάνω από 80% αυτών που ζητήσαμε! Επιπλέον, όπως τόνισαν όλοι σχεδόν οι ξένοι παρατηρητές, η συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ αποτελεί ένα ιστορικό κατόρθωμα της χώρας μας. Στα μάτια πολλών ξένων από το «μαύρο πρόβατο» της ευρωζώνης γίναμε ένα ζωντανό παράδειγμα σοβαρής προσπάθειας για ην ενδυνάμωση της ειρήνης στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη πιο γενικά.
Αυτοί που συνεχίζουν να μιλάνε για «προδοσία» είτε δεν καταλαβαίνουν τί επιτεύχθηκε, είτε είναι δέσμιοι μιας υπερπατριωτικής ιδεολογίας, είτε χρησιμοποιούν τον ψευδοπατριωτισμό τους εργαλειακά για να αποκομίσουν ατομικά, κομματικά ή άλλα οφέλη.

Το Κίνημα Αλλαγής

Τέλος, δυο λόγια για το Κίνημα Αλλαγής. Η πρόεδρος Φώφη Γεννηματά αποφάσισε να ακολουθήσει την πολιτική της ΝΔ. Δήλωσε πως έγιναν και μερικά θετικά βήματα, αλλά η αποτυχία της κυβέρνησης στα θέματα της γλώσσας και της ιθαγένειας ακυρώνουν την αξία της συμφωνίας. Με αυτόν τον τρόπο δεν είναι μόνο ο αρχηγός της ΝΔ που έκανε «κωλοτούμπα», ξεχνώντας τελείως τις πρώην πολιτικά φιλελεύθερες, εκσυγχρονιστικές του ιδέες. Μια παρόμοια κωλοτούμπα έκανε και η Φώφη Γεννηματά. Και αυτό όταν όλα τα μέλη του πολιτικού συμβουλίου του ΚΙΝΑΛ δήλωσαν πως πρόκειται για μια αποδεκτή συμφωνία. Η πρόεδρος του Κινήματος όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη της την γνώμη τους, αλλά έκανε απολύτως σαφές πως όποιος διαφωνεί με την «γραμμή» μπορεί να φύγει! Βέβαια αυτή η απίστευτα αυταρχική συμπεριφορά θυμίζει την αντίδραση του Ανδρέα Παπανδρέου που απέβαλε από τους κόλπους του ΠΑΣΟΚ την Δημοκρατική Άμυνα όταν αυτή απαίτησε μικρό έστω βαθμό αυτονομίας και συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων. Όλα τα παραπάνω δείχνουν σε ποιο βαθμό κυριαρχεί το ΠΑΣΟΚ στον χώρο του ΚΙΝΑΛ. Φαίνεται καθαρά πια πως οι εκτός του πασοκικού χώρου, αν δεν αντιδράσουν δυναμικά, μπορεί να γίνουν μια εκσυγχρονιστική μάσκα πίσω από την οποία θα κρύβεται το παλαιοκομματικό, πατριωτικό ΠΑΣΟΚ. Γιατί αυτό είναι ξανά μαζί μας, «ενωμένο δυνατό».

Συμπέρασμα

Και η ΝΔ και η πασοκική ηγεσία του ΚΙΝΑΛ απέρριψαν τη συμφωνία και για καθαρά μικροκομματικούς λόγους και γιατί ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι εξορισμού ικανός να κάνει κάτι καλό για τη χώρα. Επιπλέον η αντιπολίτευση αγνόησε πως αν η κυβέρνηση δεν πετύχαινε μια συμφωνία στην τωρινή συγκυρία, σίγουρα δεν θα υπήρχε μια δεύτερη ευνοϊκή ευκαιρία. Όλοι όσοι περιμένουν καρτερικά για μια καλύτερη λύση στο μέλλον θα περιμένουν άδικα τον Γκοντό του Μπέκετ να έρθει να τους βοηθήσει.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/6/2018. 

Το πολιτικό μας σύστημα σε σταυροδρόμι

Λίγο η μεταπολεμική ευφορία των πρώτων «ένδοξων χρόνων», λίγο η ένταξη αντισυστημικών μέχρι τότε κομμάτων, κυρίως σοσιαλδημοκρατικών και εργατικών, στα κομματικά συστήματα στη Δύση, ώθησαν, τη δεκαετία του 1960, πολιτικούς επιστήμονες, ως επί το πλείστον Αμερικανούς, να υποστηρίξουν, παρά τον «ψυχρό πόλεμο», το «τέλος των ιδεολογιών». Με τον όρο εννοούσαν λιγότερο αυτό που ο Φουκουγιάμα αργότερα αποκάλεσε «τέλος της ιστορίας» και περισσότερο το κατά τον Λιοτάρ τέλος των «μεγάλων αφηγήσεων».

Οι κατοπινές εξελίξεις δικαίωσαν μόνο μερικώς τους εν λόγω πολιτικούς επιστήμονες. Μερικώς, καθώς λίγο μετά ο παρισινός Μάης και οι αντιδράσεις ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ ανέδειξαν νέα δεδομένα, όπως τη σημασία της Ουτοπίας. Εδειξαν ότι οι ιδεολογίες ζουν και βασιλεύουν προσαρμοζόμενες σε παραμέτρους όπως το διεθνές περιβάλλον, η τεχνολογία, οι επιταγές διαχείρισης, τα ταξικά συμφέροντα και οι συσχετισμοί δύναμης.

Μετά το 1974 στην Ελλάδα κυριάρχησαν οι μεγάλες αφηγήσεις. Οι αποκλεισμοί και οι αποστερήσεις του μετεμφυλιακού καθεστώτος, η κατάρρευση της Δικτατορίας και η εμφάνιση νέων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων συγκρότησαν μία κρίσιμη κατάσταση που όλα φαίνονταν δυνατά. Οι μεγάλες αφηγήσεις λειτούργησαν ως ορίζοντας, ως λιμάνι αλλά και ως μέσο κινητοποίησης του κόσμου. Ταυτόχρονα λειτούργησαν και ως παραμορφωτικός καθρέφτης και ως μέσο φυγής από την πραγματικότητα.

Μοιραία, μετά την κυβερνητική αλλαγή του 1981, οι μεγάλες αφηγήσεις έχασαν πολλή από τη γοητεία τους. Το κενό ήρθε να καλύψει ο «εκσυγχρονισμός» στις διάφορες παραλλαγές του, σημιτική, νεοκαραμανλική. Και οι δύο απέτυχαν παταγωδώς. Αναπαρήγαγαν πολλά (αν όχι όλα) από τα αρνητικά του παρελθόντος και δεν ανταποκρίθηκαν σε όσα επαγγέλλονταν. Αναπαρήγαγαν τις πελατειακές σχέσεις, εξέθρεψαν τον συντεχνιασμό και ταυτόχρονα δεν απάντησαν στα επαγγελλόμενα: εστίαση στο καθημερινό, ισονομία, καλύτερη διαχείριση, αποτελεσματικό κράτος. Ετσι φθάσαμε στα 2009 και στην κρίση.

Η ραγδαία ανατροπή των κομματικών συσχετισμών στη διάρκεια της κρίσης ανακαλεί σε πρώτη ματιά αυτήν του 1974 αλλά δεν έχουν μεταξύ τους τίποτε κοινό. Η Μεταπολίτευση είναι η περίοδος των ουτοπιών και των μεγάλων αφηγήσεων.

Η περίοδος της κρίσης είναι αυτή του «σταματήματος της κατρακύλας», της επιβίωσης. Ετσι, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι λιγότερο ριζοσπαστικό από αυτό του ΠΑΣΟΚ το 1981. Εχουν, ωστόσο, ένα κοινό που εξηγεί και τις εναντίον τους έντονες αντιδράσεις: στρέφονται ενάντια στο «κατεστημένο», είναι αντιεστάμπλισμεντ. Αυτό συνδέει τα δύο κόμματα, αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη στροφή των παπανδρεϊκών στον Τσίπρα, όπως και ψηφοφόρων της «λαϊκής Δεξιάς» οι οποίοι αποτελούν την εκλογική δεξαμενή του ΣΥΡΙΖΑ.

Σήμερα περνάμε σε μία νέα φάση. Για να αφήσουμε πίσω την κρίση, κάθε κόμμα που θέλει να κυβερνήσει οφείλει να ξεπεράσει τις δύο μεγάλες παθογένειες του παρελθόντος, τις πελατειακές σχέσεις και τη φυγή από την πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, οφείλει να προσθέσει δύο στοιχεία που έλειψαν τα προηγούμενα χρόνια και μας οδήγησαν εδώ που είμαστε: χρηστή αποτελεσματική διαχείριση, στρατηγικός σχεδιασμός.

Ολοι συμφωνούμε ότι χρειαζόμαστε μια χρηστή διοίκηση και ένα κράτος αποτελεσματικό που διασφαλίζει την ισοπολιτεία και βελτιώνει την καθημερινότητα των πολιτών. Ακούγεται αυτονόητο αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να γίνει, καθώς εγκλείει σχέσεις εξουσίας, προϋποθέτει σαφή λόγο από κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους, απαιτεί στελέχη με δεξιότητες και ικανότητες.

Διόλου τυχαίο που τα κομματικά πάθη ανάβουν κάθε φορά που τίθεται ζήτημα στελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών ή ακόμη που στελέχη της διοίκησης «κρύβονται» πίσω από κόμματα. Εδώ χρειάζεται συναίνεση από τις πολιτικές δυνάμεις, ώστε να συμφωνήσουν σε ένα ελάχιστο αποδεκτών κανόνων. Ετσι θα παύαμε να ασχολούμαστε με τα αυτονόητα και όλοι θα στρέφονταν σε πιο δημιουργικές προτάσεις και πρακτικές.

Εξίσου σημαντικός είναι και ο στρατηγικός σχεδιασμός, όρος άγνωστος στον πολιτικό μας λόγο. Εδώ φαίνονται τα όρια και η μερική διάψευση της επαγγελίας του «τέλους των ιδεολογιών». Ο στρατηγικός σχεδιασμός δοκιμάζει και την ικανότητα των πολιτικών κομμάτων να επεξεργαστούν σαφείς προγραμματικούς στόχους και να περιγράψουν τα μέσα για την υλοποίησή τους. Εκεί θα κριθούν όσοι έχουν σχέδιο και όσοι απλά διαχειρίζονται τα πράγματα.

Εκεί θα φανεί ποιος είναι προοδευτικός και ποιος όχι, ποιος έχει όραμα και ποιος δεν έχει, ποιος παρεμβαίνει για να αλλάξει καταστάσεις και ποιος κρύβεται μέσω μεγάλων αφηγήσεων ή μέσω επινοήσεων της στιγμής, μέσω αλλιώς, κατά Λεβί-Στρος, του ιδεολογικού μπρικολάζ. Διαφορετικά, είμαστε καταδικασμένοι στους άγονους, συχνά αυτάρεσκους, κομματικούς διαπληκτισμούς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/6/2018.

Το μακεδονικό ζήτημα πέραν της ονοματολογίας

Αν η αντιπολίτευση έπαιζε σκάκι και όχι τάβλι, θα έσπευδε να συνδράμει στη λύση του νέου Μακεδονικού. Πρώτον, γιατί δεν θα το είχε μπροστά της όταν θα ερχόταν η σειρά της να κυβερνήσει και επίσης τις όποιες αντιδράσεις θα τις χρεωνόταν κυρίως η κυβέρνηση και δευτερευόντως η ίδια. Αλλά ένα πράγμα η στρατηγική, άλλο τα ζάρια.

Ως προς τη στρατηγική. Το αφετηριακό ερώτημα είναι: Ποιοι είναι οι στόχοι της Ελλάδας στα Βαλκάνια; Η αυτονόητη απάντηση είναι: Πρώτον, η πολιτική σταθεροποίηση της περιοχής και, δεύτερον, η είσοδός της σε έναν δρόμο ανάπτυξης που θα ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο ώστε να μη λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τα κάτω, ως προς την Ελλάδα. Τι συμβαίνει στα κεντρικά Βαλκάνια; Μια ρευστοποίηση των συνόρων και δημιουργία λιλιπούτειων κρατών με προβληματική βιωσιμότητα και κυρίως προβληματική συμβίωση των πληθυσμιακών ομάδων που τα συναποτελούν.

Τι θέλει η Ελλάδα; Να επωφεληθεί από τις διαφορές τους, να βάλει σφήνες και να δημιουργήσει ρήγματα; Ή να συμβάλει στη δημιουργία, αφενός, ενός διακρατικού πλαισίου συμβίωσης και σταθερότητας και, αφετέρου, ενός εσωτερικού κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στους πολίτες διαφορετικής εθνοτικής και θρησκευτικής προέλευσης; Καθώς στην περιοχή αυτή το ένα δεν γίνεται χωρίς το άλλο, γιατί μικρά κράτη και μεγάλες μειονότητες αποτελούν δυνητικά αιτίες αποσταθεροποίησης, η απάντηση είναι αυτονόητη.

Επομένως, η Ελλάδα δεν είναι παράγοντας σταθερότητας μόνο ως προς τη Μέση Ανατολή και την Τουρκία, πρέπει να παίξει αυτό τον ρόλο και ως προς τα Βαλκάνια. Αυτή είναι μια ιστορική συγκυρία που πρέπει να αδράξουμε τη σημασία της, και μάλιστα τώρα που βρισκόμαστε στην έξοδο αυτού του κύκλου της κρίσης. Επομένως, σκοπός μας πρέπει να είναι να συμβάλουμε στην κοινωνική ειρήνη και την πολιτική σταθερότητα των γειτονικών χωρών.

Τώρα ως προς το διαφιλονικούμενο. Πρέπει οι Ελληνες να εγκαταλείψουν τον υπερφίαλο τρόπο συμπεριφοράς, που εκφράζεται συχνά με κωμικό τρόπο. Δεν είναι σοβαρό να νομίζεις ότι μπορείς εσύ να βαφτίσεις μια χώρα που ήδη αυτοαποκαλείται με ένα ορισμένο όνομα, και όταν επίσης όλοι οι άλλοι, παντού στον κόσμο, την αποκαλούν με αυτό το ίδιο το όνομα. Η Ελλάδα δεν έχει καμιά διεθνή κατανόηση σ' αυτό, κι ούτε θα μπορούσε να έχει. Επομένως στη συζήτηση πρέπει να πάει με ενσυναίσθηση αυτού του προβλήματος. Και εδώ βρίσκεται το δίλημμα. Θα περιχαρακωθεί στο «η μη λύση είναι η καλύτερη λύση», αναβάλλοντας επ' αόριστον το ζήτημα, ή θα ακολουθήσει τους στρατηγικούς της στόχους;

Πρέπει να αντιληφθούμε τι σημαίνει το όνομα Μακεδόνες για τους ίδιους. Το αφήγημα που προκύπτει από την Disneyland των Σκοπίων, με τα εκατοντάδες αγάλματα στο κέντρο της πόλης, καθώς και από το μεγάλο μουσείο της, είναι ότι θέλουν να θεωρούν τον εαυτό τους κληρονόμο όλων των πολιτισμών που άνθησαν ή πέρασαν από την περιοχή. Γι' αυτό κι ο Αλέξανδρος δίπλα στον Ιουστινιανό, τον Κύριλλο και Μεθόδιο, τον Αγιο Κωνσταντίνο, τη Μητέρα Τερέζα, τους Βούλγαρους μεσαιωνικούς τσάρους, τους χαϊντούκους, τους αμέτρητους «δασκάλους του γένους», τους ακτιβιστές του μακεδονικού αγώνα και τους παρτιζάνους. Επομένως, το όνομα δείχνει προς τη Μακεδονία όχι ως εθνολογικό, αλλά ως γεωγραφικό προσδιορισμό.

Τι αποκλείει όμως; Τις οθωμανικές και μουσουλμανικές κληρονομιές των Βαλκανίων. Δηλαδή τη μουσουλμανική αλβανική μειονότητα. Αυτή δεν αντιπροσωπεύεται καθόλου σ' αυτό το συμβολικό πάνθεον. Και εκεί είναι το λεπτό πρόβλημα ισορροπίας ανάμεσα στην πλειονότητα και στη μειονότητα. Πρέπει να βοηθηθούν ώστε να συνυπάρξουν. Αυτό είναι το πρωτεύον. Μα ρωτούν ορισμένοι: Η χρήση του όρου Μακεδονία δεν σημαίνει αλυτρωτισμό; Το πρώτο μάθημα της γλωσσολογίας είναι ότι οι λέξεις αποκτούν νόημα από τις φράσεις, από τη θέση τους σ' αυτές, και η λέξη Μακεδονία δεν εξαιρείται. Επομένως, όχι, δεν σημαίνει. Εχουν κουράσει και είναι παντελώς εκτός εποχής οι βαρύγδουπες εθνικές ρητορείες.

Είναι επίσης εντελώς υποκριτική η θέση ότι αν η κυβέρνηση δεν προτείνει μια λύση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν πρόκειται να συναινέσουν. Ολοι το γνωρίζουν ότι ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις δεν υπάρχει ομοφωνία, όλες τις τέμνει μια διαχωριστική γραμμή που αφορά τα εθνικά θέματα. Επομένως, εδώ είναι εμφανής η μικροπολιτική στόχευση.

Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να κυβερνηθεί από μονοκομματικές ή μονοπαραταξιακές κυβερνήσεις, και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι εφόσον οι ιδεολογικές γραμμές γύρω από κρίσιμα ζητήματα δεν μπορούν πλέον να είναι συμπαγείς αλλά αλληλοτέμνονται, η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει παρά με μικρούς και επιμέρους ιστορικούς συμβιβασμούς. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Αρκεί την τακτική να την καθορίζει η στρατηγική. Και βέβαια άλλη τακτική υιοθετείς αν θεωρείς ότι η κυβέρνηση είναι το μεγαλύτερο κακό, και οποιαδήποτε ευκαιρία πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ανατροπή της, και άλλη αν ξεκινήσεις από το ερώτημα ποιος είναι ο ρόλος της Ελλάδας στην παγκόσμια σκακιέρα μετά την κρίση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 8/1/2018.

Ήταν αναγκαία η παρέμβαση Ματαρέλα;

Πολλά ενδιαφέροντα άρθρα γράφτηκαν, όχι μόνο στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής, αλλά και σε άλλα έντυπα, σχετικά με τη νομιμότητα της παρέμβασης του ιταλού προέδρου Σέρτζιο Ματαρέλα να μη δεχτεί τον διορισμό του Πάολο Σαβόνα ως υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση Κόντε. Πολύ σχηματικά, η μια άποψη θεώρησε πως η απόφαση του προέδρου ήταν αντισυνταγματική. Αφού το ιταλικό Σύνταγμα δεν δίνει στον πρόεδρο το δικαίωμα να απορρίψει την απόφαση μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης να επιλέξει σε κάθε υπουργείο το πρόσωπο που αυτή θεωρεί ως κατάλληλο. Η άλλη άποψη ήταν ότι σε πολύ ειδικές περιπτώσεις ο πρόεδρος έχει αυτό το δικαίωμα. Ειδικά στην περίπτωση της Ιταλίας, όπου ο ρόλος του προέδρου δεν είναι διακοσμητικός και όπου υπήρχαν προηγούμενες περιπτώσεις παραβίασης αυτού του συνταγματικού κανόνα, η προεδρική παρέμβαση δικαιολογείται. Δικαιολογείται γιατί ο ιταλός πρόεδρος θεώρησε ότι με τον διορισμό στο υπουργείο Οικονομικών ενός ατόμου που ήταν φανατικά εναντίον του ευρώ, αυτό έβαζε σε κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα του ιταλικού λαού.

Οι τέσσερις λόγοι

Σε αυτό το σύντομο άρθρο δεν θέλω να πάρω ευθέως θέση σε αυτή την ενδιαφέρουσα διαμάχη. Θέλω απλά να τονίσω πως πέρα από το θέμα της συνταγματικότητας, υπάρχει και το θέμα της αναγκαιότητας της παρέμβασης του ιταλού προέδρου. Νομίζω ότι η παρέμβασή του δεν ήταν αναγκαία για τους εξής λόγους:

- Πρώτον, ο Πάολο Σαβόνα είχε δηλώσει, προτού πάρει την απόφασή του ο ιταλός πρόεδρος, ότι δεν είναι πια εναντίον του ευρώ και δεν απορρίπτει τη συμφωνία του Μάαστριχτ. Απλά θα ακολουθούσε μια επεκτατική/αναπτυξιακή πολιτική στο πλαίσιο της ευρωζώνης.

- Δεύτερον, οι λαϊκιστές ηγέτες του κυβερνητικού συνασπισμού Λουίτζι Ντι Μάιο αλλά και Ματέο Σαλβάνι, παρ' όλο τον ευρωσκεπτικισμό τους, δήλωσαν πριν από τις εκλογές ότι δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν την ευρωζώνη. Απλά στα οικονομικά θέματα, μη δεχόμενοι τη μερκελική οικονομική πολιτική της λιτότητας, σκοπεύουν να ακολουθήσουν μια επεκτατική, αναπτυξιακή πολιτική.

- Τρίτον, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Σαβόνα άλλα δήλωσε και άλλα εννοεί. Βασικά ο στόχος του παραμένει η έξοδος της Ιταλίας από τον χώρο του ευρώ. Ομως αν ίσχυε αυτό, θα αντιμετώπιζε την αντίρρηση του Ντι Μάιο και του Σαλβάνι. Θα τον αντικαθιστούσαν με έναν πιο ήπιο ευρωσκεπτικιστή υπουργό.

- Τέταρτον, αν και οι δύο λαϊκιστές ηγέτες στόχευαν πραγματικά σε ένα Italexit, θα προχωρούσαν αμέσως μετά την εκλογική τους νίκη σε ένα δημοψήφισμα με θέμα «Θέλουν οι πολίτες να αποχωρήσουν από την ευρωζώνη ή όχι;».

Με βάση τα παραπάνω, νομίζω πως ούτε ο Ντι Μάιο ούτε ο Σαλβάνι έχουν ως στόχο ένα Italexit. Εχουν μάλλον ως στόχο να αγνοήσουν τους επιβαλλόμενους από τις Βρυξέλλες κανόνες της δημοσιονομικής σταθερότητας/λιτότητας και να προχωρήσουν, στον οικονομικό χώρο, σε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα κρατικών επενδύσεων και κοινωνικών παροχών. Βέβαια, με δεδομένο το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας, το πρόγραμμά τους θα οδηγήσει σε αδιέξοδο. Οπως με κυνισμό τόνισε ο Γκίντερ Εντινγκερ (στενός συνεργάτης της Ανγκελα Μέρκελ), οι αγορές θα τιμωρήσουν τους ιταλούς ψηφοφόρους και θα συνετίσουν τους λαϊκιστές ηγέτες τους.

Θα «προσγειωθούν»

Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι που τελικά θα γίνει. Οι Ντι Μάιο και Σαλβάνι θα αναγκαστούν να «προσγειωθούν» στην πραγματικότητα και να αμβλύνουν σημαντικά τα υπεραισιόδοξα αναπτυξιακά και κοινωνικά σχέδιά τους. Βέβαια, επειδή η Ιταλία, ως η τρίτη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της ευρωζώνης, έχει ένα βάρος πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδος, θα δούμε τελικά όχι έξοδο αλλά μια άτυπη, σιωπηρή συμφωνία μεταξύ της γερμανίδας καγκελαρίου και των δύο λαϊκιστών ηγετών. Η κυρία Μέρκελ θα φροντίσει η προσγείωση να μην είναι πολύ επώδυνη, προσφέροντας διαφόρων ειδών βοήθεια. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση Κόντε θα αναγκαστεί να κάνει «κωλοτούμπες» α λα ελληνικά. Με άλλα λόγια, αντίθετα με το επιχείρημα του «αναχώματος» στον λαϊκιστικό αυταρχισμό, η παρέμβαση Ματαρέλα δεν ήταν αναγκαία. Με ή χωρίς τον Σαβόνα ως υπουργό Οικονομικών, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 10/6/2018.

Από την υβριδική λύση στην «ασφαλή έξοδο»

Να το έχουμε ομολογήσει: επειδή, όταν ακόμη και μετά την εκδήλωση της Ιταλικής κρίσης και το «σφίξιμο» των αγορών κεφαλαίου – αν μην μιλούμε για κλείσιμο και το γρουσουζέψουμε – για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου η κυβερνητική γραμμή παρέμεινε σταθερή υπέρ της «καθαρής εξόδου», με άρνηση της όποιας προληπτικής γραμμής στήριξης (ή άλλου, αλλιώς ονοματολογημένου προγράμματος στήριξης), είχαμε ξεμείνει με την απορία ποια ήταν η ακριβής θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Γιατί; Επειδή γινόταν βαθμιαία σαφές ότι ασφαλώς και καταγγελλόταν η Κυβέρνηση για λάθος χειρισμούς και κακό αποτέλεσμα κλπ. όμως... πρόταση για προσφυγή σε προληπτική γραμμή δεν υπήρχε από την Ν.Δ. (ο έτερος των συμμετεχόντων στην Κυβέρνηση του 2014, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, πήρε εξαρχής και κράτησε σταθερά αυτήν την στάση της διεκδίκησης προληπτικής γραμμής. Όπως και ο Γιάννης Στουρνάρας ως ΤτΕ/ΕΚΤ).
Είχαμε λοιπόν απευθυνθεί, σε κάποια συνεδριακή διοργάνωση, στον Χρήστο Σταϊκούρα, ο οποίος ως υπουργός αναπληρωτής Οικονομικών στην Κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Στουρνάρα (και τώρα σκιώδης Οικονομικών στην ΝΔ) είχε μια εποπτεία των πραγμάτων, να μας διευκρινίσει σαν ποια θα ήταν τελικά η θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Με πολύ προσεκτικό τρόπο, μας είχε περιγράψει ότι εκείνο που θα αποτελούσε θέση/αίτημα θα ήταν όχι προληπτική γραμμή, ούτε έξοδος χωρίς κάλυψη - αλλά «μια ασφαλής έξοδος». Με την εξειδίκευση ότι θα' πρεπε να έχει επιδιωχθεί στην τελική διαπραγμάτευση μέρος των αδιάθετων υπολοίπων του τρίτου Χρηματοδοτικού Προγράμματος των 84 δις (κάπου 27,5 δις, όχι αμελητέο 27,5 ποσό) που έχει παραμείνει διαθέσιμο στην μετά-την-έξοδο Ελλάδα. (εδώ είπαμε μια ανακρίβεια: το ποσό αυτό «φεύγει» από τις οθόνες με την λήξη του Προγράμματος).
Αυτή η θέση ξεκαθάρισε αρκετά – με τελευταίο βήμα την τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Γ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, όπου έθεσε στο τραπέζι την πρόταση ένα ποσό της τάξεως των 7-8 δις από αυτό το αδιάθετο υπόλοιπο του τρίτου Προγράμματος να διατεθεί (δηλαδή... να διεκδικηθεί από τους «εταίρους»/από τον ESM η διάθεσή του) προκειμένου να μειωθεί ισόποσα η αποστράγγιση της αγοράς με την πρακτική των repos από το Δημόσιο από ΔΕΚΟ και άλλους φορείς Γενικής Κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε να αυξηθεί η καταθετική βάση των τελευταίων στο τραπεζικό σύστημα, επιτρέποντας μιαν αύρα ρευστότητας στην οικονομία. Από την ίδια πηγή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν πόροι για αποπληρωμή των arrears του Δημοσίου, τα οποία βρίσκονται μεν σε συγκριτικά χαμηλό επίπεδο κάτω των 3,5 δις ευρώ (πλην αν ευρηματική λογιστική έχει κρατήσει πίσω άλλα κονδύλια...). και αυτό, προφανώς, θα απαιτούσε διαπραγμάτευση με τους «εταίρους»/τον ESM.
Βέβαια, την διαπραγμάτευση κάθε φορά κάνει η Κυβέρνηση και όχι η Αντιπολίτευση! Όμως ήδη φαίνεται ότι από την άλλη πλευρά του λόφου – εκείνην των «εταίρων» – ωριμάζουν αντίστοιχες σκέψεις. Και μάλιστα στο πιο υψηλό επίπεδο, εκείνο της Γερμανικής Καγκελαρίας (θυμηθείτε την διατύπωση Μέρκελ: «Είμαι πολύ αισιόδοξη ότι θα βρεθεί μια καλή λύση για την Ελλάδα στο ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους») μετά και την συνάντηση Μέρκελ-Λαγκάρντ. Όσο η πλήρης παραμονή του ΔΝΤ στο μετά-το-Πρόγραμμα καθεστώς της Ελλάδας αμβλύνεται, ως ενδεχόμενο, τόσο η Γερμανία «ανακαλύπτει» την δική της την ευθύνη. Για μιαν Ελλάδα που πείσθηκε/πιέσθηκε να αναζητήσει τα υπερυψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ώστε (αν κοιτάξουμε το πράγμα από τα μάτια των «εταίρων»...) να έχει θυσιάσει προσδοκία ανάπτυξης προκειμένου να βρίσκει πόρους για αποπληρωμή τόκων το 2019-22. Διατηρώντας μεν την αρκετά ανελαστική στάση στην έγκριση πειστικών μέτρων ελάφρυνσης του χρέους – για τους γνώριμους ΓερμανοΓερμανικούς λόγους – αναζητά η Γερμανία άλλες μεθοδεύσεις ώστε να ανοίξει μια ομπρέλα (καλύτερα: ένα αλεξίπτωτο) πάνω από την Ελλάδα. Χωρίς να φέρνει στο κεφάλι της σημερινής Κυβέρνησης (που ήδη σηκώνει το βάρος της επίλυσης του Μακεδονικού, υπό τα χειροκροτήματα και με τις ευχές του διεθνούς συστήματος) μη-διαχειρίσιμο πολιτικό κόστος.
Γιατί μη-διαχειρίσιμο πολιτικά θα ήταν να μεταστραφεί η Κυβέρνηση Τσίπρα και να ζητήσει την χορήγηση προληπτικής γραμμής: βλέπετε, η PCCL δεν σου «επιβάλλεται», εσύ την ζητάς και σου χορηγείται! Και η μετάβαση Κλάους Ρέγκλινγκ – του ESM – στο Μέγαρο Μαξίμου, «κάτι» από αυτήν την προβληματική αισθανόμαστε ότι κουβάλησε.
Έτσι λοιπόν, μετά την προηγούμενη περίοδο όπου η συζήτηση ήταν για «καθαρή έξοδο»/Τσίπρας, «αρκετά καθαρή έξοδο»/Τσακαλώτος, «αυτοδύναμη έξοδο»/Τζανακόπουλο, θα μπορούσαμε τώρα να κινούμεθα στον αστερισμό της «ασφαλούς εξόδου». Παράλληλα με την υβριδική εκδοχή παρακολούθησης μετά-το-Πρόγραμμα, την θυμόσαστε κι αυτήν;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/6/2018. 

Συζητήσεις χρέους, ανάπτυξη και πολιτικές ισχύος

Καθώς, τώρα, θα χρειαστεί να περιμένουμε την ολοκλήρωση της ψήφισης στην Βουλή του τελευταίου πολυνομοσχεδίου της μνημονιακής 8ετίας – η αναβολή της εκταμίευσης από τον ESM του 1 δις, υπολοίπου της προηγούμενης αξιολόγησης που προοριζόταν για εκκαθάριση arrears του Δημοσίου προς ιδιώτες, δείχνει ήδη πόσο οι «εταίροι» θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν πρακτικές πίεσης μέχρι το τέλος-τέλος – ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίζεται και η παρασκηνιακή διαπραγμάτευση για την υπεσχημένη διευθέτηση/ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους, τρία πράγματα θα χρειαστεί να έχουν κατασταλάξει στην δημόσια συζήτηση.
Το πρώτο: όλη η κινητικότητα στο Washington Group («συζήτηση για την βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους, με την Ελλάδα απούσα») αντικείμενο έχει να δημιουργηθεί – στα χαρτιά, που αλλού; - μια τέτοια χρονοσειρά δανειακών υποχρεώσεων της χώρας (δηλαδή τόκων και χρεολυσίων: πολλά από τα δεύτερα αποτελούν εξυπηρέτηση παλαιότερων τόκων που «πάγωσαν») ώστε να μπορούν να εξυπηρετηθούν βιώσιμα από την Ελλάδα στο μέλλον. Ο Γιώργος Αργείτης, καθηγητής στο ΕΚΠΑ αλλά κυρίως επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ επισημαίνει πως η «βιώσιμη» εξυπηρέτηση – που, στην νέα λογική ακόμη και του ΔΝΤ, με το όριο 15% ή αργότερα 20% του ΑΕΠ ως ετήσια οροφή εξυπηρέτησης έχει λάβει την θέση της βιωσιμότητας ως flow αντί της οροφής του 120% του ΑΕΠ για το χρέος ως stock – μπορεί να σημαίνει «αποπληρωμή του χρέους με όρους οικονομικής και κοινωνικής προόδου».
Μπορεί όμως και να σημαίνει «διαρκή δημοσιονομική λιτότητα και συστηματική υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών». Χωρίς καν να συμμερίζεται κανείς το τελευταίο στοιχείο της δεύτερης διατύπωσης του Γ. Αργείτη (του οποίου η μελέτη «Η επόμενη φάση της κρίσης στην Ελλάδα» , σημειωτέον έχει χρηματοδότηση και Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου) δεν πρέπει να χάνει από τα μάτια του την χαώδη διαφορά μεταξύ της βιωσιμότητας χρέους μέσα από ανάπτυξη και εκείνης από δημοσιονομικά πλεονάσματα, δηλαδή λιτότητας κατά την ανάγνωση Αργείτη. Ούτως ή άλλως, πάντως, η βιωσιμότητα ενός χρέους από αναχρηματοδότησή του εις το διηνεκές – εκεί πάμε/εκεί μας πάνε με την διαφαινόμενη ρηχή ελάφρυνση χρέους – θα εξαρτηθεί από κόστος των δανειακών κεφαλαίων που θα χρειαστεί εφεξής να αντλούνται και από το ρυθμό ανάπτυξης/μεγέθυνσης που θα επιτυγχάνεται. Προσοχή όμως!
Από το κόστος δανεισμού που αληθινά θα επιτυγχάνεται – είδαμε τι σήμανε η απαρχή Ιταλικής κρίσης για τις αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων στην ρηχή ούτως ή άλλως «αγορά» τους, βλέπουμε όμως και πού θα κατευθυνθούν τα επιτόκια γενικότερα άμα πάρει μπρος το tapering της ΕΚΤ! – και από τους ρυθμούς ανάπτυξης που επίσης αληθινά θα κατορθώνονται. Και όχι απ' εκείνην την ανάπτυξη που θα βάζει σ' ένα excelόφυλλο το ΔΝΤ ή ο ESM, «για να βγουν τα νούμερα» (βιωσιμότητας ή μη-βιωσιμότητας).
Εδώ, βρισκόμαστε στο δεύτερο: είναι εύλογο, μετά από χρόνια και χρόνια υφεσιακής πορείας κάθε ένδειξη αναπτυξιακής επιστροφής στην αποξηραμένη Ελληνική οικονομία – που θα λεγε και ο Αλέκος Παπαδόπουλος – να τυγχάνει ενθουσιώδους υποδοχής. Όμως χρειάζεται και αυτοσυγκράτηση. Έτσι, το α΄3μηνο του 2018 είχε μεν όντως να εμφανίσει ένα 2,3% που χειροκροτήθηκε (όχι μόνον ανάμεσά μας: και FAZ και Handelsblatt προσήλθαν), όμως αυτό αφορούσε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2017 (όπου ανεβαίναμε από πάτο, μάλιστα τότε είχε υπάρξει ανακούφιση με ένα +0,4% αντί για συνέχιση ύφεσης, θυμηθείτε!). Όμως, η αύξηση του ΑΕΠ έναντι του αμέσως προηγούμενου 3μήνου, που έκλεισε το 2017, ήταν μόλις +0,8%. Από κει και πέρα, αρχίζουν οι εξειδικεύσεις: η εξέλιξη αυτή στηρίχθηκε εν πολλοίς στις εξαγωγές κι όχι στην (πολύ αδύναμη) καταναλωτική δαπάνη – όμως στις εξαγωγές αναζητήστε πολλά καύσιμα. Άλλο πάλι: καταγράφηκε μεγάλη πτώση στις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (-28,1%), όμως και εδώ η ιδιαιτερότητα είναι ότι υπήρξε διακύμανση στις... παραγγελίες πλοίων. Κάποια προσοχή στα αναπτυξιολογικά δεν θα έβλαπτε, λοιπόν. Τώρα, στο τρίτο: σ' όλην αυτή την ιστορία δεν θα πάψει να κυριαρχεί ο νόμος του ισχυρότερου. Δηλαδή... της Γερμανίας. Προσέξτε όμως πώς και αυτή χάνει, άμα αναμετρηθεί με μεγαλυτέρους: πανικόβλητη in full panic mode η Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία καλεί σε μονομερή κατάργηση ευρωπαϊκών δασμών (10%) επί των εισαγωγών αυτοκινήτων μην και ηρεμήσει τον Πρόεδρο Τραμπ (οι ΗΠΑ έχουν δασμούς 2,5% που ο Τραμπ σκέφτεται να αυξήσει άμεσα). Μέσα στον πανικό, λησμονήθηκε ότι οι κανόνες του ΠΟΕ αποκλείουν μονόπλευρες μειώσεις δασμών (οι Γιαπωνέζοι κοιτούν...) , αλλά και ότι η πολιτική Τραμπ δεν είναι πολιτική οικονομικών στόχων, είναι πολιτική ισχύος.
Το ίδιο – στο πολύ-πολύ μικρότερο – εφαρμόζεται και σ' εμάς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/6/2018. 

Λογοδοσία της ΕΡΤ προς την ελληνική κοινωνία. Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου

Η Λογοδοσία προς την κοινωνία είναι μια έννοια που όλοι δέχονται ότι έχει μεγάλο μέλλον, αλλά τουλάχιστον σήμερα, ιδίως στην Ελλάδα, αντιμετωπίζεται με συγκαταβατικά χαμόγελα. Εν μέρει δικαίως, γιατί από το 2010 με τη μνημονιακή εποχή ζούμε «τη στυγερή κυριαρχία του πραγματικού» που έχει μειώσει θεαματικά ακόμη και αυτά τα ατελή ψήγματα λογοδοσίας που προϋπήρχαν στο κράτος, στον δημόσιο τομέα, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, στις σχέσεις των ανθρώπων, παντού.
Ιδίως στην περίπτωση της ΕΡΤ όπου πριν από πέντε ακριβώς χρόνια στις 11/6/2013 με το γνωστό «Μαύρο» συνετρίβη κάθε έννοια λογοδοσίας. Ισχυρίζομαι σε αυτό το άρθρο ότι τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας της ΕΡΤ (ΣΚΕ) που ιδρύθηκαν και λειτουργούν τα τελευταία δυόμιση χρόνια αποτελούν μία από τις πιθανές και πιο ελπιδοφόρες θεραπείες σε αυτό το τραύμα της Λογοδοσίας.
Εκπροσωπούν μια προσπάθεια Λογοδοσίας με οργανωμένη συμμετοχικότητα των πολιτών. Πολύ δύσκολη υπόθεση θα πείτε και θα έχετε δίκιο, αλλά έχει ήδη γίνει μια αρχή. Ο προβληματισμός για αυτά τα ζητήματα είναι πανευρωπαϊκός και δεν αφορά μόνον εμάς.
Κάθε τελευταία Τρίτη του μήνα στο εξαιρετικό Στούντιο Ε των μουσικών συνόλων της ΕΡΤ στο Ραδιομέγαρο τα μέλη του ΣΚΕ Αττικής έχουν πραγματοποιήσει 29 τρίωρες Ολομέλειες, υπάρχουν 7 θεματικές επιτροπές, μέσος όρος συμμετοχής 30 άτομα, το 80% των 110 μελών έχουν συμμετάσχει σε τουλάχιστον 3 Ολομέλειες και έχουν αφιερώσει 300 ώρες σε συσκέψεις. Προσέξτε αυτόν τον αριθμό. Τα μέλη του ΣΚΕ αφιέρωσαν 300 ώρες από τη ζωή τους, εθελοντικά και χωρίς κανένα αντίτιμο για να συζητήσουν πως μπορεί να βελτιωθεί η ΕΡΤ. Να κάνουν τις κριτικές τους αλλά να πουν και τα μπράβο τους. Οι επιφυλακτικοί μπορούν να συνδεθούν με τον ιστότοπο www.polites.ert.gr όπου είναι αναρτημένες πάνω από 90 ώρες ζωντανού βίντεο χωρίς καμμία απολύτως περικοπή από τις εργασίες των Ολομελειών του ΣΚΕ. Είναι και αυτή μια πρώτη εισαγωγική μορφή λογοδοσίας. Πολλοί πολίτες τις έχουν δει αλλά πάντως δεν είναι μερικές χιλιάδες. Ίσως, στο μέλλον.

Λογοδοσία και Συνεισφορά στην Κοινωνία

Πριν λίγες ημέρες πήγα στις Βρυξέλλες όπου έγινε σύσκεψη25 Δημόσιων Ραδιοτηλεοράσεων, μελών της European Broadcasting Union (EBU – που δεν είναι μόνον η Eurovision) με συμμετοχή των Υπεύθυνων Κοινωνικής Ευθύνης ή όπως το περιγράφει η EBU «Contribution to Society» (Συνεισφορά στην Κοινωνία). Πρόκειται για μία πανευρωπαϊκή πρωτοβουλία της EBU που ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια με στόχο τον καλύτερο συντονισμό των πολιτικών κοινωνικής ευθύνης και έχει σκοπό την ενεργητική απόκρουση της πολλαπλής αμφισβήτησης που δέχονται οι Δημόσιες Ραδιοτηλεοράσεις με άνοιγμα προς τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Βασικό σύνθημα της καμπάνιας είναι ότι αυτό που παίρνουν οι πολίτες (Δημόσια Αξία που παράγουν οι Δημόσιες Ρ/Τ) είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερο από αυτό που πληρώνουν (ανταποδοτικό τέλος που είναι κατά μέσο όρο 15 ευρώ μηνιαίως στην ευρωζώνη, στην Ελλάδα είναι 3 ευρώ ή επιδοτήσεις από τον προϋπολογισμό που υπάρχουν σε κάποιες χώρες). Πέρα όμως από την οικονομική διάσταση της υπόθεσης, κεντρική κατεύθυνση της πρωτοβουλίας είναι η συνεισφορά των Δημόσιων Ρ/Τ στην Δημοκρατία (Contribution to Democracy). Δεν είναι μόνον οι αξιόπιστες και ψύχραιμες ειδήσεις, η ποιοτική ψυχαγωγία και μυθοπλασία αλλά και η ανεκτίμητη συνεισφορά τους στην πλαισίωση του Δημόσιου Διαλόγου που μορφώνει ενεργούς πολίτες στις δημοκρατικές αξίες αλλά και στην ενεργό συμμετοχή τους στα κοινά. Ο Διάλογος έχει ανοίξει και προβλέπεται ταραχώδης, επικουρούμενος από τεχνολογικές πιέσεις (Διαδικτυακές πλατφόρμες – Netflix, YTube, μεγάλα ιδιωτικά δίκτυα), πολιτικές (υπερδεξιά κόμματα αμφισβητούν ευθέως τη χρησιμότητα των δημόσιων Ρ/Τ), αλλαγές συμπεριφοράς (οι νέοι δεν βλέπουν παραδοσιακή τηλεόραση και προτιμούν την μετάβαση στις μικρές οθόνες smart phones, tablets). Στην Ελβετία οι πολίτες ψήφισαν σε Δημοψήφισμα πανηγυρικά ναι – 74% – στη διατήρηση του ανταποδοτικού τέλους των 40 ευρώ μηνιαίως, ενώ η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη στη Δανία, Αυστρία και Σλοβακία.
Κλείνοντας την παρένθεση, για να γυρίσω στη σύσκεψη της EBU, παρουσιάζοντας τις δράσεις κοινωνικής ευθύνης της ΕΡΤ που έχουν ως κύριο άξονα το άνοιγμα στην κοινωνία διαμέσου των Συμβουλίων Κοινωνικού Ελέγχου, υπέθεσα ότι οι παρευρισκόμενοι θα σκέφτηκαν ότι με την τεράστια έλλειψη χρόνου και πόρων από τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων, τέτοιες προσπάθειες φαντάζουν ανεφάρμοστες.

Κανονικοί άνθρωπου που θέλουν να είναι «τηλε-δρώντες» και όχι μόνον τηλεθεατές

«Τι είδους άνθρωποι είναι τα μέλη του Συμβουλίου; Είναι κανονικοί άνθρωποι; Εμείς στο BBC πληρώνουμε ειδική εταιρία για να μας συγκροτήσουν ψηφιακά πάνελ τηλεθεατών και πάλι έχουμε πρόβλημα», ρώτησε ο συνάδελφος του BBC. Χωρίς δεύτερη συζήτηση κλίκαρα το σύντομο βίντεο https://www.facebook.com/politesert/videos/563630920671323/ των 36 δευτερολέπτων που μεταδόθηκε σε όλο το δίκτυο της ΕΡΤ το τελευταίο δίμηνο ως δημόσια πρόσκληση για την ανανέωση του ΣΚΕ το οποίο περιέχει στιγμιότυπα των συζητήσεων και των ψηφοφοριών του υπάρχοντος ΣΚΕ Αττικής (ήδη έχουν υπάρξει 510 συμμετοχές από τους πολίτες από τους οποίους θα κληρωθούν στην Ολομέλεια του ΣΚΕ τα 55 νέα μέλη του). Εντυπωσιάστηκαν. Είδαν «κανονικούς» ανθρώπους που συζητούν ζωντανά και ψηφίζουν. Τίποτα ακραίο, ιδιόμορφο ή περίεργο. Κανονικούς πολίτες όλων των ηλικιών. «Θα μπορούσαν να είναι στη Βιέννη ή στο Παρίσι». Ακριβώς . η Αθήνα σε ορισμένους τομείς μπορεί να είναι πιο προχωρημένη. Ο γάλλος συνάδελφος της FRANCETelevisions μου θύμισε ότι η συγκρότηση παρόμοιων επιτροπών ή συμβουλίων στην δημόσια τηλεόραση αλλά και στο σύνολο του δημόσιου τομέα ήταν βασική προεκλογική εξαγγελία στις γαλλικές Προεδρικές εκλογές από τον σοσιαλιστή υποψήφιο Benoit Hamon, αλλά και τον νυν Πρόεδρο Emmanuel Macron (δεν έχει υλοποιηθεί ακόμη). Όμως η France Televisions προχώρησε τον Δεκέμβριο 2016 και το 2017 σε μια συγγενή πρωτοβουλία με τα ΣΚΕ, με τίτλο «AGORA. Rencontres avec les telespectateurs» (ΑΓΟΡΑ. Συναντήσεις με τους τηλεθεατές). Πήραν μέρος σε ομάδες των 38 ατόμων συνολικά 1600 πολίτες. Κεντρική απαίτηση των πολιτών ήταν ότι θέλουν να πάψουν να είναι παθητικοί τηλεθεατές, αλλά να γίνουν «τηλε-δρώντες» και αυτό το περιμένουν κυρίως από την Δημόσια τηλεόραση, όπως ήδη αυτό συμβαίνει με το διαδίκτυο όπου έχουν τη δυνατότητα αμφίδρομης παρέμβασης.
Ο αυστριακός συνάδελφος της ORF έκανε μια άλλη κρίσιμη ερώτηση «Ωραία, συζητούν και ψηφίζουν τα μέλη του ΣΚΕ. Τους ακούει κανείς;» Ναι. Σιγά σιγά. Οι διαδικασίες συμμετοχικής διαβούλευσης και ελέγχου παίρνουν χρόνο για να εγκαθιδρυθούν. Μπορεί τα πορίσματα πέντε από τις επτά επιτροπές του ΣΚΕ να έχουν κατατεθεί από τον Δεκέμβριο 2017 αλλά εκκρεμούν οι υπόλοιπες δύο και είναι βέβαιο ότι το Δ.Σ της ΕΡΤ θα απαντήσει στις προτάσεις με την ολοκλήρωση του έργου του υπάρχοντος ΣΚΕ. Πέρα όμως από αυτό έχει γίνει ακρόαση όλων των Γενικών Διευθυντών και των περισσότερων Διευθυντών της εταιρείας με ένα εξαιρετικά γόνιμο διάλογο και ήδη έχουν γίνει δεκάδες βελτιώσεις ή έχουν υιοθετηθεί νέες πρακτικές στη βάση των προτάσεων και παρατηρήσεων του ΣΚΕ. Η Λογοδοσία της ΕΡΤ, έστω και στα αρχικά της στάδια, λειτουργεί.
«Ποια είναι η οργανωτική μορφή που υποστηρίζει αυτό το πολύπλοκο εγχείρημα; Ποια είναι η εγγύηση της ανεξαρτησίας του Συμβουλίου;» ρώτησε η ελβετίδα συνάδελφος της SGR/SSR, του καναλιού που έδωσε με επιτυχία τη μάχη κατά της κατάργησης του ανταποδοτικού τέλους στο Δημοψήφισμα αξιοποιώντας μάλιστα στα επιχειρήματα και τον διετή αγώνα των εργαζομένων της ΕΡΤ απέναντι στο «Μαύρο». Την οργανωτική ευθύνη εκ μέρους της ΕΡΤ έχει το Κέντρο Επικοινωνίας Ενημέρωσης Πολιτών (ΚΕΕΠ) που είναι μια αυτοτελής υπηρεσία που αναφέρεται απευθείας στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας. Το ΚΕΕΠ οργανώνει, στηρίζει, πλαισιώνει τα ΣΚΕ αλλά δεν παρεμβαίνει σε καμμία περίπτωση στις αποφάσεις του Συμβουλίου που σύμφωνα με τον Ν.4324/15 είναι ανεξάρτητα όργανα με συμβουλευτικό χαρακτήρα προς την Διοίκηση της ΕΡΤ. Άλλωστε, τα Συμβούλια έχουν εκλέξει προεδρείο, αποφασίζουν μόνα τους ποιους καλούν σε ακρόαση εντός και εκτός ΕΡΤ, έχουν ήδη καλέσει και συνομιλήσει με 10 Βουλευτές της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, έχουν δικιά τους ραδιοφωνική εκπομπή στην ΕΡΤopen, παρουσία στα social media, ενώ διοργανώνουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις για κοινωνικά θέματα (Ειδική Εκπαίδευση ΑΜΕΑ, συνταγματική αναθεώρηση και Ρ/Τ, σχέσεις των φύλων, περιβάλλον). Είναι ήδη δηλαδή κοινωνικά κύτταρα Δημόσιου Διαλόγου.
Το ΚΕΕΠ λειτουργεί ως ένας αμφίδρομος διαμεσολαβητικός δίαυλος ανάμεσα στην Κεντρική Διοίκηση και την κοινωνία διαμέσου των ΣΚΕ που αποτελούν την «καρδιά» του προγράμματος κοινωνικής ευθύνης της ΕΡΤ. Σε αντίθεση με τις ιδιωτικές τηλεοράσεις και επιχειρήσεις που εντάσσουν τις δράσεις κοινωνικής ευθύνης στην εταιρική επικοινωνία χρησιμοποιώντας τες συχνά ως άλλοθι και ως διαφημιστικά εργαλεία προβολής, η ΕΡΤ και πολλές Δημόσιες Ρ/Τ της EBU, έχουν επιλέξει την οργανωτική μορφή της αυτοτελούς υπηρεσίας που λειτουργεί ως ένα είδος «εσωτερικής ανεξάρτητης αρχής» για να τονίσουν τον Δημόσιο χαρακτήρα τους, την αμεροληψία τους και τον σεβασμό τους στους πολίτες που τις χρηματοδοτούν.
Κλείνοντας αυτή την ευρωπαϊκή περιδιάβαση, όπως προκύπτει από τις συζητήσεις, από το 2007 που ξεκίνησαν οι πρώτες οργανωμένες δράσεις κοινωνικής ευθύνης στην EBU με πρωτοκαθεδρία του BBC και της Φιλανδικής Δημόσιας Τηλεόρασης Yle, η ΕΡΤ βρίσκεται μαζί με την γαλλική FranceTelevisions, την αυστριακή ORF, την βελγική RTBF VTR, την ελβετική SGR/SSR, την νορβηγική NRK στην πρώτη ομάδα των μελών της EBU αναφορικά με τις δράσεις ανοίγματος και λογοδοσίας στην κοινωνία. Τα ΣΚΕ της ΕΡΤ συγκέντρωσαν το έντονο ενδιαφέρον των συμμετεχόντων και αρκετοί (ORF, STR, RAI, ARD) δήλωσαν ότι θα εξετάσουν την προώθηση συγγενών πρωτοβουλιών. Συμφωνήσαμε όλοι ότι η «ευγενής εξαίρεση» των ΣΚΕ, όπως είπε η συνάδελφος της βελγικής RTBF οφείλεται κυρίως στην μεγάλη κινητοποίηση των ελλήνων πολιτών υπέρ του αγώνα των εργαζομένων της ΕΡΤ απέναντι στο Μαύρο την διετία 2013-2015 - που έχει κάνει την ΕΡΤ εξαιρετικά δημοφιλή στην EBU - και ότι η δράση αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία για νέους δρόμους στενότερης σύνδεσης των μελών της EBU με το κοινό τους.
Τελικά γίνονται πράγματα στην Αθήνα και την Ελλάδα που ούτε και εμείς οι ίδιοι δεν καταλαβαίνουμε τη σημασία τους. Χρειαζόμαστε τη ματιά των άλλων για να την κατανοήσουμε.

Περικλής Βασιλόπουλος
Προϊστάμενος ΚΕΕΠ
Υπεύθυνος Κοινωνικής Ευθύνης ΕΡΤ

Μεταξύ λαϊκισμού και νεοφιλελευθερισμού

Σε ό,τι αφορά τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην ευρωζώνη, νομίζω πως οι δύο πιο σημαντικές αλλαγές είναι η άνοδος του λαϊκισμού και η κάθοδος της σοσιαλδημοκρατίας. Και γι' αυτό θα εξετάσω τη στενή σχέση που έχει η παγκοσμιοποίηση με τις δύο παραπάνω εξελίξεις. Τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης που σχετίζονται με αυτό το θέμα.
Χαρακτηριστικά παγκοσμιοποίησης. Το πιο βασικό είναι πως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αμβλύνει την αυτονομία του κράτους - έθνους. Γιατί με την άνοδο του θατσερισμού και το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών τη δεκαετία του '80 και μετά, το κράτος δεν είναι πια σε θέση να ελέγξει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Αυτό οδήγησε σε μια έντονη ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, μια ανισορροπία που δεν υπήρχε στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο. Γιατί στη λεγόμενη «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας τα συνδικάτα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην άνοδο και εμπέδωση της σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας και στρατηγικής. Μαζί με τα μαζικά εργατικά κόμματα κατόρθωσαν για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας να πετύχουν την εξάπλωση αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που στην περίοδο 1945-1975 ο λαϊκισμός δεν πήρε τις διαστάσεις που έχει σήμερα. Ετσι, το πέρασμα από τον ολιγαρχικό στον μεταολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, το οποίο έφερε την είσοδο των λαϊκών στρωμάτων στην ενεργό πολιτική αρένα, δεν έγινε ούτε με τις μαζικές λαϊκιστικές κινητοποιήσεις όπως στη Λατινική Αμερική, αλλά ούτε, όπως στην Ελλάδα, με τον μετασχηματισμό των «τζακιών» σε πιο διευρυμένα και πιο συγκεντρωτικά πελατειακά κόμματα. Αντίθετα, η ένταξη στον βορειοδυτικό ευρωπαϊκό χώρο επιτεύχθηκε μέσω εργατικών σωματείων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, κομμάτων όπου το λαϊκιστικό και το πελατειακό στοιχείο υπήρχε μεν, αλλά δεν ήταν κυρίαρχο. Ηταν το «ταξικό» στοιχείο που κυριάρχησε. Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που η κλασική σοσιαλδημοκρατία οδήγησε σε ένα είδος εκδημοκρατισμού που δεν βλέπουμε ούτε στις λατινοαμερικανικές χώρες ούτε στον ευρωπαϊκό Νότο. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα στην Ευρώπη άλλαξαν ριζικά. Και αυτό γιατί με την τωρινή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση κάθε σοβαρή απαίτηση για τη μείωση των ανισοτήτων και την ισχυροποίηση των εργατικών δικαιωμάτων οδηγεί στη φυγή των κεφαλαίων σε χώρες όπου η εργασία είναι πιο φτηνή και η εργατική νομοθεσία καχεκτική.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης είναι η ένταση των ανισοτήτων. Η παγκοσμιοποίηση ενέτεινε τις ανισότητες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα ένας μικρός αριθμός κροίσων συγκεντρώνουν στα χέρια τους ένα σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου πλούτου. Και αυτό χωρίς να λογοδοτούν σχεδόν σε κανέναν, χωρίς να πληρώνουν φόρους (μέσω φορολογικών παραδείσων) και χωρίς να στρέφουν τους τεράστιους πόρους τους προς παραγωγικούς τομείς της οικονομίας (στρέφονται περισσότερο στον τζόγο του χρηματιστηρίου).
Το τρίτο αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης είναι η ταυτοτική κρίση. Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε σε ένα χάσμα όχι μόνο πολιτικοοικονομικό αλλά και πολιτισμικό. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι κερδισμένοι (επιχειρηματίες, χρηματιστές, τεχνοκράτες) και από την άλλη οι χαμένοι που βλέπουν την ταύτισή τους με το έθνος και την πατρίδα να υποσκάπτεται. Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με την υψηλή ανεργία, οδήγησε τους χαμένους σε μια υπερπατριωτική αντίδραση - αφού βλέπουν την εθνική ταυτότητά τους να υπονομεύεται. Ετσι συγκροτείται μια βαθιά αντίθεση μεταξύ μιας μειοψηφίας που σταδιακά αποκτά έναν κοσμοπολίτικο προσανατολισμό, και των λαϊκών στρωμάτων που αντιδρούν σε αυτήν τη νέα κατάσταση. Με άλλα λόγια, βλέπουμε μια ρωγμή στον κοινωνικό ιστό μεταξύ ενός νεοφιλελεύθερου κατεστημένου και ενός περιθωριοποιημένου κομματιού της εργατικής κυρίως τάξης, τάξης που υπό την επιρροή οπορτουνιστικών, λαϊκιστικών λόγων εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση καθώς και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αφού η τελευταία αμβλύνει ακόμα περισσότερο την αυτονομία του κράτους - έθνους και την παραδοσιακή εθνική κουλτούρα. Τέλος, ένα τέταρτο χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης είναι οι μαζικές μεταναστευτικές ροές σε έναν κόσμο όπου οι χώρες όλο και πιο πολύ αλληλοσυνδέονται. Αυτό, σε συνδυασμό με τη ραγδαία ανάπτυξη μιας παγκόσμιας καταναλωτικής κουλτούρας, αναπόφευκτα οδηγεί τους φτωχούς και ανέργους του Τρίτου Κόσμου προς τις πλούσιες χώρες της Δύσης. Στη Δύση, από την άλλη μεριά, οι χαμένοι από την παγκοσμιοποίηση βλέπουν τη μαζική είσοδο μεταναστών σαν απειλή της εθνικής τους ταυτότητας, καθώς και σαν κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας και κοινωνικών παροχών.

Με δυο λόγια, ο συνδυασμός εντεινόμενων ανισοτήτων, άμβλυνσης της αυτονομίας του κράτους, η ταυτοτική κρίση και η μαζική μετανάστευση δημιουργούν ένα πλαίσιο ευνοϊκό για την άνοδο του λαϊκισμού. Ενός ακροδεξιού αλλά και ενός ακροαριστερού, όπως αυτός του Μελανσόν στη Γαλλία. Και οι δύο λαϊκισμοί στοχεύουν στην κινητοποίηση των χαμένων. Μια κινητοποίηση που μοιάζει πολύ με τις εξελίξεις που επικράτησαν σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής από τον Μεσοπόλεμο και μετά. Σήμερα, βέβαια, οι συνθήκες που οδηγούν στην άνοδο του λαϊκισμού είναι διαφορετικές. Σήμερα τα λαϊκιστικά κόμματα έχουν ως απώτερο στόχο την ανατροπή της παγκοσμιοποίησης και την επαναφορά της αυτονομίας του κράτους - έθνους. Και οι δύο αυτοί στόχοι είναι στην τωρινή συγκυρία αδύνατοι. Προφανώς, εκτός από την περίπτωση ενός πυρηνικού πολέμου, η επιστροφή προς τα πίσω, δηλαδή η ιδέα της αποπαγκοσμιοποίησης, είναι ουτοπική. Οσο για την άμβλυνση της αυτονομίας του κράτους, αυτή είναι εξίσου αδύνατη. Δηλαδή δεν είναι δυνατόν το κράτος να μπορέσει ξανά να ελέγξει, κυρίως σε μικρές χώρες όπως η Ελλάδα, την αγορά και τις κινήσεις των κεφαλαίων σε εθνικό επίπεδο. Η επιστροφή του πολιτικού, δηλαδή ο πολιτικός έλεγχος της αγοράς, όπως αυτός λειτούργησε στην περίοδο της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε υπερεθνικό επίπεδο σήμερα, δηλαδή σε έναν ευρύτερο σχηματισμό, όπως αυτός της ευρωζώνης. Μόνο σε ένα υπερεθνικό επίπεδο μπορούν ξανά να επιτευχθούν οι βασικοί σοσιαλδημοκρατικοί στόχοι, δηλαδή:
* πρώτον, η μείωση των εντεινόμενων ανισοτήτων,
* δεύτερον, η κατεύθυνση, μέσω πολιτικών ελέγχων της αγοράς, του παραγόμενου πλούτου προς κοινωνικούς και οικολογικούς στόχους,
* τρίτον, ο παραπέρα εκδημοκρατισμός του πολιτικού συστήματος.

Αναθεωρητισμός και εξελικτισμός. Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, κατά τον Bernstein, τον κύριο εκπρόσωπο της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας, η σοσιαλδημοκρατία χαρακτηρίζεται από δύο βασικές θέσεις: τον αναθεωρητισμό και τον εξελικτισμό. Ο αναθεωρητισμός ασκεί κριτική στο ύστερο έργο του Μαρξ που τονίζει «σιδηρούς νόμους» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, νόμους που θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στην κατάρρευσή του (αυτή η θεωρία έχει ξαναζωντανέψει σήμερα, με σημαντικούς διανοητές να προβλέπουν την ερχόμενη κατάρρευση του καπιταλισμού - βλ. W. Streeck, 2016). Οσο για τη δεύτερη θέση της σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας, τον εξελικτισμό, εδώ γίνεται κριτική στη βίαιη επαναστατική στρατηγική που ο Λένιν θεωρούσε αναγκαία για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό / κομμουνισμό. Αντίθετα με αυτήν τη θέση, ο Bernstein υποστηρίζει πως μόνο εξελικτικά, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, είναι δυνατόν να φθάσουμε σε μια μετακαπιταλιστική κατάσταση την οποία ονομάζει δημοκρατικό σοσιαλισμό.

Νομίζω πως οι παραπάνω θέσεις είναι κοινές και στη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά. Με άλλα λόγια, στον βαθμό που τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα αποφασίσουν να ακολουθήσουν τον ευρυζωνικό δρόμο, θα έλεγα πως μετατρέπονται σε ριζοσπαστικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Βέβαια, τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα αποφεύγουν τον όρο σοσιαλδημοκρατία. Θεωρούν πως η προσέγγιση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προς τον νεοφιλελευθερισμό στο τέλος της δεκαετίας του '80 οδήγησε στον οριστικό θάνατο της «αληθινής» σοσιαλδημοκρατίας. Σήμαινε το πέρασμα στον μπλερισμό / σοσιοφιλελευθερισμό. Αυτού του είδους η κριτική δεν λαμβάνει όμως σοβαρά υπόψη της πως ο λεγόμενος μπλερισμός δεν ήταν προδοσία. Ηταν μια ιστορική αναγκαιότητα. Ηταν ο μόνος τρόπος εκλογικής επιβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας σε ένα μεταφορντικό πλαίσιο όπου η βιομηχανική εργατική τάξη, η κύρια εκλογική βάση της σοσιαλδημοκρατίας, συρρικνώθηκε. Και είναι ακριβώς αυτή η επιβίωση που έκανε δυνατή τη μη διάλυση από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα των επιτευγμάτων της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας. (Για παράδειγμα, ο Τόνι Μπλερ, ακολουθώντας τον λεγόμενο τρίτο δρόμο, βοήθησε σημαντικά τα λαϊκά στρώματα. Αυτό ξεχάστηκε όταν αποφάσισε να στηρίξει ενεργά την πολιτική του προέδρου Μπους στο Ιράκ - βλ. «Το Βήμα», 10/6/2001). Για αυτόν τον λόγο, η αρνητική σημειολογία του όρου «σοσιαλδημοκρατία» αποκόπτει τη ριζοσπαστική Αριστερά από μια προοδευτική παράδοση που για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού έκανε τις σύγχρονες κοινωνίες στη Βορειοδυτική Ευρώπη πιο ανθρώπινες. Συμπερασματικά, οι προοδευτικές δυνάμεις της ευρωζώνης μπορούν και πρέπει να είναι ένας συνασπισμός της σοσιαλδημοκρατικής Κεντροαριστεράς, της φιλευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς καθώς και άλλων προοδευτικών δυνάμεων. Δυνάμεων που θα έχουν ως στόχο την καταπολέμηση του λαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη. Καμία από τις παραπάνω δυνάμεις δεν μπορεί από μόνη της να αντισταθεί στον πολιτικό αυταρχισμό του λαϊκισμού και τον αγοροκρατικό αυταρχισμό του νεοφιλελευθερισμού. Μόνο μια «τριπλή» συμμαχία μπορεί, στο πλαίσιο μιας ενωμένης Ευρώπης, να διασώσει και να προωθήσει παραπέρα τις χειραφετικές πλευρές του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

*Δημοσιέυτηκε στα "Νέα" στις 25/5/2018. 

Το μέλλον διασφαλίζεται με εθνική στρατηγική

Αν η γεωγραφία καθορίζει τα βασικά δεδομένα ενός τόπου, η πολιτική στρατηγική οφείλει να τα ερμηνεύσει, να συνθέσει με βάση τις εσωτερικές και διεθνείς τάσεις, να οριοθετήσει στόχους. Οι στρατηγικές επιλογές και η υλοποίησή τους δημιουργούν νέα δεδομένα τα οποία επηρεάζουν με τη σειρά τους τις εξελίξεις, τις νοοτροπίες, τις συμπεριφορές. Γεωγραφία και συνειδητή στρατηγική επιλογή οφείλουν να συνάδουν με τις πραγματικές δυνατότητες, να αναδεικνύουν τις προοπτικές, να πείθουν για τις ισορροπίες, να διασφαλίζουν το μέλλον της χώρας και του ελληνισμού.

Οι φιλοδοξίες από μόνες τους δεν επαρκούν, συχνά γίνονται μάλιστα και αιτίες καταστροφών προσώπων ή και εθνών. Η ιστορία όλων ανεξαιρέτως των χωρών βρίθει αντίστοιχων παραδειγμάτων και η ελληνική διαχρονική εμπειρία δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Το αντίθετο μάλιστα. Στην πρόσφατη ανατύπωση (η πρώτη έκδοση έγινε από τις εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ το 1993) του σημαντικού βιβλίου του Ιωάννη Λουκά «Αιγαίο Πέλαγος. Ιστορία και γεωπολιτική του Ελληνισμού από την προϊστορία ώς τους Αλεξανδρινούς Χρόνους» που κυκλοφόρησε από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ αναλύονται οι επιλογές, οι επιπτώσεις τους, τα διδάγματα και φαίνεται και η συσχέτιση και η διαχρονία των στοιχείων της περιόδου εκείνης. Συμμαχίες και συγκρούσεις με τον τότε ισχυρό, επεκτατικό ασιατικό παράγοντα, επιλογές οπλικών συστημάτων με βάση τα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής, αντιφάσεις και διλήμματα, δημαγωγοί και εθνικοί ηγέτες, συμμαχίες, συγκυρίες και ανατροπές. Δεν πρόκειται όμως για απλή ιστορική καταγραφή γεγονότων, το ενδιαφέρον του βιβλίου έγκειται στα διδάγματα, στην πρωτότυπη και θαρραλέα εξαγωγή συμπερασμάτων, γι αυτό και θεωρώ χρησιμότατο αυτό το βιβλίο.

 Η δημοκρατία της Αθήνας ήταν συνυφασμένη με τις μεγάλες επιλογές: ναυτικό ή στεριά, κατασκευή πλοίων ή αγροτική παραγωγή, πολλοί, ναι πολλοί ναύτες ή λίγοι γαιοκτήμονες, όλα αυτά υποδηλώνουν πολιτικές επιλογές υψίστης σημασίας. Θεμιστοκλής και Περικλής, αλλά και Αλκιβιάδης και τύραννοι. Η επιβίωση του ελληνισμού συνδέθηκε αναντίρρητα με τη θάλασσα, τα νησιά, το Αιγαίο πέλαγος και τις αποικίες, (μέχρι και η Σπάρτη ενστερνίστηκε εξ ανάγκης αυτή την επιλογή, γράφει ο Ι. Λουκάς) τουλάχιστον μέχρι την επικράτηση των Μακεδόνων. Στη μελέτη αυτή όλα δείχνουν οικεία, σαν να έγιναν όλα χτες κι όλα αυτά διαδραματίστηκαν κι επαναλήφθηκαν σε μάχες, σε ναυμαχίες, σε νίκες και σε ήττες, σε καταδίκες, εξοστρακισμούς και για κάποιες πόλεις επιλεκτική, αργυρώνητη συχνά συνεργασία με τον Μεγάλο πέρση Βασιλιά της εποχής. Οι εξαίσιες κατακτήσεις του ελληνικού πνεύματος αμαυρώνονται πάντοτε από τις διχόνοιες και τους εμφυλίους πολέμους, αυτή την κατάρα του ελληνισμού.

Αποικίες σημαίνει πολιτική και εμπόριο, ανεφοδιασμός σε τρόφιμα, ελεύθερες ναυτικοί οδοί, δηλαδή αυτοκρατορία. Η Αττική ήταν πάντα εξαρτώμενη από τις εισαγωγές τροφίμων, δεν αρκούσε ποτέ, ούτε και τώρα, πολύ περισσότερο, αρκεί, η τοπική παραγωγή, για να θρέψει την πρωτεύουσα. Πόσα φορτηγά, πλοία, αεροπλάνα και τρένα χρειάζονται για να προμηθευτεί τα απαραίτητα αγαθά η πρωτεύσουσα σήμερα; Γι αυτό και η σύνθεση του ΑΕΠ, έχει διαχρονικά μεγάλη σημασία. Ποια είναι η ορθή ισορροπία ανάμεσα στους τρεις τομείς; Αυτό εξαρτάται από την ιστορική στιγμή, αλλά δεν είναι κάτι που γίνεται αυτόματα, το αποτέλεσμα δεν είναι άμοιρο επιλογών, αποφάσεων και ευθυνών. Μαθαίνουμε στο σημαντικό αυτό βιβλίο ότι οι τράπεζες, με την σύγχρονη αντίληψη του όρου, ιδρύθηκαν στην κλασσική εποχή, αναπτύχθηκαν στην πράξη (λόγω του εύκολου κέρδους...) σε βάρος του δευτερογενούς τομέα, επειδή εγκαταλείφθηκε σταδιακά η αγγειοπλαστική. Η αγγειοπλαστική όμως διεσφάλιζε την μεταφορά αγροτικών προϊόντων, έτσι το εμπορικό ναυτικό έφτιαχνε πλούτο, κουβαλούσε πρώτες ύλες και έφερνε βεβαίως σε επαφή τον ελληνισμό με άλλους λαούς.

Το κύριο συμπέρασμα είναι ότι χρειάζεται η ορθή και λειτουργική ισορροπία των τριών τομέων της οικονομίας, πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς. Σήμερα η ανισορροπία στο ελληνικό και διαρκώς συρρικνούμενο ΑΕΠ είναι εμφανής, ενώ στο ισχνό αυτό ΑΕΠ πάνω από το 90% οφείλεται στις υπηρεσίες, περίπου 3,5% αφείλεται στον αγροτικό τομέα και το υπόλοιπο στη μεταποίηση. Εισάγουμε τα πάντα και πουλούμε τα πάντα.Είναι αυτό το μοντέλο βιώσιμο; Φυσικά και δεν είναι, και όσο κι αν είμαστε ευχαριστημένοι με τον τουρισμό, γνωρίζουμε ότι είναι ένας τομέας ευαίσθητος, επηρεάζεται από πολλούς εξωγενείς παράγοντες, υφίσταται πιέσεις λόγω ανταγωνισμού και βεβαίως, παράλληλα με τις θετικές του επιδράσεις, ωθεί και στην αύξηση των καταναλωτικών αγαθών, δηλαδή στην αύξηση του εμπορικού μας ελλείμματος λόγω εισαγωγών. (Ντομάτες Πολωνίας και αυγά Αλβανίας...). Χρειάζονται συνεπώς συνέργειες, συνεργασίες του τουρισμού, της μεταποίησης και των παραγωγών, τοπικές δράσεις ανάδειξης του πολιτισμού, της γαστρονομίας, της βιοποικιλότητας. Κι όλα αυτά σημαίνουν πρώτα ποιοτική παραγωγή. Η ορθή και λειτουργική ισορροπία ανάμεσα στους τρεις τομείς χρειάζεται ε (δημιουργών κατά τον Πλάτωνα), επανακαθορισμό των πολιτικών, αύξηση της συμμετοχής της μεταποίησης στο ΑΕΠ και βεβαίως αύξηση της αγροτικής παραγωγής. Δεν ωφελεί γενικά η μεγέθυνση του εθνικού προϊόντος αν δεν υπάρχει ένα βιώσιμο μοντέλο που διασφαλίζει ενδογενή παραγωγή, θέσεις εργασίας για τους νέους και ποιοτικά προϊόντα.

Το θέμα της επιβίωσης του έθνους δεν βασίζεται βεβαίως σήμερα στις ίδιες παραμέτρους με αυτές της κλασσικής εποχής. Διαχρονικά όμως πάντα ετίθετο το δίλημμα: επιβίωση και υποταγή ή επιλογή ευφυούς κάθε φορά στρατηγικής που θα αναδείξει τα γεωστρατηγικά, υλικά και πνευματικά, πλεονεκτήματα του ελληνισμού; Αυτά ποικίλουν μεν από εποχή σε εποχή λόγω των εξελίξεων, έχουν όμως μια σταθερή γεωγραφική βάση, μια ενιαία αναφορά στον χώρο. Οσο απολύτως απαραίτητη είναι η ικανότητα αποτροπής, οι σύγχρονοι εξοπλισμοί και η διακλαδική συνεργασία των Ενόλων Δυνάμεων, τόσο απολύτως απαραίτητη είναι η ισχυρή και ανταγωνιστική οικονομία και η εξισορρόπηση του ΑΕΠ. Το εσωτερικό μέτωπο ωστόσο, το πολιτικό σύστημα, πρέπει να είναι σε θέση να παράγει πολιτική δράση, με θεσμικό πλαίσιο που διασφαλίζει δημοκρατία, συνεργασία και εμπιστοσύνη και όχι τυφλό κομματικό πάθος. Σήμερα τα διλήμματα τίθενται αλλοιώς λόγω των σημαντικών τεχνολογικών εξελίξεων, των νέων διεθνών προτεραιοτήτων, αλλά στα θέματα στρατηγικής οι εθνικές επιδιώξεις πρέπει να είναι σαφείς. Δεν χρειαζόμαστε λοιπόν ούτε νέους εμφυλίους ή άλλους διχασμούς, αλλά αντίθετα νηφάλια επεξεργασία των δεδομένων για την αξιοποίηση όλων των δυνάμεων του ελληνισμού και πρωτίστως του ανθρώπινου παράγοντα. Δεν χρειαζόμαστε πολλά κομματικά μανιφέστα στα θέμα της εθνικής στρατηγικής, αλλά ειλικρινή συνεργασία, αφού υπάρχουν πολλοί εναλλακτικοί τρόποι προβολής της κομματικής σημαίας.

Εκεί είμαστε λοιπόν, στην αρχή, στο κύριο και μόνιμο αίτημα, που είναι η αποτύπωση εθνικής στρατηγικής, Τώρα. Τα οικονομικά, δημογραφικά, πολιτιστικά, ενεργειακά και πολιτικά δεδομένα είναι γνωστά. Τα διπλωματικά δεδομένα είναι επίσης γνωστά (ΝΑΤΟ/ΗΠΑ) και η απαιτούμενη ενεργός συμμετοχή μας στην ΕΕ/ευρωζώνη είναι το κύριο θεσμικό πλαίσιο προς αξιοποίηση. Με προτάσεις, αξιοπιστία, σοβαρότητα. Τα εξωτερικά μας σύνορα είναι και εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, ενώ η Τουρκία, που ας ελπίσουμε ότι θα εξελιχθεί κάποτε σε μια κανονική δημοκρατική χώρα που σέβεται το διεθνές δίκαιο, έχει δεσμευτεί ήδη από τον Μάρτιο του 1995 (Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης Τουρκίας και ΕΕ) να σέβεται τους κανόνες της καλής γειτονίας, το διεθνές δίκαιο και την ειρηνική επίλυση των διαφορών, χωρίς να προσφεύγει σε χρήση άλλων κατά της ΕΕ μέσων (όπως κάνει σταθερά το τελευταίο διάστημα η Τουρκία με προκλήσεις, άσκηση βίας, απειλές). Υπενθυμίζω ότι με την συμφωνία αυτή, χάρη στην προσωπική επιμονή του Α. Παπανδρέου, η Ελλάδα κατοχύρωσε πολιτικά την απόφαση έναρξης διαπραγματεύσεων ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ.

*Δημοσιεύτηκε στην huffingtonpost.gr στις 7/5/2018. 

Μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος: Δημοσιογραφία και έννομη τάξη

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίασε η εκδήλωση της ΕλΕΔΑ για τους Μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 29 Μαΐου 2018.

Η Πρόεδρος της ΕλΕΔΑ Κλειώ Παπαπαντολέων επισήμανε εισαγωγικά ότι αφορμή ήταν η υπόθεση της Μαρίας Εφίμοβα, της οποίας ζητείται η έκδοση από την Ελλάδα στη Μάλτα επειδή συνέβαλε στην αποκάλυψη ενός σκανδάλου διαφθοράς που άγγιξε την κορυφή της πολιτικής ηγεσίας της Μάλτας. Μέχρι σήμερα ο χώρος των δικαιωμάτων είχε ασχοληθεί με ζητήματα που συναρθρώνονται γύρω από το θέμα των whistleblowers, όπως η ελευθερία της έκφρασης και του τύπου, το δικαίωμα στην ενημέρωση, τα δικαιώματα των κατηγορουμένων. Ποτέ όμως δεν είχε ανοίξει αυτό καθεαυτό το θέμα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στον ιδιότυπο ρόλο που έχουν πλέον τα πρόσωπα αυτά στην κοινωνία και στην έννομη τάξη, που μέχρι τώρα τα αντιμετωπίζει μάλλον με αμηχανία.

Ο δημοσιογράφος Γιάννης Παπαδόπουλος αναφέρθηκε στο τίμημα της αποκάλυψης της αλήθειας και στην ελλιπή προστασία των πληροφοριοδοτών. Τόνισε τις υποθέσεις τριών γνωστών μαρτύρων στην Αμερική, τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν από τους καταγγελλόμενους (απειλές, εκφοβισμοί, απόπειρες αποδόμησης της προσωπικότητας) και την έλλειψη παροχής προστασίας από τις αρμόδιες αρχές. Πρόκειται για τον Daniel Ellsberg, ο οποίος το 1971 διέρρευσε 47 τόμους με απόρρητα έγγραφα της CIA για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, τον Jeffrey Wigand, που προέβη σε αποκαλύψεις σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της καπνοβιομηχανίας Brown & Williamson και τον αστυνομικό Frank Serpico, που αποκάλυψε την έκταση της διαφθοράς στην αστυνομία. Παρά τα εμπόδια δεν μετάνιωσαν για τις αποκαλύψεις στις οποίες προέβησαν, μετάνιωσαν που δεν μίλησαν νωρίτερα. Η ελλιπής προστασία των πληροφοριοδοτών εμφανίστηκε και στην περίπτωση των προστατευόμενων μαρτύρων στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Η κα Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή, επίκουρη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ανέλυσε τη συνταγματική θεώρηση του θεσμού του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος. Αναφέρθηκε στο νομοθετικό πλαίσιο και στο πεδίο εφαρμογής του. Υπογράμμισε ότι το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο είναι ατελές: δεν προσφέρει επαρκή προστασία σε όσους καταγγέλλουν περιπτώσεις διαφθοράς, έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και καλύπτει μόνο περιπτώσεις δωροδοκίας εν στενή εννοία χωρίς να καλύπτει υπό τη σκέπη του όλο το φάσμα της διαφθοράς. Ακόμη, σημείωσε ότι είναι πλέον ξεπερασμένη η διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού συμφέροντος ιδίως στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της οικονομίας. Ο θεσμός του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος απορρέει από την ελευθερία εκφράσεως και κατοχυρώνεται στην αρχή της διαφάνειας, η οποία επιβάλλει τη δημοσιοποίηση ενεργειών που έρχονται σε αντίθεση με το δημόσιο συμφέρον. Αναφέρθηκε επίσης στη νομολογία του ΣτΕ και του ΕΔΔΑ, σχετικά με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του καταγγελλόμενου, θίγοντας το ζήτημα της ανωνυμίας του μάρτυρα, τη χρήση παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, το δικαίωμα αναφοράς στις αρχές και την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τονίζοντας την ανάγκη προστασίας τόσο του καταγγελλομένου όσο και του καταγγέλλοντος Τέλος, επεσήμανε ότι πέραν από την ανάγκη νομοθετικής θωράκισης του θεσμού απαιτείται η κατάλληλη εκπαίδευση, προκειμένου οι πολίτες να αισθάνονται ότι η πράξη καταγγελίας συνιστά μια θετική ενέργεια σε όφελος της κοινωνίας.

Η κα Μαρία Εφίμοβα, πληροφοριοδότρια στην υπόθεση διαφθοράς και ξεπλύματος βρώμικου χρήματος της μαλτέζικης τράπεζας Pilatus Bank, στην οποία φέρονται να εμπλέκονται πρόσωπα της ανώτερης πολιτικής ηγεσίας της Μάλτας καθώς και της οικογένειας του Πρωθυπουργού, μίλησε για την απόφασή της να προβεί στην αποκάλυψη των σχετικών στοιχείων στη δημοσιογράφο Δάφνη Καρουάνα Γκαλίθια, που ερευνούσε την υπόθεση αυτή και δολοφονήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο. Η κα Εφίμοβα κατηγορείται στη Μάλτα για χαμηλού ύψους υπεξαίρεση (5.000 ευρώ) και εναντίον της έχει εκδοθεί Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Στις 14 Ιουνίου 2018 αναμένεται η έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου σχετικά με την έκδοσή της στη Μάλτα. Η ίδια τόνισε ότι εάν επιστρέψει η ζωή της απειλείται. Έχει δώσει κατάθεση στις αρχές της Μάλτας σχετικά με την πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τα στελέχη της τράπεζας και δύναται να δώσει εκ νέου κατάθεση, αν βρεθεί ασφαλής τρόπος.

Ο δημοσιογράφος Νικόλας Λεοντόπουλος ανέλυσε γιατί δεν έχουμε whistleblowers στην Ελλάδα και τι οφείλουμε να κάνουμε για να αποκτήσουμε. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην έλλειψη εμπιστοσύνης που υπάρχει απέναντι στους δημοσιογράφους και στο ζήτημα της διαχείρισης της πληροφορίας από τα ΜΜΕ. Υπάρχει τεχνική αδυναμία σχετικά με το ζήτημα προστασίας του πληροφοριακού υλικού από μία πηγή, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν την αξιοποίηση του υλικού, την προστασία του και την προστασία της ανωνυμίας της πηγής. Ακόμη, δεν υπάρχει σαφής γνώση του νομοθετικού πλαισίου και συχνά τα ΜΜΕ δεν καλύπτουν τους ίδιους τους δημοσιογράφους τους. Τέλος, αναφέρθηκε στο ζήτημα της αδυναμίας δημοσιοποίησης συγκεκριμένων υποθέσεων λόγω διαπλοκής των ΜΜΕ με τον καταγγελλόμενο φορέα. Η επίλυση των ανωτέρω έγκειται στη λογική συνεργειών μέσα στην κοινότητα των δημοσιογράφων και συναφών φορέων για την κυκλοφορία της είδησης και τη δημιουργία ενός πλαισίου που θα επιτρέπει τη δημοσίευση πληροφοριών.
Ακολούθησε εκτενής συζήτηση με το κοινό και αναφέρθηκε μεταξύ άλλων η πρόθεση παριστάμενων βουλευτών να αναδείξουν κοινοβουλευτικά τη σημασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και ιδίως την περίπτωση Εφίμοβα.