Monday, 10 December 2018

ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΥΣΜΟΡΦΙΑ, ΤΗΝ ΑΠΟΑΝΑΠΤΥΞΗ , ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ,ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ και ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όσο περισσότερο μελετά και εμβαθύνει κανείς το πλούσιο συγγραφικό έργο του Κ. Βεργόπουλου, τόσο πιο ξεκάθαρα κατανοεί το βάθος, την επιστημονική εγκυρότητα και τη συνέπεια της μεθοδολογικής του προσέγγισης. Η πρωτοποριακή αυτή και σύνθετη μεθοδολογική διερεύνηση των κοινωνικο-οικονομικών προβλημάτων, τοποθέτησε την οικονομική σκέψη του Κ. Βεργόπουλου στα αναλυτικά εργαλεία της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, στην Μαρξιστική σκέψη καθώς και στα πορίσματα της Γενικής Θεωρίας του J.M.Keynes. Γι΄ αυτό ακριβώς ο Κ. Βεργόπουλος ήταν πεισματικά αρνητικός στην αποδοχή του ορισμού της οικονομικής επιστήμης ως Economics, θεωρώντας την ως γνήσια κοινωνική επιστήμη που κρύβει την « γοητεία» της στην κεντρική της επιδίωξη της δυναμικής ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών. Αυτές οι εννοιολογικές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις, προσέδωσαν στο έργο του Κ. Βεργόπουλου υψηλό επιστημονικό ήθος, με την έννοια των πρωτοποριακών και μεθοδολογικά αυστηρών αναλύσεων του, τόσο για την διεθνή και την ευρωπαϊκή, όσο και για την ελληνική οικονομία.

ΔΥΣΜΟΡΦΙΑ

Ο Βεργόπουλος εμφανίζεται στο δημόσιο χώρο της Ελληνικής Σκηνής στα μέσα της δεκαετίας του 1970 με δύο μελέτες, το «Δύσμορφο καπιταλισμό», και το « Αγροτικό Ζήτημα της Ελλάδος» . Και οι δύο μελέτες αποτέλεσαν πρωτοποριακές και διεισδυτικές αναλυτικές ερμηνείες, οι οποίες αν και προκάλεσαν , στην αρχή, πολλές αντιρρήσεις, εντούτοις συνέβαλαν σημαντικά στον εμπλουτισμό του τρόπου διερεύνησης και κατανόησης των εξελίξεων του κοινωνικού σχηματισμού στην Ελλάδα.
Η πρώτη μελέτη, αποτελεί μια θεωρητική διερεύνηση δύο εννοιών: της έννοιας της δυσμορφίας όπως αυτή εμφανίζεται στο καπιταλιστικό σύστημα και παράλληλα της έννοιας του απρόσωπου κοινωνικού μηχανήματος.
Η δυσμορφία αντιτίθεται τόσο στην ιδέα της κανονικότητας όσο και στην ιδέα της ταυτότητας. Από την άποψη αυτή, η καθαρότητα αποτελεί κάτι το αδύνατο και το ανώφελο: η κίνηση της πραγματικότητας είναι σύμφυτη με τη διαρκή νόθευσή της. Και τούτο διαπιστώνεται τόσο μέσα στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, όσο – και κυρίως- στο επίπεδο των θεωρουμένων ως «νόμων» και «τάσεων» του συστήματος. Οι παρεκκλίσεις πάνω στο κοινωνικό σώμα του κεφαλαίου δημιουργούν νησίδες που επιδέχονται δύο διαφορετικές αναγνώσεις: αφ' ενός οι νησίδες ερμηνεύονται σαν «καινούργια σύνορα» προς κατάκτηση , αφ' ετέρου αποκρυπτογραφόνται σαν σημεία ρήξης των διαφορικών σχέσεων που συγκροτούν το κεντρικό σώμα του κεφαλαίου. Και οι δύο ερμηνείες, μολονότι αντιτίθενται αναμεταξύ τους, έχουν ως κοινό στοιχείο τη διάγνωση της εξωτερικότητας του παρεκλίνοντος χώρου, σε σχέση με την κανονικότητα του κεντρικού πεδίου: η πρώτη ερμηνεία εντοπίζει τα «όρια» προκειμένου να τα υπερβεί, όχι υπό την έννοια της κατάργησης – αφομοίωσης, αλλά υπό την έννοια της λειτουργικής υπαγωγής- αναγωγής στο σύστημα κάθε εξωτερικότητας. Αντίθετα, η δεύτερη ερμηνεία υπογραμμίζει την εξωτερικότητα, προκειμένου να θεμελιώσει επάνω της την ιδέα της μετατροπής ολοκλήρου του κοινωνικού σώματος. Ο Βεργόπουλος είναι υπέρμαχος της δεύτερης. Το κεφάλαιο αναπτύσσεται μόνον αναπτύσσοντας τις ανισότητες, τις ανισομέρειες, τις δυσμορφίες. Ο καπιταλισμός είναι εξ ορισμού δύσμορφος.
Η δεύτερη έννοια του απρόσωπου κοινωνικού μηχανήματος, που απλά σημαίνει καπιταλισμός χωρίς καπιταλιστές, εξάγεται ως συμπέρασμα από τη θεωρητική διερεύνηση της ενσωμάτωσης του γεωργικού τομέα στον σύγχρονο καπιταλισμό. Η διατήρηση σε μεγάλη κλίμακα της μικρής αγροτικής παραγωγής δεν αποτελεί ένα προκαπιταλιστικό υπόλειμμα, όπως υποστηρίζεται από πολλές θεωρητικές οπτικές, αλλά μια μορφή αναπαραγόμενη από το σύγχρονο καπιταλισμό προκειμένου να αποφευχθεί η συνέχιση της παραγωγής γαιπροσόδου, λόγο της στενότητας του εδάφους , και της καταβολής της σε ορισμένους καπιταλιστές που μοιραία θα έπαιρναν τη θέση των γαιοκτημόνων.
Η διαφοροποιημένη ενσωμάτωση της γεωργίας από το «κλασικό υπόδειγμα» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής φανερώνει το πόσο λειτουργικά αναγκαία είναι η ανομοιομορφία στο κοινωνικό σώμα του κεφαλαίου.

ΑΠΟ-ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Tη σύνθετη μεθοδολογική του προσέγγιση και επιστημονική του αναζήτηση, συναντά κανείς, με ιδιαίτερη επιτυχία, στα βιβλία του «Κράτος και Οικονομική Πολιτική τον 19ο αιώνα» και « Εθνισμός και Οικονομική Ανάπτυξη», στα οποία η σύζευξη της ενδογενούς βιομηχανικής ανάπτυξης με το πνεύμα του εθνισμού της εποχής στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, επιτυγχάνεται με μοναδική διεισδυτική ικανότητα και επιστημονική εγκυρότητα. Σε αντίθεση με την περίοδο αυτή η αντίστοιχη μεταπολεμική περίοδος, δεν χαρακτηρίζεται από ανάλογες προσπάθειες. Αυτό που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη αναπτυξιακή διαδικασία είναι η «συνδεδεμένη ανάπτυξη». Από το 1960 η ελληνική οικονομία εισήλθε σε έναν κύκλο ευημερίας προσκολλημένη πάνω στον κύκλο της ευρωπαϊκής οικονομικής επέκτασης. Το υπόδειγμα της συνδεδεμένης ανάπτυξης διαφέρει τόσο από το υπόδειγμα του κέντρου – περιφέρειας , όσο και από το αντίστοιχο των ΝΒΧ. Δεν υπάρχει ούτε συμπληρωματικότητα ούτε ανταγωνιστικότητα. Οι λεγόμενοι «άδηλοι πόροι» ήταν αυτοί που συνέδεσαν την ελληνική οικονομία με το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον δημιουργώντας συνθήκες μη εξωτερικού χρηματοδοτικού καταναγκασμού. Η οικονομική μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας κατά τις δεκαετίες του 1960-70 δεν συνδέθηκε με οικονομικές και κοινωνικές πρακτικές κατάλληλες να επιτρέψουν τη δόμηση και τη θεσμοθέτηση πραγματικών εθνικών παραγωγικών συστημάτων. Με αποτέλεσμα το ελληνικό παραγωγικό σύστημα να είναι α-συνεχές, προβληματικό και βαρύτατα υποθηκευμένο . Στη μελέτη του «Από-ανάπτυξη σήμερα», ουσιαστικά ο Κ. Βεργόπουλος έδειξε με σαφήνεια τις δυσμενείς μελλοντικές εξελίξεις που συντελέστηκαν και συντελούνται μέχρι σήμερα στην ελληνική οικονομία . Στη μεταγενέστερη μελέτη του : «Η Αρπαγή του Πλούτου», παραμένει βασική προκείμενη της σκέψης του , «Η συνδεδεμένη ανάπτυξη» με τη διαφορά ότι τη θέση των άδηλων πόρων καταλαμβάνει ουσιαστικά το δάνειο χρήμα.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

Ο Κ. Βεργόπουλος συγκαταλέγεται στους πρώτους, μεταξύ των Ελλήνων διανοητών, που εισήγαγε στον διάλογο στην χώρα μας, την περίφημη αυτονόμηση της νομισματικής σφαίρας από Πολιτική και από την πραγματική οικονομία, με την επακόλουθη εξάπλωση του λεγόμενου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.
Στις παλαιότερες χρονικές περιόδους , πριν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και την πρώτη δεκαετία της μεταπολεμικής περιόδου η χρηματοπιστωτική σφαίρα αντιμετωπιζόταν ως το λιπαντικό που ήταν απαραίτητο στην εξυπηρέτηση των αναγκών της παραγωγής. Παρόλα αυτά υπήρχε η τάση σχετικής αυτονόμησής της και τη δημιουργία κερδοσκοπικών υπερβολών στα τελευταία στάδια της ανόδου του οικονομικού κύκλου. Κατά κανόνα , τα επεισόδια αυτά είχαν σύντομη διάρκεια και δεν επέφεραν μακροχρόνιες επιπτώσεις στη δομή και τη λειτουργία της οικονομίας.
Τα τελευταία χρόνια , όμως , κυρίως στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, παρατηρείται ένας δομικός μετασχηματισμός στην ίδια τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου με την έννοια ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας τείνει να αυτονομηθεί από την παραγωγή και από κυριαρχούμενος να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη νέα συγκρότηση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης υπό την καθοδήγηση του νέου χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο τείνει να επιβληθεί στον πραγματικό τομέα της οικονομίας ,δηλαδή στην παραγωγή, στην απασχόληση, στους μισθούς και στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου, καθορίζοντας σε μεγάλο ποσοστό τη λειτουργία τους. Το χρηματιστικό κεφάλαιο αντιστοιχεί στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, όταν αυτό το τελευταίο υπερισχύει σε οποιαδήποτε ιστορική συγκυρία ,έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου. Όταν δηλαδή οι διαμεσολαβούμενες από το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τους οιονεί χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, πιστώσεις (κλασσικές ή νέας μορφής) δεν κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας, αλλά αυτονομούμενες από αυτές, καθίστανται αυτάρκεις μορφές «επενδυτικής τοποθέτησης» στην υπηρεσία εξυπηρέτησης των ίδιων συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων που τις κατέχουν .
Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν αποτελεί απλή «συγχώνευση» του τραπεζικού κεφαλαίου με το αντίστοιχο βιομηχανικό. Αντιθέτως ,το φαινόμενο αυτό σηματοδοτεί την οριστική ,στην ιστορική περίοδο που διάγουμε , κατίσχυση των χρηματικών προδιαγραφών πάνω στις οικονομικές και παραγωγικές ...με την επικράτηση της εισοδηματικής λογικής εις βάρος της παραγωγικής ,του χρήματος ...εις βάρος της οικονομίας. Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν σηματοδοτεί τόσο έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής «καθαρού εισοδήματος», όσο κυρίως έναν τρόπο συγκέντρωσης και οικειοποίησης του ήδη διαθέσιμου εισοδήματος.
Παράλληλα παρατηρούμε ότι οι σημερινές μορφές χρηματιστικής συσσώρευσης δεν επαναδιοχετεύουν τον παραγόμενο πλούτο στην οικονομία ώστε να συνεχίζει να λειτουργεί αναπόσπαστο ένα σύστημα διευρυμένης αναπαραγωγής , αλλά τον αποσπούν μονόπλευρα από τη σφαίρα της παραγωγής και τον εναποθέτουν στην χρηματοπιστωτική, δηλαδή σε αυτήν που χωρίς να παράγει συντηρείται από τις παραγωγικές δυνατότητες της πρώτης». Το χρηματιστικό κεφάλαιο και ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ,παραγόμενο και αναπαραγόμενο ,στη σημερινή παγκόσμια αλλά και ελληνική συγκυρία ,παράγει ασύγκριτα περισσότερες εισοδηματικές προσόδους που εκτρέφουν αργούντες αποταμιευτές ,εισοδηματίες και χρηματιστηριακούς κερδοσκόπους απ' ότι παραγωγικά επιχειρηματικά εισοδήματα και εργατικούς μισθούς . Διαπιστώνεται λοιπόν μια μεγάλη μεταφορά κεφαλαίου από τους άμεσα παραγωγικούς τομείς στους χρηματοπιστωτικούς. Ο λόγος που πραγματοποιείται αυτή η μεταφορά , θα πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία διεύρυνσης της παραγωγής. Στις δυσκολίες δηλαδή που συναντά το Κεφάλαιο να διευρύνει την αναπαραγωγή του. Δηλαδή χρειάζεται να οδηγηθούμε στο κεντρικό σημείο της καπιταλιστικής συσσώρευσης ή στη διαδικασία αποταμίευσης – επένδυσης στην καρδιά της καπιταλιστικής οικονομίας.

Η ΕΥΡΩΠΗ

Αναφορά για την Ευρώπη γίνεται σχεδόν σε όλα τις μελέτες του . Υπάρχουν όμως δύο μελέτες ειδικά αφιερωμένες σε αυτό το θέμα: «Ποιος φοβάται την Ευρώπη ;»(2000) και η «Η ανάρμοστη σχέση: Ελλάδα - Ευρώπη» ( 2012) . Η προσοχή του για τα ευρωπαϊκά και ελληνοευρωπαϊκά θέματα είναι απόρροια όχι μόνο της σημασίας τους, αλλά επίσης του βαθμού ευρωπαϊκής συνείδησης. Ο Βεργόπουλος είναι γνήσιο τέκνο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Μάλιστα, της πιο ενδιαφέρουσας συνιστώσας αυτού του μοναδικού φαινομένου (το οποίο, δυστυχώς, με το χρόνο κατάντησε συνώνυμο του «εργαλειακού ορθολογισμού», της «φιλοσοφίας της ιστορίας», του «στείρου νομικισμού»), της υλιστικής κριτικής σκέψης, η οποία οραματίζεται συνεχώς την ανοικτή και ελεύθερη δημοκρατική κοινωνία, χωρίς προκαθορισμένα ντετερμινιστικά όρια και θέσεις περί τέλους της ιστορίας.
Είναι Ευρωπαίος πολίτης, καθόσον υπερασπίζεται τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά κυρίως τη δημοκρατία και το σύμφυτο με αυτήν κοινωνικό κράτος. Οι κριτικές του τοποθετήσεις για το εγχείρημα της νομισματικής και οικονομικής ενοποίησης των ευρωπαϊκών χωρών προέρχονται από τη μοναδική ευρωπαϊκή οπτική του, για την οποία νοιάζεται περισσότερο από όλους τους υποτιθέμενους ευρωπαϊστές, που στην ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν βλέπουν παρά μόνο μία ακόμη ευκαιρία να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη των ισχυρών.
Το πρόγραμμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όσο ιδεαλιστικό και αν ήταν, κατευθυνόταν πάντοτε από την κορυφή προς τη βάση. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ πάντοτε λειτουργούσαν στα μουλωχτά, παρακάμπτοντας τους ευρωπαϊκούς λαούς. Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν χειροτερεύσει: το έλλειμμα δημοκρατίας, ενδυνάμωση της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης, η παράκαμψη των δημοκρατικών διαδικασιών, η επιβολή πολιτικών που οδηγούν σε γενικευμένη φτωχοποίηση, οδηγούν μοιραία στην άνοδο της ακροδεξιάς.
Ο Βεργόπουλος από πολύ νωρίς ήταν μεταξύ εκείνων που είχαν επισημάνει τον αντινομικό χαρακτήρα του κοινού νομίσματος, με τη μέχρι σήμερα δομή του, και τις σαρωτικές συνέπειες για τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και όχι μόνο. Η αρχιτεκτονική του ευρώ, από την ιδρυτική του πράξη, δεν του επέτρεπε να διασφαλίζει το ρόλο που παίζουν όλα τα υπόλοιπα νομίσματα παγκοσμίως. Οι παράδοξες δεσμεύσεις πάνω στις οποίες χτίστηκε το ευρώ αντί να προστατεύουν τις χώρες-μέλη από τις οικονομικές κρίσεις, τις αφήνουν απροστάτευτες, δυσκολεύοντας περαιτέρω την κατάστασή τους. Ο ρόλος της ΕΚΤ, η έλλειψη αναδιανεμητικών μηχανισμών, ο δραματικός περιορισμός των εργαλείων μακροοικονομικής πολιτικής στην Ευρωζώνη εκθέτουν τις οικονομίες των χωρών που είναι απροστάτευτες στις εξωτερικές ή εσωτερικές διαταράξεις. Σήμερα όλα είναι φανερά και πάνω στο τραπέζι. Οι ελλείψεις και οι θεσμικές αδυναμίες του ευρώ διακρίνονται πλέον διά γυμνού οφθαλμού.
Η οικονομική και νομισματική ένωση της Ε.Ε. ήταν ένα μέσο προς επίτευξη ενός σκοπού, όχι αυτοσκοπός. Η Ευρώπη βεβαίως έχει ανάγκη από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά όχι μέσω λιτότητας. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις θεσμικές διευθετήσεις της Ευρωζώνης και όχι οι μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό των κρατών είναι εκείνες που θα έχουν το μέγιστο αποτέλεσμα.
Αυτό που δεν θα έχει αποτελέσματα, τουλάχιστον για τις περισσότερες από τις χώρες της Ευρωζώνης, είναι η εσωτερική υποτίμηση που σε συνδυασμό με τη λιτότητα είναι ένας τοξικός συνδυασμός.
Ο Βεργόπουλος αναλύει ακόμη την αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών. Έπειτα από συνοπτική ανασκόπηση την περίοδο του 1930, υποστηρίζει ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση ήταν, και είναι, μεγάλη πολιτική ιδέα. Αλλά αντί να ενισχύσει την αλληλεγγύη εντός της Ευρώπης, σπέρνει τη διχόνοια ανάμεσα στις χώρες. Με την επέκταση των πολιτικών λιτότητας και ύφεσης στην Ευρώπη, διαμορφώνεται μοιραία πλαίσιο οξυνόμενης αντιπαλότητας μεταξύ των εθνών, που εξωθεί σε επιθετικές «εθνικές λύσεις» εις βάρος των συνεταιριστικών. Η Γερμανία διαχειρίζεται την Ευρωζώνη ως επαρχία της. Ήδη η συνοχή μεταξύ των εθνών της Ευρώπης έχει διαρραγεί και είναι άγνωστο αν θα επουλωθούν οι πληγές στο προσεχές μέλλον.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ

Η πραγματικότητα, για τον Κ. Βεργόπουλο, παραμένοντας πάντα εξαιρετικά εύπλαστη, δεν διαμορφώνεται από θεωρίες και εξωπραγματικές παραδοχές αλλά από ανεξέλεγκτες κοινωνικές βαρύτητες, οι οποίες αναβλύζουν όχι από τους πίδακες της εξουσίας αλλά από τους πίδακες της κοινωνικής δυναμικής, η οποία στην ανάπτυξη της αποκτά πρόσθετα χαρακτηριστικά συστημικού δυναμισμού. Η ανάλυση αυτή οδήγησε τον Κ. Βεργόπουλο στην τεκμηρίωση της άποψης ότι μόνο η αυτογνωσία της κοινωνίας, δηλαδή μίας κοινωνίας που μπορεί να γνωρίζει τον εαυτόν της, μπορεί να προκαλέσει τις απαραίτητες κοινωνικές διεργασίες που θα ωθήσουν τις εξελίξεις προς τα εμπρός, θεωρώντας ότι οι εξουσίες αποκομμένες από την κοινωνία αποτελούν φραγμό ή αποπροσανατολισμό σε κάθε εξέλιξη.
Το χρήμα, οι τράπεζες , τα χρηματιστήρια θριαμβεύουν, οι κοινωνίες συντρίβονται, οι κοινωνικοί αποκλεισμοί πολλαπλασιάζονται. Οι νέοι, είναι τα κατ' εξοχήν θύματα της κρίσης. Τι μέλλον προετοιμάζεται χωρίς αυτούς, που είναι φορείς της παραγωγικής εργασίας και της κοινωνικής συνοχής, των ιδεών, πρωτοβουλιών, καινοτομιών για ένα καλύτερο αύριο , αναρωτιέται ο Κ. Βεργόπουλος («Το Μαύρο και το Κόκκινο. Η χαμένη γενιά Ελλάδα- Ευρώπη»). Απαντά : κοινωνίες που δεν ενσωματώνουν, αλλά αποκλείουν, δεν έχουν μέλλον. Όσο περισσότερα τα νεανικά θύματα της επιτάχυνσης προς τον «άγριο καπιταλισμό», τόσο πιο βέβαιη και σαρωτική η απείθειά τους. Εάν η νέα γενιά είναι σήμερα χαμένη, περισσότερο χαμένη είναι η κοινωνία που την θυσιάζει.
Η πιο πρόσφατη απόδειξη, κατά τον Κ. Βεργόπουλο, αυτής της θεμελιώδους παρατήρησης αποτελούσε και αποτελεί η υιοθέτηση των Μνημονίων στην Ελλάδα, τα οποία παράλληλα με την ασκούμενη μνημονιακή πολιτική επιδόθηκαν και επιδίδονται στον επιμελή αποπροσανατολισμό της κοινωνίας, με κεντρικό στόχο την απονεύρωση της κοινωνικής της δυναμικής.
Στις συνθήκες αυτές που συντελούνται στην χώρα μας, το ερώτημα που προκύπτει είναι «που και γιατί κανείς να ελπίζει;». Ο Κ. Βεργόπουλος στο βιβλίο του « Μετά το τέλος: Η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη ημέρα», απαντά, ότι μπορεί να ελπίζει σε μια νέα κοινωνική δυναμική, όσο και εάν σήμερα κάτι τέτοιο, όπως έλεγε, εμφανίζεται ως ανέφικτο, απλά γιατί είναι οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά αναγκαίο.
Στο σημείο αυτό φανερώνεται η αδάμαστη πίστη του Κ. Βεργόπουλου στις δυνατότητες της κοινωνίας. Με τις σκέψεις αυτές ο Βεργόπουλος παραμένει αμετανόητος εραστής της δυναμικής της κοινωνίας. Μόνο η αυτογνωσία της κοινωνίας , μιας κοινωνίας δηλαδή που μπορεί να γνωρίζει τον εαυτό της, μπορεί να προκαλέσει τις απαραίτητες κοινωνικές διεργασίες που θα σπρώξουν τα πράγματα μπροστά. Οι εξουσίες από πάνω , αποτελούν φραγμούς σε όποια ανθρώπινη εξέλιξη. Ήταν τόσο μεγάλη η πίστη του στη δυναμική της κοινωνίας που αρνιόταν δημοσίως να αναγνωρίσει, παρότι το γνώριζε και το παραδεχόταν σε ιδιωτικές συζητήσεις , ότι αυτή η αναγκαιότητα της νέας κοινωνικής συνείδησης μπορεί να δημιουργηθεί μέσα από μια μεγάλη καταστροφή.
Κλείνουμε τη μικρή αναφορά μας στον Κ. Βεργόπουλο παραθέτοντας ένα πολύ μικρό απόσπασμα του από το αυτοβιογραφικό του έργο «Οι Αμετανόητοι»
Γράφει, λοιπόν, ο ίδιος : « Αυτονόητη μου φαίνεται η διευκρίνιση ότι το ταξίδι μου στον χρόνο των πέντε τελευταίων δεκαετιών, το εβίωσα ως μια συναρπαστική περιπέτεια, με πιστότητα έναντι των αδικημένων, των καταπιεσμένων και των μονίμως ηττημένων, με αναπόφευκτες περιοδικές εξάρσεις χωρίς επαύριο, με μόνιμη φιλοσοφική και ιστορική μελαγχολία, αλλ' οπωσδήποτε χωρίς την παραμικρή πικρία από υποθετικά ραντεβού με την ιστορία, που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν. Από πολύ ενωρίς έχω αποδεχθεί ότι τα «αυθεντικά γεγονότα» προκύπτουν μπροστά μας πάντοτε απρόβλεπτα, κανένα από αυτά δεν προγραμματίζεται, ούτε μπορεί εκ των προτέρων να διοργανωθεί, ούτε, ακόμη λιγότερο, να ποδηγετηθεί. Η ικανοποίησή μου από τον απολογισμό των πέντε τελευταίων δεκαετιών είναι κατά βάση προσωπική: έζησα την «τρέλα» μου, σε αυτήν εγκαταστάθηκα, μέχρι σήμερα και παραμένω και αυτό μου αρκεί».

*Εισήγηση του Κώστα Μελά στο πλαίσιο της εκδήλωσης προς τιμήν του Κώστα Βεργόπουλου (26/11/2018). 

Add comment


Security code
Refresh