Σάββατο, 24 Αύγουστος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Να φτιάξουμε ανάχωμα στην Ακροδεξιά...

Μαζί με το Brexit είναι οι κίνδυνοι που εγκυμονούν για την εξέλιξη της Ευρώπης - Πολ Μέισον: Χρειάζεται ευρεία συνεργασία του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη - Στρατηγικός στόχος θα πρέπει να είναι η μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας.

Υπέρ της ανάγκης για συγκρότηση μιας ευρείας συνεργασίας των κομμάτων του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη (από τους σοσιαλιστές και τους ριζοσπάστες αριστερούς έως τους πράσινους) με στόχο τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας τάχθηκε ο γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος και πολιτειολόγος Πολ Μέισον σε συνέντευξή του στην ισπανική ιστοσελίδα ctxt.es, υποστηρίζοντας πως μια τέτοια κίνηση θα μεταμόρφωνε την Ε.Ε. και θα ύψωνε ένα ανάχωμα στην άνοδο της Ακροδεξιάς.

Ο γνωστός για την υποστήριξή στον αγώνα της Ελλάδας κατά των Μνημονίων δημοσιογράφος και εκ των συντακτών του προγράμματος του ηγέτη των Βρετανών Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν στη μακροσκελή συνέντευξή του αναφέρθηκε στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη όχι μόνο από την επέλαση των νέων μορφών εργασίας και οικονομικής απορρύθμισης που μεταφέρουν στην εξάπλωσή τους η παγκοσμιοποίηση και χρηματοοικονομικοποίηση (financialization) της πολιτικής, αλλά και από τους κινδύνους που εγκυμονούν για την εξέλιξη της ηπείρου το Brexit και η άνοδος της Ακροδεξιάς - αμφότερα απόρροιες της άφρονος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που ακολούθησαν οι Βρυξέλλες στα χρόνια της κρίσης όπως λέει.

Οι Εργατικοί και το Brexit

Αναφορικά με την ερώτηση για το εάν η Ε.Ε. δυνητικά θα αντιστρατευόταν με κάθε δύναμη τα μέτρα που θα λάμβανε μια υποθετική κυβέρνηση του Τζέρεμι Κόρμπιν, με εθνικοποιήσεις και αποκατάσταση της δημόσιας περιουσίας και του κοινωνικού κράτους, ο Μέισον επεκτάθηκε τονίζοντας πως μια νίκη του Κόρμπιν, σε συνδυασμό με τη στήριξη των προοδευτικών κυβερνήσεων της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, θα μπορούσε να οδηγήσει στη μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας και σε έναν μετασχηματισμό της Ε.Ε. με περισσότερο κοινωνικό προσανατολισμό.

Συγκεκριμένα, ο Π. Μέισον τόνισε: «Υπάρχουν ψηφοφόροι των Εργατικών που υποστηρίζουν το Lexit (ένα είδος Brexit της Αριστεράς), όμως ο Τζέρεμι Κόρμπιν δεν είναι ένας από αυτούς. Εκείνος αντιλήφθηκε γρήγορα πως μια έξοδος από την Ε.Ε. θα ευνοούσε τους δεξιούς -που είναι υπέρ της απορρύθμισης, των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και φιλοατλαντιστές- για να οδηγήσουν τη Βρετανία υπό τον αμερικανικό μανδύα προστασίας. Αυτό θα ήταν ένα αντιδραστικό αποτέλεσμα.

Σχέδιο για δεύτερο δημοψήφισμα

"Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως το ένα τρίτο των ψηφοφόρων μας στήριξαν το Brexit και πως εξακολουθούν να το στηρίζουν. Οι πενήντα έδρες που έχει ανάγκη η Αριστερά για να κατακτήσει την εξουσία ψήφισαν υπέρ του Brexit. Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να πούμε: Ναι, θα κάνουμε το Brexit. Δεν μας αρέσει, όμως εσείς το ψηφίσατε. Αυτό θα τους ανοίξει την πόρτα.

Θα πάμε σε μια έξοδο που θα αφήσει ανέγγιχτες τις θέσεις εργασίας και τη βιομηχανία, αρκετά ηπιότερη από εκείνο που σχεδιάζει η Τερέζα Μέι. Αυτή δεν είναι ικανή να κλείσει μια συμφωνία με το Κοινοβούλιο, πράγμα που θα προκαλέσει επανάσταση στους κόλπους της Δεξιάς όταν θα χρειαστεί να συμπήξουν με την Ε.Ε. μια συμφωνία στα πρότυπα της Νορβηγίας, με ελεύθερη διακίνηση. Αυτή η διαίρεση θα προκαλέσει ένα δεύτερο δημοψήφισμα, όπου θα ψηφίσουμε να παραμείνουμε".

Συμμαχία για αναθεώρηση της Λισσαβώνας

"Εάν καταφέρουμε να φέρουμε εις πέρας τούτο το σχέδιο, το επόμενο βήμα θα είναι να πάμε στις Βρυξέλλες και να ζητήσουμε τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας. Κι ευελπιστώ πως και η κυβέρνηση της Ισπανίας, εάν συνεχίσει να υφίσταται η άτυπη συμμαχία του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ με τον ηγέτη των Unidos Podemos Πάμπλο Ιγκλέσιας, θα μας στηρίξει. Εάν υπολογίσουμε τον Κόρμπιν, ελπίζοντας και στον Σάντσεθ και αναμφίβολα αν οι Πορτογάλοι του Αντόνιο Κόστα και η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα ζητήσουν τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου, τότε θα έχουμε μια διαφορετική Ευρώπη».

Κύριος αντίπαλος η Ακροδεξιά

Ερωτηθείς για το ποια είναι η γνώμη του σχετικά με την ευρωπαϊκή πρόταση της Diem25 του Γ. Βαρουφάκη ως εναλλακτική παρουσία της Αριστεράς στις επερχόμενες ευρωεκλογές, ο Πολ Μέισον απάντησε: «Είναι μια ενδιαφέρουσα χειρονομία, αλλά δεν με ενθουσιάζει. Αυτό που πραγματικά θα με ενθουσίαζε θα ήταν μια συμμαχία της Αριστεράς του Ευρωκοινοβουλίου (GUE/NGL) με τα σοσιαλιστικά κόμματα και τους Πράσινους.

Ο κύριος αντίπαλος δεν είναι πλέον ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός. Είναι η
Ακροδεξιά. Και σε ορισμένες χώρες υπάρχει κίνδυνος να υπερισχύσουν. Κι όπως έχω πει, είναι ορατός ο κίνδυνος η Ακροδεξιά να συμμαχήσει με τους συντηρητικούς. Επίσης, είναι σύμμαχοι και με τη Ρωσία του Πούτιν, συνεπώς υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι για τη χειραγώγηση των ευρωεκλογών προκειμένου να δοθεί ώθηση στη Δεξιά και να προκληθεί θεσμική κρίση εάν ούτε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ούτε και οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές επιτύχουν αυτοδυναμία. Εκείνο που εγώ θα πρότεινα στους Σάντσεθ, Ιγκλέσιας, στον Κόρμπιν, στο Σιν Φέιν στην Ιρλανδία και στο Ολλανδικό Εργατικό Κόμμα -που έχει δύναμη μόλις 4%-, είναι να συμπήξουν μια κόκκινο/πράσινη συμμαχία».

*Δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" στις 18/12/2018. 

Ένα Μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης. Μία πρωτοβουλία του Τομά Πικετί

Ο Τομά Πικετί και μια ομάδα Ευρωπαίων ακαδημαϊκών, διανοουμένων και ερευνητών καταθέτουν μια πρόταση-μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό των ευρωπαϊκών θεσμών και των ασκούμενων πολιτικών, με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τον δικαιότερο καταμερισμό των δημοσιονομικών βαρών και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της προσφυγικής και περιβαλλοντικής κρίσης.

To Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ αναδημοσιεύει μεταφρασμένη την εισαγωγή του 50σέλιδου κειμένου, που μπορεί να διαβαστεί σαν μια ενδιαφέρουσα συμβολή στον ευρύτερο διάλογο για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης.

Το ΕΝΑ επικοινώνησε με το Γάλλο Aναπληρωτή Καθηγητή του Berkeley και έναν εκ των υποστηρικτών του Μανιφέστου, Gabriel Zucman. «Εάν θέλουμε να σώσουμε τα ευρωπαϊκά ιδεώδη, τότε πρέπει να εκδημοκρατίσουμε τώρα την Ευρώπη. Αυτό το Μανιφέστο περιλαμβάνει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Διαβάστε το, σκεφτείτε και υπογράψτε το!» ήταν το μήνυμα που έστειλε.

Μανιφέστο για τον Εκδημοκρατισμό της Ευρώπης

Εμείς, οι Ευρωπαίοι πολίτες, με διαφορετικό υπόβαθρο και από άλλες χώρες, εκκινούμε σήμερα αυτή την έκκληση για τη σε βάθος αναμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών και πολιτικών. Αυτό το Μανιφέστο περιέχει συγκεκριμένες προτάσεις, ειδικότερα ένα σχέδιο Συνθήκης Εκδημοκρατισμού (Democratization Treaty) και ένα Σχέδιο Προϋπολογισμού (Budget Project), τα οποία μπορούν να υιοθετηθούν και να εφαρμοστούν από τις χώρες που το επιθυμούν, χωρίς καμία να μπορεί να μπλοκάρει όσες θέλουν να προχωρήσουν. Μπορεί να υπογραφεί διαδικτυακά (www.tdem.eu) από όλους τους Ευρωπαίους πολίτες που ταυτίζονται με αυτό. Μπορεί να τροποποιηθεί και να βελτιωθεί από οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα.

Μετά το Brexit και την εκλογή αντιευρωπαϊκών κυβερνήσεων ως επικεφαλής αρκετών κρατών-μελών, δεν είναι πλέον δυνατόν να συνεχίσουμε όπως πριν. Δεν μπορούμε απλώς να περιμένουμε τις επόμενες αποχωρήσεις ή την περαιτέρω διάλυση χωρίς να κάνουμε θεμελιώδεις αλλαγές στη σημερινή Ευρώπη.

Σήμερα η ήπειρός μας βρίσκεται ανάμεσα, από τη μία, σε πολιτικά κινήματα των οποίων το πρόγραμμα περιορίζεται στην εκδίωξη αλλοδαπών και προσφύγων, ένα πρόγραμμα που έχουν αρχίσει να θέτουν σε ισχύ, και, από την άλλη, σε κόμματα τα οποία ισχυρίζονται ότι είναι ευρωπαϊκά αλλά στην πραγματικότητα συνεχίζουν να θεωρούν ότι ο σκληρός πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού και η διάδοση του ανταγωνισμού παντού (κράτη, επιχειρήσεις, επικράτειες και άτομα) αρκούν για να καθορίσουν ένα πολιτικό σχέδιο. Δεν αναγνωρίζουν με κανέναν τρόπο ότι ακριβώς αυτή η έλλειψη κοινωνικής προοπτικής οδηγεί στο αίσθημα της εγκατάλειψης.

Υπάρχουν κάποια κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που προσπαθούν να σταματήσουν αυτόν το θανάσιμο διάλογο, κινούμενα στην κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού θεμελίου για την Ευρώπη. Έπειτα από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης δεν λείπουν αυτές οι κρίσιμες, ειδικά ευρωπαϊκές, καταστάσεις: Ανεπαρκείς διαρθρωτικές επενδύσεις στον δημόσιο τομέα -ιδιαίτερα στους τομείς της κατάρτισης και της έρευνας, αύξηση της κοινωνικής ανισότητας, επιτάχυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και κρίση στην υποδοχή μεταναστών και προσφύγων. Αυτά τα κινήματα όμως έχουν συχνά δυσκολία στο να διαμορφώσουν ένα εναλλακτικό εγχείρημα και να περιγράψουν το πώς θα ήθελαν να οργανώσουν την Ευρώπη του μέλλοντος, καθώς και τη συγκεκριμένη υποδομή λήψης αποφάσεων γι' αυτή.

Εμείς, οι Ευρωπαίοι πολίτες, δημοσιεύοντας αυτό το Μανιφέστο, τη Συνθήκη και τον Προϋπολογισμό, προχωρούμε σε συγκεκριμένες προτάσεις, δημόσια διαθέσιμες σε όλους. Δεν είναι τέλειες, αλλά έχουν την αξία της ύπαρξης. Το κοινό μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές και να τις βελτιώσει. Βασίζονται σε μια απλή πεποίθηση: Η Ευρώπη πρέπει να χτίσει ένα πρωτότυπο μοντέλο που να διασφαλίζει τη δίκαιη και διαρκή κοινωνική ανάπτυξη των πολιτών της. Ο μόνος τρόπος για να τους πείσει είναι να εγκαταλείψει τις αόριστες και θεωρητικές υποσχέσεις. Εάν η Ευρώπη θέλει να αποκαταστήσει την αλληλεγγύη με τους πολίτες της, μπορεί να το κάνει μόνο παρέχοντας συγκεκριμένες αποδείξεις ότι είναι σε θέση να καθιερώσει μια συνεργασία μεταξύ των Ευρωπαίων, κάνοντας αυτούς που έχουν κερδίσει από την παγκοσμιοποίηση να συμβάλουν στη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών που λείπουν σήμερα από την Ευρώπη. Αυτό σημαίνει να κάνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις να εισφέρουν περισσότερα προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τους πλουσιότερους φορολογούμενους να πληρώνουν περισσότερα από τους φτωχότερους. Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα.

Οι προτάσεις μας βασίζονται στη δημιουργία ενός Προϋπολογισμού για τον εκδημοκρατισμό ο οποίος θα συζητηθεί και θα ψηφιστεί από μια κυρίαρχη Ευρωπαϊκή Συνέλευση (European Assembly). Αυτό θα επιτρέψει επιτέλους στην Ευρώπη να εξοπλιστεί με ένα δημόσιο θεσμικό όργανο που θα είναι σε θέση να αντιμετωπίζει άμεσα τις κρίσεις και να δημιουργεί ένα σύνολο θεμελιωδών δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών στο πλαίσιο μιας διαρκούς και βασισμένης στην αλληλεγγύη οικονομίας. Με αυτόν τον τρόπο, η υπόσχεση που έχει δοθεί ήδη από τη Συνθήκη της Ρώμης για «βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας» θα αποκτήσει τελικά νόημα.

Αυτός ο Προϋπολογισμός, εάν το επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Συνέλευση, θα χρηματοδοτηθεί από τέσσερις βασικούς ευρωπαϊκούς φόρους, έμπρακτες ενδείξεις αυτής της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Οι φόροι αυτοί θα ισχύουν για τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, για τα υψηλότερα εισοδήματα (άνω των 200.000 ευρώ ετησίως), τους ιδιοκτήτες/κατόχους του μεγαλύτερου πλούτου (άνω του 1 εκατ. ευρώ) και τις εκπομπές άνθρακα (με κατώτατη τιμή 30 ευρώ ανά τόνο).

Εάν καθοριστεί στο 4% του ΑΕΠ, όπως προτείνουμε, ο Προϋπολογισμός αυτός θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την έρευνα, την κατάρτιση και τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα για την αλλαγή του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, καθώς και την υποδοχή και ενσωμάτωση των μεταναστών και των συμμετεχόντων στη λειτουργία του μετασχηματισμού. Θα μπορούσε να δώσει επίσης κάποιο περιθώριο στα κράτη-μέλη ώστε να μειώσουν την αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση (regressive taxation) που επιβαρύνει τους μισθούς ή και την κατανάλωση.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι η δημιουργία μιας «Ευρώπης μεταβιβαστικών πληρωμών», η οποία θα επιδίωκε να πάρει χρήματα από τις «ενάρετες» χώρες για να τα δώσει στις λιγότερο ενάρετες. Το εγχείρημα για μια Συνθήκη Εκδημοκρατισμού (www.tdem.eu) το εκφράζει αυτό ρητά, περιορίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στις εκπίπτουσες δαπάνες και στο εισόδημα που καταβάλλεται από μια χώρα στο όριο του 0,1% του ΑΕΠ της. Αυτό το όριο μπορεί να αυξηθεί μόνο στην περίπτωση που υπάρξει συναίνεση για το σκοπό αυτό, αλλά το πραγματικό ζήτημα είναι αλλού: Είναι πρωτίστως ζήτημα περιορισμού των ανισοτήτων στις διάφορες χώρες και επένδυσης στο μέλλον όλων των Ευρωπαίων, αρχίζοντας βεβαίως από τους νεότερους, χωρίς να προτιμάται κάποια συγκεκριμένη χώρα. Αυτός ο υπολογισμός αποκλείει τις δαπάνες που ωφελούν εξίσου όλες τις χώρες, όπως οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Επειδή θα χρηματοδοτεί ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά προς όφελος όλων των χωρών, ο Προϋπολογισμός για τον εκδημοκρατισμό ενισχύει de facto τη σύγκλιση μεταξύ αυτών.

Επειδή πρέπει να δράσουμε γρήγορα αλλά και να βγάλουμε την Ευρώπη από το σημερινό τεχνοκρατικό αδιέξοδο, προτείνουμε τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Συνέλευσης. Αυτή θα επιτρέψει στους νέους ευρωπαϊκούς φόρους να συζητηθούν και να ψηφιστούν, όπως και ο Προϋπολογισμός για τον εκδημοκρατισμό. Η Ευρωπαϊκή αυτή Συνέλευση μπορεί να ιδρυθεί χωρίς να αλλάξουν οι ισχύουσες ευρωπαϊκές Συνθήκες.

Θα πρέπει ασφαλώς να επικοινωνεί με τα σημερινά θεσμικά όργανα λήψης αποφάσεων (ιδιαίτερα με το Eurogroup, στο πλαίσιο του οποίου οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συνεδριάζουν άτυπα κάθε μήνα). Αλλά σε περιπτώσεις διαφωνίας, η Συνέλευση θα έχει τον τελικό λόγο. Σε διαφορετική περίπτωση, η ικανότητά της να αποτελέσει τόπο για έναν νέο διεθνικό, πολιτικό χώρο, όπου κόμματα, κοινωνικά κινήματα και ΜΚΟ θα μπορέσουν επιτέλους να εκφραστούν, θα ετίθετο σε κίνδυνο. Θα διακυβευόταν εξίσου η πραγματική αποτελεσματικότητά της, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι να εξαλείψουμε από την Ευρώπη την αιώνια αδράνεια των διακυβερνητικών διαπραγματεύσεων. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο κανόνας της δημοσιονομικής ομοφωνίας που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εμποδίσει εδώ και χρόνια την υιοθέτηση οποιουδήποτε ευρωπαϊκού φόρου και διατηρεί την αιώνια καταφυγή στο δημοσιονομικό ντάμπινγκ από τους πλουσίους και τους πιο ευέλικτους, μια πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παρ' όλες τις διακηρύξεις. Αυτό θα συνεχιστεί εάν δεν δημιουργηθούν άλλοι κανόνες λήψης αποφάσεων.

Με δεδομένο ότι αυτή η Ευρωπαϊκή Συνέλευση θα έχει την ικανότητα να υιοθετεί φόρους και να μπαίνει στον πυρήνα του δημοκρατικού, οικονομικού και κοινωνικού συμβολαίου των κρατών-μελών, είναι σημαντικό να εμπλέξουμε πραγματικά τα μέλη των εθνικών και του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Παρέχοντας κεντρικό ρόλο στα εθνικά εκλεγμένα μέλη, οι εθνικές βουλευτικές εκλογές θα μετατραπούν de facto σε ευρωπαϊκές. Τα εθνικά εκλεγμένα στελέχη δεν θα μπορούν πλέον να αποδίδουν την ευθύνη στις Βρυξέλλες και δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τα σχέδια και τους προϋπολογισμούς που προτίθενται να υπερασπιστούν στη Συνέλευση. Συγκεντρώνοντας τους βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων και τους ευρωβουλευτές σε μία Συνέλευση, θα δημιουργηθεί μια κουλτούρα συγκυβέρνησης, η οποία αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο μεταξύ των αρχηγών κρατών και των Υπουργών Οικονομικών.

Γι' αυτό προτείνουμε στη Συνθήκη Εκδημοκρατισμού, που είναι διαθέσιμη διαδικτυακά (www.tdem.eu), το 80% των μελών της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να προέρχεται από μέλη των εθνικών αντιπροσωπειών των χωρών που θα υπογράψουν τη Συνθήκη (σε αναλογία με τον πληθυσμό των χωρών και των πολιτικών ομάδων) και το 20% από το σημερινό Ευρωκοινοβούλιο (αναλογικά προς τις πολιτικές ομάδες). Αυτή η επιλογή αξίζει περαιτέρω συζήτηση. Συγκεκριμένα, το σχέδιό μας θα μπορούσε να λειτουργήσει με μικρότερο ποσοστό εθνικά εκλεγόμενων βουλευτών (π.χ. 50%). Αλλά κατά την άποψή μας, η υπερβολική μείωση του ποσοστού αυτού θα μπορούσε να περιορίσει τη νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να περιλαμβάνει όλους τους Ευρωπαίους πολίτες στην κατεύθυνση ενός νέου Κοινωνικού και Δημοσιονομικού Συμφώνου, ενώ οι συγκρούσεις δημοκρατικής νομιμοποίησης μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών εκλογών γρήγορα θα υπονόμευαν το εγχείρημα.

Τώρα πρέπει να δράσουμε γρήγορα. Παρόλο που θα ήταν επιθυμητό όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμμετάσχουν χωρίς καθυστέρηση στο εγχείρημα και ενώ θα ήταν προτιμότερο οι τέσσερις μεγαλύτερες χώρες της Ευρωζώνης (οι οποίες, μαζί, αντιπροσωπεύουν πάνω από το 70% του ΑΕΠ και του πληθυσμού) να το υιοθετήσουν ολοκληρωτικά, το εγχείρημα στο σύνολό του έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι νομικά και οικονομικά αποδεκτό και να εφαρμόζεται από οποιοδήποτε υποσύνολο χωρών το επιθυμεί. Αυτό το σημείο είναι σημαντικό, επειδή επιτρέπει σε χώρες και κοινωνικά κινήματα που το επιθυμούν να εκφράσουν την προθυμία τους να σημειώσουν πολύ συγκεκριμένη πρόοδο, υιοθετώντας το εγχείρημα ή μια βελτίωσή του, αυτή τη στιγμή. Καλούμε κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα να αναλάβει τις ευθύνες του/της και να συμμετάσχει σε μια ενδελεχή και εποικοδομητική συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

* Το Μανιφέστο δημοσιεύθηκε στις 9/12/2018, παράλληλα σε Guardian, Le Monde, Der Spiegel, La Vanguardia, Gazeta Wyborcza, La Repubblicaκαι Politiken.

** Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 14/12/2018. 

Αντί Προϋπολογισμού, μια ματιά σε «μέλλον»

Κανονικά θα 'πρεπε τώρα, ημέρες Προϋπολογισμού (πέρασε με 154 έναντι 143, μετά από θυελλώδη άσχετη συζήτηση), να στεκόμαστε στο πώς θα καταλήξει η νέα αυτή φάση δικαστικού ακτιβισμού που διέλυσε το Δεύτερο Μνημόνιο (με πέντε χρόνια καθυστέρηση!). Κηρύσσοντας αντισυνταγματικές τις περικοπές δώρων Χριστουγέννων (μέρες που είναι..), Πάσχα και αδείας, επειδή έγιναν «μη- τεκμηριωμένα», δηλαδή χωρίς να εξετασθεί, «η ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών» αλλά και το αν οι εν λόγω περικοπές οδηγούν, αθροιζόμενες με προηγούμενες, σε «ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής κάτω του επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης». (Ποιων; Μα... των δημοσίων υπαλλήλων! Ποιών άλλων, νομίσατε;).
Αν τώρα η Ολομέλεια του ΣτΕ συμφωνήσει με το Τμήμα του και δεν επιβάλει κάποιου είδους «κόφτη», τότε οποιαδήποτε συζήτηση περί Προϋπολογισμού, περί πρωτογενών πλεονασμάτων κοκ χάνει κάθε νόημα.
Καλούμε λοιπόν τον αναγνώστη να κοιτάξει αλλού. Σε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί «φορέας μέλλοντος»• μόνον που θα χρειαστεί αυτήν την φορά να διαβάσει αρκετά νούμερα: ποσοστά συμμετοχής και διαχρονικές μεταβολές και πολλαπλασιαστές και στόχους.
Πάμε λοιπόν: Ιούνιο του 2017, η νεόκοπη τότε «Ελληνική Παραγωγή: Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη» – είχε παρουσιάσει, μαζί με το ΙΟΒΕ, στοχευμένη μελέτη για τον ρόλο της μεταποίησης στην εφεξής πορεία της Ελληνικής οικονομίας, έτσι όπως αυτή βρισκόταν (και δεν έπαψε να βρίσκεται) σε αναζήτηση αληθινής επανεκκίνησης (γιατί το χλωμό 2 -2,5% δεν αρκεί). Φέτος λοιπόν το ΙΟΒΕ κατήρτισε πολύ πιο διεξοδική μελέτη «Προκλήσεις και προοπτικές του τομέα της μεταποίησης», σε αναζήτηση για «Στρατηγικές παρεμβάσεις για ανάπτυξη». Ώστε «να αντιμετωπισθούν τα μεγάλα εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα».
Να σημειωθεί ότι και η ίδια η ΕΕ στηρίζει εδώ και κάποια χρόνια την λογική μιας επαναβιομηχάνισης, ενώ η έμφαση επί δύο δεκαετίες είχε στραφεί στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς οι περιβαλλοντικές ευαισθησίες συμπίεζαν κάθε ιδέα στήριξης προς την μεταποίηση. Στην ΕΕ ο στόχος συμμετοχής της μεταποίησης βρίσκεται ήδη στο 20% του ΑΕΠ (με την διαμόρφωση, μάλιστα, και με την δημόσια στήριξη ολοκληρωμένης στρατηγικής, παράλληλα με εκείνην της μετάβασης στην ψηφιακή εποχή αλλά και στην «κυκλική οικονομία»...).
Σε εμάς, όπου επί χρόνια πολλά η ίδια αναφορά σε «βιομηχανική πολιτική» ήταν σχεδόν απαγορευμένη και είχε υποκατασταθεί - με επίνευση Βρυξελλών - από «οριζόντιες πολιτικές», όταν ξεκινούσε η κρίση, το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ βρισκόταν στο 9% (βέβαια... του τότε ΑΕΠ, που σήμερα έχει χαθεί κατά το 1/4). Στην συνέχεια προέκυψε υποχώρηση γύρω στο 8,5% - το κατώτατο, 8,1% ,παρατηρήθηκε το 2015 - ενώ το 2016/17 βρίσκεται πλέον στο 8,7%. Κατά καιρούς έχει ακουστεί ως στόχος της συμμετοχής της βιομηχανίας ένα 12% του ΑΕΠ έως το 2020, στόχος που μάλλον ήταν εξαρχής υπεραισιόδοξος• ενώ αναφερόταν και 15% σε μακρότερο, απροσδιόριστο για την ώρα ορίζοντα.
Άμα κανείς σταθεί - όπως είχε κάνει, διεξοδικά, η μελέτη του Ιουνίου 2017 - στο οικονομικό αποτύπωμα της συνεισφοράς της μεταποίησης στο σύνολο της οικονομίας, βρίσκει ότι ο πολλαπλασιαστής της σε μια σειρά από επίπεδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Έτσι, αν πάει κανείς απευθείας στο ΑΕΠ συναντά πολλαπλασιαστή 2,8 - που οδηγεί σε επίδραση επί του συνολικού ΑΕΠ 31%. Όσον αφορά την προστιθέμενη αξία, ο πολλαπλασιαστής είναι 2,7 αποδίδοντας 32% της συνολικής Π.Α. Σε επίπεδο απασχόλησης, πάλι, ο αντίστοιχος πολλαπλασιαστής είναι 3,5 – αποδίδοντας 30% του συνόλου της απασχόλησης: σε απόλυτα μεγέθη, αυτά είναι 1,2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας – 360 χιλιάδες σε άμεση, 459 χιλιάδες σε έμμεση και 429 χιλιάδες σε προκλητή απασχόληση. Παραδίπλα, στο καταγραφόμενο ως κοινωνικό προϊόν (δηλαδή σε μισθούς, φόρους, εισφορές, σχηματισμό παγίου κεφαλαίου), με πολλαπλασιαστή 3,0 η απόδοση της μεταποίησης είναι 27%. Τέλος, άμα στοχεύσει κανείς τις επενδύσεις, ο πολλαπλασιαστής σε επίπεδο σχηματισμού παγίου κεφαλαίου είναι 3,6 οπότε αποδίδει 26% του συνολικού αντίστοιχου μεγέθους στην Ελλάδα (μεγέθους που παραμένει επικίνδυνα λαβωμένο, ενώ όλοι συμφωνούν ότι «πρέπει» να φύγει μπροστά άμα είναι να υπάρξει ουσιαστική ανάπτυξη). Όταν μάλιστα οι εξαγωγές του κλάδου αυξάνουν με ρυθμό 5% τον χρόνο σ' όλο το διάστημα 2009-17 (στα τρόφιμα και τα βασικά μέταλλα, μάλιστα, η τελευταία τριετία έδωσε +26%), τότε ένα «ποντάρισμα» στην μεταποίηση φαίνεται περισσότερο παρά λογικό.
Μόνο που - όπως παρατηρούσε ο Μιχάλης Στασινόπουλος , ως «Ελληνική Παραγωγή» - θα 'πρεπε ο κλάδος «να αποτελέσει έμπρακτα, και όχι απλώς διακηρυκτικά, εθνική προτεραιότητα». Και, το κυριότερο , «να βρίσκει συνομιλητές»...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 21/12/2018. 

Ξανασυζητώντας Προϋπολογισμό

Με διαφορετικό τρόπο παρουσίασε φέτος το Οικονομικό Επιμελητήριο τις θέσεις του επί του Προϋπολογισμού 2019 - ενός προϋπολογισμού που, ανεξαρτήτως πολιτικών χρωματισμών, μηντιακών προσεγγίσεων κοκ, έχει μιαν μοναδικότητα. Το «απαιτούνται ακόμη πολλά να γίνουν στην χώρα, ώστε να βγει οριστικά από την κρίση», με άμεση προειδοποίηση να μην υπάρξουν «προεκλογικές παροχές, που οδηγήσουν τα μεγέθη του Προϋπολογισμού», του Προέδρου του ΟΕΕ Κώστα Κόλλια μπορεί να ακούγεται προβλεπτό. Όμως η κατάθεση των θέσεων του ΟΕΕ, και μάλιστα το άνοιγμα της συζήτησης από ανθρώπους που έχουν/είχαν άμεση εμπλοκή στην κυλιόμενη διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» - Φραγκίσκο Κουτεντάκη, Πάνο Τσακλόγλου - η από πιο ακαδημαϊκής προσέγγισης - Παναγιώτη Πετράκη, Διονύση Χιόνη, Ναπολέοντα Μαραβέγια - αποτελεί χρήσιμη συνεισφορά.
Άμα απομακρύνουμε τους πολιτικούς χαρακτηρισμούς, έχουμε τον πρώτο Προϋπολογισμό (μετά από 8 ή 9 χρόνια) χωρίς την μνημονιακή δεσμευτικότητα - πλήρη δεσμευτικότητα. Την ίδια στιγμή έχουμε έναν Προϋπολογισμό με μια σημαντική, προεγκατεστημένη δέσμευση/constraint, εκείνην του 3,5% πρωτογενούς πλεονάσματος σε ορίζοντα 2022 και 2,2% κατά μέσο όρο μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι. Τρίτον, ήδη βρίσκεται ο Ελληνικός Προϋπολογισμός «απελευθερωμένος» μεν από τα Μνημόνια και την Τροϊκανή πειθαρχία, πλην όμως υπαγόμενος στην γενική διαδικασία εξέτασης/έγκρισης που ισχύει για όλες τις χώρες ΕΕ (όμως, όταν καλείσαι να κάνεις την ίδια άσκηση με την παραπάνω δέσμευση, δυσκολεύεσαι πρόσθετα). Υπάρχει και η άλλη δέσμευση, εκείνη των μεσοπρόθεσμων πλαισίων - αλλ' ας μείνουμε έως εδώ.
Με όλα αυτά δεδομένα, ο Προϋπολογισμός 2019 προκύπτει ως «Προϋπολογισμός ευθύνης», και όχι - ελπίζει κανείς - ως μια (ακόμη) προσπάθεια «να βγουν τα νούμερα». Και βασικό του ζητούμενο θα είναι η πειστικότητα - πράγμα που, σε χρονιά κατ' ανάγκην προεκλογική, δεν είναι απλή υπόθεση.
Ο μεταβατικός , λοιπόν, αυτός προϋπολογισμός (κατά Παν. Πετράκη) τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «ευλόγησε» , όπως άλλωστε και την μη-περικοπή των συντάξεων που ενσωμάτωσε (μιλώντας μάλιστα για «πολύ θετικό ορίζοντα»), κουβαλάει μαζί του ερωτηματικά. Που ξεκινούν από το μέγεθος του δημοσίου τομέα (που θεωρείται σωστός/on par με των άλλων Κρατών μελών αλλά χωρίς αναφορά στην προβληματική παραγωγικότητά του), ενώ φθάνουν στο πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων ή πάλι στην σκιά που αφήνουν σταθερά πίσω τους οι δικαστικές αποφάσεις που επιδικάζουν αναδρομικά ή/και ανατρέπουν μνημονιακές περικοπές.
Για τον Δ. Χιόνη, όλη η συζήτηση για τα πρωτογενή πλεονάσματα, έτσι όπως γίνεται χωρίς να αγγίζεται η ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους (στο οποίο μπορεί να υπάρχουν παρεμβάσεις, όμως μόνο όσον αφορά την παρούσα αξία του, ακόμη και με τα πρόσφατα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης) παραμένει χωρίς αληθινό αντικείμενο. Έτσι, πέρα απο τις επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς για τις προβλέψεις και προβολές μεγεθών - με καίριες εκείνες που αφορούν την αναπτυξιακή δυναμική - υπάρχει η πραγματικότητα της ψυχρότητας με την οποία οι αγορές δείχνουν να αντιμετωπίζουν το Ελληνικό χαρτί (με το premium που ζητούν) και τούτο παρά τις διαβεβαιώσεις και του πρόσφατου Eurogroup για δέσμευση των «εταίρων» να στηρίξουν/εγγυηθούν μακροπρόθεσμα την βιωσιμότητα του χρέους.
Ο Φρ. Κουτεντάκης - συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή - επεσήμανε ότι ο Προϋπολογισμός είναι σκόπιμο να προσεγγίζεται και να αναλύεται ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής/policy και όχι ως πολιτικό εργαλείο/politics. Επέμεινε στην άποψη ότι, μετά από τις θυσίες των χρόνων που πέρασαν, «πλέουμε σε ασφαλή νερά», προσθέτοντας ότι κατάκτηση είναι και το ότι δεν αμφισβητούνται πλέον τα επίσημα δημοσιονομικά στοιχεία/έπαψε η δυσπιστία προς τα Greek statistics. Ο Φρ. Κουτεντάκης αντιπαρατέθηκε ευθέως στην άποψη ότι το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% δεν είναι «ρεαλιστικό και εφικτό», αλλά και με την συνεχή συζήτηση περί υπερφορολόγησης.
Ο Πάνος Τσακλόγλου – με την πείρα του ΣΟΕ – επέμεινε στην διαπίστωση ότι στην Ελληνική περίπτωση (αντίθετα π.χ. απ' εκείνην του Βελγίου) τα πρωτογενή πλεονάσματα «φεύγουν» από την οικονομία και δεν ανακυκλώνονται, καθώς το χρέος δεν διακρατείται στο εσωτερικό της όπως αλλού. Πάντως συμφώνησε ότι δεν είναι η ώρα για να ανοίξει μια η συζήτηση επαναδιαπραγμάτευσης. Διετύπωσε ιδιαίτερα έντονες επιφυλάξεις για τις αναπτυξιακές προοπτικές, με το χαμηλό επίπεδο επενδύσεων – και μάλιστα με την συμπίεση του ΠΔΕ.
Τέλος, ο Ναπολέων Μαραβέγιας, κατέθεσε την εμπειρία των Ευρωπαϊκών λειτουργιών – και πολιτικών περιορισμών – στην περαιτέρω εξέλιξη της συζήτησης, ενώ επανέφερε το ζήτημα της υπερφορολόγησης υπό το πρίσμα των ανισοτήτων: 90% του φόρου φυσικών προσώπων προκύπτει από 19% των υποχρέων, 83% του φόρου νομικών προσώπων από μόλις 4,5% των επιχειρήσεων...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 14/12/2018. 

Η επάνοδος στην εργασία μετά τον καρκίνο. Τι μπορεί να γίνει;

Η υποστήριξη των ασθενών που έχουν νοσήσει από καρκίνο κατά την επάνοδο στην εργασία τους γίνεται πλέον ένα μαζικό διακύβευμα για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάθε χρόνο, οι διαγνώσεις νέων περιστατικών καρκίνου στην Ευρώπη εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 3,4 εκατομμύρια. Περίπου το ήμισυ των ατόμων που διαγιγνώσκονται με καρκίνο βρίσκεται σε ηλικία εργασίας.

Την ίδια στιγμή, έχουμε ραγδαία μείωση της θνησιμότητας, καθώς ο καρκίνος μετατρέπεται σταδιακά σε μια χρόνια πάθηση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (έγκαιρη διάγνωση) αποκτά ιάσιμη μορφή, ιδίως στις περιπτώσεις του καρκίνου του μαστού για τις γυναίκες, και του καρκίνου του προστάτη για τους άντρες. Όσον αφορά ειδικότερα στον καρκίνο του μαστού, που είναι ο πιο κοινός καρκίνος στις γυναίκες σε όλο τον κόσμο και αντιπροσωπεύει περίπου το 12% των νέων περιπτώσεων και το 25% των συνολικών περιπτώσεων καρκίνου στις γυναίκες, έχει ποσοστό επιβίωσης 87% τα πρώτα 5 έτη από τη διάγνωση.

Αυτά ακριβώς τα θέματα πραγματεύεται μια πρόσφατη έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA), με τίτλο «Αποκατάσταση και επιστροφή στην εργασία μετά τον καρκίνο — εργαλεία και πρακτικές» / «Rehabilitation and return to work after cancer — instruments and practices» (2018). Η έρευνα παρέχει μια εικόνα των ζητημάτων που αφορούν την αποκατάσταση και την επιστροφή στην εργασία έπειτα από διάγνωση καρκίνου, καθώς και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τόσο οι εργαζόμενοι που έχουν προσβληθεί από καρκίνο όσο και οι εργοδότες τους. Επιπλέον, η έκθεση παρουσιάζει συστάσεις για μέσα, πρακτικές, πολιτικές και παρεμβάσεις για την επιτυχή υποστήριξη της επιστροφής στην εργασία των εργαζομένων που έχουν προσβληθεί από καρκίνο.

Μια περίπλοκη και πολυεπίπεδη σχέση

Παρότι η διαχείριση του καρκίνου έχει βελτιωθεί και ο συνολικός αριθμός ατόμων που επιβιώνουν από τον καρκίνο αυξάνεται, οι εργαζόμενοι που έχουν προσβληθεί από καρκίνο αναφέρουν ότι ο καρκίνος και η θεραπεία του έχουν διάφορες επιπτώσεις στην υγεία τους, συμπεριλαμβανομένων ψυχολογικών, νοητικών και σωματικών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα εργασίας τους, δυσχεραίνοντας περισσότερο την παραμονή ή την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας. Είναι σημαντικό να διευκολυνθεί η αποκατάσταση τους, τόσο για την προώθηση της ευημερίας αυτής της ευάλωτης ομάδας όσο και για τη μείωση των σχετικών κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων. Στην έρευνα του EU-OSHA διαπιστώθηκε ότι, ενώ υπάρχουν μέτρα για τις μυοσκελετικές παθήσεις και τα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με το στρες, υπάρχουν λιγότερα μέτρα επανένταξης στην εργασία για τους εργαζομένους που πλήττονται από καρκίνο.

Μετα-αναλύσεις διεθνών μελετών από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και άλλες χώρες έδειξαν ότι το ποσοστό ανεργίας μετά από καρκίνο αυξάνεται και μάλιστα, όσο αφορά στις γυναίκες που έχουν νοσήσει από καρκίνο του μαστού, το ποσοστό είναι υψηλότερο μετά τον καρκίνο του μαστού από ό, τι μετά άλλους καρκίνους (35,6 vs 31,7%). Ακόμη, ένας σημαντικός αριθμός από τις γυναίκες που πέτυχαν να επιστρέψουν στην εργασία, βιώνουν έλλειψη υποστήριξης από τους συναδέλφους ή τον εργοδότη τους και διακρίσεις, καθώς στιγματίζονται μετά τον καρκίνο με μείωση των ευθυνών τους, στασιμότητα μισθού, ανακοπή της εξέλιξης της σταδιοδρομίας τους.

Η επιστροφή των εργαζομένων στην εργασία μετά από έναν καρκίνο είναι ύψιστης σημασίας, διότι ενισχύει την ποιότητα ζωής, την οικονομική ανεξαρτησία και τη μείωση του κοινωνικού κόστους. Όμως, είναι μια περίπλοκη διαδικασία, η οποία απαιτεί μια σειρά βημάτων που πρέπει να ακολουθηθούν, και κυρίως, συνδυασμένη δράση και συνεργασία.
Γι' αυτό το λόγο, το αναδυόμενο ζήτημα της αποκατάστασης και της επανόδου στην εργασία των εργαζομένων με καρκίνο αποκτά πολυεπίδεδα χαρακτηριστικά, αφορώντας από ιδέες για διευκολύνσεις εργασιακού χαρακτήρα για τη σταδιακή πλαισίωση του ωραρίου εργασίας, την παροχή κατάρτισης και σχεδίων επιστροφής, τη βελτίωση της επικοινωνίας με τους συναδέλφους, την παροχή ενημέρωσης μέσω τηλεφώνου, διαδικτυακά ή με τη μορφή έντυπου υλικού, μέχρι τη δυνατότητα αλλαγής πόστου και θέσης στην εταιρία και κυρίως, την απάλειψη φαινομένων άμεσης ή έμμεσης διάκρισης στα εργασιακά καθήκοντα.

Ανάγκη συνεργασίας των επιχειρήσεων με τους ενδιαφερομένους

Η συνεργασία των επιχειρήσεων με τον εργαζόμενο που έχει νοσήσει και την οικογένειά του, τους προϊσταμένους τμημάτων και τους συναδέλφους, τα αρμόδια τμήματα ανθρώπινου δυναμικού, τους γιατρούς εργασίας και τους ειδικούς σε θέματα επαγγελματικής αποκατάστασης, τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας, τους συλλόγους ασθενών με καρκίνο και άλλες ΜΚΟ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και έχει θετικές επιπτώσεις στη διαδικασία της επιστροφής στην εργασία.

Η ευαισθητοποίηση των εμπλεκομένων στην ανάπτυξη και την εφαρμογή ενός συστήματος αποκατάστασης και επανόδου στην εργασία αποτελεί μείζονα πρόκληση, καθώς τα συμφέροντα, οι ανάγκες και οι ρόλοι τους διαφέρουν σημαντικά. Είναι, ωστόσο, ένας κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας. Ο χώρος εργασίας πρέπει να είναι το κεντρικό σημείο κάθε συστήματος επιστροφής στην εργασία μετά τον καρκίνο. Η νοοτροπία και ο πολιτισμός της εταιρείας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αύξηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τις ευκαιρίες και τις προκλήσεις της επιστροφής.

Σε μια εποχή που πολλές επιχειρήσεις προβάλλουν τις πρωτοβουλίες κοινωνικής υπευθυνότητας, η οργάνωση της επανόδου στην εργασία των εργαζομένων που έχουν νοσήσει από καρκίνο αναδεικνύεται σε ένα πεδίο όπου όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές κερδίζουν. Κοστίζει ελάχιστα και ακτινοβολεί στην κοινωνία μια θετική αύρα πραγματικής υποστήριξης και ενδυνάμωσης των εργαζομένων. Οι επιχειρήσεις έχουν άμεσο συμφέρον, είτε οι εργαζόμενοί τους έχουν νοσήσει, είτε όχι, να προωθήσουν τέτοιου είδους μέτρα θετικής πλαισίωσης που σε λίγα χρόνια θα φαντάζουν αυτονόητα. Άλλωστε, με τη συνεχή άνοδο του προσδόκιμου ζωής στις δυτικές χώρες και την Ιαπωνία, οι ειδικοί ογκολόγοι και οι βραβευθέντες ερευνητές στα βραβεία Νόμπελ Ιατρικής 2018 τονίζουν ότι βαδίζοντας προς την «κοινωνία των 100 χρόνων προσδόκιμου βίου», η πλειονότητα των ανθρώπων θα παρουσιάσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ένα καρκινικό συμβάν. Αυτό σημαίνει επίσης ότι, περισσότεροι εργαζόμενοι θα αρρωστήσουν και έτσι, οι πολιτικές επανόδου στην εργασία θα είναι κρίσιμης σημασίας για να κρατήσουν οι επιχειρήσεις τους εργασιακούς χώρους βιώσιμους.

*Δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 15/12/2018. 

Οι «προκλήσεις» του Ζάεφ

«Ο θόρυβος γύρω από τις δήθεν "νέες προκλήσεις" είναι καταφανώς τεχνητός. Πρόκειται για μια προσπάθεια της τελευταίας στιγμής να αποσταθεροποιηθεί η κυβέρνηση μέσω του εκφοβισμού των βουλευτών της αντιπολίτευσης και των ΑΝ.ΕΛΛ. που σκοπεύουν να υπερψηφίσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών»

Σάλος ξεσηκώθηκε για τις «νέες προκλήσεις» του Ζάεφ. Πρώτη είδηση επί ημέρες στον ΣΚΑΪ. Δικαιωμένος για την αντίθεσή του στη Συμφωνία των Πρεσπών δηλώνει ο Μητσοτάκης. Νεκρή κηρύσσει (και πάλι) τη συμφωνία ο Καμμένος. Ξανασκέφτονται τη θετική τους ψήφο, δηλώνουν ή υπονοούν στελέχη της ελάσσονος αντιπολίτευσης.

Πληροφορίες κυκλοφορούν πως δυσανασχετεί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Και ο γνωστός προπαγανδιστικός μηχανισμός αναγγέλλει πως καταρρέει η πλειοψηφία υπέρ της συμφωνίας στη Βουλή, επίκειται η πτώση της κυβέρνησης και άρα επισπεύδονται οι εκλογές.

Ακόμη και ο αρχιτέκτονας της συμφωνίας Κοτζιάς δηλώνει με απρέπεια πως «θα τράβαγε τα αυτιά του Ζάεφ» αν ήταν στη θέση του Τσίπρα, ξεχνώντας τα ωραία που έλεγε πρόσφατα ως υπουργός. Η κυβέρνηση από την πλευρά της αφήνει να διαρρεύσει πως, μέσω του Νίμιτς, ανακάλεσε τον Ζάεφ στην τάξη και πως αυτός συμμορφώθηκε με μια «διορθωτική» (στην πραγματικότητα διευκρινιστική) δήλωση του εκπροσώπου του.

Τι είπε όμως ο Ζάεφ;

Αρχικά, τα ΜΜΕ και οι εξανιστάμενοι πολιτικοί απέφυγαν να το προσδιορίσουν. Ο Μητσοτάκης κατήγγειλε πως μίλησε για διδασκαλία της «δήθεν» μακεδονικής γλώσσας («στα σχολεία», προσέθεσαν κάποιοι). Στη συνέχεια κυκλοφόρησαν δύο βίντεο όπου ο Ζάεφ μιλάει και για «Μακεδόνες του Αιγαίου» και δηλώνει πως ο ίδιος δεν θα είναι «Βορειομακεδόνας», αλλά «Μακεδόνας» και δεν θα μιλάει τη «βορειομακεδονική», αλλά τη «μακεδονική» γλώσσα.

Οπερ έδει δείξαι, αναφωνούν οι μακεδονομάχοι μας: παραβιάζει τη Συμφωνία των Πρεσπών και εγείρει θέμα μακεδονικής μειονότητας.

Ας δούμε όμως τα πράγματα συγκεκριμένα:

Πρώτον, το ότι η γλώσσα της γείτονος είναι η μακεδονική αναγνωρίζεται ρητά στη συμφωνία (και το έχουμε αναγνωρίσει στο πλαίσιο του ΟΗΕ από το 1977). Συνεπώς, ουδέν που να συνιστά «νέα πρόκληση».

Τώρα, βάσει ποιας αρχής η διδασκαλία μιας γλώσσας, που μάλιστα αναγνωρίζεται επίσημα, απαγορεύεται σε μια δημοκρατική χώρα; Είναι λογικό τα ελληνικά να διδάσκονται στη Βόρεια Μακεδονία, αλλά τα μακεδονικά να μην μπορούν να διδάσκονται στην Ελλάδα; Αποτελεί «πρόκληση» ο Ζάεφ να υποθέσει πως η απαγόρευση θα αρθεί;

Κανείς βέβαια, ούτε ο Ζάεφ, δεν είπε πως η Συμφωνία των Πρεσπών επιβάλλει να διδάσκεται η μακεδονική γλώσσα και μάλιστα στα σχολεία μας. Πρόκειται προφανώς για ζήτημα που αφορά τα δικαιώματα των πολιτών μας και, όσον αφορά τα σχολεία, την εκπαιδευτική μας πολιτική. Ποιο θα ήταν όμως το πρόβλημα αν τα μακεδονικά διδάσκονταν μέσα ή έξω από τα σχολεία μας;

Δεύτερον, το ότι οι κάτοικοι της πλειοψηφούσας εθνότητας της γειτονικής μας χώρας θα συνεχίσουν όπως πριν να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες είναι επίσης γνωστό. Ουδείς διανοήθηκε ποτέ πως η συμφωνία επιβάλλει στους γείτονες να μετονομάσουν την εθνότητά τους. Αρα ούτε εδώ υπάρχει «πρόκληση».

Ας δούμε όμως και τα περί μακεδονικής μειονότητας:

Ο Ζάεφ, απαντώντας σε έναν εθνικιστή βουλευτή που τον κατήγγειλε πως εγκατέλειψε τους «Μακεδόνες του Αιγαίου», υπενθύμισε –και μάλιστα ειρωνευόμενος το «ενδιαφέρον» του συνομιλητή του– πως επί 28 χρόνια που διήρκεσε η διαμάχη με την Ελλάδα, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι' αυτούς τους ανθρώπους. Ενώ τώρα, με την επίλυση της διαμάχης, θα μπορούν να διδάσκονται και τη γλώσσα τους. Εγείρει άραγε μειονοτικό ο Ζάεφ;

Αποτελεί αντικειμενικό γεγονός πως στην ελληνική Μακεδονία υπάρχουν κάτοικοι που έχουν μητρική γλώσσα τα μακεδονικά και πως μερικοί από αυτούς (όχι πολλοί πάντως) αυτοπροσδιορίζονται και ως εθνοτικά Μακεδόνες. Αυτούς οι γείτονές μας τους αποκαλούν ανέκαθεν «Μακεδόνες του Αιγαίου». Η ελληνική πολιτεία, μοιάζοντας σ' αυτό περισσότερο με τριτοκοσμική χώρα παρά με κράτος-μέλος της Ε.Ε., όχι μόνο δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας, αλλά παρεμβάλλει και ποικίλα εμπόδια στην ελεύθερη έκφραση και οργάνωση αυτών των Ελλήνων πολιτών. Γι' αυτό και έχουμε καταδικαστεί από το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου.

Με την ανεξαρτητοποίηση της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, περιλήφθηκε άρθρο στο Σύνταγμά της που, σύμφωνα με το ισχύον διεθνές δίκαιο, προέβλεπε το ενδιαφέρον του κράτους για τους ομοεθνείς τους στις γειτονικές χώρες. Πράγματι, το διεθνές δίκαιο δίνει αυτό το δικαίωμα στις χώρες-μητέρες. Οπως δηλαδή η Ελλάδα νομιμοποιείται να επιδεικνύει ενδιαφέρον για την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αλυτρωτικές βλέψεις.

Ομως, οι κυβερνήσεις της γείτονος σωφρόνως απέφυγαν να εγείρουν θέμα μακεδονικής μειονότητας, σε αντίθεση με την πρακτική παλαιότερων κυβερνήσεων της Γιουγκοσλαβίας.

Εκτίμησαν υποθέτω ορθά πως το μείζον ήταν η ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων με την επίλυση του ζητήματος του ονόματος. Θα εκτίμησαν επίσης ότι το μειονοτικό αποτελούσε «κόκκινη γραμμή» για την Αθήνα και δεν άξιζε να τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις. Εξάλλου, η Ελλάδα είναι χώρα δημοκρατική και μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, και οι όποιοι εθνοτικά Μακεδόνες πολίτες της μπορούν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους στο πλαίσιο του Συντάγματός μας και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας.

Συνεχίζοντας στη λογική αυτή, ο Ζάεφ δέχτηκε την τροποποίηση του σχετικού άρθρου του Συντάγματος ώστε να μην υπάρχει πλέον ρητή μνεία των ομοεθνών τους σε γειτονικές χώρες, ενώ παρέμειναν και οι ισχυρότατες διατάξεις που απαγορεύουν την ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις γειτονικών χωρών και όσον αφορά πολίτες των τελευταίων.

Ο θόρυβος γύρω από τις δήθεν «νέες προκλήσεις» είναι συνεπώς καταφανώς τεχνητός. Πρόκειται για μια προσπάθεια της τελευταίας στιγμής να αποσταθεροποιηθεί η κυβέρνηση μέσω του εκφοβισμού των βουλευτών της αντιπολίτευσης και των ΑΝ.ΕΛΛ. που σκοπεύουν να υπερψηφίσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Στηρίζεται σε συνειδητές διαστρεβλώσεις στα όρια των fake news. Ο Ζάεφ ούτε παραβιάζει τη Συμφωνία των Πρεσπών ούτε εγείρει θέμα μακεδονικής μειονότητας. Αντίθετα, με τη συμφωνία αφίσταται από την επίκληση δικαιώματος που του δίνει το διεθνές δίκαιο. Αν ο Μητσοτάκης και οι μακεδονομάχοι ψάχνουν υπευθύνους για την έγερση θέματος μακεδονικής μειονότητας, ας καταγγείλουν (ως αυθεντικοί Ευρωπαίοι!) τις συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, όχι τον Ζάεφ και τις Πρέσπες.

Το γεγονός ωστόσο πως ο τεχνητός αυτός θόρυβος βρίσκει κάποια απήχηση στην ελληνική κοινωνία οφείλεται στο ότι ο πυρήνας της εθνικιστικής θέσης για το Μακεδονικό εξακολουθεί να ασκεί γοητεία και όχι μόνο στους φανατικούς μακεδονομάχους και τους ακροδεξιούς. Η επίσημη θέση της χώρας βασίζεται μεν στο ότι καμία πλευρά δεν πρέπει να μονοπωλεί τον όρο Μακεδονία, αλλά στην πραγματικότητα οι περισσότεροι Ελληνες εξακολουθούν να πιστεύουν πως η Μακεδονία είναι ιδιοκτησία μας. Γι' αυτό και:

• Λέγεται πως «δώσαμε» τη γλώσσα στη γείτονα (έστω και ως «συμβιβασμό»), ενώ βέβαια δεν θα μπορούσαμε να δώσουμε κάτι που ποτέ δεν είχαμε, μακεδονική γλώσσα.
• Αδυνατούμε να «χωνέψουμε» ότι υπάρχει μια σύγχρονη μακεδονική εθνότητα.
• Ακόμη και υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών βρίσκονται σε άμυνα όταν οι γείτονές μας επαναβεβαιώνουν την ταυτότητά τους.
• Οι καταληψίες μαθητές επικρίνονται μεν για το φασιστικό σύνθημα πως «η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία» που εμπνέεται από τη Χρυσή Αυγή, όχι όμως για το «η Μακεδονία είναι ελληνική» που υποστηρίζεται από το σύνολο του εθνικιστικού κατεστημένου και παραπέμπει σε μονοπώληση του όρου από μέρους μας.
Είναι κατανοητό, στην προσπάθειά της να «περάσει» τη συμφωνία, η κυβέρνηση να επιδιώκει να απομονώσει τις πιο ακραίες φωνές και να παίρνει υπόψη τις ευαισθησίες των αμφιταλαντευομένων. Φοβάμαι όμως πως αν αυτή η αμυντική τακτική ξεπεράσει κάποια όρια, αν η κυβέρνηση και οι δυνάμεις που υποστηρίζουν τη συμφωνία υποστείλουν το μέτωπο κατά του εθνικισμού και αφήσουν να ηγεμονεύουν τα ιδεολογήματα κατά του «μακεδονισμού», η εξομάλυνση με τη γείτονα κινδυνεύει να έχει την τύχη του Κυπριακού.

Θέλω πάντως να ελπίζω πως η κυβέρνηση θα αντισταθεί σε κάθε πίεση να υπαναχωρήσει από μια από τις θετικότερες ενέργειες της θητείας της. Αυτό τουλάχιστον δήλωσε σαφώς ο Τσίπρας από τη Μόσχα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/12/2018.

Εγκαταλειμμένα χωριά

Η εγκατάλειψη των χωριών, η κοινωνική ερημοποίηση της ελληνικής υπαίθρου, σε συνδυασμό με τις απειλές της κλιματικής αλλαγής, δημιουργούν ένα εφιαλτικό τοπίο. Η διπλή αυτή απειλή, μπορεί να αποβεί μοιραία, αν δεν ληφθούν από τώρα μέτρα, στη βάση ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης του πρωτογενούς τομέα. Δεν αναφέρομαι εδώ στα τρέχοντα (επιδοτήσεις, καθυστερήσεις, συντεχνίες, γραφειοκρατία), αλλά στα θεμελιώδη που πρέπει να μας απασχολήσουν επειγόντως. Κι εξηγούμαι.

Η αξία του μόχθου, η καλλιέργεια της γης, η αγάπη της αγροτικής παραγωγής φαίνονται για πολλούς σήμερα απόμακρα, εξωπραγματικά. Τρείς γενιές ελλήνων μεγάλωσαν σε αστικό χώρο, έχουν αποξενωθεί από την χειρωνακτική αγροτική εργασία και από τη ζωή στο χωριό. Είναι επάγγελμα τελικά η ενασχόληση με τη γη ή είναι «αποστολή», δηλαδή ανώτερο κοινωνικό λειτούργημα; Η ευρωπαϊκή αντίληψη και ειδικά η αρχαία ελληνική και η ρωμαϊκή παράδοση είναι σαφείς. Μυθολογία, θεότητες, σύμβολα, γραπτά κείμενα, μνημεία, προφορική παράδοση, όλα συντείνουν προς τη δεύτερη, την ευγενή εκδοχή. Ιστορικά, δεν πρόκειται για επάγγελμα, για άσκηση βιοπορισμού, ούτε για συντεχνία. Πρόκειται για βάθρο κοινωνίας, για θεμελιώδη επιλογή ζωής. «Σύμφωνα με μια παράδοση ο Ρωμύλος είχε απαγορεύσει εντελώς την άσκηση επαγγελμάτων από τους Ρωμαίους, που όφειλαν να θεωρούν αποστολή τους τη στρατιωτική υπηρεσία και τη γεωργία, ενώ η άποψη ότι ο γεωργός και όχι ο βιοτέχνης ή ο έμπορος είναι η ηθικώς υπέρτερη μορφή στην κοινωνία διατηρήθηκε και μετά τον Κάτωνα και τον Κικέρωνα, ώς την αυτοκρατορική εποχή» (GEZA ALFODLY, «Ιστορία της ρωμαϊκής κοινωνίας», έκδοση ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988).

Η γενική απαξίωση της χειρωνακτικής και ειδικά αγροτικής εργασίας στην εποχή μας είναι εμφανής. Η μιζέρια, το πάθος, η υπερβολή της μεταπολεμικής περιόδου ώθησε γενιές ολόκληρες «μακριά από το χωριό». Η εξωτερική και εσωτερική μετανάστευση ήρθαν ως επιστέγασμα μιας διπλής σύμπτωσης: της τεχνολογικής εξέλιξης (αγροτικά μηχανήματα) και της ανάγκης εμβασμάτων από το εξωτερικό. Η πρόοδος και η αστικοποίηση ταυτίστηκαν με την εγκατάλειψη της φτωχής υπαίθρου. Η σύγχρονη εποχή δεν αγαπά την αγροτική εργασία. Η φιλελεύθερη, αλλά και η μαρξιστική θεωρία και πρακτική θεωρούν την αγροτική εργασία κατώτερη των άλλων, προτιμούν για ευνόητους λόγους την εργατιά, την υπαλληλία, το κατάστημα, το εμπόριο, την σιγουριά του μηνιαίου μισθού και «την ευδαιμονία της κατανάλωσης» της πόλης. Γίνεται όμως εμπόριο χωρίς πρώτη ύλη; Χωρίς αγροτικό προϊόν μπορεί να υπάρξει μεταποίηση; Κι εδώ είναι η αντίφαση. Μέχρι τώρα, πολλοί πίστεψαν ότι ...οι εισαγωγές θα δώσουν τη λύση. Μόνο που εισαγωγές σημαίνει έλλειμμα, χρέος, εξάρτηση, παρασιτισμός. Βλέπουμε σήμερα δυστυχώς τα αποτελέσματα της οικονομίας των εισαγωγών και των διαρκών ελλειμμάτων. Είναι γνωστό ότι η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα στη σύνθεση του ΑΕΠ είναι πολύ χαμηλή, υπολογίζεται γύρω στο 3,5%. Αντίθετα ο πρωτογενής τομέας συμμετέχει στην απασχόληση με υψηλό ποσοστό κι αυτό δείχνει την χαμηλή παραγωγικότητα του τομέα. Οι εγγενείς λόγοι είναι πολλοί κι έχουν επαρκώς αναλυθεί. Η αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων είναι δύσκολη, αφού αυτά συνδέονται με κοινωνιολογικά ζητήματα (ηλικιακή σύνθεση του αγροτικού πληθυσμού, απαξίωση του επαγγέλματος του αγρότη, εγκατάλειψη του χωριού και της υπαίθρου, συρρίκνωση των κρατικών υπηρεσιών, κοκ).

Η ανάγκη αύξησης της αγροτικής παραγωγής σε όλους τους κλάδους (κτηνοτροφία, αλιεία, γεωργία) και βελτίωσης της ποιότητας των προϊόντων είναι αυταπόδεικτη. Ετσι θα μειωθούν οι εισαγωγές, θα περιοριστεί το εμπορικό μας έλλειμμα, θα ισορροπήσει το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο. Οι τάσεις όμως της αγοράς είναι αντίθετες. Παρά την πολυετή κρίση και την αναμενόμενη στροφή των νέων προς τον αγροτικό τομέα, τα στοιχεία δείχνουν συνεχή μείωση των εκμεταλλεύσεων και μείωση των θέσεων εργασίας. Σε ορισμένους τομείς, π.χ. κτηνοτροφία, η παραγωγή διασφαλίζεται χάρη στην εργασία των μεταναστών, παλαιότερα αλβανών και τώρα των εργατών ασιατικής καταγωγής.

Εδώ και χρόνια η φορολογική διοίκηση έχει το πάνω χέρι στα αγροτικά πράγματα. Το ποιός είναι αγρότης καθορίζεται από μια γραφειοκρατία που ελέγχει τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και έχει ως αποστολή τη διαφύλαξη των συμφερόντων της και την συλλογή φόρων. Τώρα τα πράγματα έμπλεξαν κι άλλο λόγω της κρίσης και της απαραίτητης διεύρυνσης της φορολογικής βάσης. Ασφαλιστικό, φορολογικό, λογιστικά βιβλία, εργόσημο, «ιστορικά δικαιώματα», κοκ, με δυο λόγια όλα τα θέματα των αγροτών, έγιναν ένα κουβάρι, ένας γόρδιος δεσμός. Και Μέγας Αλέξανδρος δεν φαίνεται στον ορίζοντα... Οι «κατά κύριο επάγγελμα αγρότες» λιγοστεύουν με δραματικό ρυθμό. Οι νέοι παραγωγοί είναι ελάχιστοι, η εγκατάλειψη της υπαίθρου είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, το βλέπει κανείς παντού. Αυτά και άλλα αντίστοιχα είναι τα θέματα που πρέπει να προτάξουν οι αγρότες-παραγωγοί, δεν έχει κανένα νόημα σήμερα η παραδοσιακή κομματική, καθοδηγούμενη διαμαρτυρία, τα μπλόκα και τα γμωστά συνθήματα. Το να στέλνεις λάθος μήνυμα στην κοινωνία με τρακτέρ στους δρόμους ή περήφανες κομματικές φιέστες, είναι αναποτελεσματικό. Χρειάζεται βεβαίως αντίδραση των αγροτών σε όλα αυτά τα απερίγραπτα που βιώνουν με προτάσεις, με στόχους, με επαγγελματικές οργανώσεις, αλλιώς δεν υπάρχει περίπτωση να προκύψει λύση.
Ο νόμος σήμερα θεωρεί τους αγρότες ελεύθερους επαγγελματίες, αλλά όχι παραγωγούς. Εκεί είμαστε, δεν είναι κατά νόμο, όπως θάπρεπε, παραγωγοί προϊόντων και υπηρεσιών (αγαθά, περιβάλλον, οικοσύστημα, βιοποικιλότητα) για την κοινωνία. Θεωρούνται στην ουσία ελεύθεροι επαγγελματίες, παρά το ότι η ΚΑΠ είναι δεσμευτικότατη σε ό,τι αφορά πρωτοβουλίες παραγωγής.

Νοιάζεται κανείς για το μέλλον της παραγωγής, το μέλλον του χωριού και του τόπου; Κοινωνία χωρίς ντόπιους παραγωγούς μπορεί να υπάρξει; Χώρα χωρίς ζωντανά χωριά μπορεί να σταθεί;
Τα ιστορικά στοιχεία είναι σαφή. Είχαμε εγκαταλειμμένα χωριά στην περίοδο της τουρκοκρατίας λόγω της φυγής στο βουνό και στην περίοδο 1800-1850 αναφέρονται 662 εγκαταλειμμένα χωριά (Κωστής Μοσκώφ, «Η εθνική και κοινωνιή συνείδηση στην Ελλάδα», 1974. Τώρα όμως το θέμα τίθεται διαφορετικά. Θα έχουμε εθνική παραγωγή, διατροφική επάρκεια, χωρίς νέους ανθρώπους στην ύπαιθρο; Ηδη η σημερινή μικρή εθνική αγροτική παραγωγή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εργασία των ηλικιωμένων αγροτών, των συνταξιούχων και συνάμα των ξένων εργατών, νομίμων και εποχικών-μετακλητών. Κι αυτό σε εποχή υψηλής ανεργίας των νέων...τόσο στην Αθήνα, όσο και την επαρχία. Ποιός θα αλλάξει αυτά τα πράγματα, αυτές τις αντιλήψεις, αυτή τη νοοτροπία; Πώς θα μαζευτούν τα φρούτα και οι ελιές χωρίς τους νέους ανθρώπους; Η ανέχεια υποχρέωνε ολόκληρη την αγροτική οικογένεια σε συμμετοχή στην παραγωγή, για τις γενιές που μεγάλωσαν πριν το 1970. Μετά ήρθε η καλοπέραση, το εύκολο χρήμα. Γιατί όμως άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν εγκατέλειψαν παντελώς την αγροτική τους παραγωγή;

Αλλά δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα. Υπάρχει το ζήτημα των αρχών, των νοοτροπιών, του τρόπου ζωής. Ποιός πολιτικός θα σταθεί τώρα ως πρότυπο βίου; Ποιός δάσκαλος θα διδάξει στα παιδιά αγάπη για τη φύση, «τα αγαθά τοις κόποις κτώνται», τη λαϊκή σοφία των παροιμιών υπέρ του κόπου, του μόχθου, του έντιμου βίου; Ισως η Ανάγκη, όπως έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ. Πριν την Ανάγκη όμως, ας δούμε την δική μας πραγματικότητα. Εχουμε έναν εκπληκτικό τόπο, έχουμε παραδοσιακά μεσογειακά προϊόντα, έχουμε ένα μοναδικό περιβάλλον, έχουμε πολλά πλεονεκτήματα και μικρο-κλίματα που δίνουν αρώματα, βότανα, δημητριακά, λάδι, φρούτα, λαχανικά, κρέατα και γαλακτοκομικά άριστης ποιότητας. Εχουμε μια παράδοση χιλιετιών, γευσιγνωσία αιώνων, αγαθά μοναδικά. Πολλά από αυτά προστατεύονται από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία, τα γνωστά ΠΟΠ.

Το ερώτημα είναι τούτο; Όπως πάμε, σε λίγα χρόνια, δεν θα υπάρχουν νέοι παραγωγοί, η νοοτροπία της υποβάθμισης της αγροτικής παραγωγής και εργασίας σε συνδυασμό με την αστυφιλία και τις δύσκολες συνθήκες που βιώνουν τα νέα ζευγάρια, οδηγούν σε πλήρη εγκατάλειψη τα χωριά. Και γεωργία χωρίς ζωντανά χωριά, χωρίς νέα ζευγάρια, δεν γίνεται. Εκτός κι αν θέλουμε τα χωριά μας ερείπια και τα κτήματα σε Ανώνυμες Εταιρείες, με χιλιάδες ξένους εργάτες για φράουλα ή ελιές και κτηνοτροφικές μονάδες βιομηχανικού τύπου. Κάθετες όπως λένε οι τεχνοκράτες, μόνο που αυτοί δεν σκαλίζουν, δεν ποτίζουν, δεν αρμέγουν...Βρίσκουν το γάλα έτοιμο στο σούπερ-μάρκετ, όπως όλοι μας πλέον, δεν ενδιαφέρει αν αυτό παράγεται στην Αργεντινή, στην Γερμανία ή στην Ελλάδα. Η αγορά νάναι καλά και όλα τα άλλα είναι στατιστικές. Η Ηπειρος, Μεσσηνία, η Κρήτη, η Ελασσόνα, η Νάξος, η Ορεστιάδα, η Ελλάδα, χώρα όπου δεν υπάρχει βιομηχανική παράδοση, μπορεί να ζήσει έτσι; Το δικό μας ενδογενές μοντέλο της αγροτικής οικογενειακής εκμετάλλευσης μπορεί να επιβιώσει κα πώς; Πώς θα αγαπήσει η νέα γενιά τον πρωτογενή τομέα και πώς αυτός θα στηριχθεί από την Πολιτεία στις σημερινές συνθήκες; Με την πρόσθετη απειλή του δημογραφικού, αφού δεν κάνουμε παιδιά και υπάρχει μείωση του πληθυσμού και της αυξανόμενης φτώχειας στην ύπαιθρο, ποιο είναι το μέλλον για το ελληνικό χωριό;

Παράλληλα είναι γνωστό και έκδηλο πλέον ότι η κλιματική αλλαγή επηρεάζει δυστυχώς και τη χώρα μας, σχεδόν όλες τις παραγωγικές περιοχές. Εχουμε επίσης ως χώρα και αρνητικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα: «Η κατανάλωση περιβαλλοντικών πόρων στην Ελλάδα υπερβαίνει την εθνική παραγωγή σε τέτοιον βαθμό, ώστε θα χρειαζόταν μια περιοχή ίση με 2,47 φορές την επιφάνεια της Γης για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των καταναλωτών αν όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη κατανάλωναν πόρους όπως οι 'Ελληνες.»(βλ. την έκθεση https://www.ypaithros.gr/klimatiki-allagi-pos-tha-epireasei-tin-ellada/).

*Δημοσιεύτηκε στο nextdeal.gr στις 10/12/2018. 

Ανασυγκρότηση της Αριστεράς

Ο Μακιαβέλι λέει ότι η πολιτική μοιάζει με Κένταυρο. Μισός άνθρωπος – μισός άλογο, δηλαδή συνδυασμός πειθούς και καταναγκασμού. Αυτόν τον εύγλωττο συνδυασμό έλλογου και α-λογου χρησιμοποίησε και ο Γκράμσι για να δημιουργήσει την έννοια της ηγεμονίας. Η ηγεμονία είναι κάτι πολύ περισσότερο από την κατοχή της εξουσίας, αλλά και κάτι περισσότερο από ωραίες ιδέες. Δεν υπάρχει πολιτική χωρίς τη λάντζα της. Αλλά είναι η περιβάλλουσα ατμόσφαιρα ιδεών και συναισθημάτων που δίνει ισχύ και προοπτική στις αποφάσεις της.

Ας σκεφτούμε με τους όρους αυτούς την πολιτική μας εμπειρία. Αν η Μεταπολίτευση ήταν μια μεγάλη εποχή μεταρρυθμίσεων –δημοκρατικοί θεσμοί, εκπαίδευση, οικογενειακό δίκαιο και έμφυλες σχέσεις, ΕΣΥ κ.λπ.– και αν οι μεταρρυθμίσεις αυτές άλλαξαν σε βάθος την ελληνική κοινωνία, ήταν γιατί τις διασφάλισε ένας κύκλος ιδεών και συναισθημάτων, πολύ ευρύτερος στη διάδοσή του, από τα κόμματα που είχαν την πρωτοβουλία τους.

Διαθέτει σήμερα η κυβέρνηση μια ανάλογη ηγεμονία ιδεών στην κοινωνία; Δύσκολα θα το υποστήριζε κανείς αυτό. Περάσαμε πράγματι μια δύσκολη και ανάποδη περίοδο, με διακυβέρνηση υπό κηδεμονία, με ισχνή πλειοψηφία, την οποία εξασφάλιζε μια συμμαχία με συντηρητικές δυνάμεις. Ο Κένταυρος επιβίωσε, αλλά το μήνυμά του δεν ακούστηκε ευκρινώς.

Εχει όμως ένα μήνυμα η Αριστερά και ποιο είναι αυτό; Ως έναν βαθμό, η ίδια η Αριστερά, συγκρίνοντας το τι ήθελε και προσδοκούσε πριν από το 2015 και το τι πέτυχε σήμερα, δεν το αντιλαμβάνεται. Γι' αυτό και κατατρύχεται από αισθήματα «ήττας» και από ενοχές εγκατάλειψης των ιδεολογικών της «πιστεύω». Δηλαδή η συνείδηση δεν ανταποκρίνεται στο είναι. Συνέπεια η παλινδρόμηση ανάμεσα στο τι ήταν πριν και τι είναι τώρα.

Δεν έχει ανακεφαλαιώσει τα ίδια της τα πεπραγμένα και δεν έχει δώσει προοπτική και μελλοντικότητα σε αυτό που κάνει. Δεν έχει συνειδητοποιηθεί δηλαδή ότι η Ελλάδα βγήκε από μια κρίση η οποία ισοδυναμούσε σχεδόν με πόλεμο, και η οποία ήταν διπλή, αν συνυπολογίσουμε και τη μεγάλη μεταναστευτική κρίση, με τους δημοκρατικούς της θεσμούς άθικτους και εν λειτουργία, με ενισχυμένους δεσμούς με την Ευρώπη παρά τα καψώνια, χωρίς να έχει εξοκείλει στην Ακρα Δεξιά που θεριεύει σε όλη την Ευρώπη, προσπαθώντας να λύσει μεγάλα χρονίζοντα προβλήματα όπως το Μακεδονικό, τα δικαιώματα και οι σχέσεις με την Εκκλησία.

Αλλά αυτά είναι η αφετηρία. Εκείνο που περιμένουν οι πολίτες να ακούσουν είναι τις προτάσεις της για το τι κοινωνία θέλουμε, τι πολίτες θέλουμε, όχι γενικά και αόριστα, αλλά στις συγκεκριμένες συνθήκες και καταναγκασμούς.

Εχει γίνει πολύς λόγος για σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Αγονη συζήτηση γιατί:

α) στην Ελλάδα η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει ρίζες,
β) το ΠΑΣΟΚ ποτέ δεν έγινε κλασικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και
γ) η σοσιαλδημοκρατία περνά βαθιά κρίση, δεν είναι αυτό που ήταν και στο εσωτερικό της σοβαρές συζητήσεις εγκυμονούν ευρύτερες ανακατατάξεις. Εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η ανασυγκρότηση της Αριστεράς. Μια αναδόμηση με ευρύτερες δυνάμεις, με βάση τα νέα προβλήματα και με βάση την εμπειρία της διακυβέρνησης.
Γιατί η Αριστερά δεν είναι πλέον ο άοπλος αγνός προφήτης, αλλά πολύπαθος και πολυμήχανος Κένταυρος. Επομένως, η ανασυγκρότηση δεν θα γίνει στο πεδίο των συζητήσεων, αλλά στο πεδίο των πολιτικών πρωτοβουλιών.

Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Παρά τις διακηρύξεις, εξακολουθεί μια αυτο-απομονωτική πολιτική, και το βλέπουμε στον ορισμό στενά κομματικά υποψηφίων στις δημοτικές εκλογές, σε ένα πεδίο που προσφέρεται κατ'εξοχήν σε συμμαχίες. Δεν είναι δυνατόν στη δεκαετία του '50, όταν η Αριστερά καταδιωκόταν, να μπορεί να αναδεικνύει υποψηφίους με ευρύτερη επιρροή, να κερδίζει όλους τους μεγάλους δήμους, και να μην μπορεί να το κάνει σήμερα, καταφεύγοντας στην απομόνωση. Τα είπαμε γι' αυτά με αφορμή την παλινδρόμηση στη σκανδαλολογία. Νοοτροπία σκαντζόχοιρου.

Πράττει σαν να έχει προαποφασιστεί ότι, εν όψει ήττας, θα σμιλέψει ένα μικρό αλλά ανθεκτικό κόμμα αποφασισμένων για τους δύσκολους καιρούς. Αλλά επιβίωση και συντήρηση, με τις συνειδήσεις των οπαδών στο ψυγείο, είναι νοοτροπία ΚΚΕ, όχι μιας Αριστεράς που συμμετέχει στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Τι κάνουμε απέναντι στο τσουνάμι της Ακροδεξιάς, που το βλέπουμε όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά να έρχεται κι εδώ, και μάλιστα με εφήβους; Είναι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ που ανησυχεί; Και η άλλη Αριστερά, το προοδευτικό κομμάτι της κοινωνίας; Ποιος θα ανταποκριθεί στις ανησυχίες του; Το ΚΙΝ.ΑΛΛ. απογοητεύει, γιατί πάει όλο και πιο δεξιά. Πώς θα γίνουν συμμαχίες;

Συχνά επικαλούμαστε την εμπειρία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αλλά αν τα δυο αριστερά της κόμματα δεν πολεμούσαν τότε το ένα το άλλο, η κατάληξη θα μπορούσε να είναι και διαφορετική. Αλίμονο για την ίδια την κοινωνία και για την τύχη της δημοκρατίας στην Ελλάδα, αν η μάχη δοθεί με σημαία την κομματική επιβίωση. Πρέπει να δοθεί με στόχο την ηγεμονία στην κοινωνία. Με τη δημιουργία μιας ευρύτερης περιβάλλουσας ατμόσφαιρας. Την ευρύτερη ανασυγκρότηση της Αριστεράς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 3/12/2018. 

Είναι απολιτίκ τα «κίτρινα γιλέκα»;

Δεν είναι καινούργια η καχυποψία ότι αρκετοί –με «πολιτικές» πτήσεις δεξιών και αριστερών φτερών ή και με φτερά «πέραν της Δεξιάς και της Αριστεράς»– σκέφτονται περισσότερο την καριέρα τους παρά το μέλλον των συμπολιτών τους∙ κυκλοφορεί σε μεγάλες δόσεις στους δρόμους, τις πλατείες και στις συζητήσεις στην Ευρώπη.

Επιπλέον, το ότι αρκετοί κυβερνώντες κατανοούν και συνομιλούν πιο χαλαρά με τα χρηματοοικονομικά συμφέροντα του καζινοκαπιταλισμού –αν δεν είναι κιόλας με κάποιο τρόπο «έμμισθοί» του– σχολιάζεται ήδη σε αρκετές χώρες.

Ειδικά, το σύστημα της Γαλλίας όχι μόνον δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά, ιστορικά από το 1970, είχε δώσει ρυθμό στην ταυτότητα των διεθνών ελίτ.

Οι οικογενειακές σχέσεις μεταξύ κυβερνητικών στελεχών και υπουργών και διοικητών των μεγάλων εταιρειών και οι συντροφικές σχέσεις των πτυχιούχων, π.χ. των Grandes Écoles –ατόμων που συνδέονται μεταξύ τους με «παλαιούς πανεπιστημιακούς δεσμούς»– συνέβαλαν στην επιτυχία μιας παγκόσμιας πασαρέλας φορολογικών ιδεών που στήθηκε από τις μεγάλες επιχειρήσεις για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τον πλούτο.

Ο Εμανουέλ Μακρόν είναι ένα τυπικό παιδί του «Pantouflage», ή αλλιώς, της «περιστρεφόμενης πόρτας», δηλαδή, της εύκολης μετακίνησης από μια υψηλόβαθμη θέση σε κάποια άλλη: από το υπουργείο Οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη γαλλική οικονομική ανάπτυξη, από την Τράπεζα Ρότσιλντ στο υπουργείο Οικονομικών του σοσιαλιστή Ολάντ και, τέλος, στην προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Σήμερα, χωρίς κόμμα και δημοτικότητα, ο πρίγκιπας που μελετούσε τον χρηματιστηριακό δείκτη CAC40 του Παρισιού, αντιμετωπίζει την πιο σοβαρή θεσμική κρίση που βίωσε ποτέ η Γαλλία από τον Μάη του '68. Πληρώνει το τίμημα της έλλειψης ευαισθησίας στις ιδέες της δικαιοσύνης και της ισότητας, λέει ο οικονομολόγος Τομά Πικετί.

Μα δεν πρόκειται για κάτι πρωτόγνωρο στην Ευρώπη· δεν είναι κάτι νέο για την «τροφό των επαναστάσεων». Και ας σκεφτούμε ότι τα διευθυντήρια της Ευρώπης (Βρυξέλλες, Φρανκφούρτη, Στρασβούργο και Βερολίνο) δεν είναι άμοιρα των γαλλικών εξελίξεων.

Ομως –για πολλοστή φορά– το θέμα είναι ότι τα «κίτρινα γιλέκα» επιμένουν πως δεν καθοδηγούνται από τα κόμματα∙ ούτε θέλουν. Και μόνον η «παραδοχή του α-κομματικού», ήδη, καλουπώνει το στερεοτυπικό μιξάζ της γυμνής δύναμης των μεγάλων αριθμών με την ανικανότητα του όχλου, δηλαδή, την ασχετοσύνη και τον μηδενισμό που, συνήθως, αποδίδεται ως «απολιτίκ» στους μεγάλους αριθμούς «χωρίς πολιτική καθοδήγηση». Και τι ξέρουν και τι μπορούν να πετύχουν, δηλαδή, οι «απολιτίκ»;

Ωστόσο, αν κρίνει κάποιος τα 42 αιτήματα των «κίτρινων γιλέκων» στη γαλλική κυβέρνηση για κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, εργασιακά θέματα, θα δει ότι τα περισσότερα είναι αμιγώς πολιτικά. Θα νόμιζε ότι πρόκειται για το πρόγραμμα μιας φανταστικής Αριστεράς της Ευρώπης – ενήμερων δημοκρατών που έχουν «λόγο και άποψη» για όλα: από το εκλογικό σύστημα μέχρι την παιδεία και το προσφυγικό.

Το θέμα του απολιτίκ είναι μεγάλο. Αλλά, στην προκειμένη περίπτωση είναι και αμφίδρομο. Οι απολιτίκ πράγματι δεν κατανοούν πώς ένας κεντρώος (πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς) επαγγελματίας του απολιτίκ φιλοευρωπαϊσμού αλλά και οπαδός του νεοφιλελευθερισμού βάζει τα δυνατά του να μεταρρυθμίσει μια μονόδρομη Ευρώπη που αρνείται να μεταρρυθμιστεί.

Και δεν μπορούν να καταλάβουν πώς θα πετύχει τη μεταρρύθμιση της Ευρώπης όταν, ταυτόχρονα, θέλει να εφαρμόσει πλήρως στη χώρα του μια ευρωπαϊκή πολιτική μεταρρυθμίσεων η οποία, έτσι κι αλλιώς, τον εκθέτει και με το παραπάνω σε κινδύνους πολιτικού καμποτινισμού και γελοιοποίησης. (Το παραπάνω ερώτημα αφορά και εμάς, στην Ελλάδα.)

Και, για να τελειώνουμε, τα απολιτίκ «κίτρινα γιλέκα» είναι πιο πολιτικά σε σχέση με τη διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ που, ενώ έκανε ό,τι περνάει από το χέρι της για να διογκώσει τη φτώχεια και την κοινωνική οργή στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, την Αφρική κ.α., εκφράζει τώρα τους φόβους της για την έλευση μιας νέας «εποχής της οργής».

Η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, το νωπό παράδειγμα της Ισπανίας όπου νοσταλγοί του Φράνκο για πρώτη φορά εισέρχονται στο κοινοβούλιο της Ανδαλουσίας, δεν επιτρέπει εύκολα συμπεράσματα. Η Ευρώπη αλλάζει. Σήμερα, η αδόμητη προσέγγιση των «κίτρινων γιλέκων» για τη Γαλλία –για το καλό ή το χειρότερο– θέτει τα πολιτικά ζητήματα για τον 21ο αιώνα. Οφείλουμε να τα δούμε.

Η επίκληση του «Aux armes citoyens! Στα όπλα πολίτες» της «Μασσαλιώτιδας» ίσως, δεν είναι απάντηση. Αλλά, επιτέλους ας θυμηθούμε ότι πριν γίνει εθνικός ύμνος των Γάλλων, τραγουδήθηκε ως ύμνος του διεθνούς επαναστατικού κινήματος του 19ου αιώνα. Και ας θυμηθούμε ως Ευρωπαίοι την εικόνα που φτιάχτηκε τότε για τους «ασύνταχτους, μιαρούς απολιτίκ» από τον Ιππόλυτο Τεν ή τον Γκουστάβ Λε Μπον που πραγματικά είχαν τρομάξει από την Κομμούνα του 1871 και από τις κραυγές εκείνων που αξίωναν ν' ακουστούν. Όπως τρομάζουν ο Μακρόν ή η Λαγκάρντ σήμερα.

Όμως, τελικά, ποιος θα ακούσει τους βίαιους, επικίνδυνους, καταστροφικούς απολιτίκ; Και σε ποια δημοκρατική πολιτική τάξη;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 8/12/2018. 

Η πολιτική διάπλασις των παίδων

«Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις», ήταν ο τίτλος του διάσημου βιβλίου στο οποίο ο φιλόσοφος Τζον Λ. Οστιν εξηγούσε ότι ο λόγος δεν περιγράφει μόνο, δεν διαπιστώνει απλώς, αλλά επίσης παράγει πολύ συγκεκριμένα και απτά αποτελέσματα. Αν αυτό ισχύει για τον λόγο γενικώς, ισχύει πολύ περισσότερο για τον πολιτικό λόγο. Ο λόγος της πολιτικής, και των πολιτικών, είναι κατεξοχήν λόγος που ενεργοποιεί, κινητοποιεί, διαμορφώνει συνειδήσεις και παρακινεί σε πράξη.

Είναι λόγος παρεμβατικός. Οπως έλεγε ο Αντόνιο Γκράμσι, στη γλώσσα της πολιτικής θεωρίας αυτός, τα πολιτικά κόμματα δεν εκφράζουν παθητικά τις κοινωνικές τάσεις αλλά επιδρούν ενεργητικά πάνω σε αυτές για να εντάξουν τις διάσπαρτες τρέχουσες ιδέες σε μια συνεκτική κοσμοαντίληψη, σε ένα ιδεολογικό σχήμα και ένα πολιτικό πρόγραμμα (Α. Γκράμσι, «Παρελθόν και παρόν» και «Οι διανοούμενοι», εκδόσεις Στοχαστής). Υπ' αυτή την έννοια, τα κόμματα έχουν ρόλο καθοδηγητικό, οργανωτικό· εν τέλει παιδαγωγικό.

Αν θέλει κανείς να δει στην πράξη ένα γλαφυρό παράδειγμα για το τι σημαίνουν όλα αυτά, αρκεί να παρατηρήσει το κύμα της ακραία εθνικιστικής αντίδρασης που έχει ενσκήψει στη χώρα μας με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών. Κύμα που ξεκίνησε με τα συλλαλητήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και έφτασε αυτές τις μέρες σε μια σειρά καταλήψεις σχολείων ανά την επικράτεια.

Οι παραστρατιωτικές και παραεκκλησιαστικές οργανώσεις που βγήκαν στην επιφάνεια με τα συλλαλητήρια και η Χρυσή Αυγή που στηρίζει ανοιχτά τις καταλήψεις είναι μόνο μία συνιστώσα των κινητοποιήσεων, αν και η πιο απεχθής, που χάρη στην ανακίνηση του «Μακεδονικού» απέκτησε πολιτική ορατότητα. Κινητοποιήσεις σαν αυτές, όμως, δεν θα ήταν εφικτές αν δεν υπήρχε ένας όχι περιθωριακός αλλά mainstream πολιτικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η συμφωνία εκχωρεί «τη μακεδονική γλώσσα και τη μακεδονική ταυτότητα» αμαχητί στους γείτονες – όπερ σημαίνει: παραδίδει τη Μακεδονία (μας).

Μεθοδολογικά, δεν έχει καμία σημασία εάν ο φιλελεύθερος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά βάθος δεν πιστεύει σε μια τέτοια ρητορική και απλώς επιχειρεί να διασφαλίσει την ενότητα του κόμματός του ή εάν η αρχηγός της Κεντροαριστεράς στην πραγματικότητα επιδιώκει τον επαναπατρισμό του «πατριωτικού ΠΑΣΟΚ» ή ακόμη εάν οι συγκυβερνώντες ΑΝ.ΕΛΛ. επιχειρούν να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους επιστρέφοντας στην «κανονική» τους ακραία δεξιά ταυτότητα τώρα που εξαντλήθηκε η αντιμνημονιακή δυναμική.

Οι μύχιες προθέσεις δεν έχουν σημασία εφόσον ο πολιτικός λόγος που εκφέρεται «κάνει πράγματα», δηλαδή νομιμοποιεί τις ποικίλες εκδηλώσεις του εθνικιστικού κύματος.

Οπως μικρή σημασία έχει εν προκειμένω το ορθό κατά τα άλλα αντεπιχείρημα, ότι και η σημερινή κυβερνώσα Αριστερά, στη φάση της πύρινης αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης, «έκανε πράγματα» με τον εθνοκεντρικό λόγο που εκτόξευε εγκαλώντας τις τότε κυβερνήσεις ως περίπου αργυρώνητες στους δανειστές, ενώ και σήμερα καλλιεργεί το χωράφι της σκανδαλολογίας τροφοδοτώντας τυφλές αντι-πολιτικές τάσεις.

Οι εθνικοί μας μύθοι ποτέ δεν πεθαίνουν, και μετά από χρόνια οικονομικής κρίσης μια καθημαγμένη κοινωνία εύκολα θα αναζητήσει τη χαμένη αξιοπρέπειά της στην «εθνική μας τύφλωση». Εδώ όμως έγκειται ο παιδαγωγικός ρόλος της πολιτικής: να μην επιτρέψει σε αυτές τις τάσεις να κυριαρχήσουν, πολύ περισσότερο να μην τις πυροδοτήσει – ιδίως εάν πρόκειται όχι για ενήλικους αλλά για γυμνασιόπαιδα και λυκειόπαιδα.

Στο σημείο αυτό είναι εμφανής η αμηχανία και της κυβερνητικής πλευράς, που διστάζει να καυτηριάσει μια κινητοποίηση που στρέφεται ευθέως εναντίον της, πλην όμως αξιοποιώντας ρεπερτόρια δράσης που είναι οικεία στο αριστερό φαντασιακό: την κατάληψη. Και πώς να το κάνει, αφού επί χρόνια η Αριστερά αποδέχθηκε τον εκφυλισμό των σχολικών καταλήψεων, εν ονόματι της πολιτικοποίησης των νέων «από τα αριστερά».

Ακόμη κι έτσι, πάντως, επ' ουδενί δεν μπορεί να εξισώνεται ο έστω μαθητικός χαβαλές με μαθητές που φωνάζουν τα ανατριχιαστικά αντιδημοκρατικά συνθήματα «Ελλάς ή τέφρα» ή «Η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία».

Το κυριότερο: το σχολείο, όσο και αν αναπόφευκτα διαπερνάται από τους ανέμους της πολιτικής και της κοινωνίας, πρέπει να τηρεί μια σχετική έστω αυτονομία από αυτά. Επί ποινή αυτοκατάργησής του, οφείλει να είναι «ο κλειστός χώρος όπου δεν φτάνει ο θόρυβος του εφήμερου», εκεί όπου ο δάσκαλος και ο μαθητής παίρνουν απόσταση από το υπάρχον ακριβώς για να μπορούν να το κρίνουν και να το αλλάζουν (Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Για το σχολείο», Πόλις, 2017).

Αν λοιπόν η δημοκρατική παιδαγωγική λειτουργία των κομμάτων επιβάλλει να μην εργαλειοποιούν τους ανηλίκους με εθνικιστικά στερεότυπα ή αγωνιστικές φαντασιώσεις των ενηλίκων, η ευθύνη αυτή βαραίνει εξίσου, αν όχι περισσότερο, τους δασκάλους.

Όπως λέει πάλι ο Στ. Ζουμπουλάκης, ο δάσκαλος δεν είναι ο όμοιος και αδελφός των παιδιών, αλλά κάποιος «που θα τα διδάξει με γνώση και κύρος, ένας άνθρωπος με υπόσταση, κάποιος δηλαδή με τον οποίο αξίζει να συγκρουστούν». Τι είναι αλήθεια πιο πολιτικό από αυτό;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/12/2018.