Σάββατο, 13 Απρίλιος 2024

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος: Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Μουζέλη, Ματιές στο μέλλον (29-3-2019, Στοά του Βιβλίου)

Κυρίες και Κύριοι,

Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα το ότι μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω σήμερα για το τελευταίο βιβλίο ενός από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους κοινωνιολόγους, του Νίκου Μουζέλη. Ενός αληθινά πνευματικού ανθρώπου, βαθύτατα σεμνού, που ταυτοχρόνως υπήρξε πάντοτε –δηλαδή και παλαιότερα αλλά και τώρα- θαρραλέα πρωτοπόρος στις πολιτικές του παρεμβάσεις. Πάντοτε, με πλήρη επίγνωση των αντιδράσεων που θα προκληθούν από αυτές, ενίοτε πολύ σκληρών και άδικων -είναι η αλήθεια- για εκείνον και την εν γένει ακαδημαϊκή και δημόσια πορεία του.
Στο βιβλίο του, το οποίο σήμερα συζητάμε, με τίτλο, Ματιές στο μέλλον – Καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία και σύγχρονο κράτος, ο συγγραφέας υποστηρίζει α) ότι ο καπιταλισμός παρά τις περί αντιθέτου προβλέψεις θεωρητικών, όπως ο Streeck και ο Wallerstein, των οποίων το έργο συνοπτικά αλλά περιεκτικά παρουσιάζει, δεν πρόκειται να εκπνεύσει αλλά, αντιθέτως, θα επιζήσει τουλάχιστον βραχυ- μεσοπρόθεσμα (μάλλον και μακροπρόθεσμα, θα πρόσθετα εγώ) και β) Τούτου δοθέντος, αξίζει να προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα νέο περιεχόμενο στην έννοια της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μιας σοσιαλδημοκρατίας η οποία επλήγη μεν από την «σοσιαλφιλελεύθερη στροφή» της την δεκαετία του 90, παρότι ακόμη και τότε αυτή προάσπισε, όπως ορθά υποστηρίζει ο Μουζέλης, το κοινωνικό κράτος στον βαθμό που το «επέτρεψαν» η προηγηθείσα στην Αγγλία και τις ΗΠΑ νεοφιλελεύθερη επανάσταση της Θάτσερ και του Ρήγκαν αλλά και η ήδη από τότε επελαύνουσα παγκοσμιοποίηση.
Οι αλλαγές που αυτές επέφεραν στην διεθνή οικονομία αλλά και στην διεθνή πολιτική, κυρίως μέσω της μεταβολής του ρόλου του κράτους-έθνους -που ενισχύθηκε όσον αφορά τη δυνατότητα παρέμβασής του στη διαμόρφωση του διεθνούς περιβάλλοντός του ενώ εξασθένησε όσον αφορά την ικανότητά του ν' ασκεί οικονομικές πολιτικές κεϋνσιανής κατεύθυνσης στο εσωτερικό του- έπρεπε ασφαλώς να ληφθούν υπ' όψιν από τα σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα της Ευρώπης. Ήταν και είναι προφανές ότι η άνοδος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και η μείωση της αυτονομίας του κράτους άλλαξαν ριζικά την ισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.
Η προσαρμογή των Ευρωπαϊκών Εργατικών και Σοσιαλδημοκρατικών Κομμάτων στη νέα αυτή πραγματικότητα δεν έγινε πάντοτε με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο για την διατήρηση της ακτινοβολίας και επιρροής τους τόσο στην διαρκώς συρρικνούμενη από την μεταφορντική εποχή και εντεύθεν εργατική τάξη όσο και στην αρκετά ευρύτερη και ως εκ τούτου πολυπληθέστερη κατηγορία των εργαζομένων στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτό συνέβη εν μέρει λόγω πραγματικών δυσκολιών που δεν κατέστη δυνατόν ν' αντιμετωπιστούν επιτυχώς αλλά και εν μέρει διότι το δέλεαρ της εξουσίας αποδείχθηκε πιο ισχυρό από την υπεράσπιση μιας συνεπούς ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατικής αντζέντας. Παρεμπιπτόντως, δυστυχώς αυτή η διαπίστωση μάλλον ισχύει για όλους –ή σχεδόν για όλους, για να μην είμαι απόλυτος- τους ασκούντες την εξουσία, ανεξαρτήτως του πολιτικού τους χρώματος. Πρόκειται για συμπεριφορά για την οποία μάλλον έγκαιρα μας έχουν προειδοποιήσει σημαντικοί συντηρητικοί πολιτικοί στοχαστές, που επιμένουν σε κάποιες ανθρωπολογικές σταθερές κατά την μελέτη της πολιτικής συμπεριφοράς. Παραταύτα -όπως ορθά, και πάλι, παρατηρεί ο Μουζέλης- το γόητρο του Εργατικού Κόμματος στην Αγγλία και του τότε Πρωθυπουργού, Τόνυ Μπλαίρ, επλήγησαν κυρίως από την υποστήριξη του πολέμου στο Ιράκ, παρά από τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες προχώρησαν σε κρίσιμους τομείς του κοινωνικού κράτους, όπως, για παράδειγμα, το Εθνικό Σύστημα Υγείας του ΗΒ, όπου επιδιώχθηκε ένας μάλλον εύλογος και λειτουργικός εκσυγχρονισμός του, που έλαβε υπ' όψιν ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια αποτελεσματικότητας και επιδίωξε την συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, όπου αυτό κρίθηκε χρήσιμο.
Όμως, η θέση του Μουζέλη για την ανάγκη αναζήτησης ενός νέου σοσιαλδημοκρατικού οράματος, που θα αρμόζει στα σημερινά δεδομένα της διεθνούς πολιτικής σκηνής, προκειμένου η πραγμάτωσή του να επιδιωχθεί με αποτελεσματικότητα (και θα επανέλθω σ' αυτό στην συνέχεια, για να εξηγήσω τι ακριβώς εννοώ), δεν είναι καινούργια. Ας μου επιτραπεί να θυμίσω ένα παλαιότερο, μικρό βιβλίο του, με τίτλο, Για έναν εναλλακτικό τρίτο δρόμο – Αναστοχαστικός εκσυγχρονισμός και τα αδιέξοδα της πολιτικής σκέψης του Antony Giddens, το οποίο δυστυχώς ελάχιστα συζητήθηκε τότε στην Ελλάδα (καθώς προσπεράστηκε μάλλον αδιάφορα τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από την υπόλοιπη μη κομμουνιστική Αριστερά). Σ' αυτό, ο Μουζέλης ασκεί μεν κριτική στον Τρίτο Δρόμο του Giddens, πλην όμως τονίζει ότι μεταξύ της νεοφιλελεύθερης και της παλαιοσοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας δεν υπάρχει ένας αλλά πολλοί Τρίτοι Δρόμοι. Με τούτο θέλω να πω ότι υπάρχει συνέχεια στην σκέψη του αλλά και συνέπεια και συνεκτικότητα στην επιχειρηματολογία του, η οποία παραμένει αμετακίνητη στην στόχευσή της και απλώς αναπροσαρμόζεται, λαμβάνοντας υπ' όψιν την ραγδαίως μεταβαλλόμενη διεθνοπολιτική πραγματικότητα.
Έτσι, στο συζητούμενο σήμερα βιβλίο, ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι το νέο σοσιαλδημοκρατικό όραμα, που μπορεί να οδηγήσει σ' έναν πιο «ήπιο» και κοινωνικά δίκαιο καπιταλισμό σε σχέση με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό των ΗΠΑ και τον αυταρχικό καπιταλισμό της Κίνας, όπως τους ονομάζει, δεν μπορεί να επιτευχθεί σε εθνικό, αλλά σε μεταεθνικό επίπεδο. Και συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί, όμως, σοσιαλδημοκρατία και όχι νεοφιλελευθερισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης; Για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, ο Μουζέλης αναγνωρίζει ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση βοήθησε μεν σημαντικά τις αναπτυσσόμενες χώρες της καπιταλιστικής ημι-περιφέρειας, συντελώντας στο να βγουν από την απόλυτη φτώχεια εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι. Μάλιστα, όπως υποστηρίζεται από κάποιους μελετητές, αυτό το φαινόμενο μπορεί να συνεχιστεί, με αποτέλεσμα σε λίγα χρόνια η απόλυτη φτώχεια να εκλείψει πλήρως από τον κόσμο. Επίτευγμα, ασφαλώς, κορυφαίο και ακόμη πιο σημαντικό, όπως αναγνωρίζει ο ίδιος ο Μουζέλης, σε σχέση με όσα είχε επιτύχει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία στην «χρυσή εποχή» της, δηλαδή στο διάστημα 1945-1975. Όμως, δεν προκρίνει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης για την Ευρώπη διότι στις δυτικές ανεπτυγμένες κοινωνίες παρατηρούμε την όξυνση των ανισοτήτων που ο νεοφιλελευθερισμός δημιουργεί. Το trickle-down effect, που προβλέπεται από την νεοφιλελεύθερη οικονομική θεωρία, μετά την περαιτέρω αύξηση του πλούτου των πλουσιοτέρων μέσω και της φορολογικής τους ελάφρυνσης γι' αυτόν τον σκοπό, δεν φάνηκε να λειτουργεί στην πράξη σε ανεπτυγμένες κοινωνίες δυτικού τύπου. Συνακόλουθη, λοιπόν, υπήρξε η άνοδος του λαϊκισμού, λόγω της οικονομικής και κοινωνικής περιθωριοποίησης τμημάτων του πληθυσμού που αυτές οι ανισότητες δημιούργησαν. Γι' αυτό, ο Μουζέλης προτείνει, ως σοβαρό ανάχωμα στα δύο προαναφερθέντα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης, μια συμμαχία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς και της ριζοσπαστικής αριστεράς, με την τελευταία να διακρίνεται, όμως, από σταθερή και αμετακίνητη πίστη στο ευρωπαϊκό ενωσιακό ιδεώδες.
Πρόκειται για conditio sine qua non, αφού, κατά Μουζέλη, θα το επαναλάβω, μόνο στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δυνατή, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, η χάραξη μιας νέας σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής. Μιας πολιτικής, ικανής να μας οδηγήσει να πούμε -για να παραφράσω τον αείμνηστο Μιχάλη Παπαγιαννάκη- ότι η ιδέα τη ενοποιημένης Ευρώπης είναι ξανά η πιο προοδευτική πολιτική ιδέα.
Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να προβώ σε μια πιο παρέκβαση με κάπως πιο θεωρητικό ενδιαφέρον, για να πω ότι ο συγγραφέας του βιβλίου, Ματιές στο μέλλον, πρώτον, απορρίπτει τις προβλέψεις για κατάρρευση του καπιταλισμού, που προκύπτουν από θεωρίες διανοητών όπως ο Streeck και ο Wallerstein, και, δεύτερον, επιχειρηματολογεί υπέρ της αναμενόμενης δράσης εκ των άνω για την διάσωση του καπιταλισμού από τις όποιες εσωτερικές αντιφάσεις του, εφαρμόζοντας μεθοδικά τα συμπεράσματα της δικής του έρευνας πάνω στο πρόβλημα της σχέσης δρώντος και δομής, το οποίο είναι κεντρικής σημασίας στην κοινωνιολογική θεωρία.
Ο Μουζέλης σε σειρά ακαδημαϊκών του δημοσιεύσεων αλλά και στα τέσσερα βιβλία του, με τους αντίστοιχους τίτλους, Μεταμαρξιστικές προοπτικές – Για μια νέα πολιτική οικονομία και κοινωνιολογία, Επιστροφή στην Κοινωνιολογική Θεωρία – Η έννοια της ιεραρχίας και το πέρασμα από τη μίκρο- στη μακροκοινωνιολογία, Η κρίσης της κοινωνιολογίας – Τι πήγε λάθος;, και, τέλος, Γέφυρες μεταξύ νεωτερικής και μετανεωτερικής κοινωνικής θεωρίας, εξετάζει, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης δρώντος και δομής, εξελίσσοντας συνεχώς τις επεξεργασίες του πάνω σ' αυτό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο John Parker στο μελέτημά του, Structuration (Open University Press, 2000), επικεντρώνεται στις απόψεις των Giddens, Bourdieu, Archer και Μουζέλη, ενώ το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου του Roger Sibeon, Rethinking Social Theory (Sage, 2004), έχει τον ενδεικτικό τίτλο, «Τρεις μείζονες θεωρητικοί της Κοινωνιολογίας: Archer, Μουζέλης και Layder».
Και ενώ η Archer έχει κερδίσει μια θέση στη μελέτη της σχέσης δρώντος και δομής στη βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων, λόγω των αναφορών στο έργο της που συναντά κανείς στα πολυσυζητημένα βιβλία των θεωρητικών των Διεθνών Σχέσεων, Alexander Wendt και Colin Wight, με τίτλους, Social Theory of International Politics και Agents, Structures and International Relations, αντιστοίχως, η έξοχη δουλειά του Μουζέλη πάνω στο ίδιο πρόβλημα αναμένει ν' αξιοποιηθεί επαρκώς στο μέλλον στο πλαίσιο του γνωστικού αυτού αντικειμένου, που και ο ίδιος υπηρετώ. Προς το παρόν, επισημαίνω μόνον την παραπομπή στο βιβλίο του Μουζέλη, Γέφυρες, από τον Christopher Hill, η οποία υπάρχει στο προσφάτως εκδοθέν και στα ελληνικά, κλασικό έργο του, Η Εξωτερική Πολιτική τον 21ο Αιώνα (ΠΕΚ, 2018).
Ξαναγυρίζω, λοιπόν, στο βιβλίο που συζητάμε, το Ματιές στο μέλλον, για να πω ότι ο συγγραφέας του, εφαρμόζοντας την δική του θεωρία για την σχέση δρώντος και δομής στην κριτική του για την θεωρία του Streeck περί κατάρρευσης του καπιταλισμού λόγω εσωτερικών του αντιφάσεων, επισημαίνει ότι σ' αυτήν «δεν λαμβάνονται υπόψη μακρο-συλλογικά υποκείμενα που δεν είναι προϊόντα καπιταλιστικών αντιθέσεων (σελ. 23), σε αντίθεση, π.χ., με την μαρξιστική θεωρία, όπου το σύνολο των εννοιολογικών της εργαλείων «είναι κατασκευασμένο κατά τέτοιο τρόπο που η σύνδεση των εξελισσόμενων θεσμών με τους αγώνες των συλλογικών φορέων γίνεται κατά θεωρητικά συνεπή τρόπο». Αυτή την παρατήρηση επαναλαμβάνει ο Μουζέλης και όταν επισημαίνει πως ο «Émile Durkheim, ένας από τους πατέρες της κοινωνιολογικής θεωρίας, προσπάθησε να καταπολεμήσει τον μεθοδολογικό αναγωγισμό τονίζοντας πως ένα 'μάκρο' πρόβλημα, όπως αυτό της ευρωπαϊκής ενοποίησης, πρέπει αρχικά να ερευνηθεί σε σχέση με 'μάκρο' παίκτες, ικανούς να θέσουν τα όρια μέσα στα οποία παίκτες μικρότερης ισχύος θα είναι αναγκασμένοι να λειτουργήσουν» (σελ. 131-132). Υπάρχει, ασφαλώς, μεγάλη αβεβαιότητα ως προς το σε ποια κατεύθυνση θα «κινηθούν» οι μελλοντικές εξελίξεις.
Κατά συνέπεια, η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση μπορεί να προχωρήσει εάν ανατραπούν αδυναμίες της σημερινής ευρωζώνης, όπως είναι η άνιση συναλλαγή μεταξύ Ευρωπαϊκού Βορρά και Ευρωπαϊκού Νότου, η υφεσιακή διαχείριση της κρίσης αλλά και το δημοκρατικό έλλειμμα όσον αφορά την λειτουργία της.
Ασφαλώς, με βάση όσα προαναφέραμε για να επέλθει αλλαγή, απαιτείται πρωτοβουλία κάποιας μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης, όπως η Γαλλία, σε συνεννόηση και σύμπραξη, ενδεχομένως, με χώρες του Νότου – εκτός εάν στην ίδια την Γερμανία σημειωθεί διαφοροποίηση της θέσης της έναντι του τρόπου που βλέπει σήμερα την ευρωζώνη και τις υποχρεώσεις, αλλά και τα δικαιώματα, των μελών της. Και προχωρήσει από κοινού με τη Γαλλία σε αλλαγές στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Κλείνοντας, ας μου επιτραπεί να πω ότι και η Ελλάδα -παρότι μικρή χώρα και ως εκ τούτου μικρός παίκτης σ' ένα σύστημα που κυρίως διαμορφώνεται από τους 'μάκρο' παίκτες- έχει δια του Προέδρου της Δημοκρατίας, καταθέσει ενδιαφέρουσες απόψεις για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην ευρωζώνη και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε ομιλία του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Ζάγκρεμπ, στις 6 Φεβρουαρίου 2019, ο κ. Παυλόπουλος κατέθεσε, ανάμεσα σε άλλες προτάσεις του και τις ακόλουθες σκέψεις, όσον αφορά την θεσμική κατοχύρωση του Eurogroup: «[...] απαιτείται η ολοκλήρωση των θεσμικών μεταβολών, μέσω των οποίων θα προσδιορισθεί επακριβώς -υπό όρους Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου- η όλη οργάνωση και λειτουργία του Eurogroup. Έτσι ώστε να πάψει να υφίσταται η κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) -κορυφαίο παράδειγμα η απόφαση της 20.9.2016, «Ledra Advertising»- θεσμική «αφάνεια» του Eurogroup. «Αφάνεια», η οποία δεν είναι συμβατή με τον καθοριστικό ρόλο, τον οποίο διαδραματίζει στην πράξη το Eurogroup για την Ευρωζώνη στο σύνολό της. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, δεν είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου και της εξ αυτού απορρέουσας αρχής της νομιμότητας». Πρόκειται, όπως βλέπετε, για θέση του Έλληνα Προέδρου, που είναι απολύτως συμβατή με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του οποίου ο ρόλος υπήρξε, όπως όλοι γνωρίζουμε, από την έναρξη της λειτουργίας του, καθοριστικός πρωτίστως για την δημιουργία της Ενιαίας Αγοράς αλλά και την εν γένει προώθηση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.
Σας ευχαριστώ πολύ!

Γιατί η «Γέφυρα» και γιατί τώρα;

Η «Γέφυρα», για την οποία θα ακούμε όλο και περισσότερο, δεν ανήκει στο είδος των συνηθισμένων προεκλογικών διευρύνσεων. Δεν χωράει εκεί και δεν είναι αυτός ο στόχος της. Καλό να το ξέρουν φίλοι και αντίπαλοι.

Η «Γέφυρα» στήθηκε με επίγνωση ότι τώρα, στην έξοδο από την οκταετία της άμεσης μνημονιακής επιτήρησης, η χώρα έχει να αντιμετωπίσει υπαρξιακά προβλήματα που δεν σηκώνουν δημαγωγία ούτε υποκρισία, που θέλουν τόλμη και δυνατότητα να υπερβαίνεις εσκαμμένα και περιχαρακώσεις.

Σαν κι αυτή που επιδείχθηκε στις Πρέσπες. Και για τούτο η συμφωνία αυτή έγινε καταλύτης. Γιατί ξεχώρισε το στάρι από την ήρα. Τους ορθολογιστές από τους εθνικιστές. Οι πρώτοι πήγαν στο Μέγαρο ή στο Ζάππειο, αναλόγως της εγγύτητας ή της απόστασης που τους χώριζε από την κυβέρνηση. Αλλά πήραν θέση. Οι άλλοι, είναι αδιάφορο αν στάθηκαν απέναντι ως βαθιά εθνικιστές ή ψηφοθήρες δημοκόποι. Η άρνηση τους εξομοίωσε.

Αλλά κυρίως οι Πρέσπες έδειξαν τη δέσμη θέλησης και ηγετικών ικανοτήτων για την αντιμετώπιση δυσεπίλυτων προβλημάτων, παρά το πολιτικό τους κόστος. Και αυτά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι ακόμη δυσκολότερα. Γιατί σε κάθε ένα συνοψίζονται και τα υπόλοιπα. Και θα έρθω στο πρώτο παράδειγμα.

Η Ελλάδα αυτή τη δεκαετία μπήκε αμετάκλητα στην πορεία μείωσης του πληθυσμού. Μείωση του πληθυσμού σημαίνει γήρανση και γήρανση του πληθυσμού σημαίνει πως δεν μπορεί να κρατήσει συντάξεις, περίθαλψη, εκπαίδευση, ό,τι συνιστά στοιχειωδώς κοινωνικό κράτος.

Σημαίνει δημοσιονομικά ελλείμματα και συνεχείς προσαρμογές προς τα κάτω. Σημαίνει φτωχή και αντιπαραγωγική κοινωνία λευκών κροτάφων. Είναι αποτέλεσμα της κρίσης; Σε μικρό ποσοστό μόνο. Συνέπεσε όμως. Πρόκειται για πτώση της γονιμότητας ως αντίρροπη τάση στην πληθυσμιακή έκρηξη. Πανίσχυρη και βαθιά παγκόσμια τάση. Τάση που δεν ανατρέπεται ούτε με 2.000 ευρώ κάθε μωρό (sic! Πρόταση Ν.Δ.), αλλά ούτε ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, που ίσα-ίσα μαραίνεται από τις δημογραφικές μεταβολές.

Τι μπορεί να γίνει; Η Μέρκελ το έδειξε εισάγοντας επίσημα ένα εκατομμύριο Σύρους και αφήνοντας να εισρεύσουν ακόμη περισσότεροι ανεπίσημα. Και στην Ελλάδα, το δημογραφικό ισοζύγιο θα ήταν ακόμη πιο αρνητικό, αν δεν είχαμε ώς τώρα εννιακόσιες χιλιάδες μετανάστες από το 1990. Επομένως; Καταλαβαίνει κανείς ότι χωρίς γενναίες πληθυσμιακές ενέσεις από νεανικούς προσφυγικούς πληθυσμούς, η δημογραφική μείωση και η γήρανση του πληθυσμού θα αποβούν μοιραίες.

Τα προβλήματα όμως δεν τελειώνουν με αυτή τη διαπίστωση. Εδώ αρχίζουν. Ποια πολιτική ηγεσία θα τολμήσει να χρεωθεί παρόμοια απόφαση; Πώς θα υπερνικήσει την αντίδραση των γηγενών, αντίδραση σε κάθε μεγάλη πληθυσμιακή μεταβολή, και το 1922, και στα '90, και τώρα; Κυρίως πώς θα αντιμετωπίσει δύο μεγάλα προβλήματα, εκ των οποίων το πρώτο σημαίνει επέκταση των δικαιωμάτων και το δεύτερο παραγωγική απασχόληση;

Ο νόμος για την ιθαγένεια μάς λέει ποια ηγεσία είναι κατάλληλη για να προωθήσει τα δικαιώματα. Ποιοι καλλιεργούν τον μισόξενο φόβο και ποιοι αγκάλιασαν τα προσφυγόπουλα στα σχολεία, παρά τα τραγικά λάθη και τις ανεπάρκειες με τα στρατόπεδα προσφύγων. Τώρα όμως πρέπει να παρθούν γενναίες αποφάσεις ένταξης των προσφύγων στον κοινωνικό ιστό της χώρας. Με τόλμη, αλλά επίσης με σχεδιασμό και προσοχή. Ποιος μπορεί να το κάνει; Ποιος μπορεί να τους εκπαιδεύσει, να τους εντάξει στην ελληνική κουλτούρα, να δημιουργήσει τους όρους μιας ελληνικής πολιτειότητας που δεν είναι εθνοτική;

Η παραγωγική ένταξη των προσφύγων είναι ακόμη δυσκολότερο ζήτημα. Πώς θα ενταχτούν νέοι πληθυσμοί στις παραγωγικές δομές της χώρας, όταν αυτές έχουν παραλύσει ήδη πριν από την κρίση; Ποια είναι η στρατηγική για την ανάταξη της παραγωγικής καθίζησης, και με κατεύθυνση όχι την απορρόφηση πληθυσμιακών πλεονασμάτων, δηλαδή μεγάλες μονάδες, αλλά την ενίσχυση της μικρής παραγωγής που θα ενυδατώσει τον αποξηραμένο κοινωνικό ιστό;

Η πληθυσμιακή και η παραγωγική ενίσχυση είναι δύο άκρες –και όχι βέβαια οι μοναδικές- που μας οδηγούν στο μεγάλο ζήτημα του παραγωγικού ανασχεδιασμού της χώρας, που οφείλει να περιλάβει και το πρόβλημα της εκροής 200.000 εκπαιδευμένων νέων. Σύνθετα προβλήματα με βασικό προαπαιτούμενο να μην έχεις ιδεολογικά κωλύματα. Κωλύματα εθνικής ιδεολογίας και οικονομικής φιλοσοφίας. Γιατί σχεδιασμός σημαίνει δημοσιονομικά εργαλεία, τα οποία έχουν ακυρωθεί εν μέρει από τους ισχύοντες κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας. Πώς ανακτώνται χωρίς διάρρηξη των σχέσεων;

Το δημογραφικό είναι ένα παράδειγμα, κεντρικό των καινούργιων σύνθετων προβλημάτων. Αν έχεις βαλτώσει στις Πρέσπες, πώς μπορείς να κολυμπήσεις βαθύτερα; Επομένως, η ανάγκη συγκρότησης ενός προοδευτικού πόλου δεν προέρχεται από την ασυμμετρία ηγετικών ικανοτήτων με τη συντηρητική παράταξη, αλλά από τα δομικά ιδεολογικά και πολιτικά εμπόδια, τα οποία, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία, αδυνατεί να υπερβεί. Γι' αυτό τον λόγο εξάλλου, η συγκρότηση αυτού του πόλου χρειάζεται να αναπτυχθεί σε κεντρική πολιτική επιλογή. Νέες εποχές σημαίνουν νέα προβλήματα, νέα προβλήματα απαιτούν καινούργιες απαντήσεις, επομένως και νέα πολιτικά πλαίσια. Να γιατί η «Γέφυρα» και να γιατί τώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 18/3/2019. 

Ουτοπία και η σύντροφος πενία

Μάθε την αναγκαιότητά σου να σκέφτεται έτσι∙
Καμία αρετή δεν φτάνει την αναγκαιότητα.
Ου. Σαίξπηρ, «Ριχάρδος Β΄»

Πολλά έγιναν, εν τω μεταξύ, στο όνομα της αναγκαιότητας και ακόμα περισσότερα στο όνομα των λαών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είδαν την αρετή ως μονόδρομο των πολιτικών επιλογών.

Όμως ‒και μιλάμε για τους περισσότερους πολιτικούς στοχαστές‒ είχαν ευθυγραμμιστεί κατηγορηματικά με το δόγμα περί «κρατικού ή δημοσίου συμφέροντος»: αν ένας κυβερνήτης «έχει να κάνει με μια αλεπού», τότε δικαιολογείται σίγουρα να μάθει πώς να «γίνεται αλεπού» ο ίδιος, κυρίως «αν αυτό το επιβάλλει το καλό και το κοινό όφελος».

Να πούμε, εδώ, ότι κι ο Μακιαβέλλι, με τη σειρά του, παρηγοριόταν με τη ρήση του Ποπλίλιου Σύρου από την εποχή της κατάρρευσης της ρωμαϊκής δημοκρατίας: necessitas non habet legem – η αναγκαιότητα δεν ξέρει τι πάει να πει νόμος.

Αλλά, μετά τόσους αιώνες νεοτερικότητας, το ίδιο ακριβώς μπορεί να ισχυριστεί ο οποιοσδήποτε σήμερα (οι αρκετοί επικεφαλής της Ε.Ε., ο πρόεδρος Τραμπ, ο Σι Τζινπίνγκ της Κίνας, ο Εμανουέλ Μακρόν ή η Μέρκελ κ.ά.). Δηλαδή, εάν η αναγκαιότητα δεν μπορεί να προσαρμοστεί στον νόμο, τότε ο νόμος θα πρέπει να προσαρμοστεί στην αναγκαιότητα.

Βέβαια, στη μετανεοτερικότητα, η υπόθεση της αναγκαιότητας έχει προχωρήσει πολύ –έχει ξεφύγει για την ακρίβεια. Αρκετοί σκέφτονται ότι κακώς εγκατέλειψαν την αποικιοκρατία τους και, άλλοι πάλι, ότι κακώς καταργήθηκε η δουλεία. Στην προσπάθειά του να υπηρετήσει το «πρώτα η Αμερική» ο Τραμπ επιλέγει μια άλλη Αμερική για τον 21ο αιώνα. Όμως κάνει ακριβώς αυτό το οποίο οι δυτικοί αναλυτές χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για να υποστηρίζουν ότι η Κίνα δεν θα κυριαρχήσει στον 21ο αιώνα.

Η Κίνα, λ.χ., ασκεί την παγκόσμια βαρύτητά της χωρίς να δεσμεύεται, χωρίς να λογοδοτεί, νομίζοντας ότι είναι το Μέσο Βασίλειο, το κέντρο του κόσμου, και ότι οι χώρες, στην Ασία ή αλλού, οφείλουν να υπαχθούν στη δική της αυλή και στο δικό της μοντέλο του μονοκομματικού κράτους και οικονομίας.

Η Ρωσία θεωρεί, από την πλευρά της, ότι είναι η κληρονόμος του Κόκκινου Στρατού και των υπερεξοπλισμών της ψυχροπολεμικής εποχής, και πιστεύει ότι κακώς ο τσάρος Νικόλαος δεν προσάρτησε την τεράστια περιοχή του Σιντσιάνγκ και την άφησε στους Κινέζους.

Οι παλιοί αντίπαλοι παραμένουν αντίπαλοι και ανταγωνιστές σε ένα δύσκολο παγκόσμιο παιχνίδι, περιφέροντας τη δύναμή τους εκφοβίζοντας, εκβιάζοντας, πιέζοντας, θεωρώντας ότι η αλλαγή του σκηνικού σε μια χώρα ή σε μια ήπειρο θα είναι ζήτημα ενός 24ωρου.

Και η Ευρώπη –για να σταθούμε στα δικά μας– φαίνεται να νοιώθει ασφαλής στη δυτική υπεροχή της, ξεχνώντας τα χρέη της στη συμφιλίωση των ιστορικών εχθρών, των Γερμανών και των Γάλλων∙ ξεχνά ότι οφείλει την υπεροχή της στο μέγεθος που, με τη σειρά του, το χρωστά στην ένωση των μικρότερων χωρών σε ένα όλον που υπήρξε (;) κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του.

Η υλοποιημένη ουτοπία ήταν αυτό που συνέβη με την Ένωση. Η κατάκτηση της ειρήνης, του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας. Δεν συνέβη κάπου αλλού, δεν ξεδιπλώθηκε σε κάποιο κρυφό νησί. Ηταν το σχέδιο για την παγκόσμια συνεργασία∙ για τον σεβασμό στους κανόνες του διεθνούς δικαίου∙ οι αξιώσεις για παγκόσμια ευημερία.

Δεν ήταν οι εθνικισμοί∙ δεν ήταν τα όνειρα του ξύπνου κάποιας παλαιότερης δόξας. Ούτε καν ο χάρτης του Οσκαρ Ουάιλντ το 1891: «ένας χάρτης του κόσμου που δεν συμπεριλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει καν ούτε να ον κοιτάξουμε».

Δεν θα σχολιάσω το αν η ιδρυτική «Ουτοπία» του Τόμας Μορ ήταν ενταγμένη σε μια οπτική της Αναγέννησης ή αν ήταν παλιομοδίτικη, σχολαστική και μεσαιωνική για την πολιτική ζωή ώστε να χωράει στον χάρτη του Ουάιλντ ή της Αριστεράς. Ούτε τις ουτοπίες όσων μετέχουν στις κυβερνώσες και στις οικονομικο-στρατιωτικές ελίτ του κόσμου.

Οφείλω όμως να σχολιάσω τις ουτοπίες των αγορών, των μεταβολών του ΑΕΠ ως μόνου αξιόπιστου μέτρου της ευημερίας μας, οι οποίες αφήνουν έξω τα περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να μας κάνουν ευτυχισμένους.

Δημιουργούν ξένους ‒πλούτο και δημοκρατία‒ στην πόλη της αναγκαιότητας. Μπορώ, επίσης, να σταθώ σ' αυτό που ήταν κοινότοπο στους ουμανιστές: η αρετή είναι η μόνη αξία∙ είναι αυτή που λείπει από τις αλεπούδες και τα αρπακτικά αυτού του κόσμου που κάνουν νόμο τις δικές τους αναγκαιότητες.

Αλλάζει το μοντέλο; Κοιτάξτε γύρω σας για να δείτε τη δυσκολία. Η μετατόπιση από τη στρατιωτική δύναμη και τους κερδοσκοπικούς πολέμους σε μια δέσμευση για τους κοινούς στόχους ειρηνικής ανάπτυξης, σκέψης και χρόνου για να αγκαλιάσουμε τις ευκαιρίες που προσφέρει η διεθνής συνεργασία είναι τα δύσκολα.

Τα εύκολα είναι να είμαστε εσαεί δούλοι της αναγκαιότητας, να κυνηγάμε ουτοπίες που δεν θα μας αρέσουν, και αυτές οι ουτοπίες να τρέφουν την υλική και διανοητική μας πενία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/3/2019. 

«Ματιές στο μέλλον». Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Μουζέλη

Invitation Mouzelis1

Προφάσεις εν αμαρτίαις

Ποιος ευθύνεται για τις ακρότητες που παρά ταύτα συνόδευσαν την κρίση και στη χώρα μας; Ο ΣΥΡΙΖΑ που τις υποδαύλισε; Τα μνημόνια και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους που τις προκάλεσαν;
Τρία είναι τα συνήθη επιχειρήματα όσων εμμένουν στην ακραία αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ:

(1) Η ευθύνη του για την πόλωση της περιόδου 2011-15.
(2) Πως αποτελεί και σήμερα απειλή για τη δημοκρατία.
(3) Η δικαιολόγηση των εθνικιστικών εκτροπών της Ν.Δ.
Ο φίλος Περικλής Βαλλιάνος («Βήμα της Κυριακής» 10/2) χρησιμοποίησε και τα τρία αυτά επιχειρήματα, με αρκετό πάθος, στην αντίκρουση δικού μου άρθρου («Εφ.Συν.», 21/1). Ας τα δούμε αναλυτικότερα.

Η εκδίκηση για τους «γερμανοτσολιάδες»

Η κρίση προκάλεσε έντονη πολιτική πόλωση. Αυτό ήταν βέβαια αναπόφευκτο σε μια κοινωνία που υπέστη τέτοιας έντασης σοκ. Στη Γαλλία, με μια αύξηση στην τιμή των καυσίμων, κάηκε το Παρίσι. Αλλού, πολύ ηπιότερες κρίσεις γιγάντωσαν την ξενοφοβία και την Ακροδεξιά. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, ούτε αίμα χύθηκε ούτε τους πρόσφυγες κυνηγήσαμε ούτε βγήκαμε από τον ευρωπαϊκό δρόμο ούτε η Ακροδεξιά βρέθηκε στην κυβέρνηση ή ante portas.

Ποιος ευθύνεται για τις ακρότητες που παρά ταύτα συνόδευσαν την κρίση και στη χώρα μας; Ο ΣΥΡΙΖΑ που τις υποδαύλισε; Τα μνημόνια και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους που τις προκάλεσαν; Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ που χρεοκόπησαν τη χώρα; Είναι προφανές πως δεν θα συμφωνήσουμε. Ούτε μάλλον και στο πως η πόλωση λόγω των πολιτικών που εξαθλίωσαν έναν ολόκληρο λαό δεν είναι το ίδιο με την πόλωση που καλλιεργούν οι εθνικιστές για τη Μακεδονία.

Σημαίνει αυτό πως κάθε φορά που συζητάμε για το παρόν και το μέλλον θα πρέπει να ξαναγυρνάμε στο παρελθόν για να παρεμποδίσουμε τη συνεννόηση; Η συνέχιση αυτού του κλίματος ζημιώνει μόνο τον Τσίπρα ή τη χώρα;

Μην ξεχνάμε πως και η άλλη πλευρά έχει το αφήγημά της και εύκολα μπορεί να ντοπαριστεί. Να θυμηθεί τους «τεμπέληδες» Ελληνες της Μέρκελ και τους ντόπιους οπαδούς της, τα «ζήτω τα μνημόνια», τον εξευτελισμό του Κοινοβουλίου και της εθνικής κυριαρχίας, τον Καρατζαφέρη, τους πρωθυπουργούς που καλούσαν να βγάλουμε τα λεφτά μας έξω εν όψει Τσίπρα, το μαύρο της ΕΡΤ. Εύκολα μπορούμε να αντιδρούμε όταν μας ταυτίζουν με τους χρυσαυγίτες και τον κάθε ψεκασμένο για όλα όσα γίνονταν και λέγονταν τότε, ενώ τώρα θεωρούν πολύ φυσιολογικό να συγχρωτίζονται με τους φασίστες στο Μακεδονικό. Ομως αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά.

Χρειάζονται κάποιες συγγνώμες; Πιθανόν. Οχι πάντως μόνο από τη μία πλευρά. Και οι δηλώσεις «μεταμέλειας» που ζητά ο Π.Β. μόνο την άμβλυνση των παθών δεν υπηρετούν. Τέλος πάντων, οι πρώην «μνημονιακοί» δεν είναι επιζώντες ολοκαυτώματος και τα θύματα των μνημονίων υπέστησαν κατά κανόνα πολύ περισσότερα από αυτούς. Ας γυρίσουμε όμως σελίδα!

Κίνδυνος για τη δημοκρατία;

Ο Π.Β. θεωρεί πως «η βιαιότητα εκπορεύεται ακόμη αμείωτη» από την κυβέρνηση. Και αναφέρει σειρά αμαρτημάτων της, υπαρκτών και ανύπαρκτων.

Μα και πολλοί που στηρίζουμε την κυβέρνηση, επικρίνουμε ενέργειές της ή το ύφος ορισμένων στελεχών. Πιστεύει όμως κανείς ψύχραιμα πως αυτά συγκροτούν «εκτροπή»; Πως η κυβέρνηση «προσπαθεί να κλείσει στη φυλακή» την αντιπολίτευση; Πως κινδυνεύει η δημοκρατία επειδή «εξαγοράζει ψήφους με φιλοδωρήματα», δηλαδή επειδή ασκεί κοινωνική πολιτική προεκλογικά, όπως όλες οι κυβερνήσεις όλων των εποχών; Ή επειδή κάποιοι βουλευτές άλλαξαν στρατόπεδο (όπως και άλλοι προς την αντίθετη κατεύθυνση); Με άλλα λόγια, είναι δυνατό να υποστηρίζεται όχι πως υπάρχουν επιχειρήματα για να ασκηθεί κριτική, αλλά πως επιβάλλεται συμμαχία των «ευρωπαϊκών δυνάμεων» (υπό τη Ν.Δ.) για να σωθεί η δημοκρατία από τον ΣΥΡΙΖΑ;

Σήμερα, κύριος υπεύθυνος για την υποδαύλιση της ακραίας πόλωσης είναι καταφανώς η αντιπολίτευση. Το ομολογεί έμμεσα και η ίδια όταν παραπέμπει συνεχώς στο 2015 για να απαντήσει στις εναντίον της κατηγορίες. Προσπαθεί να αποκλείσει από το δημοκρατικό πλαίσιο το μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό κόμμα της χώρας, χρησιμοποιεί ή χειροκροτεί χαρακτηρισμούς για «προδότες», «απάτριδες» και «εθνομηδενιστές», δηλώνει πως «έχουμε πόλεμο» και άλλα πολλά.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι σταθερά φιλοευρωπαϊκή και συμπαρατάσσεται με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Αντιπαρατίθεται στην Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Τηρεί τις υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές. Ασκεί θαρραλέα ευρωπαϊκή πολιτική στα Βαλκάνια (Πρέσπες). Η οικονομική και κοινωνική της πολιτική, στο μέτρο που το επιτρέπουν οι μεταμνημονιακές υποχρεώσεις, είναι προοδευτική. Το έργο της στον τομέα των δικαιωμάτων επίσης.

Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα. Αυτήν βλέπουν και οι ξένοι. Ιδιαίτερα δε οι σοσιαλδημοκράτες δεν κατανοούν τη στάση της αντιπολίτευσης. Η άρνηση διαλόγου με αυτή την κυβέρνηση, και μάλιστα από μέρους δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές, ξεφεύγει από κάθε λογική.

Μακεδονικό και Ν.Δ.

«Καλώς ψηφίστηκε» η Συμφωνία των Πρεσπών, γράφει ο Π.Β., καθώς δεν μπορεί να διαγράψει τη δική του ιστορία στην πάλη κατά των «μακεδονομάχων». Ομως το γράφει μετά την ψήφιση, όχι όταν ακόμη παιζόταν η τύχη της συμφωνίας. Αλλά και τώρα, προσπαθεί να δικαιολογήσει τη στάση Μητσοτάκη που «ήταν μια εξαναγκασμένη αμυντική κίνηση».

Στόχος, λέει, του Τσίπρα δεν ήταν να λύσει το Μακεδονικό, αλλά να διασπάσει τη Ν.Δ. Δηλαδή, ο Τσίπρας δεν θα έπρεπε να προχωρήσει σε μια εθνικά και δημοκρατικά συμφέρουσα λύση, για να μη δημιουργήσει πρόβλημα στον Μητσοτάκη. Πιστεύει κανείς σοβαρά πως αν είχε καλέσει τον αρχηγό της Ν.Δ. πριν από τον Ιερώνυμο, θα προχωρούσαμε στη λύση με εθνική συναίνεση; Το πρόβλημα δεν ήταν η παράλειψη του Τσίπρα, αλλά ο διχασμός της Ν.Δ. (και ο πολιτικός εκφυλισμός του ΚΙΝ.ΑΛΛ.). Πρόβλημα είχε εξάλλου και ο Τσίπρας με τον Καμμένο. Αυτός όμως τον παραμέρισε, ενώ ο Μητσοτάκης τράβηξε όλο το κόμμα του στον εθνικισμό. Ας αφήσουμε λοιπόν τις υποκρισίες.

Είναι απαράδεκτο να ονομάζεις φασίστα όποιον διαφωνεί μαζί σου στο Μακεδονικό. Ομως άλλο τόσο απαράδεκτο είναι να σιωπάς μπροστά στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά και απέναντι σε όσους τα ανέχονται για τακτικούς ή άλλους λόγους.

Περί φιλελευθερισμού, Μητσοτάκη και Σημίτη

Δεν «εγκαλώ» όσους προσχώρησαν στον φιλελευθερισμό, όπως ισχυρίζεται ο Π.Β. Απλά επισήμανα πως η σημερινή Ν.Δ. είναι μάλλον σκληρή και εθνικιστική Δεξιά, και αυτό ίσως να αποτελεί πρόβλημα για έναν φιλελεύθερο. Και βέβαια με φιλελευθερισμό δεν εννοώ τον πολιτικό φιλελευθερισμό, τις αξίες του οποίου πράγματι έχει υιοθετήσει από καιρό η ανανεωτική Αριστερά. Εννοώ τον νεοφιλελευθερισμό που διαχωρίζει Δεξιά από Αριστερά απανταχού της Γης. Ο Π.Β. υπονοεί πως η ακύρωση αυτής της διαχωριστικής γραμμής και η μεταπήδηση από την ανανεωτική Αριστερά στη Ν.Δ. είναι ό,τι πιο φυσιολογικό. Προφανώς, διαφωνούμε.

Οι προσχωρούντες στη Ν.Δ., λέει ο Π.Β., μπαίνουν για να τη σπρώξουν στη σωστή κατεύθυνση, εν γνώσει πως σε ένα μεγάλο κόμμα υπάρχουν πάντα και «κακοί». Οπως εγώ, ο Μπίστης και άλλοι προσχωρήσαμε στο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, παρά την παρουσία εκεί των Τσοχατζόπουλου, Παπαθεμελή και άλλων. Ομως εμείς μπήκαμε κάποτε στο ΠΑΣΟΚ επειδή συμφωνούσαμε με τη γραμμή του προέδρου και της κυβέρνησής του (όπως και τώρα προσεγγίζουμε τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή συμφωνούμε στα βασικά). Συγκρίνει ο Π.Β. την πολιτική Σημίτη με τον Μητσοτάκη που στρέφει το κόμμα του στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά; Αν μπαίνουν για να ανατρέψουν αυτή τη γραμμή, καλή επιτυχία! Πολύ φοβάμαι όμως πως ο πραγματικός λόγος είναι απλούστατα το πάθος τους κατά του ΣΥΡΙΖΑ.

Η έξοδος από τα μνημόνια, η σύγκλιση του ΣΥΡΙΖΑ με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η Συμφωνία των Πρεσπών με τα όσα έδειξε και για τη Ν.Δ., το διαζύγιο με τον Καμμένο διαμορφώνουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό που θέτει σε σκληρή δοκιμασία τη γραμμή για «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλώ μάλλον που και σε ευρωπαϊκό επίπεδο επείγει η αντιμετώπιση της ανερχόμενης Ακροδεξιάς και της διολισθαίνουσας προς αυτήν νεοφιλελεύθερης Δεξιάς με τη συγκρότηση ενός πλατιού προοδευτικού πόλου. Επείγει οι Κεντροαριστεροί και στη χώρα μας να εγκαταλείψουν τις αντι-συριζαίικες εμμονές τους και να συμβάλουν σε μια τέτοια προσέγγιση, αν δεν θέλουν αυτοί μεν να εξαφανιστούν πολιτικά, αλλά και η χώρα να πάρει λάθος δρόμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 19/2/2019.