Πέμπτη, 10 Σεπτέμβριος 2026

Η συγκίνηση στην εποχή της πόλωσης - Η νέα μελέτη του καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκου Δεμερτζή, με τίτλο Πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης, διερευνά τη σχέση συναισθημάτων και πολιτικής στις δυτικές δημοκρατίες

Τι μπορεί άραγε να μας πει η κοινωνιολογία της συγκίνησης και ειδικότερα η πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης για την αναπαράσταση του τραύματος στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν ή για την πόλωση μεταξύ υποστηρικτών και επικριτών του σκηνοθέτη; Για το πρώτο έχει να μας πει σημαντικά πράγματα, για το δεύτερο όμως ακόμα περισσότερα… Το νέο βιβλίο του Νίκου Δεμερτζή με τίτλο Πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης (εκδ. Αλεξάνδρεια) αποτελεί καρπό πολυετούς έρευνας. Συνθέτει ερμηνείες που ο συγγραφέας έχει δοκιμάσει γόνιμα σε πλήθος μελετών που διεξήγαγε είτε κατά μόνας είτε στο πλαίσιο συνεργασιών με επιστήμονες από πεδία όμορα της πολιτικής κοινωνιολογίας της συγκίνησης (πολιτική ψυχολογία, πολιτική κοινωνιολογία, κοινωνιολογία της συγκίνησης, μεταξύ άλλων). Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο έργο δημοσιεύθηκε πρώτα στα αγγλικά. Η μετάφρασή του φέρνει το ελληνικό κοινό πιο κοντά σε μια συναρπαστική συζήτηση που ο συγγραφέας καλλιεργεί εδώ και δεκαετίες με ανθρώπους που έχουν διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση των σχετικών πεδίων (όπως οι Τζακ Μπάρμπαλετ, Ρον Αϊερμαν, Μίκο Σαλμέλα). Η συναισθηματική στροφή των κοινωνικών επιστημών είναι το πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται η εξέλιξη της κοινωνιολογίας της συγκίνησης ως κανονικό, αν και πολύπλευρο, όπως σημειώνει ο Δεμερτζής, επιστημονικό παράδειγμα στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Συμπυκνώνεται δε στο αίτημα οργανικής ένταξης του αισθανόμενου υποκειμένου στις μελέτες για κοινωνικές δομές και διαδικασίες. Για να επανέλθουμε στην «Οδύσσεια» του Νόλαν, η κοινωνιολογία της συγκίνησης θα μπορούσε να φωτίσει πώς αναπαρίσταται το θυμοειδές στις μετασυγκρουσιακές κοινωνίες του καιρού μας. Το ερώτημα, όμως, για την πρόσληψη σκηνοθετικών επιλογών που συνδέθηκαν με αιτήματα έμφυλης και φυλετικής δικαιοσύνης χρειάζεται κάτι παραπάνω από το θυμικό φίλτρο εν γένει. Ενδεικτικά, η σύντομη ανάγνωση της θυμικότητας του ελληνικού εθνικισμού (τελευταίο κεφάλαιο) προχωρά πολύ πέραν της κοινωνιολογίας των συναισθημάτων και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα το γραφικό, όχι όμως και ακίνδυνο, πανό με το σύνθημα «Η Ελλάδα στους Έλληνες – Η “Οδύσσεια” στον Όμηρο». Ο χάρτης και οι επικράτειες Ο Δεμερτζής επισημαίνει εύστοχα ότι για τη διαύγαση των σχέσεων συναισθημάτων - πολιτικής (σχέσης συγκροτητικής για τις νεωτερικές κοινωνίες) ο μητρικός κλάδος της κοινωνιολογίας των συναισθημάτων χρειαζόταν επειγόντως μια επανορθωτική κίνηση. Η πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης κάνει ακριβώς αυτό, εστιάζοντας εμφατικά στα πολιτικά συναισθήματα ως α) εγγενώς σχεσιακά και κοινωνικά, συνδεδεμένα με ασυμμετρίες δύναμης, β) προγραμματικά, με την έννοια των μακροχρόνιων θυμικών δεσμεύσεων και διαθέσεων, γ) όχι πάντοτε βιωμένα με συνειδητό τρόπο, δ) ενδοβλημένα (π.χ., ντροπή, υπερηφάνεια, φόβος) ή εξωστρεφή (π.χ., συμπόνια, μίσος, εμπιστοσύνη), ε) ατομικά, όπως και συλλογικά ή συμμεριστά, στ) συχνά επαμφοτερίζοντα, αντιθετικά, ή ασυναφή (π.χ., ταξική δυσαρέσκεια και ταυτόχρονα θαυμασμός για τους δισεκατομμυριούχους και τους ισχυρούς). Η πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης την οποία μας συστήνει ο Δεμερτζής είναι ο χάρτης μέσα στον οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε τις επικράτειες της αντιπαράθεσης, της τραυματικής σύγκρουσης, αλλά και της επανόρθωσης και της συγχώρεσης. Ειδικότερα, οι δύο μεγάλες ομάδες δοκιμών στις οποίες προβαίνει ο συγγραφέας εδράζονται αφενός στη συγχώρεση, την αλληλεγγύη, τη συμπόνια και τις συνοδές ψυχικές διαθέσεις της γενναιοδωρίας, της ενσυναίσθησης, της εμπιστοσύνης και της ενεργητικής αγάπης· αφετέρου στην αγανάκτηση, τον θυμό και το σύνθετο αρνητικό συναίσθημα της ressentiment. Όλο το δεύτερο μέρος του βιβλίου επικεντρώνεται στις πολιτικές της ressentiment, μια έννοια που αξίζει να σχολιάσουμε εκτενέστερα. Πριν όμως, ας μου επιτραπεί μια γενική παρατήρηση που αφορά το μη ειδικό αναγνωστικό κοινό. Παρότι ο ορίζοντας του βιβλίου είναι επιστημολογικός και παρ’ όλο που η εννοιολογική δουλειά έχει αναμφισβήτητα προτεραιότητα σε όλες τις επιμέρους αναλύσεις, η επιλογή της θεματολογίας, καθώς και των θεωρητικών αναφορών από την ψυχανάλυση, τη θεολογία, τη φιλοσοφία, τα ΜΜΕ, την ιστορία, τη λογοτεχνία, ακόμα και την αυτοεθνογραφία, καθιστά την ανάγνωση απολαυστική και γόνιμη. Η δυναμική της ressentiment Ας επιστρέψουμε στη ressentiment. Σε πολλά έργα κοινωνικής φιλοσοφίας και κοινωνικής θεωρίας η κεντρική έννοια με την οποία αναμετράται ο συγγραφέας αντιδιαστέλλεται με κάτι άλλο που είναι συνήθως μία λίγο-πολύ καθιερωμένη έννοια (π.χ., η έννοια της προόδου ως αντιδιαστολή της παλινδρόμησης στη Ραχέλ Γιέγκι· ο συντονισμός στον Χάρτμουτ Ρόζα ως το διαλεκτικό άλλο της αλλοτρίωσης· η ενικότητα και η οικουμενικότητα στον Αντρέας Ρέκβιτς· η αναγνώριση και η πραγμοποίηση στον Αξελ Χόνετ κ.ο.κ.). Ο Δεμερτζής επιλέγει να αντιπαραβάλει τις πολιτικές της συγχώρεσης στις πολιτικές της ressentiment. Η ανισομέρεια που προκύπτει δεν οφείλεται μόνο στη χρόνια ενασχόληση του συγγραφέα με το δεύτερο σκέλος, αλλά και με την ισχνή παρουσία πολιτικών της συγχώρεσης (πολύ δε περισσότερο της «δύσκολης συγχώρεσης») στις επιτρεπτικές και μετασυναισθηματικές δυτικές δημοκρατίες. Η επιλογή του συγγραφέα να αφήσει τον όρο της ressentiment αμετάφραστο τεκμηριώνεται από τον ίδιο, οπότε δεν θα σταθώ εδώ. Αξίζει όμως να ειπωθεί ότι κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με τη μεταφραστική του έξη, την οποία άλλωστε έχει εξασκήσει σε αρκετές και διαφορετικές περιπτώσεις. Όπως και η αγανάκτηση (resentment), η ressentiment είναι ένα ηθικό συναίσθημα που προκαλείται από αντιληπτές αδικίες, προσβολές και αδικοπραγίες. Σε αντίθεση όμως με την αγανάκτηση, δεν είναι βραχύβια. Αντιθέτως παρατείνεται, αναβιώνοντας μια καταπιεσμένη εκδικητικότητα και οδηγώντας σταδιακά σε μια διαδικασία μεταξίωσης που είναι κρίσιμης σημασίας για τις πολιτικές δυναμικές σε συνθήκες πόλωσης και ακραίων ανισοτήτων. Στις τραυματογόνες κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού, το κοινωνικά μπλοκαρισμένο πένθος, η ανεπιτυχής επεξεργασία του συλλογικού και ατομικού τραύματος είναι άμεσα συνυφασμένα με την εκκόλαψη πολιτικών της ressentiment και αυτό το δείχνει πολύ καλά το βιβλίο, που, από αυτή την άποψη, συνιστά απαράκαμπτη αναφορά στην εγχώρια εργογραφία περί τραύματος και μνήμης. Αυτό που θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον και λείπει από τον σημερινό ορίζοντα της έρευνας για την πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης, τουλάχιστον στην Ελλάδα, είναι μια πολιτική της χειραφέτησης, κοινωνικής και ταξικής, που ξετυλίγεται όμως σε ένα έδαφος όπου συνυπάρχουν τόσο οι δυναμικές της δίκαιης οργής και της ηθικής αγανάκτησης όσο και οι δυναμικές της δύσκολης συγχώρεσης, της παραδειγματικής μνήμης και της διαλογικής ανάμνησης. Όμως τούτη την απουσία δεν θα την προσέχαμε, αν έλειπαν έργα όπως αυτό.

*O κ. Γιώργος Μπιθυμήτρης είναι κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" (23/8/2026).

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση