Saturday, 22 February 2020

Στην Ευρώπη θα κριθούν όλα – πάλι

Με εξαιρετικά προσεκτικά, σχεδόν διστακτικά βήματα προχωράει η Κυβέρνηση Μητσοτάκη στην προσπάθεια να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής που θα την οδηγήσει – κι εμάς μαζί – στην διάρκεια της θητείας της, όση διάρκεια της επιτρέψει η γενικότερη συγκυρία. (ΕλληνοΤουρκικά, Προσφυγικό/ Μεταναστευτικό: αυτά καθορίζουν την συγκυρία). Για μιαν ακόμη φορά «όλα θα κριθούν στην Ευρώπη» - αλλά... ποιαν Ευρώπη;
Όπως και στο κρίσιμο για την συνοχή και ανθεκτικότητα όχι απλώς του πολιτικού συστήματος, αλλά της ίδιας της κοινωνίας Προσφυγικό/Μεταναστευτικό. όπου όλα θα κριθούν από τις ηρωικές προσπάθειες του Γιώργου Κουμουτσάκου να πείσει τους Ευρωπαίους ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος που την απειλεί χωρίς ουσιαστικότερη συμμετοχή της «Ευρώπης» (και όχι από τους σχεδιασμούς στρατοπέδων Μηταράκη και τους πλωτούς φράχτες, ούτε από τις φυλάξεις Χρυσοχοϊδη), έτσι και στο μέτωπο της οικονομίας όλα θα κριθούν από το πώς ο Χρήστος Σταϊκούρας και ο Μιχάλης Αργυρού θα πείσουν τις Βρυξέλλες και το Eurogroup ότι το Μεσοπρόθεσμο που τώρα χτίζεται και «βλέπει» σε ορίζοντα 2024 δικαιούται να πετύχει χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα/να αποκτήσει δημοσιονομικό χώρο για να φύγει μπροστά η ανάπτυξη (και όχι από το πόσο εύγλωττα/δυναμικά θα επικαλείται ο Άδωνις Γεωργιάδης τις θεότητες της ως άνω ανάπτυξης, ή από το πόσο ο Γιάννης Βρούτσης θα τροφοδοτεί τις προσδοκίες για αυξήσεις στις συντάξεις).
Όλα θα κριθούν στην Ευρώπη – αλλά ποια Ευρώπη; Προτού μπούμε, πάντως, στην νέα στενωπό που μας προκύπτει με τα αποσταθεροποιητικά γεγονότα στην πολιτική σκηνή της Γερμανίας (διότι όποιος λέει «Ευρώπη», Γερμανία εννοεί! – όσο κι αν αυτό είναι δύσπεπτο), μια στάση στα περί πρωτογενούς πλεονάσματος/δημοσιονομικού χώρου. Την περασμένη εβδομάδα, με την ευκαιρία της παρουσίασης δυο βιβλίων – «Ταξίδι του Οδυσσέα» του Μπομπ Τράα (στις Εκδόσεις economia) και «Ζήτημα εθνικής επιβίωσης» των Κωνστ. Γάτσιου-Δημ. Ιωάννου (στις Εκδόσεις Κριτική) – προσεγγίστηκε ξανά η ίδια η σκοπιμότητα των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, ή αντιστρόφως της επιδίωξης ως βασικού πολιτικού στόχου μεγαλύτερου δημοσιονομικού χώρου. Και στην μεν παρουσίαση Τράα, του επί χρόνια resident του ΔΝΤ στην Αθήνα, τόσο ο ίδιος όσο και η Μιράντα Ξαφά (αναμενόμενο) αλλά και ο Βασίλης Ράπανος τοποθετήθηκαν με επιφυλακτικότητα για το πόσο σοφό θα ήταν – ακριβώς τώρα, που η διαχείριση του Ελληνικού χρέους περνάει στις αγορές (το 10ετές πάει για αποδόσεις 1%...) και η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής θα κρίνεται σε μόνιμη βάση από τον άγαρμπο αυτό κριτή – να επιδιωχθεί ως βασικός στόχος ένα rollback των πλεονασμάτων. Ανάλογη προσέγγιση είχε και ο Γιώργος Χουλιαράκης, φαινομενικά απροσδόκητο αυτό, στην παρουσίαση Γάτσιου/Ιωάννου, εξηγώντας επιπρόσθετα πόσο σημαντικό ήταν το ότι στην Ελληνική οικονομία – υπό την δυσάρεστη, βέβαια, πίεση των Μνημονίων και την ανοίκεια της Τρόικας – έχει πλέον εγκατασταθεί εσωτερική δημοσιονομική δυναμική πλεονασμάτων, που δρομολογεί αλλιώς την όποια ανάπτυξη (με βάση σταθερότητα, όχι ενέσεις δανεισμού: οι ίδιες οι αγορές θα θέτουν όρια) αλλά και θα δείξει στην πράξη ότι το χρέος έχει γίνει εξυπηρετήσιιμο/βιώσιμο και χωρίς το δεκανίκι των «εταίρων». Βέβαια, ο συμπαρουσιάζων Γιάννης Στουρνάρας επιμένει ότι η ανάπτυξη βοηθάει περισσότερο από την δημιουργία πλεονασμάτων και σε επίπεδο μείωση του χρέους.
Λέγαμε παραπάνω ότι, στο μέτωπο των πλεονασμάτων, η Κυβέρνηση/ο Χρ. Σταϊκούρας προχωράει με προσεκτικά βήματα: συλλέγει υποστηρικτικές τοποθετήσεις τύπου Εμμανουέλ Μακρόν ή Πάολο Τζεντιλόνι, αλλά δεν θέτει ευθέως ζήτημα μείωσης του στόχου 3,5% του ΑΕΠ στα πρωτογενή στο Eurogroup. Ακόμη και το κυοφορούμενο Μεσοπρόθεσμο, μας το υπόσχονται σε δυο εκδοχές/σενάρια (εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος): ένα με ευρύτερο δημοσιονομικό χώρο για το 2021-22, και ευελιξία για την συνέχεια. ένα με μηδενικές αλλαγές στα πρωτογενή, αλλά με επίτευξη τέτοιων ρυθμών ανάπτυξης (2,8% τουλάχιστον) και τέτοια επιβράβευση στις αγορές, που να επιτρέπει δημοσιονομική χαλάρωση μέσα από την διαφορετική ανάγνωση της βιωσιμότητας του χρέους. Όπως η Ελληνική πλευρά έχει τις μηχανές στο «πρόσω αργά» - σε ποιο Eurogroup θα τεθεί ευθέως το θέμα; - έτσι και οι Ευρωπαίοι κάνουν τις μηχανές σε «κράτει» - πότε θα έχουμε την νέα DSA, την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους κατ' αυτούς; (Ανάλογη διστακτικότητα και από ΔΝΤ).
Εκεί ακριβώς, επέπεσε η ταραχή που αλλάζει το πολιτικό σκηνικό στην Γερμανία. Υπό την πίεση του υπερσυντηρητικού AfD, οι Χριστιανοδημοκράτες τείνουν να μετακινηθούν από κεντροδεξιά, δεξιότερα (άνθρωπος του ημετέρου Σώϋμπλε ο πιθανός διάδοχος της διαδόχου Μέρκελ Φρήντριχ Μέρτς). Άντε, τώρα, να διαπραγματεύεσαι χαμηλότερα πρωτογενή, ή ευέλικτα ANFAs/SMPs.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/2/2020. 

Τι λέγεται, τι γίνεται…

Ας ξεκινήσουμε με την – εντελώς πρόσφατη – περιπέτεια του ατυχούς, εν προκειμένω, Αδώνιδος Γεωργιάδη όταν αναφέρθηκε στο θέμα της λήξης της προστασίας της πρώτης κατοικίας από 1ης Μαΐου. Δεν φυλάχτηκε ο , πολύπειρος ωστόσο, Άδωνις και η τοποθέτησή του – ότι η απόλυτη προστασία της πρώτης κατοικίας (που παύει τότε μετά την τετράμηνη παράταση της ισχύος του ν. 4605/19) είναι ζημιογόνα για την οικονομία – επιδεχόταν, όπως απεδείχθη, αποσπασματική απόδοση. Οπότε βρέθηκε ο αρμόδιος εν μέρει υπουργός να θεωρείται υπέρ της προοπτικής επίσπευσης των πλειστηριασμών μετά απ' αυτό το χρονικό διάστημα – και είναι γνωστό ότι, ήδη, με την μεταβίβαση οφειλών που εμπλέκουν (και) πρώτη κατοικία οι εταιρείες διαχείρισης και αναζήτησης οφειλών («κοράκια» κατά την διατύπωση των πιστών τηλεπαραθύρων) η προοπτική έντασης των πλειστηριασμών από την άνοιξη («τσουνάμι πλειστηριασμών», πάλι κατά τα τηλεπαράθυρα) γίνεται πολύ συγκεκριμένη. Όταν ακολούθησαν διευκρινήσεις – τού ίδιου, του Κυβερνητικού Εκπροσώπου κλπ – η (πολιτική) ζημιά είχε γίνει: από ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ κατακεραυνώθηκε για κοινωνική αναλγησία, κυρίως όμως δόθηκε μια ακόμη ευκαιρία για de facto προσέγγιση της Αξιωματικής με την Ελάσσονα Αντιπολίτευση στις επικριτικές/καταδικαστικές δηλώσεις σ' αυτό το θέμα. Ενώ και ΚΚΕ και ΜΕΡΑ25 προσήλθαν επίσης.
«Η θηλιά των τραπεζών και των funds σφίγγει γύρω από εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά», «πολιτικές θέσεις και πρακτικές που εκπορεύονται από την Τρόικα, με μεγάλο ζήλο υλοποιούνται από κυνικούς υπουργούς-εντολοδόχους», «φτιάχνετε κλίμα και διαφημίζετε το τι θα συμβεί μετά τον Απρίλιο», «δεν θα αφήσουμε την Κυβέρνηση να γυρίσει στις μνημονιακές πολιτικές, να υλοποιήσει όσα ζητούσαν οι πιο ακραίοι κύκλοι των δανειστών». Δύσκολα θα διακρίνει ποιος πολιτικός χώρος εξέπεμψε ποιο από τα παραπάνω. (Για να διευκολύνουμε: κατά σειράν είναι ΚΚΕ, ΜΕΡΑ25, ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ...).
Ασφαλώς και δεν είχε άγνοια κινδύνου ο Άδωνις Γεωργιάδης γι αυτό τον αναφέραμε ως πολύπειρο, αλλά και ατυχή. Γνωρίζει (η δημοσιότητα είναι πλήρης σχετικά με το τι βρίσκεται μπροστά μας) ότι όταν ολοκληρωθούν και οι εορτασμοί για την Πρωτομαγιά του 2020, θα ξημερώσει – αν δεν υπάρξει βέβαια άλλη μια αναβολή... - μια νέα κατάσταση για τους οφειλέτες των οποίων εμπλέκεται πρώτη κατοικία. Δεν είναι άλλωστε κρυφό – η διαφάνεια με την οποία λειτουργεί η Γενική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους υπό τον Φώτη Κουρμούση είναι υποδειγματική – ότι τέλη 2019, ενώ είχαν μπει στην σχετική πλατφόρμα κάπου 60.000 ενδιαφερόμενοι και είχαν ξεκινήσει διαδικασία αίτησης σχεδόν 38.000, λιγότερες από 1.300 αιτήσεις είχαν υποβληθεί. Και το πράγμα χειροτερεύει: 315 προτάσεις ρύθμισης είχαν δοθεί από τις τράπεζες, διψήφιος μόλις αριθμός είχε οριστικοποιηθεί. (Και να σκεφτεί κανείς ότι η χαρτούρα της υποβολής έχει ελαφρυνθεί πρωτοφανώς. Και ότι υπάρχει και κρατική επιδότηση κατά την ρύθμιση).
Πάμε τώρα και στην μετάβαση από το καθεστώς της ρύθμισης καθυστερούμενων οφειλών προς το Δημόσιο, δηλαδή από το ιδιαίτερα ευνοϊκό καθεστώς των 120 δόσεων: εντάχθηκαν κάπου 750.000 οφειλέτες, ρυθμίζοντας 7 δις ευρώ σε οφειλές. Δεν είναι αμελητέο, δεν είναι όμως και πάνω από 20% των εισπράξιμων καθυστερούμενων οφειλών το ποσό, λιγότερο από 7% του υποκριτικά καταγραφόμενου ύψους των συνολικά 105 δις ευρώ. Μετάβαση στο τωρινό, πάγιο, καθεστώς ρύθμισης σε 24 δόσεις για τις τακτικές οφειλές (ΦΠΑ, φόρος εισοδήματος) και σε 48 δόσεις για τις έκτακτες (πρόστιμα, κληρονομίες). Η αλήθεια είναι ότι οι «120 δόσεις» ήταν «έως 120 δόσεις» με βάση εισοδηματικά κριτήρια και ύψος οφειλής κατά τον ν. 4611/19 – όμως ούτως ή άλλως τώρα έρχεται ένα «σφίξιμο» των λουριών. Το καλό με την υπόθεση της πάγιας ρύθμισης είναι ότι... δεν προσωποποιείται, όπως επικεντρώθηκε περί το πρόσωπο του Α. Γεωργιάδη η συζήτηση τους πλειστηριασμούς. Όμως από και με πάγια ρύθμιση υπάρχουν ακόμη προβλήματα: κύριο, το ότι δεν είναι ξεκάθαρο το πόσο φέρνει ξεπάγωμα λογαριασμών άμα έχει χαθεί προηγούμενη ρύθμιση. Κατά τα άλλα, από την αντίστοιχη ρύθμιση 120 δόσεων προς Ασφαλιστικά Ταμεία, σε 80.000 περιπτώσεις «χάθηκε» η ρύθμιση κι ας είναι εδώ ισχυρό το κίνητρο να πάρει κανείς την σύνταξή του...
Όλα αυτά γνωστά στον Άδωνι Γεωργιάδη. Όπως γνωστό και ότι, όταν ξεκινήσει αληθινά κύμα πλειστηριασμών – και η οπτικοποιημένη σκηνή δεν θα είναι πια έξω από τα συμβολαιογραφεία ή τα δικαστήρια, αλλά στις γειτονιές άμα λειτουργήσουν εξώσεις: ρωτήστε τους Ισπανούς!... - το πολιτικό τράνταγμα θα είναι βαρύ. Αυτό πήγε να προλάβει: δεν είναι τι λέγεται, αλλά το τι θα γίνει εκείνο που μετράει.
Και πού να ξεκινήσει, στα σοβαρά, η συζήτηση για το Ασφαλιστικό Βρούτση...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 9/2/2020. 

Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον…

Παρά τα φώτα της σκηνής που στράφηκαν στην επίσκεψη Μητσοτάκη στο Παρίσι, σε αναζήτηση – πέραν των γεωπολιτικών ερεισμάτων – «γαλλικού κλειδιού» για τα πρωτογενή πλεονάσματα και των παραδοσιακών επενδυτικών προσδοκιών, θα σταθούμε στην πραγματικά σημαδιακή έκδοση του 15ετους ομολόγου, του πρώτου Ελληνικού χαρτιού που δέχθηκαν οι διεθνείς αγορές να σηκώσουν μετά από έντεκα χρόνια «έκλειψης» της Ελλάδας. Χωρίς ασπίδα προστασίας των διαδοχικών μέτρων Eurogroup (η λήξη του 15ετούς είναι Φεβρουαρίου 2035, ενώ το 2032 μας τελειώνει η βεβαιωμένη βιωσιμότητα του χρέους) και με την δικαιολογημένα υπερήφανη διατύπωση του υπευθύνου του ΟΔΔΗΧ Δημήτρη Τσάκωνα, δανεική από τις ημέρες Ομπάμα, «Yes we can!». Το γεγονός ότι με το 15ετές αντλήθηκαν 2,5 δις ευρώ (από υπερεπταπλάσιες προσφορές) στο 1,875% (κάτω από το συμβολικά σημαντικό 2%), με κατεύθυνση την μείωση της εξάρτησης από έντοκα γραμμάτια – πράγμα που θα δώσει και πρόσθετες δυνατότητες στις συστημικές τράπεζες – ας καταγραφεί ως πραγματική διεκδίκηση της κανονικότητας, πέραν ωραιολογιών.
Η «θετική όσμωση» με την οποία η έκδοση του 15ετους βελτίωσε τις αποδόσεις και του 10ετους (μέχρι και σε 1,165%, ενώ είχε κολλήσει γύρω στο 1,3%) και του 5ετούς σαφώς κάτω από το 0,5%, στο 0,335% δημιουργεί μια συνολική έλξη για όποιον κοιτάξει προς Ελλάδα. Προσοχή βέβαια: όλα αυτά τα ωραία σε μιαν αγορά που παραμένει «εξαιρετικά ρηχή και εύκολα επηρεάσιμη» – όμως, σ' αυτήν την φάση, στα θετικά.
Καθώς όλοι έδειξαν πρόθυμοι να συνδυάσουν την πετυχημένη έξοδο με 15ετές με την προ εβδομάδας αναβάθμιση από την Fitch – που μας έχει στην καλύτερη βαθμίδα αξιολόγησης από τις rating agencies – ας σταθούμε λίγο περισσότερο στην δική της συλλογιστική. Πρώτα-πρώτα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να συγκριθεί η τωρινή της επιχειρηματολογία με την προ έτους διατύπωση επιφυλάξεων (τέλη Φεβρουαρίου του 2019) που είχε θεωρήσει ότι θα μπορούσε η Ελλάδα να ξαναβρεθεί «σε βαθιά κρίση της οικονομίας της». όμως περισσότερο είχε προβληματίσει ο λόγος εκείνης της στάσης: έβλεπε η ανάλυσή της «πρόβλημα με τα υψηλά μη-εξυπηρετούμενα ανοίγματα των τραπεζών», αλλά και με τις επικρεμάμενες δικαστικές αποφάσεις «για αναδρομικά των συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων». Από δίπλα και μια γενική αμφιθυμία για τα δημοσιονομικά 2019-20, αλλά και την «αναιμική» μεσοπρόθεσμη τάση της ανάπτυξης (στο 1,2%).
Η Fitch δεν «ωρίμασε» απότομα: τον Αύγουστο του 2019 είχε χαρίσει στην Ελλάδα τουλάχιστον θετική προοπτική/outlook, παραμένοντας στις «αδύναμες μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης». Αυτή διέψευσε ευχάριστα τώρα και καταγράφοντας υπεραπόδοση των πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά και δεχόμενη «ενίσχυση του ΑΕΠ για το 2019 κατά 2,2% από 1,9% του 2018, και μάλιστα εντός δύσκολου εξωτερικού περιβάλλοντος». Μ' αυτήν την βάση, μίλησε πλέον για στόχο 2,5% για το 2020-21, αν και κράτησε επιφυλάξεις για τις επενδυτικές προοπτικές, όμως με επιβράδυνση της ανάπτυξης «στο 1,2% μέχρι το 2027». Για τις τράπεζες και την απειλή των αναδρομικών, σαφώς λιγότερα...
Περνώντας, τώρα, από τις προσεγγίσεις των οίκων αξιολόγησης στον «επίσημο τομέα» αξίζει να ξαναδεί κανείς το περισσότερο-παρά-ποτέ διεκπεραιωτικό και ατάραχο ύφος της δήλωσης των επικεφαλής των Θεσμών (δηλαδή της υπό την μετονομασία λόγω Βαρουφάκη, Τρόικας...) μετά το πέρασμά της την προηγούμενη εβδομάδα από την Αθήνα για την 5η μεταΜνημονιακή αξιολόγηση: «Η αποστολή είχε παραγωγικές συζητήσεις για την κατάσταση, την πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί αλλά και για τις βασικές προκλήσεις τις οποίες συνεχίζει να αντιμετωπίζει η χώρα». Και να συγκρίνει την έκκληση του υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων Αδώνιδος Γεωργιάδη (στα καθοδηγητικά πρωϊνάδικα της τηλεόρασης, όταν αυτά δεν μονοπωλούνται από το Ασφαλιστικό) «ο κόσμος να ρυθμίσει τα δάνειά του μέχρι 30ης Απριλίου [...] δεν θέλω να δω τον κόσμο να χάνει τα σπίτια του άδικα». Αλλά και με την συνεχιζόμενη αγχώδη προσπάθεια του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Γιάννη Βρούτση να δείξει – στα ίδια καθοδηγητικά πρωϊνάδικα – πόσο το Ασφαλιστικό θα μπει σε νέα τροχιά («βιωσιμότητας μέχρι το 2070») με βελτίωση των συντάξεων και με μείωση των εισφορών και με αναδρομικά. θα φροντίσει γι αυτό ο Προϋπολογισμός.
Τι βλέπουμε; Ότι όχι μόνον η Ελλάδα του 2020 κινείται εκτός Μνημονίων, αλλά και ότι ανακτά παλιότερα αντανακλαστικά. Και οι «εταίροι» της χώρας, παρομοίως: αν έχουν επιφυλάξεις, τις κρατούν για τον εαυτό τους.
Πίσω στην Τρόικα/τους Θεσμούς: «Στενός διάλογος σχετικά με τις προτεραιότητες και τις προκλήσεις της οικονομικής πολιτικής θα συνεχιστεί». Κόκκινα δάνεια; Ασφαλιστικό; Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον, τελικά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" την 1/2/2020. 

Μηχανισμός μετάβασης και εξομάλυνσης: τι είναι πάλι αυτό;

Να το πούμε εξαρχής ξεκάθαρα: οι Ευρωπαίοι «εταίροι» της Ελλάδας , οι οποίοι ειρήσθω εν παρόδω δεν μας δείχνονται αποτελεσματικά υποστηρικτικοί στα γεωπολιτικά ζητήματα (Διαδικασία του Βερολίνου για την Λιβύη, διεκδίκηση ΑΟΖ από Τουρκία και Λιβύη με εκτοπισμό συμφερόντων Ελλάδας-Κύπρου, έμπρακτη καταπάτηση Κυπριακής ΑΟΖ από Τουρκικές έρευνες), έχουν κάθε πρόθεση να βοηθήσουν υπό συνθήκες 2020 ώστε να χαλαρώσει κάπως ο ζουρλομανδύας – ως straightjacket μνημονευόταν, αληθινά, σε ευγενές/υψηλό περιβάλλον Ευρωζώνης – που απαιτεί από την Ελληνική οικονομία πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι και το 2020. Είχαν ήδη την πρόθεση αυτή από τις αρχές του 2019, απλώς δεν ήθελαν να φανεί ότι ξηλώνεται πολύ γρήγορα το σχήμα πειθάρχησης της Ελλάδας (και απεικόνισης ενός βιώσιμου/εξυπηρετήσιμου χρέους) που καταρτίσθηκε και πέρασε από τα Κοινοβούλια των πιο δύσπιστων χωρών της ΕΕ έναντι του «μαύρου πρόβατου Ελλάδα» το 2017-18.
Τώρα πάντως, τώρα που (α) για μιαν ακόμη φορά καταγράφηκε για το 2019 υπερπλεόνασμα (σχεδόν 5 δις ευρώ έναντι 4,4 δις στόχου – βέβαια με την συνήθη υποεκτέλεση του ΠΔΕ κατά 500 εκατομμύρια...), (β) οι αγορές συνεχίζουν να αγαπούν-προς-λατρεύουν το Ελληνικό χαρτί (με 1,5% απόδοση το 10ετές, έστω και λίγο χειρότερα από το 1,25% που είχε πιάσει κάποια στιγμή, με σχεδόν 0,5% το 5ετές, ήδη στήθηκε και 30ετές με απόδοση – λέει – 2,53% στις στάχτες του αλήστου μνήμης swap της Goldman Sachs...) π.χ. σε σχέση με το Ιταλικό κάποιες ημέρες, τώρα οι κύκλοι Eurogroup αναζητούν τρόπο να ικανοποιήσουν τις Ελληνικές προσδοκίες βελτίωσης. Οι οποίες διατυπώθηκαν έως τώρα με αυτοσυγκράτηση, με την αναμονή να φύγει το 2019 και τα πρώτα Eurogroup του 2020 προτού τεθεί πιεστικότερα ζήτημα αναθεώρησης του στόχου 3,5% για το 2021-2022. αλλά και με προσγειωμένη επιχειρηματολογία βασιζόμενη κυρίως στην βελτίωση των παραμέτρων βιωσιμότητας του Ελληνικού χρέους.
Ήδη, μια προ-πρόταση διακινήθηκε από πλευράς Βρυξελλών για συζήτηση πρωτογενούς πλεονάσματος «στην μέση», δηλαδή στο 2,75% , αλλά «στο μέσο του εναπομένοντος χρόνου», δηλαδή για το 2022. Είχε προηγηθεί η ενθάρρυνση προς την Αθήνα να ζητήσει/προτείνει αξιοποίηση των επιστροφών κερδών των Κεντρικών Τραπεζών ANFAs/SMPs (και της μείωσης του step-up επιτοκίου του προγράμματος EFSF) για στόχους άλλους πλην της αποπληρωμής του χρέους, ιδίως για επενδυτικές χρηματοδοτήσεις: εδώ, η συζήτηση έχει προχωρήσει περισσότερο σε τεχνικές πτυχές απ' όσο οι συμμετέχοντες δηλώνουν δημόσια. Παράλληλα, και προκειμένου να δοθεί η αίσθηση κάποιας αντικατάστασης της αρχικής τιμωρητικότητας των υψηλών πλεονασμάτων με κάτι σαν αναγνώριση των ελληνικών δημοσιονομικών επιτευγμάτων ΚΑΙ των αναγκών χαλάρωσης με στόχο την ανάπτυξη, συζητιούνται μηχανισμοί εξορθολογισμού.
Έτσι, βρεθήκαμε μπροστά σε μια συζήτηση για προγράμματα-μηχανισμούς μετάβασης, passerelles, γνωστά κι από τα διαδοχικά ΕΣΠΑ. μπροστά και σε μηχανισμούς εξομάλυνσης, smoothing mechanisms. Και τα δυο καλοπροαίρετα στο ξεκίνημα, όμως όχι και χωρίς παγίδες.
Ποια είναι η ρίζα της προσπάθειας αυτής; Να αρθούν οι παραλογισμοί των πρωτογενών πλεονασμάτων που με την δημοσιονομική υπεραπόδοση (δηλαδή τα υπερπλεονάσματα) πήγαιναν να λειτουργήσουν ως μόνιμο τραύμα: οι προηγούμενοι τα έτρεπαν σε επιδόματα – τέλους του έτους, ή σε κινήσεις πριν από σημαντικές στροφές της πολιτικής (λέγε με «13» σύνταξη»). οι τωρινοί προσπαθούν να τα στρέψουν στην λογική των φορολογικών μειώσεων (ήδη με πρώτη την μείωση ΕΝΦΙΑ, τώρα με έμφαση στους φόρους εταιρειών). Όμως, έτσι όπως τα υπερπλεονάσματα «έπρεπε» να απορροφώνται μέσα στην χρήση, δημιουργούσαν φαινόμενα stop-go. όχι καλόν σε μια ευθραυστοποιημένη οικονομία.
Αντίστοιχα και με την ιστορία της τροπής των επιστροφών ANFAs-SMPs /step-up: όχι μόνον «έπρεπε» να πάνε σε εγκρινόμενους από το Eurogroup/τον ESM χρήσεις (παράδειγμα: χρηματοδότηση του ΒΟΑΚ, στην Κρήτη), αλλά «έπρεπε» να ακολουθούν ρυθμούς δύσκολα συμβατούς με παρόμοια έργα [Ο Βόρειος Άξονας στην Κρήτη, για παράδειγμα, άμα πάει να λειτουργήσει ως έργο παραχώρησης με διόδια στο καίριο τμήμα Χανιά-Ηράκλειο, θα χρειαστεί πελώρια προσοχή μην κολλήσει στην DGComp για λόγους κρατικών ενισχύσεων. Θέλει μαεστρία ο χειρισμός: αν επιπλέον «πρέπει» οι πόροι ANFAs κλπ. να διατεθούν μέσα σε ορισμένο χρόνο – εδώ τον έλεγχο θα είχε ηDG EcFin, μαζί με τον ESM – κοντεύει να γίνει mission impossible].
Έτσι, λοιπόν, με την μέθοδο των passarelles δηλαδή των έργων μετάβασης από προγραμματική περίοδο από την μια Προγραμμάτων της ΕΕ πάει να συνδυαστεί η χρονική εξομάλυνση, το smoothing, για την διάθεση των πλεονασμάτων. Για να μην μείνουμε όμως μόνο με τις καλές προθέσεις, θα χρειαστεί Αθήνα και Βρυξέλλες να δείξουν – ταυτόχρονα! – ειλικρίνεια και τεχνική μαεστρία. Καλή τους (=καλή μας) τύχη.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 25/1/2020. 

Φόντο συζήτησης του Ασφαλιστικού

Τριπλή είναι η μέγγενη που ήδη συνοδεύει τους σχεδιασμούς του κυβερνητικού επιτελείου για την «μετά Κατρούγκαλον» εποχή του Ασφαλιστικού. [Δανειζόμαστε την έκφραση από το πρωτοσέλιδο της «Ν» της 9ης Ιανουαρίου]. Μπορεί η συνεχιζόμενη λογική της ανακοίνωσης καλών προθέσεων – λιγότερο από μέρους του υπουργού Εργασίας Γιάννη Βρούτση, περισσότερο από τον (καθ' ύλην αρμόδιο) υφυπουργό Νοτη Μηταράκη – να έχει υπερκαλύψει την συζήτηση επί της ουσίας. μπορεί και οι αντιπαραθέσεις γύρω από τον τρίτο πυλώνα, τα επαγγελματικά Ταμεία, την μείωση των εισφορών (αλλά και αύξηση στο κατώτατο) , την δυνατότητα του εφεξής ασφαλιζομένου στην επιλογή του πώς θα κατευθύνονται οι εισφορές του (πέρα από την εθνική σύνταξη) να λειτουργούν με μια αίσθηση απόστασης από το άμεσο. Όμως το φάσμα των άλλων στοιχείων της συζήτησης ως περιορισμών, δημοσιονομικών-και-όχι-μόνο, δεν παύει να υπάρχει σαν φόντο.
Πρώτα η μέγγενη που προκύπτει από την λειτουργία της Ελλάδας (και) του 2020 στα πλαίσια της ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης. Μέρες που έρχονται, ζούμε υπό το φως της πέμπτης αξιολόγησης. Και ναι μεν ΔΕΝ βρισκόμαστε σε Μνημόνιο (η σημερινή Κυβέρνηση, ευλόγως, άφησε στην άκρια την άποψη που είχε ως Αντιπολίτευση ότι η Ελλάδα «βρίσκεται σε 4ο Μνημόνιο» και σήμερα αξιοποιεί την ευχέρεια κινήσεων που υπάρχει από τα μέσα 2018) ώστε να χρειάζεται προ-συζήτηση και έγκριση Τρόϊκας /Θεσμών. Όμως είναι τόσο μεγάλη η βαρύτητα του Ασφαλιστικού στα μεσοπρόθεσμα-και πέρα-στοιχεία της οικονομίας, ώστε η όποια τωρινή μεταρρύθμιση να πρέπει να ζυγιάζεται πολύ προσεκτικά ως προς τις συνέπειές της. Και είναι επίσης αλήθεια ότι ο ρόλος του ΔΝΤ έχει υποχωρήσει στην συζήτηση για την Ελληνική οικονομία, ενώ απ' εκεί ήταν που έρχονταν οι πιο έντονες πιέσεις: συμβολικά, το κλείσιμο του γραφείου του Ταμείου στην Αθήνα το τονίζει αυτό. [Εδώ, να σημειώσουμε ότι στις 6 Φεβρουαρίου θα παρουσιάζεται στην Αθήνα από τον Μπομπ Τράα, που ήταν στην Αθήνα resident του Ταμείου στο μεγαλύτερο μέρος της κρίσης, βιβλίο των Εκδόσεων economia με τις εμπειρίες του στο καμίνι...]. Όμως το Ασφαλιστικό και η προβολή των ροών του βαραίνει ούτως ή άλλως πολύ στα μεσομακροπρόθεσμα – και. μάλιστα με το σύννεφο των αναδρομικών να πυκνώνει στο ΣτΕ - , οπότε κανείς δεν θάθελε να δημιουργήσει αναταράξεις, π.χ. κατά την συζήτηση στο Eurogroup για τα πρωτογενή πλεονάσματα. συζήτηση που ακριβώς βασίζεται στην επανεκτίμηση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του χρέους.
Εδώ, η δεύτερη μέγγενη στους σχεδιασμούς του Ασφαλιστικού. Λέμε – και το λέμε, ως χώρα, όλο και συχνότερα στην διάρκεια του 2019-20 – ότι από τον έλεγχο των Θεσμών, περνάμε πλέον στον έλεγχο των αγορών. Έχουμε, δε, τώρα κοντά αξιολογήσεις που θα μας φέρουν πιο κοντά στην πολυπόθητη «επενδυτική βαθμίδα» - η Fitch αναμένεται σε λίγες μέρες, η S&P δίνει θετικές προοπτικές – δηλαδή στην μέσω αγορών και μόνο αναχρηματοδότηση του χρέους (γιατί ελλείμματα, ξεχάστε τα!, με τα οποία τον παλιό κακό καιρό πορευόταν το Ασφαλιστικό μας). Οι rating agencies δεν τα πολυκοιτάζουν τα πιο μακρού ορίζοντα και τα πιο διαρθρωτικά ζητήματα – το Ασφαλιστικό και οι αναλογιστικές του βλέπουν βασικά τα δημογραφικά και την συμμετοχή στην αγορά εργασίας που, στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι μέτωπα δυσοίωνα – όμως ΑΜΑ τα κοιτάξουν και διαβλέψουν πρόβλημα, γίνονται δυσάρεστες. Δεν θα το θέλαμε!
Η τρίτη – μόνο – μέγγενη είναι η κυρίως δημοσιονομική. Όπου σε κάτι σαν ένα δισεκατομμύριο του Προϋπολογισμού, κοντά 0,5% του ΑΕΠ, συνωθούνται για να χωρέσουν προσδοκίες/υποσχέσεις για την «μόνιμη οικονομική ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων» (όπου ο πήχυς σύγκρισης της «13ης σύνταξης» του 2019 λειτουργεί πολιτικά, όσο κι αν στον καιρό της αυτή κατακεραυνώθηκε) μαζί με τις αναπροσαρμογές συντάξεων και τις κλιμακωτές εισφορές που θα προβλέπονται για τους ελεύθερους επαγγελματίες/επιτηδευματίες τώρα που θα αποσυνδεθούν από το (δηλούμενο) εισόδημα. Εδώ, μπαίνει στην μέση ένα στοιχείο πρόσθετης αβεβαιότητας, το οποίο θα χρειαστεί διπλό πολιτικό χειρισμό. Προς τα μέσα, πρώτα-πρώτα, όπου ήδη η Κυβέρνηση ζει την πίεση των προσδοκιών. Προς τα έξω, όπως είδαμε ήδη, όπου θα χρειαστεί να επεξηγηθεί πειστικά η άμεση δημοσιονομική επίπτωση.
Γι αυτό επανερχόμαστε: οι ελπίδες του πολιτικού συστήματος ότι όλο αυτό το ριψοκίνδυνο γύμνασμα ισορροπίας θα βγει πέρα προέρχονται από την διατύπωση της Προέδρου του ΣτΕ Κατερίνας Σακελλαροπούλου στην πιλοτική δίκη για τις «ουρές» του Ασφαλιστικού: «Το Δικαστήριο γνωρίζει τα κοινωνικά προβλήματα, δεν βρίσκεται εκτός πραγματικότητας». Το θέμα είναι... πώς θα τα σταθμίσει. Όπως και ο νομοθέτης.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/1/2020. 

Οι λογαριασμοί

Οικονομικές προσεγγίσεις καλύτερες δεν υπάρχουν από εκείνες της νοικοκυράς. ή του τεφτεριού του μπακάλη. Αφού δηλαδή αφεθούν στην άκρια οι σχεδιασμοί και οι προβολές πολιτικής, αφού προσπεράσουν εξισώσεις και μοντέλα.
Την ίδια μέρα – υποτίθεται την Παρασκευή 10/1 του, φρέσκου ακόμη , δίσεκτου 2020 – που ο Πρωθυπουργός θα ενημερώσει τους πολιτικούς αρχηγούς για την έκβαση του υπερατλαντικού ταξιδιού του για συνάντηση με τον Πρόεδρο Τραμπ και το υπόλοιπο Αμερικανικό «δένδρο ισχύος» για τα ΕλληνοΤουρκικά, την ίδια μέρα θα φτάνει στην εκδίκασή της η πιλοτική δίκη στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την τύχη των αναδρομικών των συνταξιούχων (κύριες, επικουρικές και δώρα).
Δικαίως θα ξεκινήσει διαμαρτυρόμενος ο αναγνώστης ότι φέρνουμε μέσα σε μια πρόταση δυο εντελώς ανόμοια ζητήματα. Αν και, ήδη, θα παραδεχθεί ότι υπάρχει κάπου ένα θέμα προτεραιοτήτων της δημόσιας συζήτησης: τώρα που ξανανθίζουν πρωτοσέλιδα και πρωϊνάδικα με τα δικαιώματα (απαράγραπτα κοκ) των συνταξιούχων, τώρα διεκδικεί την προσοχή η συζήτηση για το που θα βρεθούμε φέτος – και. μάλιστα από αρκετά νωρίς στην χρονιά αυτή – στα πιο δύσβατα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Προτού καλά-καλά αρχίσουμε να μαδούμε την μαργαρίτα για το άλλο μέτωπο: εκείνο της επαναδιαπραγμάτευσης με τους «εταίρους» για τα πρωτογενή μας πλεονάσματα – δηλαδή για την επάνοδο ή μη της μεταΜνημονιακής Ελλάδας σε κάτι που να θυμίζει αυτόνομη οικονομική πολιτική...
Πάμε τώρα με κάποια σειρά. Ευτυχώς που ήρθε η ώρα της Ολομέλειας του ΣτΕ και – στην ενώπιόν του εισήγηση επί πιλοτικής δίκης – άνοιξαν οριστικά τα χαρτιά για το συνολικό κόστος των τριών γενεών/φάσεων αναδρομικών, που έχουν στοιχειώσει την δημόσια συζήτηση. Λοιπόν: 11 δις ευρώ συν κάτι για την πρώτη περίοδο, από το 2012 μέχρι το 2016. σχεδόν 4 δις για το μεσοδιάστημα που επωαζόταν ο διαβόητος νόμος Κατρούγκαλου. άλλα 11 δις από κει και έως το ξήλωμα μέρους του από το ίδιο το ΣτΕ. Σχεδόν 2,5 εκατομμύρια οι ενδιαφερόμενοι, άλλος λιγότερα, άλλος περισσότερο (ενδιαφερόμενοι και... ενδιαφέροντες, ως ψηφοφόροι). Οι υπολογισμοί είναι του ΕΦΚΑ, με την στήριξη όμως του Ελληνικού Δημοσίου ως ΥΠΟΙΚ – γιατί ο Προϋπολογισμός θα κληθεί να πληρώσει, καθώς η μετά ζήλου (πολιτικού) αναζήτηση του λεφτόδεντρου δεν απέδωσε. Οι αναφορές σε νέο-νέο Ασφαλιστικό δεν αρκούν...
Ας κάνουμε, τώρα, ένα μικρό άλμα: με το Ελληνικό ΑΕΠ να καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες να ξανασκαρφαλώσει στα 200 δις ευρώ/έτος (με αληθινά μεγέθη, εννοείται, όχι με προβλέψεις για ανάπτυξη 3-4%) αυτά τα 26 δις, είναι γύρω στις 13 μονάδες ΑΕΠ. Μέρος των 26 δις, άμα το ΣτΕ αποφασίσει να δώσει στο Δημόσιο την ευχέρεια να αποδείξει ότι ex post αναλογιστικές μελέτες δικαιολογούν τις παλιές αποφάσεις για περικοπές (θυμίζουμε ότι, σοκαρισμένο από την αρχική απόφασή του να στηρίξει «τα Μνημόνια», το ΣτΕ είχε βρει αντισυνταγματικές τις περαιτέρω περικοπές του 2012 γιατί... δεν στηρίχθηκαν σε πειστικές αναλογιστικές μελέτες: με τέτοια λογική πορεύονταν οι ορθολογικοί θεσμοί της Πολιτείας – όχι τα τηλεπαράθυρα ή οι Πλατείες) θα είναι πάλι κάποιες μονάδες του ΑΕΠ.
Προσγείωση, τώρα, στην προσπάθεια μείωσης του πρωτογενούς πλεονάσματος – τα ξαναείπε ο Κυριάκος, στην Κρισταλλίνα αυτήν την φορά αντί της Κριστίν (Γκεοργκίεβα αντί Λαγκάρντ, στο ΔΝΤ) – κατά 1 ή 1,5 μονάδες του ΑΕΠ από το 2021 για δυο χρόνια, κατά 0,2 της μονάδας στην συνέχεια. Ακόμη και οι διαβόητες επιστροφές κερδών των Κεντρικών Τραπεζών/ANFAs-SMPs που μας λαμπυρίζουν ως υποκατάστατο της μείωσης των πλεονασμάτων, κάτι σαν 0,6 της μονάδας μετρούν ετησίως. Και βέβαια, όλα αυτά χρειάζεται να πείσουν το Eurogroup – μέσα Φεβρουαρίου σε πρώτη στάση. Μάλλον γι αυτόν τον λόγο, το δίδυμο Βρούτση – Μηταράκη στο υπ. Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων αυτοσυμμαζεύτηκε στις προθέσεις διάθεσης του «1 δις από τον Προϋπολογισμό για το Ασφαλιστικό για μόνιμη στήριξη των συνταξιούχων» (αυτό είναι κάτι σαν 0,5 μονάδα του ΑΕΠ).
«Και που κολλάει η συνάντηση Μητσοτάκη-Τραμπ;» ίσως διερωτηθεί ο αναγνώστης. Μα στην ζωηρή διακίνηση της «πληροφορίας» ότι ήδη γίνεται συζήτηση για απόκτηση μιας μοίρας F-35 (μετά την αποβολή της Τoυρκίας από το πρόγραμμα), που θα έρθουν να προστεθούν στα αναβαθμισμένα σε Viper 84 F-16 Block 52. Η αναβάθμιση των F-16 κοστίζει ήδη 1,1 δις ευρώ (ο Τραμπ πήγε να τα τιμολογήσει 2 δις δολάρια, θυμίζουμε). Ένα F-35, τώρα που «φτηναίνει» πάει για 80 εκατ. δολάρια από 100+ "γυμνό», τα διπλάσια λειτουργικό. Τάξη μεγέθους της απόκτησης μοίρας τα 3 δις ευρώ.
Μάλλον τα αναδρομικά θα ατυχήσουν στο ΣτΕ με μη-αναδρομικότητα.

*Δημοσιέυτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/1/2020. 

Αναζητώντας στοιχεία αισιοδοξίας

Ακολουθώντας την παράδοση να αναζητούμε στο ξεκίνημα της χρονιάς στοιχεία αισιοδοξίας – όμως κάπως συγκεκριμένα, όχι τυπικότητες με το γύρισμα του χρόνου – θα καταθέσουμε μιαν τριπλή πρόταση. Και θα περιμείνουμε να δούμε τι απ' αυτήν θα πιάσει τόπο στην πράξη – εκεί όπου κρίνονται τα πράγματα.
Πρώτο στοιχείο, η επίγνωση ότι μετά την βελτίωση της θέσης των Ελληνικών ομολόγων στην διεθνή αγορά, μετά τα σοβαρά κέρδη που απεκόμισε από το Ελληνικό χαρτί η διεθνής επενδυτική κοινότητα (άνω του 20% σε ετήσια βάση) και με δεδομένη την περιορισμένη ανάγκη κεφαλαίων το 2020 για αποπληρωμές, το πρόγραμμα δανεισμού μιας χώρας που μόλις φέτος «επέστρεψε» διαθέτει γνήσιους βαθμούς ελευθερίας. Αυτοί θα επιχειρηθεί να εκφρασθούν με διάφορους τρόπους, όμως ο κυριότερος θα είναι και ο πιο φιλόδοξος: να επιχειρηθεί η έκδοση 15ετους ομολόγου, που θα μας πηγαίνει πέρα από το διάστημα όπου οι χειρισμοί πολιτικής της Ελλάδας – και των «εταίρων» της, κυρίως, δηλαδή του Eurogroup – έχουν εξασφαλισμένη την βιωσιμότητα/εξυπηρέτηση του χρέους. Αυτό θα είναι ισχυρό μήνυμα κανονικοποίησης, δηλαδή αποδοχής από τις αγορές ότι το ρίσκο Ελλάδας μπορεί να σταθεί όρθιο από μόνο του. Οι υπόλοιπες κινήσεις – νέα πρόωρη αποπληρωμή ακριβού δανεισμού από το ΔΝΤ, νέα ευκαιρία ανταλλαγής ομολόγων/holdouts του PSI που δεν προσήλθαν στον αντίστοιχο χειρισμό το 2017, βαθμιαία απόσυρση των εντόκων (σχεδόν κατά το 1/3) με de facto αντικατάστασή τους με ομόλογα (υπάρχει προσδοκία να δούμε και ομόλογο με αρνητική απόδοση, όπως ήδη τα 3μηνα και 6μηνα έντοκα) – είναι περισσότερο συμβολικής σημασίας. Εδώ, θα άξιζε μια στάση: δυο καλά λόγια για τον ΟΔΔΗΧ, για τους αθόρυβος χειρισμούς που – πριν με Rothschild, τώρα με Lazard – επανέφεραν την Ελλάδα, αληθινά, στις αγορές. Αν όντως προσδοκάται επενδυτική επανεκκίνηση, όχι λόγια περί reboot αλλά ουσία, ένα σημαντικό στήριγμα θα είναι ένα Ελληνικό 15ετές, με το 10ετές να βρίσκεται πλέον με κάτω από 1,5% απόδοση, το 5ετές κάτω από 0,5%.
Δεύτερο στοιχείο, όχι πολύ μακριά, είναι η διαπίστωση ότι η γεωπολιτική αναταραχή και μάλιστα η σειρά εντάσεων στα Ελληνοτουρκικά δεν κατόρθωσε να «δηλητηριάσει» την εκτίμηση των αγορών. Δεν μεταφράσθηκε, δηλαδή, σε επιδείνωση του country risk για την Ελλάδα - μέχρι τώρα. Εδώ χρειάζεται μια συντηρητική/επιφυλακτική ματιά, για να μην βρεθούμε κάποια στιγμή αντιμέτωποι με το Αμερικανικό ανέκδοτο του ανθρώπου που πέφτει από τον ουρανοξύστη και – περνώντας στην πτώση από τον 3ο όροφο – λέει «so far, so good». Όμως το ότι η βελτίωση της συνολικής εικόνας της τοποθέτησης «Ελλάδα» έφερε σταθερότητα στις εκτιμήσεις έχει από μόνο του αξία. όπως και το ότι ένας κάποιος κόσμος κατέγραψε απτά κέρδη κεφαλαίου από το Ελληνικό χαρτί – πρόσφατα, για μη ασήμαντα ποσά . (Μέχρι και πριν δύο χρόνια, ο συνολικός ετήσιος τζίρος επί Ελληνικών ομολόγων ήταν όσο ένα πολύ ακριβό ακίνητο στην Νέα Υόρκη). Αντίστοιχα θετικό το ότι η χρονιά κατέγραψε καλή εικόνα για το Χρηματιστήριο με κέρδη της τάξης του 50%. Παραμένει μεν η συνολική κεφαλαιοποίηση σε χαμηλά επίπεδα, δεν έχουν δε σβήσει εντελώς οι κραδασμοί από π.χ. την περίπτωση Folli Follie (ούτε η βαρύτερη αίσθηση από την μετακίνηση έδρας σημαντικών βιομηχανιών εκτός Ελλάδος στα χρόνια της κρίσης: αυτό θα αργήσει να «σβήσει»). Πάντως το «κάτι κινείται», είναι πολύτιμο.
Θα προσθέταμε και ένα τρίτο στοιχείο που δείχνει προς αισιοδοξία: αναφερόμαστε σε μια λεπτομέρεια από το τελετουργικό της υπογραφής της συμφωνίας Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου (εν αναμονή Ιταλίας) για τον πολυσυζητημένο αγωγό φυσικού αερίου EastMed. Δεν θα σταθούμε στα γεωπολιτικά, ούτε και στην διόλου αμελητέα – την ουσιαστική – συζήτηση για αμφιβολίες γύρω από την τεχνική, οικονομική και χρηματοδοτική εφικτότητα. Θα σταθούμε, αντιθέτως, στην επισήμανση ότι με πρωτοβουλία του υπουργού Ενέργειας Κωστή Χατζηδάκη κλήθηκαν στις τελετές και ο αρχικός εμπνευστής του EastMed Γιάννης Μανιάτης, και ο ενδιάμεσος υπεύθυνος (που δεν τον ανέκοψε...) Πάνος Σκουρλέτης, και ο τελικός Γιώργος Σταθάκης (που μάλλον είχε καταλήξει πεπεισμένος για το σχέδιο, όπως και για τις άδειες ερευνών νοτίως της Κρήτης). Συμβολική η κίνηση, αλλά πολύ χρήσιμη, αν είναι να φύγουμε από την Ελληνική μιζέρια του «παραλάβαμε χάος» ή/και του «εμείς ξεκινήσαμε ο,τιδήποτε το σωστό». Μαζί και με την επιστολή προθέσεων/LοI ΔΕΠΑ (δηλαδή του διαχειριστή του Ελληνικού δικτύου φυσικού αερίου) και Energean Oil&Gas (που έχει πλέον τα κοιτάσματα Karish και Tannin στο Ισραήλ, «πρώτο αέριο το 2021», με FPSO/πλωτή εγκατάσταση 90 χιλιόμετρα offshore), που δείχνει προς μια εμπορική αξιολόγηση. Αξίζει να έχει καταγραφεί.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/1/2020. 

