Δευτέρα, 18 Δεκέμβριος 2017

Υπερχείλισμα ασυνάρτητου συντηρητισμού

Το να είσαι πολιτικός -πολιτικός από τζάκι- σημαίνει να οραματίζεσαι στοιχειωδώς το πώς επιθυμείς να ζεις, εσύ και η παρέα σου. Το να παραδέχεσαι εκ των προτέρων ότι είναι ανέφικτο το πιο σημαντικό της δουλειάς σου -και εάν δεν είσαι φύλαρχος- σημαίνει ότι παραιτείσαι εκ των προτέρων από τον δυνητικό ή τον υποτιθέμενο σχεδιασμό σου.

Επιπλέον, αυτή η παραδοχή δείχνει ότι από παραναγνώσεις ιδεών διατυπώνεις συγκεκριμένο, προκαθορισμένο όραμα. Διαβάλλεις την έννοια της κοινωνίας στη βάση μιας υποτιθέμενης «πολιτικής φιλοσοφίας» σύμφωνα με την οποία είναι «φυσικό» να υπάρχουν «κερδισμένοι» και «χαμένοι». Και με ένα καλό ξέβγαλμα αποϊδεολογικοποίησης του πολιτικού πεδίου και της πολιτικής ευθύνης σου, οι τελευταίοι, οι χαμένοι, εμφανίζονται να φέρουν ακέραιη την ευθύνη της αποτυχίας και του αποκλεισμού τους.

Το αποτέλεσμα είναι η τηλεπώληση του νεοφιλελεύθερου κράτους (η αντεστραμμένη ουτοπία), που δεν προκύπτει ιστορικά από συμπεράσματα και συνθέσεις πολιτικών ή διανοουμένων, αλλά από συμφέροντα της μισαλλόδοξης τάξης που υπηρετείς και από την υστερική αντίθεσή σου στη «λογική» της υποτιθέμενης Αριστεράς των κυβερνώντων.

Ας κάνουμε το ντεκουπάζ της επίμαχης σύνθεσης. «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα. Ομως το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο. Γιατί για εμάς η αλληλεγγύη είναι η άλλη όψη της ελευθερίας. Δεν είναι μόνο θέμα ανθρωπιάς. Είναι η έμπρακτη αναγνώριση της κοινής μοίρας που δένει όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Ελληνες».

Αυτά εκστομίζονται από τον κληρονόμο της πολιτικής ενασχόλησης και τον οπαδό μιας ευρωπαϊκής νεοφιλελεύθερης πολιτικής οικογένειας που -από το 1980- νομίζει ότι η ανεργία είναι το καταφύγιο των ανεπρόκοπων και των τεμπέληδων που τρελαίνονται να ζουν από επιδόματα. Και αποδέκτες, φυσικά -όλοι με ελληνοφιλελέ dress code την μπλε γραβάτα- άνθρωποι άμεσα εμπλεκόμενοι με τη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Αυτή η παρέα, που ζει εδώ και πολλά χρόνια με έξοδα του κράτους, νομίζει ότι η δημόσια παιδεία και η δημόσια υγεία είναι βάρος για το κράτος∙ και ότι είναι περιττές οι διδασκόμενες ιδέες της ισότητας και ισοπολιτείας, των θεσμικών θωρακίσεων και συνταγματικών κατακτήσεων, ή το αριστοτελικό «αεί δε το βέλτιον ήθος βελτίονος αίτιον πολιτείας». Γι' αυτούς, η «άλλη όψη της ελευθερίας» δεν είναι η αλληλεγγύη, αλλά η απαξίωση. Γιατί, αν η ελευθερία νοείται ως απουσία εμποδίων, εντέλει, είναι έννοια κενή χωρίς τις δυνατότητες του δημόσιου αγαθού.

Επιπλέον, η όλη σύλληψη δείχνει βαθιά άγνοια στα ζητήματα της ανισότητας όσο και της δημοκρατίας. Π.χ., η ανισότητα δεν έχει να κάνει με το χρήμα αλλά με το όλο πλαίσιο της θέσμισης των δικαιωμάτων στην κάθε κοινωνία. Από τη Γαλλική Επανάσταση έως την Οκτωβριανή και από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού έως τα σύγχρονα κύματα των προσφύγων και των μεταναστών, υπάρχει κάτι κοινό που φαίνεται να αγνοεί ο συντηρητισμός της Δεξιάς.

Ολοι αυτοί οι άνθρωποι αρνήθηκαν ή αρνούνται να αποδεχτούν ως «φυσική» τη μοίρα τους. Θέλουν την κοινή μοίρα ως δικαίωμα και όχι ως φιλοδώρημα. Ενώ η ελληνική Δεξιά θέλει πρώτα το λάφυρο: το κράτος της. Περιορισμένο, χωλό ή ανύπαρκτο για τις υποθέσεις των πολλών, πανίσχυρο, βολονταριστικό, ultra large και χλίδα για τις υποθέσεις των λίγων.

Ας θυμηθούμε την αυστηρή προειδοποίηση με την οποία έκλεινε το «Περί ελευθερίας» ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, ένας λαμπρός κλασικός φιλελεύθερος του 19ου αιώνα: «Το κράτος που μετατρέπει τους ανθρώπους του σε νάνους ώστε να γίνονται πειθήνια όργανα στα χέρια του -ακόμα και για ωφέλιμους σκοπούς- θα κατανοήσει ότι με γονατισμένους, με ανθρωπάκια δεν επιτυγχάνονται μεγάλα πράγματα· και ότι, στο τέλος, η αρτιότητα του μηχανισμού για τον οποίο θυσίασε τα πάντα, δεν θα το ωφελήσει σε τίποτα, ένεκα της απουσίας της ζωτικής δύναμης την οποία προτίμησε να καταστρέψει, προκειμένου να κάνει περισσότερο ομαλή τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού». Αυτά, ως διαφορά.

Οσο για τους φίλους μου που βάζουν τη σκέψη τους και το ταλέντο τους για να εξηγήσουν τα εξηγήσιμα - πραγματικά τους θαυμάζω. Ο Κων. Μητσοτάκης είχε πει μια μεγάλη κουβέντα: «Το παιδί δεν μπορεί». Το είχε πει, βέβαια, για τον Γιωργάκη Παπανδρέου∙ με τη διασταλτική, όμως, ισχύ γιατί το νέο φάντασμα του ασυνάρτητου συντηρητισμού που πλανάται στην Ελλάδα έχει όνομα: Κυριακισμός!

Η αποστολή του; Να μειώσει τον χρόνο αναμονής πριν από το μοιραίο, δηλητηριάζοντας το τελευταίο γεύμα. Βέβαια, οποιαδήποτε σύγκριση με τον άλλο μικρό λαϊκό ήρωα των πολιτικών αποπλανήσεων είναι περιττή. Διότι, κατά τα άλλα... μπου ντουβάρ μπενίμ, μπου ντουβάρ σενίν («αυτός ο τοίχος δικός μου, εκείνος ο τοίχος δικός σου», το οποίο στα τουρκικά περιγράφει το βάδισμα των μεθυσμένων). Αν δεν ήταν σοβαρό το θέμα, θα ήταν πράγματι για γέλια.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 22/9/2017.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση