Κυριακή, 23 Σεπτέμβριος 2018

Λανθάνοντες μετεωρισμοί σε Ευρώπη και Ελλάδα

Στα τέλη του 20ού αιώνα υπήρξε η άποψη ότι η Δύση βρισκόταν ενώπιον μιας νέας χρυσής εποχής και ότι η «Ενωμένη Ευρώπη» της δεκαετίας του 1990 θα γινόταν η «παγκόσμια υπερδύναμη» του 21ου αιώνα.

Ομως, η ιστορία αποδείχθηκε διαφορετική – πάντως, όχι απρόβλεπτη. Η άποψη ήταν αρκετά αισιόδοξη... όπως και το μύθευμα της ισχυρής Ελλάδας της δεκαετίας του 2000. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η οικονομική ευημερία δεν σημαίνει κοινωνική ευημερία, ούτε παγκόσμια ισχύ με αποτέλεσμα, μετά το 2008, η Ευρώπη, η Δύση και η Ελλάδα, να βρίσκονται σε φάσεις εντεινόμενων μετεωρισμών.

Το πολιτικό συμπέρασμα αυτή τη στιγμή είναι κοινότοπο, αλλά αξίζει να επαναληφθεί. Η ελίτ των Βρυξελλών φαντάζεται ότι ενσαρκώνει την ομοιόμορφη βούληση ενός μυθικού όλου «λαών» μέσω των ευρωπαϊκών θεσμών. Χορηγεί πιστωτικές βοήθειες ως τρόπο εξουσίας δίχως να βλέπει τη δημοκρατία ως επιθυμητό τέλος.

Ανεξάρτητα από την εκλογή του κεντροαριστερού υπουργού Οικονομικών της Πορτογαλίας Μάριο Σεντένο στην προεδρία του Εurogroup (με αδιαμφισβήτητη σύμπνοια του Νότου της ευρωζώνης), η Ευρώπη συνεχίζει να εκφράζει τον τύπο του καπιταλισμού που θέλει να είναι ελεύθερος από όλους τους πιθανούς κοινωνικοπολιτικούς περιορισμούς, αυτονομημένος και αδιάφορος ως προς τη δημοκρατία, την ευημερία και την κοινωνική σταθερότητα.

Τα παραπάνω –δημοκρατία, ευημερία και συνοχή– εκφράστηκαν κατά τη μεταπολεμική περίοδο στην Ευρώπη από το δημοκρατικό κοινωνικό κράτος στο εσωτερικό της κάθε χώρας, από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στο περιφερειακό επίπεδο και από μια ισορροπία –έστω ψυχροπολεμική– στο διεθνές επίπεδο. Σήμερα όλα αυτά έχουν καταρρεύσει.

Αντίθετα, αυτό που αποκαλύφθηκε μετά το 2008 ήταν η μεταδημοκρατία, ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας της Ε.Ε., το δημοκρατικό έλλειμμα και η αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις πολλαπλές κρίσεις. Από το Λονδίνο μέχρι τη Βαρσοβία, από το Παρίσι μέχρι τη Βιέννη, από το Βερολίνο μέχρι την Αθήνα ή τη Ρώμη, ανέκυψαν περιφερειακές διαφορές και διαφορετικής ποιότητας φυγόκεντρες εντάσεις.

Είναι διαφορετικά τα πολιτικά και κοινωνικά αίτια που οδήγησαν στο Brexit και διαφορετικές οι συνέπειες της κρίσης χρέους στην Αθήνα και τη Ρώμη. Αλλά η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας –αισθητή στην Αθήνα, τη Ρώμη, τη Λισαβόνα ή τη Μαδρίτη– όταν συμβαδίζει με την αδυναμία της Ε.Ε. να ελέγξει τον πολιτικό αυταρχισμό της Πολωνίας ή της Ουγγαρίας, εγείρει ερωτήματα ως προς την εκπλήρωση των πρωταρχικών και βασικότερων λειτουργιών της: ευημερία, συνοχή, ελευθερία, δημοκρατία.

Η απεικόνιση της μεγάλης κοινωνίας ως «κατακερματισμένης ηπείρου» όπου το ζήτημα έχει να κάνει όχι με την ένωση και τα πλεονεκτήματά της, αλλά με τον διαχωρισμό μεταναστών και ντόπιων, νικητών και χαμένων της παγκοσμιοποίησης, νέων και ηλικιωμένων, πλούσιων και φτωχών, Βορρά και Νότου, τροφοδοτεί αντιπαλότητες, καχυποψίες, εθνικισμούς. Φέρνει την άνοδο ακροδεξιών και νεοφασιστικών μορφωμάτων σε κλίμακα ανάλογη με αυτή του Μεσοπολέμου – για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο και στη Γερμανία.

Τι πήγε στραβά; Οταν η οικονομική κρίση του 2008 έπληξε την Ευρώπη, πολλοί αναλυτές είδαν την Ε.Ε. ως υπερεθνικό θεσμό σε διαρκή κρίση. Βέβαια, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της Ε.Ε. δεν δημιουργήθηκαν το 2008. Απλώς, η οικονομική κρίση τις κατέστησε κατάφωρα προφανείς.

Σε αντίθεση με άλλες οικονομίες (π.χ. ΗΠΑ), που επίσης επλήγησαν από την ύφεση, οι χώρες της ευρωζώνης βρέθηκαν παγιδευμένες σε μια νομισματική ένωση που δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει σε εξωτερικούς κραδασμούς, ούτε να λύσει εσωτερικά προβλήματα στο μέτρο που απουσίαζε μια κοινή δημοσιονομική πολιτική.

Αυτό το προφανές έλλειμμα στον σχεδιασμό του ευρώ δεν έχει αντιμετωπιστεί και –για τους περισσότερους– είναι απίστευτο που ακόμα και σήμερα δεν έχει αντιμετωπιστεί και διορθωθεί. Μέχρι τώρα, κάθε ανάλογη σκέψη εμποδιζόταν από τη φρίκη που εκφράζει η γερμανική πλευρά σε κάθε ενδεχόμενο μεταφοράς πόρων που θα χρηματοδοτείται από τον Γερμανό φορολογούμενο ή μιας πιθανής ένωσης «μεταβίβασης πόρων» – πράγμα απολύτως ψευδές.

Πριν από τις εκλογικές αναμετρήσεις του 2016 και του 2017, εντός και εκτός Γερμανίας, έχουν γίνει συζητήσεις για τη διευθέτηση μιας κρισιακής εστίας: του ελληνικού χρέους, ώστε να δοθεί στην ελληνική οικονομία η δυνατότητα να αναπνεύσει και να τερματιστεί μια λάθος πλευρά της Ευρώπης.

Η ευρωπαϊκή λιτότητα σε κατάσταση ύφεσης δοκίμασε μαζί με την πολιτική οικονομία, τη δημοκρατία, το ευρωπαϊκό κεκτημένο αλλά και την ανεκτικότητα των λαών σε ιδεοληπτικές μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές πέρα από τα όριά τους.

Στη σημερινή ατζέντα, υπάρχει ένας αισιόδοξος μετεωρισμός. Το ελληνικό πρόβλημα βγαίνει σταδιακά από το κάδρο της Ε.Ε. Αισιοδοξία ναι. Ομως, με προϋποθέσεις. Αν κάτι πάει στραβά στην Ελλάδα ή στις διεθνείς αγορές, η χώρα ίσως να χρειαστεί ένα ακόμα πακέτο οικονομικής βοήθειας ή ένα επιπλέον πρόγραμμα προσαρμογής.

Αλλά για πολλοστή φορά, η λάθος πλευρά θα αναγνωρίσει το σφάλμα κατόπιν εορτής, δίχως πολιτικό χρόνο. «To μέλλον θα έχει πολλή ακαταστασία», έλεγε ένας στίχος της Φρίντας Λιάππα. Θα πρέπει να το δει σοβαρά η ελληνική πλευρά...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 10/12/2017.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση