Τρίτη, 29 Σεπτέμβριος 2020

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Προϋπολογισμός προσδοκιών και… η επικουρία Ντράγκι

Ωραία λοιπόν! Με φρέσκια-φρέσκια (επαν)έκδοση 10ετους ομολόγου με απόδοση στο 1,5% - η εαρινή έκδοση μάς είχε ευχαριστήσει με 3,9% - παρουσιάστηκε ο Προϋπολογισμός 2020 σε προσχέδιο. Κι αν το νέο Ελληνικό χαρτί συμβολική κυρίως λειτουργία έχει, να δείξει και στις αγορές ότι τις επισκεπτόμαστε, να δείξει προς τους «εταίρους» που θα ΄χουν να κρίνουν τον Προϋπολογισμό μας – δεν (ΔΕΝ) είμαστε σε Μνημόνιο, αλλ' η ενισχυμένη μεταΜνημονιακή παρακολούθηση ισχύει – ότι έχουμε την στήριξη των αγορών, η μετριοπάθεια στην κατάρτιση του Προϋπολογισμού 2020 δείχνει αρχή μιας προσγείωσης. Ο στόχος ανάπτυξης 2,8% για την χρονιά είναι υπεραισιόδοξος, αλλά δεν απογειώθηκε. Η μη προεξόφληση της δημοσιονομικής χρήσης της επιστροφής κερδών από ANFAs και SMP είναι δείγμα σωφροσύνης. Από κει και πέρα, οι προσδοκίες και στα έσοδα και στην συγκράτηση των δαπανών... προσδοκίες!
Όμως η αληθινή προσδοκία είναι ένα νέο μείγμα πολιτικής που επιχειρείται να βρει ευήκοον ους σε μια Ευρωζώνη που ξανασκέφτεται τις εμμονές της. Εδώ, λοιπόν, είναι χαρακτηριστικό το πώς ο ίδιος ο επίσημος ιστότοπος της ΕΚΤ φιλοξενεί θέσεις που κατέθεσε στα πλαίσια ομιλίας του στην Ακαδημία Αθηνών ο Μάριο Ντράγκι. Πρώτο θέμα εκεί επί ημέρες, η ομιλία Ντράγκι φέρει τίτλο «Πώς θα σταθεροποιηθεί η Ευρωζώνη» και ιδού η επίσημη περίληψη/παρουσίασή της: «Χρειαζόμαστε μια περισσότερο υποστηρικτική δημοσιονομική πολιτική, παράπλευρα με την νομισματική πολιτική, προκειμένου να υπάρξει ταχύτερη επάνοδος στην σταθερότητα τιμών με λιγότερες παρενέργειες».
Εδώ , δηλαδή, έχουμε στην πιο σαφή εκδοχή της την γνώριμη έκκληση Ντράγκι προς τις Κυβερνήσεις της Ευρωζώνης να προχωρήσουν σε δημοσιονομική χαλάρωση. Την έχουμε όμως με μια αφοπλιστική διδακτικότητα απέναντι στους οπαδούς της λιτότητας: η ίδια η σταθερότητα τιμών, το ιερό Γκράαλ των Βορείων, εξαρτάται κατά Ντράγκι από μιαν συνολική πολιτική – αν δηλαδή, καθυστερήσει κανείς να περάσει σε ολοκληρωμένη πολιτική (δηλαδή: να περιλάβει και δημοσιονομική πτυχή χαλάρωσης όταν αυτή χρειάζεται), τότε θα καταλήξει αναπόδραστα σε μακρότερη νομισματική χαλάρωση, με διευκολυντική/accommodative πολιτική. Ακριβώς εκείνο, δηλαδή, που προσπάθησαν με κάθε τρόπο να αποφύγουν οι σκληροπυρηνικοί του τύπου Βάϊντμαν/Μπούντεσμπανκ....
Ακόμη πιο καθοδηγητική η συνέχεια: «Άμα αναλαμβάνει κανείς δράση πολύ αργά, καταλήγει σε μακρότερη περίοδο διευκολυντικών πολιτικών». Εδώ βλέπουμε την διδακτικότητα να καταλήγει σε επισήμανση κινδύνων: άμα εμμένει κανείς στην μη-υποβοήθηση της οικονομίας δημοσιονομικά και βολευτεί με την νομισματική χαλάρωση, τότε καταλήγει να κάνει την τελευταία να ξετεντώνεται στον χρόνο. Και να χάνει (όπως κινδυνεύει να έχει χάσει) την αποτελεσματικότητά της – οπότε η διόρθωση/χαλάρωση θα διαρκέσει περισσότερο...
Αν επιχειρήσει κανείς μια πιο διεξοδική επίσκεψη στην ομιλία Ντράγκι, θα δει ότι ο απερχόμενος Πρόεδρος της ΕΚΤ ξεκινάει με σθεναρή κατάφαση της επιτυχίας του ευρώ, που θεωρεί ότι «έχει ωφελήσει με πολλούς τρόπους, και σήμερα το ενιαίο νόμισμα είναι πιο δημοφιλές παρά ποτέ». Πολιτική κατεξοχήν αυτή η τοποθέτηση, έρχεται ωστόσο να λειτουργήσει παράλληλα με την παραδοχή ότι εδώ, στην Ευρωζώνη, «η κρίση διήρκεσε πολύ περισσότερο απ' ό,τι σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες». Και, ακόμη πιο σημαντικό καθώς η παραδοχή έρχεται από κεντρικό τραπεζίτη, «συνοδεύθηκε από σημαντικό κοινωνικό κόστος». Αυτό, για τον Μάριο Ντράγκι «εξακολουθεί να επηρεάζει το πώς αντιλαμβανόμαστε την νομισματική ένωσή μας».
Γι αυτούς τους λόγους ο απερχόμενος Πρόεδρος της ΕΚΤ, ο άνθρωπος που με το «whatever it takes» του 2012 – δηλαδή την δέσμευση ότι η Τράπεζα του ευρώ θα κάνει «οτιδήποτε χρειαστεί» απέναντι στις αγορές προκειμένου να μην εκτροχιασθεί το ευρώ, ρωτούσε ρητορικά το μεγαλύτερο ακροατήριό του – ανάλογα εξέθετε και στην πολυσήμαντη συνέντευξή του στους F.T., δηλαδή στο κατεξοχήν διεθνές κοινό – κατά πόσον (α) αντλήσαμε τα αναγκαία διδάγματα από εκείνο το επεισόδιο και (β) λάβαμε τα απαραίτητα μέτρα, για να ανατραπεί τέτοια έκβαση στο μέλλον. Τα δυο ερωτήματα αυτά «πρέπει» να απαντηθούν – πάντα κατά Ντράγκι – σε δυο διαστάσεις: αφενός η σταθερότητα να φορά όλες τις χώρες, αφετέρου να εξασφαλίζεται σ' όλες τις φάσεις του οικονομικού κύκλου. «Σταθερότητα» που αφορά μόνον ορισμένους (τους «σωστούς») και αφήνει άλλους (τους «μη-ενάρετους») εκτεθειμένους δεν δημιουργεί συνεκτική νομισματική ζώνη. Ομοίως, «σταθερότητα» σε μια μόνον φάση του κύκλου (την ανερχόμενη) και όχι σε άλλη (την καθοδική – όπως φαίνεται ότι προκύπτει τώρα) δεν αποτελεί θετική εξέλιξη.
Αυτού του είδους τα διδάγματα Ντράγκι (που υπήρξαν πολύ περισσότερα και αληθινά σοφά), και μάλιστα υπό τον Αττικό ουρανό, είναι ίσως η καλύτερη επικουρία στην διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους «εταίρους» που ξεκινάει τώρα, με τον Προϋπολογισμό. Αν – ΑΝ – αρχίσει να αλλάζει το κλίμα στην Ευρωζώνη, το αίτημα για λογικότερο πρωτογενές πλεόνασμα θα ενισχυθεί, αισθητά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/10/2019. 

Εδώ που είμαστε…

Είναι καιρός μερικοί να δούνε ότι, έπειτα από διακόσια τόσα χρόνια νεωτερικότητας ζυμωμένης με επανάσταση, δεν είναι βέβαιο ότι έχουν καταλυθεί οι σχέσεις δουλείας και οι νησίδες ή οι ζώνες φεουδαρχικού τύπου στον κόσμο. Αντίθετα, έχει αυξηθεί η σύγχρονη δουλεία. Η παγκοσμιοποίηση –ένα παλαιό κατά τα άλλα φαινόμενο– έχει εντείνει την παγκόσμια πόλωση. Ταυτόχρονα, όμως, έχει ενταθεί η παγκόσμια αντίδραση στη ρητορική της οικονομικής διάχυσης.

Η ιδέα της διάχυσης, –ότι δηλαδή οι προσδοκώμενοι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι επωφελείς για όλους, για τους λαούς, οδήγησε σε ορισμένα μακροκοινωνικά επιφαινόμενα που ροκανίζουν και ανατρέπουν την ίδια την ιδέα που τα γέννησε: α) σε απορρυθμίσεις αγορών και στην κατίσχυση των χρηματιστικών λογικών πάνω στις «φυσικές»-παραγωγικές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, β) στην καταστροφή του πλανήτη από την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και στην κλιματική αλλαγή, γ) στην ένταση της πόλωσης μεταξύ πλούσιων και φτωχότερων και στην αύξηση της μετανάστευσης του παγκόσμιου πληθυσμού προς τις νοούμενες πλουσιότερες κοινωνίες και, τέλος, δ) στην αύξηση των πολεμικών εντάσεων «δίχως πόλεμο» και των ολοκληρωτικών λογικών που ευνοούν βραχυπρόθεσμα εταιρικά και γεωπολιτικά κέρδη, αλλά έχουν μετατρέψει τη Γη σε χώρα «σύγχρονων μετακινούμενων Βεδουίνων» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Γιατί, λόγου χάρη, η είσοδος της Ελλάδας στον «σκληρό πυρήνα» της Ε.Ε. δεν ικανοποίησε κοινωνικές και οικονομικές προσδοκίες; Ή μήπως ικανοποίησε ορισμένες πλευρές, αλλά με μεγάλο κόστος για τις υπόλοιπες; Πώς αποκωδικοποιούμε, λ.χ., την επιτυχία της χώρας, η οποία, ωστόσο, μας οδήγησε στην πλήρη χρεοκοπία;

Την τελευταία δεκαετία, οι στόχοι καταπολέμησης της φτώχειας, της μείωσης των ανισοτήτων και της ενίσχυσης της συνοχής κάθε άλλο παρά ορατοί είναι. Μάλλον απομακρύνονται. Και η ελληνική πολιτική παραμένει παθητικά προσηλωμένη στους κανόνες των Βρυξελλών και στην πειθαρχία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στόχος (από το καταστατικό της) της οποίας είναι ο πληθωρισμός και όχι η απασχόληση, η ανάπτυξη και η ανακατανομή. Γιατί επιβραβεύεται ο κύριος Ντράγκι από την ελληνική συντηρητική πλευρά;

Μα γιατί η «νομισματική σταθερότητα» στη χώρα έσωσε τις άλλες χώρες, αλλά μας οδήγησε σε πρωτοφανείς νομισματικές στρεβλώσεις, τις οποίες ουδέποτε αναγνώρισε το πολιτικό σύστημα. Οι επιπτώσεις της απόκλισης της αξίας του κοινού νομίσματος από χώρα σε χώρα ήδη έχουν καταγραφεί στο εξωτερικό εμπόριο με την πριμοδότηση των ξένων προϊόντων (κυρίως των γερμανικών) σε βάρος των εγχώριων. Η αυταπάτη της νομισματικής σταθερότητας, εφόσον παραμένει ονομαστική και όχι πραγματική, αντιβαίνει όλες τις αρχές της πολιτικής οικονομίας και δεν συγκινεί παρά μόνον πιθήκους. Αντί σταθερότητας της οικονομίας, των τιμών και της αγοραστικής δύναμης, το κοινό νόμισμα ενδέχεται να αποβαίνει αιτία της αύξουσας αστάθειας.

Στην Ελλάδα, η εντεινόμενη άνοδος των τιμών και άρα η πτώση της πραγματικής νομισματικής ισοτιμίας επιβραδύνει μοιραία τις συναλλαγές, διώχνει και συρρικνώνει τις άμεσες ξένες επενδύσεις και διογκώνει το ειδικό βάρος των χρεών ως προς το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα.

Η «ισχυρή οικονομία» –όρος που παίχτηκε σαν ύμνος «της ελληνικής εκσυγχρονιστικής νέας ορθοδοξίας»– ενώ συνεισφέρει ένα αμελητέο ποσοστό του ευρωπαϊκού προϊόντος, καταγράφει ήδη το μεγαλύτερο ποσοστό των Ευρωπαίων ανέργων, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τα πρωτεία στο επίπεδο της ανεργίας των νέων μέχρι 25 ετών. Παρ' όλο που το 92% των Ελλήνων μισθωτών καθηλώνονται σε αμοιβές κάτω των 1.000-1.200 ευρώ μηνιαίως, οι ξένες αλλά και οι ελληνικές επενδύσεις τραβιούνται από τη χώρα. Το Ελληνικό είναι καμπανάτο παράδειγμα στα χέρια της Ν.Δ.

Το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής, από καιρό τώρα, όφειλε να εκφραστεί είτε θεσμικά-πολιτικά είτε κοινωνικά. Οπωσδήποτε όχι σαρωτικά όπως εισηγήθηκαν μερικοί θεωρητικοί της επανάστασης: μέσω ενός εργαλειακού λόγου, ο οποίος διακήρυξε ελευθερίες, προνόμια και δικαιώματα χωρίς να μπορεί να τα προασπιστεί και να τα πραγματώσει. Η εργατική αριστοκρατία που κατεβαίνει στους δρόμους οφείλει να εννοήσει πως οι ονειρικοί κόσμοι προηγούμενων αιώνων έχουν θρυμματιστεί. Οφείλει να δει τη μορφή του κοινωνικού κυνισμού που επιβάλλει –αποτέλεσμα της κατίσχυσης υποκριτών, άσχετων και ιδιοτελών– και, αντίθετα, να εργαστεί για ένα είδος κοινωνικής αποκατάστασης.

Αν, πράγματι, βρισκόμαστε στην αρχή της μεταβατικής/τυφλής περιόδου, τότε το ερώτημα είναι: Πώς μπορούμε να επανασυνδεθούμε με τις πολιτικές παραδόσεις που ονειρεύονταν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο – και όχι για τους λίγους; Η παγκόσμια οικονομία, στον βαθμό που πορεύθηκε με τους κακούς της δαίμονες, έχει φτάσει στα όριά της και η ελληνική κοινωνία/οικονομία στον πάτο της.

Αλλά αυτό είναι το δύσκολο της υπόθεσης. Και η Αριστερά σήμερα, έπειτα από τόσα χρόνια στοχασμού και δράσης, δεν βρίσκεται στα καλύτερά της ως προς τη διατύπωση μιας καθολικά αποδεκτής απάντησης σε αυτό το ερώτημα από ό,τι βρισκόταν –πηγαίνοντας από πίσω προς τα μπρος– το 1789, το 1848, το 1870, το 1917, το 1945, το 1968, το 1989, το 2001, το 2008-9, το 2015 κ.ο.κ. Οσοι νόμισαν ότι απάντησαν σε αυτό το ερώτημα είτε εξαπάτησαν είτε αυταπατήθηκαν. Εδώ είναι που είμαστε...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/10/2019. 

Μιλώντας για χρέος, επενδύσεις, ανάπτυξη

Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς ότι το θέμα των δανείων της Ελλάδας, διαχρονικά, θα μπορούσε – και μάλιστα γραμμένο από ιστορικό της οικονομικής σκέψης...– να συναρπάζει. Ακόμη περισσότερο: θα πιθανολογούσε κανείς ότι μια συζήτηση για τα δάνεια των 200 σχεδόν ετών της ελεύθερης (σχετικά) Ελλάδας, που συχνά-πυκνά λειτουργεί ως αφήγημα χρεοκοπιών (παράδειγμα το Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις του Γιώργου Δερτιλή, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016, ή ήδη Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών του Γιώργου Ρωμαίου, Εκδ. Πατάκη 2012), θα κατέληγε είτε σε τεχνική συζήτηση, είτε σε μελαγχολικά συμπεράσματα. Και μάλιστα καθώς η όλη συζήτηση για το Ελληνικό χρέος έρχεται και συμπλέκεται αναγκαστικά με εκείνη περί επενδύσεων (αν την δει κανείς σοβαρά, όχι «πολιτικά») και περί ανάπτυξης (πάλι αν την προσεγγίσει με τα πόδια στέρεα στην γη και όχι ως προσευχή προς τα άστρα).
Και όμως: το «Τα δάνεια της Ελλάδας: 200 χρόνια ανάπτυξης και κρίσεων» του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου (Εκδ. Παπαδόπουλος , 2019), που μόλις ξεκίνησε την πορεία του - το παρουσίασαν την περασμένη βδομάδα η Ελένη Λουρή, ο Βασίλης Ράπανος και ο Γιώργος Σταθάκης: αντλούμε από την συζήτηση αυτή - κατορθώνει να λειτουργήσει σαν ανάγνωσμα συναρπαστικό.. Αλλά και να βρει γωνίες αισιοδοξίας.
Ξεκινούμε από την παρατήρηση που κάνει ο Μιχ. Ψαλιδόπουλος, ότι η Ελλάδα – παρά τις συνηθισμένες καταγγελίες των φίλων και «εταίρων» της, που δεν έλλειψαν στην τελευταία της περιπέτεια του 2010-18.. παρά και την πάγια ανάγκη αυτοκαταγγελίας και αυτοϋποτίμησής μας, ημών των ιδίων – στα σχεδόν 200 χρόνια διαδρομής της σπανίως έφθασε σε άρνηση πληρωμών. Κυρίως όμως, οσάκις αυτό συνέβη, είχε προηγηθεί κάτι μεγάλο, κάτι. συνθλιπτικό.
Επειδή πιθανόν ο αναγνώστης θα θεωρήσει ότι επιχειρούμε να παρακάμψουμε σταθμούς της οικονομικής ιστορίας όπως της πρόσφατης αναδιάρθρωσης, του δίδυμου PSI/PSI+ Μαρτίου/Δεκεμβρίου 2012, που δια της ανταλλαγής ομολόγων επέβαλε κούρεμα κατά 53,5%, κι ακόμη περισσότερο την αμέσως μεταπολεμική ρύθμιση που σήμανε για ομολογιούχους απώλειες 93%, να σημειώσουμε ότι και στις δυο περιπτώσεις οι δανειστές προσήλθαν με συμφωνία σε ρύθμιση. Την οποία διαπραγματεύθηκε η αμέσως μεταπολεμική Ελλάδα τα χρόνια του Σχεδίου Μάρσαλ διακυβερνητικά και η Κυβέρνηση Παπαδήμου με την μεσολάβηση του IFF το 2012 (χωρίς να ενεργοποιηθούν τα CDS, κατά την ISDA). Οι δυο πρώτες χρεοκοπίες, αντίθετα, του νεόκοπου Ελληνικού κράτους – εκείνες των δανείων της Ανεξαρτησίας και της πρώτης συγκρότησης του κράτους επί Όθωνα – ήταν απόλυτα γνήσιες αναγνωρίσεις αδιεξόδου. Ενώ και εκείνη του 1932 που αφορούσε τα πολεμικά δάνεια της δεκαετίας του ΄10 και (κυρίως) τα προσφυγικά του ΄20 ήρθε μετά την Μεγάλη Ύφεση του 1929 και την προσάραξη του κανόνα χρυσού.
Μόνον η χρεοκοπία μετά τα εννέα δάνεια της εποχής Τρικούπη, τα οποία είχαν ακολουθήσει την γενικότερη πρακτική στροφής στο διεθνές κεφάλαιο του τέλους του 19ου αιώνα, δάνεια που ουσιαστικά δημιούργησαν την υποδομή της χώρας και συνέβαλαν στην ένταξή της στην διεθνή οικονομία, υπήρξε ευθεία – κι έτσι οδήγησε στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο μετά την μελοδραματική στιγμή του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!».
Καθώς, λοιπόν, η Ελλάδα έχει το συνήθειο να αποπληρώνει τα χρέη της, αποκτά - και εδώ η προσέγγιση Ψαλιδόπουλου γίνεται σχεδόν πατρική... - καίρια σημασία η σωστή χρήση των πόρων που εξασφαλίζει ο δανεισμός. Άμα κατευθύνεται σε επενδύσεις οι οποίες στηρίζουν την αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας και δημιουργούν συνθήκες στήριξης της ανάπτυξης (έτσι ώστε ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης/growth να υπερβαίνει το κόστος εξυπηρέτησης του δανεισμού), η δημιουργία χρέους έχει εσωτερική λογική. Βέβαια οι δαπάνες στρατιωτικού χαρακτήρα – και τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα – και οι δαπάνες του Προσφυγικού και της Ανασυγκρότησης, τον Μεσοπόλεμο και τα μεταπολεμικά χρόνια, δημιούργησαν συνθήκες εκτροχιασμού. Όμως οι πιο πρόσφατες εμπειρίες – μετά την 10ετία του΄70 – που συνδύασαν την δανειακή χρηματοδότηση για δημιουργία κοινωνικού κράτους , με (να το πούμε ευγενικά...) συντονισμό με τον εκλογικό κύκλο, χωρίς όμως ιδιαίτερη μέριμνα για δημιουργία παραγωγικής δομής, οι εμπειρίες αυτές έφεραν τα γνωστά αδιέξοδα. Αν εδώ προσθέσει κανείς την παράδοση χαλαρής δημοσιονομικής διαχείρισης – αξίζει αληθινά να δει τους διαλόγους στην Βουλή του 19ου αιώνα στο «Φορολογία ή χρεοκοπία» του Αδ. Συρμαλόγλου (Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, 2007) – βλέπει τον κύκλο να κλείνει.
Με την στάση των Τριών Πρεσβειών στο ξεκίνημα του Ελληνικού Κράτους στο μπλοκάρισμα των δανείων, ύστερα του ΔΟΕ, και με τις συμπεριφορές των Συμμάχων τον Μεσοπόλεμο, έχουμε το απόλυτο déjà vu για την Τρόικα και τους Θεσμούς του χθες-σήμερα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/10/2019. 

Ένας αρκετά ενοχλητικός θεσμός

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΕΡΤ εν τάφω» του πρώην Εντεταλμένου Σύμβουλου Προγράμματος της ΕΡΤ, Σπύρου Κρίμπαλη, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία.

Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου (ΣΚΕ) είναι ανεξάρτητα συλλογικά όργανα εξωτερικού ελέγχου και λογοδοσίας της ΕΡΤ που απαρτίζονται από ιδιώτες εθελοντές και συλλογικότητες. Η λειτουργία των ΣΚΕ προτάθηκε από τους εργαζόμενους την περίοδο του «μαύρου» και θεσμοθετήθηκε το 2015 με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ. Στόχος των ΣΚΕ είναι να διαβουλεύονται και να καταθέτουν πορίσματα στο ΔΣ σχετικά με το περιεχόμενο του προγράμματος και την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας. Πρόκειται για έναν πρωτοποριακό θεσμό, μοναδικό στην Ευρώπη, που ενισχύει τη σχέση αλληλεπίδρασης της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης με την κοινωνία.

Όπως καταλαβαίνετε, τα ΣΚΕ συγκεντρώνουν αρκετά ενοχλητικά χαρακτηριστικά. Έλεγχος. Λογοδοσία. Πορίσματα. Αλληλεπίδραση με την κοινωνία... Ποιος τα θέλει όλα αυτά; Και πώς θα μπορούσαν όλα αυτά να γίνουν ανεκτά στην ΕΡΤ του Κωστόπουλου και του Καλφαγιάννη;

Όταν ο Κωστόπουλος ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Διευθύνων Σύμβουλος, ο υπεύθυνος για τα ΣΚΕ, δημοσιογράφος Περικλής Βασιλόπουλος, ζήτησε να τον συναντήσει προκειμένου να τον ενημερώσει και να του εκθέσει τις προτάσεις του για την καλύτερη λειτουργία και αξιοποίηση των συμβουλίων προς όφελος της ΕΡΤ. Ο Κωστόπουλος τον αποστόμωσε με τη χαρακτηριστική του ευαισθησία:

- Να τα καταργήσουμε! Δεν έρχεται κανένας. Πέντε άτομα είναι όλα κι όλα που τσακώνονται μεταξύ τους για τη διαδικασία. Δεν εκπροσωπούν ούτε αντιπροσωπεύουν την κοινωνία αλλά μόνο τον εαυτό τους. Και μας βρίζουν κι από πάνω...

Ο Κωστόπουλος είχε πάρει φόρα και ο δημοσιογράφος δεν πίστευε στα αυτιά του. Τον διέκοψε για να του εξηγήσει:

- Ποιος σας είπε αυτά τα πράγματα, κ. Κωστόπουλε; Προβλήματα συμμετοχής υπάρχουν αλλά σε προηγούμενη ολομέλεια υπήρχε συμμετοχή 35 ατόμων από το σύνολο 110 μελών για τρεις ολόκληρες ώρες στο Ραδιομέγαρο, ποσοστό απίστευτο για εθελοντικό, συλλογικό σώμα στην Ελλάδα. Και αυτό συμβαίνει κάθε μήνα για ενάμιση χρόνο. Έχουμε ένα σχετικά τυχαίο δείγμα πολιτών που υποστηρίζουν την ΕΡΤ και θέλουν να συμμετέχουν εθελοντικά σε ένα πείραμα συμμετοχικής λογοδοσίας για τη βελτίωση της ΕΡΤ και μου λέτε να το διαλύσουμε; Στο εξωτερικό θα πλήρωναν γι' αυτό.

Μα τι λέει ο άνθρωπος; Είναι δυνατόν στο εξωτερικό να ξέρουν καλύτερα από τον γίγαντα Κωστόπουλο; Τέλος πάντων, εκείνη η συζήτηση έκλεισε παγερά με τον Βασιλόπουλο να προειδοποιεί ότι δε θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την υποβάθμιση ή την κατάργηση των ΣΚΕ και ότι θα εξαντλούσε όλα τα περιθώρια εφαρμογής του νόμου και των αποφάσεων του ΔΣ της ΕΡΤ. Κακό του κεφαλιού του!

Από τον Δεκέμβριο του 2017 μέχρι τον Ιούνιο του 2018 πέντε επιτροπές των ΣΚΕ κατέθεσαν ισάριθμα πορίσματα με τουλάχιστον 35 προτάσεις προς το ΔΣ της ΕΡΤ. Παρά τα επίμονα αιτήματα από το προεδρείο των ΣΚΕ, παρά τις σχετικές επιστολές, παρά τις συνεχείς υπηρεσιακές υπενθυμίσεις προς το γραφείο του Διευθύνοντος, δεν υπήρξε ποτέ καμία απάντηση στα ΣΚΕ ούτε φυσικά προώθηση των πορισμάτων τους στο ΔΣ. Το ίδιο συνέβη και όταν το προεδρείο ζήτησε από τον Κωστόπουλο να απευθύνει έστω και ένα συμβολικό χαιρετισμό στην ολομέλεια. Φαίνεται θα είχε πολλή δουλειά ο Τούμπης και δεν προλάβαινε να απαντήσει.

Ο Βασιλόπουλος όμως και τα ΣΚΕ δεν το έβαλαν κάτω. Με πρωτοβουλία του προεδρείου κλήθηκε να μιλήσει ο Θαλασσινός, ο οποίος μεταξύ άλλων πρότεινε και μια ανοικτή συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΡΤ στην ολομέλεια των ΣΚΕ. Υπέροχη ιδέα δεδομένης και της δραματουργικής αξίας, στα όρια της φαρσοκωμωδίας, που είχαν ενίοτε οι συνεδριάσεις του ΔΣ. Και σαν να μην έφτανε η πρόσκληση του Θαλασσινού, πάλι με πρωτοβουλία του προεδρείου κλήθηκε ο Μιχαλίτσης να καταθέσει τις απόψεις του για το νέο οργανόγραμμα κι εγώ για να μοιραστώ την εμπειρία από την επεισοδιακή αποπομπή και επιστροφή μου στην ΕΡΤ.

Κι έτσι μια Τρίτη του Μαΐου βρέθηκα στην ολομέλεια των ΣΚΕ που συνεδρίαζε στο στούντιο Ε του Ραδιομεγάρου. Στη συζήτηση είχε προσκληθεί για πολλοστή φορά η διοίκηση της ΕΡΤ αλλά δεν πρόκαμε πάλι. Τη διοίκηση θα εκπροσωπούσε ο διευθυντής του γραφείου τύπου, Παναγιώτης Τσολιάς, αλλά την τελευταία στιγμή δεν πρόκαμε ούτε αυτός. Είχε προσκληθεί και η ΠΟΣΠΕΡΤ να καταθέσει τις απόψεις της για το οργανόγραμμα αλλά και εκεί κάποιο μπέρδεμα έγινε.

Τελικά, ένας θηριώδης εκπρόσωπος της ΠΟΣΠΕΡΤ με το όνομα Καρέλλας εμφανίστηκε αφού είχε ξεκινήσει η συνεδρίαση. Ζήτησε και πήρε αμέσως τον λόγο γιατί είχε έρθει σκαστός από τη βάρδια και έπρεπε να τα πει γρήγορα και να φύγει. Κρατούσε στα χέρια του μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα κι ένα πλαστικό κυπελάκι με καφέ. Όταν χρειάστηκε να πάρει το μικρόφωνο, έφερε τυρόπιτα και καφέ στο ένα χέρι και έπιασε το μικρόφωνο με το άλλο. Σιμουλτανέ! Ο Καρέλλας δήλωσε ότι η ΠΟΣΠΕΡΤ ούτε κρύβεται ούτε φοβάται τη συζήτηση για το νέο οργανόγραμμα, και καμία συζήτηση γενικώς, αλλά επειδή δεν προσκλήθηκε εγκαίρως, δε θα συμμετείχε ετούτη τη φορά. Επιφυλασσόταν όμως για μια επόμενη φορά. Να 'ναι καλά ο άνθρωπος!

Μετά ανέβηκε στο βήμα ο Μιχαλίτσης, ο οποίος ανέλυσε με χειρουργική ακρίβεια τις βασικές αδυναμίες του νέου οργανογράμματος: άσκοπη πολυδιάσπαση των υπηρεσιών της γενικής διεύθυνσης τεχνολογίας, γιγάντωση της γενικής διεύθυνσης νέων μέσων, υποβάθμιση της γενικής διεύθυνσης τηλεόρασης (του ψυχαγωγικού προγράμματος δηλαδή), υποβάθμιση των περιφερειακών σταθμών της ΕΡΑ, αθηνοκεντρικό και δυσλειτουργικό newsroom. Είχε φτιάξει και σχετικά σχεδιαγράμματα που προβάλλονταν σε μια οθόνη από πίσω του. Παρακολουθώντας τον να μιλάει, σκεφτόμουν πόσο διαφορετική θα ήταν σήμερα η ΕΡΤ αν έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης. είχε κάνει το 2015 αποδεκτούς τους όρους του προκειμένου να αναλάβει τη διοίκηση της εταιρείας. Άλλη μια χαμένη ευκαιρία στο μακρύ ιστορικό των χαμένων ευκαιριών της ΕΡΤ.

Μόλις τελείωσε ο Μιχαλίτσης, η πρόεδρος της ολομέλειας με κάλεσε να ανέβω στο βήμα. Η ολομέλεια απαρτιζόταν από καμιά σαρανταριά άτομα όλων των ηλικιών. Οι περισσότεροι με κοίταζαν με ενδιαφέρον, σαν παράξενο τροπικό φρούτο. Ανάμεσά τους διέκρινα και τον Περικλή Βασιλόπουλο, ο οποίος παρακολουθούσε τη διαδικασία χωρίς να παρεμβαίνει. Εξέθεσα την ιστορία της αποπομπής και της επιστροφής μου όσο πιο ψύχραιμα και συνοπτικά μπορούσα. Μετά ήρθε η ώρα των ερωτήσεων.

- Ποια είναι η στρατηγική του προγράμματος;
- Ποιος αποφασίζει για τις νέες παραγωγές;
- Ποιος διαλέγει τις ξένες σειρές;
- Ποιος επέλεξε τις εκπομπές του Ζουγανέλη και του Μητσικώστα;
- Εσάς σας εκφράζει η εκπομπή του Ζουγανέλη;
- Ποιος σας έφερε στην ΕΡΤ;
- Γιατί η θέση σας δεν καλύφθηκε από κάποιο στέλεχος της δημόσιας τηλεόρασης;
- Δεν υπάρχουν άξια στελέχη της ΕΡΤ;
- Γιατί το ΔΣ αγνοεί τις προτάσεις μας;
- Πιστεύετε ότι η ΕΡΤ πρέπει να είναι εμπορική;

Προσπάθησα να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις με ειλικρίνεια αλλά και διακριτικότητα. Χωρίς να εκθέτω πρόσωπα αλλά καταστάσεις. Χωρίς να διαχωρίζω τη θέση μου από τη διοίκηση, της οποίας υποτίθεται ότι ήμουν σύμβουλος. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερα. Η επικοινωνιακή διαχείριση, το διπλωματικό κουκούλωμα, τα κατά συνθήκη ψεύδη μου προκαλούσαν πλέον αναγούλα.

Μετά από λίγες μέρες ο Περικλής Βασιλόπουλος ξανασυναντήθηκε με τον Κωστόπουλο στο πλαίσιο των συνεντεύξεων για τον ορισμό νέων Προϊσταμένων. Ας δούμε πώς περιγράφει ο ίδιος αυτή τη συνάντηση σε ένα δημοσίευμα στο tvxs:

«...Έντεκα μήνες μετά την πρώτη συνάντηση με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΡΤ και με την ευκαιρία της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένου επαναλήφθηκε εντελώς πανομοιότυπα η ίδια συζήτηση. Του εξήγησα ότι συμμετείχα στη σύσκεψη της EBU όπου υπήρξε σχεδόν ενθουσιώδης υποδοχή για τα ΣΚΕ. Δεν άκουγε. Δεν έδωσε καμία σημασία. Του εξήγησα ότι πρέπει σε δέκα μέρες να κάνουμε την επίσημη διαδικασία κλήρωσής νέων μελών των ΣΚΕ (έχουμε πεντακόσιες νέες εθελοντικές αιτήσεις από πολίτες ύστερα από ανοιχτή δημόσια πρόσκλησή) και ότι τα έχουμε όλα προγραμματίσει. Πάγος. Να τα αναβάλετε για τα τέλη Ιουλίου. Ήμαρτον άνθρωπέ μου, Διευθύνων Σύμβουλος είσαι, όχι ιδιοκτήτης της ΕΡΤ...»

Ε όχι και ιδιοκτήτης της ΕΡΤ ο Κωστόπουλος! Ιδιοκτήτης της ΕΡΤ είπαμε είναι ο Καλφαγιάννης. Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση ανακοινώθηκε στη Διαύγεια η καθαίρεσή του Βασιλόπουλου και ο διορισμός στη θέση του ενός αθλητικογράφου που δεν είχε καμία εμπειρία σε συμμετοχικά εγχειρήματα κοινωνικής ευθύνης. Εκτός από τον Βασιλόπουλο έπρεπε να πληρώσουν και τα ΣΚΕ για την αποκοτιά τους.

Oι δυσκολίες της επεξήγησης

Έτσι που επισπεύδεται ο ρυθμός νομοθέτησης σε μέτωπα με οικονομικό περιεχόμενο, ένα στοιχείο που χρειάζεται να του δοθεί έγκαιρα σημασία είναι η επεξήγηση των κινήσεων. Την έχουν στην Ελλάδα οι πολιτικοί μας την συνήθεια – κι από δίπλα την έχουμε κολλήσει κι εμείς την ασθένεια... - να προσεγγίζουν τα λαμβανόμενα μέτρα με βάση το αν και κατά πόσον ανταποκρίνονται στις προγραμματικές τους θέσεις. ή πάλι να τα αξιολογούν ως ανατροπή ή/και διόρθωση των προηγουμένων. ή ακόμη-ακόμη να τα προβάλλουν ως υλοποίηση ιδεολογικών αν μη θεωρητικών τοποθετήσεων. Πλην όμως ... η πρακτική ζωή είναι ακριβώς αυτό: πρακτική! Οπότε, όσο κι αν αυτό ακούγεται υπερβολικά προσγειωτικό για τις υψηλές πτήσεις της πολιτικής, χωρίς επεξήγηση του πώς μια ρύθμιση θα λειτουργήσει, πώς ανταποκρίνεται σε ανάγκες, πώς προσπερνά προβλήματα, χαμένος χρόνος!
Ας ξεκινήσουμε με το μέτωπο των (υπό παράταση αλλά και υπό τροποποίηση) «120 δόσεων», καθώς αυτό αγγίζει πολύν κόσμο. Και όπου οι ασάφειες, δυσλειτουργίες και παρεξηγήσεις κινδυνεύουν να δημιουργήσουν εμπλοκή και πρόβλημα εκεί που η προσδοκία ήταν ακριβώς για εκτόνωση και λύση. Αν οι οφειλέτες με αληθινά άξια προς ρύθμιση χρέη – «το σύστημα» σε βγάζει κόκκινο ακόμη και για οφειλές λίγων ευρώ: γνωστό, αλλά κανείς δεν φρόντισε να βγάλει προς τα έξω το ότι δεν είναι δυνατόν το 1/3 όλων των Ελλήνων, βρεφών συμπεριλαμβανομένων, είναι οφειλέτες με καθυστέρηση! - είναι 1,2-1,5 εκατομμύρια, είναι αυτονόητο ότι η ρύθμιση έχει μεγάλη πρακτική σημασία. Μετά από 10 χρόνια κρίσης, πάντως 7 χρόνια βαθιάς κρίσης. Μέχρι τώρα, η πολιτικά βολική διέξοδος από το εμφανές μπλοκάρισμα του μηχανισμού, με κάπου 300.000 να έχουν προσέλθει για ρύθμιση με την προθεσμία να κλείνει, ήταν η προαναγγελία παράτασης (κατά 1 μήνα) και οι μικρο-διαρρυθμίσεις (π.χ. μείωση της ελάχιστης μηνιαίας δόσης στα 20 ή 15 ευρώ), ή πάλιν η ήπια αντιπαράθεση με την Τρόικα/τους Θεσμούς για την παράταση αλλά και για το τι θα συμβαίνει άμα χάνεται μια δόση (δυσανάλογα μεγάλο κόστος επανυπαγωγής). Όμως τίποτε από αυτά δεν βοηθάει – αληθινά – στην εξυγίανση της κατάστασης αβεβαιότητας που έχει προκύψει.
Πρακτικές πτυχές, όπως το αν όσοι είχαν αρχικά υπαχθεί σε ρύθμιση (προεκλογικά, ας το πούμε έτσι) χρειάζονταν να επανυποβάλουν προκειμένου να έχουν την δυνατότητα επίτευξης κουρέματος των προσαυξήσεων, με χρήση της ευχέρειας προκαταβολής, δεν επεξηγήθηκαν αποτελεσματικά στις εκατοντάδες χιλιάδες των ενδιαφερομένων. Ακόμη πιο λειτουργικές πλευρές, όπως π.χ. η δυσχέρεια καθορισμού των οφειλόμενων ποσών από ασφαλιστικές εισφορές, στο σκέλος ΕΦΚΑ, όταν τα ηλεκτρονικά συστήματα «δεν μιλούν μεταξύ τους», ή και η παραπομπή στην Εφορία αντί της πλατφόρμας) για την ρύθμιση φορολογικών, έχουν μπλοκάρει πολύν κόσμο. Ενώ τα παράπονα για τραπεζικούς λογαριασμούς που δεν ξεμπλοκάρουν παρόλο που η ρύθμιση έχει γίνει – η απάντηση ότι υπάρχουν μπλοκαρισμένοι συνδικαιούχοι δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις – έχουν δηλητηριάσει την φήμη της ρύθμισης. Και τούτο ενώ οι αντιρρήσεις της Τρόικας (που μιλούσε για μαύρη τρύπα/διαρροή άμεσων εσόδων) έχουν πάει πίσω...
Προηγούμενες φάσεις της «πλατφόρμας Κουρμούση» , την εποχή του εξωδικαστικού, είχαν συνδυαστεί με εκτεταμένες καμπάνιες πληροφόρησης/ευαισθητοποίησης. (Άλλο αν ο εξωδικαστικός πήγε μέτρια, λόγω απροθυμίας των Τραπεζών). Στην περίπτωση των «120 δόσεων» η επεξήγηση έλλειψε.
Ας περάσουμε τώρα σ' ένα ακόμη πιο σημαντικό μέτωπο: προωθείται η νομοθετική βάση, που θα επιτρέψει να γίνουν ουσιαστικά βήματα στον αφοπλισμό της εναπομένουσας βόμβας η οποία κάνει τικ-τακ, τικ-τακ στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας μετά την έξοδο από τα Μνημόνια. Φυσικά αναφερόμαστε στα κόκκινα δάνεια – τα οποία περισσότερο συζητιούνταν και διεκτραγουδούνταν τα τελευταία χρόνια, παρά προχωρούσε σε έκταση η ρύθμισή τους. Τώρα, με SSM και DGComp να έχουν δώσει (;) τελικό πράσινο φως σε σχήμα APS/Asset Protection, με εγγύηση του Δημοσίου για ένα τμήμα (το ασφαλέστερο) των υπό προτεινόμενη τιτλοποίηση δανείων των συστημικών – εγγύηση για ένα 18μηνο, δε, άρα με περιορισμένο ορίζοντα ως φαίνεται – εκείνο που πάει να γίνει γνωστό ως «λύση Ζαββού» αναμένεται να προχωρήσει. Άμεσα.
Εκείνο που χρειάζεται να επεξηγηθεί εδώ, για να παρακολουθήσουμε την συνέχεια η οποία θα παίξει κεντρικό ρόλο και στην 4η μεταΜνημονιακή αξιολόγηση, είναι ότι το σχήμα αυτό θα χρειαστεί (α) την ψήφο εμπιστοσύνης των αγορών, που θα εκδηλωθεί με τα επιτόκια τα οποία θα ζητηθούν, αλλά και (β) την προσέλευση των συστημικών τραπεζών στο σχήμα. Τίποτε δεν θα είναι εύκολο: τουλάχιστον ας μην δαπανήσουμε χρόνο στο... γιατί προκρίθηκε το σχήμα ΤΧΣ/Τσακαλώτου/εγγυήσεων από το cash buffer αντί για εκείνο ΤτΕ/αναβαλλόμενου φόρου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 25/9/2019. 

Ενεργειακή παρέκβαση

Κανονικά, το ειδησεογραφικό προσκήνιο των ημερών θα μας οδηγούσε προς την κατεύθυνση της έξαρσης των τιμών του αργού, μετά τις επιθέσεις (με drones) στις πετρελαιοπηγές της Σαουδικής Αραβίας. Εξέλιξη που – πέρα από το άμεσο αποτέλεσμα να περικοπεί η άντληση Σαουδαραβικού αργού, έσπειρε νέες ανησυχίες για την κατάσταση στην Μέση Ανατολή, με τις ΗΠΑ να στοχοποιούν το Ιράν κοκ. Ή πάλι, στην δική μας μικρή σκηνή θα έπρεπε να στραφούμε στην άφιξη των τεχνικών κλιμακίων της Τρόικας/Τετραμερούς/Θεσμών, που ξεκινάει τον ανήφορο της τέταρτης μεταΜνημονιακής αξιολόγησης.
Όμως, η πρώτη – μεγάλη – αναταραχή βρίσκεται σε τόσο αβέβαιη εξέλιξη, ώστε καλύτερα να περιμένει κανείς προτού επιχειρήσει καν να καταλάβει. Η δεύτερη – πολύ μικρότερη – πορεία μόλις αρχίζει: η Έκθεση της τέταρτης μεταΜνημονιακής αξιολόγησης θα προσγειωθεί στο Eurogroup μόλις τον Δεκέμβριο. Eνώ οι επικεφαλής των Θεσμών θα αρχίσουν να συρρέουν στην Αθήνα την επόμενη βδομάδα, ο δε Προϋπολογισμός 2020 (με τα στοιχεία Μεσοπρόθεσμου που ενδιαφέρουν ακόμη περισσότερο: υποθέσεις ρυθμού ανάπτυξης και στόχοι πρωτογενών πλεονασμάτων 2020-22...) θα σιγοψήνεται επι έναν ακόμη μήνα.
Γι αυτό, ας μας ακολουθήσει ο αναγνώστης σήμερα σε μια διαφορετική παρέκβαση – ενεργειακής φύσεως. Βέβαια, τα ενεργειακά είχαν ήδη βρεθεί με έναν έμμεσο τρόπο στο προσκήνιο τώρα τελευταία. Και στην επίσκεψη Κυριάκου Μητσοτάκη στο Βερολίνο, και στην παρουσία του ίδιου αλλά και του Αλέξη Τσίπρα στην ΔΕΘ. Και μάλιστα τα ενεργειακά προσεγγίστηκαν υπό το δίδυμο πρίσμα των επενδύσεων και του περιβάλλοντος.
Πράγματι, στο πλέγμα επενδυτικών σχεδιασμών που τέθηκαν επ' εσχάτων ως προτεραιότητα ο ενεργειακός τομέας βρέθηκε μπροστά και μάλιστα οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας με γερμανική μάλιστα επίνευση, που θυμίζει εκείνες τις τελικά ατυχήσασες πρωτοβουλίες Ρέσλερ/Σώϋμπλε-Παπακωνσταντίνου για φωτοβολταϊκά (το Πρόγραμμα Helios, που είχε ευλογηθεί μέχρι και σε Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ για «αντιστάθμιση της υφεσιακής πορείας της χώρας», εγκαταλείφθη διακριτικά-διακριτικά στα μέσα 2013 όταν καταδείχθηκε η οικονομική μη-βιωσιμότητα και η τεχνική προβληματικότητά του: μην ξεχνούμε!) με τα οποία θα γέμιζαν χαράδρες και ραχούλες και παλιά ορυχεία ανά την Ελλάδα. Ελπίζει κανείς, τώρα, να πρόκειται για κάτι πιο προσγειωμένο, καθώς μάλιστα η άλλοτε απαγορευτική στάση του ΣτΕ για άλλες μορφές ανανεώσιμων – ιδίως της αιολικής ενέργειας – άρχισε να προσγειώνεται.
Όμως στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος – στην παρουσία Τσίπρα στην ΔΕΘ, αυτό – η στροφή ΣΥΡΙΖΑ στα περιβαλλοντικά επεφύλαξε μια διαφορετική ενεργειακή έκπληξη. Επεξηγών ο Αλέξης Τσίπρας την νέα έμφαση της (ήδη) Αντιπολίτευσης στα περιβαλλοντικά, αναφέρθηκε και στην υπόθεση των ερευνών για φυσικό αέριο. Όπου – ας το χωνέψουμε καλά... - η θέση είναι ότι ναι μεν η Ελλάδα θα διεκδικήσει την αναζήτηση, ως εθνικού πλούτου, των υδρογονανθράκων σε Ιόνιο και Νότο Κρήτης, αλλά... το αν θα υπάρξει εκμετάλλευση των όποιων κοιτασμάτων (δηλαδή άντληση, υποθέτουμε) θα κριθεί αργότερα. Παράξενη θέση, που μπορεί να υποθέσει κανείς ότι θα αποσαφηνισθεί σταδιακά...
Όμως προχθές ο υπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος Κωστής Χατζηδάκης άκουσε από εκπροσώπους του ΣΕΒ σειρά ζητημάτων ενέργειας: και η μεν υπόθεση του κόστους της ενέργειας στην βιομηχανία αυτονόητη, όμως ενδιαφέρον είχαν οι αναφορές Θ. Φέσσα – με παρουσία και Β. Μυτιληναίου – σε απλούστευση των αδειοδοτικών διαδικασιών, καθώς «η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων». Όλα όμως διασυνδέονται: για να συναντηθεί με τον ΣΕΒ, ο Κ. Χατζηδάκης έχασε την συμμετοχή του στο Συνέδριο ΕΛΙΑΜΕΠ/Αμερικανικού Κολλεγίου. Όπου... θα είχε ακούσει τον πρέσβη των ΗΠΑ Τζέφφρυ Πάιατ να επαναβεβαιώνει πρόθεση της χώρας του να συμβάλει στην ενεργειακή μετάβαση της Ελλάδας, καθώς την τελευταία 3ετία το ενεργειακό είναι στην κορυφή της ατζέντας Ελλάδας-ΗΠΑ». συν, να αναφέρεται στην διεκδίκηση του πολλαπλά στρατηγικού λιμανιού Αλεξανδρούπολης και των ενεργειακών προσβάσεων Β. Ελλάδας.
Από δίπλα και τον (διάδοχο της Ιριτ μπεν Αμπα ως πρέσβεως του Ισραήλ) Γιόσι Αμράνι να μιλά για την καίρια συνεργασία των «3+1» με όρους Ανατολικής Μεσογείου (Ισραήλ-Ελλάδα-Κύπρος συν ΗΠΑ) αλλά και με το EastMed Gas Forum στο φόντο. Την συζήτηση προσγείωσε στην – πάντα προσγειωμένη... - πραγματικότητα ο πρέσβυς Θ. Θεοδώρου (Δ/ντής στην Διεύθυνση Μέσης Ανατολής/Β. Αφρικής του ΥΠΕΞ) δείχνοντας πώς η Άγκυρα σταθερά επιχειρεί όλον αυτόν τον καιρό των σχεδιασμών και κινήσεων επί του πεδίου να ασκήσει αρχικά επιρροή και εν συνεχεία έλεγχο στις πηγές ενέργειας.
Πάντως, στο συνέδριο ΕΛΙΑΜΕΠ περιφερόταν σε διάφορα επίπεδα και φάσεις η αίσθηση ότι – τελικά – η άγκυρα θα βρεθεί στο μεγάλο τραπέζι διαπραγμάτευσης: θα επανέλθουμε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 21/9/2019. 

Μέρες ανήφορου

Μετά την πρώτη επαφή της νέας Κυβέρνησης με το σύστημα των Βρυξελλών – αναφερόμαστε στο EuroWorking Group, που «έδωσε» έστω σε επίπεδο «αξιωματούχου της Ευρωζώνης» την προσδοκία δημοσιονομικού χώρου μέσω της δυνατότητας αξιοποίησης των επιστροφών από ANFAs και SMPs για επενδυτικούς σκοπούς – μετά και την σειρά τοποθετήσεων του Πρωθυπουργού στην ΔΕΘ – από τις οποίες κυρίως έμεινε πίσω η προσδοκία σταδιακής/πρόσθετης φορολογικής ελάφρυνσης, με την λογική «μερίσματος της επιτυχίας», σε περίπτωση υπεραπόδοσης στο σκέλος των εσόδων – η κυρίως πορεία μας οδηγεί στο αυριανό (13/9) Eurogroup , αλλά και στην βαθμιαία κατάρτιση του Προϋπολογισμού 2020.
Η παρουσία Μητσοτάκη άφησε πίσω μιαν αίσθηση προσεκτικής προσέγγισης. Η δημιουργία πλέγματος φορολογικών ελαφρύνσεων συνειδητά επεξηγήθηκε ως αναστροφή υπερφορολόγησης, πάντως διετήρησε όλες τις προηγηθείσες κινήσεις ελάφρυνσης: πρώτιστη η διατήρηση του αφορολόγητου, όμως με επιπλέον μείωση του εισαγωγικού συντελεστή από 22% σε 9% μέχρι τις 10.000 ευρώ (συν 1000 ευρώ πρόσθετο αφορολόγητο ανά παιδί) – όμως... με παράλληλη υποχρέωση παρουσίασης πρόσθετων ηλεκτρονικών συναλλαγών για το εισόδημα από 6.500 μέχρι τα σημερινά 8.636 ευρώ. Δεν δόθηκε μηντιακά έμφαση, όμως σαφής ήταν η προειδοποίηση για αυστηροποίηση της φορολογικής συμμόρφωσης στα χαμηλά κλιμάκια...
Δίπλα σ' αυτήν την κίνηση, ξαναείδαμε το πλέγμα φορολογικών πρωτοβουλιών που «αγκαλιάζουν» το ακίνητο – 3ετής αναβολή του ΦΠΑ στα νεόδμητα, αντίστοιχη αναβολή του φόρου υπεραξίας στην μεταβίβαση ακινήτων, 40% φορολογική έκπτωση στις δαπάνες ανακαίνισης κτιρίων – καθώς και εκείνων που αφορούν την υποχώρηση (από το 28% στο 24%) του φόρου εταιριών καθώς και (από 10%, σε 5%) του φόρου μερισμάτων. Αυτά τα βήματα είναι η λογική της αναπτυξιακής ένεσης. Διότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν αρνήθηκε τις παρατηρήσεις ότι υφεσιακά σύννεφα βρίσκονται πίσω από την Ευρωπαϊκή και την διεθνή οικονομία, αν και στοιχημάτισε ότι η Ελληνική περίπτωση «θα αποτελέσει ευχάριστη έκπληξη». Συνεπώς, πέρα από την πολιτική πτυχή της αλλαγής μείγματος με μείωση των φόρων, προκύπτει κατ' αυτόν και ανάγκη αντισταθμιστικής τόνωσης μέσα από την δημοσιονομική διαχείριση: πρόσθετο «επιχείρημα ανάγκης» στην φαρέτρα Χρ. Σταϊκούρα στο Eurogoup ώστε να αρχίσει – έστω! – η πορεία προς μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων.
Ας σημειωθεί εδώ ότι αν κανείς αθροίσει την υπέρβαση των στόχων στην δημοσιονομική διαχείριση Ιουλίου-Αυγούστου (κοντά στα 400 εκατ. ευρώ) με την προσδοκώμενη αποδοχή εκ μέρους των εταίρων της διάθεσης των επιστροφών κερδών από ANFAs/SMPs (γύρω στο 0,6% του ΑΕΠ για το 2020: ναι μεν θα είναι «για επενδυτικούς στόχους», αλλά ο Προϋπολογισμός ενιαίος είναι...), δημιουργείται μια βάση για τους σχεδιασμούς Σταϊκούρα. Δεν θα πάψει να αποτελεί ανήφορο η πορεία – γι αυτό άλλωστε δίνεται προς τα έξω η εικόνα σταδιακής μόνον ανακίνησης του θέματος των πρωτογενών πλεονασμάτων, με ενδιάμεσους σταθμούς «γνωριμίας» το αίτημα προς Eurogroup της πρόωρης αποπληρωμής των ακριβών δανείων ΔΝΤ και με διεξοδική παρουσίαση της βελτιωμένης αποδοχής των Ελληνικών χαρτιών από τις αγορές – όμως μια πορεία είναι...
Αμήχανη η μεταστροφή της θέσης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης από το «θα στηρίξουμε κάθε σοβαρή διεκδίκηση» μείωσης πρωτογενών πλεονασμάτων στις καταγγελίες για καθυστέρηση. Επειδή πάντως τις πολιτικά φορτισμένες ημέρες τα στοιχεία/τα νούμερα τείνουν να υποφέρουν, θα ακολουθήσουμε λίγο την σύσταση φίλου της στήλης να σταθούμε λίγο περισσότερο στις συνιστώσες του ρυθμού ανάπτυξης με βάση τον οποίο γίνεται – ούτως ή άλλως – αυτόν τον καιρό η συζήτηση. Θυμίζουμε: το β' 3μηνο «έγραψε» 1,9% (σε σύγκριση με πέρσι), επιτυγχάνοντας βελτίωση σε σχέση με το α΄3μηνο, πλην όμως αφήνοντας ένα α΄6μηνο συνολικά στο 1,5% (Η ΕΛΣΤΑΤ μείωσε σε 1,1% από 1,3% την εκτίμηση για το α΄3μηνο). Πιο ενδιαφέρον έχει όμως να δει κανείς τι είναι εκείνο που έδωσε αυτήν την επίδοση. Λοιπόν: η τελική καταναλωτική δαπάνη σημείωσε αύξηση 1,2%, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 5,4% (κατά 4% οι εξαγωγές αγαθών, ταχύτερα – κατά 6,9% - οι εξαγωγές υπηρεσιών). οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, όμως, πήγαν πίσω κατά 5,8%... Ακόμη πιο λεπτομερειακά, η διαμόρφωση της καταναλωτικής δαπάνης οφείλεται βασικά στην δημόσια δαπάνη, καθώς η δαπάνη των νοικοκυριών στο β΄3μηνο πήγε πίσω, -0,7%, ενώ οι φορείς του Δημοσίου είναι που τροφοδότησαν την ζήτηση. Προεκλογική και η καταναλωτική ανάσχεση των νοικοκυριών (αβεβαιότητα;) προεκλογική και η επιτάχυνση καταναλωτικής δαπάνης του Δημοσίου (παραδοσιακό αντανακλαστικό: μιλάμε για μισθούς/επιδόματα), άρα πόσο υγιής η ισορροπία; Όσο για το μετέωρο βήμα των επενδύσεων, ας σταθούμε στο ότι η αντίστοιχη περίοδος της περσινής χρονιάς ήταν ευκαιριακά αυξημένη (μέσα μεταφοράς-πλοία).

*Δημοσιιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 14/9/2019. 

Ένα σοσιαλδημοκρατικό μανιφέστο

1. Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο ισχυρά συνδικάτα και εργατικά κόμματα, για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού, κατόρθωσαν σε σημαντικό βαθμό να εξανθρωπίσουν το καπιταλιστικό σύστημα. Πιο συγκεκριμένα, κατόρθωσαν να εξαπλώσουν αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Ενδυνάμωσαν το κράτος δικαίου, έκαναν σταδιακά καθολικό το δικαίωμα ψήφου και έβαλαν τις βάσεις για ένα αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος. Αυτή ήταν η «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975).

2. Στη συνέχεια όμως, το απότομο άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 80 οδήγησε στη λεγομένη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Οδήγησε στην άμβλυνση της αυτονομίας του κράτους-έθνους. Κυρίως στην αδυναμία του να ελέγχει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Κάθε σοβαρός έλεγχος από κυβέρνηση και συνδικάτα οδηγούσαν τις επενδύσεις σε χώρες όπου τέτοιου είδους έλεγχοι ήταν αναποτελεσματικοί.

3. Μέσα σε αυτό το νέο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναγκάστηκαν να πλησιάσουν τις αγοροκρατικές αξίες και πρακτικές του νεοφιλελευθερισμού. Επιπλέον, με το πέρασμα στον μεταφορντικό τρόπο παραγωγής έχασαν ένα μέρος της εκλογικής τους βάσης, δηλαδή του βιομηχανικού προλεταριάτου. Μετατράπηκαν σε πολυσυλλεκτικά κόμματα απευθυνόμενα όχι μόνο στην αρχική εκλογική βάση τους, αλλά και στα μεσαία στρώματα. Αυτό οδήγησε σε μια κατάσταση όπου οι ανισότητες εκτινάχθηκαν στα ύψη και τα κοινωνικά δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων συρρικνώθηκαν. Για πολλούς η παραπάνω αλλαγή οφείλονταν λιγότερο στην παγκοσμιοποίηση και περισσότερο στην «προδοσία» των σοσιαλδημοκρατικών ελίτ. Οι τελευταίοι μετατράπηκαν σε «σοσιοφιλελεύθερους/μπλεριστές». Για άλλους όμως η αλλαγή πλεύσης οφείλονταν σε μια προσπάθεια επιβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας σε ένα πλαίσιο όπου οι σοσιαλδημοκρατικοί στόχοι ήταν πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθούν, κυρίως στο επίπεδο του κράτους-έθνους. Κατά αυτούς η σοσιαλδημοκρατία δεν πέθανε. Μπορεί να ξαναζωντανέψει. Έχει όντως αρχίσει να ξαναζωντανεύει, αφού στις πρόσφατες ευρωεκλογές τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που δεν πήγαν προς τα δεξιά πήραν την ανιούσα.

4. Στη συνέχεια όμως, μετά τις πρόσφατες προσπάθειες ταχύτερης ενοποίησης της ΕΕ, φάνηκε πιο καθαρά πως η επιστροφή σε έναν νέο τύπο χρυσής εποχής τη σοσιαλδημοκρατίας σε εθνικό επίπεδο δεν είναι πια εφικτή. Μόνο σε έναν ευρύτερο μεταεθνικό χώρο όπως αυτός της ευρωζώνης θα μπορούσε το σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα να προχωρήσει. Σε αυτό το επίπεδο εμφανίζονται σήμερα δύο διαφορετικές ενοποιητικές στρατηγικές: η μερκελική και η μακρονική. Η πρώτη στοχεύει σε μια ενοποίηση που θα συνεχίζει τον γερμανοκρατικό χαρακτήρα της ένωσης. Πράγμα που θα συνεχίσει να διασφαλίζει στην Γερμανία τα τεράστια πλεονεκτήματα σε σχέση με την οικονομικά πιο αδύναμη Γαλλία και τις λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου. Ο Μακρόν από την άλλη μεριά, παρά τον νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό της χώρα του, έχει αντιληφθεί πως ο μόνος τρόπος να υπερβεί την ανισορροπία δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας είναι το πέρασμα από μια γερμανοκρατική σε μια ευρωκεντρική ευρωζώνη. Σε μια ευρωζωνική ομοσπονδία βασισμένη όχι μόνο στον ανταγωνισμό, αλλά και στην αλληλεγγύη. Δηλαδή σε έναν μετασχηματισμό όπου, μεταξύ άλλων, το εντεινόμενο χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου θα αμβλυνθεί. Ο μόνος τρόπος να πετύχει κάτι τέτοιο είναι μια συμμαχία με τις λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες, κυρίως αλλά όχι μόνο, του ευρωπαϊκού Νότου. Αυτό δεν είναι τόσο απίθανο αν λάβει κανείς υπόψη πως ο Γάλλος πρόεδρος, μετά την σταδιακή αποχώρηση της Άνγκελα Μέρκελ και τις πρόσφατες παρεμβάσεις του (στο πρόβλημα του Αμαζονίου, στη συνεργασία με την Ρωσία κτλ.) δεν είναι μόνο ο πιο σοβαρός παίκτης στο ευρωπαϊκό, αλλά και σημαντικός στον παγκόσμιο πολιτικό χώρο.

5. Εάν η Ευρώπη κατορθώσει να ξεπεράσει τις τωρινές δομικές αδυναμίες της, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αλλά όχι ανέφικτο, θα μπορούσε να καταστεί μια συμπαγής παγκόσμια δύναμη. Μια δύναμη ικανή να γίνει, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, ο τρίτος σοβαρός παίκτης, αν όχι στη γεωπολιτική, στην κοινωνικοοικονομική παγκόσμια αρένα. Κάτι τέτοιο θα άμβλυνε τις βαρβαρότητες του νεοφιλελεύθερου αμερικανικού και του αυταρχικού κινεζικού καπιταλισμού.

6. Περνώντας τώρα στην σχέση της σοσιαλδημοκρατίας με άλλες ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, η άκρα Αριστερά που είναι βαθιά αντισυστημική είναι φυσικά εναντίον της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Εναντιώνεται επιπλέον στον καπιταλισμό γενικά. Προβλέπει πως είτε μέσω της επαναστατικής βίας είτε μέσω των εσωτερικών αντινομιών του καπιταλιστικού συστήματος αυτό σύντομα θα καταρρεύσει. Αυτό είναι μάλλον απίθανο. Αφού οι δυνάμεις που θέλουν να το διατηρήσουν είναι πολύ πιο ισχυρές από αυτές που θέλουν σύντομα να το ανατρέψουν. Άρα κάθε κινητοποίηση προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί στην ισχυροποίηση του status quo. Από την άλλη μεριά, η φιλοευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά έχει όλο και περισσότερο κοινά σημεία με τη σοσιαλδημοκρατική/σοσιαλιστική Κεντροαριστερά. Υπάρχουν βέβαια διαφορές αλλά και οι δύο συμφωνούν κατά βάση με τη μακρονική ενοποιητική στρατηγική. Θέλουν ταχύτερη ενοποίηση και την εφαρμογή μέτρων που θα αμβλύνουν τις γεωγραφικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ ευρωπαϊκού κέντρου και περιφέρειας. Πιο γενικά, σε ό,τι αφορά την κομματική δομή της ευρωζώνης μεταξύ των δύο βάρβαρων αλληλοσυνδεόμενων άκρων (του νεοφιλελευθερισμού που ακατάπαυστα θρέφει τον εθνολαϊκισμό) η σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά, η ριζοσπαστική φιλοευρωπαϊκή Αριστερά, τα πολικά φιλελεύθερα κόμματα του κεντρώου χώρου καθώς και τα ραγδαία ανερχόμενα πράσινα κόμματα έχουν, στη σημερινή συγκυρία, λιγότερο αντιθετικούς και περισσότερο συμπληρωματικούς στόχους. Στοχεύουν στον μεγαλύτερο πολιτικό έλεγχο των αγορών, κυρίως των χρηματιστηριακών που σήμερα οδηγούν στον λεγόμενο «καπιταλισμό καζίνο». Στοχεύουν επίσης στη μείωση των ανισοτήτων, στην ενδυνάμωση του συνεχώς συρρικνώμενου κοινωνικού κράτους και στην πιο ουσιαστική διαχείριση της κλιματικής αλλαγής.

7. Ο μόνος τρόπος μετάβασης σε ένα πιο ανθρώπινο μετακαπιταλιστικό σύστημα είναι η παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού που όπως υποστήριξε ο Μαρξ έχει και καταστροφικά αλλά και θετικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά την τωρινή παγκοσμιοποίηση (όχι αυτή του 19ου αιώνα), ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εντείνει τις ανισότητες και την κοινωνική περιθωριοποίηση στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες. Συγχρόνως όμως η διείσδυση των πολυεθνικών στην ημιπεριφέρεια και περιφέρεια του συστήματος μειώνει την απόλυτη φτώχεια σε βαθμό που σήμερα πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι έχουν αποφύγει την απόλυτη φτώχεια. Έχουν δηλαδή αποκτήσει το δικαίωμα σε μια ανθρώπινη επιβίωση. Πρόκειται για ένα επίτευγμα μοναδικό στη μακρόχρονη ιστορία του καπιταλισμού. Αν τα παραπάνω ισχύουν, είχε δίκιο ο σοσιαλδημοκράτης Eduard Bernstein που πριν από πολλά χρόνια τόνισε πως μόνο οι δυνάμεις που στοχεύουν σε έναν πιο αναπτυγμένο, σταδιακά μετασχηματιζόμενο καπιταλισμό (μέσω συνεταιριστικών και άλλων προοδευτικών διαδικασιών), θα μπορέσει η ανθρωπότητα να περάσει σε μια μετακαπιταλιστική, δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία.

8. Με την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, κυρίως της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης, σε ένα πλαίσιο όπου η λογική της αγοράς εξακολουθεί να υπερέχει των παγκόσμιων πολιτικών ελέγχων, η ανθρωπότητα μοιάζει με μια αμαξοστοιχία χωρίς φρένα που κατευθύνεται σε μια βιβλικού τύπου κλιματική και ανθρωπιστική καταστροφή. Μόνο με μια συμμαχία των προοδευτικών δυνάμεων που αναφέρονται πιο πάνω μπορεί να ξεπεραστεί το τωρινό αδιέξοδο. Αυτό ακούγεται σαν μια ουτοπία. Μπορεί όμως, αντίθετα με αυτή του Μαρξ, να πρόκειται για μια «ρεαλιστική ουτοπία». Για ένα κοινωνικό φαντασιακό για το οποίο αξίζει κανείς να αγωνίζεται.

Συμπέρασμα: Αντίθετα με αυτό που μερικοί πιστεύουν στον χώρο της Αριστεράς, η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει πεθάνει. Σήμερα ξαναζωντανεύει. Είναι ο μόνος δρόμος για ένα καλύτερο μέλλον.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 7/9/2019. 

Στιγμές Κορακοχωρίου

Πρώτα-πρώτα κάτι πολιτικό, αλλά μάλλον «καθησυχαστικό». Η σύναξη του Κορακοχωρίου – με Κώστα Σημίτη, Βαγγέλη Βενιζέλο, Νίκο Αλιβιζάτο, Γιάννη Βούλγαρη, με αντικείμενο/αφορμή την παρουσίαση του «Η Ελλάδα, μια χώρα παραδόξως νεωτερική» του τελευταίου – δεν προσέλαβε πολιτικό περιεχόμενο, όπως είχε συζητηθεί/κουτσομπολευτεί. δεν είχε πολιτικό ύφος, εκσυγχρονιστικές σφήνες στις διεργασίες του ΚΙΝΑΛ-ΠΑΣΟΚ κοκ. Όποιος έφτασε στο Κορακοχώρι, για μια όμορφη βραδιά στο εξαιρετικά φιλόξενο Κτήμα Μερκούρη (με φίλεμα από το σοβαρό κρασί τους), μετά από όχι-και-τόσο-εύκολη περιήγηση στα αγροτικά δρομάκια/μονοπάτια της τυπικά Πελοποννησιακά ρυμοτομημένης περιοχής του Κατάκολου, είχε την ευκαιρία μιας βραδιάς αναστοχασμού και συζήτησης. Με μια ωραία δύση πάνω-πίσω από τα πεύκα που λειτούργησαν ως φόντο του πάνελ, με ένα έντονο φεγγάρι να παίζει πίσω από τα σύννεφα.

Σταματούμε εδώ τα περιγραφικά, μην κατηγορηθούμε για ρομαντική/καλοκαιρινή διάθεση. Και πάμε σε δυο λόγια περιεχομένου, αυτής της αληθινά αξιόλογης βραδιάς (ας βγει ως βιβλιαράκι η συζήτηση: το αξίζει).

Δίνοντας τον λόγο στον Κώστα Σημίτη, ο Μιχάλης Μητσός των ΝΕΩΝ που συντόνιζε, θύμισε ήδη την ατάκα «δεν είμαστε καταδικασμένοι στην μιζέρια», η οποία ακριβώς προέκυψε από την γραφίδα του πρώην πρωθυπουργού. (Σημειωτέον, ότι λίγο νωρίτερα ο νυν πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην ΔΕΘ είχε ενσωματώσει παρόμοια διατύπωση στον λόγο του. Ο πολιτικός λόγος δεν έχει copyright). Με επιμέλεια γνήσιου βιβλιοπαρουσιαστή, ο Κώστας Σημίτης βοήθησε το κοινό να «διαβάσει» το βιβλίο του Βούλγαρη, να δει πώς προσπερνάει τις δυο σχολές κριτικής στην πορεία της Ελλάδας – εκείνη της μαρξιστικής προσέγγισης, με την έμφαση στην ανολοκλήρωτη οικονομική ένταξη στον καπιταλισμό και εκείνην της φιλελεύθερης κριτικής στις παραδοσιακές δομές που κράτησαν πίσω την ελεύθερη Ελλάδα. Αντίθετα, ο Βούλγαρης έρχεται να εξηγήσει πώς λόγοι γεωπολιτικοί ( οι οποίοι συνεχίζουν μέχρι και σήμερα, άλλωστε), εθνικές επιλογές διαχρονικές, καθώς και η ωρίμανση του Κράτους και των δομών δημοκρατικής λειτουργίας, έφεραν από νωρίς στοιχεία νεωτερικότητας.

Στην συνέχεια, ο Κ. Σημίτης ήρθε να τονίσει τον ρόλο που διαδραμάτισαν στην διαδικασία αυτή άνθρωποι οι οποίοι – διαχρονικά, πάλι – βρέθηκαν να έχουν σπουδάσει στην Ευρώπη, ενώ παραπέμποντας και στο βιβλίο της Λύντιας Τριχα για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη είδε και το πώς από πολύ νωρίς η απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό ήρθε και συνδυάστηκε με το αίτημα ανεξαρτησίας από τους τοπικούς άρχοντες: δεν είναι τυχαίο που, νωρίς στα χρόνια της Επανάστασης, οι Εθνοσυνελεύσεις συγκροτούνται από εκλεγμένους «πληρεξουσίους». ούτε ότι στο ελεύθερο Ελληνικό Κράτος έχουμε πολύ νωρίς εκλογές με άμεση καθολική ψηφοφορία, χωρίς κριτήρια μόρφωσης ή οικονομικής επιφάνειας. Επισήμανση άλλη: όταν γίνεται λόγος για Γαλλικό-Αγγλικό-Ρωσικό κόμμα, δεν είναι τόσο/δεν είναι μόνο η διάσταση διπλωματικής/πολιτικής επιρροής ή εξάρτησης από τις Μεγάλες Δυνάμεις, όσο η αντιπροσώπευση συμφερόντων αλλά και πολιτικών φιλοσοφιών που προβάλλεται: τα συμφέροντα των Ρουμελιωτών στρατιωτικών αλλά και η ορμή των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης. η Ευρωπαϊκή διανόηση και η εμπορική λειτουργία. η αντι-Διαφωτιστική συντήρηση και η επιρροή της Εκκλησίας, αντιστοίχως.

Ο Βαγγέλης Βενιζέλος, πάλι, υποσχόμενος ότι «ένα βιβλίο θα παρουσιάσουμε»! προς εκτόνωση των παραπολιτικών θεωριών για τις προθέσεις του Κορακοχωρίου, δεν παρέλειψε να δώσει πολιτικό στίγμα από το ξεκίνημα της παρέμβασής του συμπληρώνοντας τον τίτλο του Βούλγαρη: «... παραδόξως νεωτερική εις πείσμα της κοινωνίας της». Χαρακτηρίζοντας την προσέγγιση του Βούλγαρη επιστημολογική αναψηλάφηση, την συνέδεσε άλλωστε με την «άσκηση εθνικής αυτογνωσίας με την ευκαιρία των 200 χρόνων από την Επανάσταση». Και αυτός, επισκέφθηκε την αποστασιοποίηση του Βούλγαρη τόσο από την μαρξιστική προσέγγιση, της ατελούς υπαγωγής της ελεύθερης Ελλάδας στον καπιταλισμό/της απουσίας Ελληνικής αστικής τάξης όσο και την εκσυγχρονιστική-φιλελεύθερη, που με Αγγλοσαξωνική κυρίως ματιά μίλησε για ένα «σύμπλεγμα τυπολογικής κατωτερότητας». Επικαλέσθηκε εν συνεχεία ο Β. Βενιζέλος και την ματιά του ΠΑΣΟΚ, με την αντικατεστημένη ανάγνωση και αντιΔυτική τάση, με την αναφορά στην ξενική εξάρτηση και στην έννοια χώρας της Περιφέρειας, άρα μειωμένης κυριαρχίας. Που, γι αυτόν, οδήγησε στην εμπέδωση ότι δεν υπάρχει για τα προβλήματα/δεινά ευθύνη του έθνους, του λαού, της κοινωνίας...

Να μην παραλείψουμε την άλλη ατάκα Βενιζέλου: ενώ η Ελλάδα υπήρξε εργαστήριο της Ιστορίας (πρώτη αποτίναξη Οθωμανικού ζυγού, πρώτη εθνική ολοκλήρωση με αλλαγή συνόρων, πρώτο ρήγμα Δύσης/Ανατολής μετά τον Β' ΠΠ), κινδυνεύουμε συχνά να την προσεγγίζουμε ως καφενείο. Σ' αυτήν την περιπλάνηση του Βαγγέλη Βενιζέλου σε μια χώρα που συγχέει την νίκη με την ήττα και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε οφθαλμό της Γης και ψωροΚώσταινα – πράγμα που επηρεάζει ουσιαστικά και την ένταξή της στο διεθνές σύστημα... - εισέφερε ακόμη και την έκθεση των πρώτων δανείων του Αγώνα: ξεκίνησε η Ελλάδα με ένα στοίχημα των χρηματαγορών πάνω στην επιτυχία της, στοίχημα όμως που απετέλεσε και την πρώτη της αναγνώριση ως κρατικής οντότητας, μια δεκαετία προτού αυτή γίνει με διεθνείς συνθήκες...

Ο Νίκος Αλιβιζάτος, τέλος, στάθηκε και αυτός στο «παραδόξως» του βιβλίου του Βούλγαρη. Για να αναζητήσει στις «προωθητικές δυνάμεις» της Ελλάδας την πολιτική λειτουργία, την γεωπολιτική πραγματικότητα αλλά και τους θεσμούς, που έστω και εξ εισαγωγής από τα Ευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά και με ένταξή τους νωρίς στην κοινωνική αποδοχή, εκτοπίζουν ερμηνείες όπως της οικονομίας των θεωριών της εξάρτησης, της σχέσης Κέντρου/Περιφέρειας. Πρότεινε ο Αλιβιζάτος μιαν επανανάγνωση του ρόλου των δημοκρατικών λειτουργιών στην πράξη, παρά τις τρικυμίες της ιστορικής πορείας δυο αιώνων, παράλληλα και με την λειτουργία της οικογένειας αλλά και των πελατειακών δικτύων. Και στάθηκε ιδιαίτερα στο πόσο ενδογενής υπήρξε η άρνηση των αυταρχικών προσεγγίσεων, αλλά και η αποδοχή του εκτονωτικού – κάθε φορά – αποτελέσματος των εκλογών.

Πολιτικότερο στίγμα δεν μπορούσε να έχει αυτή η μη-πολιτική συνάντηση.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 10/9/2019. 

Ο εορτασμός των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση του 1821. Επιλογές και στόχοι

Η απόφαση για τον εορτασμό των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821 είναι ορθή, επιβεβλημένη και πολυσήμαντη, υπό τον όρο βέβαια να υπάρχει σαφής στόχευση. Πολλοί λόγοι συναινούν στην ουσιαστική αξιοποίηση αυτής της μοναδικής ιστορικής ευκαιρίας υπό την προϋπόθεση του σεβασμού της ιστορίας και της κατάλληλης προετοιμασίας για την απαραίτητη υπέρβαση. Το σημερινό αδιέξοδο πρέπει να λήξει.

Έτσι στις αρχές του 2021 ο ελληνισμός, απανταχού της γης, θα θυμηθεί, θα συγκινηθεί, θα γιορτάσει την επέτειο αυτή περήφανος και με αυτοπεποίθηση.

Ωστόσο παρελθόν χωρίς μέλλον δεν νοείται και γι αυτό θα πρέπει να προβάλουμε ταυτόχρονα τα οράματά μας για την επόμενη φάση. Ιστορικά ο ελληνισμός λειτούργησε με ισχυρή οικουμενική αποστολή και η μεγάλη συμβολή του στην δημοκρατία, στον πολιτισμό, στην παιδεία και στις τέχνες έχουν σημαδέψει την ανθρωπότητα. Η συνέχεια και η διαχρονικότητα εξάλλου μας χαρακτηρίζει ως ιστορικό έθνος αφού διανύσαμε πολλές χιλιετίες, με διάφορες κρατικές οντότητες και εθνική μας ιδιοπροσωπία έχει αναλυθεί και τεκμηριωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Γεωγραφία και ιστορία, εθνική θέληση και δημιουργικότητα συνθέτουν την εκπληκτική ιστορία του ελληνισμού. Αν η διχόνοια δεν είχε εμπεδωθεί το έθνος ήταν σε καλύτερη μοίρα.

Για τους αγωνιστές του 1821 το κύριο θέμα ήταν η εθνική απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, η εθνική ανεξαρτησία και η ελευθερία. Σήμερα το ζητούμενο είναι βέβαια άλλο. Η εσωτερική και η διεθνής συγκυρία είναι πρωτόγνωρη. Η βαθιά οικονομική κρίση που περνά η χώρα σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση των θεσμών, ο σκληρός ανταγωνισμός της παγκοσμιοποίησης και η αύξηση των ανισοτήτων δημιουργούν αστάθεια, συγκρούσεις, αβεβαιότητα. Επιπλέον οι επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή λόγω του ισχύοντος διεθνώς οικονομικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης είναι ορατές. Πώς θα συμβάλουμε ως ιστορικό έθνος στην επίλυση των εσωτερικών, αλλά και των διεθνών προκλήσεων; Ποιές είναι οι επιλογές και ποιοί οι στόχοι;

Σχετικά με την σημαντική απόφαση του εθνικού εορτασμού τίθενται συνεπώς πολλά ερωτήματα. Το θέμα δεν προσφέρεται για πολυδάπανες και ανούσιες φιέστες επικοινωνιακού χαρακτήρα, αντίθετα μάλιστα, με την χρήση των νέων τεχνολογιών η εμβέλεια των μηνυμάτων μπορεί να αυξηθεί, ενώ το κόστος της όποιας διοργάνωσης να ελαχιστοποιηθεί. Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι πολλά, όπως: Εορτασμός ελλαδικός ή και διεθνής; Μονοθεματικός, τοπικός ή δημιουργία νέων και χρήσιμων θεσμών και πολιτιστικών προϊόντων διαχρονικής αξίας, παιδείας και αισθητικής;

Η Ελλάδα είναι σήμερα μια ευρωπαϊκή ανεξάρτητη χώρα, μέλος ισχυρών διεθνών οργανισμών και παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή. Η χώρα μας με την ιστορική αυτή ευκαιρία αυτή θα κληθεί να δώσει το νέο της στίγμα, τα νέα της μηνύματα προς το εσωτερικό και το εξωτερικό, ενώ η διεθνής κοινότητα και βεβαίως ο άμεσος περίγυρος θα μας παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον. Μετά από μια δεκαετία κρίσης και αρνητικής προβολής έχουμε την ευκαιρία να στραφούμε προς το μέλλον και να προβάλουμε νέες ιδέες, ελπιδοφόρες προτάσεις. Η σύγκριση με την επιτυχή διοργάνωση από την χώρα μας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 είναι αναπόφευκτη, αλλά το ζήτημα τώρα είναι εντελώς διαφορετικό. Δεν πρόκειται για μια διεθνή εκδήλωση, για υποδοχή αθλητικών αντιπροσωπειών, για κατασκευή μεγάλων έργων. Πρόκειται όμως για γεγονός υψηλού συμβολισμού, όπου οι δυνάμεις του πολιτισμού και της δημιουργικότητας καλούνται να αναμετρηθούν με πολλές παθογένειες, την αδράνεια, τα αδιέξοδα, την παρακμή.

Το ζητούμενο είναι η υπέρβαση, γι αυτό και η έννοια της διεθνούς συνεργασίας είναι κρίσιμο στοιχείο, η συνεργασία εξάλλου επιβάλλεται από τη φύση του ελληνισμού, τα ισχυρά του δίκτυα και την παγκόσμια εμβέλειά τους.

Τώρα λοιπόν θα αναμετρηθούμε πρώτα με τον εαυτό μας, δεν γίνεται αλλιώς. "Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε", όπως έγραψε ο νομπελίστας ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης. Ποιοί είμαστε, τί θέλουμε και τί μπορούμε. Με την έννοια αυτή ο εορτασμός αυτός λόγω του χαρακτήρα του είναι διττός: εθνικός και παγκόσμιος, ελληνικός και οικουμενικός. Ο εορτασμός πρέπει να είναι στρατηγικά διττός, δηλαδή άσκηση αυτογνωσίας και εργαλείο σχεδιασμού για ένα φιλόδοξο εθνικό πρόγραμμα στραμμένο στο μέλλον. Πρόγραμμα που αφορά φυσικά τις σημερινές και τις μελλοντικές γενιές.

Γι αυτό ο δημόσιος διάλογος πρέπει να οργανωθεί με συστηματικό τρόπο, ώστε οι καλύτερες προτάσεις να συζητηθούν και να αξιολογηθούν έγκαιρα. Ολοι οι ενδιαφερόμενοι πολίτες, έλληνες και φιλέλληνες, όλοι οι επιστήμονες, καλλιτέχνες, διανοούμενοι θα κληθούν να καταθέσουν τις απόψεις τους. Μια Επιτροπή Εορτασμού με πρόσωπα κύρους θα συνδράμει τον δημόσιο διάλογο και θα συλλέξει τις προτάσεις που άρχισαν ήδη να διατυπώνονται στην Ελλάδα και στις πολλές εστίες του Ελληνισμού. Αντί λοιπόν για βιαστικές κινήσεις εντυπωσιασμού χρειάζεται σχέδιο που να αντανακλά τις φιλοδοξίες της χώρας για το μέλλον, τις προτάσεις της για μια νέα Πολιτεία που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής. Αυτή η επεξεργασία του νέου ελληνικού σχεδίου θα αποδώσει το ζητούμενο αν αξιοποιήσει την ιστορική ευκαιρία ενός νέου εθνικού στόχου σε συνθήκες διευρυμένης διεθνοποίησης. Η Ελλάδα με σχέδιο, με θάρρος, με αυτοπεποίθηση, με ελπίδα, με ευθύνη. Γιατί είναι βαριά η ιστορική ευθύνη.

Ο εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821 ξεκίνησε μια νέα εποχή στην περιοχή μας και δικαιώθηκε με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους-έθνους. Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε τώρα είναι η στείρα αντιπαράθεση σε ζητήματα που άπτονται πλέον της ιστορικής έρευνας και τεκμηρίωσης. Ας σεβαστούμε την Ιστορία, ας διδαχθούμε από τις μεγάλες στιγμές και τα λάθη μας κι ας εστιάσουμε στο μέλλον, αυτό χρειάζεται ο τόπος σήμερα. Αντί για κινήσεις εντυπωσιασμού χρειάζεται σχέδιο που να αντανακλά τις φιλοδοξίες της χώρας για το μέλλον.

Ως επισφράγισμα της προσπάθειας χρειάζεται βεβαίως κάτι ουσιαστικό, κάτι που να δίνει νόημα στη νέα αυτή αφετηρία. Γιατί το 2021 πρέπει να γίνει η αφετηρία μιας νέας εποχής. Η Ελλάδα μπορεί να προσφέρει στον εαυτό της και να συνεισφέρει στην ανθρωπότητα. Ο πολιτικός κόσμος οφείλει να αξιοποιήσει συναινετικά την εν εξελίξει διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και στις αρχές του 2021 να οργανωθεί ένα λυτρωτικό δημοψήφισμα. Ετσι θα ξεκινήσει η νέα εποχή, με το νέο Σύνταγμα της Δ′ Ελληνικής Δημοκρατίας και νέο εθνικό συμβόλαιο. Για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος και μια συνειδητή πανεθνική απόφαση αντιμετώπισης των μεγάλων προκλήσεων της εποχής. Βιώσιμη ανάπτυξη, δημογραφικό ζήτημα, παιδεία υψηλού επιπέδου, σύγχρονο κράτος.

Ας εστιάσουμε στον πολιτισμό, εκεί είναι η δύναμή μας, αυτό μας διακρίνει ιστορικά. Το κύριο σύνθημα ας είναι: Ελλάδα σημαίνει πολιτισμός, δημοκρατία, ανθρωπιά.

Έτσι θα τιμήσουμε ουσιαστικά το 1821 και τους αγωνιστές του, την μεγάλη εθνική εξέγερση και το παλλαϊκό αίτημα της ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

*Δημοσιεύτηκε στην huffingtonpost.gr στις 8/9/2019.