Τετάρτη, 12 Δεκέμβριος 2018

Το θέμα είναι τώρα τι λες… με ποίηση

Πολλά μέιλ είναι σαν δώρα. Και το μέιλ ήταν από το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης (την Τετάρτη 21 Μαρτίου). Η Βουλή, στον εκθεσιακό χώρο του ιδρύματος, συμμετέχει στην Ημέρα Ποίησης με την έκθεση «Το θέμα είναι τώρα τι λες» για τη ζωή και το έργο του ποιητή της μεταπολεμικής περιόδου, Μανόλη Αναγνωστάκη.

Για όσους ξέρουν, αυτή η πτυχή της δράσης της Βουλής, μέσω του Ιδρύματος για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, δεν είναι καινούργια. Με διαρκείς εκθέσεις, εκδόσεις και εκδηλώσεις, η Βουλή ανιχνεύει την Ιστορία, τη δημοκρατία, την ταυτότητα και την αυτογνωσία μας.

Αυτό που είναι άξιο σχολιασμού, είναι η άλλη όψη στον ίδιο χώρο. Ο ποιητικός λόγος, ο λόγος των ιδεών, του νοητικού σκαψίματος, της ευαισθησίας, της φαντασίας και –πολλές φορές– της αλήθειας, απέναντι στον πολιτικό λόγο της έπαρσης, της καταγγελίας, του υπολογισμού ή της ψηφοθηρίας και –πολλές φορές– της πολιτικής ψευδολογίας.

Ηδη από μόνο του, το μότο της συλλογής «Ο στόχος» (1970) του Αναγνωστάκη (που δίνει και τον τίτλο εδώ), «Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε / Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ώς εδώ / Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας / Το θέμα είναι τώρα τι λες», λέει πολλά. Αλλά όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το ερώτημα είναι συντριπτικό. Βλέπετε, είναι αυτό που μπαίνει από την ποίηση, αλλά δεν βγαίνει ποτέ από την πολιτική.

Ομως, είναι και το άλλο. Οσο αναγκαία είναι η ποίηση για τη γραφή, τα αναγνωστικά και το εργαστήρι, άλλο τόσο απαραίτητη είναι η ανάγνωσή της ως πολιτική πράξη, εφόσον το ενεργούμενό της είναι ο τελευταίος τελείως ελεύθερος χώρος για τη γλώσσα, τις ιδέες και τον πολιτισμό.

Οσο είναι αυτονόητη η ενασχόλησή μας με τις παράγκες του ποδοσφαίρου και το όπλο του Ιβάν Σαββίδη, με το εάν ο Κουβέλης είναι υποτακτικός του Καμμένου ή του Τσίπρα, με τα οικονομικοπολιτικά σκάνδαλα, με τη Μέρκελ και τα ευρωπαϊκά, με το χρέος ή με τον νεοσουλτάνο Ερντογάν και τους εθνικισμούς στα Βαλκάνια, άλλο τόσο θα έπρεπε να είναι αυτονόητη η ενασχόλησή μας με αυτόν τον ελεύθερο χώρο ως κεντρικό κοινωνικό πράττειν – από τους θεσμούς και τις ιδέες μέχρι τη διαχείριση της καθημερινότητας, των συμπεριφορών και των σχέσεων. Αυτό δεν γίνεται.

Αντίθετα, τελείως επιδερμικά προχωράμε στην ανάγνωση του Σολωμού ή του Κάλβου, του Παλαμά, του Καβάφη, του Σεφέρη ή του Ελιοτ, εις βάρος της εποικοδομητικής αμφίδρομης σχέσης που ανέκαθεν έχτιζαν ο Λόγος και ο άνθρωπος∙ εις βάρος της δυνατότητάς μας να δούμε άλλους, καλύτερους κόσμους.

«Ισως κάποτε αυτοί οι κόσμοι να επιβληθούν», θα έλεγε ο Μαρξ, με την επιφύλαξη που είχε διατυπώσει ο Ελύτης γύρω από το θέμα της άρρητης σχέσης ποίησης και πολιτικής: «Η ποίηση δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος αλλάζει με την πράξη. Μπορεί όμως να αλλάξει τις συνειδήσεις των ανθρώπων, επηρεάζοντας έμμεσα την αλλαγή του κόσμου».

Αλλά ακόμα κι έτσι, ακόμα κι αν μιλάμε για περιπλάνηση, τη χρειαζόμαστε την ποίηση γιατί δεν υπάρχουν πλέον σταθερές και βεβαιότητες σε περιόδους δημόσιου τραύματος ή κρίσης όπως η σημερινή.

Τη θέλουμε την ποίηση, όχι απλώς ως πολυτέλεια ή κουλτουριάρικο προνόμιο των ειδικών και των ανθολόγων, αλλά εμπρόθετα για τη φυσιογνωμία της χώρας και του Ελληνισμού που, από την εποχή του Σεφέρη... «θα αποχτήσει φυσιογνωμία όταν αποχτήσει πρώτα μια πνευματική φυσιογνωμία η σημερινή Ελλάδα. Και θα έχει ακριβώς για χαρακτηριστικά τη σύνθεση των χαρακτηριστικών των αληθινών έργων που θα έχουν γίνει από τους Ελληνες». Τη θέλουμε για θεσμούς καρφωμένους σαν πρόκες – για να παραφράσω λίγο τον Αναγνωστάκη.

Τη θέλουμε και σαν κάστρο της γλώσσας αλλά και σαν θεσμικό πεδίο καλλιέργειας και διατήρησης της φαντασίας μας, της οξύνοιάς μας και την αντίστασής μας στην «πίεση του πραγματικού», στο συνεχές σφυροκόπημα των πληροφοριών, των ειδήσεων, των τρομερών γεγονότων και της γκρίζας πραγματικότητας. Και όσο δεν το κάνουμε, χάνουμε το ουσιαστικό: ευαισθησίες, χαρές των μικρών, τη μαγεία της έκπληξης, τη δημιουργικότητα και τη φαντασία μας – με μια λέξη, χάνουμε την ανθρωπιά μας.

Τέλος, τη θέλουμε για την παραμυθία μας, με τα λόγια της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ: «... Και τότε ξαφνικά γεννιούνται ποιήματα... που κάνουν να πλησιάζουμε τα αρνητικά, τα δύσκολα στοιχεία της ζωής μας: τη θλίψη, τη σιωπή, την επιβίωση, τον χωρισμό από την έννοια του μέλλοντος, και βέβαια τον θάνατο... Αλλά υπάρχει και ένα φως που αναδύεται από το σκοτάδι. Είναι η ανάσα μου, που βγαίνει σταθερή και μου χαρίζει ακόμη τη ζωή. Με την ανάσα μου νικώ τον χρόνο, έστω και για μια στιγμή».

"Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/3/2018. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση