Τετάρτη, 21 Νοέμβριος 2018

Τα φορολογικά στο προσκήνιο

Όλο και πυκνότερα έρχεται στο προσκήνιο το φορολογικό ως μείζον πρόβλημα και ως πρόκληση στην χάραξη πολιτικής στην εποχή μετά τα Μνημόνια. Δυσάρεστο να το λέει κανείς, αλλά την συζήτηση οδήγησε εν πολλοίς η έμφαση που σταθερά δίνει το ΔΝΤ στην διεύρυνση της φορολογικής βάσης – έμφαση που, διπλωματικότερα αλλά με αρκετά σαφή τρόπο, περιέλαβε και ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του κατά την εδώ επίσκεψη του χαμογελαστού Άνχελ Γκουρία: Για τον στατιστικά συνηθέστερο τύπο οικογένειας (με δυο παιδιά, έναν γονιό εργαζόμενο με μέσο μισθό), η συνολική επιβάρυνση στην Ελλάδα φθάνει το 39%, με μόνη την Γαλλία από όλη την ΕΕ να έχει βαρύτερη φορολογική πίεση (και με μέση φορολογική επιβάρυνση στις χώρες ΟΟΣΑ 26,1%), ακριβώς επειδή οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα απογειώνονται καθώς η φορολογική βάση παραμένει πεισματικά στενή.
[Αυτά δείχνουν προς την μείωση του αφορολογήτου. Που αρκετά υποκριτικά κανοναρχείται απ' όλους ότι θα πλήξει κυρίως όσους έχουν κατώτερα εισοδήματα – γιατί; Επειδή όντως η φορολόγηση, άμα αρχίζει από απολαβές 500 ευρώ τον μήνα, δαγκώνει με 22%. Όμως, για την διαφορά μεταξύ σημερινού αφορολογήτου και συμφωνημένου για μετά την 1/1/2019, η οποία θα φορολογείται για τα εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ με 37%, για τα άνω των 40.000 με 45%, έχουμε την εντύπωση ότι κινείται το αληθινό ενδιαφέρον! Γι αυτά τα εισοδήματα και για την αύξηση της φορολογικής τους πίεσης, ανεβαίνει η πολλή μηντιακή βουή – όχι για τα κατώτατα...].
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η δημόσια συζήτηση για τα φορολογικά άρχισε πλέον – ανεξάρτητα από τις σοφίες των ξένων Οργανισμών αλλά και την επιβολή των Θεσμών – να γίνεται πιο ουσιαστική. Με λιγότερη υπεραπλούστευση και με αυξανόμενη επίγνωση της οικονομικής λειτουργίας του φόρου. Παράδειγμα η προχθεσινή ημερίδα της ΙFA/Διεθνούς Ένωσης Φορολογικού Δικαίου και της Ελληνικής Εταιρείας Φορολογικού Δικαίου και Δημοσιονομικών Μελετών, που συνειδητά μίλησε για την φορολογική πολιτική ως εργαλείο που δεν μπορεί παρά να έχει μακροοικονομική στόχευση, ή πάλι αναζήτησε τις περιπτώσεις αντιαναπτυξιακής επίπτωσης συγκεκριμένων παθογενειών του συστήματος.
Πηγαίνοντας τώρα προς την κατεύθυνση των τοποθετήσεων φορέων της οικονομίας, είχαμε το Special Report του ΣΕΒ για την φορολογία, με τον αρκετά new age τίτλο «Μικρή βίβλος υπερφορολόγησης: Εκλογίκευση των φόρων – για ανάπτυξη, επενδύσεις, δουλειές και μακροχρόνια βιωσιμότητα χρέους». Ο Σύνδεσμος, εδώ, φεύγει από την γενική διεκτραγώδηση της υπερφορολόγησης και επιχειρεί να καταδείξει πώς συγκεκριμένα επενεργεί η δομή του φορολογικού συστήματος – όχι μόνον οι υψηλοί ονομαστικοί συντελεστές, δε – στην παραγωγική εργασία και την προσπάθεια μετασχηματισμού της οικονομίας, μέσω επενδύσεων
Αφού, δε, τάσσεται υπέρ της «ανταποδοτικότητας που αρμόζει σε μια χώρα της ΕΕ» και της «αποφυγής υπερβολών» τόσο όσον αφορά την φορολόγηση των νοικοκυριών όσο και εκείνη των επιχειρήσεων, προχωρεί σε βασικές προτάσεις για την φορολογική μεταχείριση των επιχειρήσεων: Σταδιακή, συνδυαστική μείωση κατά 30% των φόρων επί κερδών/μερισμάτων (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών) που «υπόσχεται» 4% αύξηση του ΑΕΠ. Εξορθολογισμό του μείγματος έμμεσων φόρων/τελών/εισφορών κοκ. Εφαρμογή φορολογικών κινήτρων ειδικά στοχευμένων στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων (υπεραποσβέσεις, μεταχείριση πνευματικής ιδιοκτησίας). «Επιθετική προώθηση» των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Συνειδητοποιώντας σε ποιου είδους δημοσιονομική στενωπό βρισκόμαστε, πάντως, ο ΣΕΒ σπεύδει να προτείνει «να μένει προς φορολόγηση σε κάθε περίπτωση [μετά τις προτάσεις αυτές] 30% από τα φορολογητέα κέρδη ετησίως».
Σύμφωνα πάλι με έρευνα του ΙΟΒΕ για την διαΝΕΟσις, όταν το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 27% από το 2008 μέχρι και το 2016, τα φορολογικά έσοδα σημείωσαν μεν κάμψη – αλλά μόνο κατά 7%! Αυτό δείχνει μια σαφή επιλογή , για αύξηση της φορολογικής πίεσης. Όχι μόνο/όχι κυρίως με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών, αλλά και με την πρακτική των «έκτακτων» φορολογικών επιβαρύνσεων (που δεν είναι τόσο ότι σχεδόν διπλασιάστηκαν, όσο ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τείνουν να μονιμοποιούνται...), και με την εισαγωγή νέων φόρων. Πάντως και οι φορολογικοί συντελεστές «πέταξαν»: το 29% της φορολόγησης των επιχειρήσεων δεν υπερβαίνει μόνο εντυπωσιακά το Βουλγαρικό 10% ή το Κυπριακό 12,5%, αλλά και τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι στο 22,5%. Οι φόροι περιουσίας – όντως ξεκινώντας από πολύ χαμηλό επίπεδο – υπερεπταπλασιάστηκαν: από 500 εκατομμύρια σε 3,6 δις. Οι φόροι στην παραγωγή (και οι ασφαλιστικές εισφορές, ειδικά μετά την εισαγωγή του «συστήματος Κατρούγκαλου») αυξήθηκαν ακόμη πιο έντονα.
Έτσι εγκαθίστανται τα φορολογικά στο προσκήνιο. Να δούμε πού θα βγει η συζήτηση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/5/2018. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση