Παρασκευή, 10 Ιούλιος 2020

Ξεχάσαμε την Χάγη;

Στο κείμενο αυτό δεν θα ασχοληθώ με τα πολλά και περίπλοκα θέματα που μας χωρίζουν από τις τουρκικές θέσεις. Αλλά, ως μη ειδικός, θα προσπαθήσω να θέσω μερικά ερωτήματα σχετικά με το γιατί αποφεύγουμε να πάμε στην Χάγη χωρίς να θέσουμε προϋποθέσεις που, όπως θα υποστηρίξω πιο κάτω, κάνουν την προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο τελείως άσκοπη.

1. Με την άκρως επιθετική πολιτική της Τουρκίας στον Έβρο καθώς και με τις εξωφρενικές απαιτήσεις της στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την Λιβύη, το θέμα της προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ξεχάστηκε. Είτε δεν συζητιέται καθόλου είτε η έμφαση δίνεται στις διαπραγματεύσεις που πιθανόν δεν θα καταλήξουν πουθενά και κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε πλήρες αδιέξοδο.

2. Βέβαια, η κυβέρνηση δεν αποκλείει την προσφυγή στην Χάγη, αλλά με την προϋπόθεση πως το δικαστήριο θα αποφασίσει μόνο για τις διαφορές μας στα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ αφού το ελληνικό επιχείρημα είναι πως με βάση την Συμφωνία της Λωζάνης και του διεθνούς δικαίου της θάλασσας δεν υπάρχει άλλο θέμα προς εκδίκαση. Είναι όμως προφανές πως αυτή η θέση δεν θα γίνει αποδεκτή από τη γείτονα χώρα. Αφού υπάρχουν μια σειρά από άλλα θέματα προς επίλυση μεταξύ των δύο χωρών (βλ. άρθρο του Αλέξη Ηρακλείδη στα Νέα, 25/4/2020).

3. Για πολλούς, από τον Χρήστο Ροζάκη, τον Λουκά Τσούκαλη και τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη μέχρι τον Γιώργο Παπανδρέου και την Ντόρα Μπακογιάννη, με διάφορες βέβαια παραλλαγές, η προσφυγή στην Χάγη είναι η μόνη ελπίδα να βρεθεί μια λύση. Υπό την προϋπόθεση βέβαια να δεχτούμε πως από μια απόφαση του δικαστηρίου θα κερδίσουμε, αλλά και θα χάσουμε διότι υπάρχουν περισσότερες διαφορές από αυτές της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

4. Η κυβέρνηση αποφεύγει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο ξέροντας ότι με αυτόν τον τρόπο η Χάγη «μπαίνει στο χρονοντούλαπο». Γιατί η κυβέρνηση παίρνει αυτή την στάση; Διότι γνωρίζει Γιατί ξέρει πολύ καλά πως με βάση τις αποφάσεις του δικαστηρίου «θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε». Ξέρει επίσης πως μια τέτοια απόφαση θα θεωρηθεί από έναν μεγάλο αριθμό πολιτών ως προδοσία. Άρα με αυτή την πολιτική ο μικροκομματικός λαϊκισμός εξαφανίζει τον ρεαλισμό, όπως έγινε και στην περίπτωση των Πρεσπών.

5. Σήμερα η κυβέρνηση, έχοντας θέσει τις κόκκινες γραμμές της, υποστηρίζει πως κάθε προσπάθεια της Τουρκίας να παραβλέψει αυτές τις γραμμές και να προσπαθήσει δια της βίας να υλοποιήσει τις απαιτήσεις της θα αντιμετωπιστεί ανάλογα. Αυτό σημαίνει πως σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου, τυχαίου η σκόπιμου από την Τουρκία, αν η γείτονα χώρα αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές της Ελλάδας για να υλοποιήσει την επεκτατική πολιτική της, εμείς θα αναγκαστούμε να αμυνθούμε στρατιωτικά.

