Σάββατο, 04 Απρίλιος 2020

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Λόης Λαμπριανίδης: Η παραγωγική αναβάθμιση δεν γίνεται με εύκολες λύσεις

Το διακύβευμα της επόμενης τετραετίας ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας;

Από τη μία, να μπορέσουμε να διατηρήσουμε την κατεύθυνση που έχουμε πάρει. Δηλαδή, την εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, που υπάρχει πια, που είναι από μόνη της ένα μεγάλο βήμα, και μας δείχνει την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουμε για μια ανάπτυξη βιώσιμη και συμπεριληπτική, με τον άνθρωπο στο επίκεντρο και βέβαια με την «κοινωνία όρθια». Αυτό δεν φαίνεται ότι είναι πολύ εύκολο. Υπάρχουν προβλήματα που πρέπει να πάρουμε υπόψιν μας, όπως ότι οι διεθνείς συγκυρίες δεν είναι ευνοϊκές. Υπάρχει μια επιβράδυνση της αναπτυξιακής πορείας στην Ευρώπη, και ίσως και στον κόσμο, υπάρχει ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας κ.ο.κ. Είναι σε μεγάλο βαθμό και εσωτερικό θέμα. Χρειάζεται επιτάχυνση, αλλά και εμβάθυνση των αναπτυξιακών μέτρων που πήραμε. Η κατεύθυνση είναι σωστή, αλλά η απόσταση που πρέπει να διανυθεί μέχρι τον τελικό στόχο είναι μεγάλη και ανηφορική. Από την άλλη, πρέπει να μπορέσουμε να κάνουμε τις κινήσεις εκείνες που θα μας επιτρέψουν να κάνουμε το «άλμα προς τα εμπρός», λαμβάνοντας υπόψιν τις διεθνείς συνθήκες που προκαλεί η 4η βιομηχανική επανάσταση. Δυστυχώς, όμως, στο εσωτερικό της χώρας δεν μιλάμε καθόλου γι' αυτά τα ζητήματα και για την τεχνολογική μετάβαση. Στις άλλες χώρες έχει αρχίσει η συζήτηση για το ποιες κινήσεις στήριξης πρέπει να γίνουν και για το προς τα πού πρέπει να στραφεί η οικονομία, σε ποιες αλυσίδες αξίας, ώστε η Ευρώπη να γίνει ανταγωνιστική έναντι της Κίνας και των ΗΠΑ κυρίως, όπως και της Ιαπωνίας.

Υπήρξαν περιθώρια να ασχοληθεί η κυβέρνηση με αυτή τη συζήτηση ή δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στα βάρη που κληρονομήθηκαν;

Η συγκυρία το 2015 ήταν πολύ κακή. Παραλάβαμε όντως μία πτωχευμένη χώρα, εξαιτίας και του ίδιου του αναπτυξιακού υποδείγματος που ακολουθήθηκε σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, αλλά και των μνημονίων που επιβλήθηκαν. Έπειτα, σε εκείνη τη συγκυρία, οι θεσμοί για δικούς τους πολιτικούς λόγους , ήθελαν να παραδειγματίσουν τη χώρα και κυρίως την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να δοθεί μήνυμα και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, πρωτίστως στην Ισπανία. Αυτά τα στοιχεία, όπως και τα μνημόνια, ενέτειναν τα προβλήματα της ανάπτυξης που προϋπήρχαν. Παράλληλα, βρεθήκαμε αντιμέτωποι και με άλλα σημαντικά ζητήματα για τα οποία έπρεπε να διαθέσουμε δυνάμεις, όπως το προσφυγικό -που θεωρώ πως το αντιμετωπίσαμε όσο καλύτερα γινόταν- αλλά και να κρατήσουμε την κοινωνία όρθια. Μην ξεχνάμε ότι το '14 ακόμα υπήρχαν ουρές έξω από τα κοινωνικά ιατρεία, τα συσσίτια, οι άνθρωποι που έτρωγαν από τα σκουπίδια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πού ήμασταν και τι αλλαγές κατάφερε να κάνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί έχουμε άλλη λογική και αξίες, όχι μόνο στα κοινωνικά ζητήματα, αλλά και στην οικονομία, που τώρα ανακάμπτει.

Μέχρι τώρα ποιο ήταν το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας και πώς συνετέλεσε στο να φθάσουμε στην κρίση;

Μετά τη μεταπολίτευση θα μπορούσαμε να πούμε ότι διαμορφώνεται μια δεύτερη «Μεγάλη Ιδέα», που είναι ότι θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη και να είμαστε κοντά στις αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ. Αν δούμε τα γενικά στοιχεία, φαίνεται ότι μεταπολιτευτικά είχαμε προσεγγίσει κατά μέγιστο το 60% του μέσου όρου της ΕΕ ως προς το ΑΕΠ κατά κεφαλήν, και όλοι οι οικονομικοί δείκτες (εξαγωγές, ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, ανεργία κλπ) ήταν πολύ κακοί. Ως προς την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων ήμασταν πολύ πίσω. Και ξαφνικά έρχεται η αντιπολίτευση και κουνάει το δάχτυλο στο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί δεν άλλαξε αυτή την κατάσταση δεκαετιών μέσα σε 4 χρόνια. Μάλιστα, η αποτυχία αυτή ήρθε παρά την τεράστια βοήθεια που προσφέρθηκε από την ΕΕ. Μετά το '81, λοιπόν, βλέπουμε να δίνεται ένας πακτωλός χρημάτων, ώστε να συγκλίνουμε με την ΕΕ. Μόνο τα κονδύλια για τη συνοχή ήταν 95 δισ., πέραν των άλλων ενισχύσεων (επιδοτήσεων για τους αγρότες κτλ.). Αυτά τα κονδύλια δεν δόθηκαν τυχαία, αναγνωριζόταν ότι όταν μια φτωχή χώρα μπαίνει σε ένα κλαμπ πλουσίων, θα πρέπει να κάνει τις απαραίτητες κινήσεις, ώστε να γίνει ανταγωνιστική. Τελικά, όμως, η χώρα μας απέτυχε να τα αξιοποιήσει παραγωγικά, ώστε να αναβαθμίσει τη θέση της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Βρίσκοντας αυτή την κατάσταση, εσείς τι προσπαθήσατε να κάνετε για να την αλλάξετε;

Προσπαθήσαμε να μπολιάσουμε με τη λογική προγραμματισμού, που ενθαρρύνει και η ΕΕ, τη διοικητική κουλτούρα, που πριν έλειπε. Το κράτος μπορεί και πρέπει να αποτελέσει σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο. Γι' αυτό θα πρέπει να είναι ένα «επιτελικό κράτος», που να γνωρίζει όλα τα δεδομένα, να μπορεί να σχεδιάζει βάσει αυτών, να διαθέτει «συλλογική αναλυτική δυνατότητα» (thinking capacity). Πρέπει να βλέπει τι γίνεται διεθνώς και να δείχνει προς τα πού πρέπει να οδηγηθούμε, να διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός και να προωθεί την κοινωνική πολιτική. Συγκεκριμένα, αυτό που κάναμε στην Γραμματεία Ιδιωτικών και Στρατηγικών Επενδύσεων, ήταν να φτιάξουμε ένα νέο Αναπτυξιακό Νόμο που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι σαν ΕΣΠΑ για σχετικά μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Περίπου το 15% των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων που γίνονται στη χώρα, κινητροδοτούνται από τους αναπτυξιακούς νόμους, κι αυτό έχει τη σημασία του. Ο αναπτυξιακός νόμος, δηλαδή, όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες, δεν επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας, αλλά λειτουργεί τροχιοδεικτικά, δίνει μια κατεύθυνση για το προς τα πού θεωρεί η πολιτεία ότι πρέπει να κινηθούμε. Όταν ήρθαμε στο υπουργείο, βρήκαμε πάνω από 6. 100 επενδυτικά σχέδια που είχαν ενταχθεί στους παλαιότερους αναπτυξιακούς νόμους και δεν είχαν ολοκληρωθεί. Σε αυτά υπήρχε εγγεγραμμένη οφειλή του κράτους 5,4 δισ. Παράλληλα, η Κομισιόν είχε άρει τη δυνατότητα να δίνονται χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά κονδύλια σε αυτά τα σχέδια, ακριβώς γιατί είχαν γνώση ότι τα κονδύλια σπαταλιόταν με αδιαφανή τρόπο, άρα μιλάμε για οφειλές που έπρεπε να δοθούν αποκλειστικά από εθνικούς πόρους. Από αυτά πια έχουν απομείνει σε εκκρεμότητα 2.400. Επίσης, σύμφωνα με την Έκθεση του επιθεωρητή διοίκησης, το 2014 η υπηρεσία ήταν κυριολεκτικά διαβρωμένη και διαλυμένη. Αυτό που κάναμε εμείς, λοιπόν, γι' αυτή την κατάσταση, ήταν να μελετήσουμε τους τρεις προηγούμενους νόμους και να δούμε πού απέτυχαν. Απ' ό,τι φάνηκε, δεν είχαν κανένα σχεδιασμό και καμία συγκεκριμένη στόχευση. Εξ αποτελέσματος φάνηκε ότι το 95% των επενδυτικών σχεδίων ήταν χαμηλής και σχετικά χαμηλής τεχνολογίας, το 46,5% των σχεδίων και το 72,2% του προϋπολογισμού ήταν για φωτοβολταϊκά, κυρίως, και για τουριστικά σε μικρότερο βαθμό. Τέλος το 4,2% των επενδυτικών σχεδίων πήρε το 43,6% των επιχορηγήσεων. Έξι επενδυτικοί όμιλοι σε σύνολο 14.500 επενδυτικών σχεδίων πήραν το 8,1% των συνολικών επιχορηγήσεων. Ήταν μια πολιτική, δηλαδή, που έδινε χρήματα σε λίγους μεγάλους και χωρίς κανένα όριο. Έδινε «ζεστό» χρήμα, κάποια περίοδο έδινε 100% προκαταβολή, γεγονός που οδήγησε κάποιες πολύ μεγάλες επιχειρήσεις να πάρουν εκατομμύρια για να κάνουν επενδύσεις τις οποίες ποτέ δεν έκαναν, και έτσι επέστρεψαν τα χρήματα αυτά, αφού όμως τα αξιοποίησαν για αρκετά χρόνια.

Ο δικός σας αναπτυξιακός νόμος, λοιπόν, που διαφέρει;

Πρώτα απ' όλα, θέσαμε όρια. Δεν μπορεί, δηλαδή, κάποιος να πάρει πάνω από 5 εκατ. ανά επενδυτικό σχέδιο, 10 εκατ. ανά επιχείρηση και 20 εκατ. ανά επενδυτικό όμιλο. Αυτό γίνεται, ώστε να μοιραστούν τα χρήματα σε περισσότερους, να δοθεί η ευκαιρία σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν. Προσπαθήσαμε επίσης να μετακινηθούμε από την πολιτική χορήγησης κινήτρων με τη μορφή «ζεστού» χρήματος στην πολιτική της φοροαπαλλαγής. Με αυτόν τον τρόπο οι επενδύσεις επιβραβεύονται όταν αποδείξουν στην ελληνική κοινωνία, που δίνει τα χρήματά της, ότι τα αξιοποιούν σε επενδύσεις οι οποίες είναι κερδοφόρες.

Αυτό, όμως, μπορεί να δεχθεί κριτική ότι δεν βοηθούνται οι επιχειρήσεις στην εκκίνηση...

Όχι, γιατί αυτό δεν είναι γενικευμένο. Λαμβάνονται υπόψιν οι ειδικές ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Για τις μικρές επιχειρήσεις, τις νέες, αυτές που είναι εγκατεστημένες σε λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές (ορεινές, μικρά νησιά, παραμεθόριες κλπ), καθώς και τις επιχειρήσεις στους κλάδους της αγροδιατροφής και της πληροφορικής, υπάρχει η δυνατότητα να πάρουν ζεστό χρήμα. Τα διαφορετικά καθεστώτα ενίσχυσης του αναπτυξιακού νόμου μας ανταποκρίνονται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά της κάθε επιχείρησης και περιοχής. Επίσης, μειώσαμε το κατώτατο χρηματικό ποσό της επένδυσης που μπορεί να υποβάλλεται στον αναπτυξιακό νόμο. Είναι εντυπωσιακό πως το 40% αυτών που εντάχθηκαν στο νέο αναπτυξιακό νόμο είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις, που πριν δεν μπορούσαν καν να υποβάλλουν αίτηση. Αυτό το κάναμε, γιατί έχουμε μια άλλη λογική: αναγνωρίζουμε ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι πολύ σημαντικές για την οικονομία, αλλά και για την «οικονομική δημοκρατία».

Για αυτές τι άλλα μέτρα λάβατε, δηλαδή;

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή αυτές που έχουν λιγότερο από 250 εργαζόμενους, είναι πολύ σημαντικό μέγεθος σε όλες τις χώρες. Ο μέσος όρος των επιχειρήσεων αυτών στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 99,70% και σε εμάς 99,96%. Αυτό δεν είναι το πρόβλημα. Εκεί που έχουμε μεγάλη διαφορά από τον υπόλοιπο κόσμο, είναι στις επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 9 εργαζόμενους, στη χώρα μας είναι το 96,4% ενώ στον ΟΟΣΑ είναι 90,4%. Το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα υποστηρίζει πως αυτές θα πρέπει να απορροφηθούν από τις μεγάλες επιχειρήσεις και να φύγουν από την αγορά. Εμείς, αντίθετα, υποστηρίζουμε ότι πρέπει να τις βοηθήσουμε να μεγαλώσουν και, κυρίως, να προχωρήσουν σε συνεργασίες. Γι' αυτό μέσα από τον αναπτυξιακό νόμο δίνουμε κίνητρα να δημιουργήσουν clusters, να φτιάξουν συνεταιρισμούς, και ενισχύουμε τις συγχωνεύσεις, όχι τις απορροφήσεις/ εξαγορές. Σημαντικό πολιτικό μέτρο στο ζήτημα αυτό είναι η δημιουργία της Δομής Στήριξης των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Είναι μια συνεργασία του υπουργείου Οικονομίας με όλα τα επιμελητήρια της χώρας, τη ΓΣΕΒΕΕ, την ΕΣΕΕ και το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης. Βάσει αυτού του νέου θεσμού σε κάθε επιμελητήριο της χώρας θα υπάρχουν δομές που θα εξυπηρετούν τις επιχειρήσεις, δίνοντάς τους πληροφορίες για τα χρηματοδοτικά εργαλεία που υπάρχουν γι' αυτούς, για να κατανοήσουν τη θέση τους στην αγορά, ώστε να κάνουν τον κατάλληλο σχεδιασμό κ.α. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που ζούμε σήμερα, οποιαδήποτε μικρή επιχείρηση ή παραγωγός, για να μπορέσει να πουλήσει, θα πρέπει να πουλά, σε τελευταία ανάλυση σε διεθνώς ανταγωνιστική τιμή.

Στη δημόσια σφαίρα, βέβαια, όλη η συζήτηση για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εστιάστηκε μόνο στο ζήτημα της φορολογίας. Εσείς πώς εντάσσετε αυτό το θέμα;

Το κεντρικό επιχείρημα της ΝΔ είναι ότι αν υπάρξει μείωση των φορολογικών συντελεστών και ελαστικές συνθήκες εργασίας, θα υπάρξει έκρηξη επενδύσεων και καλύτερες δουλειές. Αυτός ο σχεδιασμός, πέρα από απλοϊκός, έχει αποδειχθεί και αδιέξοδος. Για να το κατανοήσουμε θα πρέπει να μιλήσουμε για τα δύο αναπτυξιακά υποδείγματα που έχουμε μπροστά μας. Σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, η ΝΔ όπως και το ΠΑΣΟΚ, είχαν μία αμφίσημη στάση ως προς το τι οικονομία θέλουμε, ποιους θέλουμε να ανταγωνιζόμαστε και σε ποια θέση θέλουμε να βρισκόμαστε στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Θέλουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί γιατί παράγουμε φθηνά, με φθηνό κόστος εργασίας, χαμηλή φορολογία; Ή επειδή μπορούμε να παράγουμε προϊόντα που έχουν ενσωματωμένη τεχνολογία, γνώση, αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού; Στην πρώτη περίπτωση, η ανταγωνιστικότητα της χώρας θα στηρίζεται στο φθηνό κόστος, θα δώσει κάποιες κακές θέσεις εργασίας, αλλά δεν θα μας πάει μακριά. Πάντα θα υπάρχει κάποιος φθηνότερος. Άρα δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να τους ανταγωνιστούμε, αλλά και ούτε θα έπρεπε να θέλουμε. Τα μεγάλα κέρδη προκύπτουν ως αποτέλεσμα έρευνας και ανάπτυξης και της δημιουργίας επώνυμων προϊόντων.

Σε αυτή την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, λοιπόν, μπορεί να υπάρξει αριστερό πρόσημο στην ανάπτυξη;

Προφανώς, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται κάτι εύκολο ή αυτονόητο. Και φυσικά δεν είναι μόνο θέμα τεχνικό ή οικονομικό, αλλά και βαθειά πολιτικό. Εμείς θέλουμε μια ανάπτυξη με επίκεντρο τον άνθρωπο, να μπορούμε να παράγουμε, δηλαδή, προϊόντα και υπηρεσίες με εξειδικευμένους ανθρώπους. Έτσι, τα νέα παιδιά θα καταφέρουν να δουλέψουν στην Ελλάδα και θα αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους, κάνοντας τη χώρα ανταγωνιστική βάσει της ποιότητας, όχι της εξαθλίωσης. Υπάρχει, βέβαια, και το άλλο μοντέλο, με δεξιό πρόσημο. Η παγκόσμια βιβλιογραφία, αλλά και διεθνείς οργανισμοί (ΟΟΣΑ κ.ά.) έχουν υποστηρίξει επανειλημμένως ότι οι μεγάλες ανισότητες στο εσωτερικό των χωρών είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη. Η σχετική ισότητα διευκολύνει την παραγωγική και τεχνολογική εμβάθυνση και εν τέλει αναβάθμιση της διεθνούς θέσης μιας χώρας, αλλά απαιτεί εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις σε εκπαίδευση, υγεία, πρόνοια, και επομένως και φόρους. Το άλλο μοντέλο, που συμμερίζεται η ΝΔ, βλέπουμε πού οδηγεί: σε μεγάλη ανισότητα, υπερχρέωση, κοινωνικές εντάσεις και εν τέλει ακροδεξιές εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση η παραγωγική αναβάθμιση την οποία πρεσβεύουμε, δεν είναι «σημαία ευκαιρίας» δεν θα έλθει μέσα από «εύκολες» λύσεις όπως οι φορομειώσεις, όσο και αν είναι και αυτές αναγκαίες, αλλά μέσα από τη συνεργασία κράτους και κοινωνικών εταίρων για τεχνολογική αναβάθμιση, εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού , επίτευξη συνεργασιών, προώθηση εξαγωγών κτλ.

Μια διαχρονική κριτική είναι ότι η γραφειοκρατία σκοτώνει τις επενδύσεις. Για αυτό το ζήτημα τι κάνατε;

Για να θεραπευτεί αυτό το ζήτημα, πρέπει να γίνει αποτελεσματικό το κράτος και να υπάρξει αξιολόγηση των πολιτικών, αλλά και των προσώπων στη δημόσια διοίκηση, και αυτό πρέπει να γίνει με τη μέγιστη κοινωνική και πολιτική συναίνεση για να έχουμε αποτελέσματα. Από την εμπειρία μου, μπορώ να σας πω πως ακόμα και ένας υπάλληλος μπορεί να εμποδίσει μία ολόκληρη ψηφισμένη πολιτική. Αυτό που εννοούμε ως γραφειοκρατία σχετίζεται με το πώς είναι δομημένο το ελληνικό κράτος, που δεν έχει ως πρωταρχικό του στόχο να βοηθήσει τον πολίτη. Αυτή η δομή του κράτους, καθώς και η στελέχωση του από πρόσωπα που συχνά δεν έχουν τα κατάλληλα προσόντα, δεν έγιναν βέβαια επί ΣΥΡΙΖΑ. Τα προβλήματα της γραφειοκρατίας δεν λύνονται με την κατάργηση των ελέγχων, όπως ακούγεται από κάποιους. Είμαστε μια χώρα με πλούσιο πολιτιστικό παρελθόν και με πολύ σημαντικούς περιβαλλοντικούς πόρους. Θα πρέπει να διασφαλίσουμε πως θα γίνονται οι επενδύσεις, σεβόμενοι και το περιβάλλον και την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Είναι όμως συχνή η κριτική ότι με τέτοιος τρόπους, η κυβέρνηση διώχνει τις επενδύσεις. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα σε αυτό τον τομέα;

Αν δείτε τον αναπτυξιακό νόμο και τα στοιχεία, θα διαπιστώσετε πως είμαστε μια κυβέρνηση που ενισχύει τις επενδύσεις που γίνονται από υγιείς επιχειρήσεις και τις επενδύσεις που είναι στρατηγικής σημασίας για την οικονομία. Εμείς θεσπίσαμε σαφείς διαδικασίες που έβαλαν τέλος στο καθεστώς αδιαφάνειας και έχουμε σχέδιο και στόχευση για το τι είδους επενδύσεις χρειαζόμαστε για τη στήριξη της ανάπτυξης: καινοτόμες, εξωστρεφείς που απασχολούν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό επενδύουν στην Ε&Α κλπ. Αν υπάρχει κάποια βάση στο επιχείρημα που αναφέρετε, έχει περισσότερο να κάνει με τη λειτουργία του ίδιου του κράτους, της δημόσιας διοίκησης, με άλλα λόγια και όχι τόσο της κυβέρνησης καθ' εαυτής. Πράγματι, η δημόσια διοίκηση στη χώρα αποτελεί συχνά τροχοπέδη και στην επενδυτική προσπάθεια, και βεβαίως θα πρέπει να συνεχισθούν και επιταχυνθούν οι προσπάθειες αναβάθμισής της.

Έχετε κάποιο προσωπικό σχόλιο από την παραμονή σας σε αυτή τη γραμματεία;

Η παραμονή μου στη θέση του γενικού γραμματέα για πάνω από 4 χρόνια ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, στην οποία προσπάθησα να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου. Ήταν μια εμπειρία για την οποία θα ήθελα να ευχαριστήσω πρωτίστως τον τότε υπουργό Γιώργο Σταθάκη, που με επέλεξε για αυτό το ρόλο, αλλά και τους κκ. Παπαδημητρίου και Δραγασάκη για την συνέχιση της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο μου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εποχή" στις 23/6/2019. 

Η μεσαία τάξη στην Ευρώπη συμπιέζεται αλλά αντέχει!

H μεσαία τάξη στην Ευρώπη ήταν πάντα περισσότερο από μια στατιστική κατηγορία. Η δημοκρατία στη μεταπολεμική Ευρώπη εμπεδώθηκε σε κοινωνίες διευρυνόμενης, ευημερούσας μεσαίας τάξης. Η συσχέτιση μεσαίας τάξης και δημοκρατίας φθάνει μέχρι τον Μαρξ και τον Αριστοτέλη. Κατά τη διάσημη φράση του Barrington Moore, «χωρίς αστική τάξη δεν υπάρχει δημοκρατία» (no bourgeois, no democracy).

Η διεύρυνση της μεσαίας τάξης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο οχύρωσε τη φιλελεύθερη δημοκρατία απέναντι στους εσωτερικούς αντιπάλους της. Επίτευγμα διόλου αμελητέο για το μόνο πολίτευμα που διασφαλίζει πλήρεις ελευθερίες και δικαιώματα στους εχθρούς του. Η αυτοπεποίθηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας θεμελιώθηκε στην ευφυή συνύπαρξη καπιταλισμού και κοινωνικού κράτους. Πριν ο κομμουνισμός ηττηθεί στρατηγικά το 1989, είχε ήδη ηττηθεί πολιτικά. Οι αντίπαλοι της φιλελεύθερης δημοκρατίας παρέμεναν πάντα μικρή μειοψηφία όσο το σύστημα λειτουργούσε για την ευημερία της κοινωνικής πλειονότητας. Γι' αυτό ακριβώς η απειλούμενη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης σήμερα εγκυμονεί κινδύνους: ανοίγει έδαφος στους σύγχρονους αντιπάλους της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ακροδεξιούς και εθνικολαϊκιστές.

Η μεσαία τάξη απειλείται από την εισοδηματική στασιμότητα και τη διεύρυνση των ανισοτήτων. Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου ενοχοποιείται από λαϊκιστές όπως ο Τραμπ, μεγαλύτερο ρόλο όμως έχουν οι ροές κεφαλαίων και τεχνολογίας. Ο επιβλαβής φορολογικός ανταγωνισμός, που επιτρέπει σε πολυεθνικές επιχειρήσεις όπως η Facebook να καταβάλλουν ελάχιστους φόρους, υπονομεύει τη φορολογική πολιτική.

Ενας ορισμός εντοπίζει τη μεσαία τάξη στην εισοδηματική κατανομή μεταξύ 2/3 και διπλάσιου του διάμεσου εισοδήματος (ο 50ός στους 100), μετά τους φόρους. Ανω του 70% των ενηλίκων ζει σε νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος στη Δυτική Ευρώπη, έναντι μόλις 60% στις ΗΠΑ. Βέβαια, οι ΗΠΑ αρδεύονται από ροές μεταναστών και αποδέχονται υψηλότερη ανισότητα.

Ευρεία μεσαία τάξη σημαίνει δύο πράγματα: περιορισμένο ποσοστό φτωχών – μηχανισμούς κοινωνικής αναδιανομής που ενσωματώνουν τους αδύναμους. Και προοδευτική φορολόγηση των πλουσίων, αποτρέποντας τη συγκέντρωση υπέρμετρου πλούτου (προνομίων, εξουσίας) στα χέρια ολίγων.

Περισσότερα από ένα μέσο εισόδημα, η μεσαία τάξη είναι φιλοδοξία βελτίωσης βιοτικών συνθηκών και ανοδική κινητικότητα. Είναι αντίληψη ότι μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα με εκπαίδευση, προσπάθεια και δουλειά. Είναι προσήλωση στις αξίες της οικογένειας, της ευμάρειας και της ιδιοκτησίας (στόχοι αιώνιας χλεύης από την εξεγερμένη νεότητα και την επαναστατική Αριστερά). Είναι αντίληψη συλλογικού ανήκειν: είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα, και για να μη βουλιάξουμε χρειαζόμαστε κανόνες του παιχνιδιού. Κοινωνίες ευρείας μεσαίας τάξης δεν αυτοκτονούν προθύμως. Το βροντερό «Οχι» του καθ' ημάς δημοψηφίσματος, τέτοιες μέρες το 2015, ήταν και εκδήλωση απόγνωσης μιας βυθιζόμενης μεσαίας τάξης.

Κατά την περίοδο 1980-2017, το μέσο πραγματικό εισόδημα του χαμηλότερου 50% του πληθυσμού στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 37% έναντι μόλις 3% στις ΗΠΑ (World Inequality Lab). Η ανάπτυξη διαχύθηκε ευρύτερα, παρότι τα πλουσιότερα στρώματα πήραν τη μερίδα του λέοντος. Η μεσαία τάξη στην Ευρώπη αντέχει.

Η πιο χρήσιμη παρατήρηση όμως είναι η εξής: σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, η Ευρώπη διατηρεί το μεγαλύτερο κοινωνικό κράτος και την ευρύτερη μεσαία τάξη. Η Γαλλία των «Κίτρινων Γιλέκων» έχει τις υψηλότερες κοινωνικές δαπάνες στον ΟΟΣΑ, η Γερμανία ήταν η πρώτη που τις εισήγαγε, στη Βρετανία το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι θεσμός που ούτε η Θάτσερ διανοήθηκε να πειράξει. Το πιο ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος και η ευρύτερη μεσαία τάξη συναντώνται στις σκανδιναβικές χώρες του πιο προηγμένου και εξωστρεφούς καπιταλισμού.

Επομένως, η ισχυρή κοινωνική προστασία στην Ευρώπη: (α) συμβαδίζει με μια ευρεία μεσαία τάξη και (β) προϋποθέτει μια διεθνώς ανταγωνιστική, ανεπτυγμένη, εξωστρεφή οικονομία. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η ανάπτυξη του καπιταλισμού δημιούργησε μια ευημερούσα μεσαία τάξη που εμπέδωσε τη δημοκρατία και οικοδόμησε το κοινωνικό κράτος, που διεύρυνε περαιτέρω τη μεσαία τάξη, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή.

Οι λαϊκιστές απαντούν στην αγωνία των μεσαίων και αδύναμων στρωμάτων προτάσσοντας την αναδιανομή εις βάρος της παραγωγής εισοδήματος και πλούτου. Αυτό οδηγεί σε συνολική καθίζηση εισοδήματος και ευημερίας, από την οποία ζημιώνεται κατ' εξοχήν η μεσαία τάξη. Δεν πλήττεται το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού, του οποίου διεθνοποιημένα εισοδήματα και πλούτος συχνά εκφεύγουν της εθνικής φορολογίας. Βελτίωση ανταγωνιστικότητας και προσέλκυση διεθνών επενδύσεων είναι η διορατικότερη στρατηγική μακροπρόθεσμης προστασίας της μεσαίας τάξης για μια χώρα όπως η Ελλάδα!

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 23/6/2019. 

Ένας αρκετά ενοχλητικός θεσμός

Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου (ΣΚΕ) είναι ανεξάρτητα συλλογικά όργανα εξωτερικού ελέγχου και λογοδοσίας της ΕΡΤ που απαρτίζονται από ιδιώτες εθελοντές και συλλογικότητες. Η λειτουργία των ΣΚΕ προτάθηκε από τους εργαζόμενους την περίοδο του «μαύρου» και θεσμοθετήθηκε το 2015 με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ. Στόχος των ΣΚΕ είναι να διαβουλεύονται και να καταθέτουν πορίσματα στο ΔΣ σχετικά με το περιεχόμενο του προγράμματος και την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας. Πρόκειται για έναν πρωτοποριακό θεσμό, μοναδικό στην Ευρώπη, που ενισχύει τη σχέση αλληλεπίδρασης της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης με την κοινωνία.

Όπως καταλαβαίνετε, τα ΣΚΕ συγκεντρώνουν αρκετά ενοχλητικά χαρακτηριστικά. Έλεγχος. Λογοδοσία. Πορίσματα. Αλληλεπίδραση με την κοινωνία... Ποιος τα θέλει όλα αυτά; Και πώς θα μπορούσαν όλα αυτά να γίνουν ανεκτά στην ΕΡΤ του Κωστόπουλου και του Καλφαγιάννη;

Όταν ο Κωστόπουλος ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Διευθύνων Σύμβουλος, ο υπεύθυνος για τα ΣΚΕ, δημοσιογράφος Περικλής Βασιλόπουλος, ζήτησε να τον συναντήσει προκειμένου να τον ενημερώσει και να του εκθέσει τις προτάσεις του για την καλύτερη λειτουργία και αξιοποίηση των συμβουλίων προς όφελος της ΕΡΤ. Ο Κωστόπουλος τον αποστόμωσε με τη χαρακτηριστική του ευαισθησία:

- Να τα καταργήσουμε! Δεν έρχεται κανένας. Πέντε άτομα είναι όλα κι όλα που τσακώνονται μεταξύ τους για τη διαδικασία. Δεν εκπροσωπούν ούτε αντιπροσωπεύουν την κοινωνία αλλά μόνο τον εαυτό τους. Και μας βρίζουν κι από πάνω...

Ο Κωστόπουλος είχε πάρει φόρα και ο δημοσιογράφος δεν πίστευε στα αυτιά του. Τον διέκοψε για να του εξηγήσει:

- Ποιος σας είπε αυτά τα πράγματα, κ. Κωστόπουλε; Προβλήματα συμμετοχής υπάρχουν αλλά σε προηγούμενη ολομέλεια υπήρχε συμμετοχή 35 ατόμων από το σύνολο 110 μελών για τρεις ολόκληρες ώρες στο Ραδιομέγαρο, ποσοστό απίστευτο για εθελοντικό, συλλογικό σώμα στην Ελλάδα. Και αυτό συμβαίνει κάθε μήνα για ενάμιση χρόνο. Έχουμε ένα σχετικά τυχαίο δείγμα πολιτών που υποστηρίζουν την ΕΡΤ και θέλουν να συμμετέχουν εθελοντικά σε ένα πείραμα συμμετοχικής λογοδοσίας για τη βελτίωση της ΕΡΤ και μου λέτε να το διαλύσουμε; Στο εξωτερικό θα πλήρωναν γι' αυτό.

Μα τι λέει ο άνθρωπος; Είναι δυνατόν στο εξωτερικό να ξέρουν καλύτερα από τον γίγαντα Κωστόπουλο; Τέλος πάντων, εκείνη η συζήτηση έκλεισε παγερά με τον Βασιλόπουλο να προειδοποιεί ότι δε θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την υποβάθμιση ή την κατάργηση των ΣΚΕ και ότι θα εξαντλούσε όλα τα περιθώρια εφαρμογής του νόμου και των αποφάσεων του ΔΣ της ΕΡΤ. Κακό του κεφαλιού του!

Από τον Δεκέμβριο του 2017 μέχρι τον Ιούνιο του 2018 πέντε επιτροπές των ΣΚΕ κατέθεσαν ισάριθμα πορίσματα με τουλάχιστον 35 προτάσεις προς το ΔΣ της ΕΡΤ. Παρά τα επίμονα αιτήματα από το προεδρείο των ΣΚΕ, παρά τις σχετικές επιστολές, παρά τις συνεχείς υπηρεσιακές υπενθυμίσεις προς το γραφείο του Διευθύνοντος, δεν υπήρξε ποτέ καμία απάντηση στα ΣΚΕ ούτε φυσικά προώθηση των πορισμάτων τους στο ΔΣ. Το ίδιο συνέβη και όταν το προεδρείο ζήτησε από τον Κωστόπουλο να απευθύνει έστω και ένα συμβολικό χαιρετισμό στην ολομέλεια. Φαίνεται θα είχε πολλή δουλειά ο Τούμπης και δεν προλάβαινε να απαντήσει.

Ο Βασιλόπουλος όμως και τα ΣΚΕ δεν το έβαλαν κάτω. Με πρωτοβουλία του προεδρείου κλήθηκε να μιλήσει ο Θαλασσινός, ο οποίος μεταξύ άλλων πρότεινε και μια ανοικτή συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΡΤ στην ολομέλεια των ΣΚΕ. Υπέροχη ιδέα δεδομένης και της δραματουργικής αξίας, στα όρια της φαρσοκωμωδίας, που είχαν ενίοτε οι συνεδριάσεις του ΔΣ. Και σαν να μην έφτανε η πρόσκληση του Θαλασσινού, πάλι με πρωτοβουλία του προεδρείου κλήθηκε ο Μιχαλίτσης να καταθέσει τις απόψεις του για το νέο οργανόγραμμα κι εγώ για να μοιραστώ την εμπειρία από την επεισοδιακή αποπομπή και επιστροφή μου στην ΕΡΤ.

Κι έτσι μια Τρίτη του Μαΐου βρέθηκα στην ολομέλεια των ΣΚΕ που συνεδρίαζε στο στούντιο Ε του Ραδιομεγάρου. Στη συζήτηση είχε προσκληθεί για πολλοστή φορά η διοίκηση της ΕΡΤ αλλά δεν πρόκαμε πάλι. Τη διοίκηση θα εκπροσωπούσε ο διευθυντής του γραφείου τύπου, Παναγιώτης Τσολιάς, αλλά την τελευταία στιγμή δεν πρόκαμε ούτε αυτός. Είχε προσκληθεί και η ΠΟΣΠΕΡΤ να καταθέσει τις απόψεις της για το οργανόγραμμα αλλά και εκεί κάποιο μπέρδεμα έγινε.

Τελικά, ένας θηριώδης εκπρόσωπος της ΠΟΣΠΕΡΤ με το όνομα Καρέλλας εμφανίστηκε αφού είχε ξεκινήσει η συνεδρίαση. Ζήτησε και πήρε αμέσως τον λόγο γιατί είχε έρθει σκαστός από τη βάρδια και έπρεπε να τα πει γρήγορα και να φύγει. Κρατούσε στα χέρια του μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα κι ένα πλαστικό κυπελάκι με καφέ. Όταν χρειάστηκε να πάρει το μικρόφωνο, έφερε τυρόπιτα και καφέ στο ένα χέρι και έπιασε το μικρόφωνο με το άλλο. Σιμουλτανέ! Ο Καρέλλας δήλωσε ότι η ΠΟΣΠΕΡΤ ούτε κρύβεται ούτε φοβάται τη συζήτηση για το νέο οργανόγραμμα, και καμία συζήτηση γενικώς, αλλά επειδή δεν προσκλήθηκε εγκαίρως, δε θα συμμετείχε ετούτη τη φορά. Επιφυλασσόταν όμως για μια επόμενη φορά. Να 'ναι καλά ο άνθρωπος!

Μετά ανέβηκε στο βήμα ο Μιχαλίτσης, ο οποίος ανέλυσε με χειρουργική ακρίβεια τις βασικές αδυναμίες του νέου οργανογράμματος: άσκοπη πολυδιάσπαση των υπηρεσιών της γενικής διεύθυνσης τεχνολογίας, γιγάντωση της γενικής διεύθυνσης νέων μέσων, υποβάθμιση της γενικής διεύθυνσης τηλεόρασης (του ψυχαγωγικού προγράμματος δηλαδή), υποβάθμιση των περιφερειακών σταθμών της ΕΡΑ, αθηνοκεντρικό και δυσλειτουργικό newsroom. Είχε φτιάξει και σχετικά σχεδιαγράμματα που προβάλλονταν σε μια οθόνη από πίσω του. Παρακολουθώντας τον να μιλάει, σκεφτόμουν πόσο διαφορετική θα ήταν σήμερα η ΕΡΤ αν έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης. είχε κάνει το 2015 αποδεκτούς τους όρους του προκειμένου να αναλάβει τη διοίκηση της εταιρείας. Άλλη μια χαμένη ευκαιρία στο μακρύ ιστορικό των χαμένων ευκαιριών της ΕΡΤ.

Μόλις τελείωσε ο Μιχαλίτσης, η πρόεδρος της ολομέλειας με κάλεσε να ανέβω στο βήμα. Η ολομέλεια απαρτιζόταν από καμιά σαρανταριά άτομα όλων των ηλικιών. Οι περισσότεροι με κοίταζαν με ενδιαφέρον, σαν παράξενο τροπικό φρούτο. Ανάμεσά τους διέκρινα και τον Περικλή Βασιλόπουλο, ο οποίος παρακολουθούσε τη διαδικασία χωρίς να παρεμβαίνει. Εξέθεσα την ιστορία της αποπομπής και της επιστροφής μου όσο πιο ψύχραιμα και συνοπτικά μπορούσα. Μετά ήρθε η ώρα των ερωτήσεων.

- Ποια είναι η στρατηγική του προγράμματος;
- Ποιος αποφασίζει για τις νέες παραγωγές;
- Ποιος διαλέγει τις ξένες σειρές;
- Ποιος επέλεξε τις εκπομπές του Ζουγανέλη και του Μητσικώστα;
- Εσάς σας εκφράζει η εκπομπή του Ζουγανέλη;
- Ποιος σας έφερε στην ΕΡΤ;
- Γιατί η θέση σας δεν καλύφθηκε από κάποιο στέλεχος της δημόσιας τηλεόρασης;
- Δεν υπάρχουν άξια στελέχη της ΕΡΤ;
- Γιατί το ΔΣ αγνοεί τις προτάσεις μας;
- Πιστεύετε ότι η ΕΡΤ πρέπει να είναι εμπορική;

Προσπάθησα να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις με ειλικρίνεια αλλά και διακριτικότητα. Χωρίς να εκθέτω πρόσωπα αλλά καταστάσεις. Χωρίς να διαχωρίζω τη θέση μου από τη διοίκηση, της οποίας υποτίθεται ότι ήμουν σύμβουλος. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερα. Η επικοινωνιακή διαχείριση, το διπλωματικό κουκούλωμα, τα κατά συνθήκη ψεύδη μου προκαλούσαν πλέον αναγούλα.

Μετά από λίγες μέρες ο Περικλής Βασιλόπουλος ξανασυναντήθηκε με τον Κωστόπουλο στο πλαίσιο των συνεντεύξεων για τον ορισμό νέων Προϊσταμένων. Ας δούμε πώς περιγράφει ο ίδιος αυτή τη συνάντηση σε ένα δημοσίευμα στο tvxs:

«...Έντεκα μήνες μετά την πρώτη συνάντηση με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΡΤ και με την ευκαιρία της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένου επαναλήφθηκε εντελώς πανομοιότυπα η ίδια συζήτηση. Του εξήγησα ότι συμμετείχα στη σύσκεψη της EBU όπου υπήρξε σχεδόν ενθουσιώδης υποδοχή για τα ΣΚΕ. Δεν άκουγε. Δεν έδωσε καμία σημασία. Του εξήγησα ότι πρέπει σε δέκα μέρες να κάνουμε την επίσημη διαδικασία κλήρωσής νέων μελών των ΣΚΕ (έχουμε πεντακόσιες νέες εθελοντικές αιτήσεις από πολίτες ύστερα από ανοιχτή δημόσια πρόσκλησή) και ότι τα έχουμε όλα προγραμματίσει. Πάγος. Να τα αναβάλετε για τα τέλη Ιουλίου. Ήμαρτον άνθρωπέ μου, Διευθύνων Σύμβουλος είσαι, όχι ιδιοκτήτης της ΕΡΤ...»

Ε όχι και ιδιοκτήτης της ΕΡΤ ο Κωστόπουλος! Ιδιοκτήτης της ΕΡΤ είπαμε είναι ο Καλφαγιάννης. Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση ανακοινώθηκε στη Διαύγεια η καθαίρεσή του Βασιλόπουλου και ο διορισμός στη θέση του ενός αθλητικογράφου που δεν είχε καμία εμπειρία σε συμμετοχικά εγχειρήματα κοινωνικής ευθύνης. Εκτός από τον Βασιλόπουλο έπρεπε να πληρώσουν και τα ΣΚΕ για την αποκοτιά τους.

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΕΡΤ εν τάφω» του πρώην Εντεταλμένου Συμβούλου Προγράμματος της ΕΡΤ, Σπύρου Κρίμπαλη, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία.

Το μέλλον της εργασίας είναι τώρα

Οι αλλαγές στην αγορά εργασίας συμβαίνουν τώρα και είναι μη αναστρέψιμες. Η εποχή μας καλεί λοιπόν για ανάληψη συντονισμένων και καινοτόμων δράσεων, με στόχο τη διαμόρφωση πολιτικών για μια διατηρήσιμη ισορροπημένη και με χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.

«Το μέλλον της εργασίας» θέτει ως κεντρικό θέμα προβληματισμού το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, Οργανισμός ο οποίο λειτουργεί υπό τον ΟΗΕ, και φέτος εορτάζει τα 100 χρόνια από την ίδρυση του,πάει δε ένα βήμα παρά πέρα και προτρέπει όλους τους αρμόδιους φορείς για δημιουργία σαφούς, συγκεκριμένου και ρεαλιστικού σχετικού πολιτικού σχεδιασμού.

Ο κόσμος της εργασίας αλλάζει με τέτοιους ρυθμούς, ώστε ειδικοί επί του θέματος αναφέρουν εμφατικά ότι το μέλλον της εργασίας αποτελεί ήδη ένα μέρος του παρόντος, στο οποίο επιχειρήσεις και εργαζόμενοι οφείλουν να προσαρμοστούν.

Ζούμε καθημερινά νέες προκλήσεις, αδυνατώντας πολλές φορείς να συλλάβουμε τη σημασία τους, αλλά και τις σημαντικές επιπτώσεις τους.

Το συνδυασμένο αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, των τεχνολογικών περιβαλλοντικών και δημογραφικών δεδομένων μεταμορφώνουν συνεχώς τον κόσμο της εργασίας ριζικά.

Η τρίτη βιομηχανική επανάσταση αποτελεί πλέον παρελθόν. Σήμερα ζούμε την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή της ρομποτικής και της τεχνικής νοημοσύνης διαρρηγνύοντας το κλασικό παραγωγικό μοντέλο.

Η εποχή μας καλεί λοιπόν για ανάληψη συντονισμένων και καινοτόμων δράσεων, με στόχο τη διαμόρφωση πολιτικών για μια διατηρήσιμη ισορροπημένη και με χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.

Στο πλαίσιο αυτό, τόσο οι εργασιακές σχέσεις όσο και οι μορφές απασχόλησης προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα.

Σε ένα κόσμο που μεταβάλλεται θεαματικά πρέπει να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις αλλαγές. Να μην γινόμαστε παθητικοί παρατηρητές αλλά ενεργητικοί διαμορφωτές της πραγματικότητας. Διαφορετικά οι εξελίξεις θα μας ξεπεράσουν.

Όλος αυτός ο προβληματισμός αναπτύχθηκε πρόσφατα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στις 9 Απριλίου, στη διάσκεψη υψηλού επιπέδου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το μέλλον της εργασίας, αναγνωρίζοντας έτσι τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η γηραιά μας ήπειρος, προτείνοντας δε συγχρόνως δράσεις και πρωτοβουλίες οι οποίες θα εξασφαλίζουν ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές για την απασχόληση και την ανάπτυξη θα ανταποκρίνονται στον κόσμο τόσο του σήμερα, όσο και του αύριο.

Κατέληξε δε σε 10 βασικά συμπεράσματα – μηνύματα, τα οποία οι χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη και μέσα από κοινωνικό διάλογο να διαμορφώσουν συγκεκριμένες πολιτικές.

1. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΛΛΑΖΕΙ: η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως και όλες οι άλλες περιοχές του κόσμου, βρίσκεται σε μετασχηματισμό και συχνά απειλείται από μεγα-τάσεις όπως η ψηφιοποίηση, η παγκοσμιοποίηση, η μετανάστευση, η κλιματική αλλαγή, η δημογραφική αλλαγή και συγκεκριμένα με τη γήρανση του πληθυσμού.
2. ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ είναι ΤΩΡΑ: οι αλλαγές στην αγορά εργασίας συμβαίνουν τώρα και είναι μη αναστρέψιμες
3. Ο ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΣ ΠΥΛΩΝΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΥΞΙΔΑ εμπνέοντας για νέα νομοθεσία προσαρμοσμένη στο σύγχρονο γίγνεσθαι, αλλά και για πολιτικές πρωτοβουλίες τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
4. ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ . Πρέπει όμως να ανταποκρίνεται στις νέες προκλήσεις του παγκοσμιοποιημένου κόσμου και να αξιοποιεί τα οφέλη της τεχνολογικής καινοτομίας.
5. ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΨΗΦΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥΣ
6. ΑΝΑΓΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ.
7. ΑΝΑΓΚΗ ΚΑΛΥΤΕΡΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΕ ΔΙΑΛΟΓΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
8. ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΠΙΣΩ
9. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΙΣΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ
10. ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΟΙΝΗ ΜΑΣ ΕΥΘΥΝΗ
Πως όμως το μέλλον της εργασίας επηρεάζει την Υγεία και την Ασφάλεια, σημαντικό πυλώνα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου;

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στη Εργασία παρουσίασε μια μελέτη με τίτλο: «Foresight on new and emerging occupational Safety and health risks associated with digitalization by 2025»

Καθίσταται σαφές ότι η τεχνική νοημοσύνη, τα συνεργατικά ρομπότ, η εικονική και επαυξημένη πραγματικότητα, οι διαδικτυακές πλατφόρμες και άλλες καινοτομίες εκτός του ότι αλλάζουν τον τρόπο εργασίας των ανθρώπων, χάρη στη ρομποτική και στην αυτοματοποίηση, περιορίζουν τους παραδοσιακούς κινδύνους που κάποτε ήταν παρόντες στα περιβάλλοντα εργασίας.

Όμως νέοι κίνδυνοι εμφανίζονται, ως αναδυόμενοι κίνδυνοι, όπως το εργασιακό άγχος ή οι κίνδυνοι σε επίπεδο εργονομίας που ενδέχεται να αυξήσουν εξαιτίας των τάσεων προς τις νέες μορφές διεπαφών ανθρώπου-μηχανής, την αυξανόμενη διαδικτυακή και κινητή εργασία χωρίς συγκεκριμένο εργασιακό χώρο, τη διαχείριση των εργαζομένων βάσει αλγορίθμων, τα ασαφή όρια μεταξύ επαγγελματικού και ιδιωτικού βίου και τις συχνότερες αλλαγές θέσεων εργασίας.

Όμως, σύμφωνα με τη μελέτη, οι κίνδυνοι αυτοί δεν θα είναι παντού οι ίδιοι, καθότι εξαρτώνται από την οικονομική πορεία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό από τη μία και τη διακυβέρνηση της κάθε χώρας και τη συμπεριφορά του κοινού προς τις νέες τεχνολογίες από την άλλη .

Είναι σαφές ότι τα χαρακτηριστικά των χωρών διαφοροποιούνται έντονα. Όμως υπάρχουν κοινά στοιχεία πάνω στα οποία θα πρέπει να σχεδιαστούν οι πολιτικές και να εφαρμοστούν στον τομέα της Υγείας και της Ασφάλειας πρακτικές για την κάθε χώρα ξεχωριστά που να ταιριάζουν καλύτερα, ώστε να μπορέσει όλη η Ευρώπη να προβλέψει σωστά τους κινδύνους και να προχωρήσει προς το μέλλον με ασφαλή βήματα.

Το ΕΛΙΝΥΑΕ, ο φορέας των κοινωνικών εταίρων για τα θέματα Υγείας και Ασφάλειας της Εργασίας δεν θα μπορούσε να απουσιάσει από τις προκλήσεις. Προετοιμαζόμενο λοιπόν πάνω στα πορίσματα και τις προτάσεις αυτές, οργανώνει στις 18-19 Νοεμβρίου 2019 Πανελλήνιο Συνέδριο με τίτλο «Με το βλέμμα στο μέλλον».

Το Συνέδριο αυτό θα αποτελέσει ευκαιρία, ώστε να ανοιχτεί ένας σοβαρός και ειλικρινής κοινωνικός διάλογος για τα θέματα αυτά, ανάλογης βαρύτητας με τις σύγχρονες προκλήσεις για την Υγεία και την Ασφάλεια που καλούμαστε όλοι να αντιμετωπίσουμε: επιχειρήσεις – εργαζόμενοι – κοινωνία.

*Δημοσιεύτηκε στο "Έθνος" και στο eretikos.gr στις 21/6/2019. 

Από τον χώρο των ακινήτων/κατασκευών

Δύο είναι τα βασικά μέτωπα στην πρώτη γραμμή της συζήτησης για τις δυνατότητες μιας σοβαρότερης επανεκκίνησης της Ελληνικής οικονομίας στην μεταΜνημονιακή εποχή. Το ένα μέτωπο είναι εκείνο των επενδύσεων, της αντιστροφής της επικίνδυνης φάσης αποεπένδυσης που έφερε η κρίση. Η οικονομία μπορεί μεν να καταγράφει 9 διαδοχικά τρίμηνα με θετικό πρόσημο. πλην όμως... με 10 χαμένα χρόνια, ρυθμοί 1-2% είναι σούρσιμο. Το δεύτερο μέτωπο είναι εκείνο των κόκκινων δανείων, που τους τελευταίους μήνες – προεκλογικούς μήνες, όπως και να το κάνουμε! – έμενε ευγενικά παγωμένο, με τις προτάσεις ΤΧΣ και Στουρνάρα να έχουν μεν λάβει ένα χαλαρό ΟΚ από Βρυξέλλες αλλά να αναμένουν ουσιαστική επίσπευση/υλοποίηση.
Υπάρχει όμως ένα σημείο, ένας κοινός γεωμετρικός τόπος όπου οι δυο αυτές σημαντικές συζητήσεις – οι οποίες, αναμενόμενο, βρέθηκαν ως κεντρικό/προβεβλημένο πεδίο στα προγράμματα των δυο βασικών διεκδικητών της εξουσίας – έρχονται και συναντιώνται. Πρόκειται για τα ακίνητα/για τον τομέα των κατασκευών.
Όπου, για να δώσουμε δυο «εύκολα» όσο και δυσάρεστα στοιχεία (που όμως, αντιστρεφόμενα, μπορούν να αναδειχθούν σε ελπιδοφόρα) οι επενδύσεις σε κατασκευαστικά έργα είχαν υποχωρήσει το 2017 στο ¼ του επιπέδου που βρίσκονταν το 2007 (στα 9,6 δις ευρώ έναντι 34,1 δις: ζαλιστικό). και αντιπροσωπεύουν μόλις 5,3% του ΑΕΠ έναντι 10% μέσου όρου ΕΕ, 8% στην Ιταλία και Πορτογαλία, 8,9% στην Βουλγαρία, 9,3% στην Κύπρο. Την ίδια στιγμή, η οικοδομική δραστηριότητα στην Ελλάδα συμβάδισε την τελευταία 15ετία στενά με το ύψος και την διαθεσιμότητα της τραπεζικής χρηματοδότησης (μέσω στεγαστικών αλλά και επισκευαστικών δανείων) και τούτο τόσο στην εκρηκτική άνοδο του 2003-2007, όσο και στην καταβύθιση από το 2008 κι ακόμη περισσότερο από το 2012 και μετά. Το μερίδιο μη-εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων από κάπου 8% του συνόλου το 2009 εκτοξεύθηκε στο 26% το 2013, για να βρεθεί στο 44,3% το 2018. Τα τελευταία 3-4 χρόνια, το απόθεμα μη-εξυπηρετούμενων δανείων (προ προβλέψεων) κινείται γύρω στα 27,5 δις ευρώ: βαρίδι, όπως και να το δει κανείς!
Ενδιάμεσο συμπέρασμα: με δεδομένο και τον υψηλό πολλαπλασιαστή των κατασκευών – για κάθε ευρώ στις κατασκευές, κερδίζεται 1,8 ευρώ σε πρόσθετο ΑΕΠ (ενώ ο Προϋπολογισμός ενθυλακώνει 0,4 ευρώ – όσο κι αν, ιδίως στις επισκευές, πολύ μεγάλο ποσοστό του τζίρου γίνεται «γκρίζο», όμως και πάλι δεν λείπει από τον πολλαπλασιαστή στο επόμενο βήμα), μια ανάκαμψη στην κατασκευαστική δραστηριότητα θα μπορούσε /θάπρεπε να ξαναδιεκδικήσει ρόλο «οδηγού». Ενώ ένα εκτεταμένο ξεκοκκίνισμα στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, από μια άνοδο των αξιών των ακινήτων – που ήδη δείχνει και καταγράφεται, έστω και αργά-αργά – , θα μπορούσε να αλλάξει άρδην το τραπεζικό σκηνικό.
Δανειστήκαμε τα στοιχεία αυτά από την πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ «Αναπτυξιακές προοπτικές των κατασκευών στην Ελλάδα», η οποία λειτουργεί ως θησαυρός όχι μόνο στοιχείων και επεξεργασιών αλλά και ως πηγή προτάσεων για το πού θα μπορούσε να πάει, τώρα, μια συγκροτημένη προσπάθεια αναθέρμανσης της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Η αλήθεια είναι πως ορισμένα από τα στοιχεία αυτών των προτάσεων, τα βρήκαμε και στα προγράμματα/στις προθέσεις των κομμάτων. Τους λείπει το στοιχείο του συγκροτημένου: ένας τομέας που έχασε 61% της προστιθέμενης αξίας που συνεισέφερε στην οικονομία μέσα σε μια 10ετία, πέφτοντας από το 10% του ΑΕΠ σε περίπου 5%, χρειάζεται πολύ περισσότερο από αποσπασματικές προθέσεις.
Άμα δει κανείς τις προτεινόμενες παρεμβάσεις ΙΟΒΕ, θα καταγράψει ασφαλώς το αίτημα για ολοκλήρωση των εκκρεμών δημοσίων έργων. για επαναφορά του ΠΔΕ. για νέες διαδικασίες προκήρυξης και ανάθεσης έργων. για δοκιμή των unsolicited/αυτόκλητων προτάσεων για έργα. για ειλικρινή στροφή στα ΣΔΙΤ. Προτάσσουμε ωστόσο τις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα. Πολύτιμη θα ήταν η ενίσχυση, κυρίως με την άρση των διάχυτων αντικινήτρων παρά μέσω επιδοτήσεων, της ήδη εκφρασμένης ροπής προς ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και κτιρίων γραφείων. Με περισσότερο από 50% του κτιριακού αποθέματος να έχει χτιστεί πριν το 1980, ενώ μόλις το 16% μετά το 2000, πεδίον δόξης λαμπρόν εδώ! Πέραν τούτου, στο ναρκοπέδιο της φορολογίας η μείωση του ΦΠΑ στις νέες οικοδομές που σήμερα αποδίδει μόλις 13 εκατ. ευρώ/έτος, κυρίως όμως η κατάργηση του «συμπληρωματικού φόρου» (γνωστού και ως double-jeopardy ΕΝΦΙΑ) θα μπορούσε να λειτουργήσουν άμεσα. Θετικά. Η εκτίμηση Νίκου Βέττα για το δεύτερο αυτό μέτωπο, είναι ότι το κόστος του που φθάνει τα 350 εκατ. ευρώ, σύντομα θα αντισταθμιζόταν από την πρόσθετη δραστηριότητα και από την αύξηση τιμών των ακινήτων («θα πληρώσει τον εαυτό του»).

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 28/6/2019. 

Όταν ο ΣΕΒ επανατοποθετείται

Πάντα έχει το ενδιαφέρον της η διοργάνωση της δημόσιας παρουσίας του ΣΕΒ, με αφορμή την ετήσια Γενική Συνέλευσή του. Γιατί άλλοτε πιο έμμεσα, άλλοτε πιο στοχευμένα λειτουργεί ως ένας δείκτης τόσο των εκτιμήσεων της επιχειρηματικής κοινότητας για την πορεία και τις προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας, όσο και της τοποθέτησής της απέναντι στην κρατική εξουσία. Ως προς την πρώτη παρατήρηση - του τι δηλαδή αντιπροσωπεύει ο ΣΕΒ – ας μην ξεχνούμε το πώς μετεξελίχθηκε από Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων σε Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών και αργότερα σε Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών.
Ως προς την δεύτερη, ας μην παραβλέπεται η σκηνοθεσία: στην πρωινή/κλειστή συνεδρίαση παραδοσιακά τοποθετείται ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, φέτος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ στην απογευματινή συνεδρίαση τον λόγο, επίσης παραδοσιακά, λαμβάνει ο Πρωθυπουργός, όπου φέτος ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγοντας να αντιπροσωπευθεί από τον Αντιπρόεδρο, και πιο χαμηλότονο, Γιάννη Δραγασάκη έκανε πολλούς να παρατηρήσουν την διαφορά από, ας πούμε, το 2014. Τότε που ο Αλέξης Τσίπρας (τότε επερχόμενος, έναντι του απερχόμενου ήδη - απεδείχθη - Αντώνη Σαμαρά) είχε μεν παραστεί ως αρχηγός της Αντιπολίτευσης στην πρωινή συνεδρίαση αλλά... είχε συγκεντρώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και από τον τότε Πρωθυπουργό.
Προσπαθώντας ακριβώς να χτίσει μιαν εικόνα επόμενης μέρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην φετεινή Γενική Συνέλευση του ΣΕ (που είχε επιλέξει το σύνθημα #ElladaAllios, με λογική «Το αύριο σήμερα») ζήτησε από τους Έλληνες επιχειρηματίες «να δείξουν στους ξένους ότι πρώτοι αυτοί εμπιστεύονται την χώρα τους». Υποσχόμενος μείωση φόρων και εισφορών και ενίσχυση της ρευστότητας κάλεσε «να επενδύσετε στην χώρα, να πληρώνετε τους φόρους, να προστατεύετε το περιβάλλον, να είστε δίπλα στους εργαζόμενους». Αργότερα την ίδια μέρα, ο Γιάννης Δραγασάκης (απευθυνόμενος από μέρους του Πρωθυπουργού) μίλησε για ένα «δρόμο που δεν αναζητά τις εύκολες λύσεις που όμως συσσωρεύουν βάρη για το μέλλον, αλλά βιώσιμες λύσεις, διατηρήσιμα αποτελέσματα» Αποδέχθηκε την ύπαρξη υπερφορολόγησης, αλλά «για όσους πράγματι πληρώνουν φόρους», ενώ οι φοροελαφρύνσεις πρέπει να είναι στοχευμένες, με λογική δικαιοσύνης και βιώσιμης ανάπτυξης.
Όμως η φετεινή διοργάνωση είχε και μιαν άλλη διαφοροποίηση, που ενώ δείχνει εσωτερική/διαρθρωτική αξίζει να προσεχθεί. Είναι η αλλαγή αυτή η μετάβαση από 20μελές ΔΣ σε 25μελες – με την προσθήκη Περιφερειακών Συνδέσμων και Εξαγωγικού φορέα και με δημιουργία αντίστοιχων συμβουλευτικών οργάνων Βιομηχανίας, Εξαγωγών και Περιφερειακών/Τοπικών. Κι αν αυτή η διαρθρωτική πρωτοβουλία δείχνει μια τάση να αντισταθμιστεί η 3χρονη ήδη πορεία της «Ελληνικής Παραγωγής» - η οποία ακριβώς την επαναφορά έμφασης στην βιομηχανία/μεταποίηση είχε στο επίκεντρο της, αλλά και τους Περιφερειακούς Συνδέσμους κινητοποίησε – καθώς και η ανάδυση σε ρόλο θεσμοθετημένου κοινωνικού εταίρου του ΣΒΒΕ/Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδας, παραξενεύει κάπως το ότι από νέο άνοιγμα του ΣΕΒ «λείπει» μια άλλη πρωτοβουλία. Η οποία είχε μάλιστα ξεκινήσει δυναμικά πριν κάποιους μήνες δημιουργώντας αρκετές προσδοκίες: πρόκειται για την διαμόρφωση, μέσα στον Σύνδεσμο, δομών που έδιναν φωνή και ρόλο στις ΜΜΕ, τις πάντα σημαντικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Όσοι παρακολουθούν διαχρονικά τις φάσεις μετεξέλιξης του ΣΕΒ από αρκετά κλειστή «σχεδόν λέσχη» σε εργαλείο επεξήγησης και προβολής των θέσεων του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας - στοίχημα που από μόνο του έχει πολιτική λειτουργία - και εν συνεχεία σε πλατφόρμα συνδιαμόρφωσης εκείνου που (και λόγω ΕΕ) μάθαμε ως δράση των «κοινωνικών εταίρων», βλέπουν με προσεκτικό τρόπο τις μεταβολές κλίματος. Από την εποχή Θόδωρου Παπαλεξόπουλου, όταν έγινε η «υποδοχή» της διαρθρωτικής αλλαγής που έφερε η εποχή του ΠΑΣΟΚ α' περιόδου ή την προσπάθεια ανοίγματος επί Στέλιου Αργυρού, μέχρι τις πολιτικότερες φάσεις - διαδοχικά - Οδυσσέα Κυριακόπουλου, Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Θόδωρου Φέσσα (με τους δυο τελευταίους να έχουν «σηκώσει» τα χρόνια κρίσης/Μνημονίων) οι προσαρμογές, οι μεταλλάξεις, οι επανατοποθετήσεις του ΣΕΒ έπαιξαν άλλοτε τον ρόλο προάγγελλου επερχόμενων (πάλιν η έννοια...) εξελίξεων και άλλοτε προσπάθειας ανάσχεσης των επιλογών.
Καθώς αν σταθεί κανείς στις δημοσκοπικές αλλά και προγραμματικές προαναγγελίες ενόψει της κάλπης της 7ης Ιουλίου διαπιστώνει ότι «κάτι κινείται» θεωρούμε ότι τις παραπάνω διαρθρωτικές/οργανωτικές κινήσεις του Συνδέσμου χρήσιμο θα ήταν να τις δει κανείς (και) με το φόντο μιας συζήτησης περί «αξιών και αξίων» σε λογική «Το αύριο σήμερα» και #ElladaAllios που πήγε να ανοίξει. Αναφερόμαστε την επιλογή να στηρίξει ο ΣΕΒ την ανοιχτή/δημόσια συνεδρίασή του σε μια ανάδειξη περιπτώσεων επιτυχίας/best practices. Και μάλιστα τόσο από τον κυρίως επιχειρηματικό χώρο όσο και από την κοινωνία των πολιτών (έμμεση απονομή τιμής στα χρόνια Παπαλεξόπουλου, θα λέγαμε). Διάθεση επανατοποθέτησης;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/6/2019. 

Τα αυγά και τα κακαρίσματα

Στην εικόνα που έχει φιλοτεχνήσει επιδέξια η Ν.Δ. εδώ και καιρό προβάλλει ένα κόμμα της νέας εποχής, φιλο-αναπτυξιακό, υπέρ της ποιοτικής παιδείας και της αριστείας, της σύνδεσης με την αγορά, φιλο-επιχειρηματικό κ.λπ. Δυστυχώς, εκείνο που ισχύει είναι η παροιμία «αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες».

Σύγχρονη ανάπτυξη σημαίνει μεταφορά της γνώσης στην παραγωγή. Σημαίνει να βγει η Ελλάδα από την παγίδα ανάμεσα στις χώρες με υψηλό τεχνολογικά επίπεδο παραγωγής και στις χώρες φτηνής εργασίας και μαζικής παραγωγής. Γιατί η Ελλάδα τώρα δεν χρειάζεται μια «φτηνή ανάπτυξη», τέτοια είχε όλο το προηγούμενο διάστημα και κατέρρευσε. Χρειάζεται μια ποιοτική ανάπτυξη. Κι εδώ συναντά το αίτημα της ενίσχυσης της έρευνας, γιατί υπάρχουν οι υποδομές, υπάρχει ο κόσμος, υπάρχει η μορφωτική παράδοση, παρά τα εξ αντιθέτου λεγόμενα.

Η κυβέρνηση εδώ έχει παράξει πολύ σημαντικό έργο, αλλά καθόλου γνωστό. Παρά τις συνθήκες κρίσης, το 2017, και για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη ξεπέρασαν τα 2,03 δισ. ευρώ φτάνοντας το 1,13 % του ΑΕΠ, έναντι 0,83% του ΑΕΠ το 2014. Η αύξηση αυτή δεν αφορά μόνο τα εντός κρίσης χρόνια. Γιατί ακόμη και σε μια από τις καλύτερες χρονιές, το 2004, με πολύ μεγαλύτερο ΑΕΠ, οι δαπάνες για έρευνα ήταν οι μισές, δηλ. 1,07 δισ. ευρώ. Τότε μας περίσσευαν τα λόγια, δεν χρειαζόμασταν και έργα.

Πόσοι έχουν ακουστά για το Ελληνικό Ιδρυμα Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ): έναν νέο θεσμό που μετασχηματίζει το ερευνητικό τοπίο και στηρίζει τους νέους επιστήμονες με δράσεις συνολικού προϋπολογισμού 300 εκατ. ευρώ (2017-2020); Πόσοι γνωρίζουν τον δημιουργό του, τον Κώστα Φωτάκη, έναν εξαιρετικό επιστήμονα, αναπληρωτή υπουργό Ερευνας και Καινοτομίας;

Πόσοι γνωρίζουν μια σειρά από εμβληματικές πρωτοβουλίες, όπως τα Εθνικά Δίκτυα Ιατρικής Ακριβείας (στην ογκολογία, την καρδιολογία, τα νευροκφυλιστικά νοσήματα) καθώς και τα Εθνικά Δίκτυα για την Αγροδιατροφή, την Κλιματική Αλλαγή και τις Κβαντικές Τεχνολογίες; Πόσοι γνωρίζουν ότι στην κινητοποίηση πόρων για την έρευνα συμμετέχει συστηματικά ο ιδιωτικός τομέας; Ενώ ώς το 2016 οι επιχειρήσεις επένδυσαν στην έρευνα 500 εκατ. ευρώ, στο 2017 διπλασίασαν αυτό το ποσό στο 1 δισ. ευρώ.

Το ΙΚΥ (Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών) υπήρξε ένας οργανισμός αριστείας με πολύ μεγάλη επίδραση στον σχηματισμό του επιστημονικού τοπίου στη σύγχρονη Ελλάδα. (Κι εγώ υπότροφος του ΙΚΥ υπήρξα, διαφορετικά δεν θα μπορούσα να εκπονήσω διδακτορική διατριβή και να σπουδάσω στο εξωτερικό.) Ηταν για χρόνια αφημένο στην τύχη του. Από το 2010-11 το ΙΚΥ τρεμόσβηνε και η δραστηριότητά του είχε συρρικνωθεί στη διαχείριση των προγραμμάτων Erasmus.

Οι μηχανές πήραν ξανά μπροστά μετά το 2015. Το 2016/17 προκήρυξε τη χρηματοδότηση συνολικά 211 τρίχρονων και 211 δίχρονων υποτροφιών για υποψήφιους διδάκτορες, καθώς και 289 δίχρονες υποτροφίες για μεταδιδακτορική έρευνα. Το 2018 και 2019 αύξησε σε 700 τις τρίχρονες υποτροφίες για υποψήφιους διδάκτορες και σε 600 τις δίχρονες υποτροφίες για μεταδιδάκτορες.

Τέλος, το 2016 προκήρυξε τη χρηματοδότηση συνολικά ογδόντα (80) ερευνητικών προγραμμάτων, που εκπονήθηκαν αποκλειστικά σε ελληνικά ΑΕΙ από ερευνητικές ομάδες απαρτιζόμενες από έναν κύριο ερευνητή (μέλος ΔΕΠ) και έως δύο υποψηφίους διδάκτορες στο πλαίσιο της διδακτορικής τους διατριβής. Ποτέ άλλοτε δεν χορηγήθηκε τόσος μεγάλος αριθμός υποτροφιών, μέσω ενός προγράμματος, για εκπόνηση διδακτορικής έρευνας στην Ελλάδα από οποιονδήποτε φορέα σε όλη την ιστορία της χώρας.

Έχουν αυτά σχέση με την αγορά; Κι όμως το 90% των υφιστάμενων και των προγραμματισμένων προσκλήσεων που δημοσιεύονται από τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) επικεντρώνονται στην επιστημονική και ερευνητική συνεργασία μεταξύ καινοτόμων επιχειρήσεων και δημόσιου ερευνητικού οργανισμού με βάση τόσο την επιστημονική αριστεία όσο και τη σημασία τους σε παραγωγικούς όρους. Το Ταμείο Επιχειρηματικών Συμμετοχών (ΕquiFund) χρηματοδοτεί καινοτόμες επιχειρήσεις με δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους και υπό τη μορφή συμμετοχής στο μετοχικό τους κεφάλαιο.

Έχει καλλιεργηθεί ο μύθος της φιλο-επενδυτικής Ν.Δ. και του αντι-αναπτυξιακού ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά τα αποθέματα άμεσων ξένων επενδύσεων, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, είναι σήμερα στο 16% του ΑΕΠ, ενώ μέχρι το 2010 η Ελλάδα ήταν ουραγός στην Ε.Ε. με ποσοστό της τάξης τού 10%. Ο σχηματισμός παγίου κεφαλαίου έχει φτάσει στο 12,9% του ΑΕΠ, όταν το 2014 ήταν στο 11,5%. Το 2014 ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ήταν στα 20,6 δισ. ευρώ. Το 2017 είχε αυξηθεί στα 23,2 δισ. ευρώ και το 2018 έπεσε λίγο λόγω της μείωσης παραγγελιών πλοίων, αλλά ο μηχανολογικός εξοπλισμός ανέβηκε. Το 2019 έχει πάρει και πάλι την ανιούσα το πρώτο τρίμηνο.

Αυτά είναι αμείλικτα στοιχεία, αλλά για έναν παράξενο λόγο δεν έχουν προβληθεί και κυρίως δεν έχουν γίνει μέρος του αφηγήματος της κυβερνώσας Αριστεράς, μέρος της φυσιογνωμίας της που να αντιστοιχεί στα πιο νεανικά και δυναμικά στρώματα, στα οποία στηρίχτηκε από το 2012 έως το 2015.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 18/6/2019.

Γιώργος Παγουλάτος: Περιμένω η ψαλίδα να ανοίξει ακόμα περισσότερο υπέρ της ΝΔ

Πως κρίνετε τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών για τα κράτη μέλη; Είναι ενθαρρυντικά για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Οι Ευρωεκλογές παρήγαγαν μεικτά αποτελέσματα, όπου τα θετικά υπερτερούν των αρνητικών. Στα θετικά συγκαταλέγεται η εκλογική συμμετοχή ρεκόρ (50,5%), που αυξάνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρότι η συμμετοχή σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης παραμένει πολύ χαμηλή.
Tα χειρότερα σενάρια για την επίδοση των εθνικιστικών και ακραία ευρωφοβικών δυνάμεων δεν επιβεβαιώθηκαν. Νίκησε στη Γαλλία η Λεπέν, στην Ιταλία ο Σαλβίνι, στην Πολωνία και στην Ουγγαρία το PIS και ο Ορμπάν. Αλλά σε άλλες χώρες (όπως η Ολλανδία, Ισπανία, Ιρλανδία, Δανία, Πορτογαλία, Σουηδία, Γερμανία) τα αντιευρωπαϊκά κόμματα είδαν τα ποσοστά τους να μειώνονται σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογικές τους επιδόσεις. Και το μεγάλο «πλεονέκτημα» των ακροδεξιών εθνικιστών είναι ότι δύσκολα συνεργάζονται, άρα οι πολιτικές τους ομάδες στο ΕΚ δύσκολα θα συνενωθούν.
Οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις διατήρησαν τη μεγάλη πλειοψηφία των εδρών στο ΕΚ, ακόμα κι αν ΕΛΚ και Σοσιαλιστές και Δημοκράτες δεν σχηματίζουν απόλυτη πλειοψηφία. Πολύ θετική η άνοδος των Φιλελευθέρων (λόγω κυρίως των ευρωβουλευτών που εξέλεξε ο Μακρόν) και των Πρασίνων. Ενας από τους δυο ή και οι δυο θα χρειαστούν για τον μεγάλο συνασπισμό πλειοψηφίας στο ΕΚ. Και οι δύο θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο επόμενο ΕΚ. Οι Πράσινοι ειδικότερα συνέβαλαν στο να αναχθεί η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής σε κορυφαίο ζήτημα της Ευρωπαϊκής ατζέντας, με διακομματική συναίνεση.
Σε επίπεδο συσχετισμών μεταξύ κρατών-μελών μετά τις Ευρωεκλογές η γερμανική κυβέρνηση βγήκε αποδυναμωμένη (καθώς τα δυο κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού υπέστησαν σοβαρές απώλειες), ενισχυμένος ο Μακρόν (τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στη Γαλλία συρρικνώθηκαν σε μονοψήφια ποσοστά), και ακόμα πιο ενισχυμένος ο Σάντσεθ. Αυτό είναι καλό για τις χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα, αν και θα αργήσουμε να δούμε απτά αποτελέσματα, ιδίως στο Eurogroup, όπου η τελευταία συμφωνία υπήρξε μάλλον απογοητευτική.

Σας ανησυχεί η συνεχής άνοδος της ακροδεξιάς τόσο σε Ευρώπη όσο και παγκοσμίως (Βραζιλία, Αμερική);

Η άνοδος των ακροδεξιών εθνικιστών δημαγωγών είναι ένα εξαιρετικά ανησυχητικό σύμπτωμα, οι αιτίες προϋπάρχουν. Δεν είμαι έτοιμος να αποδώσω την άνοδό τους μόνο στις αυξανόμενες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, και την αποδυνάμωση της ευημερίας, την εισοδηματική στασιμότητα, τη διευρυνόμενη ανασφάλεια των μεσαίων και αδύναμων στρωμάτων. Είναι προφανές ότι όλα αυτά συνιστούν ένα σημαντικό παράγοντα, αλλά όχι τον μόνο. Οι πολλαπλές ανασφάλειες (κοινωνικές, εργασιακές, γνωσιακές, ανασφάλειες που τροφοδοτούνται και από κύματα μετανάστευσης) κινητοποιούν την αναζήτηση «σωτήρων» και ψευδοπροφητών. Και η σφαίρα επικοινωνίας, που κυριαρχείται από τα social media των echo chambers, στα οποία ακούει κανείς πολλαπλάσια ενισχυμένη τη φωνή του, τις ανησυχίες του, την αγανάκτησή του, λειτουργούν πολλαπλασιαστικά στα μηνύματα των ακροδεξιών λαϊκιστών. Οι απλοϊκές λύσεις που τοκίζουν στην οργή και στο θυμικό τείνουν συχνά να έχουν ένα πλεονέκτημα απέναντι στον ψύχραιμο και ισορροπημένο λόγο, ιδίως όταν οι άνθρωποι αισθάνονται πραγματική ανησυχία και φόβο και θεωρούν ότι «το σύστημα» τους έχει ξεχάσει.
Το βολικό σχήμα «λαός εναντίον των ελίτ» έχει μεγάλη δύναμη στα χέρια επιδέξιων δημαγωγών. Υπάρχει μια εξασθένιση της ιστορικής μνήμης, μια αποενοχοποίηση του ακροδεξιού και μισαλλόδοξου λόγου, όταν βλέπει κανείς να αναβιώνει εθνικιστική και μισαλλόδοξη ρητορική που παραπέμπει στη δεκαετία του '30. Όλα αυτά είναι εξαιρετικά ανησυχητικά.

Στα εγχώρια, πού οφείλεται η εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και η επάνοδος της Νέα Δημοκρατίας (με βάση τις ευρωεκλογές); Μπαίνουμε σε μια νέα πορεία δικομματισμού στην Ελλάδα;

Ο ΣΥΡΙΖΑ τιμωρείται με καθυστέρηση, στην πρώτη εκλογική ευκαιρία μετά το 2015, για τα ψέματα που είπε και τις υπερφίαλες υποσχέσεις που μοίρασε το 2015, αλλά και για την υπερφορολόγηση που επέβαλε μετά την ψήφιση του 3ου Μνημονίου. Τιμωρείται επίσης για τα δυο, εντελώς περιττά, χρόνια ύφεσης 2015-16, αποτέλεσμα των καταστροφικών χειρισμών της κυβέρνησης Τσίπρα το πρώτο εξάμηνο 2015, αλλά και για την αδύναμη ανάκαμψη μετά το 2017, που είναι απογοητευτική μετά από τόσο μακρά και βαθιά ύφεση. Τιμωρείται επίσης για το πλήθος κυβερνητικών αποτυχιών, με κορυφαία την περσινή τραγωδία στο Μάτι. Υφίσταται επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ, για να είμαστε ειλικρινείς, το πολιτικό κόστος της γενικά επωφελούς για τη χώρα Συμφωνίας των Πρεσπών.
Πράγματι η ισχυρή επάνοδος της ΝΔ αλλά και η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούν ένδειξη ενδυνάμωσης του μέχρι πρότινος «μικρού δικομματισμού». Συνιστούν επίσης μια επιστροφή στην πολιτική κανονικότητα, μέρος της οποίας είναι και η άμβλυνση του πάλαι ποτέ οξύτατα λαϊκιστικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ. Το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη (ενός πολιτικού που προέρχεται από τη φιλελεύθερη και μεταρρυθμιστική πτέρυγα της ΝΔ) και η προοπτική της πρωθυπουργίας του έχουν θετική απήχηση στην κοινή γνώμη, και αυτό δείχνει ότι μετά από μια δεκαετία περιπέτειας η χώρα θα αναζητήσει την ασφάλεια και σταθερότητα στην πλήρη επανασύνδεση με την ευρωπαϊκή πολιτική κανονικότητα.

Θα αλλάξει θεωρείτε το οικονομικό περιβάλλον και ο σχεδιασμός στη χάραξη πολιτικής στη χώρα με μια νέα κυβέρνηση;

Οι αγορές δείχνουν να εμπιστεύονται σε βαθμό ενθουσιασμού τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι θετικές προσδοκίες αντανακλώνται στην πτώση των ομολόγων, που θα επιτρέψουν φθηνότερο κόστος δανεισμού για την ελληνική οικονομία. Είναι σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει τις αγορές και τους επενδυτές, ξέρει πώς να τους εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Το γεγονός ότι ο ίδιος (σε αντίθεση με τον Αλέξη Τσίπρα) έχει άμεση γνώση κι εμπειρία της οικονομίας και του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά και η προεργασία οικονομικής διακυβέρνησης που έχει κάνει όλο το προηγούμενο διάστημα, σημαίνει ότι θα ξεκινήσει με υψηλές ταχύτητες. Άλλωστε, ξέρει ότι πρέπει να «εκπλήξει θετικά» και άμεσα. Η στρατηγική Μητσοτάκη είναι η ταχεία οικοδόμηση αξιοπιστίας με επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, μεταρρυθμίσεις και αύξηση της εισροής ξένων επενδύσεων, προκειμένου σε δεύτερη φάση να διαπραγματευθεί ένα χαλαρότερο δημοσιονομικό πλαίσιο. Η στρατηγική αυτή μου φαίνεται πειστική και είναι σε θέση να αυξήσει το ρυθμό ανάπτυξης και την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.

Πιστεύετε πώς θα επαναληφθεί το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών και στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου (Νίκη ΝΔ με τέτοια διαφορά);

Πιστεύω ότι καθώς προχωράμε προς τις εθνικές εκλογές η συσπείρωση θα αυξάνεται και μαζί και η υποστήριξη στην ανάγκη την επόμενη μέρα να υπάρξει μια ισχυρή (δηλαδή άνετα αυτοδύναμη κοινοβουλευτικά) κυβέρνηση της ΝΔ. Μαζί θα αυξάνεται και η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Επομένως περιμένω η ψαλίδα να ανοίξει ακόμα περισσότερο υπέρ της ΝΔ.

Υπάρχει ενδεχόμενο να σας δούμε με κάποιο σχηματισμό στις εκλογές;

Όχι, αλλά ευχαριστώ που ρωτάτε.

*Δημοσιεύτηκε στο insider.gr στις 20/6/2019. 

Η νέα περιπέτεια

Τρεις παράλληλες εξελίξεις δημιουργούν, σε απόσταση αναπνοής από τις κάλπες της 7ης Ιουλίου, τις συνθήκες για μια νέα περιπέτεια της Ελληνικής οικονομίας.
Η πρώτη είναι η επαναβεβαίωση – από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ – του ότι η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας παραμένει απογοητευτική. Η «Ναυτεμπορική» της 4/6 ευγενικά την κατέγραφε ως ευρισκόμενη «σε χαμηλή πτήση», έχουμε όμως τον πειρασμό να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση που καταγράφει το α΄3μηνο του 2019 ως σούρσιμο. Aσφαλώς δεν πρέπει να αγνοήσουμε το ότι το +1,3% σε σχέση με το ίδιο περυσινό διάστημα προσθέτει ένα ακόμη 3μηνο με ανοδική καταγραφή, όμως αυτή η δυναμική ούτε στόχους 2,2-2,3% για το σύνολο της χρονιάς (αναλόγως αν πιστεύει κανείς τις προβλέψεις Βρυξελλών ή Αθηνών) επιβεβαιώνει, ούτε όμως και ως αξιόπιστη βάση για τα πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ λειτουργεί.
Περισσότερο κι από την σύγκριση με την δυναμική που είχε καταγραφεί πέρσι, και που δείχνει να εξαντλείται, θα σημειώναμε ως πεδίο ανησυχίας το ότι η καταναλωτική δαπάνη – η οποία, μας αρέσει/δεν μας αρέσει, είναι εκείνη που «φέρει» ακόμη και μετά την διόρθωση της κρίσης την Ελληνική οικονομία - έμεινε αναιμική. Ενώ υποτίθεται ότι οι επιδοματικού τύπου ενέσεις στο τέλος της χρονιάς θα τροφοδοτούσαν την κατανάλωση (το ίδιο υποτίθεται ότι θα συνέβαινε τώρα με την εαρινή «13 σύνταξη»), η συνολική καταναλωτική δαπάνη στο ξεκίνημα το 2019 πήγε ελαφρώς πίσω. Η αλήθεια είναι ότι αποθερμαντικά λειτούργησε η συμπίεση της δημόσιας δαπάνης προκειμένου να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος (προεκλογικά), όμως η τελική ισορροπία «βγήκε» άνευρη. Η ενάρετη εικόνα των επενδύσεων με ένα σχεδόν +8%, ιδίως συγκρινόμενη με την περσινή υποχώρηση α' 3μήνου – βέβαια, το παιχνίδι με τα πλοία/μέσα μεταφοράς κάθε φορά αλλοιώνει την εξίσωση – δεν αρκεί για να στηρίξει αισιοδοξία σε νέα βάση. Ούτε όμως και στο μέτωπο των εξαγωγών (συνολικά +4%,αλλά με τις εμπορευματικές πολύ χαλαρές) μπορεί να φορτωθεί αρκετή αισιοδοξία για την συνέχεια, έτσι όπως δείχνει ο ορίζοντας στην ΕΕ απ' όπου εξαρτάται η εξαγωγική μας πορεία.
Άμα κρατήσουμε, λοιπόν, αυτή την σκιά που εγκαθίσταται σε επίπεδο προβλέψεων για την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας, η δεύτερη εξέλιξη που θα δούμε να ξεδιπλώνεται όλες αυτές τις ημέρες όσο η προσοχή θα μονοπωλείται από τον προεκλογικό λόγο, νομιμοποιείται να δημιουργήσει ανησυχία. Σε τι αναφερόμαστε; Στο ότι έρχονται να προστεθούν τώρα οι απόψεις των «έξω» για τις προοπτικές της οικονομίας ξεκινώντας από την τρίτη αξιολόγηση της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης: μετά από μια κάποια ανάσχεση των επισημάνσεων και σχολίων λόγω προεκλογικής επιφυλακτικότητας από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής/ «Θεσμών» οι τοποθετήσεις των «έξω» θα συσσωρεύονται . Έχει και το ΔΝΤ την σειρά του μετά την Επιτροπή, ενώ η συνολική αξιολόγηση της μεταΜνημονιακής πορείας (που έχει ανατεθεί στο παλιό μας γνώριμο Χοακίν Αλμούνια, με ομάδα του ESM όμως) ξαναρχίζει μια γνώριμη διαδρομή.
Οι αναφορές που θα ξεδιπλώνονται γύρω από τα μέτωπα όπου καταγράφεται καθυστέρηση ή/και υπάρχουν αντιρρήσεις – πορεία «ξε-κοκκινίσματος» του χαρτοφυλακίου των τραπεζών, ανάσχεση στις ιδιωτικοποιήσεις, «κουλτούρα πληρωμών» με τις δίδυμες 120 δόσεις – είναι εν πολλοίς αναμενόμενες. Όμως άμα η διαφαινόμενη υπο-απόδοση της οικονομίας φανεί ότι υπονομεύει και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων/τα υπεσχημένα πλεονάσματα, και τούτο την ίδια στιγμή που τα μέτρα προεκλογικών παροχών (τα οποία, σημειωτέον, έχουν δηλωθεί ως μόνιμου χαρακτήρα) «τρέφονται» από υπερπλεονάσματα χθεσινά και αυριανά, τότε η αποδοχή/στήριξη που υπήρχε τους τελευταίους μήνες σε επίπεδο Eurogroup δεν θα αργήσει να μεταστραφεί. Είχε αυτό ήδη διαφανεί σε επίπεδο Κλάους Ρέγκλινγκ και – χωριστά – ESM , τώρα θα βαρύνει κι άλλο το κλίμα.
Εδώ, όμως, χρειάζεται πρόσθετη προσοχή σε κάτι που η προεκλογική+προεκλογική βουή με τις αλληλοκαταγγείες των διεκδικητών της εξουσίας συνήθως μας το κρύβει. Οι τοποθετήσεις, οι αξιολογήσεις, οι υποδείξεις, ακόμη-ακόμη οι ήπιες απειλές των «εταίρων» δεν – ΔΕΝ – αφορούν την Κυβέρνηση της στιγμής. Αφορούν την Ελληνική Δημοκρατία, την οικονομία στο σύνολό της, την αυριανή διαχείριση.
Και εδώ μπαίνει στην μέση η τρίτη εξέλιξη. Η κίνηση της Κυβέρνησης να φέρει στην εκπνοή της θητείας της Βουλής, εντελώς «στο νήμα» και με τροπολογία, την μη-μείωση του αφορολόγητου (από 1/1/2020), με δημοσιονομικό κόστος από χέρι 1% του ΑΕΠ, θα δημιουργήσει με τους «έξω» νέο διαπραγματευτικό αδιέξοδο, ΚΙΝΑΛ και Ν.Δ. είχαν προ-καταθέσει δικές τους προτάσεις στην ίδια κατεύθυνση. Όπως είχαν ψηφίσει – με διαμαρτυρίες ασφαλώς – και τις 120 δόσεις και την «13η σύνταξη». Η συνέχεια επί της οθόνης. (Υπάρχει και ο νομοθετημένος «κόφτης» άλλωστε).

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 7/6/2019. 

Ευρωπαϊκές εκλογές 2019: συγκλίσεις και αποκλίσεις

Ευρώπη

Οι εκλογές για την ευρωβουλή είναι οι σημαντικότερες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Μπορούν να αλλάξουν καθοριστικά τη δομή της ΕΕ. Τα κόμματα που αύξησαν τον αριθμό των βουλευτών τους είναι οι πράσινοι και η συμμαχία φιλελευθέρων και δημοκρατών - καθώς όμως και τα λαϊκιστικά κόμματα. Από την άλλη μεριά, τα δύο κύρια κόμματα της ευρωβουλής, το σοσιαλιστικό/σοσιαλδημοκρατικό και το λαϊκό, έχασαν έναν σημαντικό αριθμό εδρών. Πιο γενικά, αν κοιτάξουμε την κατανομή των ευρωβουλευτών από τα αριστερά προς τα δεξιά, η αριστερά και η κεντροαριστερά έχει σαφώς περισσότερες έδρες από τη λαϊκιστική δεξιά, τη δεξιά και κεντροδεξιά. Τα παραπάνω σημαίνουν πως ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του νεοφιλελευθερισμού από τη μια άκρη και του εθνολαϊκισμού από την άλλη είναι μια πλατιά συμμαχία των πολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται και θέλουν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό ανάχωμα εναντίον των δύο ακραίων βαρβαροτήτων που η τωρινή παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει. Γιατί η παγκοσμιοποίηση στον ευρωπαϊκό χώρο έχει οδηγήσει στην εκτίναξη των ανισοτήτων και τη συγκέντρωση του παραγόμενου πλούτου στα χέρια μιας μικρής μειονότητας. Μειονότητας που προτιμά να «επενδύει» τα εισοδήματά της στο χρηματιστήριο ή/και στους φορολογικούς παραδείσους εντός και εκτός Ευρώπης.
Είναι ακριβώς αυτού του είδους οι ανισότητες που εξηγούν τη θεαματική άνοδο του εθνολαϊκισμού. Αφού οδηγούν στη φτωχοποίηση και κοινωνική περιθωριοποίηση μιας σημαντικές μερίδας του πληθυσμού στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Με άλλα λόγια, ο νεοφιλελευθερισμός και ο εθνολαϊκισμός είναι αλληλοσυνδεόμενες δυνάμεις. Και οι δύο υποσκάπτουν τη δημοκρατία. Η πρώτη έμμεσα μέσω της κοινωνικής περιθωριοποίησης που οδηγεί στον λαϊκισμό. Η δεύτερη άμεσα αφού συνεχώς υπονομεύει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Είναι για αυτόν τον λόγο που τις παρατηρούμε να συνυπάρχουν σε μια σειρά από συντηρητικά κόμματα στην ΕΕ αλλά και σε όλο τον κόσμο - από το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ελλάδα μέχρι αυτό του Μπολσονάρου στην Βραζιλία και αυτό του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Τέλος, θέλω να τονίσω πως μια προοδευτική δηλαδή αντι-νεοφιλελεύθερη και αντι-λαϊκιστική συμμαχία μπορεί να πιέσει για να γίνει πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όχι ο Βέμππερ, εχθρός της χώρας και φανατικός προστάτης του γερμανοκρατικού status quo, αλλά κάποιος από τους υπόλοιπους τέσσερις υποψηφίους που έχουν παρόμοιους προσανατολισμούς με αυτούς που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν την προοδευτική συμμαχία που ανέφερα πιο πάνω.

Ελλάδα

Εδώ η αισιόδοξη πρόβλεψη του ΣΥΡΙΖΑ πως θα μειωθεί σημαντικά η ψαλίδα μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ δεν επαληθεύτηκε. Ένα από τα πιο βασικά προβλήματα που πρέπει να εξετάσει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι οι λόγοι αυτής της σχετικής αποτυχίας. Ένας από τους πιο προφανείς βέβαια είναι ο εκσυγχρονισμός του κράτους που εκτός από τις ηλεκτρονικές διασυνδέσεις, παραμένει βαθιά παλαιοκομματικό. Δεν θα ασχοληθώ όμως πιο εκτεταμένα με αυτόν τον προβληματισμό. Θέλω απλά να συζητήσω την άμεση αντίδραση την περασμένη Κυριακή το βράδυ να ανακοινώσει ο πρωθυπουργός τη διεξαγωγή των εθνικών εκλογών όσο πιο γρήγορα γίνεται. Για πολλούς αυτό εξηγείται από το ότι ο Αλέξης Τσίπρας θεώρησε πιο δημοκρατικό, με βάση τα αρνητικά για το κόμμα του αποτελέσματα, να μην ακολουθήσει προηγούμενες δηλώσεις του για τη συνέχιση της κυβέρνησης μέχρι το τέλος της τετραετίας. Για άλλους όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος θα έπρεπε να συνεχίσει τη διακυβέρνηση της χώρας μέχρι τον Οκτώβριο. Αυτό θα ήταν εξίσου δημοκρατικό. Γιατί πρέπει και στη χώρα μας να δημιουργήσουμε έναν θεσμό που θα δυσχεραίνει μια κυβέρνηση να κάνει εκλογές χωρίς σοβαρούς λόγους. Υπάρχει όμως και ένας πιο σοβαρός λόγος για να γίνονταν οι εθνικές εκλογές στο τέλος της τετραετίας. Η κυβέρνηση θα είχε τον χρόνο να οργανώσει τους πέντε μήνες που της απομένουν για να εμπεδώσει και να συμπληρώσει το έργο που ξεκίνησε. Γιατί σε περίπτωση που χάσει τις εθνικές εκλογές, που βέβαια δεν είναι καθόλου σίγουρο, το όλο έργο της θα ακυρωθεί από μια διακυβέρνηση που, χωρίς να το λέει ξεκάθαρα, σκοπεύει να υλοποιήσει ένα νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα περικοπών που θα συρρικνώσει το κοινωνικό κράτος και θα υποσκάψει την τωρινή κατάσταση των οικονομικά αδυνάτων. Με τη δικαιολογία πως είναι ο μόνος τρόπος να έρθουν επενδύσεις και να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη. Και αυτή η δικαιολογία την στιγμή που η οικονομική ανάπτυξη έχει ξεκινήσει και σοβαρές επενδύσεις όπως έχει δείξει ο Στέργιος Πιτσιόρλας έχουν ήδη γίνει στη χώρα μας. Ένα άλλο σοβαρό επιχείρημα για εκλογές αργότερα είναι πως ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα εξακολουθήσει να κάνει λάθη όπως αυτό της επταήμερης εργασίας. Γιατί σίγουρα θα συνέχιζε να τονίζει πως οι κυβερνητικές παροχές ήταν απλώς «δωράκια» και πως αυτές θα εμποδίσουν τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Συμπερασματικά, ένα βασικό δίλημμα ήταν εκλογές τώρα ή εκλογές τον Οκτώβριο, όταν η κυβέρνηση θα είχε περισσότερο καιρό για να συμπληρώσει το έργο της. Πιστεύω πως η επιλογή να είχαμε εθνικές εκλογές στο τέλος της τετραετίας θα ήταν καλύτερη και για τον ΣΥΡΙΖΑ και για τη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 2/6/2019.