Δευτέρα, 18 Δεκέμβριος 2017

Η αποσφαλμάτωση και το «οία ηώ ω υιέ αεί ει»

Γ​​ια το «λυτρισμικό» μιλούσα εδώ την περασμένη Κυριακή, σαν δείγμα της παραγωγικότητας της πεισματάρας νεοελληνικής, που δεν τσακίζει μόνο κόκαλα αλλά και ιδεολογήματα, αρνούμενη να συμφωνήσει με όσους την κηρύσσουν νεκρωμένη ή χρεοκοπημένη. Φτιάχνοντας νέες λέξεις, αυτή η ημιθανής, ή προσαρμόζοντας πολλές εισαγόμενες στο σύστημά της, αυτή η «ξενοποιημένη», διαψεύδει εξακολουθητικώς τους μοιρολογούντες. Οι πιθανότητες πάντως να τους πείσει δεν είναι σοβαρές. Αυτό άλλωστε είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα του γλωσσικού μας ζητήματος: οι ποικίλες δοξασίες ηττώνται στο επιστημονικό πεδίο, θριαμβεύουν όμως στο πεδίο όπου κατασκευάζεται η «κοινή γνώμη»· σε τηλεόραση, περιοδικά, εφημερίδες, ιστοσελίδες. Παρεμπιπτόντως: Η ταχύτητα με την οποία εξελληνίστηκαν τα μπλογκ, τα σάιτ και το ίδιο το Ιντερνετ, σε ιστολόγια, ιστοσελίδες και Διαδίκτυο πόσους έπεισε ότι η γλώσσα μας κρατάει τους χυμούς της;

Η ανίατη τάση μου να δέρνω τα πλήκτρα του υπολογιστή με σύστημα αλλαντάλλων μού πρόσφερε κάποια στιγμή μια λέξη καινούργια, της ψηφιακής διαλέκτου: «αποσφαλμάτωση». Κάτι πάτησα λάθος, στην οθόνη εμφανίστηκε ένα κουτάκι κι εκεί η πληροφορία: «Αρχισαν διαδικασίες αποσφαλμάτωσης». Την τρίτη φορά είπα να τσεκάρω τη λέξη στα ηλεκτρονικά λεξικά, που βέβαια είναι ταχύτερα από τα έντυπα. Οντως, η λέξη έχει ήδη αποθησαυριστεί, όπως και η συνώνυμή της «εκσφαλμάτωση». Τι σημαίνει; «Διαδικασία αφαίρεσης ιών και διόρθωση σφαλμάτων σε λογισμικά». Δύο σε ένα. Είναι λοιπόν κάτι άλλο από τη συνηθισμένη «διόρθωση», λέξη παμπάλαιη και με ευρύ πεδίο αναφοράς, στην ιατρική, την πολιτική, την τυπογραφία.

Αγνωστη είναι βέβαια η πατρότητα της «αποσφαλμάτωσης», όπως συμβαίνει με το 99,999% των λέξεων· δυνάμει, είμαστε όλοι πατέρες τους. Γι' αυτό και ο αριστοκράτης Πλάτων έλεγε ότι «εμάνθανε το ελληνίζειν παρά των πολλών», ο δε κόντες Διονύσιος Σολωμός επέμενε στον «Διάλογο» ότι «τες λέξεις ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα». Δεν ξέρω αν θα περπατήσει η νέα λέξη. Οι έξι συλλαβές της ίσως δυσχεράνουν την πορεία της. Τα πλεονεκτήματά της; Δεν ανήκει στην κατηγορία των εις -ποίηση συνθέτων (και αυτή η παραγωγική μέθοδος παμπάλαιη είναι, την εξαντλήσαμε όμως) και, δεύτερον, οι χρήστες υπολογιστών τη μεταφράζουν αυτόματα στο μυαλό τους και την ξεχωρίζουν από την εξωκομπιουτερική «διόρθωση».

Γενικά, ποτέ δεν είναι δυνατόν να προβλέψουμε αν θα σταδιοδρομήσει μια νέα λέξη (και δεν εννοώ όσες οιονεί ιδιόκτητες πλάθει στην έξαψή του ο λογοτεχνικός νους) ή πότε θα «αποσυρθεί» κάποια άλλη κοινόχρηστη. Παράδειγμα: Διαβάζοντας ένα κείμενο του Γεωργίου Βιζυηνού, σταματώ στη λέξη «διαδόται»: «το είδος τούτο της ποιήσεως διά των αποίκων Ελλήνων είχε μεταδοθή εις τους Ρωμαίους, οίτινες εγένοντο έμμεσοι αυτού διαδόται ανά τας λατινικάς χώρας». Μια χαρά λέξη. Διαυγής και διαφορετική από τον «διαδοσία». Οταν τη χρησιμοποιούσε ο Βιζυηνός θα 'ταν βέβαιος πως είναι κατανοητή αλλά και απέθαντη. Κι όμως. Δεν τη βρίσκουμε στα σύγχρονα λεξικά (μόνον τον «διαδοσία» φιλοξενούν). Τη χρησιμοποιούν πάντως στην επιστήμη της Φυσικής.

Τον τελευταίο καιρό ξεμύτισε κι άλλη λέξη: «έγχαρτος». Τη συνάντησα σε ρεπορτάζ για τα νέα εισιτήρια στις συγκοινωνίες, ηλεκτρονικά και «έγχαρτα». Εδώ δεν απαγορεύεται να υποθέσουμε ότι ο «λογοθέτης» είναι κάποιος παράγων της διοίκησης, της γραφειοκρατίας, που, απολαμβάνοντας τη λογιοσύνη του, έπλασε το «έγχαρτο», ενώ είχε μπροστά στα μάτια του (και στα χέρια του, αν χρησιμοποιεί μετρό ή άλλο μέσο) το χάρτινο. Απτό, απτότατο. Πλην «τετριμμένο», «λαϊκό». Δεν θα μακροημερεύσει το νέο πλάσμα, όποιος καημός αρχαιοφανούς λογιοσύνης κι αν το παρήγαγε. Εξαρχής περιττό, πολύ δύσκολα θα αντικαταστήσει το «φτωχό» –μα τόσο πλούσιο– χάρτινο.

Είναι πολλά και ποικίλα πάντως τα αποτυπώματα της αρχαιοφανούς ή αρχαιότροπης λογιοσύνης, που αποθεώνει τα αρχαία μόνο και μόνο για να «καταδείξει» τη «φτωχοποίηση» των νεοελληνικών και την ανημπόρια τους να ιστορήσουν όλη την γκάμα των αισθημάτων και των σκέψεών μας. Λες και δεν υπήρξε Σολωμός σ' αυτή τη γλώσσα, και Παλαμάς, Σικελιανός, Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, και Καβάφης βέβαια, δηλωμένος «προσκυνητής ευλαβής» της δημοτικής, όπως και των δημοτικών. Ακατανίκητα (καθότι αγρίως δημαγωγικά) τα μυθεύματα για τη θεϊκή καταγωγή της αρχαιοελληνικής, για την ενσωματωμένη μουσική της, για το ότι είναι η μόνη συμβατή με τους υπολογιστές (αυτό δεν το είπε ποτέ ο Μπιλ Γκέιτς, το λέει όμως ο κ. Αδωνις Γεωργιάδης, οπότε...), για το ότι δεν έγινε για μία ψήφο η επίσημη γλώσσα των αρτιγέννητων ΗΠΑ, για τον «νοηματικό» χαρακτήρα της και για το ότι είναι η μήτρα όλων των γλωσσών, αποτελούν επίσης κύριο γνώρισμα του γλωσσικού. Οπως και ο θρύλος για την προσωδία, που τάχα δεν χάθηκε, αλλά συνεχίζουμε να προφέρουμε τα μακρά μακρά και τα βραχέα βραχέα.

Μια ρηχή αρχαιολατρία συν μπόλικος λαϊκισμός εγκατέστησαν στον προαύλιο χώρο της ΕΡΤ ένα «μνημείο πεσόντων» με την επιγραφή-σλόγκαν των σωρραϊστών: «Οία ηώ ω υιέ αεί ει». Τι υποτίθεται ότι πάει να πει; «Σαν την αυγή να είσαι πάντα γιε μου», τουλάχιστον σύμφωνα με τη «μετάφραση» του υπαρχηγού τού Αρτέμη Σώρρα. Μόνο που το «ει», που τοποθετήθηκε αντί του συμφωνούχου «ίσθι», σημαίνει «είσαι», όχι «να είσαι». «Θαύμα μέγα!» αναφωνούν τα τελευταία χρόνια οι γλωσσοσωβινιστές του Διαδικτύου, και μαζί τους πια και η ΕΡΤ. «Μόνο η αρχαία ελληνική συντάσσει πλήρη πρόταση αποκλειστικά με φωνήεντα», θριαμβολογούν. Εντάξει, για εθνικούς λόγους κόψαμε ύπουλα το καταληκτικό σίγμα από το όνομα «Ηώς» για να βγει το πλάνο, αυτό όμως έγινε για εθνικούς λόγους, για να πανηγυρίσουμε τη γλωσσική (και πνευματική και φυλετική) ανωτερότητά μας. Με τα πολλά φωνήεντα ανοίγουμε λέει περισσότερο το στόμα μας, αναπνέουμε περισσότερο αέρα, οξυγονώνεται περισσότερο ο εγκέφαλός μας, δουλεύει εντατικότερα και να η φιλοσοφία, να η ποίηση, να η τέχνη. Ενώ οι Φοίνικες με τα σύμφωνά τους πάνε, χάθηκαν.

Είπα ν' αρχίσω το «Αλαλα τα χείλη των αδαών», για να με οξυγονώσουν τα πολλά άλφα, σκέφτηκα όμως ότι τα αδαή χείλη είναι λαλίστατα. Και θυμήθηκα ότι κάποτε είχα υποκλιθεί στη δύναμη μιας λέξης που την αποτελούν μόνο σύμφωνα: «smrt». Είναι το όνομα του θανάτου στα σερβοβοσνιακά, τα σλοβενικά, τα τσέχικα. Και όπως διάβαζα τότε στο εξαιρετικό μυθιστόρημα του Μέσα Σελίμοβιτς «Ο δερβίσης και ο θάνατος», ο ήχος της λέξης μιμείται τον ήχο του φιδιού όταν πετιέται για να χτυπήσει. Νοηματική γλώσσα και τα σλοβενικά;

Απαγε της βλασφημίας.

Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 16/7/2017.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση