Δευτέρα, 16 Δεκέμβριος 2019

Ένα σοσιαλδημοκρατικό μανιφέστο

1. Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο ισχυρά συνδικάτα και εργατικά κόμματα, για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού, κατόρθωσαν σε σημαντικό βαθμό να εξανθρωπίσουν το καπιταλιστικό σύστημα. Πιο συγκεκριμένα, κατόρθωσαν να εξαπλώσουν αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Ενδυνάμωσαν το κράτος δικαίου, έκαναν σταδιακά καθολικό το δικαίωμα ψήφου και έβαλαν τις βάσεις για ένα αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος. Αυτή ήταν η «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975).

2. Στη συνέχεια όμως, το απότομο άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 80 οδήγησε στη λεγομένη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Οδήγησε στην άμβλυνση της αυτονομίας του κράτους-έθνους. Κυρίως στην αδυναμία του να ελέγχει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Κάθε σοβαρός έλεγχος από κυβέρνηση και συνδικάτα οδηγούσαν τις επενδύσεις σε χώρες όπου τέτοιου είδους έλεγχοι ήταν αναποτελεσματικοί.

3. Μέσα σε αυτό το νέο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναγκάστηκαν να πλησιάσουν τις αγοροκρατικές αξίες και πρακτικές του νεοφιλελευθερισμού. Επιπλέον, με το πέρασμα στον μεταφορντικό τρόπο παραγωγής έχασαν ένα μέρος της εκλογικής τους βάσης, δηλαδή του βιομηχανικού προλεταριάτου. Μετατράπηκαν σε πολυσυλλεκτικά κόμματα απευθυνόμενα όχι μόνο στην αρχική εκλογική βάση τους, αλλά και στα μεσαία στρώματα. Αυτό οδήγησε σε μια κατάσταση όπου οι ανισότητες εκτινάχθηκαν στα ύψη και τα κοινωνικά δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων συρρικνώθηκαν. Για πολλούς η παραπάνω αλλαγή οφείλονταν λιγότερο στην παγκοσμιοποίηση και περισσότερο στην «προδοσία» των σοσιαλδημοκρατικών ελίτ. Οι τελευταίοι μετατράπηκαν σε «σοσιοφιλελεύθερους/μπλεριστές». Για άλλους όμως η αλλαγή πλεύσης οφείλονταν σε μια προσπάθεια επιβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας σε ένα πλαίσιο όπου οι σοσιαλδημοκρατικοί στόχοι ήταν πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθούν, κυρίως στο επίπεδο του κράτους-έθνους. Κατά αυτούς η σοσιαλδημοκρατία δεν πέθανε. Μπορεί να ξαναζωντανέψει. Έχει όντως αρχίσει να ξαναζωντανεύει, αφού στις πρόσφατες ευρωεκλογές τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που δεν πήγαν προς τα δεξιά πήραν την ανιούσα.

4. Στη συνέχεια όμως, μετά τις πρόσφατες προσπάθειες ταχύτερης ενοποίησης της ΕΕ, φάνηκε πιο καθαρά πως η επιστροφή σε έναν νέο τύπο χρυσής εποχής τη σοσιαλδημοκρατίας σε εθνικό επίπεδο δεν είναι πια εφικτή. Μόνο σε έναν ευρύτερο μεταεθνικό χώρο όπως αυτός της ευρωζώνης θα μπορούσε το σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα να προχωρήσει. Σε αυτό το επίπεδο εμφανίζονται σήμερα δύο διαφορετικές ενοποιητικές στρατηγικές: η μερκελική και η μακρονική. Η πρώτη στοχεύει σε μια ενοποίηση που θα συνεχίζει τον γερμανοκρατικό χαρακτήρα της ένωσης. Πράγμα που θα συνεχίσει να διασφαλίζει στην Γερμανία τα τεράστια πλεονεκτήματα σε σχέση με την οικονομικά πιο αδύναμη Γαλλία και τις λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου. Ο Μακρόν από την άλλη μεριά, παρά τον νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό της χώρα του, έχει αντιληφθεί πως ο μόνος τρόπος να υπερβεί την ανισορροπία δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας είναι το πέρασμα από μια γερμανοκρατική σε μια ευρωκεντρική ευρωζώνη. Σε μια ευρωζωνική ομοσπονδία βασισμένη όχι μόνο στον ανταγωνισμό, αλλά και στην αλληλεγγύη. Δηλαδή σε έναν μετασχηματισμό όπου, μεταξύ άλλων, το εντεινόμενο χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου θα αμβλυνθεί. Ο μόνος τρόπος να πετύχει κάτι τέτοιο είναι μια συμμαχία με τις λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες, κυρίως αλλά όχι μόνο, του ευρωπαϊκού Νότου. Αυτό δεν είναι τόσο απίθανο αν λάβει κανείς υπόψη πως ο Γάλλος πρόεδρος, μετά την σταδιακή αποχώρηση της Άνγκελα Μέρκελ και τις πρόσφατες παρεμβάσεις του (στο πρόβλημα του Αμαζονίου, στη συνεργασία με την Ρωσία κτλ.) δεν είναι μόνο ο πιο σοβαρός παίκτης στο ευρωπαϊκό, αλλά και σημαντικός στον παγκόσμιο πολιτικό χώρο.

5. Εάν η Ευρώπη κατορθώσει να ξεπεράσει τις τωρινές δομικές αδυναμίες της, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αλλά όχι ανέφικτο, θα μπορούσε να καταστεί μια συμπαγής παγκόσμια δύναμη. Μια δύναμη ικανή να γίνει, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, ο τρίτος σοβαρός παίκτης, αν όχι στη γεωπολιτική, στην κοινωνικοοικονομική παγκόσμια αρένα. Κάτι τέτοιο θα άμβλυνε τις βαρβαρότητες του νεοφιλελεύθερου αμερικανικού και του αυταρχικού κινεζικού καπιταλισμού.

6. Περνώντας τώρα στην σχέση της σοσιαλδημοκρατίας με άλλες ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, η άκρα Αριστερά που είναι βαθιά αντισυστημική είναι φυσικά εναντίον της ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατίας. Εναντιώνεται επιπλέον στον καπιταλισμό γενικά. Προβλέπει πως είτε μέσω της επαναστατικής βίας είτε μέσω των εσωτερικών αντινομιών του καπιταλιστικού συστήματος αυτό σύντομα θα καταρρεύσει. Αυτό είναι μάλλον απίθανο. Αφού οι δυνάμεις που θέλουν να το διατηρήσουν είναι πολύ πιο ισχυρές από αυτές που θέλουν σύντομα να το ανατρέψουν. Άρα κάθε κινητοποίηση προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί στην ισχυροποίηση του status quo. Από την άλλη μεριά, η φιλοευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά έχει όλο και περισσότερο κοινά σημεία με τη σοσιαλδημοκρατική/σοσιαλιστική Κεντροαριστερά. Υπάρχουν βέβαια διαφορές αλλά και οι δύο συμφωνούν κατά βάση με τη μακρονική ενοποιητική στρατηγική. Θέλουν ταχύτερη ενοποίηση και την εφαρμογή μέτρων που θα αμβλύνουν τις γεωγραφικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ ευρωπαϊκού κέντρου και περιφέρειας. Πιο γενικά, σε ό,τι αφορά την κομματική δομή της ευρωζώνης μεταξύ των δύο βάρβαρων αλληλοσυνδεόμενων άκρων (του νεοφιλελευθερισμού που ακατάπαυστα θρέφει τον εθνολαϊκισμό) η σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά, η ριζοσπαστική φιλοευρωπαϊκή Αριστερά, τα πολικά φιλελεύθερα κόμματα του κεντρώου χώρου καθώς και τα ραγδαία ανερχόμενα πράσινα κόμματα έχουν, στη σημερινή συγκυρία, λιγότερο αντιθετικούς και περισσότερο συμπληρωματικούς στόχους. Στοχεύουν στον μεγαλύτερο πολιτικό έλεγχο των αγορών, κυρίως των χρηματιστηριακών που σήμερα οδηγούν στον λεγόμενο «καπιταλισμό καζίνο». Στοχεύουν επίσης στη μείωση των ανισοτήτων, στην ενδυνάμωση του συνεχώς συρρικνώμενου κοινωνικού κράτους και στην πιο ουσιαστική διαχείριση της κλιματικής αλλαγής.

7. Ο μόνος τρόπος μετάβασης σε ένα πιο ανθρώπινο μετακαπιταλιστικό σύστημα είναι η παραπέρα ανάπτυξη του καπιταλισμού που όπως υποστήριξε ο Μαρξ έχει και καταστροφικά αλλά και θετικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά την τωρινή παγκοσμιοποίηση (όχι αυτή του 19ου αιώνα), ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εντείνει τις ανισότητες και την κοινωνική περιθωριοποίηση στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες. Συγχρόνως όμως η διείσδυση των πολυεθνικών στην ημιπεριφέρεια και περιφέρεια του συστήματος μειώνει την απόλυτη φτώχεια σε βαθμό που σήμερα πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι έχουν αποφύγει την απόλυτη φτώχεια. Έχουν δηλαδή αποκτήσει το δικαίωμα σε μια ανθρώπινη επιβίωση. Πρόκειται για ένα επίτευγμα μοναδικό στη μακρόχρονη ιστορία του καπιταλισμού. Αν τα παραπάνω ισχύουν, είχε δίκιο ο σοσιαλδημοκράτης Eduard Bernstein που πριν από πολλά χρόνια τόνισε πως μόνο οι δυνάμεις που στοχεύουν σε έναν πιο αναπτυγμένο, σταδιακά μετασχηματιζόμενο καπιταλισμό (μέσω συνεταιριστικών και άλλων προοδευτικών διαδικασιών), θα μπορέσει η ανθρωπότητα να περάσει σε μια μετακαπιταλιστική, δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία.

8. Με την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, κυρίως της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης, σε ένα πλαίσιο όπου η λογική της αγοράς εξακολουθεί να υπερέχει των παγκόσμιων πολιτικών ελέγχων, η ανθρωπότητα μοιάζει με μια αμαξοστοιχία χωρίς φρένα που κατευθύνεται σε μια βιβλικού τύπου κλιματική και ανθρωπιστική καταστροφή. Μόνο με μια συμμαχία των προοδευτικών δυνάμεων που αναφέρονται πιο πάνω μπορεί να ξεπεραστεί το τωρινό αδιέξοδο. Αυτό ακούγεται σαν μια ουτοπία. Μπορεί όμως, αντίθετα με αυτή του Μαρξ, να πρόκειται για μια «ρεαλιστική ουτοπία». Για ένα κοινωνικό φαντασιακό για το οποίο αξίζει κανείς να αγωνίζεται.

Συμπέρασμα: Αντίθετα με αυτό που μερικοί πιστεύουν στον χώρο της Αριστεράς, η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει πεθάνει. Σήμερα ξαναζωντανεύει. Είναι ο μόνος δρόμος για ένα καλύτερο μέλλον.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 7/9/2019. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση