Σάββατο, 24 Αύγουστος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Ηλίας Μόσιαλος: «Το μοντέλο του συστήματος Υγείας στην Ελλάδα έχει ξεπεραστεί»

Η καθολική πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, χωρίς διακρίσεις προς τους πλέον οικονομικά αδύναμους, είναι θεμιτή. Είναι όμως –ιδίως σε κράτη που βιώνουν κρίση, όπως η χώρα μας;

Στην Ελλάδα, ακόμα και πριν την κρίση, δεν είχαμε καθολική πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες. Το κύριο χαρακτηριστικό του κοινωνικού κράτους ήταν, και είναι ακόμα και τώρα, αφενός η επιδοματική πολιτική και αφετέρου η αναποτελεσματική ανάπτυξη υπηρεσιών. Στο όνομα της δημόσιας υγείας, διαμορφώσαμε το πιο "ιδιωτικοποιημένο" σύστημα υγείας στην Ευρώπη. Εξίσου αποκαλυπτικές για την ένδεια του κοινωνικού μας μοντέλου είναι και οι δαπάνες για την παιδεία, όπου περίπου το 40% των δαπανών (όπως και στην υγεία) είναι ιδιωτικές.
Κάποιοι θεωρούν πως αρκεί να λάβουμε μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα, να μειώσουμε τις δημόσιες δαπάνες και όλα τα άλλα θα λυθούν αυτόματα. Θα ήταν πολύ ωραία, αν ήταν τόσο απλό το πρόβλημα. Χρειάζεται να περάσουμε σε ένα άλλο μοντέλο κοινωνικής παρέμβασης, που προτεραιότητά του θα είναι το επίπεδο και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και η ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας. Σε μοντέλα παιδείας και υγείας, τα οποία θα δημιουργήσουν σύγχρονα σχολεία και πανεπιστήμια, μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, και νοσοκομεία που βελτιώνουν την ποιότητα, χωρίς να σπαταλούν πολύτιμους πόρους.

Πώς εξηγείτε ότι εν μέσω μνημονίων, η ιδιωτική δαπάνη στη χώρα μας παραμένει υψηλή;

Η ιδιωτική δαπάνη συνεχίζει να είναι υψηλή ακόμα και μέσα στην κρίση. Αυξήθηκε κυρίως για τα φάρμακα και για τη νοσοκομειακή περίθαλψη, ενώ μειώθηκε σημαντικά για την οδοντιατρική φροντίδα και την πρωτοβάθμια περίθαλψη. Οι ασθενείς δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στις δημόσιες δομές και βρίσκουν διέξοδο μέσω ιδιωτικών πληρωμών και παραπληρωμών. Είναι επίσης σημαντική η αύξηση των συμμετοχών στο κόστος, ιδίως στη φαρμακευτική περίθαλψη. Η εξέλιξη της ιδιωτικής δαπάνης, σε συνδυασμό με τη μεγάλη μείωση των εισοδημάτων φαίνεται να είχε σημαντικό αντίκτυπο στα νοικοκυριά. Υπήρξε αύξηση στο ποσοστό των νοικοκυριών (από 15% σε 21%) που πληρώνουν πάνω από 10% του εισοδήματός τους για υγεία. Το ποσοστό αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο μεταξύ των χαμηλών κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, των ηλικιωμένων και των χρονίως πασχόντων. Αν και έχουν εφαρμοστεί μέτρα, η πολιτεία οφείλει άμεσα να μεριμνήσει για την οικονομική προστασία συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων με στοχευμένες πολιτικές, και πιο συγκεκριμένα με μείωση της συμμετοχής στη δαπάνη για φάρμακο για τις χαμηλότερες εισοδηματικές κατηγορίες.

Παρόλα αυτά, έρευνες καταλήγουν ότι η κατάσταση υγείας των Ελλήνων επιδεινώνεται, καθώς αρκετοί στερούνται ακόμη και των απαραίτητων προληπτικών εξετάσεων;

Το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο και διαχρονικό. Η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες που δεν έχει διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο και συγκροτημένο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου (π.χ. για τον καρκίνου του μαστού ή για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας). Παράλληλα, είναι από τις ελάχιστες Ευρωπαϊκές χώρες που δεν εφαρμόζει τον αντικαπνιστικό νόμο, μια πολιτική που θα μπορούσε να είχε μακροχρόνιες ευεργετικές συνέπειες στους δείκτες υγείας. Αμφότερα τα παραδείγματα δεν σχετίζονται απαραίτητα με την οικονομική κρίση. Σχετίζονται πρωτίστως με την έλλειψη πολιτικής βούλησης και τόλμης.

Είναι η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας επαρκής;

Στη χώρα μας δεν υπάρχει μηχανισμός αγοράς και ελέγχου της ποιότητας και της καταλληλότητας, πόσω μάλλον της οικονομικής αποδοτικότητας των υπηρεσιών υγείας.
To υπουργείο υγείας δεν συλλέγει αξιόπιστα στοιχεία για την ποιότητα και την οικονομική αποδοτικότητα των υπηρεσιών. Δεν υπάρχουν σοβαρά επιδημιολογικά δεδομένα, ούτε καταγράφονται με αξιόπιστες μεθόδους οι ανάγκες των πολιτών ανά περιφέρεια. Επομένως η κατανομή των πόρων γίνεται διαχρονικά με βάση πολιτικές προτεραιότητες ή με τυχαίο τρόπο χωρίς πρόγραμμα.
Είναι σαφές ότι χρειάζεται να δημιουργηθεί μια διοικητική αρχή, η οποία να συλλέγει στοιχεία όσον αφορά την ποιότητα των εξετάσεων, επεμβάσεων και θεραπειών, λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες. Για παράδειγμα, ένας γιατρός μπορεί να κάνει επεμβάσεις σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, άλλος να επιλέγει ελαφρά περιστατικά, ενώ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι κίνδυνοι επιπλοκών μετά την έξοδο από το νοσοκομείο. Δεν είναι μόνο οι υποδομές, αλλά κυρίως η ιατρική ικανότητα το κριτήριο για την έκβαση της θεραπευτικής παρέμβασης.

Τελικά το μοντέλο του ΕΣΥ βρίσκεται σε κρίση; Έχει ξεπεραστεί;

Αξιόπιστες έρευνες δείχνουν ότι στο 10% των ασθενών αντιστοιχεί το 70% του κόστους, ενώ για το υπόλοιπο 90% διατίθεται μόνο το 30%. Κι αυτό γιατί οι «ακριβοί» ασθενείς είναι συνήθως μεγάλης ηλικίας και με πολλαπλά νοσήματα.
Ως προς τη χρηματοδότηση, ένα σύστημα που θα απέκλειε το «ακριβό» 10% θα ήταν, φαινομενικά, «αποτελεσματικό». Αλλά τι θα γινόταν αυτό το 10%; Το ιδιωτικό σύστημα θα τους άφηνε στην τύχη τους, αυτό όμως θα ήταν αδιανόητο στο δημόσιο.
Τώρα, όσον αφορά την παροχή, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, όταν υπάρχει ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο, τότε η συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τους ασθενείς. Ο στόχος είναι η εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν αυτές είναι δημόσιες ή ιδιωτικά παρεχόμενες.
Για να γίνει αυτό, η κυβέρνηση πρέπει να παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, ως ρυθμιστής. Παράλληλα εξασφαλίζεται ότι ο ιδιωτικός τομέας δε μεταφέρει «δύσκολες» περιπτώσεις ασθενών στο δημόσιο, ούτε προκαλεί μεγάλη τεχνητή ζήτηση και ότι συνολικά το σύστημα δεν παρέχει υπηρεσίες που δεν είναι αποτελεσματικές.
Στη χώρα μας δεν υπάρχει επαρκής δημόσια χρηματοδότηση, ενώ στην παροχή των υπηρεσιών, τα δύο συστήματα, δημόσιο και ιδιωτικό, λειτουργούν παράλληλα, δεν είναι συνδεμένα. Το παρόν μοντέλο έχει ξεπεραστεί εδώ και δεκαετίες και χρειάζεται συνολική αναδιάταξη του συστήματος υγείας στην Ελλάδα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 31/3/2019. Η συνέντευξη δόθηκε στην Μάρθα Καϊτανίδη.

Η Γέφυρα και ο νεοφιλελευθερισμός

Στην αρχική διακήρυξή της η ΓΕΦΥΡΑ τόνισε πως αυτοί που την υπογράφουν εναντιώνονται στον λαϊκισμό από τη μια μεριά και στον νεοφιλελευθερισμό από την άλλη. Πολλοί που είναι αντίθετοι με αυτή την προσπάθεια είτε επιχειρούν να την γελοιοποιήσουν είτε την παρερμηνεύουν. Οι πρώτοι υποστηρίζουν πως η Γέφυρα είναι ένας εύκολος τρόπος για τον Αλέξη Τσίπρα να διαλύσει το ΚΙΝΑΛ και να «καπελώσει» όσους είναι δυσαρεστημένοι με την στροφή της Φώφης Γεννήματα προς την ΝΔ. Όσο για τη δεύτερη κατηγορία, αυτοί απλώς παρερμηνεύουν τη διακήρυξη. Από αυτή την κατηγορία, επιλέγω το κείμενο του Γιώργου Παγουλάτου: «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του αντι-νεοφιλελευθερισμού» (Καθημερινή, 3/3/19).

Παρερμηνεία

Στο άρθρο του ο συγγραφέας τονίζει πως είναι εναντίον του λαϊκισμού αλλά υπέρ του νεοφιλελευθερισμού. Στη συνέχεια ο ΓΠ υποστηρίζει πως στη διακήρυξη της Γέφυρας ο νεοφιλελευθερισμός χαρακτηρίζει και την Ελλάδα: «Είναι η Ελλάδα ένας παράδεισος του laissez-faire και του παγκόσμιου καπιταλισμού για να φοβάται τον νεοφιλελευθερισμό;». Πουθενά όμως στη διακήρυξη της Γέφυρας δεν υπάρχει απίθανη/παράλογη ιδέα πως η Ελλάδα έχει μια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Η χώρα μας είχε μια κρατικιστική, αναποτελεσματική οικονομία και παραμένει σε αυτή την κατάσταση σήμερα. Πρόκειται για μια προφανή παρερμηνεία ενός σημαντικού αναλυτή και φίλου που εξηγείται από το ότι ο ΓΠ είναι εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και κάθε προσπάθειας μιας συνεργασίας μεταξύ κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς. Σίγουρα όλοι αυτοί που υπέγραψαν τη διακήρυξη, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, χαρακτηρίζουν όχι την ελληνική οικονομία αλλά την ΝΔ σαν κόμμα πως είναι κυρίως αλλά όχι μόνο νεοφιλελεύθερο. Αφού έχει και ένα σημαντικό παραδοσιακό «φιλολαϊκό» κομμάτι, καθώς και ένα μικρότερο ημι-ακροδεξιό.

Μονομέρεια

Έχω και μια δεύτερη διαφωνία με το άρθρο του ΓΠ. Είναι η μονομέρεια που δείχνει σε ό,τι αφορά την έννοια του νεοφιλελευθερισμού. Παρόλο που δέχεται τις τεράστιες και εντεινόμενες ανισότητες που χαρακτηρίζουν τη νεοφιλελεύθερη οικονομία, δεν τις συνδέει με τον λαϊκισμό. Είναι όμως οι ανισότητες και η απίστευτη συγκέντρωση πλούτου (στην Ελλάδα, την ΕΕ και παγκοσμίως) που, κυρίως μετά το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 80, οδήγησαν στη φτωχοποίηση και κοινωνική περιθωριοποίηση ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού, κυρίως στις δυτικές κοινωνίες. Αυτό το φαινόμενο εξηγεί την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία, καθώς και την άνοδο του λαϊκισμού στην ΕΕ. Με δύο λόγια, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση μέσω της μη ελεγχόμενης επέκτασης και διείσδυσης των πανίσχυρων πολυεθνικών σε όλες τις χώρες του κόσμου δημιουργεί βέβαια τεράστιο πλούτο. Αλλά παρόλο που βλέπουμε την ανάπτυξη των «αναδυόμενων οικονομιών», υπάρχει μια πρωτοφανή συγκέντρωση του παραγόμενου πλούτου στο 1% περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού. Με αποτέλεσμα την αδυναμία της ολικής εξάλειψης της παγκόσμιας φτώχειας (πράγμα που λόγω των νέων τεχνολογιών είναι εφικτή σήμερα) - καθώς και της αδυναμίας αντιμετώπισης των οικολογικών κινδύνων της ανθρωπότητας.
Συμπέρασμα. Ο Γιώργος Παγουλάτος όχι μόνο παρερμηνεύει τη διακήρυξη της Γέφυρας αλλά με το να μην συνδέει τις τεράστιες ανισότητες που ο νεοφιλελευθερισμός δημιουργεί δεν μπορεί να εξηγήσει τη θεαματική εκτίναξη του λαϊκιστικού φαινομένου κυρίως μετά την κρίση του 2007/8 μέχρι σήμερα. Κατά την γνώμη μου ο λαϊκισμός δεν μπορεί να καταπολεμηθεί στην Ευρώπη και αλλού χωρίς συγχρόνως να καταπολεμηθεί και ένας νεοφιλελευθερισμός που είναι εναντίον της ισχυροποίησης μηχανισμών που να ελέγχουν πιο αποτελεσματικά τις παγκόσμιες αγορές και κυρίως την χρηματοπιστωτική αγορά που κυριαρχεί σήμερα στον λεγόμενο «καπιταλισμό-καζίνο». Είναι η έλλειψη σοβαρών ελέγχων της παγκόσμιας οικονομίας που είναι, όχι ο μόνος, αλλά ο βασικός παράγοντας της ανόδου του λαϊκισμού - κυρίως μετά το άνοιγμα των αγορών στη δεκαετία του 80.

*Δημισιεύτηκε στα "Νέα" στις 6/4/2019. 

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του αντι-νεοφιλελευθερισμού

Ανθρωποι της Κεντροαριστεράς, ορισμένους εκ των οποίων εκτιμώ, συναντήθηκαν για να ανοίξουν «Γέφυρες» στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα σχολιάσω εδώ το πολιτικό εγχείρημα με το οποίο ευθέως διαφωνώ. Θέλω να σταθώ στον διμέτωπο αγώνα που κήρυξαν, όχι μόνο εναντίον του εθνικισμού (εδώ συμφωνούμε), αλλά κι εναντίον του «νεοφιλελευθερισμού».

Τί είναι ακριβώς ο νεοφιλελευθερισμός και πώς συνιστά απειλή στην Ελλάδα σήμερα; Και τι δικαιολογεί, από αυτή τη γωνιά της Ευρώπης, το προσκλητήριο καταπολέμησής του;

Θα ήταν κατανοητή η εκστρατεία εάν βρισκόμασταν στις ΗΠΑ. Εκεί τις τελευταίες δεκαετίες ο πλούτος του πλουσιότερου 1% αυξήθηκε αλματωδώς, ενώ τα εισοδήματα μεσαίων και εργατικών στρωμάτων παραμένουν στάσιμα ή συρρικνώνονται. Η οργή των στρωμάτων αυτών συνέβαλε στην τερατογένεση του λαϊκισμού που εκπροσωπεί ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου. Εκεί η Γουόλ Στριτ που προκάλεσε το κραχ του 2008 απορρυθμίζεται ξανά, οι πλουσιότεροι λαμβάνουν νέες μειώσεις φόρων, την ώρα που εκατομμύρια Αμερικανοί παραμένουν ανασφάλιστοι, και οι κανονισμοί περιβαλλοντικής προστασίας καταργούνται για να αυξηθούν τα περιθώρια κέρδους. Εκεί θα είχε νόημα μια εκστρατεία εναντίον του ακραίου κανιβαλικού ατομικισμού.

Σε μια διεθνή συγκυρία επιστροφής του προστατευτισμού, όταν ο εθνικιστής Τραμπ κατεδαφίζει τους φιλελεύθερους θεσμούς του παγκόσμιου εμπορίου και του πολυμερισμού, όταν οι σχέσεις με εμπορικούς εταίρους αντιμετωπίζονται με όρους στρατηγικής απειλής κι όταν το σύνθημα «για μια Ευρώπη που προστατεύει» ενώνει τους φιλελεύθερους ανά την Ευρώπη, τόσο ώστε να θέτει σε αμφισβήτηση τους κανόνες ανταγωνισμού της ενιαίας αγοράς, σε μια τέτοια συγκυρία είναι μάλλον ανεπίκαιρο ο πρώτος αντίπαλος να είναι ο «νεοφιλελευθερισμός». Το αίτημα της φορολογικής δικαιοσύνης, ο έλεγχος του αθέμιτου διασυνοριακού φορολογικού ανταγωνισμού, όλα αυτά είναι σημαντικά. Αποτελούν ήδη επίσημη πολιτική της Κομισιόν και κυβερνήσεων όπως του Μακρόν.

Είναι η Ελλάδα ένας παράδεισος του laissez faire και του παγκόσμιου καπιταλισμού για να φοβάται τον «νεοφιλελευθερισμό»; Ο διεθνής καπιταλισμός μάς αποφεύγει συστηματικά, όπως δείχνουν τα γλίσχρα ποσοστά άμεσων ξένων επενδύσεων. Εχουμε τον έκτο υψηλότερο φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων στην Ε.Ε. και μέσο φορολογικό βάρος στην εργασία 41% έναντι 36% της Ε.Ε. Οι εταιρείες ξοδεύουν πάνω από τον διπλάσιο χρόνο για φορολογική συμμόρφωση σε σχέση με την Ε.Ε. Είμαστε μήπως η χώρα των ανεξέλεγκτων χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου τα σπίτια των ανθρώπων εκπλειστηριάζονται κατά χιλιάδες; Καλά καλά δεν έχουμε τράπεζες, και χιλιάδες στρατηγικοί κακοπληρωτές βρήκαν χρόνια θαλπωρή στις προστατευτικές διατάξεις των οποίων η τροποποίηση ακόμα καρκινοβατεί.

Το μεγαλύτερο πρόβλημά μας δεν είναι οι ασύδοτες αγορές αλλά οι κλειστές αγορές και η ασφυκτική γραφειοκρατία. Παραμένουμε η χώρα χωρίς κεφαλαιοποιητικό και ανταποδοτικό πυλώνα συνταξιοδοτικού, όπου μια τεράστια χοάνη καταπίνει υπέρμετρες εισφορές παραγωγικών ανθρώπων με την προοπτική απόδοσης συντάξεων πείνας. Γιατί ένα σύστημα κρατικά προστατευόμενων πελατειακών ομάδων, που συνταξιοδοτούνταν στα 55 με παχυλά εφάπαξ και συντάξεις μεγαλύτερες του τελευταίου μισθού, χρεοκόπησε το ασφαλιστικό και τη χώρα.

Πράγματι, οι ανισότητες στην Ελλάδα είναι υψηλές και η κρίση αύξησε δραματικά τη φτώχεια. Ομως η επιδείνωση συνδέεται με τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, που έπληξε κατ' εξοχήν νοικοκυριά με ένα εργαζόμενο μέλος. Γιατί η Ελλάδα προ κρίσης, λόγω στρεβλώσεων στις αγορές εργασίας (σίγουρα όχι λόγω υπερβολικού νεοφιλελευθερισμού), είχε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας νέων και γυναικών, παρά την ταχεία ανάπτυξη. Η εργασιακή ευελιξία σήμερα βοηθάει την ταχεία μείωση της ανεργίας. Οι νέες δουλειές δεν είναι καλές – αλλά γι' αυτό χρειάζονται καλύτερης ποιότητας επενδύσεις. Και το «νεοφιλελεύθερο» ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα παρέχει ένα δίχτυ ασφαλείας.

Δεν είμαστε οικονομία ανεξέλεγκτης συσσώρευσης πλούτου προς επίλυση του ζητήματος αναδιανομής. Είμαστε μια οικονομία που κατέρρευσε από την πελατειακή αναδιανομή και αγωνιά να επιστρέψει σε διατηρήσιμη εξωστρεφή ανάπτυξη. Ηταν λάθος η ταχεία πιστωτική επέκταση στην πρώτη δεκαετία του ευρώ – όμως η χώρα χρεοκόπησε από τη διόγκωση του δημόσιου χρέους, όχι του ιδιωτικού. Πλέον η εξυπηρέτηση αυτού του δημόσιου χρέους στραγγαλίζει την οικονομία. Η μόνη βιώσιμη στρατηγική ελάφρυνσης των υπέρογκων πρωτογενών πλεονασμάτων περνάει από την πραγματοποίηση εμβληματικών αποκρατικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων φιλελεύθερου προσανατολισμού, και όχι το αντίθετο.

Η Ελλάδα ήταν πάντα κοντύτερα σε μια κρατικιστικού τύπου «μεσογειακή» οικονομία παρά σε αγγλοσαξονικού τύπου «νεοφιλελευθερισμό». Χρειαζόμαστε περισσότερη αγορά, απελευθέρωση των επιχειρηματικών δυνάμεων, των animal spirits, χωρίς να θυσιάσουμε την κοινωνική αλληλεγγύη και την κοινωνική συνοχή. Είναι μια λεπτή ισορροπία, που υπηρετείται με ευφυείς και ικανούς δημόσιους θεσμούς, όχι με ιδεολογικές σκιαμαχίες.

H πρόκληση των καιρών, για την Ευρώπη και για την Ελλάδα, είναι μια οικονομική ανάπτυξη που ενσωματώνει το σύνολο της κοινωνίας (Inclusive Growth). Αυτό συμβαίνει να είναι και το κεντρικό θέμα του φετινού 4ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, από όπου γράφεται αυτό το άρθρο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 3/3/2019. 

Κραδασμοί ή: Σε ποιον ανήκει ο χρόνος;

Ενόσω θα επιχειρείται λίγο-πολύ απ' όλους στην (προεκλογική) Ελλάδα να υποταγεί ο χρόνος στις επιμέρους πολιτικές ανάγκες – θα το εξηγήσουμε τι εννοούμε ευθύς στην συνέχεια – οι κραδασμοί των ημερών θα ακούγονται όλο και περισσότερο. Έντονα και ξεκάθαρα.
Σε ποιον ανήκει ο χρόνος; Το μόνιμα επανερχόμενο ερώτημα έχει παγιδεύσει αυτήν την στιγμή την διαχείριση και της Κυβέρνησης και της (Αξιωματικής τουλάχιστον) Αντιπολίτευσης. Ισχύει αυτό στην μεγάλη, γεωπολιτική σκακιέρα που εκφεύγει του αντικειμένου αυτής της στήλης, όπως είναι η διαχείριση των Ελληνοτουρκικών (οι Τουρκικές τοπικές-αλλά-με-ευρύτερη-επίπτωση εκλογές είναι εδώ δίπλα, όμως η διαχείριση του οικονομικού αδιεξόδου Ερντογάν λίγο παρακάτω...) . Στην διαχείριση αυτή η Κυβέρνηση θα 'θελε να εκμεταλλευθεί άμεσα το θετικό κλίμα από την Κορυφή «3+1» στην Ιερουσαλήμ, η Αξιωματική Αντιπολίτευση να φύγουν οι εξελίξεις για αργότερα στην δική της (προσδοκώμενη) θητεία. Όμως ο χρόνος, εδώ/και εδώ, ανήκει αλλού: για παράδειγμα στις Ισραηλινές εκλογές του Απριλίου. στην Αμερικανική αναθεώρηση στάσης στην Εγγύς και Μέση Ανατολή.
Πιο κοντά, όμως, στα θέματα που μας απασχολούν στην στήλη βρίσκουμε την άνευ τέλους διελκυστίνδα γύρω από τα «κόκκινα δάνεια» και συνολικά τα timelines της ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης. Ενώ εμείς μετράμε από EuroWorking Group σε Eurogroup και πάλι από την αρχή, οι Βρυξελλιώτες ήδη «γράφουν» στην στάση τους την εγγύτητα των Ευρωεκλογών: έχουμε κι εμείς, έχουν όμως π.χ. και οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί κάλπες. Όμως «γράφουν» και οι εσωτερικές προθεσμίες π.χ. στην DGComp, απ' όπου όλο και μια έγκριση θα χρειαστεί για να περάσει η όποια ρύθμιση!
Έτσι, σιγά-σιγά, περνούμε στους κραδασμούς στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε ξεκινώντας. Σκεφτείτε για παράδειγμα ποιο κλίμα επικρατεί και τι προτεραιότητες επικρατούν στις αρχές ανταγωνισμού των Βρυξελλών, όταν η απόφαση των υπηρεσιών της Μαργκρέτε Βεστάγκερ (η οποία μέχρι και Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «από καραμπόλα» μπορούσε να μας προκύψει, πριν τον τωρινό κραδασμό/σεισμό...) να μπλοκάρουν την μείζονα συγχώνευση των σιδηροδρομικών κλάδων Siemens-Alstom έχει φέρει Γερμανία και Γαλλία σε ευθεία αντιπαράθεση με την τεχνοδομή των Βρυξελλών. Ενώ λίγο παραπέρα – εκεί όπου Βρυξέλλες/Επιτροπή έρχονται σε άμεση τριβή με Φρανκφούρτη/ΕΚΤ – ακούγονται οι τριγμοί της, υπό πίεση Βερολίνου επιχειρούμενης συγχώνευσης Deutsche Bank-Commerzbank. Εκείνο που ευθέως προκύπτει και στην υπόθεση Siemens-Alstom και σε εκείνην Deutsche-Commerzbank είναι ότι και στην καρδιά του συστήματος κανόνων της ΕΕ τα δίχτυα είναι για να πιάνουν τα μικρότερα ψάρια: όταν μπλεχτούν τα μεγαλύτερα, αμηχανία! Τι συνέπειες θα έχει για θέματα Ελληνικού ενδιαφέροντος η ταραχή στα θέματα ανταγωνισμού;
Αυτά στα «Ευρωπαϊκά». Ήδη δείξαμε προς την άλλη κατεύθυνση/πηγή κραδασμών δίπλα μας: εκεί, η προσδοκία ότι η Τουρκική επιδεικτική ένταση περί τις θαλάσσιες ζώνες θα πήγαινε πίσω μετά την εκλογική αναμέτρηση της επόμενης Κυριακής κινδυνεύει να προσαράξει – γιατί; Επειδή μόλις προσπεραστούν οι κάλπες, θα χρειαστεί ως φαίνεται ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (ο οποίος έκπαλαι διατηρεί παράξενες απόψεις περί οικονομίας) να προχωρήσει σε δυσάρεστα μέτρα σταθεροποίησης της οικονομίας τα οποία ανέβαλε προεκλογικά. Τι κάνει όποιος επιβάλλει δυσάρεστα μέτρα στο εσωτερικό; Εξάγει την δυσαρέσκεια...
Για να μην μείνουμε όμως μόνο στην δική μας στενότερη ή ευρύτερη περιφέρεια, κρατήστε μια στιγμή την ματιά σας στο τι συμβαίνει/τι ακούγεται ως κραδασμός στις μεγάλες , τις αληθινές αγορές – εκείνες των ομολόγων. Όπου στην μεν Γερμανία επενδυτές δανείζουν στο Δημόσιο ευθέως με αρνητικό επιτόκιο. αλλά και στις ΗΠΑ, όπου η απόδοση των βραχυπρόθεσμων χαρτιών (ήδη του 3μηνου paper, σιγά-σιγά και των 2ετών) βρέθηκε στο κλείσιμο της προηγούμενης εβδομάδας υψηλότερη από των 10ετών Treasuries. Ύστερα επανήλθε, και βλέπουμε. Όμως... τι υποδηλώνει η αντεστραμμένη καμπύλη αποδόσεων; Νευρικότητα/ανησυχία για τις προοπτικές. «Φταίει» η αίσθηση ότι οι Κεντρικές Τράπεζες – ακόμη και η συνήθως επιφυλακτική ΕΚΤ – διακόπτουν την τάση απόσυρσης των προγραμμάτων ενίσχυσης των οικονομιών, ακριβώς γιατί βλέπουν «κάτι» στον ορίζοντα; Μήπως μια προεξόφληση οικονομικής ύφεσης; Ιστορικά, inverted yield curve είχε εμφανισθεί το 2007, λίγο προτού ζαλιστεί το Αμερικανικό Χρηματιστήριο. Και όταν η Ουώλ Στρητ αισθάνεται αδιαθεσία, οι αγορές γενικώς τραντάζονται.
Δεν τα αναφέρουμε αυτά μόνο επειδή υποτίθεται ότι τώρα σχεδιαζόταν νέα προσπάθεια πρόσβασης της Ελλάδας «στις αγορές». Αλλά επειδή, άμα επιβεβαιωθεί και απ' αυτό το σημάδι, ότι περνάμε σε φάση κάμψης διεθνώς και Ευρωπαϊκά, τότε οι σχεδιασμοί για τους επόμενους μήνες μπορεί να βρεθούν απειλημένοι. Και εδώ, ο χρόνος δεν είναι καθόλου σαφές ότι ανήκει σε όσους πιστεύουν ότι τον διαφεντεύουν: «εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν»;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 30/3/2019. 

Γιατί η «Γέφυρα» και γιατί τώρα;

Η «Γέφυρα», για την οποία θα ακούμε όλο και περισσότερο, δεν ανήκει στο είδος των συνηθισμένων προεκλογικών διευρύνσεων. Δεν χωράει εκεί και δεν είναι αυτός ο στόχος της. Καλό να το ξέρουν φίλοι και αντίπαλοι.

Η «Γέφυρα» στήθηκε με επίγνωση ότι τώρα, στην έξοδο από την οκταετία της άμεσης μνημονιακής επιτήρησης, η χώρα έχει να αντιμετωπίσει υπαρξιακά προβλήματα που δεν σηκώνουν δημαγωγία ούτε υποκρισία, που θέλουν τόλμη και δυνατότητα να υπερβαίνεις εσκαμμένα και περιχαρακώσεις.

Σαν κι αυτή που επιδείχθηκε στις Πρέσπες. Και για τούτο η συμφωνία αυτή έγινε καταλύτης. Γιατί ξεχώρισε το στάρι από την ήρα. Τους ορθολογιστές από τους εθνικιστές. Οι πρώτοι πήγαν στο Μέγαρο ή στο Ζάππειο, αναλόγως της εγγύτητας ή της απόστασης που τους χώριζε από την κυβέρνηση. Αλλά πήραν θέση. Οι άλλοι, είναι αδιάφορο αν στάθηκαν απέναντι ως βαθιά εθνικιστές ή ψηφοθήρες δημοκόποι. Η άρνηση τους εξομοίωσε.

Αλλά κυρίως οι Πρέσπες έδειξαν τη δέσμη θέλησης και ηγετικών ικανοτήτων για την αντιμετώπιση δυσεπίλυτων προβλημάτων, παρά το πολιτικό τους κόστος. Και αυτά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι ακόμη δυσκολότερα. Γιατί σε κάθε ένα συνοψίζονται και τα υπόλοιπα. Και θα έρθω στο πρώτο παράδειγμα.

Η Ελλάδα αυτή τη δεκαετία μπήκε αμετάκλητα στην πορεία μείωσης του πληθυσμού. Μείωση του πληθυσμού σημαίνει γήρανση και γήρανση του πληθυσμού σημαίνει πως δεν μπορεί να κρατήσει συντάξεις, περίθαλψη, εκπαίδευση, ό,τι συνιστά στοιχειωδώς κοινωνικό κράτος.

Σημαίνει δημοσιονομικά ελλείμματα και συνεχείς προσαρμογές προς τα κάτω. Σημαίνει φτωχή και αντιπαραγωγική κοινωνία λευκών κροτάφων. Είναι αποτέλεσμα της κρίσης; Σε μικρό ποσοστό μόνο. Συνέπεσε όμως. Πρόκειται για πτώση της γονιμότητας ως αντίρροπη τάση στην πληθυσμιακή έκρηξη. Πανίσχυρη και βαθιά παγκόσμια τάση. Τάση που δεν ανατρέπεται ούτε με 2.000 ευρώ κάθε μωρό (sic! Πρόταση Ν.Δ.), αλλά ούτε ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, που ίσα-ίσα μαραίνεται από τις δημογραφικές μεταβολές.

Τι μπορεί να γίνει; Η Μέρκελ το έδειξε εισάγοντας επίσημα ένα εκατομμύριο Σύρους και αφήνοντας να εισρεύσουν ακόμη περισσότεροι ανεπίσημα. Και στην Ελλάδα, το δημογραφικό ισοζύγιο θα ήταν ακόμη πιο αρνητικό, αν δεν είχαμε ώς τώρα εννιακόσιες χιλιάδες μετανάστες από το 1990. Επομένως; Καταλαβαίνει κανείς ότι χωρίς γενναίες πληθυσμιακές ενέσεις από νεανικούς προσφυγικούς πληθυσμούς, η δημογραφική μείωση και η γήρανση του πληθυσμού θα αποβούν μοιραίες.

Τα προβλήματα όμως δεν τελειώνουν με αυτή τη διαπίστωση. Εδώ αρχίζουν. Ποια πολιτική ηγεσία θα τολμήσει να χρεωθεί παρόμοια απόφαση; Πώς θα υπερνικήσει την αντίδραση των γηγενών, αντίδραση σε κάθε μεγάλη πληθυσμιακή μεταβολή, και το 1922, και στα '90, και τώρα; Κυρίως πώς θα αντιμετωπίσει δύο μεγάλα προβλήματα, εκ των οποίων το πρώτο σημαίνει επέκταση των δικαιωμάτων και το δεύτερο παραγωγική απασχόληση;

Ο νόμος για την ιθαγένεια μάς λέει ποια ηγεσία είναι κατάλληλη για να προωθήσει τα δικαιώματα. Ποιοι καλλιεργούν τον μισόξενο φόβο και ποιοι αγκάλιασαν τα προσφυγόπουλα στα σχολεία, παρά τα τραγικά λάθη και τις ανεπάρκειες με τα στρατόπεδα προσφύγων. Τώρα όμως πρέπει να παρθούν γενναίες αποφάσεις ένταξης των προσφύγων στον κοινωνικό ιστό της χώρας. Με τόλμη, αλλά επίσης με σχεδιασμό και προσοχή. Ποιος μπορεί να το κάνει; Ποιος μπορεί να τους εκπαιδεύσει, να τους εντάξει στην ελληνική κουλτούρα, να δημιουργήσει τους όρους μιας ελληνικής πολιτειότητας που δεν είναι εθνοτική;

Η παραγωγική ένταξη των προσφύγων είναι ακόμη δυσκολότερο ζήτημα. Πώς θα ενταχτούν νέοι πληθυσμοί στις παραγωγικές δομές της χώρας, όταν αυτές έχουν παραλύσει ήδη πριν από την κρίση; Ποια είναι η στρατηγική για την ανάταξη της παραγωγικής καθίζησης, και με κατεύθυνση όχι την απορρόφηση πληθυσμιακών πλεονασμάτων, δηλαδή μεγάλες μονάδες, αλλά την ενίσχυση της μικρής παραγωγής που θα ενυδατώσει τον αποξηραμένο κοινωνικό ιστό;

Η πληθυσμιακή και η παραγωγική ενίσχυση είναι δύο άκρες –και όχι βέβαια οι μοναδικές- που μας οδηγούν στο μεγάλο ζήτημα του παραγωγικού ανασχεδιασμού της χώρας, που οφείλει να περιλάβει και το πρόβλημα της εκροής 200.000 εκπαιδευμένων νέων. Σύνθετα προβλήματα με βασικό προαπαιτούμενο να μην έχεις ιδεολογικά κωλύματα. Κωλύματα εθνικής ιδεολογίας και οικονομικής φιλοσοφίας. Γιατί σχεδιασμός σημαίνει δημοσιονομικά εργαλεία, τα οποία έχουν ακυρωθεί εν μέρει από τους ισχύοντες κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας. Πώς ανακτώνται χωρίς διάρρηξη των σχέσεων;

Το δημογραφικό είναι ένα παράδειγμα, κεντρικό των καινούργιων σύνθετων προβλημάτων. Αν έχεις βαλτώσει στις Πρέσπες, πώς μπορείς να κολυμπήσεις βαθύτερα; Επομένως, η ανάγκη συγκρότησης ενός προοδευτικού πόλου δεν προέρχεται από την ασυμμετρία ηγετικών ικανοτήτων με τη συντηρητική παράταξη, αλλά από τα δομικά ιδεολογικά και πολιτικά εμπόδια, τα οποία, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία, αδυνατεί να υπερβεί. Γι' αυτό τον λόγο εξάλλου, η συγκρότηση αυτού του πόλου χρειάζεται να αναπτυχθεί σε κεντρική πολιτική επιλογή. Νέες εποχές σημαίνουν νέα προβλήματα, νέα προβλήματα απαιτούν καινούργιες απαντήσεις, επομένως και νέα πολιτικά πλαίσια. Να γιατί η «Γέφυρα» και να γιατί τώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 18/3/2019. 

Λίγα Ευρωπαϊκά, πάλι

Μας παρατηρήθηκε ότι στοχοπροσηλωθήκαμε τον τελευταίο καιρό σε συζητήσεις γύρω από τις διάφορες Εκθέσεις και αξιολογήσεις κοκ για την πορεία την οικονομίας, που τελικά-τελικά δεν οδηγούν σε κάποιο σταθερότερο έδαφος. Και τούτο ενώ – μας ειπώθηκε – η προσέγγιση προς τις Ευρωεκλογές θα «έπρεπε» να μας είχε οδηγήσει σε συχνότερη συζήτηση γύρω από τις εισηγήσεις (τύπου Μακρόν) για τα Ευρωπαϊκό αύριο, για την μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, τέτοια πράγματα. Που – υποτίθεται – θα βρίσκονται στον νου των ψηφοφόρων όταν, σε δυο μήνες και κάτι, θα πορεύονται προς τις Ευρωκάλπες.
Το αμφισβητούμε το επιχείρημα. Και όχι μόνον επειδή, στην Ελλάδα πάντως, όλη η συζήτηση για τις Ευρωεκλογές υπόσχεται/απειλεί να αναλωθεί σε καθαρά εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεση. (Μην νομίζουμε βέβαια ότι και στην Γαλλία ή την Ιταλία, ή στις χώρες Βίσεγκραντ ή και την ίδια την Γερμανία, η «Ευρωπαϊκή» συζήτηση είναι λιγότερο εσωστρεφής εν τέλει...).
Πάντως «λίγο από Ευρωπαϊκά» δεν κάνει ποτέ κακό. Μόνο που η περασμένη βδομάδα έκανε να βρεθεί στην Αθήνα – στα πλαίσια των συναντήσεων του LSE – ένας παλιός γνώριμος τού πώς η συζήτηση για την Ευρωζώνη και την ανάγκη μεταρρύθμισής της αν είναι να έχει μέλλον, συνδέεται με τα δικά μας. Πρόκειται για τον Paul de Grauwe, ο οποίος και άλλες φορές έχει «δει» την Ελληνική υπόθεση τα χρόνια της κρίσης: τώρα στο European Institute του LSE, παλιότερα με θητεία στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ αλλά και ως σύμβουλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (βέβαια επι Μπαρόζο; κανείς δεν είναι τέλειος!), συν με διδασκαλία και μελέτες περί τα Ευρωπαϊκά, ο de Grauwe «γνώρισε» την Ευρωζώνη ήδη όταν αυτή στηνόταν. Και διατήρησε μιαν στάση κριτική αν και ανεπίληπτης φιλοΕυρωπαϊκότητας.
Τον de Grauwe έχουμε παρακολουθήσει υπό διάφορες συνθήκες, πιο πανεπιστημιακές ή πιο εκλαϊκευτικές σε Βρυξέλλες, Αθήνα, ακόμη και Δουβλίνο. Η κριτική που κάνει στις σχεδιαστικές αδυναμίες της Ευρωζώνης – κριτική «εκ των έσω», επαναλαμβάνουμε – παραμένει σε γενικές γραμμές η ίδια. Και τούτο παρά τις διάφορες παρεμβάσεις που έχουν γίνει στην Ευρωζώνη, υπό την πίεση της ίδιας της κρίσης. Απώλεια των σταθεροποιητών σε εθνικό επίπεδο, ανυπαρξία δανειστού έσχατης προσφυγής όταν μια συγκεκριμένη εθνική οικονομία πλησιάζει σε αδιέξοδο (η ΕΚΤ είναι άλλης λογικής/άλλης λειτουργίας), εξάρτηση των οικονομιών από την αξιολόγηση που κάνουν γι αυτές οι αγορές, με απόσυρση της ρευστότητας και άρνηση αναχρηματοδότησης του χρέους τους ακριβώς όταν αυτή χρειάζεται – αποτέλεσμα: η κρίση ως αυτεπιβεβαιούμενη προφητεία.
Ασφαλώς ο de Grauwe δεν αρνείται ότι έγιναν βήματα αφότου η Ευρωζώνη τραντάχτηκε: και θεσμοί όπως του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου καθιερώθηκαν, και η ΕΚΤ/ο Μάριο Ντράγκι «έσωσε την κατάσταση» με την δέσμευση να κάνει «whatever is needed"» Όμως, η επισώρευση προϋποθέσεων/conditionality στις δράσεις «διάσωσης», προϋποθέσεων με κεντρικό ρόλο να δίνεται στις επιλογές λιτότητας ή η έμφαση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να επιτευχθεί ανταγωνιστικότητα στις τραυματισμένες οικονομίες, φθάνει πλέον στα όριά της. Αν στις χώρες Μνημονίων διαγιγνώσκεται μεταρρυθμιστική κόπωση, σε επίπεδο Ευρωζώνης καταγράφεται «κόπωση ενοποίησης». Για τον de Grauwe, το μέλλον της Ευρωζώνης θα απαιτούσε δημοσιονομική ενοποίηση – που ουσιαστικά σημαίνει πολιτική ενοποίηση. Συνεπώς οι προτάσεις Μακρόν, που κι αυτές βρήκαν έντονα αρνητικά αντανακλαστικά, και η συζήτηση για ασφαλιστικό μηχανισμό ανεργίας που να δρα αντικυκλικά, δεν είναι παρά ενδιαφέροντα, μικρά όμως βήματα.
Αρκεί αυτό ως «λίγο από Ευρωπαϊκά»; Πάντως, σε μια κοινή διοργάνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΙΟΒΕ, επιχειρήθηκε την Τετάρτη 20 Μαρτίου κάτι το ενδιαφέρον: να «ξεναγηθεί» η Ελληνική κοινή γνώμη στην νέα εκδοχή, της μεταΜνημονιακής κανονικότητας για την Ελληνική οικονομία, όπως αυτή διαμορφώνεται με την επανένταξή της στο πλαίσιο του λεγόμενου Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Μια διμοιρία από κοινοτικούς αξιωματούχους, από την μετενσάρκωση της Task Force για την Ελλάδα (την θυμάστε;) αλλά και από επιμέρους υπηρεσίες των Βρυξελλών ή/και τον ΟΟΣΑ, συζήτησαν με ομολόγους τους στην Ελλάδα, αλλά και με πανεπιστημιακούς ή/και φορείς «βέλτιστων πρακτικών». Για τι; Για το πώς η από δω και πέρα προώθηση των συνεχώς επανερχόμενων στην συζήτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ή τα πάγια ζητούμενα της Ελληνικής πραγματικότητας (όπως η δημιουργία ενός φιλο-επιχειρηματικού περιβάλλοντος που να αξιοποιεί την καινοτομία, ή ακόμη πως ο περιορισμός των διοικητικών βαρών) θα βρουν στην Ελλάδα μια εφαρμογή. Ακούσια πλέον. Και όχι με τις πιέσεις και τα σπρωξίματα και τις κλωτσιές των προαπαιτούμενων των αξιολογήσεων. Όμως και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο έχει τις δεσμεύσεις του. κρατήστε το!
Ας πούμε την ατμόσφαιρα εποικοδομητική. Ενδιαφέρουσα γέφυρα, κι αυτή...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/3/2019. 

Ουτοπία και η σύντροφος πενία

Μάθε την αναγκαιότητά σου να σκέφτεται έτσι∙
Καμία αρετή δεν φτάνει την αναγκαιότητα.
Ου. Σαίξπηρ, «Ριχάρδος Β΄»

Πολλά έγιναν, εν τω μεταξύ, στο όνομα της αναγκαιότητας και ακόμα περισσότερα στο όνομα των λαών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είδαν την αρετή ως μονόδρομο των πολιτικών επιλογών.

Όμως ‒και μιλάμε για τους περισσότερους πολιτικούς στοχαστές‒ είχαν ευθυγραμμιστεί κατηγορηματικά με το δόγμα περί «κρατικού ή δημοσίου συμφέροντος»: αν ένας κυβερνήτης «έχει να κάνει με μια αλεπού», τότε δικαιολογείται σίγουρα να μάθει πώς να «γίνεται αλεπού» ο ίδιος, κυρίως «αν αυτό το επιβάλλει το καλό και το κοινό όφελος».

Να πούμε, εδώ, ότι κι ο Μακιαβέλλι, με τη σειρά του, παρηγοριόταν με τη ρήση του Ποπλίλιου Σύρου από την εποχή της κατάρρευσης της ρωμαϊκής δημοκρατίας: necessitas non habet legem – η αναγκαιότητα δεν ξέρει τι πάει να πει νόμος.

Αλλά, μετά τόσους αιώνες νεοτερικότητας, το ίδιο ακριβώς μπορεί να ισχυριστεί ο οποιοσδήποτε σήμερα (οι αρκετοί επικεφαλής της Ε.Ε., ο πρόεδρος Τραμπ, ο Σι Τζινπίνγκ της Κίνας, ο Εμανουέλ Μακρόν ή η Μέρκελ κ.ά.). Δηλαδή, εάν η αναγκαιότητα δεν μπορεί να προσαρμοστεί στον νόμο, τότε ο νόμος θα πρέπει να προσαρμοστεί στην αναγκαιότητα.

Βέβαια, στη μετανεοτερικότητα, η υπόθεση της αναγκαιότητας έχει προχωρήσει πολύ –έχει ξεφύγει για την ακρίβεια. Αρκετοί σκέφτονται ότι κακώς εγκατέλειψαν την αποικιοκρατία τους και, άλλοι πάλι, ότι κακώς καταργήθηκε η δουλεία. Στην προσπάθειά του να υπηρετήσει το «πρώτα η Αμερική» ο Τραμπ επιλέγει μια άλλη Αμερική για τον 21ο αιώνα. Όμως κάνει ακριβώς αυτό το οποίο οι δυτικοί αναλυτές χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για να υποστηρίζουν ότι η Κίνα δεν θα κυριαρχήσει στον 21ο αιώνα.

Η Κίνα, λ.χ., ασκεί την παγκόσμια βαρύτητά της χωρίς να δεσμεύεται, χωρίς να λογοδοτεί, νομίζοντας ότι είναι το Μέσο Βασίλειο, το κέντρο του κόσμου, και ότι οι χώρες, στην Ασία ή αλλού, οφείλουν να υπαχθούν στη δική της αυλή και στο δικό της μοντέλο του μονοκομματικού κράτους και οικονομίας.

Η Ρωσία θεωρεί, από την πλευρά της, ότι είναι η κληρονόμος του Κόκκινου Στρατού και των υπερεξοπλισμών της ψυχροπολεμικής εποχής, και πιστεύει ότι κακώς ο τσάρος Νικόλαος δεν προσάρτησε την τεράστια περιοχή του Σιντσιάνγκ και την άφησε στους Κινέζους.

Οι παλιοί αντίπαλοι παραμένουν αντίπαλοι και ανταγωνιστές σε ένα δύσκολο παγκόσμιο παιχνίδι, περιφέροντας τη δύναμή τους εκφοβίζοντας, εκβιάζοντας, πιέζοντας, θεωρώντας ότι η αλλαγή του σκηνικού σε μια χώρα ή σε μια ήπειρο θα είναι ζήτημα ενός 24ωρου.

Και η Ευρώπη –για να σταθούμε στα δικά μας– φαίνεται να νοιώθει ασφαλής στη δυτική υπεροχή της, ξεχνώντας τα χρέη της στη συμφιλίωση των ιστορικών εχθρών, των Γερμανών και των Γάλλων∙ ξεχνά ότι οφείλει την υπεροχή της στο μέγεθος που, με τη σειρά του, το χρωστά στην ένωση των μικρότερων χωρών σε ένα όλον που υπήρξε (;) κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του.

Η υλοποιημένη ουτοπία ήταν αυτό που συνέβη με την Ένωση. Η κατάκτηση της ειρήνης, του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας. Δεν συνέβη κάπου αλλού, δεν ξεδιπλώθηκε σε κάποιο κρυφό νησί. Ηταν το σχέδιο για την παγκόσμια συνεργασία∙ για τον σεβασμό στους κανόνες του διεθνούς δικαίου∙ οι αξιώσεις για παγκόσμια ευημερία.

Δεν ήταν οι εθνικισμοί∙ δεν ήταν τα όνειρα του ξύπνου κάποιας παλαιότερης δόξας. Ούτε καν ο χάρτης του Οσκαρ Ουάιλντ το 1891: «ένας χάρτης του κόσμου που δεν συμπεριλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει καν ούτε να ον κοιτάξουμε».

Δεν θα σχολιάσω το αν η ιδρυτική «Ουτοπία» του Τόμας Μορ ήταν ενταγμένη σε μια οπτική της Αναγέννησης ή αν ήταν παλιομοδίτικη, σχολαστική και μεσαιωνική για την πολιτική ζωή ώστε να χωράει στον χάρτη του Ουάιλντ ή της Αριστεράς. Ούτε τις ουτοπίες όσων μετέχουν στις κυβερνώσες και στις οικονομικο-στρατιωτικές ελίτ του κόσμου.

Οφείλω όμως να σχολιάσω τις ουτοπίες των αγορών, των μεταβολών του ΑΕΠ ως μόνου αξιόπιστου μέτρου της ευημερίας μας, οι οποίες αφήνουν έξω τα περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να μας κάνουν ευτυχισμένους.

Δημιουργούν ξένους ‒πλούτο και δημοκρατία‒ στην πόλη της αναγκαιότητας. Μπορώ, επίσης, να σταθώ σ' αυτό που ήταν κοινότοπο στους ουμανιστές: η αρετή είναι η μόνη αξία∙ είναι αυτή που λείπει από τις αλεπούδες και τα αρπακτικά αυτού του κόσμου που κάνουν νόμο τις δικές τους αναγκαιότητες.

Αλλάζει το μοντέλο; Κοιτάξτε γύρω σας για να δείτε τη δυσκολία. Η μετατόπιση από τη στρατιωτική δύναμη και τους κερδοσκοπικούς πολέμους σε μια δέσμευση για τους κοινούς στόχους ειρηνικής ανάπτυξης, σκέψης και χρόνου για να αγκαλιάσουμε τις ευκαιρίες που προσφέρει η διεθνής συνεργασία είναι τα δύσκολα.

Τα εύκολα είναι να είμαστε εσαεί δούλοι της αναγκαιότητας, να κυνηγάμε ουτοπίες που δεν θα μας αρέσουν, και αυτές οι ουτοπίες να τρέφουν την υλική και διανοητική μας πενία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/3/2019. 

Μετά το ομόλογο, τα αληθινά σύννεφα

Τελικά, η απόφαση της Κυβέρνησης/τα αντανακλαστικά του ΟΔΔΗΧ, να επιχειρήσει την έκδοση του 10ετους ομολόγου (με απόδοση θυμίζουμε, 3,90%) χωρίς να περιμείνει τις επόμενες εξελίξεις και δη το Eurogroup της 11ης Μαρτίου, αποδεικνύεται απόφαση σώφρων αν μη σοφή! Διότι και το σασπένς μέχρι την τελική απόφανση Euroworking Group/Eurogroup στο μέτωπο της αποδέσμευσης των κερδών από ANFAs/SMPs (και των step-up των δανείων ΔΝΤ) – το διαβόητο 1 δις που επιχειρήθηκε και από πλευράς ESM/Ρέγκλινγκ να λειτουργήσει με την δυσάρεστη λογική των «δόσεων» της εποχής των Μνημονίων... - κινδύνεψε να αποβεί τραυματιστικό. αλλά και οι μετά-την-Moody's εκθέσεις, όπως η Σαρακοστιανή/πρώτη μετα-Μνημονιακή του ΔΝΤ, ήταν προδιαγεγραμμένο ότι θα έφεραν δυσάρεστη γεύση. Αμφιβολίες για τα «κόκκινα δάνεια». επαναφορά της απαίτησης για μείωση του αφορολόγητου από 1/1/2020. ισχυρότερο καμπανάκι για τον δικαστικό ακτιβισμό στην διεκδίκηση των αναδρομικών ανά τον προστατευμένο δημόσιο τομέα.
Όμως ουσιαστικότερη θα ήταν και για το ομόλογο η επίπτωση από την υποχώρηση των εκτιμήσεων για την αναπτυξιακή μίνι-δυναμική της οικονομίας: εδώ το 1,9% (αντί του 2%) για το 2018, όπως καταγράφηκε από την ίδια την ΕΛΣΤΑΤ, προσλαμβάνει συμβολικό κυρίως χαρακτήρα. Όμως το γεγονός ότι αυτή η αποεπιτάχυνση ανάγεται στο τελευταίο τρίμηνο της περασμένης χρονιάς και μάλιστα ότι (όπως παρατηρούσε η Handelblatt, η οποία επ' εσχάτων «κοιτάζει» πολύ προσεκτικά τον Ευρωπαϊκό Νότο...) ο τερματισμός εννέα συνεχόμενων ανοδικών 3μήνων στην Ελλάδα συνδυάζεται με ανάλογο λαχάνιασμα της Ιταλίας, δημιουργεί σοβαρότερες σκέψεις.
Βέβαια, η θετική εκκίνηση της βιομηχανικής παραγωγής (+3,4% κατά ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιανουάριο – όμως το κάρο έσυρε η ανάκαμψη στην παραγωγή ηλεκτρισμού...) επιτρέπει παρ' ημίν ψυχραιμία . Στην ίδια φάση αναφέρθηκε σκόνταμα των εξαγωγών κατά -1,5% (αν και εδώ, χωρίς τα πετρελαιοειδή, θα είχαμε +5%). Άμα όμως θυμηθεί κανείς ότι η άνοδος σημειώθηκε κυρίως προς χώρες ΕΕ, πλην όμως χωρίς τα πετρελαιοειδή παρουσιάζει ήδη ελαφρά μείωση (από +2,6% πηγαίνει η καταγραφή πίσω στο -3,4%) και άμα – κυρίως! – διαβάσει ότι στην γερμανική οικονομία έχουμε συνεχείς (ήπιες μεν, αλλά) αναθεωρήσεις προς τα κάτω των στόχων για το ΑΕΠ και ότι ήδη γινόταν λόγος για -3% στα εκεί βιβλία παραγγελιών, τότε το «κράτα μικρό καλάθι» για την ευαίσθητη σε κραδασμούς Ελληνική οικονομία αποκτά πρόσθετο νόημα. Η Γερμανία, βλέπετε, αποτελεί «ατμομηχανή» για την συνολική Ευρωπαϊκή οικονομία – αλλά και βασικότατα για τις οικονομίες του Ευρωπαϊκού Νότου (και... για εμάς) - όχι μόνον όταν επιταχύνει, αλλά και όταν χάνει ταχύτητα. Όταν επιπλέον βλέπουμε την ίδια την ΕΚΤ να μιλάει για χαλάρωση της οικονομικής δραστηριότητας (από +1,7% για το 2019 στην Ευρωζώνη, είμαστε στο +1,1% πλέον), όταν ακούμε τον Μάριο Ντράγκι να επαναφέρει σε λογική στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας (καθώς «περνούμε περίοδο συνεχιζόμενης αδυναμίας και επίμονης αβεβαιότητας») αναγγέλλοντας διατήρηση των υπέρ-χαμηλών επιτοκίων αλλά και συνέχιση της αγοράς χρεογράφων, όταν ακόμη και ο ΟΟΣΑ βρίσκει το θάρρος να συστήσει στις Κεντρικές Τράπεζες να συνεχίσουν τα μέτρα στήριξης «ενόψει της αβεβαιότητας στην παγκόσμια οικονομία» (για την Ευρωζώνη ο Οργανισμός από +1,8% πρόβλεψη ανάπτυξης, πέρασε στο +1%) – όταν αυτός είναι ο ορίζοντας μπροστά, τότε η συζήτηση σ' εμάς χρειάζεται να φύγει από την λογική των Eurogroup και της μετα-Μνημονιακής παρακολούθησης και των δόσεων. Και να επικεντρωθεί στο «πώς το πάμε το καράβι», σε φάση που οι μεγάλοι την θεωρούν «συνεχιζόμενης αδυναμίας και επίμονης αβεβαιότητας».
Όσο λοιπόν η χώρα – και η οικονομία της, εντάξει; – θα μπαίνει σε ακόμη σαφέστερη προεκλογική τροχιά και όσο η έμφυτη στο Ελληνικό πολιτικό σύστημα ροπή σε πλειοδοσία ταξιμάτων θα επαληθεύεται (απόδοση αναδρομικών δικαστικών αποφάσεων; προστασία πρώτης κατοικίας;) , αυτά τα αληθινά σύννεφα θα ΄πρεπε να συγκεντρώνουν μεγαλύτερη προσοχή.
Έχουμε ήδη την προσεκτική προειδοποίηση για συγκράτηση των προσδοκιών από μέρους του συντονιστή του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή Φραγκίσκου Κουτεντάκη – που ίσως μερικοί θάπρεπε τώρα να αναγνωρίσουν πόσο τον αδίκησαν όταν ανελάμβανε διάδοχος του Π. Λιαργκόβα και τον κατήγγειλαν ως «φυτευτό του Μαξίμου»! - ότι μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Ότι «θα περάσουν χρόνια ώστε να αποκατασταθεί ευπρεπής ευημερία». Κυρίως όμως όταν τόνισε ότι η διαχείριση των ληξιπρόθεσμων του Δημοσίου, των κόκκινων δανείων αλλά και του (καταταλαιπωρημένου!) ανθρώπινου/εργατικού δυναμικού, είναι εκείνο που θα κρίνει το μέλλον. Συν... η «καταγραφή της άγνοιας» για την επίπτωση της αύξησης του κατώτατου μισθού, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις της κίνησης στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Πολύτιμα – αληθινά – λόγια.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/3/2019. 

Η κρίση στη Βενεζουέλα

Και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση αντέδρασαν και εξακολουθούν να αντιδρούν στην τραγική κατάσταση που κυριαρχεί στη Βενεζουέλα κατά λανθασμένο τρόπο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Δεν έκανε σοβαρή κριτική στην πολιτική του Μαδούρο, που χαρακτηρίζεται από άκρατο λαϊκισμό, κατάργηση της σχετικής αυτονομίας όλων των θεσμών, δημιουργία ψεύτικων εκλογικών αποτελεσμάτων και μη αποδοχή διεθνών παρατηρητών στην εκλογική διαδικασία κ.τ.λ. Με δυο λόγια, στον πολιτικό χώρο βλέπουμε την κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και την εγκατάσταση ενός αυταρχικού καθεστώτος. Οσο για τη μαδουρική οικονομική πολιτική, και εδώ παρατηρούμε μια κατασπατάληση του τεράστιου πετρελαϊκού πλούτου της χώρας, κατασπατάληση που οδήγησε στην εκτίναξη του πληθωρισμού στα ύψη. Πράγμα που έβλαψε όχι μόνο τη μεσαία τάξη αλλά, ακόμα περισσότερο, και τα λαϊκά στρώματα. Αυτού του είδους την καταστροφή η κυβέρνηση αποσιώπησε.

Η ΝΔ

Από την άλλη μεριά, η αξιωματική αντιπολίτευση και τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ ακολούθησαν πιστά τις ΗΠΑ και τις διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής που αποφάσισαν να επέμβουν άμεσα στις εσωτερικές εξελίξεις της εξαθλιωμένης Βενεζουέλας. Για «ανθρωπιστικούς» υποτίθεται λόγους. Βέβαια, οι ανθρωπιστικοί λόγοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν λιγότερο να κάνουν με τη βοήθεια των εξαθλιωμένων πολιτών και τη διάσωση της δημοκρατίας και περισσότερο με το πετρέλαιο. Στον εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας (κεντρικός αγοραστής του πετρελαίου της χώρας), ο Τραμπ προσπαθεί να ελέγξει όχι μόνο τον τρόπο διάθεσης, αλλά και την παραγωγή του ανεκτίμητου θησαυρού της Βενεζουέλας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως όχι μόνο αναγνωρίζει αλλά και χρηματοδοτεί μέσω διάφορων μηχανισμών την καμπάνια του Χουάν Γουαϊδό. Ετσι, σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στο συντηρητικό κανάλι Fox, ο πολεμοχαρής και στενός συνεργάτης του αμερικανού προέδρου Τζον Μπόλτον τόνισε πως η απομάκρυνση του Μαδούρο θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες. Επιπλέον, ο Ντόναλντ Τραμπ, ξεχνώντας την πρόθεσή του να πάψει να είναι ο «χωροφύλακας» της οικουμένης, προειδοποίησε τον Μαδούρο για την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης!

Με βάση τα παραπάνω, η προφανής ερώτηση είναι γιατί ο πρόεδρος Τραμπ διάλεξε τον Μαδούρο και όχι τους δεκάδες άλλους Μαδούρους στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και αλλού που έχουν επιβάλει καθεστώτα πολύ πιο βάρβαρα από αυτό του προέδρου της Βενεζουέλας. Οσο για τις ευρωπαϊκές χώρες, οι περισσότερες ακολούθησαν την αμερικανική πολιτική. Ευτυχώς στο επίπεδο της ΕΕ η ηγεσία ήταν πιο διστακτική. Κυρίως όταν η Γαλλία αλλά και η Ελλάδα, πολύ σωστά, έβαλαν βέτο στην παρέμβαση της ΕΕ στα εσωτερικά προβλήματα στης Βενεζουέλας. Φυσικά σε ό,τι αφορά το ελληνικό βέτο, σύσσωμη η αντιπολίτευση κατηγόρησε τον πρωθυπουργό που τόλμησε να εμποδίσει την παράνομη επέμβαση της ΕΕ στη Βενεζουέλα.

Δύο είναι για τη στιγμή οι πιο εποικοδομητικές προτάσεις για τη λύση της κρίσης στη Βενεζουέλα. Αυτή του Πάπα Φραγκίσκου που είναι διατεθειμένος να διαμεσολαβήσει αν όχι μόνο η αντιπολίτευση αλλά και η κυβέρνηση δεχθεί την πρότασή του. Η δεύτερη θετική πρόταση είναι η πρωτοβουλία της Ουρουγουάης και του Μεξικού, χώρες που δεν έχουν αναγνωρίσει τον Χουάν Γουαϊδό. Προτείνουν προσωπικότητες διεθνούς αποδοχής να διαμεσολαβήσουν χωρίς να θέσουν το προαπαιτούμενο νέων προεδρικών εκλογών όπως εισηγείται η ΕΕ.

Συμπέρασμα

Κανείς δεν νομιμοποιείται να επέμβει στα εσωτερικά της Βενεζουέλας κατά τον τρόπο που οι ΗΠΑ και πολλές άλλες χώρες προσπαθούν να το κάνουν. Μόνο η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση της Βενεζουέλας μπορούν και πρέπει να συμφωνήσουν σε μια λύση. Οι άλλες χώρες μπορούν μόνο να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια (ο Μαδούρο κάνει σοβαρό λάθος όταν απαγορεύει αυτού του είδους τη βοήθεια, κυρίως όταν προσφέρεται από οργανισμούς όπως ο Ερυθρός Σταυρός). Μπορούν επίσης να βοηθήσουν τις δύο παρατάξεις να βρουν μια λύση χώρες όπως η Ουρουγουάη και το Μεξικό που δεν έχουν αναγνωρίσει τις παράλογες απαιτήσεις του Γουαϊδό και δεν θέτουν καμία προϋπόθεση για την παροχή βοήθειας που επιθυμούν να προσφέρουν.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 26/2/2019.