Δευτέρα, 14 Οκτώβριος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Όταν ο ΣΕΒ επανατοποθετείται

Πάντα έχει το ενδιαφέρον της η διοργάνωση της δημόσιας παρουσίας του ΣΕΒ, με αφορμή την ετήσια Γενική Συνέλευσή του. Γιατί άλλοτε πιο έμμεσα, άλλοτε πιο στοχευμένα λειτουργεί ως ένας δείκτης τόσο των εκτιμήσεων της επιχειρηματικής κοινότητας για την πορεία και τις προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας, όσο και της τοποθέτησής της απέναντι στην κρατική εξουσία. Ως προς την πρώτη παρατήρηση - του τι δηλαδή αντιπροσωπεύει ο ΣΕΒ – ας μην ξεχνούμε το πώς μετεξελίχθηκε από Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων σε Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών και αργότερα σε Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών.
Ως προς την δεύτερη, ας μην παραβλέπεται η σκηνοθεσία: στην πρωινή/κλειστή συνεδρίαση παραδοσιακά τοποθετείται ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, φέτος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ στην απογευματινή συνεδρίαση τον λόγο, επίσης παραδοσιακά, λαμβάνει ο Πρωθυπουργός, όπου φέτος ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγοντας να αντιπροσωπευθεί από τον Αντιπρόεδρο, και πιο χαμηλότονο, Γιάννη Δραγασάκη έκανε πολλούς να παρατηρήσουν την διαφορά από, ας πούμε, το 2014. Τότε που ο Αλέξης Τσίπρας (τότε επερχόμενος, έναντι του απερχόμενου ήδη - απεδείχθη - Αντώνη Σαμαρά) είχε μεν παραστεί ως αρχηγός της Αντιπολίτευσης στην πρωινή συνεδρίαση αλλά... είχε συγκεντρώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και από τον τότε Πρωθυπουργό.
Προσπαθώντας ακριβώς να χτίσει μιαν εικόνα επόμενης μέρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην φετεινή Γενική Συνέλευση του ΣΕ (που είχε επιλέξει το σύνθημα #ElladaAllios, με λογική «Το αύριο σήμερα») ζήτησε από τους Έλληνες επιχειρηματίες «να δείξουν στους ξένους ότι πρώτοι αυτοί εμπιστεύονται την χώρα τους». Υποσχόμενος μείωση φόρων και εισφορών και ενίσχυση της ρευστότητας κάλεσε «να επενδύσετε στην χώρα, να πληρώνετε τους φόρους, να προστατεύετε το περιβάλλον, να είστε δίπλα στους εργαζόμενους». Αργότερα την ίδια μέρα, ο Γιάννης Δραγασάκης (απευθυνόμενος από μέρους του Πρωθυπουργού) μίλησε για ένα «δρόμο που δεν αναζητά τις εύκολες λύσεις που όμως συσσωρεύουν βάρη για το μέλλον, αλλά βιώσιμες λύσεις, διατηρήσιμα αποτελέσματα» Αποδέχθηκε την ύπαρξη υπερφορολόγησης, αλλά «για όσους πράγματι πληρώνουν φόρους», ενώ οι φοροελαφρύνσεις πρέπει να είναι στοχευμένες, με λογική δικαιοσύνης και βιώσιμης ανάπτυξης.
Όμως η φετεινή διοργάνωση είχε και μιαν άλλη διαφοροποίηση, που ενώ δείχνει εσωτερική/διαρθρωτική αξίζει να προσεχθεί. Είναι η αλλαγή αυτή η μετάβαση από 20μελές ΔΣ σε 25μελες – με την προσθήκη Περιφερειακών Συνδέσμων και Εξαγωγικού φορέα και με δημιουργία αντίστοιχων συμβουλευτικών οργάνων Βιομηχανίας, Εξαγωγών και Περιφερειακών/Τοπικών. Κι αν αυτή η διαρθρωτική πρωτοβουλία δείχνει μια τάση να αντισταθμιστεί η 3χρονη ήδη πορεία της «Ελληνικής Παραγωγής» - η οποία ακριβώς την επαναφορά έμφασης στην βιομηχανία/μεταποίηση είχε στο επίκεντρο της, αλλά και τους Περιφερειακούς Συνδέσμους κινητοποίησε – καθώς και η ανάδυση σε ρόλο θεσμοθετημένου κοινωνικού εταίρου του ΣΒΒΕ/Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδας, παραξενεύει κάπως το ότι από νέο άνοιγμα του ΣΕΒ «λείπει» μια άλλη πρωτοβουλία. Η οποία είχε μάλιστα ξεκινήσει δυναμικά πριν κάποιους μήνες δημιουργώντας αρκετές προσδοκίες: πρόκειται για την διαμόρφωση, μέσα στον Σύνδεσμο, δομών που έδιναν φωνή και ρόλο στις ΜΜΕ, τις πάντα σημαντικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Όσοι παρακολουθούν διαχρονικά τις φάσεις μετεξέλιξης του ΣΕΒ από αρκετά κλειστή «σχεδόν λέσχη» σε εργαλείο επεξήγησης και προβολής των θέσεων του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας - στοίχημα που από μόνο του έχει πολιτική λειτουργία - και εν συνεχεία σε πλατφόρμα συνδιαμόρφωσης εκείνου που (και λόγω ΕΕ) μάθαμε ως δράση των «κοινωνικών εταίρων», βλέπουν με προσεκτικό τρόπο τις μεταβολές κλίματος. Από την εποχή Θόδωρου Παπαλεξόπουλου, όταν έγινε η «υποδοχή» της διαρθρωτικής αλλαγής που έφερε η εποχή του ΠΑΣΟΚ α' περιόδου ή την προσπάθεια ανοίγματος επί Στέλιου Αργυρού, μέχρι τις πολιτικότερες φάσεις - διαδοχικά - Οδυσσέα Κυριακόπουλου, Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Θόδωρου Φέσσα (με τους δυο τελευταίους να έχουν «σηκώσει» τα χρόνια κρίσης/Μνημονίων) οι προσαρμογές, οι μεταλλάξεις, οι επανατοποθετήσεις του ΣΕΒ έπαιξαν άλλοτε τον ρόλο προάγγελλου επερχόμενων (πάλιν η έννοια...) εξελίξεων και άλλοτε προσπάθειας ανάσχεσης των επιλογών.
Καθώς αν σταθεί κανείς στις δημοσκοπικές αλλά και προγραμματικές προαναγγελίες ενόψει της κάλπης της 7ης Ιουλίου διαπιστώνει ότι «κάτι κινείται» θεωρούμε ότι τις παραπάνω διαρθρωτικές/οργανωτικές κινήσεις του Συνδέσμου χρήσιμο θα ήταν να τις δει κανείς (και) με το φόντο μιας συζήτησης περί «αξιών και αξίων» σε λογική «Το αύριο σήμερα» και #ElladaAllios που πήγε να ανοίξει. Αναφερόμαστε την επιλογή να στηρίξει ο ΣΕΒ την ανοιχτή/δημόσια συνεδρίασή του σε μια ανάδειξη περιπτώσεων επιτυχίας/best practices. Και μάλιστα τόσο από τον κυρίως επιχειρηματικό χώρο όσο και από την κοινωνία των πολιτών (έμμεση απονομή τιμής στα χρόνια Παπαλεξόπουλου, θα λέγαμε). Διάθεση επανατοποθέτησης;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/6/2019. 

Τα αυγά και τα κακαρίσματα

Στην εικόνα που έχει φιλοτεχνήσει επιδέξια η Ν.Δ. εδώ και καιρό προβάλλει ένα κόμμα της νέας εποχής, φιλο-αναπτυξιακό, υπέρ της ποιοτικής παιδείας και της αριστείας, της σύνδεσης με την αγορά, φιλο-επιχειρηματικό κ.λπ. Δυστυχώς, εκείνο που ισχύει είναι η παροιμία «αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες».

Σύγχρονη ανάπτυξη σημαίνει μεταφορά της γνώσης στην παραγωγή. Σημαίνει να βγει η Ελλάδα από την παγίδα ανάμεσα στις χώρες με υψηλό τεχνολογικά επίπεδο παραγωγής και στις χώρες φτηνής εργασίας και μαζικής παραγωγής. Γιατί η Ελλάδα τώρα δεν χρειάζεται μια «φτηνή ανάπτυξη», τέτοια είχε όλο το προηγούμενο διάστημα και κατέρρευσε. Χρειάζεται μια ποιοτική ανάπτυξη. Κι εδώ συναντά το αίτημα της ενίσχυσης της έρευνας, γιατί υπάρχουν οι υποδομές, υπάρχει ο κόσμος, υπάρχει η μορφωτική παράδοση, παρά τα εξ αντιθέτου λεγόμενα.

Η κυβέρνηση εδώ έχει παράξει πολύ σημαντικό έργο, αλλά καθόλου γνωστό. Παρά τις συνθήκες κρίσης, το 2017, και για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη ξεπέρασαν τα 2,03 δισ. ευρώ φτάνοντας το 1,13 % του ΑΕΠ, έναντι 0,83% του ΑΕΠ το 2014. Η αύξηση αυτή δεν αφορά μόνο τα εντός κρίσης χρόνια. Γιατί ακόμη και σε μια από τις καλύτερες χρονιές, το 2004, με πολύ μεγαλύτερο ΑΕΠ, οι δαπάνες για έρευνα ήταν οι μισές, δηλ. 1,07 δισ. ευρώ. Τότε μας περίσσευαν τα λόγια, δεν χρειαζόμασταν και έργα.

Πόσοι έχουν ακουστά για το Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ): έναν νέο θεσμό που μετασχηματίζει το ερευνητικό τοπίο και στηρίζει τους νέους επιστήμονες με δράσεις συνολικού προϋπολογισμού 300 εκατ. ευρώ (2017-2020); Πόσοι γνωρίζουν τον δημιουργό του, τον Κώστα Φωτάκη, έναν εξαιρετικό επιστήμονα, αναπληρωτή υπουργό Ερευνας και Καινοτομίας;

Πόσοι γνωρίζουν μια σειρά από εμβληματικές πρωτοβουλίες, όπως τα Εθνικά Δίκτυα Ιατρικής Ακριβείας (στην ογκολογία, την καρδιολογία, τα νευροκφυλιστικά νοσήματα) καθώς και τα Εθνικά Δίκτυα για την Αγροδιατροφή, την Κλιματική Αλλαγή και τις Κβαντικές Τεχνολογίες; Πόσοι γνωρίζουν ότι στην κινητοποίηση πόρων για την έρευνα συμμετέχει συστηματικά ο ιδιωτικός τομέας; Ενώ ώς το 2016 οι επιχειρήσεις επένδυσαν στην έρευνα 500 εκατ. ευρώ, στο 2017 διπλασίασαν αυτό το ποσό στο 1 δισ. ευρώ.

Το ΙΚΥ (Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών) υπήρξε ένας οργανισμός αριστείας με πολύ μεγάλη επίδραση στον σχηματισμό του επιστημονικού τοπίου στη σύγχρονη Ελλάδα. (Κι εγώ υπότροφος του ΙΚΥ υπήρξα, διαφορετικά δεν θα μπορούσα να εκπονήσω διδακτορική διατριβή και να σπουδάσω στο εξωτερικό.) Ηταν για χρόνια αφημένο στην τύχη του. Από το 2010-11 το ΙΚΥ τρεμόσβηνε και η δραστηριότητά του είχε συρρικνωθεί στη διαχείριση των προγραμμάτων Erasmus.

Οι μηχανές πήραν ξανά μπροστά μετά το 2015. Το 2016/17 προκήρυξε τη χρηματοδότηση συνολικά 211 τρίχρονων και 211 δίχρονων υποτροφιών για υποψήφιους διδάκτορες, καθώς και 289 δίχρονες υποτροφίες για μεταδιδακτορική έρευνα. Το 2018 και 2019 αύξησε σε 700 τις τρίχρονες υποτροφίες για υποψήφιους διδάκτορες και σε 600 τις δίχρονες υποτροφίες για μεταδιδάκτορες.

Τέλος, το 2016 προκήρυξε τη χρηματοδότηση συνολικά ογδόντα (80) ερευνητικών προγραμμάτων, που εκπονήθηκαν αποκλειστικά σε ελληνικά ΑΕΙ από ερευνητικές ομάδες απαρτιζόμενες από έναν κύριο ερευνητή (μέλος ΔΕΠ) και έως δύο υποψηφίους διδάκτορες στο πλαίσιο της διδακτορικής τους διατριβής. Ποτέ άλλοτε δεν χορηγήθηκε τόσος μεγάλος αριθμός υποτροφιών, μέσω ενός προγράμματος, για εκπόνηση διδακτορικής έρευνας στην Ελλάδα από οποιονδήποτε φορέα σε όλη την ιστορία της χώρας.

Έχουν αυτά σχέση με την αγορά; Κι όμως το 90% των υφιστάμενων και των προγραμματισμένων προσκλήσεων που δημοσιεύονται από τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) επικεντρώνονται στην επιστημονική και ερευνητική συνεργασία μεταξύ καινοτόμων επιχειρήσεων και δημόσιου ερευνητικού οργανισμού με βάση τόσο την επιστημονική αριστεία όσο και τη σημασία τους σε παραγωγικούς όρους. Το Ταμείο Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕquiFund) χρηματοδοτεί καινοτόμες επιχειρήσεις με δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους και υπό τη μορφή συμμετοχής στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Έχει καλλιεργηθεί ο μύθος της φιλο-επενδυτικής Ν.Δ. και του αντι-αναπτυξιακού ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά τα αποθέματα άμεσων ξένων επενδύσεων, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, είναι σήμερα στο 16% του ΑΕΠ, ενώ μέχρι το 2010 η Ελλάδα ήταν ουραγός στην Ε.Ε. με ποσοστό της τάξης τού 10%. Ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει φτάσει στο 12,9% του ΑΕΠ, όταν το 2014 ήταν στο 11,5%. Το 2014 ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ήταν στα 20,6 δισ. ευρώ. Το 2017 είχε αυξηθεί στα 23,2 δισ. ευρώ και το 2018 έπεσε λίγο λόγω της μείωσης παραγγελιών πλοίων, αλλά ο μηχανολογικός εξοπλισμός ανέβηκε. Το 2019 έχει πάρει και πάλι την ανιούσα το πρώτο τρίμηνο.

Αυτά είναι αμείλικτα στοιχεία, αλλά για έναν παράξενο λόγο δεν έχουν προβληθεί και κυρίως δεν έχουν γίνει μέρος του αφηγήματος της κυβερνώσας Αριστεράς, μέρος της φυσιογνωμίας της που να αντιστοιχεί στα πιο νεανικά και δυναμικά στρώματα, στα οποία στηρίχτηκε από το 2012 έως το 2015.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 18/6/2019.

Γιώργος Παγουλάτος: Περιμένω η ψαλίδα να ανοίξει ακόμα περισσότερο υπέρ της ΝΔ

Πως κρίνετε τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών για τα κράτη μέλη; Είναι ενθαρρυντικά για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Οι Ευρωεκλογές παρήγαγαν μεικτά αποτελέσματα, όπου τα θετικά υπερτερούν των αρνητικών. Στα θετικά συγκαταλέγεται η εκλογική συμμετοχή ρεκόρ (50,5%), που αυξάνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρότι η συμμετοχή σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης παραμένει πολύ χαμηλή.
Tα χειρότερα σενάρια για την επίδοση των εθνικιστικών και ακραία ευρωφοβικών δυνάμεων δεν επιβεβαιώθηκαν. Νίκησε στη Γαλλία η Λεπέν, στην Ιταλία ο Σαλβίνι, στην Πολωνία και στην Ουγγαρία το PIS και ο Ορμπάν. Αλλά σε άλλες χώρες (όπως η Ολλανδία, Ισπανία, Ιρλανδία, Δανία, Πορτογαλία, Σουηδία, Γερμανία) τα αντιευρωπαϊκά κόμματα είδαν τα ποσοστά τους να μειώνονται σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογικές τους επιδόσεις. Και το μεγάλο «πλεονέκτημα» των ακροδεξιών εθνικιστών είναι ότι δύσκολα συνεργάζονται, άρα οι πολιτικές τους ομάδες στο ΕΚ δύσκολα θα συνενωθούν.
Οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις διατήρησαν τη μεγάλη πλειοψηφία των εδρών στο ΕΚ, ακόμα κι αν ΕΛΚ και Σοσιαλιστές και Δημοκράτες δεν σχηματίζουν απόλυτη πλειοψηφία. Πολύ θετική η άνοδος των Φιλελευθέρων (λόγω κυρίως των ευρωβουλευτών που εξέλεξε ο Μακρόν) και των Πρασίνων. Ενας από τους δυο ή και οι δυο θα χρειαστούν για τον μεγάλο συνασπισμό πλειοψηφίας στο ΕΚ. Και οι δύο θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο επόμενο ΕΚ. Οι Πράσινοι ειδικότερα συνέβαλαν στο να αναχθεί η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής σε κορυφαίο ζήτημα της Ευρωπαϊκής ατζέντας, με διακομματική συναίνεση.
Σε επίπεδο συσχετισμών μεταξύ κρατών-μελών μετά τις Ευρωεκλογές η γερμανική κυβέρνηση βγήκε αποδυναμωμένη (καθώς τα δυο κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού υπέστησαν σοβαρές απώλειες), ενισχυμένος ο Μακρόν (τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στη Γαλλία συρρικνώθηκαν σε μονοψήφια ποσοστά), και ακόμα πιο ενισχυμένος ο Σάντσεθ. Αυτό είναι καλό για τις χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα, αν και θα αργήσουμε να δούμε απτά αποτελέσματα, ιδίως στο Eurogroup, όπου η τελευταία συμφωνία υπήρξε μάλλον απογοητευτική.

Σας ανησυχεί η συνεχής άνοδος της ακροδεξιάς τόσο σε Ευρώπη όσο και παγκοσμίως (Βραζιλία, Αμερική);

Η άνοδος των ακροδεξιών εθνικιστών δημαγωγών είναι ένα εξαιρετικά ανησυχητικό σύμπτωμα, οι αιτίες προϋπάρχουν. Δεν είμαι έτοιμος να αποδώσω την άνοδό τους μόνο στις αυξανόμενες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, και την αποδυνάμωση της ευημερίας, την εισοδηματική στασιμότητα, τη διευρυνόμενη ανασφάλεια των μεσαίων και αδύναμων στρωμάτων. Είναι προφανές ότι όλα αυτά συνιστούν ένα σημαντικό παράγοντα, αλλά όχι τον μόνο. Οι πολλαπλές ανασφάλειες (κοινωνικές, εργασιακές, γνωσιακές, ανασφάλειες που τροφοδοτούνται και από κύματα μετανάστευσης) κινητοποιούν την αναζήτηση «σωτήρων» και ψευδοπροφητών. Και η σφαίρα επικοινωνίας, που κυριαρχείται από τα social media των echo chambers, στα οποία ακούει κανείς πολλαπλάσια ενισχυμένη τη φωνή του, τις ανησυχίες του, την αγανάκτησή του, λειτουργούν πολλαπλασιαστικά στα μηνύματα των ακροδεξιών λαϊκιστών. Οι απλοϊκές λύσεις που τοκίζουν στην οργή και στο θυμικό τείνουν συχνά να έχουν ένα πλεονέκτημα απέναντι στον ψύχραιμο και ισορροπημένο λόγο, ιδίως όταν οι άνθρωποι αισθάνονται πραγματική ανησυχία και φόβο και θεωρούν ότι «το σύστημα» τους έχει ξεχάσει.
Το βολικό σχήμα «λαός εναντίον των ελίτ» έχει μεγάλη δύναμη στα χέρια επιδέξιων δημαγωγών. Υπάρχει μια εξασθένιση της ιστορικής μνήμης, μια αποενοχοποίηση του ακροδεξιού και μισαλλόδοξου λόγου, όταν βλέπει κανείς να αναβιώνει εθνικιστική και μισαλλόδοξη ρητορική που παραπέμπει στη δεκαετία του '30. Όλα αυτά είναι εξαιρετικά ανησυχητικά.

Στα εγχώρια, πού οφείλεται η εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και η επάνοδος της Νέα Δημοκρατίας (με βάση τις ευρωεκλογές); Μπαίνουμε σε μια νέα πορεία δικομματισμού στην Ελλάδα;

Ο ΣΥΡΙΖΑ τιμωρείται με καθυστέρηση, στην πρώτη εκλογική ευκαιρία μετά το 2015, για τα ψέματα που είπε και τις υπερφίαλες υποσχέσεις που μοίρασε το 2015, αλλά και για την υπερφορολόγηση που επέβαλε μετά την ψήφιση του 3ου Μνημονίου. Τιμωρείται επίσης για τα δυο, εντελώς περιττά, χρόνια ύφεσης 2015-16, αποτέλεσμα των καταστροφικών χειρισμών της κυβέρνησης Τσίπρα το πρώτο εξάμηνο 2015, αλλά και για την αδύναμη ανάκαμψη μετά το 2017, που είναι απογοητευτική μετά από τόσο μακρά και βαθιά ύφεση. Τιμωρείται επίσης για το πλήθος κυβερνητικών αποτυχιών, με κορυφαία την περσινή τραγωδία στο Μάτι. Υφίσταται επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ, για να είμαστε ειλικρινείς, το πολιτικό κόστος της γενικά επωφελούς για τη χώρα Συμφωνίας των Πρεσπών.
Πράγματι η ισχυρή επάνοδος της ΝΔ αλλά και η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούν ένδειξη ενδυνάμωσης του μέχρι πρότινος «μικρού δικομματισμού». Συνιστούν επίσης μια επιστροφή στην πολιτική κανονικότητα, μέρος της οποίας είναι και η άμβλυνση του πάλαι ποτέ οξύτατα λαϊκιστικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ. Το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη (ενός πολιτικού που προέρχεται από τη φιλελεύθερη και μεταρρυθμιστική πτέρυγα της ΝΔ) και η προοπτική της πρωθυπουργίας του έχουν θετική απήχηση στην κοινή γνώμη, και αυτό δείχνει ότι μετά από μια δεκαετία περιπέτειας η χώρα θα αναζητήσει την ασφάλεια και σταθερότητα στην πλήρη επανασύνδεση με την ευρωπαϊκή πολιτική κανονικότητα.

Θα αλλάξει θεωρείτε το οικονομικό περιβάλλον και ο σχεδιασμός στη χάραξη πολιτικής στη χώρα με μια νέα κυβέρνηση;

Οι αγορές δείχνουν να εμπιστεύονται σε βαθμό ενθουσιασμού τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι θετικές προσδοκίες αντανακλώνται στην πτώση των ομολόγων, που θα επιτρέψουν φθηνότερο κόστος δανεισμού για την ελληνική οικονομία. Είναι σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει τις αγορές και τους επενδυτές, ξέρει πώς να τους εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Το γεγονός ότι ο ίδιος (σε αντίθεση με τον Αλέξη Τσίπρα) έχει άμεση γνώση κι εμπειρία της οικονομίας και του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά και η προεργασία οικονομικής διακυβέρνησης που έχει κάνει όλο το προηγούμενο διάστημα, σημαίνει ότι θα ξεκινήσει με υψηλές ταχύτητες. Άλλωστε, ξέρει ότι πρέπει να «εκπλήξει θετικά» και άμεσα. Η στρατηγική Μητσοτάκη είναι η ταχεία οικοδόμηση αξιοπιστίας με επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, μεταρρυθμίσεις και αύξηση της εισροής ξένων επενδύσεων, προκειμένου σε δεύτερη φάση να διαπραγματευθεί ένα χαλαρότερο δημοσιονομικό πλαίσιο. Η στρατηγική αυτή μου φαίνεται πειστική και είναι σε θέση να αυξήσει το ρυθμό ανάπτυξης και την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.

Πιστεύετε πώς θα επαναληφθεί το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών και στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου (Νίκη ΝΔ με τέτοια διαφορά);

Πιστεύω ότι καθώς προχωράμε προς τις εθνικές εκλογές η συσπείρωση θα αυξάνεται και μαζί και η υποστήριξη στην ανάγκη την επόμενη μέρα να υπάρξει μια ισχυρή (δηλαδή άνετα αυτοδύναμη κοινοβουλευτικά) κυβέρνηση της ΝΔ. Μαζί θα αυξάνεται και η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Επομένως περιμένω η ψαλίδα να ανοίξει ακόμα περισσότερο υπέρ της ΝΔ.

Υπάρχει ενδεχόμενο να σας δούμε με κάποιο σχηματισμό στις εκλογές;

Όχι, αλλά ευχαριστώ που ρωτάτε.

*Δημοσιεύτηκε στο insider.gr στις 20/6/2019. 

Η νέα περιπέτεια

Τρεις παράλληλες εξελίξεις δημιουργούν, σε απόσταση αναπνοής από τις κάλπες της 7ης Ιουλίου, τις συνθήκες για μια νέα περιπέτεια της Ελληνικής οικονομίας.
Η πρώτη είναι η επαναβεβαίωση – από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ – του ότι η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας παραμένει απογοητευτική. Η «Ναυτεμπορική» της 4/6 ευγενικά την κατέγραφε ως ευρισκόμενη «σε χαμηλή πτήση», έχουμε όμως τον πειρασμό να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση που καταγράφει το α΄3μηνο του 2019 ως σούρσιμο. Aσφαλώς δεν πρέπει να αγνοήσουμε το ότι το +1,3% σε σχέση με το ίδιο περυσινό διάστημα προσθέτει ένα ακόμη 3μηνο με ανοδική καταγραφή, όμως αυτή η δυναμική ούτε στόχους 2,2-2,3% για το σύνολο της χρονιάς (αναλόγως αν πιστεύει κανείς τις προβλέψεις Βρυξελλών ή Αθηνών) επιβεβαιώνει, ούτε όμως και ως αξιόπιστη βάση για τα πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ λειτουργεί.
Περισσότερο κι από την σύγκριση με την δυναμική που είχε καταγραφεί πέρσι, και που δείχνει να εξαντλείται, θα σημειώναμε ως πεδίο ανησυχίας το ότι η καταναλωτική δαπάνη – η οποία, μας αρέσει/δεν μας αρέσει, είναι εκείνη που «φέρει» ακόμη και μετά την διόρθωση της κρίσης την Ελληνική οικονομία - έμεινε αναιμική. Ενώ υποτίθεται ότι οι επιδοματικού τύπου ενέσεις στο τέλος της χρονιάς θα τροφοδοτούσαν την κατανάλωση (το ίδιο υποτίθεται ότι θα συνέβαινε τώρα με την εαρινή «13 σύνταξη»), η συνολική καταναλωτική δαπάνη στο ξεκίνημα το 2019 πήγε ελαφρώς πίσω. Η αλήθεια είναι ότι αποθερμαντικά λειτούργησε η συμπίεση της δημόσιας δαπάνης προκειμένου να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος (προεκλογικά), όμως η τελική ισορροπία «βγήκε» άνευρη. Η ενάρετη εικόνα των επενδύσεων με ένα σχεδόν +8%, ιδίως συγκρινόμενη με την περσινή υποχώρηση α' 3μήνου – βέβαια, το παιχνίδι με τα πλοία/μέσα μεταφοράς κάθε φορά αλλοιώνει την εξίσωση – δεν αρκεί για να στηρίξει αισιοδοξία σε νέα βάση. Ούτε όμως και στο μέτωπο των εξαγωγών (συνολικά +4%,αλλά με τις εμπορευματικές πολύ χαλαρές) μπορεί να φορτωθεί αρκετή αισιοδοξία για την συνέχεια, έτσι όπως δείχνει ο ορίζοντας στην ΕΕ απ' όπου εξαρτάται η εξαγωγική μας πορεία.
Άμα κρατήσουμε, λοιπόν, αυτή την σκιά που εγκαθίσταται σε επίπεδο προβλέψεων για την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας, η δεύτερη εξέλιξη που θα δούμε να ξεδιπλώνεται όλες αυτές τις ημέρες όσο η προσοχή θα μονοπωλείται από τον προεκλογικό λόγο, νομιμοποιείται να δημιουργήσει ανησυχία. Σε τι αναφερόμαστε; Στο ότι έρχονται να προστεθούν τώρα οι απόψεις των «έξω» για τις προοπτικές της οικονομίας ξεκινώντας από την τρίτη αξιολόγηση της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης: μετά από μια κάποια ανάσχεση των επισημάνσεων και σχολίων λόγω προεκλογικής επιφυλακτικότητας από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής/ «Θεσμών» οι τοποθετήσεις των «έξω» θα συσσωρεύονται . Έχει και το ΔΝΤ την σειρά του μετά την Επιτροπή, ενώ η συνολική αξιολόγηση της μεταΜνημονιακής πορείας (που έχει ανατεθεί στο παλιό μας γνώριμο Χοακίν Αλμούνια, με ομάδα του ESM όμως) ξαναρχίζει μια γνώριμη διαδρομή.
Οι αναφορές που θα ξεδιπλώνονται γύρω από τα μέτωπα όπου καταγράφεται καθυστέρηση ή/και υπάρχουν αντιρρήσεις – πορεία «ξε-κοκκινίσματος» του χαρτοφυλακίου των τραπεζών, ανάσχεση στις ιδιωτικοποιήσεις, «κουλτούρα πληρωμών» με τις δίδυμες 120 δόσεις – είναι εν πολλοίς αναμενόμενες. Όμως άμα η διαφαινόμενη υπο-απόδοση της οικονομίας φανεί ότι υπονομεύει και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων/τα υπεσχημένα πλεονάσματα, και τούτο την ίδια στιγμή που τα μέτρα προεκλογικών παροχών (τα οποία, σημειωτέον, έχουν δηλωθεί ως μόνιμου χαρακτήρα) «τρέφονται» από υπερπλεονάσματα χθεσινά και αυριανά, τότε η αποδοχή/στήριξη που υπήρχε τους τελευταίους μήνες σε επίπεδο Eurogroup δεν θα αργήσει να μεταστραφεί. Είχε αυτό ήδη διαφανεί σε επίπεδο Κλάους Ρέγκλινγκ και – χωριστά – ESM , τώρα θα βαρύνει κι άλλο το κλίμα.
Εδώ, όμως, χρειάζεται πρόσθετη προσοχή σε κάτι που η προεκλογική+προεκλογική βουή με τις αλληλοκαταγγείες των διεκδικητών της εξουσίας συνήθως μας το κρύβει. Οι τοποθετήσεις, οι αξιολογήσεις, οι υποδείξεις, ακόμη-ακόμη οι ήπιες απειλές των «εταίρων» δεν – ΔΕΝ – αφορούν την Κυβέρνηση της στιγμής. Αφορούν την Ελληνική Δημοκρατία, την οικονομία στο σύνολό της, την αυριανή διαχείριση.
Και εδώ μπαίνει στην μέση η τρίτη εξέλιξη. Η κίνηση της Κυβέρνησης να φέρει στην εκπνοή της θητείας της Βουλής, εντελώς «στο νήμα» και με τροπολογία, την μη-μείωση του αφορολόγητου (από 1/1/2020), με δημοσιονομικό κόστος από χέρι 1% του ΑΕΠ, θα δημιουργήσει με τους «έξω» νέο διαπραγματευτικό αδιέξοδο, ΚΙΝΑΛ και Ν.Δ. είχαν προ-καταθέσει δικές τους προτάσεις στην ίδια κατεύθυνση. Όπως είχαν ψηφίσει – με διαμαρτυρίες ασφαλώς – και τις 120 δόσεις και την «13η σύνταξη». Η συνέχεια επί της οθόνης. (Υπάρχει και ο νομοθετημένος «κόφτης» άλλωστε).

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 7/6/2019. 

Ευρωπαϊκές εκλογές 2019: συγκλίσεις και αποκλίσεις

Ευρώπη

Οι εκλογές για την ευρωβουλή είναι οι σημαντικότερες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Μπορούν να αλλάξουν καθοριστικά τη δομή της ΕΕ. Τα κόμματα που αύξησαν τον αριθμό των βουλευτών τους είναι οι πράσινοι και η συμμαχία φιλελευθέρων και δημοκρατών - καθώς όμως και τα λαϊκιστικά κόμματα. Από την άλλη μεριά, τα δύο κύρια κόμματα της ευρωβουλής, το σοσιαλιστικό/σοσιαλδημοκρατικό και το λαϊκό, έχασαν έναν σημαντικό αριθμό εδρών. Πιο γενικά, αν κοιτάξουμε την κατανομή των ευρωβουλευτών από τα αριστερά προς τα δεξιά, η αριστερά και η κεντροαριστερά έχει σαφώς περισσότερες έδρες από τη λαϊκιστική δεξιά, τη δεξιά και κεντροδεξιά. Τα παραπάνω σημαίνουν πως ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του νεοφιλελευθερισμού από τη μια άκρη και του εθνολαϊκισμού από την άλλη είναι μια πλατιά συμμαχία των πολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται και θέλουν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό ανάχωμα εναντίον των δύο ακραίων βαρβαροτήτων που η τωρινή παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει. Γιατί η παγκοσμιοποίηση στον ευρωπαϊκό χώρο έχει οδηγήσει στην εκτίναξη των ανισοτήτων και τη συγκέντρωση του παραγόμενου πλούτου στα χέρια μιας μικρής μειονότητας. Μειονότητας που προτιμά να «επενδύει» τα εισοδήματά της στο χρηματιστήριο ή/και στους φορολογικούς παραδείσους εντός και εκτός Ευρώπης.
Είναι ακριβώς αυτού του είδους οι ανισότητες που εξηγούν τη θεαματική άνοδο του εθνολαϊκισμού. Αφού οδηγούν στη φτωχοποίηση και κοινωνική περιθωριοποίηση μιας σημαντικές μερίδας του πληθυσμού στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Με άλλα λόγια, ο νεοφιλελευθερισμός και ο εθνολαϊκισμός είναι αλληλοσυνδεόμενες δυνάμεις. Και οι δύο υποσκάπτουν τη δημοκρατία. Η πρώτη έμμεσα μέσω της κοινωνικής περιθωριοποίησης που οδηγεί στον λαϊκισμό. Η δεύτερη άμεσα αφού συνεχώς υπονομεύει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Είναι για αυτόν τον λόγο που τις παρατηρούμε να συνυπάρχουν σε μια σειρά από συντηρητικά κόμματα στην ΕΕ αλλά και σε όλο τον κόσμο - από το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ελλάδα μέχρι αυτό του Μπολσονάρου στην Βραζιλία και αυτό του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Τέλος, θέλω να τονίσω πως μια προοδευτική δηλαδή αντι-νεοφιλελεύθερη και αντι-λαϊκιστική συμμαχία μπορεί να πιέσει για να γίνει πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όχι ο Βέμππερ, εχθρός της χώρας και φανατικός προστάτης του γερμανοκρατικού status quo, αλλά κάποιος από τους υπόλοιπους τέσσερις υποψηφίους που έχουν παρόμοιους προσανατολισμούς με αυτούς που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν την προοδευτική συμμαχία που ανέφερα πιο πάνω.

Ελλάδα

Εδώ η αισιόδοξη πρόβλεψη του ΣΥΡΙΖΑ πως θα μειωθεί σημαντικά η ψαλίδα μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ δεν επαληθεύτηκε. Ένα από τα πιο βασικά προβλήματα που πρέπει να εξετάσει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι οι λόγοι αυτής της σχετικής αποτυχίας. Ένας από τους πιο προφανείς βέβαια είναι ο εκσυγχρονισμός του κράτους που εκτός από τις ηλεκτρονικές διασυνδέσεις, παραμένει βαθιά παλαιοκομματικό. Δεν θα ασχοληθώ όμως πιο εκτεταμένα με αυτόν τον προβληματισμό. Θέλω απλά να συζητήσω την άμεση αντίδραση την περασμένη Κυριακή το βράδυ να ανακοινώσει ο πρωθυπουργός τη διεξαγωγή των εθνικών εκλογών όσο πιο γρήγορα γίνεται. Για πολλούς αυτό εξηγείται από το ότι ο Αλέξης Τσίπρας θεώρησε πιο δημοκρατικό, με βάση τα αρνητικά για το κόμμα του αποτελέσματα, να μην ακολουθήσει προηγούμενες δηλώσεις του για τη συνέχιση της κυβέρνησης μέχρι το τέλος της τετραετίας. Για άλλους όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος θα έπρεπε να συνεχίσει τη διακυβέρνηση της χώρας μέχρι τον Οκτώβριο. Αυτό θα ήταν εξίσου δημοκρατικό. Γιατί πρέπει και στη χώρα μας να δημιουργήσουμε έναν θεσμό που θα δυσχεραίνει μια κυβέρνηση να κάνει εκλογές χωρίς σοβαρούς λόγους. Υπάρχει όμως και ένας πιο σοβαρός λόγος για να γίνονταν οι εθνικές εκλογές στο τέλος της τετραετίας. Η κυβέρνηση θα είχε τον χρόνο να οργανώσει τους πέντε μήνες που της απομένουν για να εμπεδώσει και να συμπληρώσει το έργο που ξεκίνησε. Γιατί σε περίπτωση που χάσει τις εθνικές εκλογές, που βέβαια δεν είναι καθόλου σίγουρο, το όλο έργο της θα ακυρωθεί από μια διακυβέρνηση που, χωρίς να το λέει ξεκάθαρα, σκοπεύει να υλοποιήσει ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα περικοπών που θα συρρικνώσει το κοινωνικό κράτος και θα υποσκάψει την τωρινή κατάσταση των οικονομικά αδυνάτων. Με τη δικαιολογία πως είναι ο μόνος τρόπος να έρθουν επενδύσεις και να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη. Και αυτή η δικαιολογία την στιγμή που η οικονομική ανάπτυξη έχει ξεκινήσει και σοβαρές επενδύσεις όπως έχει δείξει ο Στέργιος Πιτσιόρλας έχουν ήδη γίνει στη χώρα μας. Ένα άλλο σοβαρό επιχείρημα για εκλογές αργότερα είναι πως ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα εξακολουθήσει να κάνει λάθη όπως αυτό της επταήμερης εργασίας. Γιατί σίγουρα θα συνέχιζε να τονίζει πως οι κυβερνητικές παροχές ήταν απλώς «δωράκια» και πως αυτές θα εμποδίσουν τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Συμπερασματικά, ένα βασικό δίλημμα ήταν εκλογές τώρα ή εκλογές τον Οκτώβριο, όταν η κυβέρνηση θα είχε περισσότερο καιρό για να συμπληρώσει το έργο της. Πιστεύω πως η επιλογή να είχαμε εθνικές εκλογές στο τέλος της τετραετίας θα ήταν καλύτερη και για τον ΣΥΡΙΖΑ και για τη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 2/6/2019. 

Πού βρισκόμαστε;

Η προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, αναγκαστικά μετά τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών (βασικά την σχεδόν διψήφια διαφορά ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ) αλλά και το κλίμα στις Περιφερειακές/Δημοτικές, φέρνει τα πράγματα σε - νέα - φάση αναμονής.
Αν σταθεί κανείς στην ανταπόκριση των αγορών, θετικής αναμονής: η άμεση υποχώρηση των αποδόσεων του Ελληνικού χαρτιού - μέχρι και κάτω από 3% βρέθηκε το 10ετές, αφού με την αναγγελία των πρόσφατων μέτρων χαλάρωσης είχε κινηθεί ανοδικά από την περιοχή του 3,30% σε έως 3,58% , ύστερα είχε υποχωρήσει πάλι προ Ευρωεκλογών στο 3,4%. το 5ετές , πάλι, κινήθηκε σε απόδοση γύρω από το 2% - αλλά και στην ζωηράδα του ξέπνοου Χρηματιστηρίου. Μπορεί τις προηγούμενες φορές η ερμηνεία ότι παρόμοιες εξελίξεις ανάγονται στην προσδοκία πολιτικής αλλαγής - δηλαδή επέλευσης της Ν.Δ. στην εξουσία - να ακούγονταν σαν προσευχή των αγγέλων προς τα άστρα. Αυτή την φορά, όμως, το πράγμα προκύπτει αυταπόδεικτα. Αναμένεται - πάντα αυτό ισχύει προκειμένου περί αγορών! - η συνέχεια.
Καθώς όμως η πορεία προς τις εθνικές κάλπες θα καταναλώσει κάποιες 5 εβδομάδες, κι ο χρόνος καίτοι τεχνικά περιορισμένος θα μετρήσει πολιτικά πολύ, έχει χρησιμότητα να κάνει κανείς δυο βήματα πίσω, να δει πού αληθινά/μακροπρόθεσμα βρίσκεται η Ελληνική οικονομία στην στροφή αυτή των πραγμάτων. Πάμε λίγο στην πιο μακρινή ματιά. Δανειζόμαστε από παρουσίαση του ΙΟΒΕ μερικά θεμελιώδη στοιχεία (η παρουσίαση αφορούσε την φαρμακευτική/υγειονομική αγορά στην Ελλάδα, όμως ξεκινούσε με μια πολύτιμη γενική εικόνα.
Λοιπόν: η σωρευτική απώλεια ΑΕΠ της Ελλάδας στην δεκαετία 2007-2016 ήταν 26,4%. Από κει και πέρα, η Ελλάδα, που με δείκτη 100 το 2007 βρέθηκε στο 73,6 το 2016, πέρασε στο 76,2 το 2018 (εκτίμηση) και θα είναι στο 79,6 το 2020 (πρόβλεψη). Στην ίδια περίοδο, η διόρθωση στις «Νότιες χώρες ΕΕ» από 100 το 2007 είχε περάσει σε 96,0 το 2016, σε 99,7 το 2018 και αναμένεται να είναι στο 102,0 το 2020 [Για το σύνολο ΕΕ-28, το 100 του 2007 ήταν 106,0 το 2016 ενώ 110,6 το 2018 και αναμένεται στο 114,2 το 2020). Η στενάχωρη αυτή κοινωνικά - αλλά και επικίνδυνη διαρθρωτικά - εικόνα ακολουθείται από ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα που μετρήθηκε στο 25% το 2013, έπεσε στο 19,6% το 2017 και προσδοκάται να είναι στο 16,9% το 2020. Στις Νότιες χώρες ΕΕ αντίστοιχα καταγράφεται 17,8%, 11,9% και 10,5%. Στο σύνολο της ΕΕ-28 έχουμε 10,5%, 6,9%, 6,3%. Σκιά των δύο παραπάνω εξελίξεων είναι ο δείκτης φτώχειας, που στην Ελλάδα βρέθηκε το 2013 στο 35,7%, το 2017 στο 34,8%. στις Νότιες χώρες ήταν αντίστοιχα στο 28,4% και στο 27,3%.
Άλλο στοιχείο βάθους αποτελεί η επιδείνωση του ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων, που από 97.000 άτομα/έτος την δεκαετία του ΄60 έχει βουλιάξει κυριολεκτικά στα -36.000 άτομα/έτος το 2017, κινούμενη δηλαδή σε αρνητικό. έδαφος ήδη από το 2011 αλλά με σταθερή επιδείνωση. Αυτό δίνει σταθερή μείωση του πληθυσμού σε ορίζοντα 2030, καταβύθιση σε ορίζοντα 2050. Η αντίστοιχη αύξηση του μεριδίου των ατόμων άνω των 65 ετών (εδώ η Ελλάδα προπορεύεται αισθητά της ΕΕ-28...) οδηγεί σε «δείκτη εξάρτησης» 53% στην Ελλάδα: για κάθε δυο άτομα ενεργού πληθυσμού, αντιστοιχεί ένα άτομο ανενεργού πληθυσμού – κι αν τα στοιχεία είναι σήμερα οριακά καλύτερα στην Ελλάδα απ' ό,τι στις Νότιες χώρες και την ΕΕ-28, σε ορίζοντα 2040/2050 τα πράγματα επιδεινώνονται. Βλέπετε, το προσδόκιμο επιβίωσης σ' εμάς από 72 έτη το 1960 βρέθηκε στα 81,5 το 2016, ενώ από 68 το 1960 σε 80,8 το 2016 στις χώρες ΟΟΣΑ...
Εύλογα θα διερωτηθεί ο αναγνώστης τι μας έπιασε και περάσαμε – σ' αυτό το σημείωμα - από τα εντελώς βραχυπρόθεσμα (τις αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων) στα όλο και πιο μακροπρόθεσμα (τις προοπτικές ανάπτυξης, αλλά και πληθυσμιακής εξέλιξης σε βάθος χρόνου). Βλέπετε, στις πυκνές εβδομάδες προεκλογικής αντιπαράθεσης που μας έρχονται, η παρεξήγηση ελλοχεύει: παράδειγμα η νέα κόντρα περί την διατύπωση Γιάννη Στουρνάρα, ότι ο Προϋπολογισμός δύσκολα θα κουβαλήσει το συνταξιοδοτικό σε βάθος χρόνου – όθεν η ανάγκη σοβαρής αντιμετώπισης του συστήματος 3 πυλώνων. Δεν βράδυνε να εκδηλωθεί η συνήθης καταγγελία «Ασφαλιστικού Πινοσέτ» και τα σχετικά...
Όσο λοιπόν θα ξετυλίγεται η προεκλογική καμπάνια αγκαλιά με το εντελώς βραχυπρόθεσμο, τόσο τα στοιχεία βάθους του «πού βρισκόμαστε;» θα 'πρεπε να μην χαθούν. Δύσκολο.
Πάντως , αφού έχουμε 10ετές με απόδοση 3% και 5ετές στο 2%, γιατί να μην γινόταν η τρίτη έξοδος στις αγορές; Οι αγορές δεν έχουν πολιτικές συμπάθειες/αντιπάθειες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 31/5/2019.

Κερδίζοντας την παρτίδα στον «Τιτανικό»

Η κρίση αποδείχτηκε ότι ήταν ο Μινώταυρος των πολιτικών κομμάτων. Επομένως δεν είναι έκπληξη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε με αυτή τη διαφορά, αν και δεν την ανέμενε. Εντούτοις σ' αυτές τις εκλογές το πολιτικό σύστημα φαίνεται ότι εν μέρει σταθεροποιήθηκε στα δύο μεγάλα κόμματα. Η «στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ», δηλαδή η μείωσή του σε μονοψήφια ποσοστά ώστε να μην μπορέσει να παίξει πλέον τον οποιοδήποτε ρόλο, δεν επιτεύχθηκε.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δέχτηκε έως τώρα ένα μεγάλο επικοινωνιακό μπούλινγκ, με επαγγελματισμό ψυχολογικού πολέμου από τους αντιπάλους του οι οποίοι είχαν την υπεροπλία (δημοκοπία για το Μακεδονικό, τυμβωρυχία στο Μάτι). Αλλά δεν είναι αυτό το κύριο ζήτημα.

Η Αριστερά δεν ανέπτυξε ένα πειστικό όραμα για την επόμενη μέρα. Η πολιτική ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων ήταν σημαντική, αλλά χρειάζεται μια προοπτική που να συναρτάται με τα μεγάλα προβλήματα που οδήγησαν στην κρίση και δεν έχουν βρει ακόμη ικανοποιητική απάντηση: την παραγωγική καθίζηση της χώρας και την πληθυσμιακή συρρίκνωση. Και σ' αυτά τα ζητήματα υπάρχουν διακριτές λύσεις: Συνέχιση λιτότητας και περιορισμού του κοινωνικού κράτους ή όχι; Και ποια θα είναι αυτή η εναλλακτική προοπτική;

Ο ΣΥΡΙΖΑ έως τώρα, και στο πλαίσιο της κρίσης, έδωσε έμφαση στα πιο ευάλωτα στρώματα. Μια πολιτική όμως δημοκρατικής διακυβέρνησης που βασίζεται σε μια ευρεία δημοκρατική συμμαχία πρέπει να περιλαμβάνει και τα μεσαία στρώματα. Οχι με εκκλήσεις, αλλά με μια πολιτική μακροπρόθεσμης και ρηξικέλευθης προοπτικής.

Το ΚΙΝ.ΑΛΛ. βάστηξε τις δυνάμεις του, αν και μειωμένες σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές. Εντούτοις ακόμη και το γεγονός αυτό δείχνει ότι είναι ένα κόμμα υποκατάστατο χωρίς δικό του πολιτικό και ιστορικό στίγμα. Το ψήφισαν άνθρωποι με αντιΣΥΡΙΖΑ πνεύμα που δεν ήθελαν να ψηφίσουν Δεξιά, και άνθρωποι που ήθελαν να στείλουν μήνυμα διαμαρτυρίας στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η αποτυχία του βασικού τους στόχου, που ήταν η «στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ», θα πρέπει να τους βάλει σε σκέψη αν θα συμπαραταχτούν στην προοπτική της δημοκρατικής διακυβέρνησης ή θα γίνουν ανεπιθύμητοι ακόλουθοι της Ν.Δ.

Τέλος, για την Αριστερά είναι δύσκολοι καιροί, με την έννοια ότι η πολιτισμική ηγεμονία, οι αξίες που κυριαρχούν, το νέο πεδίο κοινωνικής δικτύωσης που αλλάζει τον δημόσιο χώρο, η συνάρτηση του πολιτικού με το κοινωνικό πηγαίνουν προς συντηρητικές λογικές και νοοτροπίες.

Εντούτοις, η Ευρώπη, παρά τις διαρροές προς την Ακραία Δεξιά, κρατήθηκε σε μια πολιτική πολυμορφία και το απέδειξε τόσο η άνοδος των Οικολόγων, όσο και η ήττα και πτώση της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα.

Τα πράγματα όμως είναι εξαιρετικά ρευστά. Οι ευρωεκλογές δεν έδωσαν μια λύση στην ευρωπαϊκή κρίση, και ούτε θα μπορούσαν να δώσουν. Εκείνο πάντως που χρειάζεται είναι να μπορεί κανείς να δει μακριά, να δει το μεγάλο πεδίο και τα ουσιώδη ζητήματα.

Γιατί με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ευρώπη, και μέσα στην Ευρώπη η Ελλάδα, είναι σαν να θριαμβολογεί κανείς που κέρδισε την παρτίδα στα χαρτιά στη χαρτοπαιχτική λέσχη του «Τιτανικού».

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 27/5/2019. 

Μήνυμα σταθερότητας και ωριμότητας

Ο ΣΥΡΙΖΑ τιμωρήθηκε με μια μεγάλη ήττα, η Ν.Δ. έχει υψηλά ποσοστά εμπιστοσύνης που της επιτρέπουν μια ασφαλή προοπτική διακυβέρνησης για την επόμενη μέρα, η Ακροδεξιά συρρικνώνεται, το ΚΙΝΑΛ διασώζεται. Η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες της Ε.Ε. που το βράδυ των ευρωεκλογών μπορεί να εκπέμπει ένα μήνυμα πολιτικής σταθερότητας – θα έλεγα και ωριμότητας.

Για μια χώρα που βρέθηκε με σφοδρότητα στο επίκεντρο των δύο μεγαλύτερων κρίσεων της Ε.Ε. (κρίση της Ευρωζώνης και κρίση του προσφυγικού-μεταναστευτικού) και διατηρεί ακόμα ποσοστά ανεργίας στην περιοχή του 18%, ο μη κατακερματισμός, η αντοχή του κομματικού συστήματος είναι ένα εξαιρετικά ευπρόσδεκτο αποτέλεσμα για την αντοχή της δημοκρατίας. Η ισχυρή πλειονότητα των 21 Ελλήνων αντιπροσώπων που θα στελεχώσουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ανήκουν σε κόμματα του φιλοευρωπαϊκού τόξου – συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ, που ωστόσο δεν έχει δηλώσει την προτίμησή του για επόμενο πρόεδρο της Κομισιόν. Ακόμα και το γεγονός ότι από όλα τα μικρά αριστερά κόμματα που προέκυψαν από τον ΣΥΡΙΖΑ προτιμήθηκε το κόμμα Βαρουφάκη είναι θετικό. Παρά την καταστροφική συμβολή του ίδιου στην ελληνική οικονομία, το κόμμα του έχει προτάσεις για την Ε.Ε. που αξίζει να συζητηθούν.

Δικαιώθηκε η επένδυση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον μεσαίο χώρο (παρά τους υψηλούς τόνους για τις Πρέσπες) και το κεντρώο και μετριοπαθές πολιτικό του στίγμα. Κατά το διάστημα μέχρι τις εκλογές θα μπορεί να διευρύνει ακόμα περισσότερο την απήχησή της η Ν.Δ. και να συγκρατήσει τις όποιες εκδηλώσεις ρεβανσισμού ορισμένων οπαδών της. Η μεγάλη απειλή αφορά την επιδείνωση της οικονομίας στον δρόμο για τις επόμενες εκλογές. Χωρίς ένα ελάχιστο κυβερνητικής αυτοσυγκράτησης σε περαιτέρω προεκλογικές παροχές και χαλάρωση, η οικονομία κινδυνεύει να κατρακυλήσει και η χώρα να ξαναζήσει το μαρτύριο του Σισύφου. Η σημασία της ελληνικής πολιτικής σταθερότητας αυξάνεται εάν τη δει κανείς σε σύγκριση με τα αποτελέσματα σε πολλές άλλες χώρες της Ε.Ε.

Η ήττα Μακρόν από τη Λεπέν στη Γαλλία ήταν ίσως το βαρύτερα αρνητικό αποτέλεσμα, κυρίως σε επίπεδο συμβολισμού. Αλλά στην πολιτική ο συμβολισμός είναι ουσία, και το πολιτικό κεφάλαιο που θα έχει στη διάθεσή του ο Μακρόν για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, στη Γαλλία και στην Ευρώπη, θα είναι αποδυναμωμένο.

Το απογοητευτικό αποτέλεσμα των Χριστιανοδημοκρατών στη Γερμανία καθιστά τη διάδοχο της Μέρκελ στην ηγεσία του κόμματος πιο αδύναμη από ό,τι ήταν. Αυτό είναι κακό για την Ευρώπη, που χρειάζεται μια Γερμανία που θα είναι σε θέση να λάβει τολμηρές πρωτοβουλίες. Ενα εθνικά εσωστρεφές δίδυμο Γερμανίας-Γαλλίας θα ήταν πολύ κακή εξέλιξη για την Ε.Ε. Η άνοδος των ευρωσκεπτικιστών ενισχύει το μπλοκ της αντίδρασης σε πρωτοβουλίες στενότερης ενοποίησης στην Ευρωζώνη. Ο Σαλβίνι αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων στον χώρο των εθνικολαϊκιστικών και ευρωφοβικών δυνάμεων. Η παρουσία του κάνει τις βόρειες χώρες να κουμπώνονται ακόμα περισσότερο απέναντι στην προοπτική στενότερης αλληλεγγύης με τον Νότο.

Η αφύπνιση των νέων Ευρωπαίων πολιτών για την προστασία του περιβάλλοντος είναι ελπιδοφόρο γεγονός. Η επόμενη Επιτροπή θα έχει πολλή δουλειά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 27/5/2019. 

Μονομανίες… αλλά χωρίς πολιτική

Το καλοκαίρι του 2018, από αυτή τη στήλη, είχε επικριθεί η απρονοησία ως ενδεικτική παραπολιτικής ύλης φεουδαρχικού τύπου που αναπαράγεται στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Η απρονοησία υπήρξε τεκμήριο της πολλαπλής χρεοκοπίας: οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής. Η ελληνική κρίση, για αυτή την «πολιτική κατηγορία», φάνηκε να ήρθε αιφνιδιαστικά. Κυρίως, ορφανή∙ χωρίς καταγωγή. Η κρίση για το σύστημα που κυβέρνησε την Ελλάδα ήταν κάτι σαν φυσική νομοτέλεια ή σαν αποτέλεσμα της κακιάς στιγμής.

Το «μαζί τα φάγαμε» ήταν η επιτομή της διάχυσης της ευθύνης, της άρνησης του πολιτικού συστήματος να αναγνωρίσει τον ρόλο του στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό∙ της αδυναμίας να προχωρήσει στην αναγκαία ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα αλλά και του κοινωνικοοικονομικού μοντέλου.

Οι περισσότεροι θα περίμεναν από τους διαμορφωτές των εγχώριων πολιτικών μια κάποια αυτοκριτική και ουσιαστική εθνική αντιμετώπιση. Απαντήσεις στο «τι πήγε στραβά», «πώς φτάσαμε εδώ», «τι πρέπει να κάνουμε για να μην ξαναφτάσουμε στο χείλος του γκρεμού» κ.ο.κ. Το ίδιο θα περίμενε και από τους διαμορφωτές της ευρωπαϊκής πολιτικής τα τελευταία χρόνια∙ σήμερα. Οχι μόνο δεν έγινε, αλλά από την πλευρά της Ευρώπης στήθηκε ένας ολόκληρος μηχανισμός, με ad hoc θεσμούς μέσω των οποίων όλες οι απρονοησίες της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής να «φορτωθούν» ασύμμετρα στις εθνικές πολιτικές.

Κανείς δεν μίλησε, παραδείγματος χάριν, για τα πολλά «uns» –όπως έχουν επικρατήσει να λέγονται– τόσο της Ευρώπης όσο και της Ελλάδας. (Το κρυπτικό «uns» προκύπτει από το πρώτο συνθετικό μιας ειδικής διεθνοποιημένης ορολογίας που έχει μεν οικονομικό περιεχόμενο, αλλά βαθύτατες πολιτικές αρνητικές συμπαραδηλώσεις και σκληρές, σκληρότατες, κοινωνικές επιπτώσεις. Βλ., unsustainable – μη βιώσιμη κατάσταση, uncoordinated – ασυντόνιστη, unbalance – μη ισόρροπη, unstable – ασταθής, unemployed – άνεργη, unspecified – ακαθόριστη, unsettling – ανησυχητική κατάσταση κ.λπ., κ.λπ.)

Απεναντίας, υποβαθμίστηκαν όλες οι, κατόπιν εορτής, παραδοχές για τα λάθη που έγιναν στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους των μικρών οικονομιών της Ευρώπης και της Ελλάδας (βλ. Ολιβιέ Μπλανσάρντ του ΔΝΤ, Ολι Ρεν ο οποίος μας είχε ευχηθεί «καλό κουράγιο», Γερούν Ντάισελμπλουμ και πολλών άλλων μετά την απομάκρυνσή τους από τις θέσεις ευθύνης τους).

Στο εθνικό επίπεδο, στην απρονοησία έρχεται σήμερα να προστεθεί η μονομανία. Η Ν.Δ. περιφέρει ως «σωτήρια» πολιτική ακριβώς την πολιτική η οποία ενέχεται για την κρίση. Και το κοντόφθαλμο κομματικό συμφέρον, όπως συνοψίζεται στη λογική «βρίζω, καταδικάζω, αλλά ψηφίζω», δείχνει την ποιότητα της αντιπολίτευσης και την ποιότητα του προεκλογικού αγώνα για την Ευρώπη και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν αυτή η ποιότητα καταδικάζει, καταγγέλλει, εκφοβίζει, παραληρεί, αλλά συμφωνεί και υπερψηφίζει, τότε δίνει το στίγμα της ποιότητας και προοικονομεί το τρόπαιο: την πολυπόθητη μελλοντική διακυβέρνηση.

Οι μονομανίες δεν βοήθησαν κανέναν. Ποτέ και πουθενά δεν έβγαλαν καλό αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, όταν κάποιος (αυτός που περιφέρει τον εαυτό του ως μελλοντικό πρωθυπουργό) πιστεύει ότι η φτώχεια είναι ατομική επιλογή και όχι κοινωνική κατάσταση, τότε κάτι χάνει. Οταν πιστεύει ότι τα παιδιά από το Περιστέρι έχουν τη δυνατότητα να γίνουν μόνον καλοί ψυκτικοί, κάτι του διαφεύγει για το μοντέλο ανάπτυξης στον 21ο αιώνα. Οταν θεωρεί αναπτυξιακή πολιτική τη μετατόπιση των προβλημάτων από τους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς στους ιδιώτες και στα άτομα –κι ας είναι οι ιδιώτες αυτοί που θα θέλουν να αυξήσουν τα εταιρικά κέρδη τους, και όχι τα οφέλη του συνόλου– τότε εξαργυρώνει γραμμάτια.

Η αξιοκρατία γίνεται μύθευμα. Αν πράγματι υπήρχε, είναι αμφίβολο ότι ο ίδιος, οι συγγενείς του και οι ομόλογοί του της φατρίας Καραμανλή και Παπανδρέου θα έκαναν αβάδιστα πρωθυπουργικά σλάλομ. Βλέπετε, η «αξιοκρατία» περιορίζεται –επίσης για λόγους μονομανίας– μόνο στους δημοσίους υπαλλήλους, μέσα από μυστήριες εξισώσεις κράτος=κυβέρνηση=Δημόσιο κ.λπ. Δεν είναι τυχαίο το παράδοξο ότι στη χώρα και την Ευρώπη, με τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος του Βέμπερ, οι άνθρωποι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις ικανότητες των κυβερνήσεων.

Ποια τα συμπεράσματα αυτής της μηχανικής; Όσο λιγότερο δημοφιλής γίνεται ο δημόσιος υπάλληλος (καθηγητής, γιατρός, κηπουρός, οδοκαθαριστής κ.ά.) τόσο περισσότερο σταρ γίνεται ο επιχειρηματίας – κι ας είναι το λαμόγιο της παρασιτικής διανεμητικής κουλτούρας της οποίας ηγείται ο κ. Μητσοτάκης. Οσο παραπαίουν οι κυβερνήσεις ως προς την ικανότητά τους να επιλύουν προβλήματα τόσο απαξιώνονται η πολιτική, η δημοκρατία και ανοίγει ο δρόμος σε ολοκληρωτικές επιλογές και στον φασισμό.

Όπως σημείωνε ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, σε μεγάλο μέρος του αναπτυγμένου κόσμου η κοινή γνώμη παραμένει καχύποπτη απέναντι στους θεσμούς του Δημοσίου αγνοώντας τα εγγενή πλεονεκτήματα και τις δυνητικές ευεργετικές επιδράσεις τους στη δημόσια σφαίρα: τη συσσωρευμένη μνήμη, την υποχρέωση λογοδοσίας, την εμπειρία του στη διευθέτηση και τη διαμεσολάβηση πραγματικών συγκρούσεων εντός της κοινωνίας και μεταξύ κοινωνιών.

Αυτά, βέβαια, είναι θέματα που ενδιαφέρουν τους πολλούς. Προφανώς, δεν ενδιαφέρουν τους γόνους των ολιγαρχών και τους κληρονόμους που ξανάρχονται να παίξουν ρόλους τόσο χρήσιμους όσο και των δεινοσαύρων, σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, οργής, ταχέως κινούμενο, πορώδη, δικτυωμένο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/5/2019. 

Ο πορνογραφικός πολιτικός λόγος. Σκέψεις για μια χρηστική εννοιολόγηση

Η εκλογή του αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η συνεχιζόμενη πολιτική της λιτότητας που η Γερμανία έχει επιβάλει στην ευρωζώνη, το Brexit, οι διαμάχες του γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν με διάφορες κοινωνικές ομάδες και εσχάτως με τα «κίτρινα γιλέκα», η αμιγώς λαϊκιστική κυβέρνηση της Ιταλίας και η διαβόητη άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη έχουν αναδείξει, μεταξύ άλλων, και διάφορες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο δομείται ο δημόσιος πολιτικός λόγος στον δυτικό κόσμο. Πλέον ενδεικτική περίπτωση είναι αυτή του Ευρωπαίου Επιτρόπου Προϋπολογισμού, Γκούντερ Έττινγκερ που, σχολιάζοντας τον Μάιο του 2018 την απόφαση του ιταλού Προέδρου Σέρτζο Ματταρέλλα να απορρίψει ως υπουργό Οικονομικών στην κυβέρνηση του Τζουζέππε Κόντε τον ευρωσκεπτικιστή Πάολο Σαβόνα, τόνιζε με πρόδηλο κυνισμό ότι οι αγορές θα τιμωρήσουν τους ιταλούς ψηφοφόρους και θα συνετίσουν τους λαϊκιστές ηγέτες του ιταλικού κυβερνητικού συνασπισμού Λουίτζι ντι Μάιο και Ματτέο Σαλβίνι. Η εν λόγω τοποθέτηση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, τόσο στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας όσο και στην Ευρώπη γενικότερα – θύελλα η οποία οδήγησε τον γερμανό πολιτικό να ανακαλέσει και να ζητήσει συγνώμη μέσω Twitter. Με αφορμή την παραπάνω δήλωση και τη συζήτηση που προκάλεσε, θα μπορούσε να διερευνηθεί αν και κατά πόσον αυτού του τύπου ο δημόσιος πολιτικός λόγος αποτελεί μια διακριτή κατηγορία με σαφή χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα, να διερευνηθεί αν μπορεί να εννοιολογηθεί ο «πορνογραφικός πολιτικός λόγος» ως ένας συγκεκριμένος και αναγνωρίσιμος τρόπος τοποθετήσεων στον δημόσιο διάλογο γύρω από κοινωνικοπολιτικά θέματα.

Η πορνογραφία ως συμπεριληπτικός όρος

Είναι αλήθεια ότι το ολοένα και αυξανόμενο επιστημονικό και δημόσιο ενδιαφέρον για την πορνογραφία έχει δημιουργήσει μια «μετα-πορνογραφία», ένα λόγο δηλαδή «για όλες τις εποχές» που αφορά σειρά από κοινωνιοπολιτισμικές διαστάσεις και όψεις αυτού του είδους οπτικής αναπαράστασης (Wicke 2004: 176-9). Ενώ δηλαδή η συζήτηση και μελέτη της έννοιας της πορνογραφίας έχει κυρίως διεξαχθεί με βάση την παράθεση μια σειράς «αντιθετικών» ζητημάτων, όπως παραγωγή και κατανάλωση, ελευθερία έκφρασης και λογοκρισία, αναπαράσταση και πραγματικότητα, ακίνδυνη διασκέδαση και επιβλαβής επίδραση στην ανθρώπινη συμπεριφορά, στο φαινομενικά απλό ερώτημα «τι σκεφτόμαστε για την πορνογραφία» συμπυκνώνονται μια σειρά από ανοιχτά ζητήματα γύρω από το σεξ, τη σεξουαλικότητα, τη βία, την επιθυμία, αλλά και την εξουσία γενικότερα. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που η πορνογραφία είναι ένα πλέγμα θεμάτων που εκτείνεται πέρα από τα παραπάνω ζητήματα, υπάρχουν ενδεχομένως περιθώρια να προσεγγιστεί η πορνογραφία, ακόμα και η ίδια η πορνογραφική απεικόνιση και αναπαράσταση, ως μια έννοια που υπό προϋποθέσεις μπορεί να αποτελέσει δόκιμη αναλυτική προκείμενη σε υπό μελέτη ευρύτερα φαινόμενα. Είναι σε αυτή τη βάση που τίθεται το ερώτημα, μπορεί πράγματι η πορνογραφία να αποτελέσει ένα επεξεργασμένο εννοιολογικό εργαλείο το οποίο μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία προϋποθέσεων για την περαιτέρω περιγραφική αποτύπωση του κοινωνικού κόσμου; Μπορεί η πορνογραφία, και κυρίως ο επιθετικός προσδιορισμός «πορνογραφικό», να χρησιμοποιηθεί τόσο ως έννοια όσο και ως όρος αυτός καθαυτός στην περιγραφή επιμέρους κοινωνικών φαινομένων και στην ανάδειξη όψεων που όχι μόνο δεν αναγνωρίζονται εύκολα, αλλά και ενδεχομένως παραμένουν στην αφάνεια; Πρόκειται για ερώτημα που περιλαμβάνει επίσης την ακόμα επίμαχη συζήτηση για την οροθέτηση και εννοιολόγηση του ίδιου του όρου «πορνογραφία», και επεκτείνει τον προβληματισμό γύρω από τις διαστάσεις του. Στην επιστημονική συζήτηση πάντως επικρατεί ακόμα σε μεγάλο βαθμό η ευρέως χρησιμοποιούμενη έννοια του «σεξουαλικά ρητού υλικού» (sexually explicit material), η οποία αποτελεί έναν μη συγκεκριμένο ορισμό που αναφέρεται στο καταφανώς σεξουαλικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται ως ευφημισμός για τη συμπυκνωμένη απόδοση της πορνογραφίας. Εδώ η έννοια του ρητού συνιστά ουσιαστικά μια καταδηλωτικού επιπέδου «εύκολη» αναγνώριση βάσει των κυρίαρχων αξιών και κωδίκων μιας δεδομένης κοινωνίας. Πρόκειται για έναν ορισμό, περιγραφικής κατά βάση κατεύθυνσης, ο οποίος συναντάται συχνά στη διεθνή βιβλιογραφία, δεν αντιλαμβάνεται την πορνογραφία εκ των προτέρων με μανιχαϊστικούς όρους και δεν είναι προσανατολισμένος σε μια αξιολογική αποτίμηση. Είναι όμως γνωστό ότι η χρήση του όρου δεν περιορίστηκε στα εν λόγω όρια, αλλά χρησιμοποιήθηκε στην περιγραφή ετερόκλητων φαινομένων, συχνά με διαφορετικό τρόπο και στόχο.
Όταν, για παράδειγμα, αποκαλύφθηκαν τον Απρίλιο του 2004 οι διαβόητες φωτογραφίες κακοποίησης από τις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ στο Ιράκ, πολλοί χρησιμοποίησαν τον όρο «πολεμοπορνό» (warporn) που πρόκρινε αρχικά ο Ζαν Μπωντριγιάρ (Baudrillard, 2005: 205-9) για να υποδηλώσουν τις σεξουαλικά σκοπούμενες αναπαραστάσεις στρατιωτικών βασανιστηρίων και να αναφερθούν στην ιδιόμορφη μίξη πολεμικών μαρτυρίων και μύθων ως πορνογραφικές φαντασιώσεις. Στην προσέγγιση του Μποντριγιάρ ασκήθηκε κριτική από τις Φιόνα Άτγουντ και Κλαρίσα Σμιθ (Attwood, Smith, 2010: 182) στη βάση τού ότι η περιγραφή με τον όρο «πολεμοπορνό» μιας σειράς από γεγονότα ως πορνογραφικές εικόνες πραγματικής βίας συνιστά «κρίση νοήματος» της έννοιας της πορνογραφίας. Αυτό συμβαίνει διότι υπάρχει μια μετατόπιση από την έμφαση στην ενδεχόμενη σεξουαλική ευχαρίστηση, σε μια «κατοπτρική θέαση του σώματος». Σε κάθε περίπτωση, ορθά η Σμιθ (Smith, 2010: 107) τονίζει ότι η απόδοση των σκηνών του πορνό του βασανισμού και του πολεμοπορνό ως πορνογραφία, συσκοτίζει την πραγματική ζημιά των θυμάτων από στρατιώτες που δρουν σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μιλιταριστικών πολιτικών επιλογών, ως μια ενέργεια ιδωμένη υπό το πρίσμα της δημιουργίας σεξουαλικά ρητών αναπαραστάσεων. Η κριτική δηλαδή της Σμιθ έχει βάση στο βαθμό που λείπει μια γενικότερη, δόκιμη και αποδεκτή, προσέγγιση που θα απέδιδε ταυτόχρονα και μια σειρά από πολιτικές πράξεις, συμπεριφορές και λόγους ως «πορνογραφικές». Εδώ, η έννοια της πορνογραφίας θα περιστρεφόταν κυρίως γύρω από την έννοια της αποκάλυψης μιας «κρυμμένης/κρυφής» πραγματικότητας κατά τη λογική της αποκάλυψης του γυναικείου οργασμού στην αμιγώς σεξουαλικά προσανατολισμένη πορνογραφία (Williams 1989). Έτσι, σε ένα δεύτερο συνδηλωτικό επίπεδο, θα μπορούσε ενδεχομένως και να εννοιολογηθεί η «πολιτική του πορνό» (porn politics) ως ένας όρος για να περιγραφούν οι περιπτώσεις αποκάλυψης των κρυφών διαστάσεων της πραγματικότητας κατά την εκφορά ενός πολιτικού λόγου. Είναι όμως αυτό αρκετό ή, από μια άλλη πλευρά, έχουν γίνει στο παρελθόν αντίστοιχες προσπάθειες εννοιολόγησης προς αυτή την κατεύθυνση; Ο Φερνάντο Μουνιόζ (Munoz, 2009), για παράδειγμα, χαρακτηρίζει «πολιτική πορνογραφία» την τεχνολογία των επιχειρημάτων που χρησιμοποιείται για να ερμηνευθούν οι ομοιότητες και οι αντιθέσεις μεταξύ πολιτικής θεωρίας, συνταγματικής θεωρίας και αισθητικής της πορνογραφίας. Υπόνοια εφαρμογής της έννοιας της πορνογραφίας με την πολιτική έχουμε και με την χρήση του όρου «πορνογραφική δημόσια σφαίρα» από τον Τεντ Γκουρνέλος (Gournelos, 2009: 278) κατά την περιγραφή της πολιτικής διάστασης στη δημοφιλή σατιρική σειρά κινουμένων σχεδίων South Park. Από την άλλη μεριά, η Μαρία Τζον (John, 2004: 39-40) θεωρεί ότι δεν πρέπει να λογίζονται ως άτυπες μορφές πολιτικής πορνογραφίας λόγοι πρόδηλα σεξουαλικοί, όπως η περίφημη αναφορά του αμερικανού δικαστή Κεν Σταρ για την υπόθεση του πρώην Προέδρου Μπιλ Κλίντον. Σύμφωνα πάντως με τον Μπράιαν ΜακΝέαρ (McNair, 1996: viii), ο όρος «πορνογραφία» είναι γενικότερα και ένας πολιτικός όρος, με την έννοια της σηματοδότησης διαφορετικών πραγμάτων για διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να υπάρχει μια γενικότερη τάση να αποδοθεί το πορνό στη βάση των εννοιών της αποκάλυψης, της σκληρότητας και της υπερβολής, ειδικά στο βαθμό που η πορνογραφία προκρίνεται ως ένας «παν-περιεκτικός» (catchall) όρος. Πλέον ενδεικτικό παράδειγμα του συμπεριληπτικού σκεπτικού, αλλά και αποτύπωσης ενός γενικότερου ηθικού σχετικισμού και αισθητικής ρευστότητας, αποτελεί και η έννοια του «πορνό φαγητού» (food porn), ως ένα πολιτισμικό φαινόμενο στο οποίο η κατανάλωση τεράστιων ποσοτήτων φαγητού και θερμίδων θεωρείται κάτι πολύ «ανδρικό», επαναστατικό, που αξίζει εύφημο μνεία. Βέβαια, η έννοια του food porn έχει εσχάτως παρεισφρήσει στη δημόσια σφαίρα, κυρίως μέσω των νέων μέσων/ κοινωνικών δικτύων και με μια διαφορετική ερμηνεία. Πρόκειται για μια θετική συνδήλωση αισθησιασμού και απόλαυσης που απορρέει από την οπτική απεικόνιση της πρόδηλης αίγλης ενός φαγητού. Έτσι, ως ευφημισμός, ο όρος «πορνογραφία» δίνει τη δυνατότητα να περιγραφούν και να αναδειχθούν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ετερόκλητων φαινόμενων και διαδικασιών, αλλά και να εκτοπιστούν ταυτόχρονα οι ανησυχίες γύρω από ένα σύνολο πολιτιστικών ταμπού, χωρίς όμως τη σαφή άρθρωση του τι πραγματικά διακυβεύεται σε αυτό το νέο πλαίσιο.

Συγκεκριμενοποιώντας το πορνογραφικό

Στη βάση των παραπάνω, πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο ο όρος πορνογραφία μπορεί να αποτελέσει μια έννοια αναφοράς και περιγραφής όχι μόνο επιμέρους λόγων και έλλογων πρακτικών, αλλά και ευρύτερων κοινωνικών διεργασιών και καταστάσεων. Μια τέτοια προσέγγιση θα συνεπάγεται, παρά θα προϋποθέτει, την εννοιολόγηση κάθε φορά ενός λόγου που χαρακτηρίζεται από διακριτά στοιχεία τα οποία θα τον καθιστούν «πορνογραφικό». Με άλλα λόγια, να προσφερθεί μια όσο πιο δόκιμη εννοιολόγηση του «πορνογραφικού» που δεν θα αποτελεί απλώς μια μετωνυμία των εννοιών της αποκάλυψης, της σκληρότητας και της υπερβολής, αλλά μια συνδήλωση του τι μπορεί να σημαίνει κάτι να αποτελεί μια «πορνογραφία». Είναι στη βάση αυτή που η συζήτηση περί της τελευταίας μπορεί να ξεφύγει από τον εδώ και πάνω από μισό αιώνα περίφημο αφορισμό του αμερικανού δικαστή Πόττερ Στιούαρτ, ότι μπορεί να μην είναι ικανός να προσδιορίσει επακριβώς τι είναι πορνογραφία, «αλλά το ξέρει όποτε τη δει» (I know it when I see it) – αφορισμός που αντικατοπτρίζει τόσο την αδυναμία συγκρότησης ενός κοινά αποδεκτού όρου/ορισμού, όσο και τη σχετικότητα/αμφιθυμία του γενικότερου φαινομένου (Hagle 1991: 1039). Ουσιαστικά, θα πρόκειται για μια προσπάθεια που θα επεκτείνει τον επίμαχο χαρακτήρα της κοινωνικής κατασκευής της πορνογραφίας ως κάτι «ανάρμοστο». Πιο συγκεκριμένα, η πορνογραφία με τη μορφή και το νόημα που την κατανοούμε σήμερα δεν υπήρχε ως έννοια σε προνεωτερικές περιόδους, αλλά αναδύθηκε από τον 16ο αιώνα και μετά (Hunt 1993: 30). Κατά την περίοδο μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα, η πορνογραφία ήταν συνώνυμη με την πολιτική ανυπακοή και τον αγώνα για εκδημοκρατισμό, με διάφορους συγγραφείς και επαναστάτες να αναζητούν τρόπους αμφισβήτησης της εξουσίας της Καθολικής Εκκλησίας (1993: 10-2). Κατά την περίοδο αυτή, δηλαδή, τα σεξουαλικά φυλλάδια ήταν το όχημα για επιθέσεις εναντίον πολιτικών και θρησκευτικών αρχών, γι' αυτό και η πορνογραφία αρχικά συνδέθηκε με την ελεύθερη σκέψη, αλλά και τέθηκε ως πεδίο προς ρύθμιση λόγω της απειλής που αντιπροσώπευε για την τότε καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Παράλληλα, μεταβατικό σημείο από έναν «κοινόχρηστο», δημόσιο τρόπο ζωής σε μια ιδιωτικά περιορισμένη και εσωστρεφή «βίωση» θεωρείται ο 17ος αιώνας. Η αυξανόμενη διαθεσιμότητα και η ανάπτυξη μιας αγοράς για την πορνογραφία η οποία συμβαδίζει με την επέκταση μιας «κουλτούρας της εκτύπωσης» θεωρείται μέρος αυτής της αλλαγής, με κατ' εξοχήν παράδειγμα την ιδιωτική κατανάλωση του έντυπου υλικού για προσωπική ψυχαγωγία. Έτσι, τον 18ο αιώνα παρατηρείται μια γενικότερη τάση (επαν)ανακάλυψης της ευχαρίστησης ως πολύτιμο συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας (Cook 2009: 453), και στα τέλη του μια έκρηξη λόγων, εικόνων και κειμένων γύρω από τη σεξουαλικότητα και το σεξ (Smith-Rosenberg 1982: 325). Είναι όμως στον 19ο αιώνα που η πορνογραφία αποκτά τη σημασία που έχει σήμερα και συνδέεται με τη ρύθμιση του «άσεμνου» (Hunt 1993: 12). Σε αυτή την περίοδο ξεκινά η «κλινικοποίηση» της κατανάλωσης πορνογραφίας και των επιπτώσεών της με την ισχυροποίηση του ιατρικού κατεστημένου και της γνώσης ως «απόλυτη αρχή». Πρόκειται ουσιαστικά για μια ιατρικοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας που μετουσιώνει εδώ τις κυρίαρχες τον προηγούμενο αιώνα αντιλήψεις ότι μέσω εκπαίδευσης τα παιδιά μπορούν να χαλιναγωγήσουν τις «άγριες εσωτερικές διαθέσεις» τους, διότι ο αυνανισμός θεωρείτο τότε κάτι επιζήμιο για το μυαλό, το σώμα και την κοινωνία (Darby 2003). Έτσι, η «ηθικολογική επίθεση» στην πορνογραφία κλιμακώνεται ως συντηρητικός λόγος, αλλά και με τις ρυθμίσεις που ακόμα χαρακτήριζαν τη διακίνηση σεξουαλικών κειμένων (Hunt 1993: 19). Πιο αναλυτικά, ήδη με την εξάπλωση της τυπογραφίας τον 19ο αιώνα, οι άνδρες των ανώτερων τάξεων αντιμετώπιζαν το «πρόβλημα» οι γυναίκες να αποκτήσουν πρόσβαση σε πορνογραφικά κείμενα ο σεξουαλικός χαρακτήρας των οποίων γινόταν όλο και πιο ρητός, εγκαταλείποντας την αρχική πολιτική χροιά (1993: 42). Αυτός ο κίνδυνος τους οδήγησε, σύμφωνα και με την περίφημη ορολογία του Γουώλτερ Κέντρικ (Kendrick, 1987), να περικλείσουν τα εν λόγω κείμενα σε «κλειστά μουσεία», να περιορίσουν δηλαδή την πρόσβασή τους στο κοινό των ανώτερων τάξεων το οποίο είχε ήδη «εκπαιδευθεί» στη χρήση τους. Έτσι, ενώ η πορνογραφία «άκμασε» τον 19ο αιώνα, αποτελούσε παράλληλα και ένα ταμπού, μια «βρώμικη» μορφή λόγου που είχε την ανάγκη ενός πατερναλιστικού κανονισμού από άτομα με «επαρκή ηθική και πνευματική ακεραιότητα» για να παραμείνουν ανεπηρέαστα από αυτή. Συνεπώς, η πορνογραφία με τον τρόπο που σχηματοποιήθηκε από τον πιο προηγούμενο αιώνα και μετά δεν σκόπευε να κατασκευάσει και να αναδείξει την ισότητα και τα «σημεία ισορροπίας», αλλά να αναδείξει και να ταυτιστεί με την ανισότητα. Είναι πάνω σε αυτή τη βάση που η Λυν Χαντ (Hunt) στην εξαιρετικά σημαντική ανάλυσή της επιχειρηματολογεί ότι η πορνογραφία αποτελεί, πάνω απ' όλα, ζήτημα ρύθμισης της πρόσβασης σε «ανάρμοστο» περιεχόμενο και, κατ' επέκταση, ρύθμιση της ίδιας της σεξουαλικότητας. Αν λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, το «πορνογραφικό» εννοιολογηθεί με τρόπο που δεν θα αποτελεί απλή μετωνυμία των εννοιών της αποκάλυψης, της σκληρότητας και της υπερβολής, αλλά συνδήλωση με συγκεκριμένες διαστάσεις και προεκτάσεις αναφορικά και με τον ανάρμοστο χαρακτήρα του, τότε χρειάζεται όχι τόσο μια κατά το δυνατόν ακριβής οροθέτηση της πορνογραφίας, αλλά ένας σαφής εντοπισμός του τι συνιστά εν τέλει μια «πορνογραφική λογική». Έτσι, θα μπορούσε να προκύψει μια κατά βάση διαφοροποιημένη, με συμπεριληπτικό προσανατολισμό, εννοιολόγηση του πορνογραφικού ως η «ρητή επίδειξη της σκληρής πραγματικότητας». Ο βασικός πυλώνας της εν λόγω προσέγγισης εδράζεται στο σκεπτικό ότι η πορνογραφική λογική συνίσταται, σε τελευταία ανάλυση, στην αποκάλυψη μιας υφιστάμενης τάξης πραγμάτων η οποία κατά μυωπικό τρόπο αποσιωπάται από τον δημόσιο λόγο. Άρα, ως πορνογραφικός πολιτικός λόγος θα μπορούσε να νοηθεί ο πολιτικός λόγος που είναι ουσιωδώς πορνογραφικός, με την έννοια της αποκάλυψης μιας ανάρμοστης και σκληρής κοινωνικής πραγματικότητας που υφίσταται μεν, αλλά δεν προκρίνεται στο δημόσιο προσκήνιο – όπως ακριβώς δηλαδή συμβαίνει με την πορνογραφική καταγραφή σεξουαλικών πράξεων και πρακτικών. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν κατά βάση οι καταφανώς διαφοροποιημένες από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο αναφορές με άξονα την σκληρή αποκάλυψη του ανάρμοστου, όπως για παράδειγμα έγινε και με την περίπτωση των δηλώσεων Έττινγκερ. Σημαίνει αυτό ότι κάθε πολιτική τοποθέτηση που αναδεικνύει αρνητικές πτυχές μιας δεδομένης κοινωνικής πραγματικότητας συνιστά και μια πορνογραφικού προσανατολισμού περιγραφή; Προφανώς όχι, αν και σε φιλοσοφικό επίπεδο μια τέτοια συζήτηση ίσως και να είναι ανοιχτή – συζήτηση όμως που ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας προσέγγισης. Για να νοείται λοιπόν κάποιος πολιτικός λόγος ως πορνογραφικός πρέπει απαραίτητα να συνυπολογίζεται το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα κάθε φορά. Για παράδειγμα, σε μια κοινωνική πραγματικότητα όπου η αναπαραγωγή παρωχημένων στερεοτύπων έχει περιοριστεί και η σεξουαλικότητα γίνεται αντιληπτή και βιώνεται με όρους αυτονομίας σε όλα τα επίπεδα, η πορνογραφία θα είχε ενδεχομένως τον χαρακτήρα ενός χειραφετητικά προσανατολισμένου εκδημοκρατισμού της επιθυμίας και της απόλαυσης. Έτσι και στο επίπεδο του πολιτικού λόγου. Σε μια κοινωνική πραγματικότητα όπου οι εθνοφυλετικοί, κοινωνικοταξικοί και έμφυλοι διαχωρισμοί έχουν αμβλυνθεί σημαντικά, το αίσθημα γενικής ασφάλειας είναι διάχυτο και το επίπεδο διαβίωσης του συνόλου της κοινωνίας είναι αρκούντως ικανοποιητικό, κάθε οριακή δήλωση θα αποτελούσε ίσως πεδίο κριτικής επεξεργασίας και σχολιασμού. Όμως σε αυτή την καμπή της ύστερης νεωτερικότητας όπου οι προκλήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πολλαπλές και οι ανισότητες που βιώνονται όλο και εντείνονται, ο πολιτικός λόγος που εκφέρεται μπορεί πράγματι να ενέχει έναν πορνογραφικό προσανατολισμό στον βαθμό που, λανθασμένα ή ορθά, αναδεικνύει μια «πορνογραφία της κοινωνικής ζωής». Στον βαθμό δηλαδή που προκρίνει μια, παραφράζοντας και τη διάσημη προσέγγιση της Λίντα Γουίλλιαμς (Williams, 1989) για το σκληρό πορνό, φρενίτιδα της εξουσίας.

*Δημοσιεύτηκε στo "The Books' Journal" (Τεύχος 96).