Παρασκευή, 19 Απρίλιος 2019

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος: Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Μουζέλη, Ματιές στο μέλλον (29-3-2019, Στοά του Βιβλίου)

Κυρίες και Κύριοι,

Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα το ότι μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω σήμερα για το τελευταίο βιβλίο ενός από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους κοινωνιολόγους, του Νίκου Μουζέλη. Ενός αληθινά πνευματικού ανθρώπου, βαθύτατα σεμνού, που ταυτοχρόνως υπήρξε πάντοτε –δηλαδή και παλαιότερα αλλά και τώρα- θαρραλέα πρωτοπόρος στις πολιτικές του παρεμβάσεις. Πάντοτε, με πλήρη επίγνωση των αντιδράσεων που θα προκληθούν από αυτές, ενίοτε πολύ σκληρών και άδικων -είναι η αλήθεια- για εκείνον και την εν γένει ακαδημαϊκή και δημόσια πορεία του.
Στο βιβλίο του, το οποίο σήμερα συζητάμε, με τίτλο, Ματιές στο μέλλον – Καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία και σύγχρονο κράτος, ο συγγραφέας υποστηρίζει α) ότι ο καπιταλισμός παρά τις περί αντιθέτου προβλέψεις θεωρητικών, όπως ο Streeck και ο Wallerstein, των οποίων το έργο συνοπτικά αλλά περιεκτικά παρουσιάζει, δεν πρόκειται να εκπνεύσει αλλά, αντιθέτως, θα επιζήσει τουλάχιστον βραχυ- μεσοπρόθεσμα (μάλλον και μακροπρόθεσμα, θα πρόσθετα εγώ) και β) Τούτου δοθέντος, αξίζει να προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα νέο περιεχόμενο στην έννοια της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Μιας σοσιαλδημοκρατίας η οποία επλήγη μεν από την «σοσιαλφιλελεύθερη στροφή» της την δεκαετία του 90, παρότι ακόμη και τότε αυτή προάσπισε, όπως ορθά υποστηρίζει ο Μουζέλης, το κοινωνικό κράτος στον βαθμό που το «επέτρεψαν» η προηγηθείσα στην Αγγλία και τις ΗΠΑ νεοφιλελεύθερη επανάσταση της Θάτσερ και του Ρήγκαν αλλά και η ήδη από τότε επελαύνουσα παγκοσμιοποίηση.
Οι αλλαγές που αυτές επέφεραν στην διεθνή οικονομία αλλά και στην διεθνή πολιτική, κυρίως μέσω της μεταβολής του ρόλου του κράτους-έθνους -που ενισχύθηκε όσον αφορά τη δυνατότητα παρέμβασής του στη διαμόρφωση του διεθνούς περιβάλλοντός του ενώ εξασθένησε όσον αφορά την ικανότητά του ν' ασκεί οικονομικές πολιτικές κεϋνσιανής κατεύθυνσης στο εσωτερικό του- έπρεπε ασφαλώς να ληφθούν υπ' όψιν από τα σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα της Ευρώπης. Ήταν και είναι προφανές ότι η άνοδος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και η μείωση της αυτονομίας του κράτους άλλαξαν ριζικά την ισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.
Η προσαρμογή των Ευρωπαϊκών Εργατικών και Σοσιαλδημοκρατικών Κομμάτων στη νέα αυτή πραγματικότητα δεν έγινε πάντοτε με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο για την διατήρηση της ακτινοβολίας και επιρροής τους τόσο στην διαρκώς συρρικνούμενη από την μεταφορντική εποχή και εντεύθεν εργατική τάξη όσο και στην αρκετά ευρύτερη και ως εκ τούτου πολυπληθέστερη κατηγορία των εργαζομένων στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτό συνέβη εν μέρει λόγω πραγματικών δυσκολιών που δεν κατέστη δυνατόν ν' αντιμετωπιστούν επιτυχώς αλλά και εν μέρει διότι το δέλεαρ της εξουσίας αποδείχθηκε πιο ισχυρό από την υπεράσπιση μιας συνεπούς ρεφορμιστικής σοσιαλδημοκρατικής αντζέντας. Παρεμπιπτόντως, δυστυχώς αυτή η διαπίστωση μάλλον ισχύει για όλους –ή σχεδόν για όλους, για να μην είμαι απόλυτος- τους ασκούντες την εξουσία, ανεξαρτήτως του πολιτικού τους χρώματος. Πρόκειται για συμπεριφορά για την οποία μάλλον έγκαιρα μας έχουν προειδοποιήσει σημαντικοί συντηρητικοί πολιτικοί στοχαστές, που επιμένουν σε κάποιες ανθρωπολογικές σταθερές κατά την μελέτη της πολιτικής συμπεριφοράς. Παραταύτα -όπως ορθά, και πάλι, παρατηρεί ο Μουζέλης- το γόητρο του Εργατικού Κόμματος στην Αγγλία και του τότε Πρωθυπουργού, Τόνυ Μπλαίρ, επλήγησαν κυρίως από την υποστήριξη του πολέμου στο Ιράκ, παρά από τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες προχώρησαν σε κρίσιμους τομείς του κοινωνικού κράτους, όπως, για παράδειγμα, το Εθνικό Σύστημα Υγείας του ΗΒ, όπου επιδιώχθηκε ένας μάλλον εύλογος και λειτουργικός εκσυγχρονισμός του, που έλαβε υπ' όψιν ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια αποτελεσματικότητας και επιδίωξε την συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα, όπου αυτό κρίθηκε χρήσιμο.
Όμως, η θέση του Μουζέλη για την ανάγκη αναζήτησης ενός νέου σοσιαλδημοκρατικού οράματος, που θα αρμόζει στα σημερινά δεδομένα της διεθνούς πολιτικής σκηνής, προκειμένου η πραγμάτωσή του να επιδιωχθεί με αποτελεσματικότητα (και θα επανέλθω σ' αυτό στην συνέχεια, για να εξηγήσω τι ακριβώς εννοώ), δεν είναι καινούργια. Ας μου επιτραπεί να θυμίσω ένα παλαιότερο, μικρό βιβλίο του, με τίτλο, Για έναν εναλλακτικό τρίτο δρόμο – Αναστοχαστικός εκσυγχρονισμός και τα αδιέξοδα της πολιτικής σκέψης του Antony Giddens, το οποίο δυστυχώς ελάχιστα συζητήθηκε τότε στην Ελλάδα (καθώς προσπεράστηκε μάλλον αδιάφορα τόσο από το ΠΑΣΟΚ όσο και από την υπόλοιπη μη κομμουνιστική Αριστερά). Σ' αυτό, ο Μουζέλης ασκεί μεν κριτική στον Τρίτο Δρόμο του Giddens, πλην όμως τονίζει ότι μεταξύ της νεοφιλελεύθερης και της παλαιοσοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας δεν υπάρχει ένας αλλά πολλοί Τρίτοι Δρόμοι. Με τούτο θέλω να πω ότι υπάρχει συνέχεια στην σκέψη του αλλά και συνέπεια και συνεκτικότητα στην επιχειρηματολογία του, η οποία παραμένει αμετακίνητη στην στόχευσή της και απλώς αναπροσαρμόζεται, λαμβάνοντας υπ' όψιν την ραγδαίως μεταβαλλόμενη διεθνοπολιτική πραγματικότητα.
Έτσι, στο συζητούμενο σήμερα βιβλίο, ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι το νέο σοσιαλδημοκρατικό όραμα, που μπορεί να οδηγήσει σ' έναν πιο «ήπιο» και κοινωνικά δίκαιο καπιταλισμό σε σχέση με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό των ΗΠΑ και τον αυταρχικό καπιταλισμό της Κίνας, όπως τους ονομάζει, δεν μπορεί να επιτευχθεί σε εθνικό, αλλά σε μεταεθνικό επίπεδο. Και συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί, όμως, σοσιαλδημοκρατία και όχι νεοφιλελευθερισμός σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης; Για να πάρουμε τα πράγματα με την σειρά, ο Μουζέλης αναγνωρίζει ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση βοήθησε μεν σημαντικά τις αναπτυσσόμενες χώρες της καπιταλιστικής ημι-περιφέρειας, συντελώντας στο να βγουν από την απόλυτη φτώχεια εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι. Μάλιστα, όπως υποστηρίζεται από κάποιους μελετητές, αυτό το φαινόμενο μπορεί να συνεχιστεί, με αποτέλεσμα σε λίγα χρόνια η απόλυτη φτώχεια να εκλείψει πλήρως από τον κόσμο. Επίτευγμα, ασφαλώς, κορυφαίο και ακόμη πιο σημαντικό, όπως αναγνωρίζει ο ίδιος ο Μουζέλης, σε σχέση με όσα είχε επιτύχει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία στην «χρυσή εποχή» της, δηλαδή στο διάστημα 1945-1975. Όμως, δεν προκρίνει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης για την Ευρώπη διότι στις δυτικές ανεπτυγμένες κοινωνίες παρατηρούμε την όξυνση των ανισοτήτων που ο νεοφιλελευθερισμός δημιουργεί. Το trickle-down effect, που προβλέπεται από την νεοφιλελεύθερη οικονομική θεωρία, μετά την περαιτέρω αύξηση του πλούτου των πλουσιοτέρων μέσω και της φορολογικής τους ελάφρυνσης γι' αυτόν τον σκοπό, δεν φάνηκε να λειτουργεί στην πράξη σε ανεπτυγμένες κοινωνίες δυτικού τύπου. Συνακόλουθη, λοιπόν, υπήρξε η άνοδος του λαϊκισμού, λόγω της οικονομικής και κοινωνικής περιθωριοποίησης τμημάτων του πληθυσμού που αυτές οι ανισότητες δημιούργησαν. Γι' αυτό, ο Μουζέλης προτείνει, ως σοβαρό ανάχωμα στα δύο προαναφερθέντα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης, μια συμμαχία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς και της ριζοσπαστικής αριστεράς, με την τελευταία να διακρίνεται, όμως, από σταθερή και αμετακίνητη πίστη στο ευρωπαϊκό ενωσιακό ιδεώδες.
Πρόκειται για conditio sine qua non, αφού, κατά Μουζέλη, θα το επαναλάβω, μόνο στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δυνατή, την εποχή της παγκοσμιοποίησης, η χάραξη μιας νέας σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής. Μιας πολιτικής, ικανής να μας οδηγήσει να πούμε -για να παραφράσω τον αείμνηστο Μιχάλη Παπαγιαννάκη- ότι η ιδέα τη ενοποιημένης Ευρώπης είναι ξανά η πιο προοδευτική πολιτική ιδέα.
Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να προβώ σε μια πιο παρέκβαση με κάπως πιο θεωρητικό ενδιαφέρον, για να πω ότι ο συγγραφέας του βιβλίου, Ματιές στο μέλλον, πρώτον, απορρίπτει τις προβλέψεις για κατάρρευση του καπιταλισμού, που προκύπτουν από θεωρίες διανοητών όπως ο Streeck και ο Wallerstein, και, δεύτερον, επιχειρηματολογεί υπέρ της αναμενόμενης δράσης εκ των άνω για την διάσωση του καπιταλισμού από τις όποιες εσωτερικές αντιφάσεις του, εφαρμόζοντας μεθοδικά τα συμπεράσματα της δικής του έρευνας πάνω στο πρόβλημα της σχέσης δρώντος και δομής, το οποίο είναι κεντρικής σημασίας στην κοινωνιολογική θεωρία.
Ο Μουζέλης σε σειρά ακαδημαϊκών του δημοσιεύσεων αλλά και στα τέσσερα βιβλία του, με τους αντίστοιχους τίτλους, Μεταμαρξιστικές προοπτικές – Για μια νέα πολιτική οικονομία και κοινωνιολογία, Επιστροφή στην Κοινωνιολογική Θεωρία – Η έννοια της ιεραρχίας και το πέρασμα από τη μίκρο- στη μακροκοινωνιολογία, Η κρίσης της κοινωνιολογίας – Τι πήγε λάθος;, και, τέλος, Γέφυρες μεταξύ νεωτερικής και μετανεωτερικής κοινωνικής θεωρίας, εξετάζει, μεταξύ άλλων, το πρόβλημα της σχέσης δρώντος και δομής, εξελίσσοντας συνεχώς τις επεξεργασίες του πάνω σ' αυτό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο John Parker στο μελέτημά του, Structuration (Open University Press, 2000), επικεντρώνεται στις απόψεις των Giddens, Bourdieu, Archer και Μουζέλη, ενώ το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου του Roger Sibeon, Rethinking Social Theory (Sage, 2004), έχει τον ενδεικτικό τίτλο, «Τρεις μείζονες θεωρητικοί της Κοινωνιολογίας: Archer, Μουζέλης και Layder».
Και ενώ η Archer έχει κερδίσει μια θέση στη μελέτη της σχέσης δρώντος και δομής στη βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων, λόγω των αναφορών στο έργο της που συναντά κανείς στα πολυσυζητημένα βιβλία των θεωρητικών των Διεθνών Σχέσεων, Alexander Wendt και Colin Wight, με τίτλους, Social Theory of International Politics και Agents, Structures and International Relations, αντιστοίχως, η έξοχη δουλειά του Μουζέλη πάνω στο ίδιο πρόβλημα αναμένει ν' αξιοποιηθεί επαρκώς στο μέλλον στο πλαίσιο του γνωστικού αυτού αντικειμένου, που και ο ίδιος υπηρετώ. Προς το παρόν, επισημαίνω μόνον την παραπομπή στο βιβλίο του Μουζέλη, Γέφυρες, από τον Christopher Hill, η οποία υπάρχει στο προσφάτως εκδοθέν και στα ελληνικά, κλασικό έργο του, Η Εξωτερική Πολιτική τον 21ο Αιώνα (ΠΕΚ, 2018).
Ξαναγυρίζω, λοιπόν, στο βιβλίο που συζητάμε, το Ματιές στο μέλλον, για να πω ότι ο συγγραφέας του, εφαρμόζοντας την δική του θεωρία για την σχέση δρώντος και δομής στην κριτική του για την θεωρία του Streeck περί κατάρρευσης του καπιταλισμού λόγω εσωτερικών του αντιφάσεων, επισημαίνει ότι σ' αυτήν «δεν λαμβάνονται υπόψη μακρο-συλλογικά υποκείμενα που δεν είναι προϊόντα καπιταλιστικών αντιθέσεων (σελ. 23), σε αντίθεση, π.χ., με την μαρξιστική θεωρία, όπου το σύνολο των εννοιολογικών της εργαλείων «είναι κατασκευασμένο κατά τέτοιο τρόπο που η σύνδεση των εξελισσόμενων θεσμών με τους αγώνες των συλλογικών φορέων γίνεται κατά θεωρητικά συνεπή τρόπο». Αυτή την παρατήρηση επαναλαμβάνει ο Μουζέλης και όταν επισημαίνει πως ο «Émile Durkheim, ένας από τους πατέρες της κοινωνιολογικής θεωρίας, προσπάθησε να καταπολεμήσει τον μεθοδολογικό αναγωγισμό τονίζοντας πως ένα 'μάκρο' πρόβλημα, όπως αυτό της ευρωπαϊκής ενοποίησης, πρέπει αρχικά να ερευνηθεί σε σχέση με 'μάκρο' παίκτες, ικανούς να θέσουν τα όρια μέσα στα οποία παίκτες μικρότερης ισχύος θα είναι αναγκασμένοι να λειτουργήσουν» (σελ. 131-132). Υπάρχει, ασφαλώς, μεγάλη αβεβαιότητα ως προς το σε ποια κατεύθυνση θα «κινηθούν» οι μελλοντικές εξελίξεις.
Κατά συνέπεια, η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση μπορεί να προχωρήσει εάν ανατραπούν αδυναμίες της σημερινής ευρωζώνης, όπως είναι η άνιση συναλλαγή μεταξύ Ευρωπαϊκού Βορρά και Ευρωπαϊκού Νότου, η υφεσιακή διαχείριση της κρίσης αλλά και το δημοκρατικό έλλειμμα όσον αφορά την λειτουργία της.
Ασφαλώς, με βάση όσα προαναφέραμε για να επέλθει αλλαγή, απαιτείται πρωτοβουλία κάποιας μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης, όπως η Γαλλία, σε συνεννόηση και σύμπραξη, ενδεχομένως, με χώρες του Νότου – εκτός εάν στην ίδια την Γερμανία σημειωθεί διαφοροποίηση της θέσης της έναντι του τρόπου που βλέπει σήμερα την ευρωζώνη και τις υποχρεώσεις, αλλά και τα δικαιώματα, των μελών της. Και προχωρήσει από κοινού με τη Γαλλία σε αλλαγές στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Κλείνοντας, ας μου επιτραπεί να πω ότι και η Ελλάδα -παρότι μικρή χώρα και ως εκ τούτου μικρός παίκτης σ' ένα σύστημα που κυρίως διαμορφώνεται από τους 'μάκρο' παίκτες- έχει δια του Προέδρου της Δημοκρατίας, καταθέσει ενδιαφέρουσες απόψεις για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην ευρωζώνη και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε ομιλία του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Ζάγκρεμπ, στις 6 Φεβρουαρίου 2019, ο κ. Παυλόπουλος κατέθεσε, ανάμεσα σε άλλες προτάσεις του και τις ακόλουθες σκέψεις, όσον αφορά την θεσμική κατοχύρωση του Eurogroup: «[...] απαιτείται η ολοκλήρωση των θεσμικών μεταβολών, μέσω των οποίων θα προσδιορισθεί επακριβώς -υπό όρους Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου- η όλη οργάνωση και λειτουργία του Eurogroup. Έτσι ώστε να πάψει να υφίσταται η κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) -κορυφαίο παράδειγμα η απόφαση της 20.9.2016, «Ledra Advertising»- θεσμική «αφάνεια» του Eurogroup. «Αφάνεια», η οποία δεν είναι συμβατή με τον καθοριστικό ρόλο, τον οποίο διαδραματίζει στην πράξη το Eurogroup για την Ευρωζώνη στο σύνολό της. Δηλαδή, σε τελική ανάλυση, δεν είναι συμβατή με τις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Κράτους Δικαίου και της εξ αυτού απορρέουσας αρχής της νομιμότητας». Πρόκειται, όπως βλέπετε, για θέση του Έλληνα Προέδρου, που είναι απολύτως συμβατή με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του οποίου ο ρόλος υπήρξε, όπως όλοι γνωρίζουμε, από την έναρξη της λειτουργίας του, καθοριστικός πρωτίστως για την δημιουργία της Ενιαίας Αγοράς αλλά και την εν γένει προώθηση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης.
Σας ευχαριστώ πολύ!

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση