Σάββατο, 20 Οκτώβριος 2018

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Η άνοδος του συντηρητισμού στην Ευρώπη

Κοινή συνισταμένη των περισσότερων αναλύσεων για τις εκλογές των τελευταίων ετών σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ολλανδία, Αυστρία, Ιταλία και, πιο πρόσφατα, Ουγγαρία) είναι η επισήμανση της ανόδου της Ακρας Δεξιάς. Εξίσου, όμως, σημαντική εξέλιξη είναι η κρίση και η σταδιακή μετάλλαξη της Δεξιάς στην Ευρώπη.

Εάν, μάλιστα, θελήσουμε να υιοθετήσουμε μια ιστορική οπτική, τότε αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια είναι η ολοκλήρωση της κρίσης των παραδοσιακών κομμάτων που πρωταγωνίστησαν στην πολιτική ζωή της Ευρώπης στη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Η κρίση των κομμάτων ξεκίνησε από τον χώρο της κομμουνιστικής Αριστεράς. Στη δεκαετία του 1980, αρχικά, η άνοδος σοσιαλιστικών κομμάτων στην εξουσία σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ελλάδα, Ισπανία κ.ά.) και, στη συνέχεια, η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Αν. Ευρώπη το 1989, οδήγησαν τα Κομμουνιστικά Κόμματα σε μια αμετάκλητη πορεία συρρίκνωσης της δύναμής τους στη δεκαετία του 1990, πορεία που συμβάδιζε με ευρύτερες σοβαρές κοινωνικές αλλαγές, κυρίως την αποβιομηχάνιση και τη συρρίκνωση της παραδοσιακής εργατικής τάξης.

Ο επόμενος πολιτικός χώρος που μπήκε σε κρίση ήταν η Σοσιαλδημοκρατία. Με πρωτεργάτες τον Τ. Μπλερ στη Βρετανία και τον Γκ. Σρέντερ στη Γερμανία, τα Σοσιαλδημοκρατικά Κόμματα εγκατέλειψαν το μοντέλο του κοινωνικού κράτους, που μεταπολεμικά είχαν προασπίσει, και κατασκεύασαν μια νέα πολιτική ταυτότητα στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ηταν η εποχή της αναδιάταξης του πολιτικού χάρτη με βάση το Κέντρο και η απόπειρα διαμόρφωσης ενός νέου διπολισμού μεταξύ Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς.

Στην πραγματικότητα, η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία αποδέχτηκε και ανέλαβε να διαχειριστεί τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και η μοναδική διαφοροποίηση από τη Δεξιά ήταν η υπόσχεση ενός «νεοφιλελευθερισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Οι πολιτικές λιτότητας και η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας που εφάρμοσαν οι Σοσιαλδημοκράτες, είχαν ως συνέπεια να χάσουν τα παραδοσιακά κοινωνικά ερείσματά τους και σταδιακά η Σοσιαλδημοκρατία μετατράπηκε σε δεύτερης τάξης πολιτική δύναμη στην Ευρώπη.

Στη δεκαετία που διανύουμε, και στον αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης του 2008, ήταν η σειρά της ευρωπαϊκής Δεξιάς να μπει σε κρίση. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες τα εκλογικά ποσοστά των παραδοσιακών κομμάτων της Δεξιάς μειώνονται διαρκώς, για παράδειγμα στη Γερμανία το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα στις τελευταίες εκλογές έλαβε το μικρότερο ποσοστό στην ιστορία του, ενώ το αποκορύφωμα ήταν ο καταποντισμός των Ρεπουμπλικανών στη Γαλλία.

Σε μεγάλο βαθμό, η Δεξιά έπεσε θύμα της επιτυχίας της, δηλαδή της εδραίωσης του νεοφιλελευθερισμού. Οι κοινωνικές επιπτώσεις του νεοφιλελευθερισμού είναι γνωστές: ο εγκλωβισμός εκατομμυρίων ανθρώπων στη φτώχεια και την εργασιακή επισφάλεια μαζί με την έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων, τελικά, αποσύνθεσαν τον κοινωνικό ιστό.

Η κατάρρευση των συλλογικών μορφών οργάνωσης, η κυριαρχία του ατομικισμού και η αποτυχία να αρθρωθεί ένα νέο συλλογικό αφήγημα πέραν του νεοφιλελευθερισμού, οδήγησαν μεγάλα (και τα πιο ευάλωτα) τμήματα της κοινωνίας στην αναδίπλωση στην εθνική ταυτότητα ως το τελευταίο καταφύγιο στην αναζήτηση ενός συλλογικού εαυτού.

Ολα τα παραπάνω μαζί με τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην κοινωνία και τις πολιτικές ελίτ άνοιξαν τον δρόμο για τη συντηρητικοποίηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Πρώτα στις πρώην κομμουνιστικές χώρες και μετέπειτα στην υπόλοιπη Ευρώπη, η συντηρητικοποίηση εκφράστηκε με την άνοδο του εθνικισμού, την ξενοφοβία, τον αντιευρωπαϊσμό, την ανάκαμψη της θρησκευτικότητας και τη μαζική υποστήριξη προς ακροδεξιά κόμματα.

Αντιμέτωπη με αυτές τις εξελίξεις, η Δεξιά στην Ευρώπη εγκαταλείπει τις φιλελεύθερες καταβολές της, αναδιπλώνεται σε συντηρητικές ιδέες και αξίες και αναλαμβάνει τον ρόλο του θεματοφύλακα της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας, της παράδοσης, της τάξης, της κοινωνικής ιεραρχίας κ.λπ.

Επιπλέον, η συντηρητική ατζέντα με αιχμή το μεταναστευτικό και τη σύνδεσή του με την εγκληματικότητα και την αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας, έχει μετατραπεί στο πεδίο ώσμωσης και συνεργασίας της Δεξιάς με την Ακροδεξιά – η άνοδος της τελευταίας αποτελεί τον καταλύτη για τη μετάλλαξη της Δεξιάς.

Τα παραδείγματα αυτής της ώσμωσης είναι πολλά: το ακροδεξιό Fidesz του Β. Ορμπαν στην Ουγγαρία ανήκει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία συνεργάζεται με την παραδοσιακή Δεξιά, η Πολωνία έχει μετατραπεί σε εργαστήριο δεξιού αυταρχισμού, ενώ ίσως η πιο ανησυχητική εξέλιξη είναι η κυβερνητική συνεργασία Δεξιάς και Ακροδεξιάς στην Αυστρία.

Η δυναμική εμφάνιση της Αριστεράς τα τελευταία χρόνια, μια Αριστερά που μικρή σχέση έχει με τα Κομμουνιστικά Κόμματα του παρελθόντος, πρέπει να θεωρηθεί εξαίρεση, καθώς σημειώθηκε (και περιορίστηκε) στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που επλήγησαν σφοδρά από την οικονομική κρίση. Η γενική τάση είναι η άνοδος του συντηρητισμού στην Ευρώπη, κάτι που προμηνύει ένα δυσοίωνο μέλλον. Η Ευρώπη ξαναγίνεται μια «σκοτεινή ήπειρος».

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 30/4/2018. 

200 χρόνια Μαρξ

Ο Καρλ Μαρξ γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1818. Αύριο κλείνουν τα 200 χρόνια που μας χωρίζουν από τον 19ο αιώνα. Εχουν, όμως, ισχύ οι ιδέες του στον 21ο αιώνα; Εως τα μισά του 19ου είχαν πεθάνει σχεδόν όλοι οι εκφραστές των πρώιμων ριζοσπαστικών ιδεών: ο Σεν-Σιμόν, ο Φουριέ, ο Οουεν, ο Ετιέν Καμπέ κ.ά.

Η ιδέα της εργατικής χειραφέτησης είχε σκιαγραφηθεί ήδη από τον Μπαμπέφ στο τέλος του 18ου αιώνα. Αλλά αν πριν από την επανάσταση του 1848 στη Γαλλία, με την οποία και καταλύθηκε η Ιουλιανή μοναρχία, το οικονομικό σύνθημα του Γκιζό ήταν: «Messieurs, enrichissez-vous!» –Πλουτίστε κύριοι!», η κατάσταση δεν απέχει πολύ από τη σημερινή αρπακτική και χρηματιστικοποιημένη οικονομία ή από τα συμπεράσματα του οικονομολόγου Τομά Πικετί ή του νομπελίστα Τζο Στίγκλιτζ για το κεφάλαιο και την ογκούμενη ανισότητα στον 21ο αιώνα.

Τα κείμενα και οι ιδέες του Μαρξ δημιούργησαν την πιο ριζοσπαστική παράδοση στην Ευρώπη με έναν μαξιμαλιστικό ρόλο: «Οχι απλά να εξηγήσουμε, αλλά να αλλάξουμε τον κόσμο». Οι μετέπειτα «μαρξισμοί» έδειξαν ότι είχε αστοχήσει στην προηγούμενη θέση ότι «η ανθρώπινη ουσία είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων» που αν άλλαζαν –αν μεταβαλλόταν η οικονομική βάση της κοινωνίας και κατέρρεαν οι σχέσεις εκμετάλλευσης– οι άνθρωποι στη νέα κοινωνία θα ήταν πολύ καλύτερα από ό,τι στον καπιταλισμό.

Βέβαια, όταν μιλάμε για «μαρξισμούς» -που πρώτος είχε αποκηρύξει ο Μαρξ- μιλάμε για πράγματα που δεν άλλαξαν τον κόσμο. «Ποιον μαρξισμό;» ρωτούσε ο Καστοριάδης. «Του Χρουστσόφ, του Μάο, του Τολιάτι, του Τορέζ ή για τον μαρξισμό του Κάστρο, των Γιουγκοσλάβων... ή μήπως για τον μαρξισμό των τροτσκιστών... Υπάρχει η τεράστια πολλαπλότητα αλληλοαποκλειόμενων παραλλαγών».

Το ζήτημα, ωστόσο, ήταν ιδρυτικό. Εξαιρουμένου του Ενγκελς, ο κύκλος των ταραξιών του 19ου αιώνα –αναφέρω τον Αύγουστο Μπλανκί, τον Λουί Μπλαν, τον Πιερ–Ζοζέφ Προυντόν, τον Φερντινάν Λασάλ, τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τον Ευγένιο Βαρλέν, τον Αύγουστο Μπέμπελ, τον Πέτρο Κροπότκιν ή τον Πολ Λαφάργκ- παρότι ομοτράπεζοι δημιουργούσαν σύνολο που είχε να κάνει, σχεδόν αποκλειστικά, με την αντίθεση του καθενός με όλους όσους θεωρούσε αντιπάλους του.

Ολοι τους ταραξίες, διωκόμενοι από τις επίσημες αρχές, μετακινούμενοι συνεχώς από χώρα σε χώρα είχαν γίνει πολίτες της Ευρώπης και κήρυκες μιας Νέμεσης κάτω από την οποία έζησε ο αιώνας τους: της κοινωνικής επανάστασης. Ετρεχαν από συνέδριο σε συνέδριο και από διάσκεψη σε διάσκεψη. Αντάλλασσαν μεταξύ τους γνωριμίες, ιδέες, βιβλία, επιστολές και συκοφαντίες. Για παράδειγμα, η ογκώδης αλληλογραφία Μαρξ και Ενγκελς είναι μια καλειδοσκοπική αναπαράσταση ιστορίας, κουτσομπολιού, πολιτικής οικονομίας και ύβρεων, υψηλών στόχων και ταπεινών λεπτομερειών της προσωπικής τους ζωής.

Ολοι τους ήταν ρομαντικοί, δογματικοί και ιδεολόγοι –γεγονός που το αρνούνταν κατηγορηματικά. Παρά τις ομοιότητές τους, τους κοινούς τους σκοπούς, τη συγγένεια στις θεωρητικές τους αναζητήσεις και τους πραγματικούς κοινούς τους αντιπάλους, όλοι τους υπήρξαν διαφορετικοί μεταξύ τους.

Αλλά για να προσγειωθούμε λίγο, το «Κεφάλαιο» του Μαρξ διαβάστηκε περισσότερο στην Αμερική από επιχειρηματίες που έψαχναν στις σελίδες του συνταγές για να πλουτίσουν, ενώ ο ίδιος παραπονιόταν ότι τα πούρα που κάπνισε για να το γράψει κόστισαν περισσότερο από όσα εισέπραξε ως συγγραφικά δικαιώματα. Λ.χ., στην κηδεία του Μαρξ το 1883 παρέστησαν έντεκα άτομα, ενώ στην κηδεία των Πολ Λαφάργκ και Λάουρα Μαρξ (γαμπρού και κόρης του Μαρξ), το 1911, συγκεντρώθηκαν πάνω από 20.000, με τον Β. Ι. Λένιν να εκφωνεί τον επικήδειο ως εκπρόσωπος των Ρώσων Κομμουνιστών.

Παρότι από το μυαλό του Μαρξ δεν έφυγε η ιδέα ότι η επανάσταση εκτός από τη Δυτική Ευρώπη ίσως θα ερχόταν από τον Νέο Κόσμο, η επανάσταση ήρθε από την υπανάπτυκτη Ρωσία το 1917. Και από το 1949, όταν οι κομμουνιστές του Μάο νίκησαν στον εμφύλιο της Κίνας, έως την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, σαράντα χρόνια μετά, η ιστορική επιρροή του Μαρξ ήταν αξεπέραστη.

Σχεδόν τέσσερις στους δέκα ανθρώπους στη Γη ζούσαν κάτω από κυβερνήσεις που ισχυρίστηκαν ότι είναι μαρξιστικές και σε πολλές άλλες χώρες ο μαρξισμός ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία της Αριστεράς, ενώ οι πολιτικές της καπιταλιστικής Δύσης συχνά βασίστηκαν στον τρόπο αντιμετώπισης του μαρξισμού.

Η κοινωνική επανάσταση που είχε ονειρευτεί ο Μαρξ δεν έγινε ούτε με την Α' Διεθνή, ούτε με την Παρισινή Κομμούνα, ούτε με τη Β΄ Διεθνή Ενωση Εργατών, ούτε με τους κρατικούς μαρξισμούς. Στην πράξη ο Μαρξ έπαθε αυτό που φοβόταν: έπεσε «θύμα των κακών κληρονόμων και βορά της τρωκτικής κριτικής». Αλλά οι περισσότερες από τις αναλύσεις του είναι ήδη ενσωματωμένες και ζώσες. «Οποιος προβληματίζεται με το ζήτημα της κοινωνίας θα συναντήσει άμεσα και αναπόφευκτα τον μαρξισμό» έλεγε ο Καστοριάδης. Ποιος είπε ότι πετάμε το μωρό μαζί με τα απόνερα της μπανιέρας; Αν κάτι μένει είναι η αξία της προφανούς σκέψης και οι αλήθειες της. Και είναι πολλά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/5/2018. 

Πίσω από την πρώτη ανάγνωση

Έπεσε στην μέση κάπου ανάμεσα στον απόηχο της επίσκεψης Γιουνκέρ και εκείνον της αντίστοιχης Γκουρία στην Αθήνα, κι έτσι αμβλύνθηκε η επίπτωσή του στην δημόσια συζήτηση για τα επόμενα βήματα προς την «έξοδο από την εποχή των Μνημονίων». Ο λόγος για την παρουσίαση της – πρώτης για το 2018 – Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Ελληνική οικονομία, που πάντα αφήνει πίσω της ένα χρήσιμο αναλυτικό ίχνος, όμως αυτή την φορά οι συνθήκες είναι ιδιαίτερες.
Επειδή αναφερθήκαμε στις επισκέψεις Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ και Άνχελ Γκουρία, οι δηλώσεις του πρώτου για «εκπληκτική δημοσιονομική απόδοση της οικονομίας» και για «κάθε προσπάθεια ώστε η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια να είναι η πιο καθαρή έξοδος» και του Γκουρία ότι «είσθε σε πλατφόρμα εκτόξευσης» και «ήρθε η ώρα για ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους (μαζί και με το «Η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με πεφωτισμένες ηγεσίες») συνοδεύθηκαν και από πιο ανηφορικές επισημάνσεις.
Ήδη ο Πρόεδρος της Επιτροπής τόνισε το «όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα» αναφερόμενος στην ολοκλήρωση της τρέχουσας/τέταρτης αξιολόγησης, κυρίως όμως απηύθυνε έκκληση (που, ενώπιον της Βουλής πήρε και κάπως μελοδραματικό χαρακτήρα) «μην αφήσετε να πάνε χαμένα τα αποτελέσματα των έως τώρα προσπαθειών και θυσιών». Ενώ ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, μαζί με τα καλά λόγια και την αναγνώριση και τις προσδοκίες επέδωσε στον Αλέξη Τσίπρα και την εκ 188 σελίδων Έκθεση του Οργανισμού (με φωτισμένη Ακρόπολη σε εξώφυλλο), η οποία επαναφέρει την δυσλειτουργία των υπερυψηλών φορολογικών συντελεστών με στενή φορολογική βάση. τονίζει το πρόβλημα εισπραξιμότητας των φόρων. ενισχύει μεν την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά χωρίς αυτόματη επεκτασιμότητα των συμβάσεων. ζητά αύξηση κατά 3 ή 4 χρόνια της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης.
Κάναμε αυτήν την υπενθύμιση των τοποθετήσεων των «έξω», για να σταθούμε στο φόντο που προσφέρει για την συζήτηση των επόμενων εβδομάδων η Τριμηνιαία του «δικού μας» ΙΟΒΕ. Την οποία εισάγοντας ο Πρόεδρός του Τάκης Αθανασόπουλος εξήγησε ότι ασφαλώς πληθαίνουν οι θετικές ενδείξεις για σταθεροποίηση της κατάστασης και για βελτίωση των προοπτικών της οικονομίας, παρατηρώντας μολαταύτα ότι «απέχουμε παρασάγγας από το επιθυμητό». Γι αυτόν, η επιτάχυνση του βηματισμού είναι απαραίτητη προκειμένου να ξαναρχίσει μια σύγκλιση της Ελληνικής οικονομίας με τις Ευρωπαϊκές «πράγμα που επιτυγχάνεται με ρυθμούς ανάπτυξης 3% και 4% ετησίως», και η δημόσια συζήτηση «να φύγει από το ψευδοδίλημμα «καθαρή έξοδος» ή προληπτική γραμμή στήριξης».
Στην κυρίως παρουσίαση επιδόσεων και προοπτικών από την Έκθεση, επισημάνθηκε η συνεχιζόμενη θετική κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά με κόκκινο φωτάκι να αναβοσβήνει και με τις γεωπολιτικές εντάσεις και με την επέκταση του προστατευτισμού, καθώς και με την υπερθέρμανση ανεπτυγμένων οικονομιών. Στην δική μας μικρή αυλή, η ανάπτυξη επιταχύνει – το τελευταίο 3μηνο του 2017 πήγε με +1,9% για σύνολο έτους 1,4%, με μεγάλο μέρος να ανάγεται στις επενδύσεις πλην όμως κυρίως από την κατηγορία «μεταφορικού εξοπλισμού» – πλοία – ή πάλι από την δημιουργία αποθεμάτων. Η κατανάλωση ακόμη σέρνεται. Επίσης καταγράφηκε η ιδιαίτερη επίδοση σε πρωτογενές πλεόνασμα, πλην όμως προερχόμενη το 2017 από πλεόνασμα στην Κοινωνική Ασφάλιση (όπου «δαγκώνει» η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου). Και στις δυο πλευρές, δηλαδή, η θετική καταγραφή έχει μιαν επιφύλαξη στην ουρά. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος, πάντως, που καταρτίζει το ΙΟΒΕ – και ο οποίος λειτουργεί αξιόπιστα ως πρόδρομο σημάδι της εξέλιξης του ΑΕΠ – ανακάμπτει αισθητά στο τελευταίο διάστημα...
Το σκηνικό αυτό επιτρέπει τις θετικές προοπτικές για το 2018, με το ΑΕΠ να προχωράει με βάση μικρή άνοδο της κατανάλωσης και σοβαρότερη επενδυτική δραστηριότητα (επενδύσεις τις οποίες «τραβάει» η εξαγωγική δραστηριότητα, κινήσεις που συνδέονται με τις αποκρατικοποιήσεις, κάποιο ξεκλείδωμα του ΠΔΕ) , καθώς και συνδυασμός των εξαγωγών με την ήδη αισθητή τουριστική άνοδο. Εδώ, όμως, η παρατήρηση του Νίκου Βέττα, Γεν. Διευθυντή του ΙΟΒΕ, για την σχετική υποχώρηση των προσδοκιών ανόδου του ΑΕΠ (γύρω στο 2% έναντι 2,5%) ότι αυτή ισοδυναμεί με κάτι σαν 40.000 θέσεις εργασίας, θα έπρεπε να παρακουνήσει. Ομοίως, η παρατήρηση για χαλάρωση των προσπαθειών για μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη, που κινδυνεύει «να περιμένει την επόμενη κρίση»: η προσδοκία ότι το Ελληνικό ζήτημα θα απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή εξέλιξη χάνει σε πειστικότητα.
Μια τελευταία επισήμανση του Ν. Βέττα αξίζει ακόμη μεγαλύτερη προσοχή: η απεμπόληση του ενδεχόμενου οποιασδήποτε προληπτικής γραμμής πίστωσης από την Ελλάδα, απαλλάσσει τους «εταίρους» από οποιανδήποτε συνευθύνη τους για τα 8 χρόνια Μνημονίων και «διάσωσης». Ενδιαφέρον, κι αυτό.
Έπεσε στην μέση κάπου ανάμεσα στον απόηχο της επίσκεψης Γιουνκέρ και εκείνον της αντίστοιχης Γκουρία στην Αθήνα, κι έτσι αμβλύνθηκε η επίπτωσή του στην δημόσια συζήτηση για τα επόμενα βήματα προς την «έξοδο από την εποχή των Μνημονίων». Ο λόγος για την παρουσίαση της – πρώτης για το 2018 – Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Ελληνική οικονομία, που πάντα αφήνει πίσω της ένα χρήσιμο αναλυτικό ίχνος, όμως αυτή την φορά οι συνθήκες είναι ιδιαίτερες.
Επειδή αναφερθήκαμε στις επισκέψεις Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ και Άνχελ Γκουρία, οι δηλώσεις του πρώτου για «εκπληκτική δημοσιονομική απόδοση της οικονομίας» και για «κάθε προσπάθεια ώστε η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια να είναι η πιο καθαρή έξοδος» και του Γκουρία ότι «είσθε σε πλατφόρμα εκτόξευσης» και «ήρθε η ώρα για ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους (μαζί και με το «Η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με πεφωτισμένες ηγεσίες») συνοδεύθηκαν και από πιο ανηφορικές επισημάνσεις.
Ήδη ο Πρόεδρος της Επιτροπής τόνισε το «όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα» αναφερόμενος στην ολοκλήρωση της τρέχουσας/τέταρτης αξιολόγησης, κυρίως όμως απηύθυνε έκκληση (που, ενώπιον της Βουλής πήρε και κάπως μελοδραματικό χαρακτήρα) «μην αφήσετε να πάνε χαμένα τα αποτελέσματα των έως τώρα προσπαθειών και θυσιών». Ενώ ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, μαζί με τα καλά λόγια και την αναγνώριση και τις προσδοκίες επέδωσε στον Αλέξη Τσίπρα και την εκ 188 σελίδων Έκθεση του Οργανισμού (με φωτισμένη Ακρόπολη σε εξώφυλλο), η οποία επαναφέρει την δυσλειτουργία των υπερυψηλών φορολογικών συντελεστών με στενή φορολογική βάση. τονίζει το πρόβλημα εισπραξιμότητας των φόρων. ενισχύει μεν την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά χωρίς αυτόματη επεκτασιμότητα των συμβάσεων. ζητά αύξηση κατά 3 ή 4 χρόνια της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης.
Κάναμε αυτήν την υπενθύμιση των τοποθετήσεων των «έξω», για να σταθούμε στο φόντο που προσφέρει για την συζήτηση των επόμενων εβδομάδων η Τριμηνιαία του «δικού μας» ΙΟΒΕ. Την οποία εισάγοντας ο Πρόεδρός του Τάκης Αθανασόπουλος εξήγησε ότι ασφαλώς πληθαίνουν οι θετικές ενδείξεις για σταθεροποίηση της κατάστασης και για βελτίωση των προοπτικών της οικονομίας, παρατηρώντας μολαταύτα ότι «απέχουμε παρασάγγας από το επιθυμητό». Γι αυτόν, η επιτάχυνση του βηματισμού είναι απαραίτητη προκειμένου να ξαναρχίσει μια σύγκλιση της Ελληνικής οικονομίας με τις Ευρωπαϊκές «πράγμα που επιτυγχάνεται με ρυθμούς ανάπτυξης 3% και 4% ετησίως», και η δημόσια συζήτηση «να φύγει από το ψευδοδίλημμα «καθαρή έξοδος» ή προληπτική γραμμή στήριξης».
Στην κυρίως παρουσίαση επιδόσεων και προοπτικών από την Έκθεση, επισημάνθηκε η συνεχιζόμενη θετική κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά με κόκκινο φωτάκι να αναβοσβήνει και με τις γεωπολιτικές εντάσεις και με την επέκταση του προστατευτισμού, καθώς και με την υπερθέρμανση ανεπτυγμένων οικονομιών. Στην δική μας μικρή αυλή, η ανάπτυξη επιταχύνει – το τελευταίο 3μηνο του 2017 πήγε με +1,9% για σύνολο έτους 1,4%, με μεγάλο μέρος να ανάγεται στις επενδύσεις πλην όμως κυρίως από την κατηγορία «μεταφορικού εξοπλισμού» – πλοία – ή πάλι από την δημιουργία αποθεμάτων. Η κατανάλωση ακόμη σέρνεται. Επίσης καταγράφηκε η ιδιαίτερη επίδοση σε πρωτογενές πλεόνασμα, πλην όμως προερχόμενη το 2017 από πλεόνασμα στην Κοινωνική Ασφάλιση (όπου «δαγκώνει» η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου). Και στις δυο πλευρές, δηλαδή, η θετική καταγραφή έχει μιαν επιφύλαξη στην ουρά. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος, πάντως, που καταρτίζει το ΙΟΒΕ – και ο οποίος λειτουργεί αξιόπιστα ως πρόδρομο σημάδι της εξέλιξης του ΑΕΠ – ανακάμπτει αισθητά στο τελευταίο διάστημα...
Το σκηνικό αυτό επιτρέπει τις θετικές προοπτικές για το 2018, με το ΑΕΠ να προχωράει με βάση μικρή άνοδο της κατανάλωσης και σοβαρότερη επενδυτική δραστηριότητα (επενδύσεις τις οποίες «τραβάει» η εξαγωγική δραστηριότητα, κινήσεις που συνδέονται με τις αποκρατικοποιήσεις, κάποιο ξεκλείδωμα του ΠΔΕ) , καθώς και συνδυασμός των εξαγωγών με την ήδη αισθητή τουριστική άνοδο. Εδώ, όμως, η παρατήρηση του Νίκου Βέττα, Γεν. Διευθυντή του ΙΟΒΕ, για την σχετική υποχώρηση των προσδοκιών ανόδου του ΑΕΠ (γύρω στο 2% έναντι 2,5%) ότι αυτή ισοδυναμεί με κάτι σαν 40.000 θέσεις εργασίας, θα έπρεπε να παρακουνήσει. Ομοίως, η παρατήρηση για χαλάρωση των προσπαθειών για μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη, που κινδυνεύει «να περιμένει την επόμενη κρίση»: η προσδοκία ότι το Ελληνικό ζήτημα θα απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή εξέλιξη χάνει σε πειστικότητα.
Μια τελευταία επισήμανση του Ν. Βέττα αξίζει ακόμη μεγαλύτερη προσοχή: η απεμπόληση του ενδεχόμενου οποιασδήποτε προληπτικής γραμμής πίστωσης από την Ελλάδα, απαλλάσσει τους «εταίρους» από οποιανδήποτε συνευθύνη τους για τα 8 χρόνια Μνημονίων και «διάσωσης». Ενδιαφέρον, κι αυτό.
Έπεσε στην μέση κάπου ανάμεσα στον απόηχο της επίσκεψης Γιουνκέρ και εκείνον της αντίστοιχης Γκουρία στην Αθήνα, κι έτσι αμβλύνθηκε η επίπτωσή του στην δημόσια συζήτηση για τα επόμενα βήματα προς την «έξοδο από την εποχή των Μνημονίων». Ο λόγος για την παρουσίαση της – πρώτης για το 2018 – Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Ελληνική οικονομία, που πάντα αφήνει πίσω της ένα χρήσιμο αναλυτικό ίχνος, όμως αυτή την φορά οι συνθήκες είναι ιδιαίτερες.
Επειδή αναφερθήκαμε στις επισκέψεις Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ και Άνχελ Γκουρία, οι δηλώσεις του πρώτου για «εκπληκτική δημοσιονομική απόδοση της οικονομίας» και για «κάθε προσπάθεια ώστε η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια να είναι η πιο καθαρή έξοδος» και του Γκουρία ότι «είσθε σε πλατφόρμα εκτόξευσης» και «ήρθε η ώρα για ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους (μαζί και με το «Η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με πεφωτισμένες ηγεσίες») συνοδεύθηκαν και από πιο ανηφορικές επισημάνσεις.
Ήδη ο Πρόεδρος της Επιτροπής τόνισε το «όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα» αναφερόμενος στην ολοκλήρωση της τρέχουσας/τέταρτης αξιολόγησης, κυρίως όμως απηύθυνε έκκληση (που, ενώπιον της Βουλής πήρε και κάπως μελοδραματικό χαρακτήρα) «μην αφήσετε να πάνε χαμένα τα αποτελέσματα των έως τώρα προσπαθειών και θυσιών». Ενώ ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, μαζί με τα καλά λόγια και την αναγνώριση και τις προσδοκίες επέδωσε στον Αλέξη Τσίπρα και την εκ 188 σελίδων Έκθεση του Οργανισμού (με φωτισμένη Ακρόπολη σε εξώφυλλο), η οποία επαναφέρει την δυσλειτουργία των υπερυψηλών φορολογικών συντελεστών με στενή φορολογική βάση. τονίζει το πρόβλημα εισπραξιμότητας των φόρων. ενισχύει μεν την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά χωρίς αυτόματη επεκτασιμότητα των συμβάσεων. ζητά αύξηση κατά 3 ή 4 χρόνια της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης.
Κάναμε αυτήν την υπενθύμιση των τοποθετήσεων των «έξω», για να σταθούμε στο φόντο που προσφέρει για την συζήτηση των επόμενων εβδομάδων η Τριμηνιαία του «δικού μας» ΙΟΒΕ. Την οποία εισάγοντας ο Πρόεδρός του Τάκης Αθανασόπουλος εξήγησε ότι ασφαλώς πληθαίνουν οι θετικές ενδείξεις για σταθεροποίηση της κατάστασης και για βελτίωση των προοπτικών της οικονομίας, παρατηρώντας μολαταύτα ότι «απέχουμε παρασάγγας από το επιθυμητό». Γι αυτόν, η επιτάχυνση του βηματισμού είναι απαραίτητη προκειμένου να ξαναρχίσει μια σύγκλιση της Ελληνικής οικονομίας με τις Ευρωπαϊκές «πράγμα που επιτυγχάνεται με ρυθμούς ανάπτυξης 3% και 4% ετησίως», και η δημόσια συζήτηση «να φύγει από το ψευδοδίλημμα «καθαρή έξοδος» ή προληπτική γραμμή στήριξης».
Στην κυρίως παρουσίαση επιδόσεων και προοπτικών από την Έκθεση, επισημάνθηκε η συνεχιζόμενη θετική κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά με κόκκινο φωτάκι να αναβοσβήνει και με τις γεωπολιτικές εντάσεις και με την επέκταση του προστατευτισμού, καθώς και με την υπερθέρμανση ανεπτυγμένων οικονομιών. Στην δική μας μικρή αυλή, η ανάπτυξη επιταχύνει – το τελευταίο 3μηνο του 2017 πήγε με +1,9% για σύνολο έτους 1,4%, με μεγάλο μέρος να ανάγεται στις επενδύσεις πλην όμως κυρίως από την κατηγορία «μεταφορικού εξοπλισμού» – πλοία – ή πάλι από την δημιουργία αποθεμάτων. Η κατανάλωση ακόμη σέρνεται. Επίσης καταγράφηκε η ιδιαίτερη επίδοση σε πρωτογενές πλεόνασμα, πλην όμως προερχόμενη το 2017 από πλεόνασμα στην Κοινωνική Ασφάλιση (όπου «δαγκώνει» η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου). Και στις δυο πλευρές, δηλαδή, η θετική καταγραφή έχει μιαν επιφύλαξη στην ουρά. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος, πάντως, που καταρτίζει το ΙΟΒΕ – και ο οποίος λειτουργεί αξιόπιστα ως πρόδρομο σημάδι της εξέλιξης του ΑΕΠ – ανακάμπτει αισθητά στο τελευταίο διάστημα...
Το σκηνικό αυτό επιτρέπει τις θετικές προοπτικές για το 2018, με το ΑΕΠ να προχωράει με βάση μικρή άνοδο της κατανάλωσης και σοβαρότερη επενδυτική δραστηριότητα (επενδύσεις τις οποίες «τραβάει» η εξαγωγική δραστηριότητα, κινήσεις που συνδέονται με τις αποκρατικοποιήσεις, κάποιο ξεκλείδωμα του ΠΔΕ) , καθώς και συνδυασμός των εξαγωγών με την ήδη αισθητή τουριστική άνοδο. Εδώ, όμως, η παρατήρηση του Νίκου Βέττα, Γεν. Διευθυντή του ΙΟΒΕ, για την σχετική υποχώρηση των προσδοκιών ανόδου του ΑΕΠ (γύρω στο 2% έναντι 2,5%) ότι αυτή ισοδυναμεί με κάτι σαν 40.000 θέσεις εργασίας, θα έπρεπε να παρακουνήσει. Ομοίως, η παρατήρηση για χαλάρωση των προσπαθειών για μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη, που κινδυνεύει «να περιμένει την επόμενη κρίση»: η προσδοκία ότι το Ελληνικό ζήτημα θα απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή εξέλιξη χάνει σε πειστικότητα.
Μια τελευταία επισήμανση του Ν. Βέττα αξίζει ακόμη μεγαλύτερη προσοχή: η απεμπόληση του ενδεχόμενου οποιασδήποτε προληπτικής γραμμής πίστωσης από την Ελλάδα, απαλλάσσει τους «εταίρους» από οποιανδήποτε συνευθύνη τους για τα 8 χρόνια Μνημονίων και «διάσωσης». Ενδιαφέρον, κι αυτό.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/5/2018. 

How civil society must adapt to survive its greatest challenges

We live in a world of major geopolitical shifts and life-changing technological innovations. It's fair to wonder, then, what our biggest hopes are for society in the coming decades.

It's certain that the world has become a better place, according to nearly every measure of human well-being, and yet there is a need to acknowledge that new and looming challenges are looming. From the rise of nationalism, to increased demands for privacy, following widespread data leaks; from balancing growing human needs with planetary and environmental limits, to the impacts of sophisticated automation on people's lives.

The list is long, and there is undoubtedly space for all stakeholders – policy-makers, civil society, corporations, media, academia – to take responsible action that brings about a stable, sustainable and peaceful world.

In this context, the work of civil society has become of even greater importance.

Problem solving

Civil society is a dedicated and committed problem-solver, but it seems clear that it needs to step up its efforts to adapt to a new reality of rapidly changing interconnected problems. When we look at the numbers, it appears the sector has the size and scale globally to be able to robustly adjust to change.

In the past, civil society organizations have found it difficult to statistically measure the economic impact of their work and the size of their sector; but data and new research has changed that. Recent figures provide evidence of a far larger force than previously predicted, amounting to $2.2 trillion in operating expenditures, and employing the equivalent of an estimated 54 million full-time workers globally, along with over 350 million volunteers.

But adapting is not enough. Innovation, creativity and transformation are imperatives in the sector if it's to tackle the big challenges of our time.

So what's next for civil society? Here are four key considerations:

High ambitions and high expectations

The workload of civil society organizations has increased in the past few years, and with more work comes more responsibility and the need to manage expectations.

For example, civil society groups are being counted on to realize the United Nations Sustainable Development Goals (SDGs), and to work with other societal actors and decision-makers to transform the global development landscape over the next decade.

This is no small challenge. There are 17 goals covering a whole range of thorny societal issues to plan for, deliver and monitor – and new roles for the sector to operate in against a backdrop of blurring boundaries between civil society, governments and businesses.

This context of dramatically increasing demands is completed by larger-scale security, humanitarian, and climate-change-related challenges that are looming over the horizon. All this is forcing the civil society sector to find effective coping mechanisms by rethinking programmes, operations, mobilization strategies and partnership models.

Expectations on the sector to show its relevance and capabilities are high, but these expectations are accompanied by a generalized evaporation of trust in civil society institutions – as well as businesses, governments and media.

This collapse of trust means civil society needs to work harder, more effectively and more transparently, and to communicate better with current and prospective recipients, members and stakeholders.

The recent scandals that have hit some international NGOs, as well as the growth of right-wing, populist ideas, are further contributing to misperceptions and distrust in the sector, and damaging its credibility. This could create a potentially vicious cycle of decreased grassroots engagement and funding, ultimately threatening the whole sector.

Difficult legislative and operational environment

Across the globe, the general trend towards more restrictive regulatory measures, increased controls, and funding restrictions by governments is unquestionably making it more challenging for certain civil society institutions to carry out their activities.

While on the one hand this could be interpreted as an opportunity to introduce more transparency and rigour in the sector, on the other it is also contributing to a restrictive civic space, whereby civil society and citizens are limited in their civic freedoms and activities.

In some specific cases, government-promulgated anti-NGO regulations – mostly targeting non-governmental groups working in the human rights/corruption/governance spaces – create a narrative of repression and criminalization of the sector's work. This can make it impossible for civil society organizations to function independently, and forces them to quit their operations despite a growing need for their services.

The current landscape of legislative frameworks is at best only creating a greater bureaucratic workload; but at worst it is putting at risk the safety of committed individuals in the sector, and raising many questions about the cost-opportunity of operating at all in certain contexts.

Reworking the relationship with the private sector

Meanwhile, businesses have become more visibly engaged with the social and environmental agenda.

Multinational companies, and those operating on a global scale in particular, have been increasingly proactive in the field of sustainability. With 10% of publicly owned companies accounting for 80% of profits, the market dominance of a growing concentration of multinational corporate power – while worrisome in some regards – provides leverage to positively influence public policy and accelerate societal investments.

On an engagement spectrum ranging from bland PR to corporate activism and forceful campaigns addressing sensitive social and political issues, the corporate sector has emerged as a partner for change on social and environmental issues.

From the implementation of the Paris Agreements to the United Nations development goals, the international community is expecting businesses to be as responsible as government and civil society for progressing the sustainable development agenda. It expects business to contribute private-sector competences, such as innovation and efficiency, as well as resources, like assets and financial support, in the process.

In this respect, civil society's relationship with business has become more nuanced and sophisticated, with interesting examples of forward-looking collaborative partnerships and unlikely alliances emerging.

This relationship is helped by the increasingly online nature of political organizing and civic engagement. On the one hand, online tools make it easier for individuals and civil society actors to mobilize and join efforts; on the other hand, corporate ownership of these tools has implications for the ability to safeguard individuals' privacy and internet access rights.

Technology matters

Civil society is facing a dramatic transition as it moves into the Fourth Industrial Revolution. This raises key operational concerns and questions about its ability to stay agile, to understand and respond to the impact of technology on the communities civil society organizations have traditionally served.

Some of these transformations mean an enhanced role for civil society; others challenge the sector to define its responsibilities and contributions in the context of a hyper-connected world. The sector has built at least a decade of knowledge on engaging with information and communication technologies (ICTs); but digitization and the emerging proliferation of artificial intelligence, biotechnologies, 3D printing, blockchain and other technologies warrant a new level of preparedness, investment and adaptation for most of today's civil groups.

It is not simply a matter of integrating innovations and capacities in services, products and programmes. The widespread use of big data across sectors has ushered in new challenges associated with accountability, fairness, trust and transparency that could negatively affect societies by engendering discrimination, injustice and the exclusion of vulnerable populations.

The sector needs to develop a nuanced understanding of the Fourth Industrial Revolution, its implications for society and, consequently, its impact on how civil society champions human rights, delivers services for sustainable development, and fosters dialogue on society's values.

Civil society leaders should develop a vision of their role in influencing the development and deployment of emerging technologies in the market to ensure these are harnessed for social good, and that beneficiaries – and humanity in general – are protected from harm.

Innovation is the new normal

Innovation has become even more critical in the non-profit sector in recent years. This applies in all contexts, whether it is devising new ways to deliver services, adapting to difficult legislation, creating new partnership models with the private sector, setting new benchmarks for workers' rights in the digital revolution, or rethinking the relationship with technologies and their governance.

New responsibilities are falling on the shoulders of civil society leaders, and the sector needs to show its ability to remain agile and adaptive, and to pioneer new approaches and solutions to social development through responsible innovation and inclusive technology. It needs to do this the civil society way.

Working with innovative organizations committed to improving the state of the world is at the heart of the World Economic Forum, as the international institution for public-private cooperation. Over the next few days we will be featuring on our blog platform, Agenda, inspiring stories of how civil society is transforming itself and embracing and influencing a technology-enabled world.

*Δημοσιεύτηκε στο World Economic Forum. 

Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ και τα ατελέσφορα μέτωπα

Ε​​δώ και καιρό ισχυρίζομαι πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εισέλθει σε φάση μετασχηματισμού. Από ριζοσπαστικό κόμμα μετατρέπεται σε σοσιαλδημοκρατικό. Δηλαδή μετασχηματίζεται σε φιλοευρωπαϊκό κόμμα που ιδεολογικά και πολιτικά αποδέχεται (προς στιγμήν ανόρεχτα) τους κανόνες της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της μεικτής οικονομίας. Η αλλαγή γίνεται «στα τυφλά», μέσω της τριβής του με τις απαιτήσεις της διακυβέρνησης, χωρίς προγενέστερη σοβαρή θεωρητική επεξεργασία, υπό την πίεση της επιθυμίας για παραμονή στην εξουσία και της διάθεσης να παίξει κεντρικό ρόλο στη συνέχεια.

Η πορεία αυτή είναι χωρίς επιστροφή. Κατά τη διάρκειά της θα αναπτυχθούν εσωτερικές αντιθέσεις και θα επιχειρηθεί η νεκρανάσταση της ριζοσπαστικότητας του ΣΥΡΙΖΑ από κομμάτια του που φέρουν βαρέως τον «ιστορικό συμβιβασμό». Μακροπρόθεσμα, καμιά από αυτές τις προσπάθειες δεν θα αποδώσει. Οι δυνάμεις του ρεαλισμού θα παραμείνουν, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, ισχυρότερες.

Απέναντι σε αυτή μου τη θέση, αναπτύσσεται ένας αντίλογος, που συνοψίζεται στα παρακάτω: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναζητεί μια νέα σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα. Προσποιείται τον ρεαλιστικό συμβιβασμό ενώ συνειδητά διατηρεί ζωντανό τον ακραίο ριζοσπαστισμό του, «που λειτουργεί ως υφέρπουσα απειλή ή προσδοκία, ανάλογα με το ακροατήριο». Σύμφωνα με τη θέση αυτή είναι αφελείς και επικίνδυνοι «όσοι νομίζουν ότι θα πάμε ως παιδική εκδρομή στις εκλογές, επειδή είμαστε στο πλαίσιο μιας συμβατικής εναλλαγής ευρωπαϊκών δυνάμεων στην εξουσία». Πολιτικό συμπέρασμα των παραπάνω είναι η επιδίωξη δημιουργίας «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μετώπου, προκειμένου αυτός να απομονωθεί και να ηττηθεί στρατηγικά.

Η παραπάνω προσέγγιση είναι λανθασμένη. Πεισματικά προσκολλημένη στο παρελθόν, αναλύει τις εξελίξεις στατικά αδυνατώντας να αντιληφθεί τις συνέπειες του καλοκαιριού του 2015 στη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, που απώλεσε τότε τη μισή σχεδόν οργανωμένη βάση του. Επιπλέον, κουβαλώντας έναν βαθιά ελληνικοκεντρικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων, αδυνατεί να αντιληφθεί τη δύναμη που έχουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και το διεθνές πλαίσιο στη διαμόρφωση των εσωτερικών ζητημάτων.

Τέλος, η οπτική αυτή είναι ζημιογόνος για τη χώρα, καθώς συνεχίζοντας να παίζει στο (ξένο) γήπεδο του «αυτοί ή εμείς», αναπαράγει ένα είδος ακήρυκτου πολιτικού εμφυλίου και συντελεί στην άγονη πόλωση. Εχουμε ανάγκη από έναν νέο πολιτικό πολιτισμό, όχι από «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» κακέκτυπα του ΣΥΡΙΖΑ.

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τον ρεαλισμό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα βεβαίως. Στην ιστορία του σοσιαλισμού τα παραδείγματα διεθνώς είναι αναρίθμητα. Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως αυτό της Γερμανίας, έζησαν δεκαετίες έντονων εσωτερικών τριβών για να απαρνηθούν τον επαναστατικό μαρξισμό και την πάλη των τάξεων στα τέλη του '50. Οι Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες, που μεταπολεμικά θεωρήθηκαν πρωταθλητές της συναινετικής δημοκρατίας, τη δεκαετία του '30 διέθεταν «μπαρουτοκαπνισμένες» ένοπλες πολιτοφυλακές που αντάλλασσαν πυρά στους δρόμους της Βιέννης.

Σταδιακά η φιλελεύθερη δημοκρατία επικράτησε και πιο αριστερά. Στις αρχές του '70 κομμουνιστικά κόμματα, όπως το ιταλικό ή το ισπανικό με παρελθόν ισχυρής αφοσίωσης στη Μόσχα και στις αρχές της «προλεταριακής επανάστασης», αποδέχτηκαν πλήρως τον κοινοβουλευτισμό και απομακρύνθηκαν από την επιρροή της ΕΣΣΔ.

Πιο πρόσφατα, το 1990, οι σκληροί κομμουνιστές της Ανατολικής Ευρώπης, στα Βαλκάνια και αλλού μεταμορφώθηκαν σε δημοκράτες και εντάχθηκαν στην ευρωπαϊκή σοσιαλιστική οικογένεια. Ακόμη πιο κοντά μας χρονικά, στην Πορτογαλία το αριστερό Bloco, ένα κόμμα που μοιάζει με τον ΣΥΡΙΖΑ και εθεωρείτο πριν από λίγα χρόνια αντισυστημικό, σήμερα στηρίζει μαζί με τους κομμουνιστές μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, η οποία αποτελεί υπόδειγμα μετριοπαθούς πολιτικής και αφοσίωσης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η ζωή είναι ένα ατελείωτο πεδίο συμβιβασμών. Οπως στους ανθρώπους, έτσι και στα κόμματα πραγματοποιούνται αλλαγές και προσαρμογές, που δεν είχαν σχεδιαστεί προγενέστερα και συνήθως είναι αποτέλεσμα εξωτερικών καταναγκασμών και επιδράσεων. Η απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 να συνθηκολογήσει δεν ήταν απλώς μια στιγμιαία κίνηση τακτικής χωρίς συνέπειες στη φυσιογνωμία του. Η επιλογή της ηγεσίας του να μη διακινδυνεύσει την παραμονή στην εξουσία υποχρέωσε το κόμμα να ακολουθήσει τον δρόμο του ρεαλισμού μέσα στην αγκαλιά των ευρωπαϊκών θεσμών.

Από τη μια, αυτή η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μου προκαλεί κανένα διανοητικό ενδιαφέρον. Η παλιομοδίτικη σοσιαλδημοκρατικοποίησή του δεν συγκινεί έναν προοδευτικό φιλελεύθερο σαν κι εμένα. Εχω εξάλλου συστηματικά υποστηρίξει πως η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία με τα χαρακτηριστικά που ανέπτυξε στον 20ό αιώνα πεθαίνει. Η δυναμική της έχει από καιρό εξαντληθεί και το εκλογικό σώμα της γεράσει. Το μέλλον της προοδευτικής πολιτικής βρίσκεται πέραν αυτής (χωρίς αυτό να σημαίνει πως η κληρονομιά της δεν αφήνει σημαντική παρακαταθήκη, ιδιαίτερα σε θέματα καταπολέμησης ανισοτήτων).

Από την άλλη όμως, η εξέλιξη αυτή μου γεννά ηθική ικανοποίηση και πολιτική αισιοδοξία. Γενικότερα, κάθε φορά που ένα ριζοσπαστικό, αντισυστημικό κόμμα αφομοιώνεται από τους θεσμούς της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας, συνιστά νίκη της ίδιας της Δημοκρατίας. Ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, η λογική του «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μετώπου είναι ατελέσφορη πολιτικά και άγονη ιδεολογικά. Η δαιμονοποίηση του «άλλου» βολεύει ίσως την εκλογική συσπείρωση και όσους στήνουν καριέρες πάνω στον φανατισμό των αφελών ή ιδιοτελών, αλλά βλάπτει τη χώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 22/4/2018. 

Αγιατολάδες και ναιμεναλλάδες

Πρέπει να το αναγνωρίσεις στον Νίκο Μαραντζίδη. Το άρθρο του την περασμένη Κυριακή («Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ...») του δημιούργησε εχθρούς, χωρίς να προσθέσει νέους φίλους. Αυτό όμως είναι το τίμημα της διανοητικής ακεραιότητας και παρρησίας.

Ο Ν.Μ. έχει δίκιο σε πολλά. Κατ' αρχάς στην αμετροέπεια και μισαλλοδοξία με την οποία μέρος της αντιπολίτευσης εκδηλώνει το αντι-ΣΥΡΙΖΑϊκό της μένος, ιδίως στα social media. Κάποιος παρομοίασε τον ΣΥΡΙΖΑ με τους ναζί του '30.

Οποιος επιχειρήσει να διαλεχθεί εντίμως, μετριοπαθώς, ορθολογικά, να αξιολογήσει επιχειρήματα, όψεις και αποχρώσεις, να αναγνωρίσει ίσως και 2 σωστά στα 20 λάθος της κυβέρνησης, καταγγέλλεται ως ασπόνδυλος μειοδότης και εξωνημένος «ναιμεναλλάς» (ναι-μεν-αλλά). Ο λόγος οφείλει να εμφορείται από κατεδαφιστικό πάθος, για να λάβει σφραγίδα έγκρισης των αγιατολάχ του αντισυριζαϊσμού. Ετσι κερδίζονται οι μάχες – και τα likes. Αυτό το είδος της αντιπολιτευτικής υπερβολής είναι γνώριμο: το αποθέωσαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ως αντιπολίτευση, καταγγέλλοντας ως μνημονιακό δωσίλογο και συνεργάτη στην εξόντωση του ελληνικού λαού όποιον, έστω και κριτικά, αποδεχόταν μνημονιακές πολιτικές.

Αυτό το κλίμα είναι πολιτικά αλυσιτελές. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω πώς μπορεί κάποιος να ψηφίζει σήμερα τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που κατέληξαν να κάνουν τα αντίθετα αυτών για τα οποία συγκροτήθηκαν. Ομως μπορώ να καταλάβω πώς ο φανατισμός που εκπέμπει ένα μέρος της αντιπολίτευσης, θα κρατήσει τους ψηφοφόρους αυτούς στον ΣΥΡΙΖΑ. Θα πρόκειται για θρίαμβο της ετερογονίας των σκοπών.

Τώρα στο περιεχόμενο. Ο Ν.Μ. υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε πορεία μετασχηματισμού από ριζοσπαστικό σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, και ότι η πορεία αυτή είναι αναντίστρεπτη. Επικαλείται τα ιστορικά παραδείγματα σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που μετεξελίχθηκαν από τον επαναστατισμό και τον ριζοσπαστισμό στη συστημική σοσιαλδημοκρατία. Ορθά επίσης, κατά τη γνώμη μου, επισημαίνει την καταλυτική επίδραση του Ιουλίου 2015. Εκ των πραγμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ του Ιανουαρίου 2015 και του τρίτου μνημονίου δεν είναι πλέον το ίδιο πολιτικό ον. Στα κόμματα εξουσίας δεν υπάρχει μια αμετάβλητη πολιτική ουσία. Η δύναμη του οπορτουνισμού αλλάζει πολλά.

Ομως διαφωνώ με την ουσία της εκτίμησης του Ν.Μ. Είχα γράψει το 2014 ότι ο ΣΥΡΙΖΑ (του προγράμματος της Θεσσαλονίκης) θα αντιμετωπίσει μια αδύνατη τριάδα (impossible trinity). Μεταξύ των τριών στόχων του (να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, να κρατήσει την κυβέρνηση και να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ) ο ένας έπρεπε να θυσιαστεί.

Προέβλεψα, όπως και άλλοι, ότι θα θυσίαζε το πρόγραμμά του, περνώντας όμως πρώτα τη χώρα από μια «προθανάτια» εμπειρία, ώστε να μην κατηγορηθεί για «κωλοτούμπα». Στη συνέχεια κατέστη φανερό ότι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν την προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η εξωτερική πίεση Ευρώπης και δανειστών, κι η επιθυμία αγκύρωσης στην εξουσία.

Είναι αρκετός ο εξωτερικός καταναγκασμός για να μετασχηματιστεί ένα κόμμα; Η μετεξέλιξη του «τριτοκοσμικού» ΠΑΣΟΚ των '70 και '80 στη σοσιαλδημοκρατία των '90 και '00 επήλθε και ως αποτέλεσμα εσωτερικής ιδεολογικής διαπάλης, όπου η «εκσυγχρονιστική» τάση επικράτησε της παραδοσιακής. Αντίστοιχες διαδικασίες χαρακτήρισαν τη μετεξέλιξη άλλων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων. Ποιο είναι το εν δυνάμει ηγεμονικό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ; Αδυνατώ να το διακρίνω.

Εχει ιδεολογικά αποταχθεί τον ριζοσπαστισμό του ο ΣΥΡΙΖΑ; Δεν φαίνεται. Το μήνυμα προς το κοινό του είναι: Κάνουμε μια τακτική συνθηκολόγηση, μέχρι να καταστούν οι συνθήκες ευνοϊκότερες. Τότε θα επιστρέψουμε στην αληθινή μας φύση (την οποία ποτέ δεν αποκηρύξαμε), του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος. Στρατηγικός στόχος παραμένει «η ακύρωση των μνημονιακών πολιτικών», όπως συχνά αναγράφεται στα κομματικά έντυπα. Οπου αποτυπώνεται η αγωνία ο ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει κόμμα ριζοσπαστικό, διατηρώντας στο οπλοστάσιό του τη «ρήξη και την ανατροπή». Αν αυτή η οπτική εκφράζει την αριστερή τάση, δεν διακρίνεται ωστόσο κάποιο αντίθετο ιδεολογικό ρεύμα «ρεαλιστικής» μετεξέλιξης που να συγκροτείται στη βάση επεξεργασμένου σοσιαλδημοκρατικού λόγου. Πλην τής, με κάθε μέσο, παραμονής στην εξουσία. Ηρωες του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν ο Τσε, ο Τσάβες και ο Βελουχιώτης –ούτε ο Κέινς, ούτε ο Πάλμε, ούτε ο Χέλμουτ Σμιτ.

Είναι και τα άλλα: η αντίληψη της πολιτικής με συγκρουσιακούς όρους («ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν»). Η περιφρόνηση προς τους αστικούς θεσμούς, που στέκουν εμπόδιο στην «εξουσία του λαού» την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ προνομιακά εκφράζει, η αδυναμία να αντιληφθούν ότι η εξουσία αυτή πρέπει να περιστέλλεται και να αντιρροπείται.

Υπάρχει, τέλος, ένα σοβαρό ηθικοπολιτικό δίλημμα. Η προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα» είναι καλό για τη χώρα και τη δημοκρατία. Ομως, ο δημοκρατικός διάλογος δεν πρέπει να αποδεχθεί ως «κανονικό» το προϊόν μιας τόσο τυχοδιωκτικής διαδρομής. Διότι τότε ενθαρρύνει την πολιτική απάτη ως μέθοδο ανόδου στην εξουσία.

Το πραγματικό τεστ μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα είναι η θητεία του στην αντιπολίτευση. Κατά τον ίδιο τρόπο που η απόδειξη εμπέδωσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα ήταν η ανεμπόδιστη άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981. Μέχρι τότε, κάθε συμπέρασμα παραμένει εξαιρετικά πρόωρο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 29/4/2018. 

Θεοκρατία ή Δημοκρατία;

Η πρόσφατη απόφαση 660/2018 της «Ολομέλειας» του Συμβουλίου Επικρατείας (ΣτΕ) για το μάθημα των θρησκευτικών αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις χειρότερες στιγμές του.
Εν πρώτοις, είναι απορίας άξιον γιατί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, το οποίο έχει απασχολήσει επανειλημμένα και έντονα την κοινή γνώμη, κρίθηκε από την μικρότερη δυνατή σύνθεση της Ολομέλειας (συνολικά 17 σε σύνολο 64 Συμβούλων!!!). Ας όψεται βεβαίως ο πρόεδρος του ΣτΕ, που επιλέχθηκε, ελαφρά τη καρδία, από την παρούσα κυβέρνηση, παρά τις πανταχόθεν προειδοποιήσεις...
Από τους 17 την απόφαση ψήφισαν μόλις 9 Σύμβουλοι (του προέδρου, βεβαίως, συμπεριλαμβανομένου...). Οι 3 κράτησαν επαμφοτερίζουσα –και ασαφή– στάση, ενώ 5 μειοψήφησαν τεκμηριωμένα, σώζοντας την τιμή του ΣτΕ. Όλως τυχαίως, πουθενά η πλειοψηφία δεν μνημονεύει ούτε το Πρακτικό Επεξεργασίας 347/2002 του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ (υπό την προεδρία του μετέπειτα προέδρου του, Κώστα Μενουδάκου), που είχε ήδη τάμει εύστοχα και νηφάλια το ζήτημα, αλλά ούτε και την μνημειώδη απόφαση 2280/2001 της Ολομέλειας του ΣτΕ για τις ταυτότητες (που λήφθηκε από διπλάσιους -35- Συμβούλους...), παρότι σε πολλά σημεία αποτελούσε νομολογιακό προηγούμενο.
Ως προς την ουσία, η θέση της πλειοψηφίας είναι όχι μόνον ανερμάτιστη αλλά και ανατριχιαστική, διότι αφ'ενός μεν απομακρύνεται εμφανώς από τις αρχές και τις αξίες μιας σύγχρονης –ανοιχτής και δημοκρατικής– ευρωπαϊκής κοινωνίας αφ'ετέρου δε μηρυκάζει τις πλέον ακραίες θεοκρατικές αντιλήψεις (παρεμφερείς με αυτές των φονταμενταλιστών του Ισλάμ), που κυκλοφορούν, δυστυχώς, στους κόλπους της Ιεραρχίας...
Το χειρότερο είναι ότι η πλειοψηφία αντιμετωπίζει την εκπαίδευση σαν προέκταση των κατηχητικών σχολείων της Εκκλησίας, επανεισάγοντας, εν τέλει, μια εκδοχή απροκάλυπτου θρησκευτικού ολοκληρωτισμού, η οποία, βέβαια, είναι συμβατή μόνο με τις αντιλήψεις που συνοψίζονταν στο –αλήστου μνήμης– διαβόητο σύνθημα: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» (ενώ κάτι ανάλογο ήταν, θυμίζω, και η υποχρεωτική αθεϊστική προπαγάνδα στα σταλινικά καθεστώτα...).
Είναι εύλογο, στο πλαίσιο ενός τέτοιου άρθρου, να μην υπάρχουν περιθώρια για αναλυτικά συνταγματικά επιχειρήματα (τέτοια, για όποιον ενδιαφέρεται, περιέχονται εκτενώς στην μονογραφία μου: «Θρησκεία και Εκπαίδευση, κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία», 1993/1998, εκδόσεις Σάκκουλας, ενώ, σχεδιάζεται και σχετική επιστημονική εκδήλωση στις 9 Μαΐου στον ΔΣΑ). Ωστόσο, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι θεωρώ αδιανόητο η πλειοψηφία του Δικαστηρίου:
Πρώτον, να αποκόπτει πλήρως την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης», που προβλέπει το άρθρο 16.2 του Συντάγματος, από την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (του άρθρου 5 παρ. 1) και από την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (του άρθρου 13 παρ. 1), επικαλούμενη αυθαίρετα μια θεοκρατική ερμηνεία της «επικρατούσας θρησκείας» (άρθρο 3) και δεύτερον, να επικαλείται εντελώς παραπλανητικά και ψευδεπίγραφα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όταν είναι γνωστό ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που την εφαρμόζει, έχει υπογραμμίσει, σε όλους τους τόνους, ότι η θρησκευτική εκπαίδευση δεν επιτρέπεται επ'ουδενί να αποσκοπεί στην «δογματική επιβολή θρησκευτικών δοξασιών» («indoctrination») και γι αυτό πρέπει να παρέχεται «με κριτικό, αντικειμενικό και πλουραλιστικό τρόπο»...

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 18/4/2018. 

Ο μετεωρολόγος, οι Ινδιάνοι, το Eurogroup – και ο ΣΕΒ

Eίναι κατά πάσαν πιθανότητα το καλύτερο υλικό για να εισαγάγει στην συζήτηση του Ελληνικού ζητήματος στο Eurogroup της Σόφιας (όπως αυτή προκύπτει μετά τα τελευταία βήματα: EuroWorking Group, Washington Group – τα γνωστά), ένα ανέκδοτο που λένε οι Αμερικανοί σε ακαδημαϊκούς κύκλους αναφερόμενοι στο τι αποτελεί «πρόβλεψη». Το συλλέξαμε στο περιθώριο του διήμερου Συνεδρίου του ΣΕΒ για το μέλλον των επενδύσεων, οπότε θα επιχειρήσουμε να συνδέσουμε τους δυο κόσμους.
Πρώτα το ανέκδοτο: ήταν, λέει, κάποτε ένας φημισμένος μετεωρολόγος, μέχρι και στην τηλεόραση έβγαινε και ανέλυε τις προβλέψεις του. Τον πλησίασαν ένα φθινόπωρο κάτι Ινδιάνοι (που ακριβώς τον είχαν δει και τον είχαν θαυμάσει) και τον ρώτησαν τι καιρό θα κάνει τον χειμώνα που ερχόταν. «Κρύο, πολύ κρύο» τους απάντησε. Τον άκουσαν με περίσκεψη μερικοί απ' αυτούς και, σιγά-σιγά, άρχισαν να μαζεύουν ξύλα για τον χειμώνα. Όπως προχωρούσαν οι βδομάδες, πήγαν κάποιοι πάλι και τον ξαναρώτησαν: «Πολύ βαρύς χειμώνας, βλέπω νάρχεται», απάντησε εκείνος. Ακόμη περισσότεροι Ινδιάνοι ξεκίνησαν να μαζεύουν ξύλα, οι αυλές έξω από τα σπίτια του καταυλισμού ή τα τίπις τους άλλαξαν όψη. Καθώς έμπαινε πια ο χειμώνας, ξαναπήγαν και τον ξαναρώτησαν: «Πολύ-πολύ κρύο, πρωτοφανής βαρυχειμωνιά θα ΄λεγα», απήντησε εκείνος. Οι Ινδιάνοι τον άκουσαν εντυπωσιασμένοι τον ρώτησαν λοιπόν τον μετεωρολόγο: «Μα πώς προκύπτει τόσο βαριά πρόγνωση;» Αφοπλιστικός εκείνος, τους αποκρίθηκε: «Δεν βλέπετε που όλες οι αυλές είναι γεμάτες ξύλα για τον χειμώνα; Βαρύ κρύο αναμένεται, ξεκάθαρο!».
Κάπως έτσι έρχεται να διαμορφωθεί το σκηνικό για την συζήτηση της μετάβασης από την τέταρτη/τελευταία αξιολόγηση του Μνημονίου-3 στην Σόφια (σύμφωνα με τον «αξιωματούχο της Ευρωζώνης» ενόψει Σόφιας «αποτελεί πρόκληση, αλλά είναι εφικτή» η ολοκλήρωση εντός Μαΐου) και τα επόμενα – τελευταία κι αυτά – βήματα προς συμφωνία για διευθέτηση του Ελληνικού χρέους. Ο τρόπος με τον οποίο ο μετεωρολόγος – ο σοφός και προβεβλημένος εμπειρογνώμων του ανεκδότου –, δηλαδή το ΔΝΤ και όποιος άλλος επενδύει με επιστημοσύνη προβλέψεων για το πρωτογενές πλεόνασμα και για τους ρυθμούς ανάπτυξης σε βάθος χρόνου την πολιτικότατη συζήτηση, αληθινά φέρνει πικρό χαμόγελο. Καθώς μάλιστα στην συζήτηση θα μπει – με βάση το «ολιστικό αναπτυξιακό σχέδιο» που θα παρουσιάσει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος – η αληθινά μακροπρόθεσμη προοπτική της χώρας, αλλά και η «ουσιώδης ελάφρυνση» χρέους/substantial debt relief, που το ΔΝΤ χρειάζεται προκειμένου να θέσει την δική του σφραγίδα βιωσιμότητας, οι δε διαβόητες αγορές προκειμένου να ... διαβάσουν την εν λόγω σφραγίδα, η λογική των προβλέψεων/αυτεπιβεβαιούμενων ή αυτοϋπονομευόμενων προφητειών πραγματικά φέρνουν σε κάτι από ανέκδοτο.
Την προσπάθεια να προσγειώσει την συζήτηση σε κάτι πιο χειροπιαστό, μέσα από το loop της ανάπτυξης, επιχείρησε να θέσει στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης η διημερίδα του ΣΕΒ για το επενδυτικό μέλλον της Ελληνικής οικονομίας – «Σχεδιάζουμε το μέλλον με επενδύσεις: Κερδίζουμε στον διεθνή ανταγωνισμό με πρακτικές λύσεις».
Στην αρκετά δουλεμένη αυτή προσπάθεια, στηριγμένη και σε toolkit προτάσεων/best practices της Deloitte, και σε προσέγγιση της Boston Consulting στις start-ups, προσπάθεια που κάνει την θεμελιώδη επισήμανση ότι μόνο με ένα επενδυτικό σοκ θα αποκτήσει η συζήτηση για επανεκκίνηση της οικονομίας νόημα, το ενδιαφέρον αιχμαλώτισε – αναμενόμενο! – μια διασταυρωμένη αντιπαράθεση θέσεων Γ. Δραγασάκη/Κυρ. Μητσοτάκη. Ο πρώτος μετά από μιαν αρκετά εποικοδομητική ανάλυση για «αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος» και για αύξηση του ρόλου της μεταποίησης στην οικονομία, με την ατάκα «τα κέρδη που βγαίνουν στην Ελλάδα πρέπει να μένουν στην Ελλάδα [...] σε περιόδους ανόδου τα κέρδη φεύγουν στο εξωτερικό και σε περιόδους κρίσεων δεν επιστρέφουν», θύμισε Γεράσιμο Αρσένη με την ιστορική επίκριση προς τον ΣΕΒ για την επενδυτική αποχή της εποχής με το: «κακαρίζετε, αλλά αυγά δεν κάνετε».
Ο δεύτερος δήλωσε έτοιμος να γίνει ο ίδιος «ιεραπόστολος για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων». Κατά τα αναμενόμενα, άσκησε δριμεία κριτική στην στάση της Κυβέρνησης απέναντι στις επενδύσεις, την οποία χαρακτήρισε «διστακτική – μαγκωμένη – προσχηματική», ενώ ο ίδιος υιοθέτησε τον στόχο 100 δις (πρόσθετων) επενδύσεων σε ορίζοντα 7ετιας.
Καλή η διασταύρωση ξιφών/αντιπαράθεση θέσεων. Όμως, από την διοργάνωση του ΣΕΒ θα τείναμε να κρατήσουμε – για μιαν ακόμη φορά! – την ανάλυση του Νίκου Χριστοδουλάκη για το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε στην οικονομία. Και στην έκκληση να μεθοδευθεί με κάποιον τρόπο η επανασυζήτηση/επαναδιαπραγμάτευση των υπερυψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Έτσι ώστε να σταθούν σε ένα 2% με το πρόσθετο 1,5% δημοσιονομικού χώρου να πηγαίνει για χρηματοδότηση μιας ουσιαστικής επενδυτικής επανεκκίνησης. Τέτοια όμως...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 26/4/2018. 

Ηλίας Μόσιαλος: Η Novartis κόστισε κατ’ ελάχιστον 17,5 δις ευρώ στο ελληνικό κράτος και όχι μόνο 900 εκ. όπως ισχυρίζεται άρθρο της «Καθημερινής»

Πρόσφατο δημοσίευμα της "Καθημερινής" με τίτλο "Αποκλειστικό – Έρευνα: όλη η αλήθεια για τη φαρμακευτική δαπάνη" αναφέρεται σε εκτιμήσεις τεσσάρων ανώνυμων "ειδικών" (τοποθετώ τα εισαγωγικά λόγω της ανωνυμίας τους) σχετικά με την υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης κατά την περίοδο 2000-2010. Σύμφωνα με τους "ειδικούς", η υπέρβαση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης κατά την προαναφερθείσα περίοδο ανήλθε συνολικά σε λιγότερο από 900 εκατομμύρια. Με βάση αυτή την εκτίμηση, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το λεγόμενο "πάρτυ" στο χώρο του φαρμάκου δεν υπήρξε ποτέ, ή υπήρξε αλλά ήταν τόσο μικρό που είναι ανάξιο λόγου ή περιττό να το σχολιάζουμε.
Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει κυβερνητικές πηγές –ανώνυμες και αυτές- οι οποίες επικαλούνται παλαιότερη εκτίμηση μου (το 2010), με βάση την οποία η υπέρβαση υπολογίζεται σε περίπου 17,5 δις ευρώ κατά την περίοδο 2000-2010. Το παράδοξο –βεβαίως- είναι ότι καθόλη τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, ουδέποτε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή της κυβέρνησης έχουν αναφερθεί σε αυτές τις εκτιμήσεις, παρόλο τον έντονο διάλογο σχετικά με τη δαπάνη και τις πολιτικές στο χώρο του φαρμάκου. Είναι όμως η υπέρβαση στην φαρμακευτική δαπάνη μόλις 900 εκατομμύρια την περίοδο 2000-2010, όπως αναφέρουν οι ανώνυμοι "ειδικοί"; Και πώς πραγματικά προέκυψαν αυτές οι εκτιμήσεις;
Η εκτίμηση εν πολλοίς βασίζεται σε παλαιότερη δήλωσή μου (2015), στην οποία ανέφερα ότι τα 2 δις ευρώ είναι μια αποδεκτή ετήσια δημόσια δαπάνη σε αυτή τη συγκυρία, και ότι πλέον δε χρειάζονται δραστικές περικοπές στο χώρο του φαρμάκου. Με βάση αυτή τη δήλωση, οι "ειδικοί" πολλαπλασιάσαν τα 2 δις με τα 11 χρόνια της περιόδου 2000-2010, και κατέληξαν ότι ένα αποδεκτό επίπεδο δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης θα έπρεπε να προσεγγίζει συνολικά τα 22 δις ευρώ για την περίοδο 2000-2010, έναντι περίπου 33,6 δις ευρώ (το άθροισμα των δημόσιων εξωνοσοκομειακών δαπανών για φάρμακα για την εν λόγω περίοδο). Ωστόσο, ουδέποτε ανέφερα ότι τα 2 δις είναι μια αποδεκτή και ικανοποιητική φαρμακευτική δαπάνη διαχρονικά. Κατά αυτή την έννοια, η μηχανιστική μεταφορά του "2 δις ευρώ για κάθε έτος" είναι ακατανόητη και παντελώς λανθασμένη. Παραδείγματος χάριν, στους υπολογισμούς που αναφέρονται στην "K" γίνεται η υπόθεση ότι η φαρμακευτική δαπάνη το 2000 θα έπρεπε να είναι 2 δις ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα η δαπάνη για εκείνη την χρονιά ήταν 1,278 δις ευρώ! Αντίστοιχες υποθέσεις γίνονται και για τα έτη 2001 και 2002, κατά τα οποία η φαρμακευτική δαπάνη ήταν 1,502 και 1,739 δις ευρώ αντίστοιχα. Συνεπώς, η εκτίμηση των "ειδικών" βασίζεται στην αναδρομική εφαρμογή ενός ποσού (2 δις ευρώ) ως "αποδεκτής δαπάνης", σε έτη κατά τα οποία η πραγματική δαπάνη ήταν στην πραγματικότητα χαμηλότερη.
Πέραν αυτού, η συγκεκριμένη εκτίμηση –η οποία απέχει σημαντικά από αυτές που έκανα το 2010- πάσχει και είναι ευάλωτη στην κριτική και για άλλους λόγους. Παραδείγματος χάριν, αφαιρεί από τη συνολική υπέρβαση το "κούρεμα" των ομολόγων που πραγματοποιήθηκαν εκ των υστέρων στα πλαίσια της γενικότερης διευθέτησης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Η προσέγγιση αυτή είναι λανθασμένη διότι αντιβαίνει τις βασικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις μέτρησης των λογαριασμών υγείας διεθνώς, οι οποίες είναι συγκεκριμένες και δεν περιλαμβάνουν τέτοιου είδους "αλχημείες". Παράλληλα όμως, είναι και ιδιαίτερα παραπλανητική, διότι μέσω λογικών αλμάτων και τεχνασμάτων επιχειρεί να μετριάσει το μέγεθος της αλόγιστης σπατάλης που πραγματοποιήθηκε στο χώρο του φαρμάκου, με αποκορύφωμα τον εκτροχιασμό της περιόδου 2004-2009.
Ένα άλλο σημείο που θέτει προβληματισμούς σχετικά με τη φερεγγυότητα των υπολογισμών σχετίζεται με το υπολογισμό των εσόδων που εισπράττει το ελληνικό δημόσιο από το ΦΠΑ. Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι "επί της δαπάνης αυτής (33,494 δις) το Ελληνικό δημόσιο εισπράττει ΦΠΑ 3,74 δις ευρώ περίπου". Ωστόσο, δεν γίνεται σαφές πώς γίνεται ο εν λόγω υπολογισμός.
Επιστρέφοντας πίσω στο 2010 -όταν είχα εκτιμήσει ότι η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης κατά την περίοδο 2000-2010 προσεγγίζει τα 17,5 δις ευρώ- διερωτήθηκα τι είναι αυτό που μας διαφοροποίησε τόσο πολύ σε σχέση με τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες, και θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αύξηση της δαπάνης. Άλλωστε, η χώρα δεν υπέστη επιδημιολογικές καταστροφες που δυνητικά θα ερμήνευαν την αύξηση της νοσηρότητας και συνεπακόλουθα της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης. Τότε, όπως και τώρα, έκανα μια απλή υπόθεση: πόση είναι η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης καθόλη την περίοδο 2000-2010, εάν δεχθούμε ότι ένας αποδεκτός ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης της δαπάνης είναι 3,5% (πλησίον του αντίστοιχου μέσου όρου του ΟΟΣΑ); Και πόση είναι η αντίστοιχη υπέρβαση, εάν υποθέσουμε έναν ρυθμό μεγέθυνσης της φαρμακευτικής δαπάνης 5% (αρκετά μεγαλύτερο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ); Λαμβάνοντας υπόψη πιθανές μεταβολές στα φορολογικά έσοδα από τον ΦΠΑ, η υπέρβαση της δαπάνης (συμπεριλαμβανομένης και της νοσοκομειακής δαπάνης για φάρμακα) είναι περίπου 17,7 δις ευρώ, ενώ –με βάση διάφορα σενάρια- κυμαίνεται μεταξύ 17,0 και 18,5 δις ευρώ. Εξαιτίας της έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων για τη νοσοκομειακή δαπάνη, παραθέτω ένα εύρος εκτιμήσεων, βασισμένο σε διάφορες υποθέσεις σχετικά με το ύψος της νοσοκομειακής δαπάνης για φάρμακα (η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι κυμαίνεται περίπου μεταξύ 10% και 20%, και με βαση αυτή προβαίνω σε μια συντηρητική εκτίμηση).
Η εν λόγω εκτίμηση χρησιμοποιεί τα επίσημα μεγέθη όσον αφορά τη φαρμακευτική δαπάνη και –προφανώς- δεν λαμβάνει υπόψη αλλαγές οι οποίες πραγματοποίηθηκαν εκτός του πλαίσίου δημόσιας πολιτικής εκείνης της εποχής. Δε θα μπορούσε άλλωστε, αφού πραγματοποιήθηκε το 2010. Κατά αυτήν την έννοια, την περίοδο 2000-2010 έγινε ένα τεράστιο "πάρτυ" στη φαρμακευτική δαπάνη, και αυτό αποτυπώνεται στην υπέρβαση της δαπάνης κατά περίπου 17,7 δις. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι το "πάρτυ" δεν έγινε ή ότι η υπέρβαση της δαπάνης δεν ήταν μεγάλη επειδή εκ των υστέρων "κουρεύτηκαν" τα ομόλογα ή εφαρμόστηκαν μέτρα είναι –στην καλύτερη περίπτωση- μεθοδολογικά λανθασμένο και πολιτικά παραπλανητικό.
Ωστόσο, ακόμη και εάν προσπαθήσει κανείς να ακολουθήσει το συλλογισμό των "ειδικών", είναι αξιοπερίεργο πώς εξάγονται τα 900 εκατομμύρια. Συγκεκριμένα, ακόμη και εάν κανείς αφαιρέσει το rebate για τα έτη 2009 και 2010 (170 εκατoμμύρια ευρώ), την χρηματοοικονομική επιβάρυνση λόγω της καθυστέρησης στην εξόφληση των οφειλών (700 εκατομμύρια ευρώ) και το όφελος λόγω του PSI (2,11 δις ευρώ), η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης ανέρχεται σε περίπου 14,8 δις ευρώ. Εάν επίσης αφαιρέσουμε τα επιπλέον έσοδα του κράτους που προήλθαν από την υπέρβαση των δαπανών (2,3 δις ευρώ - οι 'ειδικοί' εκτίμησαν ότι η υπόθεση ότι η υπέρβαση της δαπάνης δημιούργησε έσοδα για το κράτος, ύψους 2,3 δις), η υπέρβαση είναι περίπου 12,5 δις ευρώ.
Συνεπώς, η εκτίμηση του δημοσιεύματος εμπεριέχει πέντε σφάλματα. Πρώτον, βασίζεται στην αναδρομική εφαρμογή ενός υποτιθέμενου ιδεατού ετήσιου ύψους δαπάνης (2 δις ευρώ). Δεύτερον, προβαίνει σε μια επίσης αναδρομική μείωση της υπέρβασης εξαιτίας του "κουρέματος", ενώ στην πραγματικότητα η υπέρβαση της δαπάνης προηγήθηκε του κουρέματος. Τρίτον, φαίνεται να εμπεριέχει υπολογιστικά λάθη κατά τον υπολογισμό του ΦΠΑ. Τέταρτον, αφαιρείται η νοσοκομειακή δαπάνη για φάρμακα, παρόλο που αυτή δεν περιλαμβάνεται στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη η οποία μετρά μόνο την δημόσια εξωνοσοκομειακή δαπάνη (περισσότερες πληροφορίες υπάρχουν σε πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ (2017) που π.χ. αναφέρει ότι η δημόσια εξωνοσοκομειακή δαπάνη ήταν 5,108 δις ευρώ το 2009). Πέμπτον, γίνεται η υπόθεση ότι η υπέρβαση της δαπάνης δημιούργησε έσοδα για το κράτος, ύψους 2,3 δις. Ο υπολογισμός του εν λόγω μεγέθους είναι τουλάχιστον ασαφής, δεδομένου ότι καθόλη την περίοδο 2000-2100 οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις παρουσίαζαν χαμηλά κέρδη, τα οποία κατά βάση διοχετεύονταν στο εξωτερικό (transfer pricing). Επίσης, το εμπορικό ισοζύγιο του φαρμακευτικού κλάδου είναι αρνητικό (περίπου -2,9 δις το 2009), ενώ οι επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη είναι πολύ περιορισμένες ιδίως σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ. Παραδείγματος χάριν οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα ήταν μόλις 84 εκατομμύρια ευρώ (στοιχεία EFPIA), όταν οι αντίστοιχες στο Βέλγιο –μια χώρα με περίπου ίδιο πληθυσμό- προσέγγιζαν τα 1,78 δις ευρώ. Κατά αυτή την έννοια, έχω έντονες αμφιβολίες για το κατά πόσον η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης δημιούργησε αυτά τα έσοδα και πολλαπλασιαστικά οφέλη για την αγορά και την οικονομία.
Σαφώς, η δική μου εκτίμηση, όπως και κάθε αντίστοιχη, βασίζεται σε παραδοχές και υποθέσεις, όπως παραδείγματος χάριν το ότι η διάχυση της φαρμακευτικής τεχνολογίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2000-2010 κινούνταν στα ίδια επίπεδα με αυτή των υπόλοιπων χωρών του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, ακόμα και εάν κανείς πραγματοποιήσει άλλες υποθέσεις εργασίας (π.χ. έναν υψηλότερο μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα), είναι εξαιρετικά δύσκολο ακόμα και να προσεγγίσει τα 900 εκατομμύρια που αναφέρονται στο δημοσίευμα.
Γενικότερα όμως, αν όντως η σπατάλη δημιουργεί έσοδα τέτοιους ύψους, είναι πραγματικά παράδοξο το πώς η χώρα μας χρεοκόπησε. Άλλωστε, με τη λογική της συγκεκριμένης εκτίμησης, θα πρέπει να αναθεωρηθεί γενικότερα ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την έννοια των δημοσίων δαπανών. Παραδείγματος χάριν, με βάση τα επιχειρήματα των "ειδικών", το ύπερογκο έλλειμμα του 2009 (υψηλότερο του 15% του ΑΕΠ), μπορεί να τόνωσε την οικονομική δραστηριότητα επειδή χρήματα επέστρεψαν στην αγορά και να έφερε επιπλέον έσοδα στο κράτος.
Είναι προφανές, ότι η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης δεν είναι ζήτημα μιας μόνο εταιρείας, όπως πολλοί –ηθελημένα ή μη- παρουσιάζουν. Αντιθέτως, αποτελούσε μια συστηματική παθογένεια για περισσότερο από μια δεκαετία στη χώρα μας. Σήμερα, τα μεγάλα προβλήματα όσον αφορά τη φαρμακευτική πολιτική στη χώρα παραμένουν. Αυτό που λείπει είναι ένα εθνικό πλαίσιο για τη φαρμακευτική πολιτική, που στόχο θα είχε την ενίσχυση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας (με το "ελληνικής" εννοώ όσες επενδύσεις πραγματοποιούνται στη χώρα τόσο από εγχώριες όσο και από πολυεθνικές επιχειρήσεις), την έμφαση στην έρευνα και ανάπτυξη στο χώρο του φαρμάκου, τη διαμόρφωση ενός σταθερού πλαισίου πολιτικής τιμών και χρηματοδότησης, και την ανάπτυξη διαφανών μεθόδων αξιολόγησης της προστιθέμενης αξίας των νέων φαρμακευτικών προϊόντων. Ακόμη και σήμερα, πολλά από αυτά τα ζητήματα δεν έχουν επαρκώς αναλυθεί στη χώρα και –δυστυχώς- δεν αναπτύχθηκαν με σχέδιο και σαφήνεια στις πρόσφατες κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις που επικεντρώθηκαν στη φαρμακευτική πολιτική και δαπάνη. Εν τέλει, ο δημόσιος διάλογος στη χώρα –για τη φαρμακευτική δαπάνη αλλά και γενικότερα- χρειάζεται όσο ποτέ γνώση και νηφαλιότητα. Ειδάλλως, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ένα πεδίο που θα κυριαρχούν οι ανώνυμοι μάρτυρες, οι ανώνυμοι "ειδικοί", και οι ανώνυμες κυβερνητικές πηγές.

Η τεχνοκρατική δημαγωγία

«Μπροστά στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και την τεχνητή νοημοσύνη, στις τεχνολογικές αλλαγές που θα σαρώσουν τα πάντα, για ποια δικαιώματα μας μιλάτε;». Συχνά ακούμε παρόμοια επιχειρήματα. Εχουν βάση;

Κάθε καινοτομία παρουσιάζεται συνήθως με ουτοπικό φωτοστέφανο και κάθε επιστήμη έχει το όραμά της για τον κόσμο. Στον 19ο αι. λ.χ., η χημεία θα εξαφάνιζε την πείνα από την ανθρωπότητα γιατί θα εξασφάλιζε θρεπτικά χάπια για όλους, αντί τροφής, και φτηνή χημική ενέργεια για τα σπίτια τους. Τα χωράφια θα μετατρέπονταν σε ανθόκηπους, γεωργοί και κτηνοτρόφοι σε ανθοκαλλιεργητές. Οι άνθρωποι θα γίνονταν πιο ειρηνικοί, χωρίς άγχος και ανταγωνισμό για τον επιούσιο.

Ο ηλεκτρισμός έφτασε ως μια άλλη μεσσιανική δύναμη. Θα προμήθευε καθαρή ενέργεια στις πόλεις που σκιάζονταν από την καπνιά του κάρβουνου, θα δημιουργούσε μια νέα μορφή ευημερίας γιατί θα έβαζε στην υπηρεσία των ανθρώπων μια μεγάλη αφανή δύναμη. «Ηλεκτρισμός + σοβιέτ = εξηλεκτρισμός», έλεγε ο Λένιν. Με την ίδια ασύγγνωστη αθωότητα η κοινή γνώμη υποδέχτηκε τη ραδιενέργεια.

Ο τηλέγραφος άνοιξε μια άλλη ιστορία προσδοκιών. Η ταχύτητα της τηλε-μεταβίβασης πληροφοριών μάγεψε τους ανθρώπους, τους έκανε να σκεφτούν ότι η αμέσως επόμενη εξέλιξη θα ήταν η κατευθείαν, από μυαλό σε μυαλό, μεταβίβαση της σκέψης. Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής πυροδότησε τη συζήτηση για την παρακμή του πολιτισμού, αλλά ενίσχυσε και τους ευγονιστές που ζητούσαν επεμβάσεις για την αναστολή του εκφυλισμού και τη βελτίωση των «ευγενών» φυλών.

Η επιστημονική εκπαίδευση υποσχόταν να αλλάξει τους ανθρώπους, να τους κάνει εξυπνότερους, πιο ηθικούς, καλύτερους από κάθε άποψη. Το κακό, η άγνοια και οι προλήψεις θα εξορίζονταν από την επιστημονικά διαμορφωμένη κοινωνία του μέλλοντος. Οι τεχνολογικές καινοτομίες επαγγέλλονταν συνεννόηση, διαφάνεια και συνεργασία πάνω από σύνορα, την κατάργηση των πολέμων ως άχρηστων. Χρυσή εποχή θα ανέτελλε στον πλανήτη χάρη στις προόδους των φυσικών επιστημών. Ολα αυτά θα ήταν εφικτά όχι στο πολύ μακρινό μέλλον, αλλά στον εικοστό αιώνα! Τον πιο αιματηρό αιώνα, όπως γνωρίζουμε.

Ως προς την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η συζήτηση δεν άρχισε τώρα, αλλά γύρω στο 1948. Τότε εισήχθη και η σχετική περιοδολόγηση. Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση εξαρτιόταν από τον ατμό και τον σίδηρο. Η δεύτερη από τη χημεία και τον σιδηρόδρομο. Η τρίτη από τον ηλεκτρισμό, την αεροπορία, τον αυτοματισμό. Και η τέταρτη, όπως την ονειρεύονταν στα μέσα του 20ού αιώνα, θα βασιζόταν στην ατομική ενέργεια, στην ηλεκτρονική τεχνολογία και στη διαστημική μετακίνηση.

Οι αλλαγές που θα έφερναν η πληροφορική και το διαδίκτυο δεν είχαν έως και τη δεκαετία του 1960 προβλεφθεί. Αλλά κι όταν άρχισαν να κάνουν τον δρόμο τους, το φωτοστέφανο που τις συνόδευε ήταν εκείνο της μετατροπής του κόσμου στο μικρό χωριό του Μακ Λιούαν, στον ειρηνικό διασυνδεμένο κόσμο, στη μεταβιομηχανική εποχή. Καθόλου βέβαια στις βαθιές διαιρέσεις του κόσμου όπως πραγματικά είναι σήμερα. Θα συνοψίσω την επιχειρηματολογία μου σε τρία σημεία:

Πρώτο, πρέπει να σκεπτόμαστε την τεχνολογία από την άποψη της χρήσης της. Αυτό μας δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τη συνάρθρωση τεχνολογίας και πραγματικότητας, γιατί χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα πολλά στάδια τεχνολογικής ανάπτυξης. Π.χ., σήμερα το βιβλίο έχει ξεπεραστεί από την ψηφιακή τεχνολογία.

Ποτέ όμως δεν παράγονταν τόσα βιβλία όσα σήμερα, και με τη βοήθεια αυτής της τεχνολογίας. Ο αιώνας του κάρβουνου ήταν ο 19ος. Αλλά στον 21ο αιώνα παράγεται και καταναλώνεται πολύ περισσότερο κάρβουνο απ' ό,τι τον 19ο. Ο αιώνας του ηλεκτρισμού πέρασε, αλλά ψηφιακή τεχνολογία χωρίς ηλεκτρικό δεν γίνεται.

Δεύτερο, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας τη συνάρθρωση της τεχνολογίας με τις κοινωνικές πραγματικότητες. Τεχνολογία και κοινωνία τροποποιούνται αμοιβαία, καθώς συναρθρώνονται. Πρόκειται για συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές προοπτικές. Π.χ. η πυρηνική ενέργεια που περιορίζεται στη Γερμανία αλλά αναπτύσσεται σε χώρες όπως η Τουρκία, η Βόρεια Κορέα, το Ιράν. Οι προσανατολισμοί της έρευνας σχετίζονται με κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης. Π.χ. η εξάρτηση της ιατρικής έρευνας από τη βιομηχανία φαρμάκων.

Τρίτο, η τεχνοεπιστήμη βελτίωσε και άλλαξε τη ζωή των ανθρώπων. Δεν γίνεται όμως να αγνοείς τις απρόβλεπτες συνέπειες, την ετερογονία σκοπών και αποτελεσμάτων. Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι και πολλές αιματηρές συγκρούσεις του 20ού αιώνα σχετίζονται στενά με τις τεχνοεπιστημονικές αλλαγές και τις μετατοπίσεις ισορροπιών που προκάλεσαν σε ένα πολιτικό περιβάλλον επιθετικό, ασταθές και ανασφαλές.

Οπως και το σημερινό. Και να μην ξεχνάμε ότι ο τεχνολογικός ντετερμινισμός χρησιμοποιήθηκε ως βασικό επιχείρημα στον Μεσοπόλεμο για να δηλώσει ότι η δημοκρατία ήταν ξεπερασμένη. Ο Μουσολίνι έλεγε ότι η ιδεολογία που ταιριάζει στον (τεχνολογικά ανεπτυγμένο) εικοστό αιώνα είναι ο φασισμός. Κάπως έτσι και σήμερα η τεχνοεπιστημονική καινοτομία χρησιμοποιείται ως σημαία ευκαιρίας από νεοφιλελεύθερους «μεταρρυθμιστές».

Η σύνθετη σχέση επιστήμης – κοινωνίας – δημοκρατίας είναι από τα πιο ζόρικα ζητήματα των σύγχρονων κοινωνιών. Δεν είναι πασαρέλα επίδειξης.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 16/4/2018.