Ό,τι ίσχυε πριν, ισχύει και τώρα

Φίλοι της στήλης, που κατά καιρούς μας τιμούν – ειλικρινά το λέμε – με παρατηρήσεις και αντιρρήσεις τους (οι τελευταίες μας κινητοποιούν περισσότερο: φυσικό δεν είναι;) έχουν επισημάνει ότι στα τελευταία μας σημειώματα, που κάλυψαν την συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2020 και την συνολική οικονομική πολιτική για την χρονιά που έρχεται, μας εγκάλεσαν για υπερβολική επιφυλακτικότητα. Μας παρατήρησαν ότι αναγνωρίζουμε την βελτίωση του οικονομικού κλίματος. ότι καταγράφουμε την πορεία της σημερινής Κυβέρνησης σε Eurogroup/μεταΜνημονιακή παρακολούθηση με εφόδιο την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων. ότι ενσωματώνουμε στο επιχείρημά μας τα βήματα που γίνεται για να προχωρήσουν τα πράγματα στις τράπεζες. ότι βλέπουμε πως και οι Βρυξέλλες και οι λοιποί διεθνείς δίνουν χώρο κινήσεων, όσο κι αν αμφισβητούν την προοπτική ρυθμών ανάπτυξης στο 2,8% που επικαλείται ο Προϋπολογισμός – όμως, μολαταύτα, μένουμε στην επιφυλακτικότητα.
Πάμε λοιπόν ένα βήμα πίσω, να ξαναδούμε κάποια πράγματα. Κι ας ξεκινήσουμε από τα πρωτογενή πλεονάσματα – που όλοι (;) πλέον παραδέχονται ότι κρατούν κάτω την οικονομία, πλην όλοι (;;) αναγνωρίζουν ότι η εξασφάλισή τους και για το 2020 είναι διαπραγματευτική προϋπόθεση για να χαλαρώσει ο καταναγκασμός του 3,5% του ΑΕΠ για το 2021-22. Αν η σημερινή Κυβέρνηση θυμηθεί τις ηρωικές ημέρες που ήταν διεκδικητική Αντιπολίτευση – ας πούμε το 2017-18 - , σίγουρα θα ανασύρει ότι επιχειρηματολογούσε πως και τα τότε επιδιωκόμενα πλεονάσματα και υπερπλεονάσματα, πέραν του ότι ήταν αποτέλεσμα υπερφορολόγησης κοκ, προέκυπταν εν πολλοίς από την καθυστέρηση πληρωμής ληξιπρόθεσμων του Δημοσίου προς ιδιώτες/arrears και κυρίως από την καθυστέρηση στην απονομή συντάξεων. Σήμερα, που είμαστε παραμονές τέλους του έτους, πόσο χαμηλότερα από 1% του ΑΕΠ θα καταγραφούν τα ληξιπρόθεσμα; Και πόσο κοντά τις 300.000 θα είναι οι εκκρεμείς συντάξεις, που μαζί με τον Γολγοθά των επανυπολογισμών και των άλλων συνταξιοδοτικών εκκρεμοτήτων έχουν ακουστεί από επίσημα χείλη ότι αγγίζουν το 1.000.000 υποθέσεων; Σε μια ψαλίδα 1-1,5% του ΑΕΠ κινούμαστε κι εδώ.
Φυσικά λίγο παραπέρα βρίσκεται η κυλιόμενη υπόθεση των αναδρομικών –παλιότερων «γενεών» και από νεότερες δικαστικές αποφάσεις, αλλά και από τις αιτήσεις την ηλεκτρονική πλατφόρμα του ΕΦΚΑ που ακριβώς δημιουργήθηκε για να μην πνιγούν ολότελα από προσφυγές τα Δικαστήρια: πάνω από 1,5 εκατομμύρια αιτήσεις έχουν καταγραφεί με το καλό – που ο καθένας «που ξέρει» εκτιμά σε διαφορετικό ύψος δισεκατομμυρίων. Να μείνουμε συντηρητικά σε 2-3% του ΑΕΠ; Βεβαίως υπάρχει εδώ η Μεγάλη Λευκή Ελπίδα (για τον Προϋπολογισμό ελπίδα, για τους άνω των 2.200.000 συνταξιούχους και τους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς προστάτες τους κατάρα!) της πιλοτικής δίκης στο ΣτΕ με την οποία θα υποδεχθούμε το 2020 και που θα κρίνει συνολικά. Ενώ υπάρχει και η πάγια πολιτική απόφαση – με επίνευση της Τρόικας – για σταδιακή αποπληρωμή, εις βάθος χρόνου, όσων τελικά (;) κριθούν.
Σταματούμε εδώ, αυτήν την καταγραφή που έχουμε την συναίσθηση ότι θυμίζει μπακάλικο τεφτέρι. Όμως όλη η συζήτηση για τα πρωτογενή πλεονάσματα καθώς πάντοτε γνωστά ήταν και τώρα γνωστά παραμένουν τα παραπάνω, ουδέποτε είχε σοβαρότερο περιεχόμενο. Κυρίως: ό,τι ίσχυε πέρσι και πρόπερσι και πίσω-πίσω στην δυσάρεστη αυτή 10ετία, αυτό ισχύει και τώρα με τα πλεονάσματα. Ανάλογος λογαριασμός – εδώ και αισθανόμαστε την υποχρέωση να είμαστε πιο σεβαστικοί, γιατί αφορά ανθρώπους με γνήσια οικονομική ανάγκη.... – ισχύει με το κοινωνικό μέρισμα (των 700 ευρώ σε κάπου 250.000 δικαιούχους) για φέτος/τέλος έτους. Η σύγκριση με την παροχή 100 – 1200 ευρώ σε ευρύτατο φάσμα δικαιούχων, κάπου 1.600.000 αποδέκτες την αντίστοιχη περίοδο του 2018 (και στις δυο περιπτώσεις, η αναφορά σε δικαιούχους, όχι σε τελικά ωφελούμενους/οικογένειες) δίνει κάτι ενδιαφέρον –σε επίπεδο προσδοκώμενης επίπτωσης στην κατανάλωση, και δι' αυτής στο ΑΕΠ.
Η χρονιά που τελειώνει, ενσωμάτωσε την «επίπτωση εκείνου που είτε το ονομάσει κανείς «13η σύνταξη», είτε «προεκλογικό επίδομα» δόθηκε και καταναλώθηκε (και μπήκε στον πολλαπλασιαστή) στα μέσα του 2019. Ήταν αυτό κάτι σαν 0,5% του ΑΕΠ. Το ίδιο 2019 που τώρα μας τελειώνει, είχε ενσωματώσει το carry-over από περυσινό – πολύ μεγαλύτερο του φετινού – κοινωνικό μέρισμα, που σήμερα είναι στο 0,15% του ΑΕΠ.
Η χρονιά που τελειώνει μόλις που (ελπίζουμε ότι) κατορθώνει να πιάσει αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9%. Πόσο λοιπόν, η προσδοκία για 2,8% ανάπτυξη το 2020 – ώστε να είμαστε εντός στόχων πλεονασμάτων, να μην πέσουμε στην παγίδα ανάγκης νέων μέτρων κοκ – είναι πειστική;
Η «απάντηση» από πλευράς Κυβέρνησης παραπέμπει στις φορολογικές ελαφρύνσεις. Θα αρκέσουν;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/12/2019. 

Τι σημαίνει «επιστροφή στο μέλλον»

Την συλλέξαμε την διατύπωση περί «επιστροφής στο μέλλον» από κυβερνητική αναφορά στην οικονομική πολιτική, μετά την κατάθεση του Προϋπολογισμού 2020 και την προώθηση ρυθμίσεων στα πλαίσια της ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης υπό το βλέμμα του Eurogroup.
Αν καλά το καταλάβαμε, πρόθεση υπήρξε να φανεί ότι λογική της Κυβέρνησης ήταν – αφού ολοκληρώνει στην ουσία μια διαχείριση εκκρεμοτήτων παρελθόντος, καθώς με την εξαίρεση π.χ. της μείωσης ΕΝΦΙΑ 2019 που προέταξε ευθύς με την ανάληψη της εξουσίας βασικά έμεινε σε εξαγγελίες τομών όπως π.χ. στο Ασφαλιστικό ή τα φορολογικά που ενσωματώνει τώρα ο Προϋπολογισμός, πλην διαχειριζόμενη μακροοικονομικά όποια ισορροπία παρέλαβε και προσθέτοντας την διεκδίκηση βελτίωσης «του κλίματος»/των προσδοκιών – να στρέψει την έμφαση, τώρα, στο αύριο. Και τούτο ενώ πολλά, και βασικά, μέτωπα της πολιτικής αντιπαράθεσης ουσιαστικά έχουν μείνει στην επίσκεψη και «εκκαθάριση» του παρελθόντος: Προσφυγικό/Μεταναστευτικό, θέματα ασφάλειας...
Συζητώντας όμως το θέμα, εισπράξαμε και μιαν άλλη ερμηνεία του «επιστροφή στο μέλλον» όσον αφορά ειδικά την διαχείριση της οικονομίας. Πρόκειται για μιαν αντίληψη που θέλει τα χρόνια τα οποία προηγήθηκαν – πάντως από το 2017 και μετά, τότε που ουσιαστικά εξασφαλίσθηκε η ισορροπία και δρομολογήθηκε η οικονομία προς έξοδο από τα Μνημόνια στα μέσα του 2018 – να υπήρξαν χρόνια πεισματικά προσδεδεμένα σε λογικές παρελθόντος: τόσο η διάσταση της εφεξής φορολογίας, όσο και εκείνη τους συνολικού υποστρώματος για επενδύσεις, εκεί δηλαδή όπου η Κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να οικοδομήσει το δικό της αφήγημα, θεωρείται ότι στρέφει ξανά προς το μέλλον. Όχι μόνον πολιτικά/προγραμματικά, όμως, αλλά και με την επιδίωξη θεμελίωσης μιας οικονομικής πολιτικής με αποτέλεσμα (η διαφορά politics με policy).
Λέει, δηλαδή, αυτή η προσέγγιση ότι με την έμφαση στην φορολόγηση για την επίτευξη υπερπλεονασμάτων – ώστε να επιτευχθεί η «ειρήνευση» με τους δανειστές, όπως όντως την είδαμε με το κλίμα του 2018-19, αλλά και να προχωρήσουν κινήσεις αναδιανομής, που κι αυτές τις είδαμε από την προηγούμενη Κυβέρνηση... - κρατήθηκε η οικονομία πίσω ως προς τις επιδόσεις της. «Στερήθηκε το μέλλον της» είναι η κωδική ονομασία. Αυτό/κάτι τέτοιο εξέφρασε, «ερμηνευτικά», και δη σε κομματικό περιβάλλον – στο Συνέδριο της Ν.Δ. – ο Κυριάκος Μητσοτάκης το περασμένο Σάββατο με το «μας κράτησαν πολύ πίσω, για να μην κινηθούμε γρήγορα προς τα εμπρός». Ενώ τώρα, με την επιδίωξη «μεταρρυθμιστικής απελευθέρωσης» (αυτή η κωδική ονομασία είναι εν μέρει εισαγόμενη ...) και με την υποχώρηση της φορολογικής πίεσης, το στοίχημα είναι ότι θα ανακτηθεί η στροφή προς το μέλλον. Άρα επενδύσεις, άρα ρυθμός ανάπτυξης, ο γνώριμος ενάρετος κύκλος – στην πράξη, όχι πλέον στον πολιτικό λόγο μόνο.
Διόλου περίεργο, λοιπόν, που ως βασικό θετικό στοιχείο του Προϋπολογισμού προβάλλεται ότι «δεν εισάγεται, για πρώτη φορά, κανένας νέος φόρος». Και αυτό ενώ υπάρχει με το νέο, νομοθετημένο φορολογικό πλαίσιο σειρά ελαφρύνσεων και στα φυσικά πρόσωπα – στον εισαγωγικό συντελεστή από 22% , σε 9% (κάτω των 10.000 ευρώ) συν 1% μείωση στα ανώτερα κλιμάκια – με κόστος 250 εκατ. ευρώ. αλλά και στην φορολόγηση των επιχειρήσεων (με την μείωση του φόρου των εταιρειών από 28%, στο 24% και μερισμάτων από 10% στο 5% , συν την μείωση στην προκαταβολή φόρου, με κόστος σχεδόν 500 εκατ. ευρώ). κι ακόμη περισσότερο στην φορολογική μεταχείριση του ακινήτου (εδώ «γράφει» το μέλλον του ΕΝΦΙΑ, η αναστολή ΦΠΑ στα νεόδμητα και του φόρου υπεραξίας αλλά και στο κίνητρο φορολογικής έκπτωσης 40% για επισκευές και ενεργειακή αναβάθμιση). Αν προσθέσει κανείς, εδώ, τις παρεμβάσεις στο Ασφαλιστικό σε επίπεδο μείωσης εισφορών – και με την διαρρύθμιση του τρίτου πυλώνα και, αντίστοιχα, της επικουρικής ασφάλισης – βλέπει όντως μια διαφορετική προσέγγιση.
Εδώ, όμως, η «επιστροφή στο μέλλον» κάνει ένα μικρό στοπ! ακριβώς για να μην ταράξει πολύ την ισορροπία – και να μην βρεθεί με προβλήματα στην μεταΜνημονισακή παρακολούθηση και εν τέλει στο Eurogroup... - ναι μεν οι ελαφρύνσεις των εταιρειών αφορούν φετινά εισοδήματα (άρα αισθητές το 2020), όμως εκείνες των ιδιωτών τα εισοδήματα 2020 (άρα αισθητές το 2021). Συν, η ήδη ταλαιπωρημένη υπόθεση της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης με τις ψηφιακές πληρωμές για να αναγνωρίζεται η μείωση φόρου, όπου πολλά μπρος-πίσω. Συν, η ένταξη νέων περιοχών – εκατοντάδων – στον αντικειμενικό προσδιορισμό αξιών ακινήτων για ΕΝΦΙΑ. ίσως και με... ΕΝΦΙΑ στον μη εξαντλημένο οικοδομικό συντελεστή, πράγμα που θα σημάνει ηλεκτροσόκ σε μονοκατοικίες και μεσοαστικά διώροφα, αν – ΑΝ – προχωρήσει όντως.
Δεν διαταράσσει κανείς εύκολα μιαν ισορροπία για να φανεί διαφορετικός.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 7/12/2019. 

Επιφυλακτικότητες και προσδοκίες

Μια ιδιότυπη – για τα Ελληνικά μας δημόσια πράγματα, τουλάχιστον – επιφυλακτικότητα, που θα την ονομάσουμε σωφροσύνη, χαρακτηρίζει την σημερινή ηγεσία του ΥΠΟΙΚ και πάντως τον Χρήστο Σταϊκούρα ως υπουργό, στην τελική ευθεία πριν την οριστικοποίηση του Προϋπολογισμού 2020, αλλά και προς το Eurogroup της 4ης Δεκεμβρίου.
Έτσι όπως μάθαμε τα τελευταία χρόνια να ινδαλματοποιούμε την επίτευξη των στόχων πρωτογενούς πλεονάσματος, και μάλιστα τα υπερπλεονάσματα (που οδηγούσαν στην παροχή κοινωνικών επιδομάτων «τέλους του έτους», όπως εκείνα που και φέτος τροφοδότησαν την δημόσια συζήτηση) τα οποία το 2017 είχαν προκύψει υπερδιπλάσια κι από τα συμφωνημένα με τους «εταίρους» (θυμηθείτε: για το 2017 είχε τεθεί στόχος 1,75% του ΑΕΠ σε πρωτογενές πλεόνασμα, ως προεισαγωγικό βήμα στο 3,5% του 2018-22, ενώ τελικά ξεπεράστηκε και το 4%!...), έτσι και στην φετεινή μηντιακή συζήτηση πολύς χώρος διατέθηκε στο αν φέτος θα πιάσουμε το 3,7% ή «μόνο» 3,6% - κι αν διαθέσιμα για κοινωνικό μέρισμα θα είναι 435 εκατομμύρια ευρώ ή 415. συν πώς/πού θα κατανεμηθούν.
Εκείνο που καταγράψαμε ως επιφυλακτικότητα του Χρ. Σταϊκούρα – και που χαρακτηρίσαμε σωφροσύνη – έγκειται στο ότι όσο κι αν ερωτάται και πιέζεται μηντιακά για δεσμεύσεις στο «πού θα πάνε τα λεφτά», αλλά και για τροφοδότηση της συζήτησης γύρω από την τακτική στο Eurogroup «για την δυναμική διεκδίκηση μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων», παραμένει για την ώρα στην στάση: πρώτα να διαβάζουμε τα νούμερα που όντως επιτυγχάνονται, κι ύστερα να μιλάμε για κατανομές κονδυλίων και για κινήσεις τακτικής.
Στο εσωτερικό, αυτό αφήνει χώρο στον Κυριάκο Μητσοτάκη να μιλάει ο ίδιος για προθέσεις τέλους του έτους (και για αναζήτηση του πώς η κοινωνική συνείδηση ΝΔ θα διαφοροποιηθεί απ' εκείνην ΣΥΡΙΖΑ στην ίδια επιδοματική κατεύθυνση...). στο εξωτερικό/στο Eurogroup επιτρέπει να χτιστεί μέχρι την τελευταία στιγμή εικόνα επιχειρηματολόγησης με βάση στοιχεία (πού θα διαμορφωθεί το κόστος χρήματος για την Ελλάδα, για το οποίο ήδη ο Πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο σημείωσε – απαντώντας στον Γιώργο Κύρτσο, στο Ευρωκοινοβούλιο – ότι κινείται πλέον χαμηλότερα από τον επιτυγχανόμενο ρυθμό ανάπτυξης/το «ενάρετο crossover») και επιτεύξεις στόχων. Όχι απλώς προσδοκίες.
Υπ' αυτήν την έννοια, ο Χρ. Σταϊκούρας αρχίζει να λειτουργεί σαν συνεχιστής κατ' ουσίαν του Ευκλείδη Τσακαλώτου, χωρίς την ροπή προς το βρετανικό χιούμορ ειν' αλήθεια. δηλαδή επιχειρεί να συγκρατεί την συζήτηση στο εσωτερικό, μαζεύοντας έρμα για την πορεία του καραβιού στην Ευρωθάλασσα. Όπου όχι μόνον οι συζητήσεις για το πρωτογενές πλεόνασμα υπόσχονται/απειλούν να κινούνται με τους ληθαργικούς ρυθμούς που γνωρίσαμε και στο παρελθόν, αλλά και η μεταβατική «ελευθέρωση» της χρήσης των κονδυλίων από επιστροφές ANFAs/SMPs ώστε να φέρουν έμμεση δημοσιονομική χαλάρωση μέσω ΠΔΕ δεν είναι όσο εύκολη αφέθηκε να πιστεύεται.
Όμως αν μείνουμε λίγο περισσότερο στον Προϋπολογισμό 2020 που, αυτός, δεν χαρακτηρίζεται από περισσή επιφυλακτικότητα! Για μας, το λιγότερο πειστικό στοιχείο του είναι η παραδοχή ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα τρέξει το 2020 με ανοδικό ρυθμό 1,8% - έναντι αντίστοιχης αύξησης της δημόσιας με 0,6% . Τι στηρίζει αυτήν την πρόβλεψη (διότι δικαίως η ιδιωτική κατανάλωση δεν παύει να θεωρείται βασικός πυλώνας της κατά την Ελληνική εκδοχή ανάπτυξης/μεγέθυνσης...), όταν το 2019 δεν πιάνουμε παρά 0,6% αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, και τούτο παρά την χορήγηση της «13ης σύνταξης» την άνοιξη, παρά και την πιο πρόσφατη μείωση του ΕΝΦΙΑ; Άλλωστε η υστέρηση του ρυθμού της ιδιωτικής κατανάλωσης , σε επίπεδο σχεδόν στο μισό της αύξησης της αμέσως προηγούμενης χρονιάς (1,1% η αύξηση του 2018...) είναι που προσγείωσε συνολικά τον φετινό ρυθμό ανάπτυξης.
Η αισιοδοξία για τον ρυθμό αύξησης των επενδύσεων (από 8,8% φέτος σε 13,4% ελπιζόμενο για το 2020) είναι μια παραδοσιακή αισιοδοξία Προϋπολογισμού. Αρχίζει να προβληματίζεται λίγο κανείς, άμα θυμηθεί ότι η αμέσως προηγούμενη χρονιά – το 2018 – είχε πάει πίσω, σε αρνητικό πρόσημο -12,2%, οπότε η φετινή άνοδος ξεκινούσε από σχετικά χαμηλή βάση. (Βέβαια γενικώς αυτή η καταγραφή είναι περιορισμένης χρησιμότητας όταν προσβλέπει κανείς σε ανάπτυξη, καθώς συμπεριλαμβάνει «μέσα μεταφοράς»=πλοία, που μπαίνουν διαφορετικά στην εξίσωση...). Πάντως η πρόβλεψη για εξέλιξη των εξαγωγών είναι μετριοπαθής – στα επίπεδα της φετινής χρονιάς (5,1% έναντι 4,9%) . Συνεπώς προσπαθεί να προεξοφλήσει το ενδεχόμενο σοκ από την διεθνή εμπορική αναταραχή, με Brexit και ΗΠΑ-Κίνα, αλλά και από την αποεπιτάχυνση Γερμανίας-Ιταλίας (κι ας γλύτωσε η πρώτη την τεχνική ύφεση).
Αυτές οι επιφυλάξεις, και λιγότερο η συζήτηση για το αν θα πιάσουμε συνολικά ανάπτυξη/μεγέθυνση 2,8% (Προϋπολογισμός) ή 2,4-2,5% (ΤτΕ) ή 2,3% (ΔΝΤ,ΕΕ) θα μας συνοδεύουν.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 29/11/2019. 

Subcategories

  • Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας


    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο.


     

    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο. Όμως, έτσι, όπως επενδύθηκαν - με πολύ σώου, με πληθωρικές δηλώσεις, με πενιχρό πολιτικό περιεχόμενο πλην της διάθεσης κόντρας και τα κάποια στοιχεία αναδίπλωσης - οι ημέρες μετά το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών περιπλανήσεων Τσίπρα και (κυρίως!) Βαρουφάκη, αληθινά θυμίζουν το Se hace camino al andar/ Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας.
    Έτσι, με αναζήτηση ενός κάποιου περιεχομένου για την πληθωρική φόρμα, φθάσαμε στις Προγραμματικές Δηλώσεις, που κινδυνεύουν να είναι το πιο αστραπιαία μεταφραζόμενο κείμενο στην διεθνή σκηνή! Με το καημένο το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" να επιχειρείται να αποκτήσει αποτύπωση που και τους "έξω" να μην συνταράξει περισσότερο, κι εμάς τους "μέσα" να κρατήσει σε ενθουσιασμό.
    Ενώ όμως φαίνεται ότι τελικά θα καταλήξουμε και με Φόρο Επιδεικτικής Κατανάλωσης (αντί του πεζού Φόρου Πολυτελείας: ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δάκρυζε, βλέποντας υλοποίηση Thorstein Verblen) και με Ταμείο Εθνικού Πλούτου (αντί για ΤΑΙΠΕΔ: σοφή η ιδέα να συνδυαστεί η εκποίηση/αξιοποίηση με την υπόσχεση για διάσωση του Ασφαλιστικού), συν μια καμπάνια κατά των ολιγαρχών και της ("μεγάλης") φοροδιαφυγής, τα διαβολεμένα τα νούμερα δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στο EuroWorkingGroup η εξήγηση ήταν... οι Προγραμματικές που δεν είχαν αναγνωσθεί! Στο δίδυμο Eurogroup της 11ης/16ης Φεβρουαρίου, το ζήτημα κινδυνεύει να είναι σαφώς πιο δυσάρεστο (η Κορυφή της 12ης είναι ούτως ή άλλως "πολιτική"). Στην σταθερή πίεση των "εταίρων" για νούμερα, για ποσοτικοποίηση των πολιτικών όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και πειστική, η Ελληνική στάση είναι Βαρουφακική: "Give us time and give us space". Που στην πραγματικότητα έχει την ακόλουθη απόδοση: "Δώστε μας χρόνο να σκεφθούμε τι θέλουμε/Δώστε μας περιθώρια μέχρις ότου εσείς (οι "εταίροι") σκεφθείτε τι θα μπορούσατε να δώσετε/πού και πώς θα μπορούσατε να χαλαρώσετε ένα κακοσχεδιασμένο και εκ του αποτελέσματος αποτυχημένο Πρόγραμμα, στο οποίο εμείς ζούμε και πνιγόμαστε (και το βλέπετε) εδώ και 5 χρόνια".
    Στην πιεστική απαίτηση των "εταίρων" για νούμερα, για στοιχεία , η Ελληνική πλευρά αντιπαρατάσσει ενδιαφέρουσες διαβεβαιώσεις, όπως για δημοσιονομική ισορροπία, ή πάλι για (ήπιο) πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρόβλημα πού είναι; Έρχεται η δική μας διαβεβαίωση, π.χ. του τύπου: "Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα διαρρυθμιστεί χρονικά, αλλά δεν έχει και δημοσιονομική επίπτωση, άσε που θα σημάνει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, άρα... μείωση των απαιτήσεων του Ασφαλιστικού από τον Προϋπολογισμό". Η άλλη πλευρά σπεύδει να παρατηρήσει: "Ωραία, όμως έχετε υπολογίσει πόσο η αύξηση κατωτάτων θα σημάνει σε αύξηση π.χ. του επιδόματος ανεργίας; Και πόσο στα επιδόματα μητρότητας; Πόσο και πώς θα "περάσει" στον υπολογισμό των συντάξεων; Α, ναι, και με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, πώς την βλέπετε την εισπραξιμότητα;"
    Αυτού του είδους την προσέγγιση, πάτε την τώρα και απλώστε την σ' όλο το φάσμα των Προγραμματικών όπως θα μεταφράζονται σε Πρόγραμμα - όχι πλέον "Θεσσαλονίκης", αλλά "ηπίως ψαλιδισμένο" ώστε να φαντάζει συμβατό με μια συζήτηση Eurogroup...
    Ή δείτε πάλι, την προσέγγιση να ζητηθεί η συμβολική αντικατάσταση της Τρόικας - η οποία και μισήθηκε, αλλά και απέτυχε ως "ελεγκτής" - με κάτι "άλλο". Σαν στοιχείο αυτού του "άλλου" κάποια στιγμή συζητήθηκε (όχι δε μόνον στην Αθήνα) και ο ΟΟΣΑ. Τον οποίο, βέβαια, γνώρισε πρόσφατα η ελληνική κοινή γνώμη ως εμπνευστή του διαβόητου toolkit/της εργαλειοθήκης: έκανε περισσότερο κακό η συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, έτσι όπως έγινε, παρά ο,τιδήποτε άλλο στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
    Ο ΟΟΣΑ, οργανισμός με εγγενώς διακρατική υφή, ενώ έχει και γνώση και λόγο - και δεν διστάζει να εκφραστεί με σαφήνεια και ένταση - δεν έχει συσχετισθεί με την γεύση επιβολής του ΔΝΤ και των Βρυξελλών. Εχει δε πρόσφατα "γνωρίσει" (με αφορμή το toolkit) την Ελληνική πραγματικότητα απο κοντά, έχει παίξει ρόλο υποβοήθησης των συνεννοήσεων ο Γενικός Διευθυντής του Ανχελ Γκουρία, που θάναι (στις 11 Φεβρουαρίου, κι αυτός!) στην Αθήνα.
    Όμως , με εμάς να αναζητούμε τον όποιο δρόμο περπατώντας, χρειάζεται παρόμοιες τομές να τις προωθήσει η "άλλη πλευρά". Καθώς και να παρατείνει (με δική της πρωτοβουλία;) τον χρόνο που τελειώνει.
    This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

     

    Το κείμενο του Α.Δ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ  δημοσιεύτηκε στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 9.2.2015

    Article Count:
    0

Page 1 of 33