Σάββατο, 20 Οκτώβριος 2018

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

«Η στάση της Ν.Δ. στο Μακεδονικό μειώνει το κύρος της στη διεθνή σκηνή»

● Πώς θα αξιολογούσατε πολιτικά αλλά και προσωπικά τη Συμφωνία;

Η βασικότερη ρύθμιση της Συμφωνίας αφορά το όνομα του κράτους των βόρειων γειτόνων μας. Με τη σύνθετη ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» εγκαταλείπεται το σκέτο «Μακεδονία».

Πρόκειται για μια θετική λύση που ενισχύεται επιπλέον καθώς το νέο όνομα θα χρησιμοποιείται erga omnes, δηλαδή τόσο στις διεθνείς σχέσεις όσο και στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ, πράγμα που συνεπάγεται την τροποποίηση του Συντάγματός της (όπως συμφωνήθηκε ρητά). Η υποχώρηση της γείτονος εδώ είναι σημαντική.

Δεν είναι εύκολο να δεχτεί κάποιος να αλλάξει το Σύνταγμά του κατά τις αξιώσεις των άλλων.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζεται ότι η «Βόρεια Μακεδονία» δεν έχει καμία σχέση με την ιστορία και την πολιτιστική κληρονομιά της αρχαίας Μακεδονίας: και τα δύο μέρη συμφωνούν ότι η αρχαία Μακεδονία είναι μόνο ελληνική, ενώ τη Μακεδονία των νεότερων χρόνων κανένα από τα δύο μέρη δεν μπορεί να τη διεκδικήσει κατ' αποκλειστικότητα. Μακεδονία έχουμε και εμείς, Μακεδονία έχουν και αυτοί.

Τούτο ανταποκρίνεται στη γεωγραφική και ιστορική πραγματικότητα των νεότερων χρόνων. Συμπερασματικά, η λύση για το όνομα του κράτους είναι δίκαιη και άξια επιδοκιμασίας.

● Μόνο εκεί;

Οπωσδήποτε σημαντικότερο είναι το όνομα, ως προς τη συχνότητα χρήσης, ιδίως στις διεθνείς σχέσεις. Επεται σε σημασία το όνομα της ιθαγένειας και ακολουθεί αυτό της γλώσσας.

Για την ιθαγένεια προβλέπεται η ονομασία «Μακεδονική/Πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Το δεύτερο μέρος της ονομασίας, που αναφέρεται στον φορέα της ιθαγένειας («πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας») είναι σωστό και εναρμονισμένο με το όνομα του κράτους.

Το πρώτο μέρος όμως (Mακεδονική ιθαγένεια) εγκαταλείπει τη σύνθετη ονομασία, που έπρεπε να είναι «Bορειομακεδονική» (ιθαγένεια).

Η ρύθμιση αυτή είναι αρνητική. Εδώ είναι προφανής η υποχώρηση της Ελλάδας. Υπό την εκδοχή ότι θα έπρεπε κατά τη Συμφωνία να χρησιμοποιείται πάντοτε το σύνολο της ονομασίας (συνολικά 5 λέξεις χωρίς τα άρθρα), πάλι υπάρχει πρόβλημα. Διότι στην πράξη ανακύπτει η ανάγκη βραχυλογίας και απλότητας και έτσι συνήθως θα επιλέγεται το όνομα «Μακεδονική».

Το σωστό θα ήταν να προβλεφθεί ως σύντομη ονομασία η λέξη «Βορειομακεδόνας» (ή «Βορειομακεδονική ιθαγένεια»), πράγμα που δεν έγινε. Το μειονέκτημα, πάντως, αυτό αμβλύνεται κάπως από το ότι η διάκριση, πως δεν πρόκειται για τη μόνη Μακεδονία, προκύπτει από το όνομα του κράτους.

● 'Οτι η γλώσσα θα λέγεται «μακεδονική»;

Εκεί, η υποχώρηση της Ελλάδας είναι κατά τη γνώμη μου πολύ μικρότερη. Βέβαια, σωστότερη θα ήταν η ονομασία της γλώσσας ως «σλαβομακεδονικής».

Ωστόσο, έτσι λέγονταν και παλαιότερα και άλλωστε οι Ελληνες Μακεδόνες μιλούν την ελληνική γλώσσα (δεν υπάρχει κάποια δική τους ξεχωριστή γλώσσα - είναι Ελληνες).

Οι γείτονες δεν μιλούν ούτε τη βουλγαρική ούτε τη σερβοκροατική ούτε άλλη σλαβική γλώσσα, αλλά τη διακριτή δική τους γλώσσα. Δεν θεωρώ, επομένως, τη λύση του ονόματος της γλώσσας τόσο κακή, όπως τονίζεται έντονα από πολλούς...

Εν τέλει, πιστεύω ότι η Συμφωνία, κρινόμενη στο σύνολό της, πρέπει να θεωρηθεί αποδεκτή. Τα θετικά για τη χώρα μας επικρατούν.

Τα αρνητικά είναι αναπόφευκτα σε μία κατ' ανάγκην συμβιβαστική λύση. Επιπλέον, αν σκεφτεί κανείς ότι σήμερα περίπου 140 κράτη διεθνώς έχουν ήδη αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με το όνομα «Μακεδονία» και ότι επίσης είναι εξαιρετικά διαδεδομένη στη διεθνή πολιτική σκηνή η χρήση του μονολεκτικού όρου «Μακεδονία» (και όχι του δύσχρηστου FYROM), η Ελλάδα έχει συμφέρον να σταματήσει το συντομότερο αυτή η πρακτική (πριν διαιωνιστεί και οριστικοποιηθεί).

Χωρίς κάποια λύση, η συνέπεια θα ήταν ότι σ' αυτήν την περίπτωση θα «χαρίζαμε» το όνομα Μακεδονία στους γείτονες. Το θέλουν αυτό όσοι αντιδρούν;

● Ηταν η πλέον κατάλληλη στιγμή να δοθεί μια λύση;

Οσο συντομότερα λυνόταν το θέμα τόσο το καλύτερο. Δεν βλέπω γιατί έπρεπε να αναβληθεί η λύση. Αλλωστε, οι τωρινές συνθήκες είναι ευνοϊκές (νέα κυβέρνηση στα Σκόπια, ο διεθνής παράγοντας κ.λπ.) και θα ήταν εθνικά επιζήμια η τυχόν παράλειψη της κυβέρνησης να τις αξιοποιήσει.

Δεν ξέρουμε αν και πότε θα εμφανιστεί πάλι τέτοια ευκαιρία.

● Πώς κρίνετε τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, κυρίως της αξιωματικής, η οποία ακόμα δεν έχει διευκρινίσει τι θα έκανε αν ήταν η ίδια κυβέρνηση;

Από την αντιπολίτευση υπάρχουν εκείνοι που κατά βάση συμφωνούν (π.χ. ο Σταύρος Θεοδωράκης). Ωστόσο η Ν.Δ. είναι τελείως αρνητική.

Η στάση της ίσως ελαύνεται από το ότι προέχει γι' αυτήν να πέσει η κυβέρνηση και να έλθει η ίδια στην εξουσία. Τέτοιες πολιτικές σκοπιμότητες έπρεπε να υποχωρούν όταν πρόκειται για εθνικά θέματα.

Το αντίθετο μειώνει και το κύρος της Ν.Δ. στη διεθνή σκηνή. Δικαιολογεί την υπόθεση ότι είτε χαρακτηρίζεται από ατολμία και αναποφασιστικότητα σε ένα σημαντικό ζήτημα που απαιτεί σαφή στάση, είτε τηρεί άλλη τακτική στο εσωτερικό της χώρας (για εσωτερική κατανάλωση) από αυτά που πράγματι πιστεύει.

Χρέος κάθε πολιτικής ηγεσίας ως προς το μακεδονικό ζήτημα είναι να ενημερώνει νηφάλια τους πολίτες που διαμαρτύρονται κατά της Συμφωνίας, λέγοντας τουλάχιστον ότι η σύνθετη ονομασία είναι προς το συμφέρον της χώρας μας. Και όχι να λαϊκίζει, χαϊδεύοντας αυτιά και τελικά εκτρέφοντας, εκούσια ή ακούσια, τα τυφλά πάθη.

Αντίθετα, πιστεύω πως ο νηφάλιος λόγος θα ασκούσε μεγάλη επιρροή στην κοινή γνώμη, «αποφορτίζοντας», έστω εν μέρει, την υπάρχουσα συναισθηματική φόρτιση.

● Πιστεύετε πως θα περάσει η Συμφωνία τελικά από τη Βουλή; Πρέπει να περάσει και γιατί;

Προβλέπω ότι, αν δεν μεσολαβήσει κάτι έκτακτο, μάλλον θα υπερψηφιστεί. Προσωπικά, αυτό εύχομαι. Πιστεύω ότι θα υπάρξουν βουλευτές της αντιπολίτευσης που, παραμερίζοντας πολιτικές σκοπιμότητες, θα προσθέσουν την ψήφο τους για τον σχηματισμό πλειοψηφίας.

Είναι πλέον καιρός, λύνοντας το ανοιχτό από δεκαετίες πρόβλημα, να προωθήσουμε τη δημιουργία σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών, με ανάπτυξη της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής συνεργασίας τους, όπως, με τρόπο εποικοδομητικό, προβλέπεται στη Συμφωνία.

Από αυτό θα έχουν να ωφεληθούν όχι μόνο οι γείτονες, αλλά και εμείς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 29/6/2018. 

Αντώνης Παπαγιαννίδης: Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος τριών μνημονίων

Να κάνουμε μια πρώτη εκτίμηση για τη συμφωνία;
Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι η συμφωνία μετά το Eurogroup υπάρχει! Είναι πολύ σημαντικό το ότι μπήκε μια τελεία. Αφήνοντας κατά μέρος αν είναι καθαρή, αυτοδύναμη, πλήρης η έξοδος, έχουμε μπροστά μας το τέλος του προγράμματος, το τέλος τριών μνημονίων. Δεύτερον, η συμφωνία επετεύχθη στις 21-22 Ιουνίου, δεν εξαντλήθηκε δηλαδή ο χρόνος. Η Ελλάδα δεν αφέθηκε να περιμένει μέχρι την έσχατη στιγμή, οπότε και θα πιεζόταν πολύ περισσότερο, κυρίως όμως θα φαινόταν, όπως παλιότερα, ότι η Ελλάδα σύρεται σε συμβιβασμό. Τηρήθηκαν, δηλαδή, τα προσχήματα. Υπήρξε αληθινή συναίνεση στο ότι δεν πρέπει να αφεθεί για αργότερα η απόφαση. Γιατί πετάχτηκε στο τραπέζι η ιδέα να μετατεθεί η συμφωνία για τις 12 Ιουλίου, που θα ήτανε επικίνδυνα αργά.

Το βασικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας ποιο είναι, κατά τη γνώμη σου;
Είναι ότι οι παρατάσεις που δόθηκαν —η περίοδος χάριτος πληρωμής τόκων και η παράταση των περισσοτέρων δανείων του δεύτερου μνημονίου— δεν έχουν άλλες δεσμεύσεις, δεν έχουν αιρεσιμότητα (conditionality). Αυτό, λοιπόν, έγινε ευθέως. Οι επιστροφές των κερδών των Κεντρικών Τραπεζών και η μη περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων του δεύτερου προγράμματος, υπάγονται σε αιρεσιμότητα, αλλά πρόκειται για σχετικά μικρά ποσά και αυτή η αιρεσιμότητα είναι χαλαρή. Τα όχι πολλά λεφτά που δόθηκαν σαν τελευταία δόση του τρέχοντος μνημονίου, τα 15 δισ. (που θα μπορούσαν να είναι από 10-12 ως και 25), επίσης δεν έχουν πρόσθετη αιρεσιμότητα: απλώς και μόνο καθορίστηκε σε τι θα χρησιμοποιηθούν: κυρίως για το μαξιλάρι (cash buffer) που πλέον ονομάζεται υπερ-μαξιλάρι (turbo charged cash buffer).

Αυτή η επιλογή του υπερ-μαξιλαριού γιατί έγινε;
Η επίσημη απάντηση, την οποία και θα ασπαστώ, είναι ότι πρόκειται για ένα συνολικό deal. Δηλαδή, δεν δόθηκε ακόμα μεγαλύτερη παράταση των δανείων του δεύτερου προγράμματος, των κονδυλίων δηλαδή του EFSF, κατά πρόσθετα πέντε χρόνια, αλλά προτιμήθηκε ένα μεγάλο μαξιλάρι, γιατί, όπως παρατήρησε το ίδιο το Eurogroup, με αυτό τον τρόπο καλύπτονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας για τους επόμενους 22 μήνες. Διάστημα πάρα πολύ σημαντικό για λόγους συμβολικούς προς τις αγορές, ώστε να μπορέσουμε να βγούμε σ' αυτές καλυμμένοι, χωρίς τον πανικό του τι θα γίνει αν δεν μας δανείσουν, αλλά και για ένα βαθιά πολιτικό λόγο: οι 22 μήνες είναι ένα διάστημα που περιλαμβάνει τις επόμενες εκλογές —όποτε κι αν γίνουν, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμά τους—, την εκλογή πρόεδρου της Δημοκρατίας, αλλά και επαναληπτικές εκλογές αν δεν βγει πρόεδρος. Άρα οι «εταίροι» αυτή τη στιγμή έσβησαν κάπως τα εισαγωγικά (που προσωπικά πάντα προσθέτω) γιατί αναγνώρισαν ότι αυτή η χώρα, η πολυτραυματισμένη και πολυκύμαντη πολιτικά, θα λύσει όλα τα πολιτικά της προβλήματα εντός προστασίας. Δεν θα βρεθεί να πιέζεται προεκλογικά.

Προκύπτει μια διαφορετική συμπεριφορά, όχι σε μια πολιτική δύναμη, αλλά σε μια χώρα;
Ναι. Δεν πρόκειται για μια αληθινά σωστή στάση προς τη χώρα, ας μην είμαστε τόσο αισιόδοξοι, αλλά πρόκειται για μια πολύ καλύτερη στάση απ' ό,τι κατά το παρελθόν. Η Ελλάδα, από τη στιγμή που ο δυστυχής Γιώργος δήλωσε στο Καστελόριζο «Χάσαμε! Παραδινόμαστε!», αντιμετωπίστηκε, με τέσσερις διαδοχικές κυβερνήσεις, με τρόπο σκαιό και αναποτελεσματικό. Τώρα, πλέον, η σκαιότητα προς τη χώρα και την κυβέρνηση φεύγει και μένει να δούμε τι θα γίνει με την αναποτελεσματικότητα.

Το πακέτο των μέτρων διώχνει την αβεβαιότητα;
Δεν θα μπω στα συμβολικά, στις πολύ ενδιαφέρουσες και πολύ ενθουσιώδεις τοποθετήσεις ιδίως των ξένων και στις γραβάτες. Ολ' αυτά είναι αναπόφευκτα, κατά τη γνώμη μου. Έγινε το χρέος βιώσιμο; Το λένε ήδη οι Ευρωπαίοι. Το είπε και το ΔΝΤ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς μεσοπρόθεσμα μέτρα ελήφθησαν. Μέχρι το 2032 είναι πολύς ο χρόνος, θα δούμε τότε πώς θα είναι η ευρωπαϊκή οικονομία, πώς οι αγορές, πώς και πόση θα είναι η ΕΕ και πού θα βρίσκεται η Ελλάδα, μέχρι το 2032 —επισημαίνω ότι τα τελευταία δύο χρόνια έφυγε από την Ευρώπη μια μεγαλούτσικη χώρα, η Μ. Βρετανία.
Οι αγορές, όμως, θα μας πουν, όταν τις ξαναπλησιάσουμε σε βδομάδες ή σε πολλούς μήνες, αν το χρέος το είδαν βιώσιμο. Πάντως το γεγονός ότι την επόμενη φορά που θα ξανακοιτάξουμε την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα ενώπιον των αγορών είναι το 2032 —πολλά χρόνια μετά— δίνει ένα περιθώριο. Και το γεγονός ότι υπάρχει το υπερ-μαξιλάρι των 22 δισ. αληθινά διαθέσιμο δείχνει ότι και βραχυπρόθεσμα θέμα ρευστότητας δεν θα υπάρξει. Μεγάλο πράγμα!

Θέλω να εντοπίσω μια διαφορά εδώ. Όταν ο Σόιμπλε έλεγε «θα δούμε» το έλεγε απειλητικά, ενώ τώρα φαίνεται σαν διαβεβαίωση προς τις αγορές. Έτσι πάντως το εξέλαβε η Λαγκάρντ...
Ούτως ή άλλως οι χρόνοι κουβαλάνε από μόνοι τους πειθώ. Η μακρά περίοδος δείχνει σταθεροποίηση. Ελπίζει κανείς ότι οι αγορές θα το διαβάσουν έτσι. Το λέω πολύ προσεκτικά γιατί οι αγορές δεν είναι πάνσοφες, απλώς και μόνο είναι πελώριες! Η ελληνική κυβέρνηση, οι χρηματοπιστωτικοί της σύμβουλοι, το ΔΝΤ, ακόμα περισσότερο η ΕΚΤ αυτή τη στιγμή θεωρούν ότι τεκμηριώνεται μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα. Όσοι δηλαδή από τους θεσμούς καταλαβαίνουν τα πράγματα, είπαν το ίδιο πράγμα. Πρέπει τώρα εκείνοι στους οποίους απευθύνεται η εκτίμηση αυτή, οι αγορές, να το διαβάσουν έτσι.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ασκεί επανειλημμένα κριτική για τη μη αξιοποίηση ολόκληρου το δανείου των 86 δισ. Αυτό μπορούσε να γίνει;
Αυτό θα έπρεπε να επιχειρηθεί, έχω μάλιστα την αίσθηση ότι επιχειρήθηκε. Αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι δυστυχώς τα θέματα χρέους κρίνονταν στο Washington Group, στο οποίο κατά τρόπο που θυμίζει 19ο αιώνα ή έστω το πρώτο μισό του 20ού τα πράγματα παίζονται μεταξύ των δανειστών και δη των μεγάλων. Δεν έχουμε τον πελάτη, δηλαδή την Ελλάδα. Αυτό που λέει ο Κυριάκος, και είναι πολύτιμο, και δεν θα ήταν κακό να το επικροτήσει κανείς, επαναφέρει κάτι που λέει και ο Στουρνάρας και κατά βάθος και το ΔΝΤ: ότι, δηλαδή, η συμπίεση του δημοσιονομικού χώρου που είναι διαθέσιμος στην Ελλάδα δυσχεραίνει την ανάκαμψη, την επάνοδο των ρυθμών ανάπτυξης. Κανονικά αντικείμενο διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να είναι το περιώνυμο 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενούς πλεονάσματος. Η ισορροπία δυνάμεων και αναγκών υπαγορεύει κάτι τέτοιο. Όμως η μεγάλη δύναμη είναι η Γερμανία, και η γερμανική κυβέρνηση είχε και συνεχίζει να έχει ανάγκη να μην διαταράξει πολύ τα συμπεφωνημένα, που θα έλεγε και ο πονηρός βαλκάνιος Σόιμπλε - να μην δείξει η σημερινή γερμανική κυβέρνηση με σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών ότι είναι υπερβολικά χαλαρή με τους Έλληνες. Είναι δυσάρεστο; Είναι. Είναι αναπόφευκτο; Είναι.

Η επιδίωξη ήταν με τη συμφωνία η χώρα να φτάσει σε κατάσταση υπερχρεωμένης χώρας, όπως και Πορτογαλία, Ιταλία, κ.ά., ώστε μετά να δούνε όλοι μαζί το θέμα του χρέους. Αυτό έγινε;
Έγινε κουτσά. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο υπερχρεωμένη χώρα. Και η Ιταλία είναι, και μάλιστα πιο επικίνδυνα. Και το Βέλγιο έδινε υπερπλεονάσματα άνω του 4% επί σειρά ετών. Μια πελώρια λεπτομέρεια είναι όμως ότι η μεν Ιταλία είναι υπερχρεωμένη εσωτερικά -και το Βέλγιο επίσης- αλλά πλήρωνε εν συνεχεία τους τόκους στο εσωτερικό. Δεν πιεζόταν δηλαδή η ζήτηση και η κυκλοφορία του χρήματος. Η Ελλάδα έχει μια πολύ βαριά μοναδικότητα: το 3,5% πλεόνασμα αυτό (ελπίζω για λιγότερα από πέντε χρόνια) θα παράγεται εδώ αλλά εν συνεχεία θα βγαίνει από τη χώρα. Είναι ένας απορροφητήρας που κάνει κακό στη ζήτηση άρα και στην ελπιζόμενη ανάπτυξη.

Μερικά στοιχεία της συμφωνίας δείχνουν ότι αφήνεται ένας χώρος για την ανάπτυξη της οικονομίας. Είναι επαρκής;
Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται, ούτε αποφασίζεται. Μπορεί κανείς να την εύχεται. Σε αυτή τη φάση τουλάχιστον οι Ευρωπαίοι, την εύχονται μαζί με την ελληνική κυβέρνηση ενώ και το Eurogroup την εντάσσει στις αποφάσεις του. Σημαντικά ποσά για ανάπτυξη δεν απελευθερώνονται από αυτή τη ρύθμιση. Γενικόλογες Ευρωπαϊκές υποσχέσεις υπάρχουν, γενικές ευκαιρίες κονδυλίων υπάρχουν. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχει πλέον ορίζοντας σταθερότητας είναι πολύ αναπτυξιακό από μόνο του. Το γεγονός ότι μπαίνει ταβάνι στο κόστος του χρέους και ότι οι αγορές βλέπουν ότι δεν θα μπορέσουν να δανείζουν με πολύ ψηλά επιτόκια (όταν δηλαδή αρχίσουν να δανείζουν), έχει επίσης αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Όσο συμπιέζεται το κόστος εξυπηρέτησης για το κράτος, τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις τόσο υπάρχει αναπτυξιακό περιθώριο.

Ο δημοσιονομικός χώρος που αναζητείται διακαώς για να μπορέσει να ασκηθεί πολιτική;
Ένα μικρό δείγμα πλαισίου που θα ανοίξει δημοσιονομικό χώρο είναι η επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα που ρητά αναφέρεται ότι θα μπορεί να κατευθύνονται σε συνεργασία με τους θεσμούς, πλην της αποπληρωμής του χρέους και σε αναπτυξιακά προγράμματα. Τα ποσά αυτά είναι συγκριτικά μικροποσά, γύρω στα 5 δισ.. Δημοσιονομικός χώρος, περισσότερος απ' αυτόν, δημιουργείται μόνο από τα υπερπλεονάσματα και την εν συνεχεία επιστροφή μέρους των. Αυτό όμως είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι, σε επίπεδο ανάπτυξης, καθώς έχει από κάτω μια πολιτική επιλογή αναδιανεμητική. Αυτό δεν είναι αναπτυξιακό, αλλά μικρή αναπτυξιάκη ενίσχυση δημοσιονομικού χώρου υπάρχει. Θέμα διαπραγμάτευσης μεγάλο για διεύρυνσή του.

Το θέμα της ζήτησης υπάρχει και είναι μεγάλο. Λείπει η κατανάλωση. Διαμορφώνονται όροι για να συζητήσει η κυβέρνηση τις επικείμενες περικοπές δαπανών;
Ακριβώς σ' αυτή τη συμπαθητική ισορροπία που περιγράφουμε, χωρίς θριαμβολογίες, έρχεται αύριο η μείωση της ενεργού ζήτησης, λόγω της μείωσης των συντάξεων και στη συνέχεια αύξησης των φόρων. Αν αγνοήσεις τη διαρθρωτική επίδραση της μείωσης του αφορολόγητου -έτσι την περιγράφουν ευρωπαίοι και ΔΝΤ την αύξηση των φόρων το 2020 - δεν παύει να μειώνεται η ζήτηση. Άρα περιορίζεται η αναπτυξιακή δυνατότητα της οικονομίας. Το γεγονός ότι αυτό το πράγμα είναι αλήθεια και όχι ικεσία ή απειλή των ελληνικών κυβερνήσεων του μέλλοντος, δηλαδή, ότι η ανάκαμψη (στην οποία και η απόφαση του ίδιου του Eurogroup ορκίζεται), περιορίζεται από τη μείωση του δημοσιονομικού χώρου , το γεγονός αυτό δίνει το βασικό επιχείρημα λογικής. Αν το λογικό αυτό επιχείρημα το στηρίξει η όποια κυβέρνηση σταθερά, προχωρώντας πρώτα ορισμένα διαρθρωτικά μέτρα που έχουμε συμφωνήσει τότε πιστεύω ότι δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό γιατί αποτελεί μέτρο λογικής.
Υπενθυμίζω ότι όταν πέρυσι για δεύτερη φορά δόθηκε η 13η σύνταξη είχε ανοίξει μεγάλη συζήτηση ότι η Τρόικα δεν θα το επιτρέψει, κτλ. Τις ημέρες μετά, ένας ψυχρός ΒορειοΕυρωπαίος κύριος, ο Αντιπρόεδρος Βλάντις Ντομπρόφκσις είπε ότι το κοινωνικό επίδομα που διανεμήθηκε (παρελθοντικός χρόνος!) είναι απολύτως συμβατό με το πρόγραμμα που εφαρμόζεται. Που θα πει ότι η λογική είναι πάνω από τη δική μας και τη δική τους την ιδεοληψία.

