Σάββατο, 17 Νοέμβριος 2018

Μάχες για την Ευρώπη

Έχει έρθει η στιγμή να σταθούμε σε δύο άνισες μάχες που έδωσε τόσο το φιλοευρωπαϊκό όσο και το ελληνικό πολιτικό σύστημα κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων της κρίσης, αλλά και στα αποτελέσματα που προκάλεσαν στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Και οι δύο, παρότι σε κάποια φάση έδειξαν να κερδίζονται, προς στιγμήν έχουν χαθεί αφήνοντας πολλά ερωτηματικά που καλό θα ήταν να συζητηθούν σύντομα και να απαντηθούν.

Η πρώτη μάχη συνδέεται με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Για πολλά χρόνια υπήρξε συντονισμένη προσπάθεια να πεισθούν οι Έλληνες για μια περισσότερο φιλοευρωπαϊκή στάση – ως προς το φαίνεσθαι και όχι ως προς την ουσία. Στα χρόνια της κρίσης όλοι είδαν να καταρρέει μπρος στα μάτια τους το αφήγημα της μηχανικής ευημερίας και το όνειρο μιας στέρεης δημοκρατίας στην Ελλάδα με κοινωνικό πρόσημο στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης –κάτι για το οποίο υποτίθεται ότι πάλευε η χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Μιλάμε για την εποχή που, εκτός από την Ιταλία ‒την προβληματική σήμερα Ιταλία‒, ο φτωχός από οικονομική και αυταρχικός από πολιτική άποψη ευρωπαϊκός Νότος (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, μαζί με τα Βαλκάνια) βρισκόταν έξω από τον οικονομικοπολιτικό ορίζοντα της Ενωσης. Σήμερα, ως προς τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, η Ελλάδα βρίσκεται πίσω, αμφίθυμη, κουρασμένη στην πραγματικότητα, έξω από πολλά ευρωπαϊκά κεκτημένα, με χαμένο χρόνο και σπαταλημένο πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο. Τα μνημόνια δεν βοήθησαν∙ απλώς, μετέθεσαν στις επόμενες γενεές των Ελλήνων το χρέος και την κουβέντα που θα έπρεπε να είχε γίνει χθες.

Η δεύτερη μάχη, που και αυτή χάθηκε, συνδέεται με τη δυνατότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος να πείσει τους Ευρωπαίους ‒και προς όφελος της Ευρώπης‒ για κάποια ευμενέστερη στάση απέναντι στην Ελλάδα και, πάντως, όχι για την τιμωρητική στάση που προέκρινε το Βερολίνο ήδη από το 2010-11.

Βέβαια, το Βερολίνο της Μέρκελ και του Σόιμπλε, των Χριστιανοδημοκρατών του CDU και των Χριστιανοκοινωνιστών (με τη βοήθεια των πάλαι ποτέ ισχυρών Σοσιαλδημοκρατών ‒του ιστορικού για τον 20ό αιώνα SPD‒ που είδαν τις δυνάμεις τους να καταρρέουν στα χρόνια της ευρωπαϊκής κρίσης), είχε ελάχιστη σχέση με τον κοινό ευρωπαϊκό δρόμο που είχε υπηρετήσει, μαζί με τη Γαλλία, η Βόννη της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας.

Κάποια ορθολογικότερη ή έστω πραγματιστική διαχείριση του ελληνικού προβλήματος ουδέποτε έγινε από την πλευρά των Βρυξελλών, με απαίτηση της ηγεμονικής Γερμανίας. Οι Βρυξέλλες συμπεριφέρθηκαν σαν λέσχη δανειστών σε μια προσπάθεια να σώσουν το ευρώ και το κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες στους λαούς.

Αυτό, με τη σειρά του, είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού ο οποίος εκφράστηκε από δύο πλευρές: από τις δυνάμεις της Αριστεράς, ως έναν βαθμό, που ήθελαν «μια άλλη Ευρώπη» και, κυρίως, από τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

Και βρισκόμαστε ακριβώς εδώ. Στο παράδοξο να εμφανίζεται η ελληνική Δεξιά και το ΚΙΝ.ΑΛΛ ως φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις: στα λόγια. Υιοθετούν, πράγματι, από την Ευρώπη το δόγμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής με λιτότητα, με διατήρηση των ανισοτήτων, όμως, πατώντας πάνω σε μια εθνικιστική και αντιευρωπαϊκή πολιτική, π.χ. για τα Βαλκάνια.

Και ως παλαιό καθεστώς, χρησιμοποιούν την οικονομία και το εθνικό κράτος για κάνουν κάτι χειρότερο: σε πλήρη αντίθεση με τις προϋποθέσεις για ‒μια έστω‒ ανοιχτή κοινωνία και οικονομία υποκινούν την εχθροπάθεια. Προβάλουν την πλάνη της εισαγόμενης εργατικής φτώχειας, υποκινούν μίσος και ενισχύουν τον υπερεθνικισμό στα θύματα του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποιημένης Ευρώπης.

Δεν είναι παράδοξο ότι το Brexit που τόσο δυσκολεύει τους Άγγλους, υπαγορεύτηκε μεταξύ των άλλων και ως αντιμεταναστευτική αναγκαιότητα. Δεν είναι παράδοξο ότι η παντοδυναμία της Μέρκελ δεν κλονίστηκε από τη λιτότητα που επέβαλε στους Ευρωπαίους, αλλά από την πολιτική της απέναντι στο προσφυγικό-μεταναστευτικό ‒ παρά το ότι η Willkommenpolitik ήταν μια ατελής πολιτική για την Ε.Ε. και, σε κάθε περίπτωση, προσανατολισμένη στις ανάγκες των γερμανικών βιομηχανικών συμφερόντων.

Από την άλλη πλευρά, η ελληνική φιλοευρωπαϊκή Αριστερά αδυνατεί να πείσει τους Ευρωπαίους πολίτες ‒όπως και τους Έλληνες στον βαθμό που μας αφορά‒πώς νοείται στον κόσμο τούτο η υπεροχή της «ευρωπαϊκής ιδέας», όταν η τελευταία συνοδεύεται από ένα ολόκληρο πλέγμα «ευρωπαϊκού δικαίου και συμφωνιών», εντός ενός αυτονομημένου ευεργετικού ευρωπαϊσμού ο οποίος εντέλει κινείται εις βάρος των άμεσων συμφερόντων τόσο των Ευρωπαίων πολιτών όσο και των κρατών-μελών.

Ας το κατανοήσουμε αλλιώς το θέμα μας. Το πρόβλημα στην Ευρώπη, όπως και το πρόβλημα στην Ελλάδα και την ευρωπαϊκή της μοίρα, τούτη τη στιγμή δεν βρίσκεται στη σταδιακή αποχώρηση της Μέρκελ και στις ανακατατάξεις στη γερμανική πολιτική ή στις καλές ιδέες του Μακρόν. Το πρόβλημα βρίσκεται στις ίδιες τις ευρωπαϊκές ιδέες, στις δικές μας ιδέες για την Ευρώπη και στην καρδιά ενός φθίνοντος συστήματος που πράττει σπασμωδικά πολλά από αυτά που απλώς ενισχύουν την ανημπόρια του.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/11/2018.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση