Σάββατο, 20 Οκτώβριος 2018

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Πάλι για τις δημοσκοπήσεις που πέφτουν έξω

Στις 19/10/2016 είχα γράψει στην «Εφημερίδα των Συντακτών» κείμενο με τίτλο «Γιατί οι δημοσκοπήσεις πέφτουν συχνά έξω;». Σήμερα θίγω μία πτυχή που σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: την αναγωγή των προτιμήσεων των ερωτηθέντων στο σύνολο του δείγματος. Συχνά, συχνότερα θαρρώ το τελευταίο διάστημα, ΜΜΕ, συμβατικά και ηλεκτρονικά, δημοσιοποιούν λιγότερο τα ποσοστά έκφρασης των ερωτωμένων και περισσότερο αυτά που προκύπτουν μετά την παράβλεψη των ποσοστών όσων δεν απαντούν. Με τον τρόπο αυτό το ποσοστό των τελευταίων κατανέμεται αναλογικά στα ποσοστά των κομμάτων.

Δεν γνωρίζω αν αυτό είναι πρακτική εταιρειών δημοσκοπήσεων ή μέσων, αν γίνεται από συνήθεια, πεποίθηση ή εμπρόθετα. Τα αποτελέσματα σε κάθε περίπτωση είναι δύο. Διευρύνεται τεχνητά η απόσταση ανάμεσα στα κόμματα και αυξάνονται οι πιθανότητες η δημοσκόπηση να πέσει έξω. Αφήνω εδώ ασχολίαστο το πρώτο δεδομένο.

Σημειώνω μόνο ότι με τον τρόπο αυτό κατασκευάζεται μια εικόνα που δεν «φωτογραφίζει» την πραγματικότητα, μπορεί όμως, υπό προϋποθέσεις, να τη διαμορφώσει, να την αντικειμενοποιήσει και να δημιουργήσει δυνητικά ρεύμα υπέρ του εμφανιζόμενου ως επικρατέστερου.

Εστιάζω εδώ στο δεύτερο αποτέλεσμα. Παραβλέποντας τις μη προτιμήσεις κάποιου κόμματος, που είναι βέβαια κι αυτό μια προτίμηση, αφήνουμε στην άκρη ορισμένα κρίσιμα δεδομένα για την πολιτική σκηνή. Κατ' αρχήν την εικόνα των κομμάτων και του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του, τον βαθμό αποδοχής του, εν τέλει τη νομιμοποίησή του.

Η μη προτίμηση, επί το θετικότερο η αποστασιοποίηση από τα κόμματα, υποδηλοί μια στάση η οποία ποικίλλει από την άρνηση ώς την κριτική απόρριψη και η οποία έχει σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία του πολιτικού πεδίου, τη λήψη των αποφάσεων και την υλοποίησή τους. Αν καταλήξει τελικά σε αποχή από τις εκλογές, τότε τα εκλογικά αποτελέσματα είναι σχετικά κοντά με αυτά της αναγωγής.

Η διαπίστωση ωστόσο δεν είναι απόλυτα ακριβής. Στην προαναφερθείσα περίπτωση το κέρδος δεν είναι για όλους το ίδιο. Ωφελούνται κυρίως τα καλύτερα οργανωμένα κόμματα που διαθέτουν συμπαγέστερη εκλογική βάση. Ωφελούνται περισσότερο γιατί ο αριθμός των ψήφων τους είναι σχετικά σταθερός ανεξάρτητα από τη συμμετοχή. Για διαφορετικούς λόγους ωφελημένα βγαίνουν ακόμη και κόμματα των οποίων, για λόγους ιδεολογικούς ή κοινωνικούς, οι υποστηρικτές δεν εκφράζονται εύκολα στον δημόσιο χώρο, με αποτέλεσμα τα ποσοστά τους να εμφανίζονται δημοσκοπικά χαμηλότερα.

Τα πράγματα αλλάζουν αν οι ερωτώμενοι που δεν εκφράζουν προτίμηση τελικά υποστηρίξουν κάποιο κόμμα. Σε συνθήκες ρουτίνας, πολλοί από την ομάδα των «αναποφάσιστων» στρέφονται στον εκτιμώμενο νικητή. Αυτό συνέβαινε και σε μας ώς τις εκλογές του 2012. Στην περίπτωση αυτή -θα έλεγα ουσιαστικά μόνο σ' αυτήν- η αναγωγή έχει νόημα. Γιατί πολλοί συντάσσονται με τον νικητή;

Οι λόγοι ποικίλλουν: από τον κομφορμισμό και την προσδοκία οφέλους ώς την ελπίδα για κάτι καλύτερο. Η συγκεκριμένη στάση εξηγεί μερικώς και την κυβερνητική εναλλαγή των κομμάτων στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα.

Η υποστήριξη στο επικρατέστερο κόμμα δεν συνιστά σιδερένιο νόμο. Σε περιόδους κρίσης, έντονης αντιπαράθεσης ή ανατροπών, όπως συμβαίνει σήμερα και σε μας, τα πράγματα περιπλέκονται. Η αποστασιοποίηση από τα κόμματα προτίμησης είναι ευχερέστερη, καθώς η πυκνότητα και η ένταση των συμβάντων οδηγούν στην επαναθεώρηση στάσεων και πρακτικών.

Γι' αυτό η επιστροφή σε προηγούμενες επιλογές είναι δυσκολότερη. Αντίθετα με τη ρητορική των κομμάτων που αποδυναμώθηκαν εκλογικά από την κρίση, οι ψηφοφόροι δεν πιστεύουν εύκολα ότι «εξαπατήθηκαν». Ερευνες δείχνουν ότι ως έλλογα όντα θεωρούν πως έπραξαν ορθά. Δεν βιάζονται να πάρουν αποφάσεις, περιμένουν να δουν τι θα γίνει.

Για τον λόγο αυτό η αναγωγή σε τέτοιες περιπτώσεις οδηγεί σε τελείως σφαλερές εκτιμήσεις. Αυτό ισχύει και για την πολιτική κατάσταση στα καθ' ημάς. Οποιαδήποτε αναγωγή στην παρούσα συνθήκη της προτίμησης των «αναποφάσιστων» είναι λανθασμένη, πόσο μάλλον που αυτοί προσεγγίζουν το 1/3 των ερωτωμένων.

Θα μπορούσαμε ασφαλώς να προχωρήσουμε σε κάποιες εκτιμήσεις της δυνητικής εκλογικής επιλογής τους με βάση την κοινωνική τους σύνθεση και την προηγούμενη κομματική επιλογή τους.

Και αυτό όμως δεν είναι απόλυτα ασφαλές. Ασφαλέστερο είναι να λεχθεί ότι η στάση τους θα εξαρτηθεί από τις εν γένει εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο και τους συσχετισμούς στο εσωτερικό του. Μέχρι τότε όλα παραμένουν ανοιχτά, όπως απολύτως ανοικτό παραμένει και το αποτέλεσμα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 20/4/2018. 

«Μια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ - Κινήματος Αλλαγής θα ωφελήσει και τα δύο κόμματα»

• Η Κεντροαριστερά, όπως εκφράζεται από το Κίνημα Αλλαγής, υποστηρίζει τη στρατηγική της αυτόνομης πορείας και των ίσων αποστάσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. Βλέπετε εφικτό τον στόχο της ανατροπής των πολιτικών συσχετισμών, σύμφωνα με τις διακηρύξεις της ηγεσίας του, μέσω αυτής της οδού; Κι αν όχι, πώς θα γίνει αν δεν «ταπεινωθεί» ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως υποστηρίζουν ορισμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ;

Νομίζω πως η στρατηγική του Κινήματος Αλλαγής για αυτόνομη πορεία μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δυνατή. Αργά ή γρήγορα, η Κεντροαριστερά θα αναγκαστεί να στραφεί προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Και αυτό, γιατί στις επόμενες εκλογές οι πολίτες θα θέλουν μια σταθερή κυβέρνηση ικανή να διαχειριστεί τα εντεινόμενα προβλήματα της χώρας. Αυτό θα απαιτήσει συνεργασίες. Αν το Κίνημα Αλλαγής στραφεί προς τη Ν.Δ. θα χάσει την αριστερή ταυτότητά του. Επιπλέον, όπως τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, θα οδηγηθεί σε καθοδική πορεία.

• Εχετε ταχθεί δημοσίως υπέρ μιας πορείας σύμπλευσης της Κεντροαριστεράς με την Αριστερά. Σε ποια βάση; Με ποιο διακύβευμα; Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ εξαπέλυε μύδρους εναντίον του ΠΑΣΟΚ και των στελεχών του, ενώ σήμερα συγκυβερνά με τους ΑΝ.ΕΛΛ. και τον Πάνο Καμμένο.

Οντως, εδώ και πολύ καιρό έχω υποστηρίξει μια πορεία σύμπλευσης της Κεντροαριστεράς με τη Ριζοσπαστική Αριστερά. Πιστεύω πως μετά την έξοδο της Αριστερής Πλατφόρμας και την απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει περισσότερα κοινά σημεία με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παρ' όλο που φυσικά διαφορές υπάρχουν, και τα δύο κόμματα στοχεύουν σε μια ταχεία ευρωπαϊκή ενοποίηση που θα βασίζεται λιγότερο στη γερμανοκρατία και τη λιτότητα και περισσότερο στο όραμα μιας ομοσπονδιακής κοινότητας βασισμένης όχι μόνο στον ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.

• Άρα, εντοπίζετε κοινά προγραμματικά στοιχεία...

Με άλλα λόγια, και η Κεντροαριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ της μείωσης των τεράστιων ανισοτήτων, της παραπέρα ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους και του πολιτικού ελέγχου των άναρχων χρηματιστηριακών αγορών. Αυτοί οι στόχοι δεν μπορούν πια να υλοποιηθούν στο επίπεδο του κράτους έθνους. Μόνο σε μια πιο πολιτικά και κοινωνικά Ενωμένη Ευρώπη θα μπορούσαν, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, να επιτευχθούν. Οσο για τους ΑΝ.ΕΛΛ., νομίζω πως οι διαφορές με τον ΣΥΡΙΖΑ στο θέμα της ονομασίας, αλλά και πιο γενικά, είναι τέτοιες που αυτή η ανίερη συμμαχία μπορεί να διαλυθεί. Τέλος, νομίζω πως μια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ - Κινήματος Αλλαγής θα ωφελήσει και τα δύο κόμματα. Θα εμπλουτίσει το προσωπικό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ και θα το οδηγήσει προς μια πιο ρεαλιστική και δημοκρατική κατεύθυνση. Οσο για το Κίνημα Αλλαγής, αντί για την εκλογική κατολίσθηση, μπορεί να καταστεί ο τρίτος σημαντικός πόλος του κομματικού συστήματος.

• Ωστόσο, η φαινομενικά πλειοψηφούσα τάση στην επίσημη εκδοχή της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας δεν συμφωνεί με την άποψη να πέσουν τα τείχη της διχόνοιας ανάμεσα στη νυν κυβέρνηση και το Κίνημα Αλλαγής. Κάποιοι κάνουν λόγο για Κεντρο-αντιαριστερά. Πώς το εξηγείτε;

Οντως η πλειοψηφούσα τάση, και κυρίως η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής, εξακολουθεί να βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ σαν ένα κρυπτο-αντισυστημικό κόμμα εκτός του δημοκρατικού τόξου. Αυτού του είδους η δαιμονοποίηση είναι παράλογη. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως πολλά μέλη δεν συμφωνούν με τη στάση της Φώφης Γεννηματά. Ηδη στο τοπικό, αυτοδιοικητικό επίπεδο έχουν ξεκινήσει συνεργασίες μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κεντροαριστεράς.

• Την ίδια ώρα, υπάρχουν και εκείνοι που νοσταλγούν το μοντέλο συγκυβέρνησης Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ. Θεωρείτε ότι θα επαναληφθεί στις προσεχείς εκλογές; Με πρώτη τη Ν.Δ. χωρίς αυτοδυναμία, τι περιθώρια άρνησης έχει το Κίνημα Αλλαγής για να μην ξαναστηθούν κάλπες με απλή αναλογική;

Νομίζω πως το μοντέλο Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ δεν είναι δυνατόν να επαναληφθεί μετά το φιάσκο της προηγούμενης συνεργασίας. Αν τελικά η Ν.Δ. κερδίσει τις επόμενες εκλογές, πράγμα που δεν είναι σίγουρο, δεν πρόκειται να έχει αυτοδυναμία. Σ' αυτήν την περίπτωση, όπως ήδη ανέφερα, τα περιθώρια άρνησης του Κινήματος Αλλαγής για να μην ξαναστηθούν κάλπες με απλή αναλογική είναι ελάχιστα.

• Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια μελλοντική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-Κεντροαριστεράς;

Είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς. Εξαρτάται από το τι είδους αναθεώρηση θα έχουμε. Πάντως σίγουρα η αλλαγή του άρθρου περί ευθύνης υπουργών μπορεί να φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής πιο κοντά.

• Ενα παράδειγμα συμμαχικού σχήματος προοδευτικού προσανατολισμού αποτελεί η Πορτογαλία. Εχει ελπίδες στην Ελλάδα;

Αυτό το είδος του συμμαχικού σχήματος δεν είναι απίθανο, αλλά πιο δύσκολο. Για δύο λόγους: Πρώτον, λόγω της συγκρουσιακής κουλτούρας του ελληνικού κομματικού συστήματος. Και δεύτερον, λόγω της εξακολουθούμενης δαιμονοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ από μια μερίδα της Κεντροαριστεράς.

• Στην Ευρώπη έχει ξεκινήσει ένας διάλογος περί συμμαχιών της Σοσιαλδημοκρατίας με δυνάμεις της Αριστεράς και της Οικολογίας. Βέβαια, τα αποτελέσματα ώς τώρα σε εκλογικές αναμετρήσεις είναι απογοητευτικά. Στις ευρωεκλογές του 2019 ποια προβλέπετε να είναι η τύχη των Σοσιαλδημοκρατών;

Αυτός ο διάλογος είναι απαραίτητος. Είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο ανερχόμενος εθνολαϊκισμός, από τη μια μεριά, και ο νεοφιλελευθερισμός από την άλλη. Μια συμμαχία Σοσιαλδημοκρατίας, Αριστεράς και Οικολογίας είναι η μόνη ελπίδα για μια πιο ανθρώπινη Ευρώπη.

• Η χώρα θα ορθοποδήσει μετά τον Αύγουστο; Ακούγεται πολύ καλό για να γίνει πιστευτό...

Είναι δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. Πάντως δεν πιστεύω στις καταστροφολογικές προβλέψεις της αντιπολίτευσης. Αυτές δημιουργούν μια κατάσταση απόλυτης απαισιοδοξίας που δεν κάνει καλό σε κανέναν. Σίγουρα δεν κάνει καλό σε μια χώρα που έχει ανάγκη επενδύσεις, όχι όταν έρθει η επόμενη κυβέρνηση, αλλά εδώ και τώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 10/4/2018. 

Το ιστορικό βάθος του Αιγαίου

Υπάρχει ένα παλιό κινεζικό χαϊκού που ρωτάει πώς είναι το βουνό, και απαντάει πως εξαρτάται από πού το βλέπεις. Αποκτά διαφορετικές όψεις όταν σκαρφαλώνεις, όταν το βλέπεις από την κορυφή ή από το απέναντι βουνό. Ετσι είναι και η σημερινή κατάσταση στην περιοχή που ανοίγεται ανατολικά μας. Εμείς τείνουμε να βλέπουμε μόνο την ελληνοτουρκική ένταση, αποδίδοντάς την στη συσσώρευση των άλυτων ελληνοτουρκικών διαφορών και στην επιθετικότητα του Ερντογάν.

Δεν βλέπουμε τις αναταραχές στο ευρύτερο μαγνητικό πεδίο που τις προκαλεί. Γιατί το σύνορο που περνά στη στενή θαλάσσια ζώνη ανάμεσα στις μικρασιατικές ακτές, και σ' αυτό που στον χάρτη φαίνεται σαν η γεωγραφική τους συνέχεια, δηλαδή τα ελληνικά νησιά, από τον Ελλήσποντο έως τα Δωδεκάνησα, αποτελεί μια καυτή γραμμή. Εχει ιστορικό βάθος και δυναμική που υπερβαίνει τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες.

Αν το καλοκαίρι του 1914 ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος δεν ξεσπούσε στο Σαράγεβο, θα μπορούσε να έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε Οθωμανική Τουρκία και Ελλάδα για την τύχη των νησιών που περιήλθαν στην ελληνική επικράτεια με τους Βαλκανικούς πολέμους. Και όταν άρχισε ο πόλεμος, η Τουρκία οχύρωσε τις μικρασιατικές της ακτές και εκδίωξε εκατοντάδες χιλιάδες ελληνορθόδοξους των παραλίων, γιατί εκεί φοβόταν επίθεση.

Αλλωστε και οι πόλεμοι του 1912-13 και του 1919-22 δεν μπορούν να νοηθούν σαν ξεχωριστά γεγονότα από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηταν πόλεμοι που αφορούσαν την αναδιοργάνωση μιας πολύ ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής.

Ας πάμε τώρα στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Γιατί παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, που τα είχε καταλάβει η Ιταλία το 1911, χωρίς η Τουρκία να προβάλει αξιώσεις, veto, αλλά και χωρίς να διαπραγματευτεί να πάρει τα μισά από αυτά; Γιατί ο Ισμέτ Ινονού συναίνεσε διά της σιωπής του, πράγμα που θα του το χρέωναν διά βίου, ως στίγμα, οι αντίπαλοί του;

Όχι μόνο λόγω της στάσης ουδετερότητας της Τουρκίας στον πόλεμο, ούτε επειδή οι Βρετανοί επεδίωκαν να ικανοποιήσουν την Ελλάδα με τα Δωδεκάνησα αντί της Κύπρου. Αλλωστε, η σπαρασσόμενη Ελλάδα δεν είχε καμιά διαπραγματευτική δύναμη. Η αιτία βρίσκεται στη σοβιετική πίεση στην Τουρκία για την αναθεώρηση της Συνθήκης του Μοντρέ για τα Στενά (1936), και στην αξίωσή τους να αποσπάσουν από την Τουρκία περιοχές στη χερσόνησο του Καυκάσου, όμορες των σοβιετικών δημοκρατιών Γεωργίας και Αρμενίας. Ούτε τη δύναμη ούτε το κύρος είχε η Τουρκία να κάνει παζάρι υπό τη σοβιετική πίεση και με το ενδεχόμενο να ζητήσει η ΕΣΣΔ ως ναυτική βάση ένα από τα νησιά.

Ελλάδα και Τουρκία μπήκαν αναγκαστικά και βεβιασμένα στην ίδια μεριά του οδοφράγματος. Μπήκαν όμως μαζί με έναν άλλο εταίρο: το Ιράν. Και στο Ιράν, οι Σοβιετικοί υποχωρώντας είχαν δημιουργήσει δύο κρατίδια στα βορειοδυτικά σύνορά του, των Κούρδων και των Αζέρων, αποσπώντας εδάφη του.

Στα μάτια των Αμερικανών, η κατάσταση στις δύο περιοχές, τη Βαλκανική και εκείνην του Καυκάσου, ήταν μια γεωπολιτική πραγματικότητα στην οποία οι Σοβιετικοί πίεζαν τρεις χώρες: την Ελλάδα (διά του εμφυλίου), την Τουρκία και το Ιράν. Επομένως, το 1947, μετά την υποχώρηση των Βρετανών, που τότε είχαν άλλα προβλήματα στην Παλαιστίνη και στην Ινδία, τις τρεις αυτές χώρες οι Αμερικανοί τις χειρίστηκαν από κοινού, τις ονόμασαν «βόρειο ζεύγμα» (Τhe NorthernTier) και τις έθεσαν στην αρμοδιότητα ειδικού τμήματος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με αρχικά GTI, δηλ. Division of Greek, Turkish and Iranian Affairs.

Ας έλθουμε στο τώρα. Δεν υπάρχει πια αυτό το γεωπολιτικό μαγνητικό πεδίο, όπου από τη μια βρίσκονταν η ΕΣΣΔ και οι δορυφόροι της, και από την άλλη μια συμμαχία που περιελάμβανε τις ΗΠΑ, επικεφαλής του δυτικού κόσμου, μαζί με Ελλάδα, Τουρκία και Ιράν. Ανατράπηκε. Στη θέση του έχει δημιουργηθεί ένα καινούργιο που ανατρέπει πλήρως την προηγούμενη κατάσταση συνασπίζοντας πρώην εχθρούς.

Ο νέος πόλος αποτελείται από τη Ρωσία, το Ιράν και την Τουρκία. Ο αντίπαλος πόλος είναι οι ΗΠΑ και η Ε.Ε., μαζί με το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, κύριους εχθρούς του Ιράν. Ελλάδα και Κύπρος περιδινίζονται αναγκαστικά σ' αυτόν τον δεύτερο πόλο. Η γραμμή ανάμεσα στα δυο μαγνητικά πεδία περνά μέσα από τη Συρία και το Βόρειο Ιράκ, αλλά και το Αιγαίο ανάμεσα στα δυο μαγνητικά πεδία βρίσκεται. Δεν είναι πλέον ενδοσυμμαχική διαμάχη.

Έχει συσσωρευτεί πολλή ενέργεια στην ευρύτερη περιοχή που γυρεύει να εκτονωθεί. Αν και δεν έχουν όλοι τα ίδια συμφέροντα και αντιπαλότητες, ο πόλεμος έχει μια εσωτερική δυναμική. Αλλιώς μπαίνεις, διαφορετικός βγαίνεις. Μπορεί η Ελλάδα να μη σχετίζεται με τα μείζονα διακυβεύματα της διαμάχης, όπως αντίστοιχα συνέβη και στους προηγούμενους δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά η περιδίνηση που δημιουργεί ένας πόλεμος τραβά στην άβυσσο. Και πόλεμος δεν σημαίνει μόνο μάχες, βομβαρδισμοί, καταστροφές, αλλά και μεγάλες μετατοπίσεις πληθυσμών, και ευρείες πολιτικές ανακατατάξεις.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 12/4/2018. 

Τι θα πει «τράπεζα»

Όταν, λοιπόν, θα έχει ολοκληρωθεί με το καλό κι αυτό το γύμνασμα των stress tests επί των Ελληνικών συστημικών τραπεζών – για τις οποίες όλο και πιο φορτικά διακινείται η πληροφορία/εκτίμηση/διαρροή ότι «θα περάσουν χωρίς να βραχούν» (από ανάγκες κεφαλαιακής ενίσχυσης, εννοείται) – και όταν πλέον το σύστημα εποπτείας ΕΚΤ/SSM/ΤτΕ θα έχει καταδείξει την ανεξαρτησία του στην πράξη από τις αμφιβολίες ΔΝΤ, τότε θα αρχίσει στα σοβαρά η προσέγγιση του εναπομένοντος βουνού των «κόκκινων δανείων».
Τα οποία έχουν όντως υποχωρήσει τελευταίως, με την διακριτική βοήθεια και των δειγμάτων πλειστηριασμών που έφεραν δυο κύματα στρατηγικών κακοπληρωτών (θα επανέλθουμε) στις φιλικές τράπεζες, να κάνουν ρυθμίσεις, να μάθουν τα balloon κοκ. Όμως και πάλι παραμένουν, σε ύψος μόλις κάτω των 100 δις, σε ύψος κάτι σαν 84% των εναπομενουσών καταθέσεων στις Ελληνικές τράπεζες, ή, άμα κανείς δεχθεί το μέτρημα Στουρνάρα/ΤτΕ για τα «ρευστά κάτω από το στρώμα» για κάτι σαν 3.000 ευρώ ανά Έλληνα: ενδιαφέρον!, σε ένα 64% των συνολικών διαθεσίμων.
Πάντως, τα εν λόγω «κόκκινα δάνεια» θα έχει αποδειχθεί, με ευρωπαϊκή σφραγίδα, ότι δεν κλονίζουν την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό μας σύστημα. (Άλλωστε, οι πάντα σεβαστοί οίκοι αξιολόγησης φιλοδώρησαν επ' εσχάτων το γενικό αξιόχρεο/το baseline credit assessment με Caa 2 κατά Moody's – με των εγγυημένων ομολόγων τους σ' ένα ΒΒ – ενώ σε CCC+ η S&P,με κάτι καλύτερο στην βραχυπρόθεσμη προοπτική, δε).
Τούτων δοθέντων, γιατί να ξαναξεκινάει η συζήτηση για νέα προσέγγιση στο άγος των NPLs/NPEs; Μια πρώτη , σχετικά ειλικρινής απάντηση, θα ήταν επειδή μετά το αξιοπρόσεκτο ξεκίνημα της πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού («του Κουρμούση», από το όνομα του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Φώτη Κουρμούση ο οποίος όντως έκανε Ηράκλειο άθλο προκειμένου να στηθεί όρθιος ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων, να πούμε όλη την ονομασία. να γίνει γνωστός και οικείος στους ενδιαφερομένους. να «τραβήξει» ήδη το ενδιαφέρον 110.000 επιχειρήσεων, με επιδίωξη ένταξης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα στις 17.000), αυτή λοιπόν η διαδικασία δείχνει να κόλλησε. Υπό την έννοια ότι μέχρι Μάρτιο η πλήρης υποβολή προχώρησε για κάπου 700 περιπτώσεις, λόγω των αυστηρών κριτηρίων επιλεξιμότητας. Κυρίως όμως... οι επιτευχθείσες συμφωνίες ρύθμισης βρίσκονται στις δυο ντουζίνες.
Μια πιο ουσιαστική απάντηση έχει ευθεία αναφορά στις ίδιες τις τράπεζες. Στο πώς δηλαδή λειτουργούν. Έτσι, στο ίδιο τον εξωδικαστικό μηχανισμό, οσάκις προσέρχονται τράπεζες και μάλιστα περισσότερες – θυμίζουμε ότι «μπαίνει» και Δημόσιο, Ασφαλιστικά Ταμεία και λοιποί πιστωτές – οι προτάσεις/αντιπροτάσεις είναι τόσο σφιχτές, ώστε να οδηγούν σε αδιέξοδο. Αντανάκλαση, αυτή, της πρακτικής των – πολλών – τελευταίων χρόνων όπου (με το ανθρώπινο, κατανοητό αλλά πολλές φορές και προσχηματικό επιχείρημα «δεν θα πάρω εγώ την ευθύνη») η τραπεζική διαχείριση των κόκκινων δανείων έγκειται στην χρονοτριβή. στην αναπάντητη πρόταση ή προτάσεις των επιχειρήσεων. Και στην πορεία προς συμβιβασμό μόνο μετά την επίσπευση πλειστηριασμών. Γι αυτό στο σημείωμα της Πέμπτης 5/4 επισημαίναμε ιδιαίτερα την προσέγγιση του υποδιοικητή της ΤτΕ Θόδωρου Μητράκου για πρόσθετα κριτήρια στην αξιολόγηση συμβιβαστικών ρυθμίσεων, όπως η διατήρηση της λειτουργίας/βιωσιμότητα με επιχειρηματική ματιά, αλλά και η διάσωση θέσεων εργασίας.
Εδώ ίσως χρειάζεται και μια ειλικρινέστερη, ματιά στο φαινόμενο των «στρατηγικών κακοπληρωτών». Υπάρχει μια ολόκληρη στρώση όπου η διάσταση του «στρατηγικού» κινδυνεύει να έχει προκύψει ακριβώς από την στάση των τραπεζών. Όταν ξέρεις ότι θα βρεις τοίχο, όταν βλέπεις τι γίνεται παραπέρα, τότε η απόφαση να επιχειρήσεις να επιζήσεις όσο γίνεται «και βλέπουμε» κινδυνεύει να αποτελεί ορθολογική στάση. Που δεν – ΔΕΝ – λευκαίνει τις όχι λίγες περιπτώσεις κυνικής συμπεριφοράς επιχειρηματιών, αλλά...
Όταν λοιπόν θα αρχίσουμε να ακούμε για πυκνές συσκέψεις Τράπεζας της Ελλάδος και ΤΧΣ (που διέπραξε και σχετική μελέτη) και Ένωσης Τραπεζών και θα μάθουμε ότι η πρακτική της πώλησης δανείων θα δημιουργήσει υπερκέρδη στους αγοραστές/εξειδικευμένα funds, ή πάλιν ότι οι τιτλοποιήσεις πακέτων δανείων δεν βρίσκουν πολλούς πρόθυμους, ενώ η παραμονή των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην διαχείριση των τραπεζών θα ήταν καλύτερη λύση αλλά... χρειάζεται κρατική/μεταΜνημονιακή ενίσχυση, κι εδώ η DGComp θα κλωτσήσει – όταν αυτά θα ακούμε, θα προέχει ένα ερώτημα. Τι είναι «τράπεζα» σήμερα;
Γιατί αν «τράπεζα» είναι πλέον κάτι που μόνον ζητάει χαρτιά και άλλα χαρτιά σαν Εφορία με το πρόσχημα της compliance. αν είναι κάτι που προεχόντως φροντίζει να σπρώχνει μακριά την ευθύνη. αν με άλλα λόγια ζει με λογική προ του 1990, έ τότε όλη αυτή η συζήτηση θα είναι προσχηματική.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/4/2018. 

Ν. Μουζέλης: Το Κίνημα Αλλαγής πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ

Υπέρ της άποψης ότι το Κίνημα Αλλαγής θα πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ τάσσεται ο Καθηγητής κοινωνιολογίας στην LSE Νίκος Μουζέλης και υποστηρίζει ότι «μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, η ριζοσπαστική Αριστερά έχει περισσότερα κοινά με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ΝΔ».

Εκτιμά ότι το ενδεχόμενο συνεργασίας του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απίθανο, «αφού υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μελών του Κινήματος που δεν αποκλείει ένα άνοιγμα προς την Αριστερά».

Ο κ. Μουζέλης εύχεται η συνταγματική αναθεώρηση να αποτελέσει το πρώτο βήμα για συνεργασία και εκφράζει τη διαφωνία του με τον Ευάγγελο Βενιζέλο ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι δεν είναι κατάλληλη στιγμή για αναθεώρηση του Συντάγματος, καθώς υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων.

Για το εάν μπορεί να επανακάμψει η Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, σημειώνει στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι είναι δύσκολο αλλά όχι αδύνατο και προσθέτει ότι απαιτείται «μια συμμαχία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων εναντίον του εθνολαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη».

Τέλος σε ερώτηση για το εάν η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών της Γερμανίας από τον σοσιαλδημοκράτη Όλαφ Σολτς βοηθήσει την Ελλάδα, ο κ. Μουζέλης υπογραμμίζει στο Πρακτορείο ότι ο υπουργός θα αναγκαστεί να αλλάξει τη μερκελικού τύπου λιτότητα και εκτιμά ότι «αυτό θα ευνοήσει τη χώρα μας» αλλά και «τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία που στις εκλογές έχασε ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής της βάσης».

(Ακολουθεί η συνέντευξη του Καθηγητή Νίκου Μουζέλη στην Φωτεινή Γιαννούλη για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων).

Στη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου του Κινήματος Αλλαγής ακούστηκαν από τους σύνεδρους διαφορετικές τοποθετήσεις για το εάν θα πρέπει ο νέος φορέας να έχει ίσες αποστάσεις από τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ ή θα πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα σε κάποιον από τους δύο. Ποια είναι η άποψή σας;

Η άποψή μου είναι πως το Κίνημα Αλλαγής πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, η ριζοσπαστική Αριστερά έχει περισσότερα κοινά με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ΝΔ.

Έχετε αρθρογραφήσει υπέρ της συνεργασίας του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ. Πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο στο κλίμα σκανδαλολογίας και έντονων αντιπαραθέσεων που υπάρχει;

Η συνεργασία του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεδομένης της δαιμονοποίησης του δεύτερου από τη Φώφη Γεννηματά, είναι δύσκολη. Δεν είναι όμως απίθανη αφού υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μελών του Κινήματος που δεν αποκλείει ένα άνοιγμα προς την Αριστερά.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας απάντησε θετικά στις προτάσεις της Φώφης Γεννηματά για Συνταγματική Αναθεώρηση. Μπορεί αυτό να είναι ένα πρώτο βήμα για συνεργασία;

Εύχομαι να είναι ένα πρώτο βήμα για συνεργασία.

Πώς σχολιάζετε την άποψη του πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευάγγελου Βενιζέλου που υποστηρίζει ότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για αναθεώρηση του Συντάγματος καθώς υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων;

Δεν συμφωνώ με τον κ. Βενιζέλο. Νομίζω πως πάντα θα υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων.

Πιστεύετε ότι μετά τον Αύγουστο και την έξοδο από την δανειακή σύμβαση θα καταφέρει η χώρα να σταθεί στα πόδια της χωρίς πιστοληπτική γραμμή στήριξης;

Νομίζω πως αυτό είναι πιθανό και ευκταίο.

Πού βλέπετε να πηγαίνει η Ευρώπη; Η εκλογή Μακρόν στη Γαλλία μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την κατεύθυνση της;

Ο Μακρόν θα μπορέσει να επηρεάσει καθοριστικά την κατεύθυνση της Ευρώπης (προς το καλύτερο) αν κατορθώσει να εκσυγχρονίσει γρήγορα τη γαλλική οικονομία.

Με αφορμή και τις πρόσφατες ιταλικές εκλογές, φαίνεται ότι τα κόμματα της Κεντροαριστεράς κατακρημνίζονται σε όλη την Ευρώπη. Μπορεί να αναστηθεί η Σοσιαλδημοκρατία κ. Μουζέλη;

Είναι δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. Απαιτείται ένα νέο πρόγραμμα εστιασμένο όχι πια σε εθνικό αλλά σε μεταεθνικό/ευρωπαϊκό επίπεδο. Απαιτείται επίσης μια συμμαχία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων εναντίον του εθνολαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη.

Το ότι ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση της Γερμανίας δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την Ελλάδα;

Παρόλο που ο Όλαφ Σολτς ανήκει στη συντηρητική πτέρυγα του SPD, νομίζω πως θα αναγκαστεί, λόγω των πιέσεων από τη βάση του κόμματος, να αλλάξει τη μερκελικού τύπου λιτότητα. Αυτό θα ευνοήσει τη χώρα μας. Θα ευνοήσει επίσης τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία που στις εκλογές έχασε ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής της βάσης.

*Δημοσιεύτηκε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ) στις 31/3/2018. 

Η επαναφορά των συναινέσεων

Μιλούσαμε στο σημείωμα της περασμένης Δευτέρας, 2 Απριλίου, για δυο –αναπόδραστες – παράλληλες πορείες που ανοίγονται μπροστά μας.
Η πρώτη είναι το πλαίσιο το οποίο, ενσωματωμένο στο Μεσοπρόθεσμο που θα κληθεί να μας πάει μέχρι και το 2022, θα έρθει να κουμπώσει στους σχεδιασμούς της «μετά τα Μνημόνια» πορείας. Είτε «καθαρή/αυτοδύναμη έξοδος», είτε με κάτι σαν «προληπτικό Πρόγραμμα/προληπτική πιστοληπτική γραμμή» (και στις δυο περιπτώσεις, υπάρχει η δυνατότητα να μπει η θεωρούμενη ως κατάλληλη ταμπελίτσα: σ' αυτά η νομενκλατούρα των Βρυξελλών ιδίως είναι ασυναγώνιστη: ήδη οι αναφορές σε «υβριδικό σχήμα επιτήρησης» θάπρεπε να έχουν προϊδεάσει σχετικώς).
Η δεύτερη είναι η συνεχιζόμενη ανηφόρα αντιμετώπισης των «κόκκινων δανείων» με υπόκρουση τα stress tests των συστημικών τραπεζών, που μάλιστα συνειδητοποιείται ότι εντάσσονται σε κάτι ευρύτερο: την αντιμετώπιση, συνολικά, του ιδιωτικού χρέους.
Και στις δυο αυτές πορείες θα ήταν λογική – ψέματα, ακόμη περισσότερο: θα ήταν πολύτιμη! – η επαναφορά του σπάνιου εκείνου στοιχείου που είναι στην ωραία μας χώρα οι συναινέσεις. Μάλιστα, παρ' ολίγον οι συναινέσεις αυτές να μας είχαν «φορεθεί» από έξω, από τους «εταίρους» της Ελλάδας που λειτούργησαν τα χρόνια αυτά ως Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος νέας εποχής (που όμως σε κάθε στροφή φέρνει μνήμες πρώτου ημίσεος 20ου αιώνα, μετά το 1897 και δια του Μεσοπολέμου και της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών μέχρι την Νομισματική Επιτροπή και τους επιτηρητές του Σχεδίου Μάρσαλ). Ήδη όμως τα πράγματα πάνε αλλιώς.
Όταν, μέχρι το γύρισμα του χρόνου, φαινόταν ότι η «μετά τα Μνημόνια» πορεία της Ελληνικής οικονομίας θα χρειαζόταν πλαισίωση και ότι – ταυτόχρονα – η με κλιμάκωση προαπαιτούμενων/conditionality χορήγηση της ελάφρυνσης χρέους, το ενδεχόμενο να ζητηθεί/υποδειχθεί στην Ελλάδα να συγκεντρώσει ευρύτερη πολιτική στήριξη το εσωτερικό, ώστε να μπορέσει ένα τέτοιο σχήμα να περάσει στα Κοινοβούλια των Κρατών, μελών ήταν ενεργό. Και μάλιστα όταν – όπως τώρα-τώρα – βρισκόμαστε στην τελευταία ευθεία με την πρόταση ESM-Γαλλίας για οροφή αποπληρωμών των δανείων της Ελλάδας στο 1,5% του ΑΕΠ άμα η ανάπτυξη δεν «τραβάει» πάνω από το 3-3,5%, ή για πλαφόν 2% στο ύψος των επιτοκίων που κουβαλάει ο δανεισμός μας.
Όπως όμως ήρθε σταδιακά το πράγμα, μετά π.χ. και την ναφθαλινοποίηση Σόιμπλε, μετά και το ακατεύθυντο των Ιταλικών εκλογών, μετά και τον αποσυντονισμό της συζήτησης για «Το Μέλλον της Ευρώπης», από την τάση εκείνη για πλαισίωση της Ελλάδας περνάμε ταχύτατα σε μια λογική «άντε με το καλό να φύγετε από την Ευρωπαϊκή στήριξη, να πορευθείτε τα επόμενα χρόνια [με το cash buffer να πηγαίνει μέχρι το 2020] και βλέπετε/και βλέπουμε την συνέχεια!». Καθώς, λοιπόν, το κλίμα στην ωραία μας χώρα μόνον προς συναίνεση δεν πήγε – το αντίθετο: ακόμη και σε σημεία όπου υπήρχε σύγκλιση όπως το Μακεδονικό ή η συνταγματική αναθεώρηση άνοιξε νέο χάσμα – βολεύτηκαν και οι «εταίροι». Κατευθυνόμαστε συναινετικά στην ανάληψη του μέγιστου ρίσκου (πώς θα πάνε οι αγορές – πώς θα αποτιμηθεί η πορεία διακυβέρνησης μέσα σε διαδοχή εκλογικών αναμετρήσεων – πώς θα διαμορφωθεί τελικά ο αριθμός ανάπτυξης της οικονομίας) με την ελάχιστη δυνατή κάλυψη /προληπτική στήριξη... Με κάποια conditionality, βέβαια, συν κάποια ενδεχόμενη ρήτρα μη-αναστρεψιμότητας των μεταρρυθμίσεων των έως τώρα Μνημονίων. Που θα σημάνουν «υποχρεωτική συναίνεση» από μέρους όποιας Κυβέρνησης κρατήσει τα αναμμένα κάρβουνα της Ελληνικής οικονομίας τα επόμενα 4-5 χρόνια. Βέβαια, αν ήταν να προχωρήσει η συζήτηση για προσγείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2022 σε κάτι λογικότερο από το συμφωνημένο αλλά και τραυματιστικό 3,5%, κάποια εσωτερική συναίνεση θα χρειαζόταν για να στηθεί μέτωπο προς τους έξω: άλλωστε ήδη Μητσοτάκης και Στουρνάρας και π.χ. Χριστοδουλάκης έχουν βρεθεί σ' αυτήν την γραμμή...
Αν όμως πάμε για μια στιγμή και στην άλλη πλευρά του Ελληνικού προβλήματος, εκείνη των «κόκκινων δανείων»/του ιδιωτικού χρέους, αν εξασφαλιζόταν μια ευρύτερη συναίνεση θα ήταν λυσιτελέστερη η διεκδίκηση καλύτερης πορείας. Πριν λίγες μόνο ημέρες (στις «Ν» της 28 Μαρτίου) ο υποδιοικητής της ΤτΕ Θόδωρος Μητράκος επεσήμαινε στους Πλ. Τσούλο/Π. Κακούρη την σημασία του να κοιταχτεί «αλλιώς» το θέμα της αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων από τις τράπεζες – με τα μάτια στραμμένα στην διατήρηση της οικονομικής λειτουργίας και της απασχόλησης, δηλαδή με την ενσωμάτωση αντίστοιχων κριτηρίων στις αποφάσεις χειρισμού των δανείων που έχουν κοκκινίσει – παράλληλα με την αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών.
Και μια τέτοια προσέγγιση, κι ακόμη περισσότερο με επαναφορά της ιδέας bad bank για τα «κόκκινα δάνεια», θα είχε περισσότερες προοπτικές αν υπήρχε κάποια συναίνεση. τόσο προς τα έξω, όσο και κοινωνική άλλωστε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 5/4/2018. 

Κανονικότητα ή ανθεκτικότητα;

Καταλαβαίνει κανείς ότι η κρίση, το να μην ξέρεις τι θα ξημερώσει αύριο, πώς θα είναι η ζωή σου τα επόμενα χρόνια, το άγχος για υπαρκτές και ενδεχόμενες αναστατώσεις, όλα αυτά δημιουργούν τη λαχτάρα της κανονικότητας. Κανονικότητα στην οικονομία, στην πολιτική, στην καθημερινή ζωή. Αλλά όσο την προσεγγίζει κανείς την έννοια της κανονικότητας τόσο φευγαλέα αποδεικνύεται.

Η έννοια της κανονικότητας βέβαια ιδεολογικοποιήθηκε και πολιτικοποιήθηκε, μέσα από την εσωτερίκευση της ενοχής. Δεν είμαστε «κανονικό» έθνος, ούτε «κανονική» κοινωνία, δεν έχουμε «κανονική» ιστορία – και βεβαίως δεν έχουμε «κανονική» δημοκρατία.

Είναι «κανονικό» να κυβερνά η Αριστερά; Αυτή η έννοια της κανονικότητας τείνει να αντικαταστήσει άλλες, προηγούμενες νομιμοποιητικές έννοιες, όπως πρόοδος και συντήρηση, εκσυγχρονισμός και αναχρονισμός. Οχι ότι σ' εκείνες έλειπε το στοιχείο της συμμόρφωσης σ' έναν ιδεατό κανόνα, αλλά στην έννοια της κανονικότητας λείπει η δυναμική διάσταση της προσδοκίας, η προσομοίωση της πορείας στον χρόνο, η σύνδεση του μελλοντικού και επικείμενου με κάτι καλύτερο από το παρελθοντικό.

Ας συμφωνήσουμε, λοιπόν, ότι η Ελλάδα δεν είναι μια «κανονική» χώρα. Τότε ποια είναι; Μήπως η Βρετανία του Brexit; Μήπως η Αμερική του Τραμπ και των σκοτωμών σε σχολεία και πανεπιστήμια; Μήπως η Γαλλία με δεύτερο κόμμα τη Λεπέν; Μήπως η Ισπανία με την Καταλονία; Μήπως η κομμένη στη μέση Ιταλία, ανάμεσα Πέντε Αστέρες και Λέγκα του Βορρά;

Μήπως η Αυστρία με συγκυβέρνηση ακροδεξιών; Μήπως η Γερμανία με τρίτο κόμμα τους νοσταλγούς του ναζισμού; Μας φαίνεται βασίλειο της κανονικότητας η Ευρώπη, με Ουκρανία και Συρία στα σύνορά της, με καραβάνια προσφύγων να συνωστίζονται στις πύλες της, με τον ρατσισμό να ανεβαίνει στο εσωτερικό της, με τον διαρκή φόβο της τρομοκρατίας στις μεγάλες πόλεις της; Δεν χρειάζεται ενδεχομένως να ψάξουμε για κανονικότητα αλλού, γιατί ο κανόνας συλλαμβάνεται πάντα ως ευρωπαϊκός. Ισως σε νησίδες, πράγματι να υπάρχει κανονικότητα. Αλλά θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τούτη την εποχή, εποχή κανονικότητας;

Αν κάτι χαρακτήριζε τη μεταπολεμική κανονικότητα, τα χρόνια της ανάπτυξης, ήταν η πρόοδος. Κάθε δεκαετία ζούσαμε ανετότερα και πλουσιότερα από την προηγούμενη, κάθε γενιά βελτίωνε της ζωή της σε σχέση με την προηγούμενη, υπήρχε μια γενικευμένη άνοδος της κατώτερης προς τη μεσαία τάξη.

Αυτό έχει πάψει να συμβαίνει ακόμη και πριν από την κρίση του 2008. Τουλάχιστον στις δυτικές χώρες, τον αναπτυγμένο κόσμο. Ανοδος σημειώθηκε, βέβαια, αλλά ως προς την Κίνα και την Ινδία, όπου πράγματι σχηματίστηκε μια κατώτερη μεσαία τάξη που ενδεχομένως υπερβαίνει αριθμητικά Ευρώπη και Αμερική.

Αλλά και σε ένα ευρύτερο χρονικό πλαίσιο, η ίδια η νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από τη φράση «κάθε τι σταθερό, εκρήγνυται στον αέρα», εμβληματική φράση με την οποία ο Μαρξ περιέγραφε την καινούργια εποχή, μετά τις δυνάμεις που εξαπέλυσε ο βιομηχανικός καπιταλισμός στον κόσμο και οι οποίες υπονομεύουν κάθε σταθερότητα, κάθε κανονικότητα.

Πόσο μάλλον στον εικοστό αιώνα, όταν εκατομμύρια άνθρωποι, στις πιο απόμακρες γωνιές της Ευρώπης, που πίστευαν πως είναι ασφαλείς, είδαν αναπάντεχα, πολέμους και καταστροφές να αναστατώνουν τη ζωή τους, τα σπίτια και το βιος τους να χάνεται, τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους να αχρηστεύονται. Οτιδήποτε σταθερό είχαν στη ζωή τους τινάχτηκε στον αέρα!

Αυτή τη δυσάρεστη διαπίστωση πρέπει να την έχουμε συνεχώς στον νου μας στην Ελλάδα, καθώς βγαίνουμε από τη φάση της μνημονικής επιτήρησης. Μια ξαφνική άνοδος της τιμής των καυσίμων, μια κρίση σε οποιοσδήποτε σημείο του εύθραυστου οικονομικού οικοδομήματος, μπορεί να εξαντλήσει τα αποθέματα, να σβήσει τις μικρές αναζωπυρώσεις της οικονομίας και να βυθίσει τη χώρα ξανά σε μια κρίση, πριν προλάβει να ανασυνταχθεί από την προηγούμενη. Και αυτά δεν είναι υποθετικά σενάρια.

Παρά τη σταθεροποίηση πολλών χωρών σε σχέση με την κρίση του 2008, οι ρυθμοί ανάπτυξης καρκινοβατούν, το ιδιωτικό χρέος διογκώνεται υπέρμετρα και η οικονομία όσο στενεύει η παραγωγική της βάση σε σχέση με τα χρηματο-οικονομικά παράγωγα, τόσο πιο ασταθής γίνεται. Πάρα πολλοί αναλυτές και έγκυρα οικονομικά έντυπα προβλέπουν νέα οικονομική κρίση, χειρότερη του 2008, τα επόμενα δυο χρόνια. Αν προσθέσουμε τη σταθερά αυξητική τάση των προσφυγικών ροών και τις αυξανόμενες κλιματικές αναστατώσεις, η συζήτηση για την κανονικότητα πρέπει να αντικατασταθεί από τη συζήτηση για την ανθεκτικότητα.

Η ανθεκτικότητα, ανεξαρτήτως ιδεολογικού πλαισίου καταγωγής, πρέπει να ανασημασιοδοτηθεί και να αποτελέσει την κατευθυντήριο γραμμή της πολιτικής, και εδώ να επιτευχθούν ευρύτερες συγκλίσεις. Γιατί ανθεκτικότητα σημαίνει πως η χώρα, το πολίτευμα, ο πιο ευάλωτος πληθυσμός, πρέπει κατά το δυνατόν να θωρακιστεί με θεσμούς, δίκτυα ασφαλείας και εξόδους κινδύνου, απέναντι στις επόμενες, ξαφνικές ή αναμενόμενες, γνωστές ή αναπάντεχες αναταράξεις.

Η ανθεκτικότητα δεν είναι αμυντική πολιτική, αλλά πολιτική στρατηγική πρόβλεψης και πρόληψης σε μια εξ ορισμού θυελλώδη εποχή. Δεν είναι δημοφιλής ιδέα, ούτε επιδεικνύει αισιοδοξία. Είναι όμως ένας αναγκαίος, ρεαλιστικός και ριζικός προσανατολισμός, αν σκέφτεται κανείς μακροπρόθεσμα και σε βάθος.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/4/2018. 

Ποια συνταγματική αναθεώρηση;

Τελικά, τι γίνεται με τη συνταγματική αναθεώρηση; Γιατί τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ - δηλαδή τα μόνα κόμματα που διαθέτουν τον απαιτούμενο αριθμό (50) βουλευτών για να ξεκινήσει η σχετική διαδικασία - έχουν μείνει τόσα χρόνια στα λόγια παρά τις επανειλημμένες και συχνά λαϊκιστικές διακηρύξεις τους;
Απάντηση στα εύλογα αυτά ερωτήματα των πολιτών δεν έχει ακόμη δοθεί. Υποτίθεται ότι αρχικά το εμπόδιο ήταν η πενταετία που έπρεπε να παρέλθει από την προηγούμενη αναθεώρηση, του 2008. Τελικά, όμως, πέρασε άλλη μια πενταετία και η αναθεώρηση καρκινοβατεί, με ορατό τον κίνδυνο να παραπεμφθεί και πάλι στις ελληνικές καλένδες.
Πού βρίσκεται σήμερα η αναθεώρηση; Η μεν κυβέρνηση, η οποία εμφανώς αγνοεί τον θεσμικό ρόλο της αλλά και τους σημερινούς συσχετισμούς, προσπαθεί μάταια να κρύψει την ανυπαρξία επεξεργασμένης συνταγματικής πολιτικής πίσω από μια ψευδαίσθηση «διαλόγου με τον λαό» (περιφέροντας ανά τας πόλεις και τας αγυιάς, μέσω μιας αμφιλεγόμενης Επιτροπής, ορισμένες γενικόλογες και μαξιμαλιστικές εξαγγελίες αλλά και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο σχετικού - αντισυνταγματικού σε κάθε περίπτωση - δημοψηφίσματος). Η δε ΝΔ αποφάσισε ,επιτέλους, έπειτα από χρόνια πολιτικής αοριστολογίας, να οργανώσει μια ευρεία εκδήλωση, προσπαθώντας να διαμορφώσει, επιτέλους, συγκεκριμένες αναθεωρητικές θέσεις και προτάσεις. Με αυτά τα δεδομένα, είναι αξιοπρόσεκτη μια εντελώς μινιμαλιστική πρόταση που διατυπώθηκε από τον συνάδελφο Νίκο Αλιβιζάτο: να περιορισθεί η αναθεώρηση, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη, μόνο σε 5+1 σημεία, στα οποία έχουν σημειωθεί ευρύτερες συγκλίσεις (ευθύνη υπουργών, βουλευτική ασυλία, επιλογή ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, ενίσχυση ανεξάρτητων Αρχών, εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και αλλαγή του τρόπου αναθεώρησης του Συντάγματος). Αυτή υιοθετήθηκε ήδη, όπως ανακοινώθηκε, από το Κίνημα Αλλαγής και τη ΝΔ, όχι όμως και από τον ΣΥΡΙΖΑ, που φαίνεται να επιμένει - θεμιτά καταρχήν - σε ευρύτερη ιδεολογικοπολιτική συζήτηση. Αρα, προς το παρόν δεν φαίνεται να διαμορφώνονται οι όροι της απαιτούμενης από το Σύνταγμα ευρύτερης συναίνεσης (180 ή έστω, εναλλακτικά, 151 ψήφοι).
Ωστόσο, δεδομένου ότι η πολιτική αφετηρία της πρότασης είναι όντως ενδιαφέρουσα, θα μπορούσε ίσως να επιλεγεί ο εξής συγκερασμός:
Πρώτον, να κατατεθούν ως τάχιστα στη Βουλή όλες οι προτάσεις για τις αναθεωρητέες διατάξεις ώστε να φανεί το ιδιαίτερο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα τους (π.χ. θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε τι θα πουν πλέον τα κόμματα τόσο για τον χωρισμό Κράτους - Εκκλησίας όσο και για τη σύσταση Συνταγματικού Δικαστηρίου ύστερα από την πρόσφατη «ελληνοχριστιανική» και όζουσα «θεοκρατικού» κατηχητισμού ερμηνεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, που μοιάζει να αρνείται πλέον να ερμηνεύει το Σύνταγμα υπό το πρίσμα μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής - ανοιχτής και δημοκρατικής - κοινωνίας).
Δεύτερον, να συμφωνηθεί ότι η Επιτροπή που θα συσταθεί στη Βουλή, μετά την υποβολή των προτάσεων, θα φέρει στην Ολομέλεια μόνον εκείνες που συγκεντρώνουν ευρύτερη συναίνεση. Αυτές, βέβαια, μπορεί να αποδειχθούν περισσότερες από τις 5+1, συμπεριλαμβάνοντας, για παράδειγμα, είτε τη συνταγματική καθιέρωση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, για ενίσχυση της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων, είτε τον δικαστικό έλεγχο των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, για να μην επαναληφθούν φαινόμενα που τραυματίζουν το πολίτευμα, είτε την απαλλαγή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον στενό κορσέ που του έχει φορέσει η αναθεώρηση του 1986 ως προς την άσκηση ορισμένων ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων είτε, ακόμη, και κάποιο από τα δύο προαναφερθέντα θέματα (έστω και με 151).

Τα ανωτέρω προϋποθέτουν, βέβαια, ότι θα πρυτανεύσει επιτέλους νηφαλιότητα και μετριοπάθεια ώστε να μην ξαναχαθεί η ευκαιρία να γίνουν ορισμένες από καιρό ώριμες τροποποιήσεις. Οσο δε για τις ευρύτερες, ριζικότερες αλλά και ιδεολογικοπολιτικά επίμαχες, αυτές θα έχουν μεν προταθεί ένθεν κακείθεν, αλλά θα κριθούν σε ευθετότερο χρόνο και με ευχερέστερη πλέον διαδικασία, αποτελώντας ταυτόχρονα κριτήριο για τη μελλοντική πολιτική και προγραμματική αξιολόγηση των κομμάτων.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/3/2018. 

Δυσκολίες διαχείρισης έκτακτων καταστάσεων

Ο χειρισμός των υποθέσεων των 8 Τούρκων αξιωματικών και στη συνέχεια των δύο Ελλήνων στρατιωτικών υπενθύμισε τις ελλείψεις και δυσκολίες λειτουργίας του ελληνικού θεσμικού συστήματος εθνικής ασφαλείας. Είναι γνωστές οι λεγόμενες «ελληνικές ιδιαιτερότητες»: έλλειψη κουλτούρας ασφαλείας, αξιοκρατίας και επαγγελματισμού –η ύπαρξη εξαιρετικών στελεχών απλώς επιβεβαιώνει τη γενικότερη διαπίστωση και δίδει μια αίσθηση του τι θα μπορούσε να επιτευχθεί με περισσότερη οργάνωση και σοβαρότητα–, υποβαθμισμένη εκπαίδευση και επιμόρφωση, καθώς και έλλειψη εμπειρίας και εξοικείωσης του πολιτικού κόσμου.

Ιδιαίτερα ο τελευταίος παράγοντας ευθύνεται σε σημαντικό βαθμό για την αρνητική παράδοση σε «γκρίζες» και «μαύρες» επιχειρήσεις, με κορυφαίο παράδειγμα την υπόθεση Οτσαλάν (επιλογή του Ναϊρόμπι όπου δραστηριοποιούνταν εκατοντάδες Αμερικανοί πράκτορες μετά τις βομβιστικές επιθέσεις του 1998 ως ασφαλούς ενδιάμεσου προορισμού), αλλά και τη διαχείριση πρακτόρων εξωτερικού (Στηβ Λάλας), ειδικών περιπτώσεων όπως οι 5 Αφγανοί μεταφραστές της Ελληνικής Δύναμης στο Αφγανιστάν και σημαντικότερη εξαίρεση την επιχείρηση «Χρυσόμαλλο Δέρας».

Στην περίπτωση των οκτώ επισημαίνεται η απουσία αντανακλαστικών μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στη γειτονική χώρα και η αδυναμία επίλυσης του προβλήματος την πρώτη ώρα εμφάνισής του. Οσον αφορά τους «δύο», ορθώς προκρίθηκε αρχικά μια στρατηγική διαχείρισης χαμηλών τόνων και σε διμερές επίπεδο αλλά πολύ γρήγορα –και παράλληλα– προχωρήσαμε σε διεθνοποίηση του ζητήματος απέναντι σε έναn ηγέτη που μάλλον αντιδρά πεισματικά σε τέτοιου είδους πιέσεις, εκτός αν συνοδεύονται από αξιόπιστες απειλές υψηλού κόστους. Η δε γενικότερη στάση μας έναντι της γειτονικής χώρας χαρακτηρίζεται από εμπλοκή σε επικοινωνιακούς καβγάδες, σπασμωδικές ενέργειες και «φλύαρες» δηλώσεις αντί για αποστολή μηνυμάτων μέσω μετρημένων κινήσεων.

Η απουσία κεντρικού συντονισμού σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας και η προβληματική συνεργασία μεταξύ συναρμόδιων υπηρεσιών για τη διαχείριση των αναφυομένων κρίσεων αποτελούν μακροχρόνιες παθογένειες. Πρόκειται για μια σημαντική αδυναμία σε μια εποχή όπου οι κρίσεις, οι ψυχολογικές επιχειρήσεις, οι κάθε μορφής μαύρες και γκρίζες επιχειρήσεις, αλλά και ο υβριδικός πόλεμος αποτελούν ολοένα και συχνότερο φαινόμενο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 4/4/2018. 

Θεόδωρος Μητράκος, Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος: "Μέλημα των τραπεζών πρέπει να αποτελεί επίσης η προστασία του παραγωγικού ιστού και η διασφάλιση θέσεων εργασίας, και όχι μόνο η ανάκτηση μέρους των απαιτήσεών τους"

Πόσο εφικτοί θεωρείτε ότι είναι οι στόχοι των πλεονασμάτων που συμφώνησε η κυβέρνηση με τους θεσμούς;

«Όπως γνωρίζετε, το πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης για το 2017 διαμορφώνεται σε επίπεδο υψηλότερο του 3% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο του προγράμματος (1,75%). Ακόμα μεγαλύτερη υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου του προγράμματος είχαμε το 2016, με πλεόνασμα 3,8%, έναντι στόχου μόλις 0,5%. Κατά συνέπεια, τα τελευταία έτη παρατηρείται δημοσιονομική υπεραπόδοση, η οποία μάλιστα συγκρατήθηκε από την έκτακτη διανομή κοινωνικού μερίσματος προς το τέλος κάθε έτους, όταν δηλαδή υπήρχαν και αξιόπιστες προβλέψεις για το τελικό αποτέλεσμα.
Η εμπειρία αυτή σε συνδυασμό με την επάνοδο σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και η εκτίμηση ότι η δημοσιονομική πειθαρχία αποτελεί πλέον πεδίο κοινής αποδοχής τόσο για το πολιτικό προσωπικό της χώρας όσο και για τους κοινωνικούς και παραγωγικούς εταίρους, δείχνουν ότι είναι εφικτή η επίτευξη των στόχων για πρωτογενές αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης ύψους 3,5% του ΑΕΠ με βάση τα μέτρα που περιγράφονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ 2018-2021). Χαμηλότεροι στόχοι φυσικά θα ήταν για όλους μας πιο επιθυμητοί.

Από την άλλη, δεν μπορούμε να αγνοούμε το κοινωνικό κόστος που συνεπάγεται η εφαρμογή της αναγκαίας συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής για την επίτευξη των συμφωνημένων πλεονασμάτων. Μεσοπρόθεσμα η επίτευξη τόσο υψηλών πλεονασμάτων μειώνει την αναπτυξιακή δυναμική. Αυτό εξάλλου το βιώσαμε τα τελευταία χρόνια όπου, με ευθύνη κυρίως των θεσμών, υποτιμήθηκε η απόδοση των δημοσιονομικών μέτρων, με αποτέλεσμα τα υπερπλεονάσματα που δημιουργήθηκαν από τις εσφαλμένες αυτές εκτιμήσεις να στερήσουν πολύτιμους πόρους από την ελληνική οικονομία και να δυσχεράνουν την ταχύτερη επιστροφή της σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης».

Η διευθέτηση του χρέους θα επηρεάσει καθοριστικά τη μεταμνημονιακή πορεία της χώρας. Πού θεωρείτε ότι πρέπει να τοποθετηθεί ο πήχης των διεκδικήσεων από την Ελλάδα;

«Η διευθέτηση του χρέους με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται ξεκάθαρα η μακροχρόνια βιωσιμότητά του θα ήταν μία εξαιρετικά θετική εξέλιξη για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Κατ' αρχάς θα διευκολύνει την ομαλή πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές με ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης. Παράλληλα, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, στηρίζοντας τις θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα έτη. Δυστυχώς όμως ο πήχης της διευθέτησης του χρέους δεν τίθεται από τη δική μας πλευρά, αλλά από την πλευρά των πιστωτών, των οποίων οι απόψεις μάλιστα δε συγκλίνουν κατ' ανάγκη. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επανειλημμένα τοποθετηθεί με συγκεκριμένες αναλύσεις αναφορικά με τα ελάχιστα χαρακτηριστικά της απαιτούμενης διευθέτησης του ελληνικού χρέους. Σε πρώτη φάση έχουμε τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης που ενέκρινε το Eurogroup τον Δεκέμβριο του 2016 και έχουν ήδη εφαρμοστεί. Σε αυτά συγκαταλέγονται η εξομάλυνση των αποπληρωμών των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), η παραίτηση (για το 2017) από το περιθώριο επιτοκίου ύψους 200 μονάδων βάσης που σχετίζεται με την επαναγορά χρέους από το δεύτερο πρόγραμμα και η αξιοποίηση της χρηματοδότησης του EFSF και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) για τον περιορισμό των κινδύνων από τα κυμαινόμενα επιτόκια.

Σε δεύτερη φάση, από τις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη για τον προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους και τη διασύνδεσή τους με την ανάπτυξη φαίνεται πιθανή κάποια χρονική μετάθεση των πληρωμών τόκων ή και των χρεολυσίων από τα δάνεια του EFSF και ενδεχομένως μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 2% του ΑΕΠ από το 2021, με παράλληλη αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου για την ενίσχυση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης και την προσήλωση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Θετική επίσης εξέλιξη θα αποτελέσει, εφόσον τελικά επιτευχθεί, μία συμφωνία για απόδοση των επιλέξιμων κερδών από τα χαρτοφυλάκια ANFA και SMP που διακρατούν οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι μπορεί και πρέπει πλέον να διασφαλιστεί κατά τρόπο απολύτως πειστικό η μακροχρόνια βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, συγκρατώντας τις ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες μεσοπρόθεσμα εντός του ορίου του 15% του ΑΕΠ. Η διευθέτηση αυτή θα επηρέαζε καθοριστικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας για πάρα πολλά χρόνια».

Πότε θεωρείτε ότι θα πρέπει να αρθούν πλήρως τα capital controls;

«Από τον Ιούνιο του 2015, οπότε και επιβλήθηκαν οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, έχει επέλθει σημαντική χαλάρωσή τους, με προσεκτικά βήματα, λαμβάνοντας υπ' όψιν την πρόοδο στην εφαρμογή του προγράμματος, τη σταδιακή βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, την ανάκτηση της εμπιστοσύνης, καθώς και τη βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ενδεικτικά ως προς τη χαλάρωση των περιορισμών, εκτός της δυνατότητας ανάληψης όλου του ποσού που κατατίθεται σε μετρητά ή μεταφέρεται από το εξωτερικό, παρέχεται πλέον η δυνατότητα ανάληψης μετρητών έως του ποσού των 2.300 ευρώ τον μήνα. Ακόμη, απελευθερώθηκε πλήρως το άνοιγμα νέων λογαριασμών, ενώ έχουν αυξηθεί σημαντικά τα όρια των εμπορικών συναλλαγών των επιχειρήσεων με το εξωτερικό, τα οποία εγκρίνονται σε επίπεδο τραπεζών, γεγονός που επιτρέπει την ταχύτερη διεκπεραίωση των συναλλαγών και την ευκολότερη διεξαγωγή του εμπορίου. Επίσης, έχει διευκολυνθεί η μεταφορά κεφαλαίων από τα νοικοκυριά στο εξωτερικό μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων (2.000 ευρώ ανά ημερολογιακό δίμηνο). Είναι φανερό ότι η σταδιακή άρση των περιορισμών συμβαδίζει με την αύξηση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, αλλά και συντελεί σε αυτήν.

Όπως καταλαβαίνετε, είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς χρονικά την πλήρη εκπλήρωση των προϋποθέσεων που θα οδηγήσουν στην άρση όλων των κεφαλαιακών περιορισμών. Οι επόμενες αλλαγές πάντως θα πρέπει να συνεχίσουν να είναι καλά σχεδιασμένες, ώστε να βελτιωθεί αποτελεσματικά η λειτουργία της οικονομίας, χωρίς να διαταραχθεί η ρευστότητα του συστήματος».

Υπό ποίες προϋποθέσεις το τραπεζικό σύστημα θα αναλάβει ενεργότερο ρόλο στη χρηματοδότηση του επιχειρείν;

«Το 2017 τόσο ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής όσο και οι καθαρές ροές της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις διαμορφώθηκαν, έστω και οριακά, σε θετικό πρόσημο, αντανακλώντας τη βελτίωση της ρευστότητας των τραπεζών που αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα ώστε να αναλάβουν ενεργότερο ρόλο στη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα. Κατά τη διάρκεια του 2017 οι τράπεζες μείωσαν στο μισό τη χρηματοδότησή τους από τον μηχανισμό παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA, Δεκέμβριος 2017: 21,6 δισ. ευρώ, Δεκέμβριος 2016: 43,6 δισ. ευρώ). Επίσης, μείωσαν σημαντικά τον δανεισμό τους από πράξεις αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος (Δεκέμβριος 2017: 12 δισ. ευρώ, Δεκέμβριος 2016: 23 δισ. ευρώ). Παράλληλα, παρατηρήθηκε αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα για δεύτερη συνεχή χρονιά, με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής να διαμορφώνεται σε 4,7% (από 3,4% το 2016). Σημαντική εξέλιξη αποτέλεσε και η αποκατάσταση της πρόσβασης των ελληνικών τραπεζών στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές μέσω της έκδοσης καλυμμένων ομολογιών από τις συστημικές τράπεζες, ύψους 2,3 δισ. ευρώ.

Η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών θα επιδράσει θετικά τόσο στη ζήτηση όσο και στην προσφορά δανείων, με την τελευταία να εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί και από την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη βελτίωση της πιστωτικής συμπεριφοράς των δανειοληπτών, εξελίξεις που θα συμβάλουν στην απελευθέρωση χρηματοδοτικών πόρων και στη μείωση του κόστους πιστωτικού κινδύνου των τραπεζών. Φαίνεται λοιπόν ότι έχουμε μία συνεχή βελτίωση όλων εκείνων των παραγόντων που θα επιτρέψουν στο τραπεζικό σύστημα να ανακτήσει σταδιακά τον διαμεσολαβητικό του ρόλο μεταξύ αποταμίευσης και επενδύσεων και να αναλάβει ενεργότερο ρόλο στη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας».

Μέσα από την αναδιάρθρωση των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων οι τράπεζες θα αλλάξουν τον χάρτη του εγχώριου επιχειρείν; Πού πρέπει να στοχεύσουν και πώς να κινηθούν;

«Γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει στην απελευθέρωση πόρων για τη χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας και τη στροφή της ελληνικής οικονομίας προς καινοτόμους και εξαγωγικούς κλάδους. Ο εντοπισμός των επιχειρήσεων με προοπτικές βιωσιμότητας, για τις οποίες θα πρέπει να εφαρμοστούν από τις τράπεζες μακροπρόθεσμες λύσεις αναδιάρθρωσης, σε συνδυασμό με την προσέλκυση νέων κεφαλαίων, είναι μια δύσκολη διαδικασία. Από τη μία πλευρά πρέπει να επιβραβεύεται η υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, η οποία δικαιούται μια δεύτερη ευκαιρία, και από την άλλη πρέπει να επιδεικνύεται αυστηρότητα στους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Στην κατεύθυνση αυτή, οι τράπεζες επιβάλλεται να διευρύνουν το ταχύτερο δυνατόν τις λύσεις που προτείνουν στους δανειολήπτες και να προχωρήσουν στη λήψη πιο δραστικών αποφάσεων, ιδίως όσον αφορά τις ενέργειες αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων, τη συντονισμένη αντιμετώπιση των οφειλετών με πολλαπλούς πιστωτές, τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την εφαρμογή οριστικής λύσης για τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις.

Μέλημα των τραπεζών πρέπει να αποτελεί επίσης η προστασία του παραγωγικού ιστού και η διασφάλιση θέσεων εργασίας, και όχι μόνο η ανάκτηση μέρους των απαιτήσεών τους.

Είναι γεγονός ότι, στο νέο αισιόδοξο περιβάλλον που διαμορφώνεται, μέσα από τη διαχείριση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους το τραπεζικό σύστημα μπορεί και οφείλει να συμβάλει, στο μέτρο του δυνατού, στη στροφή της ελληνικής οικονομίας προς κλάδους αυξημένης προστιθέμενης αξίας, που χαρακτηρίζονται από εξωστρέφεια και δυναμική και αφορούν εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, με έμφαση στην καινοτομία και τις νέες τεχνολογίες. Οι αναγκαίες αναδιαρθρώσεις πρέπει επίσης να βρίσκονται σε αρμονία με την ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική για την εδραίωση ενός νέου υποδείγματος βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης, η οποία αναμένεται να αποτελέσει σύντομα αντικείμενο διαβούλευσης. Η συνολική διευθέτηση των οφειλών με δίκαιο, αποτελεσματικό και κοινωνικά ευαίσθητο τρόπο μπορεί να αποβεί επωφελής για όλους τους εμπλεκομένους, ενισχύοντας επιπλέον την κοινωνική συνοχή. Η όλη διαδικασία είναι βέβαιο ότι απαιτεί κοινωνικές συγκλίσεις, οι οποίες, μετά τα τόσο πλούσια διδάγματα και το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος της τρέχουσας κρίσης, είναι σήμερα κατά τη γνώμη μου εφικτές».

Πρέπει και μέσα από ποια διαδικασία να προστατευθεί η πρώτη κατοικία έναντι των πλειστηριασμών;

«Η πρώτη κατοικία προστατεύεται. Ο νόμος 3869/2010, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, προστατεύει την πρώτη κατοικία των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων με βάση μια σειρά από εύλογα κριτήρια, όπως το εισόδημα, η αξία της ακίνητης περιουσίας, η ικανότητα αποπληρωμής και η επίδειξη πνεύματος συνεργασίας. Τα κριτήρια αυτά έχουν θεσπιστεί ώστε η προστασία της πρώτης κατοικίας να παρέχεται μόνο σε όσους την έχουν πραγματικά ανάγκη γιατί αδυνατούν να πληρώσουν και όχι σε "στρατηγικούς κακοπληρωτές" που κρύβονται πίσω από τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους περίπου 13 δισ. ευρώ έχουν υπαχθεί σε καθεστώς νομικής προστασίας, εκ των οποίων περίπου 9 δισ. ευρώ αφορούν στεγαστικά δάνεια και περίπου 3 δισ. ευρώ καταναλωτικά δάνεια. Νομίζω ότι τα μεγέθη αυτά καταδεικνύουν τον βαθμό προστασίας που έχει παράσχει η πολιτεία στα δύσκολα αυτά χρόνια της κρίσης. Ειδικότερα, αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010 έχουν σωρευτικά υποβάλει περίπου 165.000 άτομα, εκ των οποίων περίπου 13.000 υποβλήθηκαν το α' εξάμηνο του 2017. Είναι ενθαρρυντικό ότι μετά από τα μέτρα που έχουν ληφθεί (π.χ. πρόσληψη δικαστών, διάθεση δικαστικών αιθουσών) ο αριθμός των αιτήσεων σε εκκρεμότητα έχει αρχίσει να μειώνεται.

Επιτρέψτε μου να επιμείνω στην αναγκαιότητα της εφαρμογής εύλογων κριτηρίων για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Η προστασία των ευάλωτων δανειοληπτών, και ιδιαίτερα της πρώτης κατοικίας τους, αποτελεί αυτονόητο στόχο της κοινωνικής πολιτικής στο πλαίσιο ενός κράτους δικαίου. Με το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο, μπορεί να αποβεί προς το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων, ακόμα και των τραπεζών. Εξάλλου, ο ν. 3869/2010 ήδη προβλέπει την επιδότηση από το Δημόσιο μέρους της δόσης στο πλαίσιο μιας μακροχρόνιας συμφωνίας ρύθμισης υπό συγκεκριμένα κριτήρια και προϋποθέσεις, αποτρέποντας την αναγκαστική ρευστοποίηση της "λαϊκής κατοικίας".

Από την άλλη, αποτελεί αδήριτη ανάγκη η άσκηση πίεσης προς τους αποκαλούμενους "στρατηγικούς κακοπληρωτές" που εκμεταλλεύονται ευνοϊκές διατάξεις νόμων ή/και δυσλειτουργίες του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης, ώστε να μην αποπληρώνουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, ενώ έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα.

Αν μπορέσουμε να βρούμε την ισορροπία, τότε και ο τραπεζικός τομέας θα διάκειται πιο ευνοϊκά στην προστασία των οικονομικά ασθενέστερων. Η ρευστοποίηση οικιστικών ακινήτων χαμηλής εμπορικής αξίας σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προτεραιότητα των τραπεζών».

Πώς βλέπετε την εξέλιξη της αγοράς ακινήτων, μετά τη σημαντική «διόρθωση» που υπέστη από το 2008 και μετά; Εκτιμάτε ότι έχει πιάσει «πάτο» ή θα συνεχιστεί η απομείωση της αξίας των ακινήτων;

«Κατά τη διάρκεια του 2017, τόσο η αγορά κατοικίας όσο και η αγορά επαγγελματικών ακινήτων παρουσίασαν τα πρώτα θετικά δείγματα σε όλους σχεδόν τους τομείς. Πιο συγκεκριμένα, καταγράφηκαν σταθεροποιητικές ή ακόμα και θετικές ενδείξεις στις τιμές και στα μισθώματα, στο επενδυτικό ενδιαφέρον, ακόμα και στην κατασκευαστική δραστηριότητα, ειδικά για συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματικών ακινήτων, όπως τα ξενοδοχεία, τα καταστήματα και τα βιομηχανικά κτήρια. Παράλληλα, οι Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία (ΑΕΕΑΠ) προχώρησαν σε επενδύσεις ύψους 200 εκατ. ευρώ, ενώ νέοι ξενοδοχειακοί όμιλοι εισήλθαν στην τουριστική αγορά, όχι μόνο στα νησιά αλλά και στην Αθήνα, η οποία φαίνεται να προσελκύει το επενδυτικό ενδιαφέρον για ακίνητα επαγγελματικής αλλά και οικιστικής χρήσης στο πλαίσιο των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Με άλλα λόγια, έχουμε από πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις βάσιμες ενδείξεις ότι ο καθοδικός κύκλος των τιμών στην ελληνική κτηματαγορά, που ξεκίνησε το 2009, πιθανότατα ολοκληρώνεται. Όσο η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία αποκαθίσταται, τόσο αυξάνεται η κινητικότητα στην αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών, σε μια αγορά που έχει υποστεί τεράστια υποτίμηση τα τελευταία εννέα έτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εκτιμώμενη από την Τράπεζα της Ελλάδος σωρευτική πτώση των τιμών των διαμερισμάτων από το 2008 μέχρι και το τέλος του 2017 ανέρχεται σε 42%. Η αντίστοιχη πτώση των τιμών επαγγελματικών γραφείων και καταστημάτων από το 2010 (έτος από το οποίο ξεκινάει η καταγραφή των σχετικών στοιχείων από την Τράπεζα της Ελλάδος) έως και το τέλος του α' εξαμήνου του 2017 ανέρχεται σε περίπου 30%, και προφανώς θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη αν προσμετρηθεί και η διόρθωση της αγοράς τα πρώτα χρόνια της κρίσης.

Η σταδιακή σταθεροποίηση των τιμών των ακινήτων που καταγράφεται τα τελευταία τρίμηνα εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και τα επόμενα, ενώ η αρνητική επίδραση από τη ρευστοποίηση εξασφαλίσεων, στο πλαίσιο της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις τράπεζες, θα είναι βραχυπρόθεσμη και θα αφορά τα ακίνητα υποδεέστερων χαρακτηριστικών. Οι τράπεζες έχουν χαρτογραφήσει τα χαρτοφυλάκιά τους και, όπως φαίνεται, ξεκινούν τις ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων με ακίνητα μεγάλης αξίας, επαγγελματικά, για τα οποία υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον. Επιλέγουν μάλιστα να αποκτούν οι ίδιες σημαντικά ακίνητα σε περίπτωση μη ικανοποιητικών τιμών στους πλειστηριασμούς. Μεσοπρόθεσμα, η αναθέρμανση της αγοράς αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση ακινήτων υψηλών προδιαγραφών και επενδυτικών χαρακτηριστικών, συμπαρασύροντας τελικώς ανοδικά τη ζήτηση σε όλο το φάσμα της ελληνικής κτηματαγοράς. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι η ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων τα τελευταία έτη έχει εισέλθει σε έντονο ανοδικό κύκλο, γεγονός που αναμένεται να συμπαρασύρει σταδιακά και την ελληνική αγορά, στο πλαίσιο και των αυξημένων τουριστικών ροών προς τη χώρα μας.

Εκτιμώ επομένως ότι η ελληνική αγορά ακινήτων, παρουσιάζοντας σημαντικά ανταγωνιστικές αποδόσεις σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., αλλά και πραγματικές ευκαιρίες, θα αρχίσει σταδιακά να ανακάμπτει και να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στη συνολική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας».

Δημιουργία bad bank

Πόσο εφικτή είναι η πρόταση περί ίδρυσης bad bank για τα «κόκκινα» δάνεια;

«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε πρόσφατα κατευθυντήριες οδηγίες (Blueprint) για τη μορφή και τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να έχει ένας φορέας κεντρικής διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων (Asset Management Company - AMC) στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Η υιοθέτηση της Οδηγίας για την Ανάκαμψη και Εξυγίανση των Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Bank Recovery and Resolution Directive - BRRD) και οι κανόνες για την έγκριση ενδεχόμενης κρατικής βοήθειας από τη Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG Comp) δημιουργούν ένα αρκετά περιοριστικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο οφείλουν να κινηθούν οι πρωτοβουλίες για τη δημιουργία AMC.

Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί ιδιαίτερα θετική εξέλιξη ότι το θέμα αυτό επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο με θεσμικό τρόπο και η σχετική συζήτηση έχει ξεκινήσει. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η σχετική αναφορά στην πρόσφατη Έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την οποία θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μεταβίβασης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε έναν ή περισσότερους κεντρικούς φορείς που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν για τον σκοπό αυτό. Πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα που χρήζει προσεκτικής μελέτης και σχεδιασμού, καθώς εκτός από τις επιπτώσεις στα χρηματοοικονομικά μεγέθη των τραπεζών θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν και ενδεχόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας πρωτοβουλίας».

Περισσότεροι «παίκτες»

Η τραπεζική αγορά «αντέχει» περισσότερους παίκτες;

«Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας εμφανίζει πολύ υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, με τα τέσσερα συστημικά πιστωτικά ιδρύματα να αντιπροσωπεύουν το 97% του συνολικού ενεργητικού. Η συγκέντρωση αυτή είναι αποτέλεσμα εξαγορών και συγχωνεύσεων, καθώς και της εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τη διάρκεια της πολυετούς κρίσης.

Συνοδεύτηκε από μεγάλη μείωση του αριθμού των απασχολουμένων στις τράπεζες, μέσω της εφαρμογής προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου και του εξορθολογισμού του δικτύου καταστημάτων.

Δεδομένης όμως της βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών, παρατηρείται κινητικότητα και ενδιαφέρον επενδυτών για δραστηριοποίηση στην εγχώρια τραπεζική αγορά. Εξάλλου και διεθνώς παρατηρείται αυξημένο ενδιαφέρον για ανάπτυξη μικρού μεγέθους τραπεζών οι οποίες στοχεύουν σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, όπως για παράδειγμα είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Επίσης, υπενθυμίζω ότι η χορήγηση νέας τραπεζικής άδειας στην ελληνική αγορά αποτελεί αρμοδιότητα του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού στο πλαίσιο της τραπεζικής ένωσης και συνεπώς το όποιο ενδιαφέρον των επενδυτών θα επικεντρώνεται σε υφιστάμενες μικρές τράπεζες, που ήδη διαθέτουν τραπεζική άδεια.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Credicom, η οποία πρόσφατα μετονομάστηκε σε Praxia Bank και σύμφωνα με το επιχειρησιακό της σχέδιο σε πρώτη φάση θα επικεντρωθεί στη χρηματοδότηση μεσαίων και μεγάλων εταιρειών. Ανάλογο επενδυτικό ενδιαφέρον φαίνεται να προσελκύει και η Επενδυτική Τράπεζα Ελλάδος, η οποία ανήκει στον εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου και ασχολείται κυρίως με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών».

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 28/3/2018.