*Δημοσιέυτηκε στην εφημερίδα "Εποχή" στις 25/6/2018. 

Τεχνοκρατικοί πατερναλισμοί και μεταρρυθμίσεις

Τις περισσότερες φορές τα πράγματα δεν είναι απλά∙ δεν είναι μαύρο - άσπρο. Το σίγουρο, πολλά δεν είναι αυτονόητα στην ευρωπαϊκή εμπειρία. Τουλάχιστον, αυτό φάνηκε στη συνέντευξη του πρωθυπουργού την Τετάρτη το βράδυ στην ΕΡΤ.

Στο Εurogroup του Ιουνίου, με σύμφωνη τη Γερμανία, θα εκφραστεί η άποψη ότι η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί πρόσθετη (προληπτική) πιστωτική γραμμή στήριξης. Πρόκειται για θετική εξέλιξη∙ ανακτάται σημαντικό μέρος της εθνικής κυριαρχίας. Αυτό δίνει την αίσθηση στο εσωτερικό, ίσως το πολιτικό σήμα, ότι η χώρα θα επιστρέψει μετά τον Αύγουστο στις αγορές, ότι θα είναι κανονικό μέλος της ευρωζώνης και ότι η κυβέρνηση θα έχει την ευχέρεια να εφαρμόσει πολιτικές της επιλογής της; Από τη συνέντευξη, δεν προέκυψε κάτι τέτοιο, ούτε καν τέτοια πρόθεση. Και αυτό δείχνει προσγειωμένο πρωθυπουργό∙ επίσης καλό.

Σίγουρα, η υπόθεση του χρέους είναι η σημαντικότερη παράμετρος της ελληνικής περιπέτειας. Από τούτη τη στήλη, στο παρελθόν, είχε επισημανθεί ότι η υπερχρέωση με κύκλο λιτότητας/ύφεσης εμποδίζει τις επενδύσεις, υπονομεύοντας τη δυνητική μελλοντική ανάπτυξη. Παρά την κοινή παραδοχή ότι «όλοι θα ωφεληθούν από μέτρα ελάφρυνσης του χρέους» (δηλώσεις του επιτρόπου Νομισματικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί), ουδείς στο Eurogroup δεσμεύεται στην Ευρώπη προσώρας. Θα υπάρξουν ρήτρες προϋποθέσεων και δυνατότητα αναστολής των ευεργετικών εφαρμογών της ελάφρυνσης για την οικονομία στην περίπτωση που θα υπάρχει εκτροπή από συμφωνημένους στόχους. Η ομπρέλα του πιο πιθανού εργαλείου θα ονομάζεται «ενισχυμένη εποπτεία».

Ανεξάρτητα από το αν θα συμμετάσχει με οικονομική στήριξη ή μόνο με επίβλεψη, το ΔΝΤ θα κρατήσει ρόλο «τεχνικού συμβούλου» στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας της Ελλάδας. Κατά τα λεγόμενα της Κριστίν Λαγκάρντ «το ΔΝΤ ασφαλώς μπορεί να εμπλακεί και θα εμπλακεί με διάφορους τρόπους, με διάφορα εργαλεία στην υπόθεση της Ελλάδας...» Θα είναι θετικό, αν η θέση του ΔΝΤ για την ελάφρυνση του χρέους θα βαρύνει υπέρ της Ελλάδας.

Επομένως, η κρίσιμη ύλη έχει να κάνει με το σκέλος «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Οι ελληνικές κυβερνήσεις, θέλοντας να απεμπολήσουν τις ευθύνες της υπερχρέωσης της χώρας, απεικόνισαν τις μεταρρυθμίσεις όχι ως αναγκαίες, αλλά ως εντολή των Βρυξελλών μέσω των γραφειοκρατών και τεχνικών κλιμακίων. Αυτή η πεποίθηση υπάρχει ακόμα στα μυαλά πολλών κυβερνητικών (αλλά και στα μυαλά πολλών Ευρωπαίων ακροδεξιών, αντισυστημικών, λαϊκιστών και εθνικιστών).

Ισως, όχι άδικα, αν κάποιος σκεφτεί τις ιδιοτέλειες της «διάσωσης» και διάφορες άλλες παραδοχές, όπως αυτή του πρώην επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας Καουσίκ Μπασού (καθηγητή Οικονομικής στο Πανεπιστήμιο Cornell): «Το "κάντε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις" είναι η ασφαλέστερη συμβουλή. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς σημαίνει. Αλλά εάν το ΑΕΠ αυξηθεί: "Σας το είπαμε". Εάν συρρικνωθεί: "Δεν κάνατε τις μεταρρυθμίσεις που σας είπαμε"».

Αλλά αυτή τη φορά φαίνεται κάτι διαφορετικό. Είδαμε έναν πρωθυπουργό να σκέφτεται πάνω σε κοινούς κανόνες του σύνθετου ευρωπαϊκού παιχνιδιού. Δεν θέλει σύγκρουση ή παρανόηση με τις Βρυξέλλες ακόμα και για την εφαρμογή των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας. Ως προς τούτο, χαρίζει τις κραυγές και τις προσπάθειες αποσταθεροποίησης της χώρας στην αντιπολίτευση που ακόμα κινείται στη συνταγή ότι αυτή καθαυτήν η συμμετοχή στην ευρωζώνη θα έλυνε μαγικά τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας εφόσον η χώρα θα επωφελούνταν εσαεί από τα χαμηλά επιτόκια.

Ακριβώς το «να κυβερνάς χωρίς να κάνεις τίποτα» ήταν η λογική που επέτρεψε στα ευρωπαϊκά τεχνικά όργανα να παριστάνουν τους ειδικούς –καλύτερα, τους μάγους– στις ελληνικές κυβερνήσεις: να υποδεικνύουν, να απαγορεύουν, να συγχαίρουν και να προστατεύουν, δηλαδή, να επιβάλλουν έναν μονοδιάστατο «τεχνοκρατικό πατερναλισμό» –κατά την έκφραση του οικονομολόγου Ζαν Πισανί-Φερί– τόσο περίπλοκο, πέραν κάθε δημοκρατικής νομιμοποίησης, ώστε μόνον οι νομάδες των τεχνικών κλιμακίων να ξέρουν τι επιτρέπεται, τι είναι ανεκτό ή τι απαγορεύεται, σ' ένα άκαμπτο σύστημα παρακολούθησης εθνικών λογαριασμών και προϋπολογισμών.

Από την άλλη, σήμερα μόνον στην Ευρώπη μπορούν να δρομολογηθούν θετικές εξελίξεις, παρά τις αδυναμίες και τις αγκυλώσεις. Υπό το ειδικό βάρος των προβλημάτων της Ιταλίας, διαφαίνονται τάσεις: λιγότερο μιας ένωσης που θα συνδυάζει συλλογική πειθαρχία, αλληλεγγύη και αμοιβαιοποίηση των χρεών, και περισσότερο αυτή της εθνικής ευθύνης, η λογική της οποίας οδηγεί, σε ακραίες περιπτώσεις, σε ενδεχόμενα κρατικών πτωχεύσεων.

Το αν η Ευρώπη θα επιτρέψει στις κυβερνήσεις να ασκήσουν πολιτικές της επιλογής τους θα είναι ένα στοίχημα υπέρ της Ευρώπης. Θα είναι μια αρχή κοινών στόχων αλλά και αναγνώρισης διαρθρωτικών διαφορών. Το ίδιο ισχύει για τις κυβερνήσεις.

Θα μπορούν να πείσουν τις αγορές και τους δανειστές τους για την ορθότητα των επιλογών τους; Στην Ελλάδα πρέπει να αλλάξουμε πολλά ώστε να πετύχουμε αναδιάταξη της οικονομίας μέσα στην Ευρώπη. Και, μόνο του, είναι ένα καλό στοίχημα για την Αριστερά.

Δυνατότητες υπάρχουν, όπως και πλεονεκτήματα. Υπάρχουν όμως και στρεβλώσεις που θρέφουν τους τεχνοκρατικούς πατερναλισμούς. Η πρόκληση έγκειται στο ξεκλείδωμα εκείνων των μεταρρυθμίσεων, που θα επιτρέψουν να συμβούν τα καλά πράγματα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/6/2018.

Μακεδονικό: ένας απολογισμός

Σπάνια δοκιμάζει κανείς τόσο βαθιά ικανοποίηση, όπως η χτεσινή, με την υπογραφή μια συμφωνίας που τερματίζει ιστορικές εκκρεμότητες πολλών ιστορικών περιόδων. Μια καινούργια μέρα έδιωξε τα φαντάσματα του παρελθόντος, που η τελευταία εφιαλτική εμφάνισή τους ήταν στη συζήτηση δυσπιστίας στη Βουλή. Και είναι κρίμα που στις Πρέσπες δεν πήγαν οι ηγέτες των κομμάτων της αντιπολίτευσης, για να συνεορτάσουν την ιστορική στιγμή της συμφιλίωσης.

Η συμφωνία τερματίζει μια υπερεκατονταετή διαμάχη που είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 20ού αιώνα για την τύχη των εδαφών τής πάλαι ποτέ Μακεδονίας. Μέσα από δύο αιματηρούς πολέμους του 20ού αι. καθορίστηκαν τα σύνορα και η κατανομή των εθνών σ' αυτά. Στην ίδια περιοχή γράφηκε και ο τραγικός επίλογος του εμφυλίου πολέμου. Οι εκκρεμότητες έγιναν πάλι εμφανείς με τον σεισμό του 1989 και τη συνακόλουθη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Σήμερα, πολλά από τα προβλήματα που μας κληροδότησε εκείνη η εποχή στα Βαλκάνια έχουν λυθεί και οι πληγές επουλώνονται. Θα ήταν τεράστιος αναχρονισμός η διαιώνιση αυτής της εκκρεμότητας. Τα προσφυγικά κύματα από την Αλβανία και τις άλλες βαλκανικές χώρες έχουν σχεδόν εκμηδενιστεί και οι μετανάστες της δεκαετίας του 1990, στην πλειονότητά τους, έχουν ενσωματωθεί πλέον στην ελληνική κοινωνία, τα παιδιά τους δεν τα ξεχωρίζεις πλέον.

Έχουν αποκατασταθεί οι σχέσεις ανάμεσα στους γειτονικούς πληθυσμούς και η αμφίδρομη διέλευση των συνόρων έχει γίνει κανόνας. Με τη συμφωνία αυτή ανοίγει ο δρόμος να ξεπεραστούν οι τελευταίες εχθρότητες και υποψίες και με την Αλβανία. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να αναπτύξει σχέσεις και κοινές δράσεις, όπως έχουν αναπτύξει άλλωστε στα σύνορά τους και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Χρειάζεται και η κοινωνία να αναλάβει πρωτοβουλίες, τα Πανεπιστήμια, οι οργανώσεις των πολιτών κοινές δράσεις. Αλλά και η Εκκλησία. Ας ευχηθούμε να δούμε σύντομα κοινό συλλείτουργο στον Αγιο Αχίλλειο με τους προκαθημένους της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Θα δώσει μήνυμα ειρήνης.

Τι μας κληροδότησε αυτή η περίοδος; Την άνοδο του εθνικισμού, όχι μόνο ως διακριτού πολιτικού ρεύματος αλλά και μέσα στα κόμματα, και κυρίως Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ. Η Χρυσή Αυγή μέσα από τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό προέκυψε. Και κάθε χρονιά που περνούσε, σε κάθε φάση του μακεδονικού ζητήματος ανέβαιναν οι τόνοι της εθνικής αδιαλλαξίας, το είδαμε και αυτό στην τελευταία συζήτηση στο Κοινοβούλιο.

Από την αποδοχή της διπλής ονομασίας στην απόρριψή της, από το όνομα, στη συζήτηση για τη γλώσσα και την ταυτότητα. Τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, όχι μόνο με τη δύναμη του συμβολισμού των εικόνων, όπως η χτεσινή, αλλά και με την υπομονετική εξήγηση, με την προσπάθεια αλλαγής της ιστορικής συνείδησης. Με τη δημιουργία ενός καινούργιου πατριωτικού αισθήματος, ανοιχτού και έλλογου, πατριωτισμού όχι του μοιρολογιού αλλά των χαρούμενων τραγουδιών, όπως υπέμνησε ο πρωθυπουργός στην υπογραφή της συμφωνίας.

Η συμφωνία αυτή είναι ένα από τα λίγα επιτεύγματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα εθνικά θέματα, σημαντικό όσο και η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2004. Ανοίγοντας την πόρτα της Ε.Ε. πρώτα στην Κύπρο και τώρα στη Βόρεια Μακεδονία, η Ελλάδα αναβαθμίζει και τον εαυτό της ως πόλο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, πράγμα διόλου αυτονόητο στα προηγούμενα χρόνια που βυθιζόταν στην κρίση και απειλούνταν με Grexit.

Η συνείδηση αυτής της πορείας μόνο αυτοπεποίθηση μπορεί να χαρίσει σ' αυτόν τον περιφρονημένο από δικούς και ξένους λαό. Γιατί η αυτοπεποίθηση και η αξιοπρέπεια, και όχι η ανασφάλεια και η ταπείνωση, είναι αναγκαίες για τις σωστές αποφάσεις.

Η συμφωνία αυτή μπερδεύει τις παγιωμένες ιδεολογικές γραμμές και θα προκαλέσει ισχυρές πολιτικές μετατοπίσεις. Τον Αλ. Τσίπρα, ως προς τα εθνικά ζητήματα, τον συνδέουν περισσότερα με τον Κων. Μητσοτάκη και τον Κ. Σημίτη, παρά με τους τωρινούς αρχηγούς της Ν.Δ. και του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Και άραγε μπορεί κανείς να αντιπαραθέτει αυτά τα δύο κόμματα ως ευρωπαϊκά, στον «αντιευρωπαϊσμό» της Αριστεράς; Αλήθεια, πού φωλιάζει ο λαϊκισμός τώρα, μετά την τελευταία μακεδονική κρίση; Διαλύει επίσης ένα από τα ιδεολογικά σχήματα-σιδερένια λαβίδα στον λαιμό του πολιτικού σώματος.

Το ερμηνευτικό σχήμα που δημιουργεί μια διχαστική γεωγραφία της πολιτικής: αφ' ενός οι πολιτικές δυνάμεις του εκσυγχρονισμού, της λογικής, της ευθύνης, της τόλμης και αφ' ετέρου η ιδεολογία των μη προνομιούχων που είναι συντηρητική, βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία και στο έθνος, φοβάται τις μεγάλες αλλαγές. Πού βρίσκεται η νεωτερικότητα και πού ο εθνορομαντισμός, πού η δημαγωγία και πού η ευθύνη τώρα;

Ένα ένα τα προβλήματα των δικαιωμάτων, όπως της ιθαγένειας, του συμφώνου συμβίωσης, της υιοθεσίας κ.ά., λύνονται. Δύσκολα μεν, αλλά λύνονται. Μένουν προφανώς πολλά, και κυρίως μια έντιμη και ειλικρινής διαπραγμάτευση με την Εκκλησία, καθώς και μια τολμηρή μεταρρύθμιση στην Παιδεία. Βγαίνοντας από την κρίση, η χώρα χρειάζεται ιδεολογική ανακαίνιση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 18/6/2018. 

ΕΡΤ. Απαισιοδοξίας ανάγνωσμα. Η επικείμενη υποβάθμιση των Συμβουλίων Κοινωνικού Ελέγχου

Πριν έντεκα μήνες συνάντησα τον Δ/ντα Σύμβουλο της ΕΡΤ κ Βασίλη Κωστόπουλο για να τον ενημερώσω επί τη αναλήψει των καθηκόντων του για τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου (ΣΚΕ) της ΕΡΤ για την ίδρυση και λειτουργία των οποίων ήμουν υπεύθυνος ως Προϊστάμενος του ΚΕΕΠ (Κέντρο Επικοινωνίας και Ενημέρωσης Πολιτών) της ΕΡΤ. Γνωρίζοντας ότι έχει ισχυρή νομική παιδεία και εμπειρία ως πρώην νομικός σύμβουλος της ΕΡΤ και επειδή τα ΣΚΕ προβλέπονται από το Νόμο 4324/15, θεωρούσα ότι θα είχαμε μια εύκολη και ρέουσα συζήτηση που θα επέλυε μερικά προβλήματα και θα οδηγούσε στην καλύτερη λειτουργία και αξιοποίησή τους για τη βελτίωση της ΕΡΤ. Μετά τις αναγκαίες πρώτες εκδηλώσεις αμοιβαίας τυπικής ευγένειας έμεινα έκπληκτος από την άμεση και θυελλώδη αρνητικότητα των απόψεών του για τα ΣΚΕ. Να τα καταργήσουμε, δεν έρχεται κανένας, είναι πέντε άτομα που τσακώνονται μεταξύ τους για τη διαδικασία, δεν εκπροσωπούν ούτε αντιπροσωπεύουν την κοινωνία αλλά μόνο τον εαυτό τους. Τον διέκοψα, λέγοντάς του «ποιος σας είπε αυτά τα πράγματα; Προβλήματα συμμετοχής υπάρχουν αλλά σε προηγούμενη Ολομέλεια υπήρχε συμμετοχή 35 ατόμων από το σύνολο 110 μελών για τρεις ολόκληρες ώρες στο Ραδιομέγαρο, ποσοστό απίστευτο για εθελοντικό, συλλογικό σώμα στην Ελλάδα». Αμετάπειστος. «Τα είπε το κληρωτό μέλος του ΣΚΕ ο κ. Κ.» Του εξήγησα ότι μάλλον παρερμήνευσε τα λόγια του κ. Κ. που ήταν και είναι ένα από τα πιο δυναμικά και παραγωγικά μέλη του ΣΚΕ. Ενδεχομένως ο κ. Κ. διακατέχεται από αυτό που λέγεται «παρέκκλιση αριστερισμού». Θέλει να είναι και οι 110 κάθε μέρα στην ΕΡΤ και να την ελέγχουν. Είναι ουτοπικό αλλά αυτό δε σημαίνει ότι θέλει την κατάργηση των ΣΚΕ αλλά ακριβώς το αντίθετο. Μετά ήρθε στη συζήτηση το θέμα του νόμου. Πάλι τα ίδια. Να αλλάξουμε το νόμο, είναι ελλιπής, είπε ο Δ/ων Σύμβουλος. Σύμφωνοι, του είπα, έχω και προτάσεις για το θέμα, αλλά έως ότου γίνει αυτό, και αφού εσείς πείσετε τον Υπουργό κ Παππά, μήπως να εφαρμόσουμε τον υπάρχοντα νόμο και να αξιοποιήσουμε τη διακριτική ευχέρεια που έχει η ΕΡΤ στην εφαρμογή του; Επιτέλους συμφώνησε σε αυτό το σημείο. Για λίγο. Ακόμα και αν ισχύουν όσα λέτε, είπε, είναι δυνατόν το ¼ των μελών του ΣΚΕ να παίρνει αποφάσεις για ολόκληρο το σώμα; Αφήστε που μας βρίζουν κι από πάνω. Του εξήγησα ότι υπάρχει ψηφισμένος εσωτερικός κανονισμός, τα θέματα της απαρτίας είναι παντού δύσκολα αλλά βρέθηκε λύση κι ότι σε καμία περίπτωση δεν μας βρίζουν, αγαπούν την ΕΡΤ, αφιερώνουν άπειρες ώρες από τη ζωή τους για να μας βοηθήσουν και γι΄αυτό κάνουν κριτικές και προτάσεις που οι περισσότερες, όχι όλες βεβαίως, είναι θεμιτές και σωστές. Ελάχιστοι κάνουν πιο ριζικές κριτικές στην ΕΡΤ αλλά και αυτοί είναι απολύτως χρήσιμοι γιατί υπάρχει παρόμοια άποψη και στην κοινωνία. Εις μάτην τα επιχειρήματα. Ο Δ/νων Σύμβουλος όπως κατάλαβα τότε, δεν συζητά επιχειρήματα και γεγονότα. Έχει απλά προειλημμένες απόψεις και αποφάσεις. Που θέλει μάλιστα να τις εφαρμόζει ανεξαρτήτως του οποιουδήποτε κόστους για την ΕΡΤ. Η συζήτησή μας τελείωσε τότε παγερά, όταν του εξήγησα ότι, ως Προϊστάμενος του ΚΕΕΠ – που είναι η μοναδική θέση ευθύνης στην ΕΡΤ που με ενδιαφέρει, εκτός βέβαια από τις δημοσιογραφικές εκπομπές μου και αυτό γιατί πιστεύω στο συμμετοχικό εγχείρημα – δεν θα δεχόμουν σε καμία περίπτωση την υποβάθμιση ή την κατάργηση των ΣΚΕ, και θα εξαντλήσω όλα τα περιθώρια εφαρμογής του νόμου και τις αποφάσεις του ΔΣ της ΕΡΤ.
Έντεκα μήνες μετά, πριν λίγες μέρες, με την ευκαιρία της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένου του ΚΕΕΠ επαναλήφθηκε εντελώς πανομοιότυπα η ίδια συζήτηση χωρίς την επίκληση αυτή τη φορά του κ Κ. Του εξήγησα ότι συμμετείχα στη σύσκεψη της EBU όπου υπήρξε σχεδόν ενθουσιώδης υποδοχή για τα ΣΚΕ (βλέπε άρθρο Λογοδοσία της ΕΡΤ προς την ελληνική κοινωνία: Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου – TVXS, 12 Ιουνίου 2018 ) δεν άκουγε. Δεν έδωσε καμία σημασία. Του εξήγησα επίσης ότι πρέπει σε δέκα μέρες να κάνουμε την επίσημη διαδικασία κλήρωσής νέων μελών του ΣΚΕ ( έχουμε πεντακόσιες νέες εθελοντικές αιτήσεις από πολίτες ύστερα από ανοιχτή δημόσια πρόσκλησή) και ότι ως ΚΕΕΠ τα έχουμε όλα προγραμματίσει. Πάγος. Να τα αναβάλετε για τα τέλη Ιουλίου. ¨Ημαρτον άνθρωπέ μου, Διευθύνων Σύμβουλος είσαι, όχι ιδιοκτήτης της ΕΡΤ. (Δεν του το είπα, αν και ΄έπρεπε, αλλά σέβομαι την ηλικία του, τη μόρφωσή του και τις καλές τυπικές σχέσεις που έχουμε και είχαμε παρ' ολ' αυτά). Λίγες ώρες μετά ανακοίνωσε στη 'Διαύγεια' την καθαίρεσή μου από τη θέση του Προϊσταμένου του ΚΕΕΠ, το διορισμό στην ίδια θέση ενός άλλου συναδέλφου, τον οποίο δεν ήξερα, που τον γνώρισα πριν δυο μέρες και μου φάνηκε ως άνθρωπος πολύ συμπαθής. Που όμως δεν έχει καμία εμπειρία σε συλλογικά εγχειρήματα τύπου ΣΚΕ και καμία γνώση για την έννοια της κοινωνικής ευθύνης που αποτελούν και τα δύο βασικά καθήκοντα του Προϊσταμένου του ΚΕΕΠ. Ο συνάδελφος δεν το κρύβει και είναι όπως μου είπε αθλητικός συντάκτης. Δεν θεωρώ ότι όλη αυτή η θλιβερή ιστορία και εξέλιξη αφορά κυρίως εμένα προσωπικά (παρότι εξ 'αντικειμένου μου προκαλεί μια εντελώς αδικαιολόγητη υλική, ηθική και επαγγελματική ζημία). Αφορά κυρίως την υποβάθμιση ή και μελλοντική κατάργηση των Συμβουλίων Κοινωνικού Ελέγχων της ΕΡΤ που είναι μια από τις πιο καινοτομικές δράσεις της ΕΡΤ μετά το 2015. Θα βλάψει καίρια την εικόνα και την επιρροή της ΕΡΤ προς την Κοινωνία αλλά και στη EBU στο εξωτερικό.

Τί είναι τέλος πάντων αυτά τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου της ΕΡΤ;

Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου της ΕΡΤ (ΣΚΕ) είναι ανεξάρτητα συλλογικά όργανα εξωτερικού ελέγχου της ΕΡΤ και έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας με σκοπό τη βελτίωσή της. Τυπικά έχουν ισχυρό νομικό θεμέλιο. Στηρίζονται στο άρθρο 11 του Νόμου 4324/15 που ψήφισε η παρούσα Κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την επανεκκίνηση της νέας ΕΡΤ μετά το «Μαύρο» της διετίας 2013-2015, στις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΤ στις 20/1/2016, και αναφέρονται επίσης στα άρθρα 20.4., 20.3 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της ΕΡΤ, στο κεφάλαιο 'Έλεγχος – εποπτεία της ΕΡΤ'. Αρμόδια υπηρεσία της ΕΡΤ για την ίδρυση, λειτουργία, πλαισίωση – αλλά όχι επέμβαση- στα ΣΚΕ είναι το Κέντρο Επικοινωνίας Ενημέρωσης Πολιτών της ΕΡΤ (ΚΕΕΠ). Είναι αυτοτελές τμήμα ποια αναφέρεται απευθείας στο Διευθύνοντα Σύμβουλο (άρθρο 20.3) και επειδή αποστολή του είναι η αμφίδρομη σχέση της ΕΡΤ με την κοινωνία και τους πολίτες πρέπει να έχει αυξημένα εχέγγυα λειτουργικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας ενώ ο Προϊστάμενός του πρέπει να έχει «αυξημένα τυπικά προσόντα» και ειδικές επικοινωνιακές δεξιότητες (αποφάσεις ΔΣ ΕΡΤ 20.1.2016). Τυπικά όλα είναι άψογα και μάλιστα πρωτοποριακά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Τα εγχειρήματα συμμετοχικής διαβούλευσης και κοινωνικού ελέγχου των πολιτών κερδίζουν σταδιακά έδαφος παντού. Στην πράξη τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα αλλά τα στοιχεία από τη λειτουργία των ΣΚΕ Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας τα τελευταία δυόμισι χρόνια είναι άκρως ενθαρρυντικά. Το ΣΚΕ Αττικής πραγματοποίησε 29 τρίωρες Ολομέλειες, έχει 7 θεματικές Επιτροπές, 80% των 110 μελών έχουν συμμετάσχει σε τουλάχιστον 3 Ολομέλειες, ο μέσος όρος συμμετοχής είναι 30 άτομα, 300 ώρες αφιερωμένες σε συσκέψεις σε εντελώς εθελοντική βάση χωρίς καμία αμοιβή ή άλλο όφελος, έχουν ήδη κατατεθεί τα πορίσματα 5 Επιτροπών στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΡΤ από τον Δεκέμβριο 2017.

Πορίσματα επιτροπών ΣΚΕ στο ΔΣ της ΕΡΤ χωρίς απάντηση

Από το Δεκέμβριο 2017 έχουν κατατεθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΡΤ τα πορίσματα πέντε επιτροπών (Περιβάλλοντος, Δικαιωμάτων και Ισότητας, Δημόσιας Υγείας, Παραγωγικής Ανασυγκρότησης και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Παιδείας και Πολιτισμού) προς απάντηση, αμοιβαίο σχολιασμό και διάδραση όπως επιβάλλει ο νόμος και οι αποφάσεις των ΔΣ της ΕΡΤ (οι αποφάσεις περιέχονται στα κείμενα 'Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας ΣΚΕ και 'Δεσμεύσεις της ΕΡΤ προς το ΣΚΕ. Ο ρόλος του ΚΕΕΠ' που βρίσκονται αναρτημένα στην ιστοσελίδα polites.ert.gr). Παρά τα παρατεταμένα αιτήματα από το ΣΚΕ και το προεδρείο του και τις συνεχείς υπενθυμίσεις του ΚΕΕΠ προς το γραφείο του Δ/ντος Συμβούλου/ΔΣ δεν υπήρξε καμία απάντηση, ούτε καν υποψία ενασχόλησης. Η Κ.Ζ. κληρωτό μέλος του ΣΚΕ, συντονίστρια της Επιτροπής Περιβάλλοντος, σκληρά εργαζόμενη πολίτης που αφιέρωσε τουλάχιστον 10 ώρες τον μήνα στην ΕΡΤ για δυόμισι χρόνια έστειλε δύο επιστολές στον Διευθύνοντα και στο Δ.Σ. ζητώντας απάντηση ενώ το ΚΕΕΠ εξάντλησε τα όρια 'φορτικότητας' για το ίδιο θέμα. Καμία απάντηση. Αίτημα του προεδρείου του ΣΚΕ να απευθύνει ο νέος Διευθύνων Σύμβουλος έστω ένα συμβολικό χαιρετισμό στην Ολομέλεια. Καμία απάντηση. Τους τελευταίους δέκα μήνες το ΚΕΕΠ με κάθε ευκαιρία αλλά και με συνεχείς υπενθυμίσεις δια μέσω εσωτερικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας πρσπάθησε για το ίδιο θέμα. Κανένα αποτέλεσμα. Με μία και μόνη εξαίρεση. Όταν ήλθε ο αναπληρωτής του Διευθύνοντος κ. Γιώργος Θαλασσινός για να τον εκπροσωπήσει, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω, έκανε μια εξαιρετική πρόταση «θα ήταν καλό να κάνει το Δ.Σ. μια ανοικτή συνεδρίαση στην Ολομέλεια του ΣΚΕ», χωρίς βεβαίως να υπάρξει κάποια συνέχεια. Είναι ποτέ δυνατόν να μιλάει κάποιος για χαμηλή συμμετοχή των μελών του ΣΚΕ στις Ολομέλειες και δυσλειτουργίες στην οργάνωσή του όταν η κορυφή της εταιρείας δεν ανταποκρίνεται στοιχειωδώς στα αιτήματα του μοναδικού συλλογικού οργάνου εξωτερικού ελέγχου της ΕΡΤ;
Βεβαίως προβλήματα υπήρξαν και με τον προηγούμενο Δ/ντα Σύμβουλο της νέας ΕΡΤ αλλά ήταν ζητήματα – πολύ έντονης- τριβής στη λειτουργία αλλά ποτέ δεν μπήκε θέμα κατάργησης, υποβάθμισης και ριζικής αμφισβήτησης του θεσμού του ΣΚΕ όπως συμβαίνει τώρα. Οι πολίτες μέλη στα ΣΚΕ έχουν διάθεση και αγάπη για την ΕΡΤ παρότι αρκετοί απευθύνουν σοβαρότατες κριτικές κυρίως για τον τομέα ειδήσεων και ενημέρωσης και θέματα προγράμματος (συνεχείς αλλαγές προγραμμάτων χωρίς προειδοποίηση κα) όπως άλλωστε κάνει και η ευρύτερη κοινή γνώμη με το 60% των πολιτών να στηρίζουν την ΕΡΤ χωρίς βέβαια να τη βλέπουν συχνά. Τα μέλη του ΣΚΕ γνωρίζουν ότι σε υπερσυγκεντρωτικούς στην κορυφή οργανισμούς χωρίς σταθερούς κανόνες συλλογικής λειτουργίας όπως είναι η ΕΡΤ, εάν δε θέλει ο Δ/νων Σύμβουλος δε γίνεται τίποτα. Παρόλαυτα ένας σημαντικός αριθμός τους - αν και μειούμενος με το πέρασμα του χρόνου- συνέχισε να συμμετέχει, για την ολοκλήρωση των πορισμάτων και τη θητεία του ΣΚΕ. Τον τελευταίο χρόνο προσπάθησα με κάθε δυνατό τρόπο να τους πείσω ότι μπορεί να κερδηθεί μια κρίσιμη εξαίρεση στον κανόνα χρησιμοποιώντας δύο επιχειρήματα. Πρώτον, περιμένετε λίγο, θα απαντήσει το Δ.Σ. της ΕΡΤ, όλα στην Ελλάδα γίνονται σιγά-σιγά γιατί δεν είχαμε ως χώρα μία κουλτούρα αξιολόγησης και ελέγχου. Σ' αυτό ήμουν υπεραισιόδοξος αλλά δε μετανιώνω γιατί πιστεύω βαθιά στα συμμετοχικά εγχειρήματα διαβούλευσης που αργά ή γρήγορα θα επεκταθούν πανευρωπαϊκά ιδίως με την αξιοποίηση της καλπάζουσας τεχνολογίας πληροφοριών. Δεύτερον, μην ταυτίζετε όλη την ΕΡΤ, τους εργαζόμενους και τα στελέχη με τον εκάστοτε Δ/ντα Σύμβουλο και το ΔΣ. Σε αυτό είχα και έχω δίκιο. Οι περισσότεροι Γενικοί Διευθυντές, νυν και πρώην, οι Διευθυντές και οι τμηματάρχες ήρθαν στα ΣΚΕ, συζήτησαν, διόρθωσαν πράγματα, βοήθησαν στη λειτουργία των ΣΚΕ. Χωρίς τη βοήθεια των κρίσιμων Γεν. Διευθύνσεων, δεν θα υπήρχε το ΣΚΕ που είναι και από οργανωτικής άποψης ένα πολύπλευρο εγχείρημα που εντυπωσίασε όπως προανέφερα τους συναδέλφους στην EBU.
Κρίσιμη ήταν και η συνεισφορά των δύο συνεργάτιδων μου στο ΚΕΕΠ που είχαν παραγωγικότητα ευρωπαϊκών επιπέδων και πίστη στο εγχείρημα. Τα ΣΚΕ είναι ένα συλλογικό διάβημα της ΕΡΤ και πιθανόν η ύστατη ασπίδα προστασίας πριν έλθει το επόμενο κύμα αμφισβήτησης του ρόλου της Δημόσιας Ρ/Τ.

Επτά βήματα για την αναίρεση της υποβάθμισης των ΣΚΕ

Όπως έχει πει ο αείμνηστος ηγέτης της Αριστεράς Ηλία Ηλιού πρέπει 'να τους ταράξουμε στη νομιμότητα'. Και στη λογοδοσίας, θα έλεγα εγώ.
1) Κατέθεσα ήδη στο γραφείο του Δ/ντος Συμβούλου της ΕΡΤ αίτηση τεκμηρίωσης της καθαίρεσης μου με την παροχή λεπτομερών στοιχείων της αυτοτελούς και της συγκριτικής αξιολόγησης των 3 υποψηφίων. Αφού πάρω την τεκμηρίωση – αν την πάρω – στο σκέλος που με αφορά προσωπικά θα τη δημοσιοποιήσω στα μέλη του ΣΚΕ, και θα ζητήσω μια συμβουλευτική άποψη και εάν το θέλουν και μια βαθμολογημένη αξιολόγηση της δράσης μου. Γενικά πιστεύω ότι το ΣΚΕ ειδικά για τον Προϊστάμενο του ΚΕΕΠ που θεωρητικά πρέπει να είναι μια 'εσωτερική ανεξάρτητη αρχή' πρέπει να εκφράζει άποψη για την επιλογή. Άλλωστε και η Ολομέλεια έχει ζητήσει – πολύ σωστά – συμμετοχή μελών του ως παρατηρητών σε όλες τις Επιτροπές της ΕΡΤ και η αρχή ήδη έγινε με την Επιτροπή Κοινωνικής Ευθύνης.
2) Κατόπιν θα καταθέσω Ένσταση στο Διοικητικό Συμβούλιο – παρότι μάλλον δεν προβλέπεται, θα είναι όμως μια καλή αρχή - με αίτημα την επανεξέταση της αξιολόγησης και με κοινή παρουσία των 3 υποψηφίων όπου εκτός από τη σύγκριση των τυπικών προσόντων ο κάθε υποψήφιος θα αναπτύξει την 'στρατηγική' του για κάθε μια από τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας. Αν γίνει δεκτή η ένσταση τότε τα αποτελέσματα της πρέπει να ανακοινωθούν επισήμως από τον ίδιο τον Δ/ντα Σύμβουλο στην προσεχή Ολομέλεια του ΣΚΕ.
3) Στη βάση του ν.4324/15 του ΔΣ και των αποφάσεων του ΔΣ στην ΕΡΤ στις 20/1/16 θα προτείνω να αφιερώσει το ΔΣ μια συνεδρίαση για την απάντηση στα Πορίσματα των επιτροπών του ΣΚΕ και ακόμη καλύτερα να κάνει μια ανοικτή συνεδρίαση στην Ολομέλειά του.
4) Εάν δε γίνει τίποτε από τα παραπάνω θα απευθυνθώ στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ). Στο κεφάλαιο ΣΤ' 'έλεγχος της ΕΡΤ στο άρθρο 20.1 αναφέρεται ότι η ΕΡΤ στο πρώτο τρίμηνο κάθε έτους καταθέτει έκθεση πεπραγμένων για τη διαφάνεια στην χρήση του ανταποδοτικού τέλους. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο ίδιο κεφάλαιο, άρθρο 20.3 βρίσκονται οι διατάξεις για το ΚΕΕΠ και τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου.
5) Στη βάση των ίδιων διατάξεων υπάρχει η πρόβλεψη Λογοδοσίας της ΕΡΤ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας στη Βουλή των Ελλήνων. Δέκα βουλευτές μέλη της Επιτροπής σχεδόν από όλα τα κόμματα έχουν ήδη πάρει μέρος στις Ολομέλειες του ΣΚΕ με πρωτοβουλία των ίδιων των μελών του. Θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα ακρόασης για τη λειτουργία του ΣΚΕ. Αν λειτουργήσουν όλοι οι τακτικοί θεσμοί ελέγχου και εποπτείας η βελτίωση της ΕΡΤ μπορεί να είναι γρήγορη και θεαματική. Εννοείται ότι στην κορυφή της εποπτικής ιεραρχίας βρίσκεται ο Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Ενημέρωσης και Τηλεπικοινωνιών ο οποίος στη βάση του ισχύοντος ελληνικού συστήματος διορίζει την κεντρική Διοίκηση της ΕΡΤ κι ο οποίος εξάλλου πρότεινε τον ν 4324/15 της νέας ΕΡΤ. Τί γίνεται με την εφαρμογή του άρθρου 11 που αφορά τα ΣΚΕ;
6) Θα προτείνω στην ΠΟΣΠΕΡΤ (που είναι μέλος του ΣΚΕ και για την παρουσία της παραλίγο να γίνει ρήξη με τον πρώην Δ/ντα Σύμβουλο) στην ΕΣΗΕΑ/ΠΟΕΣΥΝ και τους εκπροσώπους των δημοσιογράφων να ανοίξουν έναν ευρύτερο διάλογο για τα πορίσματα των ΣΚΕ ανάμεσα στους εργαζόμενους της ΕΡΤ.
7) Ύστατο βήμα αν όλα τα άλλα αποτύχουν θα απευθυνθώ στην ελληνική Δικαιοσύνη. Για να παραφράσω τον τίτλο του άρθρου χρειαζόμαστε σήμερα μια δυναμική απαισιοδοξία που θα μετατρέψει δημιουργικά τη ζωή μας όπου και αν εργαζόμαστε, όπου και αν ζούμε.

Νέα δημοκρατία. Περιμένοντας τον Γκοντό

Ο Μπέκετ στο πολύ γνωστό θεατρικό του έργο δείχνει τους δυο πρωταγωνιστές να περιμένουν υπομονετικά να έρθει κάποιος, να συμβεί κάτι που θα τους βοηθήσει. Συγχρόνως όμως ξέρουν πως κανείς δεν πρόκειται να έρθει, τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί - απλά περιμένουν.

Η παραμονή

Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται και η ΝΔ. Ο σκιώδης υπουργός εξωτερικών κ. Κουμουτσάκος μας πληροφόρησε πριν από λίγο καιρό πως δεν είναι ακόμα η κατάλληλη ώρα για να λυθεί το μακεδονικό. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι οι συνθήκες να είναι πιο ευνοϊκές για τη χώρα μας. Άρα χρόνος υπάρχει, απαιτείται υπομονή. Σε αυτό το κείμενο θέλω να τονίσω ακριβώς το αντίθετο. Στα πολυάριθμα επιχειρήματα υπέρ και κατά της συμφωνίας Τσίπρα-Ζάεφ, αυτό που δεν τονίστηκε αρκετά είναι το θέμα του χρόνου, πιο συγκεκριμένα του χρονισμού (timing). Κατά την γνώμη μου, το πιο βασικό επιχείρημα για την ανάγκη μιας συμφωνίας εδώ και τώρα είναι ότι ήταν απολύτως απαραίτητη - έστω και με μερικές σημαντικές υποχωρήσεις από τη μεριά της χώρας μας. Και αυτό για τον απλούστατο λόγο πως δεν θα υπάρξει στο μέλλον μια δεύτερη ευκαιρία. Είναι προφανές κατά την γνώμη μου πως, λόγω του ρωσικού επεκτατισμού, η ΕΕ αλλά και οι ΗΠΑ θέλουν την τάχιστη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσο για το εμπόδιο του ελληνικού βέτο, σίγουρα οι δύο μεγάλες δυνάμεις θα έβρισκαν τρόπους να το ξεπεράσουν.
Με βάση τα παραπάνω, αν η κυβέρνηση προσπαθούσε να κερδίσει περισσότερα, οι διαπραγματεύσεις θα αποτύγχαναν, σταδιακά το βέτο θα έχανε την ισχύ του και η γειτονική χώρα θα έμπαινε στο ΝΑΤΟ χωρίς να χρειαστεί να κάνει απολύτως καμιά παραχώρηση. Δεν θα ήταν υποχρεωμένη να αλλάξει το όνομά της ούτε το σύνταγμά της. Θα εξακολουθούσε να ονομάζεται Δημοκρατία της Μακεδονίας, όνομα που ήδη χρησιμοποιεί η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη. Έτσι εμείς θα ήμασταν η μόνη χώρα στον κόσμο που θα εξακολουθούσε να την ονομάζει ΠΓΔΜ. Σε αυτή την περίπτωση θα σώζαμε όχι μόνο την «τιμή» μας αλλά και την «ψυχή» μας! Θα παίζαμε, για μια ακόμη φορά, τον ρόλο της αδικημένης, απατημένης, ανάδελφης χώρας.

Η επιτυχία

Στην πραγματικότητα η συμφωνία δεν είναι μια αποτυχία για τη χώρα μας, όπως υποστήριξε η αντιπολίτευση. Αντίθετα πρόκειται για μια νίκη της χώρας μας και μια μεγάλη επιτυχία του έλληνα πρωθυπουργού - και όσων τον βοήθησαν ή/και τον στήριξαν. Μετά από εικοσιεπτά χρόνια απίστευτων παλινωδιών, όπως το εμπάργκο του Ανδρέα Παπανδρέου ή η απόρριψη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη της ευνοϊκής για μας πρότασης Πινέιρο (βλ. άρθρα μου στο Κ. ΒΗΜΑ, 16/5/93, 23/5/93 και 16/6/94), ο Αλέξης Τσίπρας κατόρθωσε να κάνει σημαντικά βήματα για τη λύση του μακεδονικού ζητήματος με τον πιο συμφέρον τρόπο για τη χώρα μας. Όπως δήλωσε ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος (βλ. άρθρο του στην Καθημερινή 17/6/18) που γνωρίζει σε βάθος το πρόβλημα, η ΠΓΔΜ μας έδωσε πάνω από 80% αυτών που ζητήσαμε! Επιπλέον, όπως τόνισαν όλοι σχεδόν οι ξένοι παρατηρητές, η συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ αποτελεί ένα ιστορικό κατόρθωμα της χώρας μας. Στα μάτια πολλών ξένων από το «μαύρο πρόβατο» της ευρωζώνης γίναμε ένα ζωντανό παράδειγμα σοβαρής προσπάθειας για ην ενδυνάμωση της ειρήνης στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη πιο γενικά.
Αυτοί που συνεχίζουν να μιλάνε για «προδοσία» είτε δεν καταλαβαίνουν τί επιτεύχθηκε, είτε είναι δέσμιοι μιας υπερπατριωτικής ιδεολογίας, είτε χρησιμοποιούν τον ψευδοπατριωτισμό τους εργαλειακά για να αποκομίσουν ατομικά, κομματικά ή άλλα οφέλη.

Το Κίνημα Αλλαγής

Τέλος, δυο λόγια για το Κίνημα Αλλαγής. Η πρόεδρος Φώφη Γεννηματά αποφάσισε να ακολουθήσει την πολιτική της ΝΔ. Δήλωσε πως έγιναν και μερικά θετικά βήματα, αλλά η αποτυχία της κυβέρνησης στα θέματα της γλώσσας και της ιθαγένειας ακυρώνουν την αξία της συμφωνίας. Με αυτόν τον τρόπο δεν είναι μόνο ο αρχηγός της ΝΔ που έκανε «κωλοτούμπα», ξεχνώντας τελείως τις πρώην πολιτικά φιλελεύθερες, εκσυγχρονιστικές του ιδέες. Μια παρόμοια κωλοτούμπα έκανε και η Φώφη Γεννηματά. Και αυτό όταν όλα τα μέλη του πολιτικού συμβουλίου του ΚΙΝΑΛ δήλωσαν πως πρόκειται για μια αποδεκτή συμφωνία. Η πρόεδρος του Κινήματος όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη της την γνώμη τους, αλλά έκανε απολύτως σαφές πως όποιος διαφωνεί με την «γραμμή» μπορεί να φύγει! Βέβαια αυτή η απίστευτα αυταρχική συμπεριφορά θυμίζει την αντίδραση του Ανδρέα Παπανδρέου που απέβαλε από τους κόλπους του ΠΑΣΟΚ την Δημοκρατική Άμυνα όταν αυτή απαίτησε μικρό έστω βαθμό αυτονομίας και συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων. Όλα τα παραπάνω δείχνουν σε ποιο βαθμό κυριαρχεί το ΠΑΣΟΚ στον χώρο του ΚΙΝΑΛ. Φαίνεται καθαρά πια πως οι εκτός του πασοκικού χώρου, αν δεν αντιδράσουν δυναμικά, μπορεί να γίνουν μια εκσυγχρονιστική μάσκα πίσω από την οποία θα κρύβεται το παλαιοκομματικό, πατριωτικό ΠΑΣΟΚ. Γιατί αυτό είναι ξανά μαζί μας, «ενωμένο δυνατό».

Συμπέρασμα

Και η ΝΔ και η πασοκική ηγεσία του ΚΙΝΑΛ απέρριψαν τη συμφωνία και για καθαρά μικροκομματικούς λόγους και γιατί ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι εξορισμού ικανός να κάνει κάτι καλό για τη χώρα. Επιπλέον η αντιπολίτευση αγνόησε πως αν η κυβέρνηση δεν πετύχαινε μια συμφωνία στην τωρινή συγκυρία, σίγουρα δεν θα υπήρχε μια δεύτερη ευνοϊκή ευκαιρία. Όλοι όσοι περιμένουν καρτερικά για μια καλύτερη λύση στο μέλλον θα περιμένουν άδικα τον Γκοντό του Μπέκετ να έρθει να τους βοηθήσει.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/6/2018. 

Το πολιτικό μας σύστημα σε σταυροδρόμι

Λίγο η μεταπολεμική ευφορία των πρώτων «ένδοξων χρόνων», λίγο η ένταξη αντισυστημικών μέχρι τότε κομμάτων, κυρίως σοσιαλδημοκρατικών και εργατικών, στα κομματικά συστήματα στη Δύση, ώθησαν, τη δεκαετία του 1960, πολιτικούς επιστήμονες, ως επί το πλείστον Αμερικανούς, να υποστηρίξουν, παρά τον «ψυχρό πόλεμο», το «τέλος των ιδεολογιών». Με τον όρο εννοούσαν λιγότερο αυτό που ο Φουκουγιάμα αργότερα αποκάλεσε «τέλος της ιστορίας» και περισσότερο το κατά τον Λιοτάρ τέλος των «μεγάλων αφηγήσεων».

Οι κατοπινές εξελίξεις δικαίωσαν μόνο μερικώς τους εν λόγω πολιτικούς επιστήμονες. Μερικώς, καθώς λίγο μετά ο παρισινός Μάης και οι αντιδράσεις ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ ανέδειξαν νέα δεδομένα, όπως τη σημασία της Ουτοπίας. Εδειξαν ότι οι ιδεολογίες ζουν και βασιλεύουν προσαρμοζόμενες σε παραμέτρους όπως το διεθνές περιβάλλον, η τεχνολογία, οι επιταγές διαχείρισης, τα ταξικά συμφέροντα και οι συσχετισμοί δύναμης.

Μετά το 1974 στην Ελλάδα κυριάρχησαν οι μεγάλες αφηγήσεις. Οι αποκλεισμοί και οι αποστερήσεις του μετεμφυλιακού καθεστώτος, η κατάρρευση της Δικτατορίας και η εμφάνιση νέων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων συγκρότησαν μία κρίσιμη κατάσταση που όλα φαίνονταν δυνατά. Οι μεγάλες αφηγήσεις λειτούργησαν ως ορίζοντας, ως λιμάνι αλλά και ως μέσο κινητοποίησης του κόσμου. Ταυτόχρονα λειτούργησαν και ως παραμορφωτικός καθρέφτης και ως μέσο φυγής από την πραγματικότητα.

Μοιραία, μετά την κυβερνητική αλλαγή του 1981, οι μεγάλες αφηγήσεις έχασαν πολλή από τη γοητεία τους. Το κενό ήρθε να καλύψει ο «εκσυγχρονισμός» στις διάφορες παραλλαγές του, σημιτική, νεοκαραμανλική. Και οι δύο απέτυχαν παταγωδώς. Αναπαρήγαγαν πολλά (αν όχι όλα) από τα αρνητικά του παρελθόντος και δεν ανταποκρίθηκαν σε όσα επαγγέλλονταν. Αναπαρήγαγαν τις πελατειακές σχέσεις, εξέθρεψαν τον συντεχνιασμό και ταυτόχρονα δεν απάντησαν στα επαγγελλόμενα: εστίαση στο καθημερινό, ισονομία, καλύτερη διαχείριση, αποτελεσματικό κράτος. Ετσι φθάσαμε στα 2009 και στην κρίση.

Η ραγδαία ανατροπή των κομματικών συσχετισμών στη διάρκεια της κρίσης ανακαλεί σε πρώτη ματιά αυτήν του 1974 αλλά δεν έχουν μεταξύ τους τίποτε κοινό. Η Μεταπολίτευση είναι η περίοδος των ουτοπιών και των μεγάλων αφηγήσεων.

Η περίοδος της κρίσης είναι αυτή του «σταματήματος της κατρακύλας», της επιβίωσης. Ετσι, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι λιγότερο ριζοσπαστικό από αυτό του ΠΑΣΟΚ το 1981. Εχουν, ωστόσο, ένα κοινό που εξηγεί και τις εναντίον τους έντονες αντιδράσεις: στρέφονται ενάντια στο «κατεστημένο», είναι αντιεστάμπλισμεντ. Αυτό συνδέει τα δύο κόμματα, αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη στροφή των παπανδρεϊκών στον Τσίπρα, όπως και ψηφοφόρων της «λαϊκής Δεξιάς» οι οποίοι αποτελούν την εκλογική δεξαμενή του ΣΥΡΙΖΑ.

Σήμερα περνάμε σε μία νέα φάση. Για να αφήσουμε πίσω την κρίση, κάθε κόμμα που θέλει να κυβερνήσει οφείλει να ξεπεράσει τις δύο μεγάλες παθογένειες του παρελθόντος, τις πελατειακές σχέσεις και τη φυγή από την πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, οφείλει να προσθέσει δύο στοιχεία που έλειψαν τα προηγούμενα χρόνια και μας οδήγησαν εδώ που είμαστε: χρηστή αποτελεσματική διαχείριση, στρατηγικός σχεδιασμός.

Ολοι συμφωνούμε ότι χρειαζόμαστε μια χρηστή διοίκηση και ένα κράτος αποτελεσματικό που διασφαλίζει την ισοπολιτεία και βελτιώνει την καθημερινότητα των πολιτών. Ακούγεται αυτονόητο αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να γίνει, καθώς εγκλείει σχέσεις εξουσίας, προϋποθέτει σαφή λόγο από κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενους, απαιτεί στελέχη με δεξιότητες και ικανότητες.

Διόλου τυχαίο που τα κομματικά πάθη ανάβουν κάθε φορά που τίθεται ζήτημα στελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών ή ακόμη που στελέχη της διοίκησης «κρύβονται» πίσω από κόμματα. Εδώ χρειάζεται συναίνεση από τις πολιτικές δυνάμεις, ώστε να συμφωνήσουν σε ένα ελάχιστο αποδεκτών κανόνων. Ετσι θα παύαμε να ασχολούμαστε με τα αυτονόητα και όλοι θα στρέφονταν σε πιο δημιουργικές προτάσεις και πρακτικές.

Εξίσου σημαντικός είναι και ο στρατηγικός σχεδιασμός, όρος άγνωστος στον πολιτικό μας λόγο. Εδώ φαίνονται τα όρια και η μερική διάψευση της επαγγελίας του «τέλους των ιδεολογιών». Ο στρατηγικός σχεδιασμός δοκιμάζει και την ικανότητα των πολιτικών κομμάτων να επεξεργαστούν σαφείς προγραμματικούς στόχους και να περιγράψουν τα μέσα για την υλοποίησή τους. Εκεί θα κριθούν όσοι έχουν σχέδιο και όσοι απλά διαχειρίζονται τα πράγματα.

Εκεί θα φανεί ποιος είναι προοδευτικός και ποιος όχι, ποιος έχει όραμα και ποιος δεν έχει, ποιος παρεμβαίνει για να αλλάξει καταστάσεις και ποιος κρύβεται μέσω μεγάλων αφηγήσεων ή μέσω επινοήσεων της στιγμής, μέσω αλλιώς, κατά Λεβί-Στρος, του ιδεολογικού μπρικολάζ. Διαφορετικά, είμαστε καταδικασμένοι στους άγονους, συχνά αυτάρεσκους, κομματικούς διαπληκτισμούς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/6/2018.

Το μακεδονικό ζήτημα πέραν της ονοματολογίας

Αν η αντιπολίτευση έπαιζε σκάκι και όχι τάβλι, θα έσπευδε να συνδράμει στη λύση του νέου Μακεδονικού. Πρώτον, γιατί δεν θα το είχε μπροστά της όταν θα ερχόταν η σειρά της να κυβερνήσει και επίσης τις όποιες αντιδράσεις θα τις χρεωνόταν κυρίως η κυβέρνηση και δευτερευόντως η ίδια. Αλλά ένα πράγμα η στρατηγική, άλλο τα ζάρια.

Ως προς τη στρατηγική. Το αφετηριακό ερώτημα είναι: Ποιοι είναι οι στόχοι της Ελλάδας στα Βαλκάνια; Η αυτονόητη απάντηση είναι: Πρώτον, η πολιτική σταθεροποίηση της περιοχής και, δεύτερον, η είσοδός της σε έναν δρόμο ανάπτυξης που θα ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο ώστε να μη λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τα κάτω, ως προς την Ελλάδα. Τι συμβαίνει στα κεντρικά Βαλκάνια; Μια ρευστοποίηση των συνόρων και δημιουργία λιλιπούτειων κρατών με προβληματική βιωσιμότητα και κυρίως προβληματική συμβίωση των πληθυσμιακών ομάδων που τα συναποτελούν.

Τι θέλει η Ελλάδα; Να επωφεληθεί από τις διαφορές τους, να βάλει σφήνες και να δημιουργήσει ρήγματα; Ή να συμβάλει στη δημιουργία, αφενός, ενός διακρατικού πλαισίου συμβίωσης και σταθερότητας και, αφετέρου, ενός εσωτερικού κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στους πολίτες διαφορετικής εθνοτικής και θρησκευτικής προέλευσης; Καθώς στην περιοχή αυτή το ένα δεν γίνεται χωρίς το άλλο, γιατί μικρά κράτη και μεγάλες μειονότητες αποτελούν δυνητικά αιτίες αποσταθεροποίησης, η απάντηση είναι αυτονόητη.

Επομένως, η Ελλάδα δεν είναι παράγοντας σταθερότητας μόνο ως προς τη Μέση Ανατολή και την Τουρκία, πρέπει να παίξει αυτό τον ρόλο και ως προς τα Βαλκάνια. Αυτή είναι μια ιστορική συγκυρία που πρέπει να αδράξουμε τη σημασία της, και μάλιστα τώρα που βρισκόμαστε στην έξοδο αυτού του κύκλου της κρίσης. Επομένως, σκοπός μας πρέπει να είναι να συμβάλουμε στην κοινωνική ειρήνη και την πολιτική σταθερότητα των γειτονικών χωρών.

Τώρα ως προς το διαφιλονικούμενο. Πρέπει οι Ελληνες να εγκαταλείψουν τον υπερφίαλο τρόπο συμπεριφοράς, που εκφράζεται συχνά με κωμικό τρόπο. Δεν είναι σοβαρό να νομίζεις ότι μπορείς εσύ να βαφτίσεις μια χώρα που ήδη αυτοαποκαλείται με ένα ορισμένο όνομα, και όταν επίσης όλοι οι άλλοι, παντού στον κόσμο, την αποκαλούν με αυτό το ίδιο το όνομα. Η Ελλάδα δεν έχει καμιά διεθνή κατανόηση σ' αυτό, κι ούτε θα μπορούσε να έχει. Επομένως στη συζήτηση πρέπει να πάει με ενσυναίσθηση αυτού του προβλήματος. Και εδώ βρίσκεται το δίλημμα. Θα περιχαρακωθεί στο «η μη λύση είναι η καλύτερη λύση», αναβάλλοντας επ' αόριστον το ζήτημα, ή θα ακολουθήσει τους στρατηγικούς της στόχους;

Πρέπει να αντιληφθούμε τι σημαίνει το όνομα Μακεδόνες για τους ίδιους. Το αφήγημα που προκύπτει από την Disneyland των Σκοπίων, με τα εκατοντάδες αγάλματα στο κέντρο της πόλης, καθώς και από το μεγάλο μουσείο της, είναι ότι θέλουν να θεωρούν τον εαυτό τους κληρονόμο όλων των πολιτισμών που άνθησαν ή πέρασαν από την περιοχή. Γι' αυτό κι ο Αλέξανδρος δίπλα στον Ιουστινιανό, τον Κύριλλο και Μεθόδιο, τον Αγιο Κωνσταντίνο, τη Μητέρα Τερέζα, τους Βούλγαρους μεσαιωνικούς τσάρους, τους χαϊντούκους, τους αμέτρητους «δασκάλους του γένους», τους ακτιβιστές του μακεδονικού αγώνα και τους παρτιζάνους. Επομένως, το όνομα δείχνει προς τη Μακεδονία όχι ως εθνολογικό, αλλά ως γεωγραφικό προσδιορισμό.

Τι αποκλείει όμως; Τις οθωμανικές και μουσουλμανικές κληρονομιές των Βαλκανίων. Δηλαδή τη μουσουλμανική αλβανική μειονότητα. Αυτή δεν αντιπροσωπεύεται καθόλου σ' αυτό το συμβολικό πάνθεον. Και εκεί είναι το λεπτό πρόβλημα ισορροπίας ανάμεσα στην πλειονότητα και στη μειονότητα. Πρέπει να βοηθηθούν ώστε να συνυπάρξουν. Αυτό είναι το πρωτεύον. Μα ρωτούν ορισμένοι: Η χρήση του όρου Μακεδονία δεν σημαίνει αλυτρωτισμό; Το πρώτο μάθημα της γλωσσολογίας είναι ότι οι λέξεις αποκτούν νόημα από τις φράσεις, από τη θέση τους σ' αυτές, και η λέξη Μακεδονία δεν εξαιρείται. Επομένως, όχι, δεν σημαίνει. Εχουν κουράσει και είναι παντελώς εκτός εποχής οι βαρύγδουπες εθνικές ρητορείες.

Είναι επίσης εντελώς υποκριτική η θέση ότι αν η κυβέρνηση δεν προτείνει μια λύση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν πρόκειται να συναινέσουν. Ολοι το γνωρίζουν ότι ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις δεν υπάρχει ομοφωνία, όλες τις τέμνει μια διαχωριστική γραμμή που αφορά τα εθνικά θέματα. Επομένως, εδώ είναι εμφανής η μικροπολιτική στόχευση.

Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να κυβερνηθεί από μονοκομματικές ή μονοπαραταξιακές κυβερνήσεις, και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι εφόσον οι ιδεολογικές γραμμές γύρω από κρίσιμα ζητήματα δεν μπορούν πλέον να είναι συμπαγείς αλλά αλληλοτέμνονται, η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει παρά με μικρούς και επιμέρους ιστορικούς συμβιβασμούς. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Αρκεί την τακτική να την καθορίζει η στρατηγική. Και βέβαια άλλη τακτική υιοθετείς αν θεωρείς ότι η κυβέρνηση είναι το μεγαλύτερο κακό, και οποιαδήποτε ευκαιρία πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ανατροπή της, και άλλη αν ξεκινήσεις από το ερώτημα ποιος είναι ο ρόλος της Ελλάδας στην παγκόσμια σκακιέρα μετά την κρίση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 8/1/2018.

Ήταν αναγκαία η παρέμβαση Ματαρέλα;

Πολλά ενδιαφέροντα άρθρα γράφτηκαν, όχι μόνο στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής, αλλά και σε άλλα έντυπα, σχετικά με τη νομιμότητα της παρέμβασης του ιταλού προέδρου Σέρτζιο Ματαρέλα να μη δεχτεί τον διορισμό του Πάολο Σαβόνα ως υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση Κόντε. Πολύ σχηματικά, η μια άποψη θεώρησε πως η απόφαση του προέδρου ήταν αντισυνταγματική. Αφού το ιταλικό Σύνταγμα δεν δίνει στον πρόεδρο το δικαίωμα να απορρίψει την απόφαση μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης να επιλέξει σε κάθε υπουργείο το πρόσωπο που αυτή θεωρεί ως κατάλληλο. Η άλλη άποψη ήταν ότι σε πολύ ειδικές περιπτώσεις ο πρόεδρος έχει αυτό το δικαίωμα. Ειδικά στην περίπτωση της Ιταλίας, όπου ο ρόλος του προέδρου δεν είναι διακοσμητικός και όπου υπήρχαν προηγούμενες περιπτώσεις παραβίασης αυτού του συνταγματικού κανόνα, η προεδρική παρέμβαση δικαιολογείται. Δικαιολογείται γιατί ο ιταλός πρόεδρος θεώρησε ότι με τον διορισμό στο υπουργείο Οικονομικών ενός ατόμου που ήταν φανατικά εναντίον του ευρώ, αυτό έβαζε σε κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα του ιταλικού λαού.

Οι τέσσερις λόγοι

Σε αυτό το σύντομο άρθρο δεν θέλω να πάρω ευθέως θέση σε αυτή την ενδιαφέρουσα διαμάχη. Θέλω απλά να τονίσω πως πέρα από το θέμα της συνταγματικότητας, υπάρχει και το θέμα της αναγκαιότητας της παρέμβασης του ιταλού προέδρου. Νομίζω ότι η παρέμβασή του δεν ήταν αναγκαία για τους εξής λόγους:

- Πρώτον, ο Πάολο Σαβόνα είχε δηλώσει, προτού πάρει την απόφασή του ο ιταλός πρόεδρος, ότι δεν είναι πια εναντίον του ευρώ και δεν απορρίπτει τη συμφωνία του Μάαστριχτ. Απλά θα ακολουθούσε μια επεκτατική/αναπτυξιακή πολιτική στο πλαίσιο της ευρωζώνης.

- Δεύτερον, οι λαϊκιστές ηγέτες του κυβερνητικού συνασπισμού Λουίτζι Ντι Μάιο αλλά και Ματέο Σαλβάνι, παρ' όλο τον ευρωσκεπτικισμό τους, δήλωσαν πριν από τις εκλογές ότι δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν την ευρωζώνη. Απλά στα οικονομικά θέματα, μη δεχόμενοι τη μερκελική οικονομική πολιτική της λιτότητας, σκοπεύουν να ακολουθήσουν μια επεκτατική, αναπτυξιακή πολιτική.

- Τρίτον, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Σαβόνα άλλα δήλωσε και άλλα εννοεί. Βασικά ο στόχος του παραμένει η έξοδος της Ιταλίας από τον χώρο του ευρώ. Ομως αν ίσχυε αυτό, θα αντιμετώπιζε την αντίρρηση του Ντι Μάιο και του Σαλβάνι. Θα τον αντικαθιστούσαν με έναν πιο ήπιο ευρωσκεπτικιστή υπουργό.

- Τέταρτον, αν και οι δύο λαϊκιστές ηγέτες στόχευαν πραγματικά σε ένα Italexit, θα προχωρούσαν αμέσως μετά την εκλογική τους νίκη σε ένα δημοψήφισμα με θέμα «Θέλουν οι πολίτες να αποχωρήσουν από την ευρωζώνη ή όχι;».

Με βάση τα παραπάνω, νομίζω πως ούτε ο Ντι Μάιο ούτε ο Σαλβάνι έχουν ως στόχο ένα Italexit. Εχουν μάλλον ως στόχο να αγνοήσουν τους επιβαλλόμενους από τις Βρυξέλλες κανόνες της δημοσιονομικής σταθερότητας/λιτότητας και να προχωρήσουν, στον οικονομικό χώρο, σε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα κρατικών επενδύσεων και κοινωνικών παροχών. Βέβαια, με δεδομένο το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας, το πρόγραμμά τους θα οδηγήσει σε αδιέξοδο. Οπως με κυνισμό τόνισε ο Γκίντερ Εντινγκερ (στενός συνεργάτης της Ανγκελα Μέρκελ), οι αγορές θα τιμωρήσουν τους ιταλούς ψηφοφόρους και θα συνετίσουν τους λαϊκιστές ηγέτες τους.

Θα «προσγειωθούν»

Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι που τελικά θα γίνει. Οι Ντι Μάιο και Σαλβάνι θα αναγκαστούν να «προσγειωθούν» στην πραγματικότητα και να αμβλύνουν σημαντικά τα υπεραισιόδοξα αναπτυξιακά και κοινωνικά σχέδιά τους. Βέβαια, επειδή η Ιταλία, ως η τρίτη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της ευρωζώνης, έχει ένα βάρος πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδος, θα δούμε τελικά όχι έξοδο αλλά μια άτυπη, σιωπηρή συμφωνία μεταξύ της γερμανίδας καγκελαρίου και των δύο λαϊκιστών ηγετών. Η κυρία Μέρκελ θα φροντίσει η προσγείωση να μην είναι πολύ επώδυνη, προσφέροντας διαφόρων ειδών βοήθεια. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση Κόντε θα αναγκαστεί να κάνει «κωλοτούμπες» α λα ελληνικά. Με άλλα λόγια, αντίθετα με το επιχείρημα του «αναχώματος» στον λαϊκιστικό αυταρχισμό, η παρέμβαση Ματαρέλα δεν ήταν αναγκαία. Με ή χωρίς τον Σαβόνα ως υπουργό Οικονομικών, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 10/6/2018.

Από την υβριδική λύση στην «ασφαλή έξοδο»

Να το έχουμε ομολογήσει: επειδή, όταν ακόμη και μετά την εκδήλωση της Ιταλικής κρίσης και το «σφίξιμο» των αγορών κεφαλαίου – αν μην μιλούμε για κλείσιμο και το γρουσουζέψουμε – για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου η κυβερνητική γραμμή παρέμεινε σταθερή υπέρ της «καθαρής εξόδου», με άρνηση της όποιας προληπτικής γραμμής στήριξης (ή άλλου, αλλιώς ονοματολογημένου προγράμματος στήριξης), είχαμε ξεμείνει με την απορία ποια ήταν η ακριβής θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Γιατί; Επειδή γινόταν βαθμιαία σαφές ότι ασφαλώς και καταγγελλόταν η Κυβέρνηση για λάθος χειρισμούς και κακό αποτέλεσμα κλπ. όμως... πρόταση για προσφυγή σε προληπτική γραμμή δεν υπήρχε από την Ν.Δ. (ο έτερος των συμμετεχόντων στην Κυβέρνηση του 2014, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, πήρε εξαρχής και κράτησε σταθερά αυτήν την στάση της διεκδίκησης προληπτικής γραμμής. Όπως και ο Γιάννης Στουρνάρας ως ΤτΕ/ΕΚΤ).
Είχαμε λοιπόν απευθυνθεί, σε κάποια συνεδριακή διοργάνωση, στον Χρήστο Σταϊκούρα, ο οποίος ως υπουργός αναπληρωτής Οικονομικών στην Κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Στουρνάρα (και τώρα σκιώδης Οικονομικών στην ΝΔ) είχε μια εποπτεία των πραγμάτων, να μας διευκρινίσει σαν ποια θα ήταν τελικά η θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Με πολύ προσεκτικό τρόπο, μας είχε περιγράψει ότι εκείνο που θα αποτελούσε θέση/αίτημα θα ήταν όχι προληπτική γραμμή, ούτε έξοδος χωρίς κάλυψη - αλλά «μια ασφαλής έξοδος». Με την εξειδίκευση ότι θα' πρεπε να έχει επιδιωχθεί στην τελική διαπραγμάτευση μέρος των αδιάθετων υπολοίπων του τρίτου Χρηματοδοτικού Προγράμματος των 84 δις (κάπου 27,5 δις, όχι αμελητέο 27,5 ποσό) που έχει παραμείνει διαθέσιμο στην μετά-την-έξοδο Ελλάδα. (εδώ είπαμε μια ανακρίβεια: το ποσό αυτό «φεύγει» από τις οθόνες με την λήξη του Προγράμματος).
Αυτή η θέση ξεκαθάρισε αρκετά – με τελευταίο βήμα την τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Γ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, όπου έθεσε στο τραπέζι την πρόταση ένα ποσό της τάξεως των 7-8 δις από αυτό το αδιάθετο υπόλοιπο του τρίτου Προγράμματος να διατεθεί (δηλαδή... να διεκδικηθεί από τους «εταίρους»/από τον ESM η διάθεσή του) προκειμένου να μειωθεί ισόποσα η αποστράγγιση της αγοράς με την πρακτική των repos από το Δημόσιο από ΔΕΚΟ και άλλους φορείς Γενικής Κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε να αυξηθεί η καταθετική βάση των τελευταίων στο τραπεζικό σύστημα, επιτρέποντας μιαν αύρα ρευστότητας στην οικονομία. Από την ίδια πηγή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν πόροι για αποπληρωμή των arrears του Δημοσίου, τα οποία βρίσκονται μεν σε συγκριτικά χαμηλό επίπεδο κάτω των 3,5 δις ευρώ (πλην αν ευρηματική λογιστική έχει κρατήσει πίσω άλλα κονδύλια...). και αυτό, προφανώς, θα απαιτούσε διαπραγμάτευση με τους «εταίρους»/τον ESM.
Βέβαια, την διαπραγμάτευση κάθε φορά κάνει η Κυβέρνηση και όχι η Αντιπολίτευση! Όμως ήδη φαίνεται ότι από την άλλη πλευρά του λόφου – εκείνην των «εταίρων» – ωριμάζουν αντίστοιχες σκέψεις. Και μάλιστα στο πιο υψηλό επίπεδο, εκείνο της Γερμανικής Καγκελαρίας (θυμηθείτε την διατύπωση Μέρκελ: «Είμαι πολύ αισιόδοξη ότι θα βρεθεί μια καλή λύση για την Ελλάδα στο ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους») μετά και την συνάντηση Μέρκελ-Λαγκάρντ. Όσο η πλήρης παραμονή του ΔΝΤ στο μετά-το-Πρόγραμμα καθεστώς της Ελλάδας αμβλύνεται, ως ενδεχόμενο, τόσο η Γερμανία «ανακαλύπτει» την δική της την ευθύνη. Για μιαν Ελλάδα που πείσθηκε/πιέσθηκε να αναζητήσει τα υπερυψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ώστε (αν κοιτάξουμε το πράγμα από τα μάτια των «εταίρων»...) να έχει θυσιάσει προσδοκία ανάπτυξης προκειμένου να βρίσκει πόρους για αποπληρωμή τόκων το 2019-22. Διατηρώντας μεν την αρκετά ανελαστική στάση στην έγκριση πειστικών μέτρων ελάφρυνσης του χρέους – για τους γνώριμους ΓερμανοΓερμανικούς λόγους – αναζητά η Γερμανία άλλες μεθοδεύσεις ώστε να ανοίξει μια ομπρέλα (καλύτερα: ένα αλεξίπτωτο) πάνω από την Ελλάδα. Χωρίς να φέρνει στο κεφάλι της σημερινής Κυβέρνησης (που ήδη σηκώνει το βάρος της επίλυσης του Μακεδονικού, υπό τα χειροκροτήματα και με τις ευχές του διεθνούς συστήματος) μη-διαχειρίσιμο πολιτικό κόστος.
Γιατί μη-διαχειρίσιμο πολιτικά θα ήταν να μεταστραφεί η Κυβέρνηση Τσίπρα και να ζητήσει την χορήγηση προληπτικής γραμμής: βλέπετε, η PCCL δεν σου «επιβάλλεται», εσύ την ζητάς και σου χορηγείται! Και η μετάβαση Κλάους Ρέγκλινγκ – του ESM – στο Μέγαρο Μαξίμου, «κάτι» από αυτήν την προβληματική αισθανόμαστε ότι κουβάλησε.
Έτσι λοιπόν, μετά την προηγούμενη περίοδο όπου η συζήτηση ήταν για «καθαρή έξοδο»/Τσίπρας, «αρκετά καθαρή έξοδο»/Τσακαλώτος, «αυτοδύναμη έξοδο»/Τζανακόπουλο, θα μπορούσαμε τώρα να κινούμεθα στον αστερισμό της «ασφαλούς εξόδου». Παράλληλα με την υβριδική εκδοχή παρακολούθησης μετά-το-Πρόγραμμα, την θυμόσαστε κι αυτήν;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/6/2018.