6. Ο ελληνικός στρατός είναι σήμερα και καλά εξοπλισμένος και σίγουρα θα αμυνθεί ηρωικά στην τουρκική επιθετικότητα. Αλλά δεδομένης της ανισορροπίας δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, σε περίπτωση που η τελευταία αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές μας (αν, για παράδειγμα, καταλάβει μια νησίδα όπου η Τουρκία αμφισβητεί την κυριαρχία μας), αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια στρατιωτική σύρραξη. Σύρραξη που σίγουρα θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

7. Με βάση τα παραπάνω, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: αφού δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από αυτή της Χάγης, γιατί κωλυσιεργούμε; Γιατί ακολουθούμε, μυωπικά κατά την γνώμη μου, τη βήμα προς βήμα προσέγγιση; Φυσικά, αν το δικαστήριο δεν μας δώσει δίκιο σε όλες τις απαιτήσεις μας, πράγμα σίγουρο, πολλοί θα θεωρήσουν πως η Χάγη ευνοεί την Τουρκία. Πολλοί θα πάνε και πιο πέρα. Θα θεωρήσουν τους δικαστές του Διεθνούς Δικαστηρίου ως πιόνια της Τουρκίας ή άλλων δυνάμεων. Θα πρόκειται βέβαια για φαντασιώσεις, για συνομωσιολογίες που ως γνωστόν είναι πολύ διαδεδομένες στη χώρα μας. Εάν δεχτούμε την αυτονομία του Διεθνούς Δικαστηρίου, γιατί φοβόμαστε την προσφυγή μας στην Χάγη; Αν πράγματι έχουμε δίκιο σε όλα, πέρα από τα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, γιατί αποκλείουμε την περίπτωση οι δικαστές να συμφωνήσουν μαζί μας;

8. Ο Άγγελος Συρίγος, βουλευτής της ΝΔ, έχει υποστηρίξει ότι στο παρελθόν δεν αντιδράσαμε αμέσως στις παραβιάσεις των συνόρων μας, κυρίως στον εναέριο χώρο. Και βεβαία, μετά την σχέση Τουρκίας-Λιβύης τα πράγματα χειροτέρευσαν. Κατά τον Συρίγο, «στην πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα για ένα σοβαρό κράτος είναι με ποιον τρόπο μπορεί να αποτρέψει την άσκηση στρατιωτικής πιέσεως από την Τουρκία. Σε αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε» (Νέα, 18/4/2020). Κατά την γνώμη μου, το «πρέπει να επικεντρωθούμε» δεν μας βοηθάει. Είναι ένας τρόπος να μην απαντηθεί το ερώτημα τι πρέπει να γίνει για να αποτραπεί η στρατιωτική σύρραξη. Και εδώ η προσφυγή στη Χάγη είναι παντελώς απούσα.

Συμπέρασμα

Λόγω Έβρου και Λιβύης, η προσφυγή μας στο δικαστήριο της Χάγης εξαφανίστηκε από τον δημόσιο διάλογο. Όταν η κυβέρνηση αναγκάζεται να τονίζει πως η προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο είναι δυνατή μόνο αν το δικαστήριο ασχοληθεί αποκλειστικά με τις διαφορές των δύο χωρών στα θέματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η Χάγη ως προοπτική μπαίνει στο περιθώριο. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και άλλες διαφορές τις οποίες η κυβέρνηση δεν θέλει να παραδεχθεί. Αυτή η αρνητική στάση εξηγείται από το ότι δεν συμφέρει κομματικά την ΝΔ. Θα κατηγορηθεί σίγουρα για προδοσία από τους «υπερπατριώτες» έλληνες. Τέλος, αν πηγαίναμε στην Χάγη, είναι σίγουρο πως θα κερδίζαμε αλλά και θα χάναμε. Αυτό είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι προς το συμφέρον της χώρας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 5/6/2020. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση