Τρίτη, 11 Δεκέμβριος 2018

Έξι συγκεκριμένα πεδία για βελτιώσεις στην υγεία

Τα τελευταία χρόνια, ταυτόχρονα με τις γνωστές παθογένειες του Συστήματος Υγείας, ζούμε κάποιες προσπάθειες βελτίωσης. Νομίζω όμως ότι είναι αποσπασματικές και όχι ενταγμένες σε συνολικό σχεδιασμό. Έχω τη γνώμη ότι οι αναγκαίες αλλαγές αφορούν έξι πεδία:

Πρώτο, άρση του πελατειακού – κομματικού χαρακτήρα του συστήματος. Είναι απόλυτη ανάγκη να επιβληθεί «πολιτική αχρωματοψία». Οι διοικητές των νοσοκομείων και των μεγάλων οργανισμών να επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια. Τα εποπτικά όργανα του υπουργείου Υγείας να γίνουν ανεξάρτητα από την κυβέρνηση και τα κόμματα. Το ίδιο ισχύει για τις προσλήψεις γιατρών στο ΕΣΥ.

Δεύτερο, άμεση συγχώνευση των νοσοκομειακών μονάδων με κριτήρια βελτίωσης του κλινικού έργου - όχι δημοσιονομικά. Είναι παράλογο να έχουμε χιλιάδες κλινικές σε σχεδόν 120 νοσοκομεία. Εξίσου παράλογο είναι να υπάρχουν 3 και 4 μικρά νοσοκομεία σ΄ ένα νομό, αλλά το 80% των περιστατικών να φεύγει και να πηγαίνει σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία άλλων περιοχών. Η συγχώνευση των νοσοκομειακών μονάδων είναι απαραίτητη όχι τόσο για δημοσιονομικούς, όσο για ιατρικούς λόγους. Θα εξασφαλίσει καλύτερη παροχή θεραπευτικού έργου, αποτελεσματικότερη εκπαίδευση γιατρών – νοσηλευτών και πολύ πιο ορθολογικές εφημερίες. Ας καθοριστεί επιτέλους ποια είναι η «ασφαλής εφημερία» (δηλαδή ποιες ειδικότητες είναι ανάγκη να εφημερεύουν) και ας πάψει η πολυδιάσπαση των Μονάδων Υγείας και των εφημεριών. Τα Κέντρα Υγείας και τα νοσοκομεία θα πρέπει να στηρίζονται στην ποιότητα, ενώ τώρα το σύστημα λειτουργεί σαν τροχονόμος της ποσότητας και της πολλαπλής διασποράς. Γενικότερα, θα έλεγα ότι πρέπει, το γρηγορότερο, να σχεδιαστεί ο «νοσοκομειακός χάρτης της χώρας» για τα ερχόμενα 20 χρόνια.

Τρίτο, συνολικότερη αλλαγή στο φάρμακο. Δεν αρκεί η παρέμβαση στις τιμές, αν δεν ελέγχεται η κατανάλωση. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση είναι σημαντική πρόοδος, όμως απουσιάζει ένα Κέντρο Ελέγχου, που θα δίνει οδηγίες στους γιατρούς και θα ομαδοποιεί τις συνταγές ανά φάρμακο, ασθένεια και γιατρό. Όσο αυτό δε γίνεται, τόσο συχνότερα ο εκάστοτε υπουργός Υγείας θα περιορίζεται να «τσιμπάει» κάθε εξάμηνο ένα γιατρό που εκτελεί υπερσυνταγογράφηση, και θα τον δίνει βορά στα πρωτοσέλιδα. Εξάλλου, η τιμολόγηση του φαρμάκου είναι σήμερα ασαφής στην πιστοποίησή της. Για τον καθορισμό της τιμής ενός φαρμάκου, θα μπορούσαν να ισχύσουν ως κριτήρια οι τιμές σε δύο βόρειες και δύο νότιες χώρες της ΕΕ, συν στάθμιση οικονομικών δεικτών στη Ελλάδα. Πρέπει επίσης να σχεδιαστεί προσεκτικά η βιομηχανική και ερευνητική πολιτική στον τομέα του φαρμάκου. Διαθέτουμε ακόμη και τώρα σημαντικά ποσά στο φάρμακο χωρίς να έχουμε σημαντική παραγωγή και έρευνα στη χώρα.

Τέταρτο, Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Εδώ, από τη πλήρη πολυδιάσπαση περάσαμε στον απόλυτο συγκεντρωτισμό: με τη μεταφορά του συνόλου των γιατρών του ΙΚΑ στο νέο οργανισμό (στις αρχές του 2011), ο ΕΟΠΥΥ έγινε ταυτόχρονα και χρηματοδότης και πάροχος υπηρεσιών. H Πρωτοβάθμια Υγεία καλείται ν΄ αντιμετωπίσει ένα πολύ σημαντικό νέο δεδομένο: ότι σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότεροι πολλοί ηλικιωμένοι ασθενείς, με πολλαπλά νοσήματα, σε σύγκριση με 30 χρόνια πριν. Επειδή λοιπόν πάρα πολλοί ασθενείς είναι δύσκολο να μετακινούνται, απαιτούνται πολλές μικρές ιατρικές «επιχειρήσεις» πολλαπλών ειδικοτήτων. Έτσι ο κάθε ηλικιωμένος ασθενής θα βρίσκει συγκεντρωμένες τις ειδικότητες που χρειάζεται, δε θα μετακινείται αενάως από τον Άννα στον Καϊάφα.

Πέμπτο, ανθρώπινο δυναμικό. Είναι ανάγκη ν΄ ανακοπεί ο υπερπληθωρισμός στις Σχολές Υγείας με μείωση των εισακτέων. Οι γιατροί του ΕΣΥ θα μπορούν ν΄ ασκούν ιδιωτική ιατρική μόνο εφόσον δίνουν εγγυημένα προτεραιότητα στο ΕΣΥ. Πχ. ένας χειρουργός θα χειρουργήσει ιδιωτικά έναν ασθενή του, μόνο αν έχει πρώτα χειρουργήσει ορισμένο αριθμό ασθενών στο ΕΣΥ.

Έκτο, σχέση δημόσιου – ιδιωτικού τομέα. Σήμερα δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός, ούτε συντονισμός δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο ενιαίου στρατηγικού – ρυθμιστικού πλαισίου για την Υγεία. Όλα ανεξαιρέτως τα νοσοκομεία, δημόσια και ιδιωτικά, πρέπει ν΄ αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια. Έχοντας τις ίδιες τιμές και παρέχοντας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες. Tο Δημόσιο παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, ως ρυθμιστής. Καθορίζει κανόνες επαρκούς λειτουργίας, μετράει την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, καθορίζει ενιαίο τιμολογιακό πλαίσιο και συνδέει την αμοιβή με την ποιότητα. Τέλος, στην περίπτωση οποιασδήποτε σύμβασης μεταξύ των δύο τομέων πρέπει να επικρατεί η διαφάνεια.

Τα παραπάνω αφορούν το οργανωτικό – κλινικό κομμάτι. Προφανώς μπορούν να υπάρξουν κι άλλες προτάσεις, που να είναι καλύτερες, στα ίδια ή και σε άλλα πεδία. Προϋποθέσεις για ουσιαστικές αλλαγές: ανάλυση των αναγκών του ελληνικού λαού και, συνεργασία με όσους εργαζόμενους πονάνε το σύστημα και είναι άμεμπτοι. Το βέβαιο είναι ότι θέλουμε σχέδιο αναδιάρθρωσης του ΕΣΥ, όχι μόνο δημοσιονομικό, αλλά διαρθρωτικό. Διαφορετικά, τα ίδια αίτια της δυσλειτουργίας του ΕΣΥ θα επισωρεύσουν, μελλοντικά, τα ίδια αποτελέσματα.

Δημόσιο ή ιδιωτικό σύστημα υγείας;

Το ερώτημα είναι ερεθιστικό, και το συζητάμε συχνά στις παρέες –μάλιστα πολλές φορές φορτισμένο και ιδεολογικά-, δεν είμαι όμως βέβαιος ότι νοηματοδοτούμε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο τις λέξεις.

Ας αρχίσω από δυο επιμέρους ερωτήματα. Πρώτο, ποιος πληρώνει για το Σύστημα Υγείας. Και δεύτερο, ποιος και πώς παρέχει τις υπηρεσίες του.

Αξιόπιστες έρευνες δείχνουν ότι το 1% των ασθενών αντιστοιχεί στο 30% του κόστους (από το οποίο το 10% αντιστοιχεί με τη σειρά του, στο 70% του κόστους), ενώ για το υπόλοιπο 90% ξοδεύεται μόνο το 30%. Κι αυτό γιατί οι «ακριβοί» ασθενείς είναι συνήθως μεγάλης ηλικίας και με πολλαπλά νοσήματα (διαβήτης, καρδιοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια κλπ), ενώ το κόστος τους προσαυξάνεται από την έλλειψη συντονισμού, που τους στέλνει συνεχώς από τον Άννα στον Καϊάφα.

Ως προς τη χρηματοδότηση, ένα σύστημα που θα απέκλειε το «ακριβό» 10% θα ήταν, φαινομενικά, «αποτελεσματικό». Αλλά τι θα γινόταν αυτό το 10%; Το ιδιωτικό σύστημα θα τους άφηνε στην τύχη τους, αυτό όμως θα ήταν αδιανόητο στο δημόσιο.

Τα συστήματα ιδιωτικής ασφάλισης συνδέουν το ύψος των εισφορών με την πιθανότητα της αρρώστιας. Οι ιδιωτικές εταιρίες ή δεν ασφαλίζουν καθόλου τους «επικίνδυνους» πελάτες (π.χ. διαβητικούς), ή τους ζητούν πολύ ψηλό ασφάλιστρα. Για το λόγο αυτό στη Γερμανία, για παράδειγμα, ένας στους πέντε ασφαλισμένους έχει τη δυνατότητα να μεταπηδήσει σε ιδιωτική ασφάλιση, παίρνοντας μαζί και τις εισφορές του, αλλά μόνο το 40% απ΄ αυτούς το κάνουν.

Η χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος εκτελείται είτε μέσω του προϋπολογισμού, είτε μέσω ασφαλιστικών ταμείων. Έτσι, το επίπεδο υγείας και το είδος των νοσημάτων αποσυνδέονται από την πληρωμή, η οποία αντιστοιχεί στο εισόδημα και μόνο. Τα συστήματα αυτά αναδιανέμουν χρηματοδοτικές εισφορές και φόρους: από υγιείς σε ασθενείς, από νέους σε ηλικιωμένους, από πλουσιότερους σε φτωχότερους. Και βεβαίως, δεν αποκλείουν «επικίνδυνους» ασθενείς. Από κοινωνική άποψη, υπερέχουν ως προς τα ιδιωτικά.

Άλλη παράμετρος είναι η αντιστοίχιση επαγγέλματος –ταμείου, που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές ανισότητες λόγω διαφορετικών πακέτων παροχών. Γι΄αυτό το λόγο, οι χώρες της Δ. Ευρώπης κατάργησαν τα ταμεία αυτά και δημιούργησαν δημόσια ταμεία ανταγωνιστικά μεταξύ τους, ώστε ο κάθε ασφαλιζόμενος να επιλέγει το επιθυμητό ταμείο ανεξάρτητα από το επάγγελμά του. Η επιλογή εξασφαλίζει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Στην Ελλάδα η χρηματοδότηση είναι μικτή: τo 60% των πόρων προέρχονται από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές και το 40% από άμεσες πληρωμές των ασθενών, ιδίως για πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας ή οδοντιατρική φροντίδα και δευτερευόντως για φάρμακα ή νοσοκομειακή περίθαλψη.

Εδώ όμως, ανταγωνισμός μεταξύ των ταμείων δεν υφίσταται. Από τα πάμπολλα επαγγελματικά ταμεία περάσαμε στον ΕΟΠΥΥ, που τον συναποτελούν ταμεία-συλλέκτες προκαθορισμένων και ανελαστικών εισφορών. Τα ταμεία και οι εισφορές θα μπορούσαν να καταργηθούν πλήρως, εφόσον, πρώτο, τα δισ. ευρώ των ασφαλιστικών εισφορών εξασφαλίζονταν από άλλους πόρους και, δεύτερο, υπήρχε δικαιότερη φορολόγηση. Αλλά η ουσιαστική αλλαγή του φορολογικού έχει παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Τώρα, όσον αφορά την παροχή, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, όταν υπάρχει ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο, τότε η συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τους ασθενείς. Ο στόχος είναι η εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν αυτές είναι δημόσιες ή ιδιωτικά παρεχόμενες.

Για να γίνει όμως αυτό, το Δημόσιο εκεί παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, ως ρυθμιστής. Καθορίζει κανόνες επαρκούς λειτουργίας, μετράει την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, καθορίζει ενιαίο τιμολογιακό πλαίσιο και συνδέει την αμοιβή με την ποιότητα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δυο γιατροί της ίδιας ειδικότητας που δουλεύουν στο Δημόσιο δεν παίρνουν την ίδια αμοιβή, αν έχουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα.

Παράλληλα εξασφαλίζεται ότι ο ιδιωτικός τομέας δε μεταφέρει «δύσκολες» περιπτώσεις ασθενών στο δημόσιο, ούτε προκαλεί μεγάλη τεχνητή ζήτηση και ότι συνολικά το σύστημα δεν παρέχει υπηρεσίες που δεν είναι αποτελεσματικές.

Αυτή η έννοια όμως του δημόσιου τομέα δεν ισχύει στην Ελλάδα. Στην παροχή των υπηρεσιών, τα δύο συστήματα, δημόσιο και ιδιωτικό, λειτουργούν παράλληλα, δεν είναι συνδεμένα. Δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός, ούτε συντονισμός δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο ενιαίου στρατηγικού – ρυθμιστικού πλαισίου για την Υγεία. Είμαστε πρώτοι στην Ευρώπη στη αναλογία φαρμακείων – πληθυσμού, πάντα στις πρώτες θέσεις σε γιατρούς, οδοντίατρους, μαγνητικές - αξονικές τομογραφίες, ενώ ταυτόχρονα είμαστε πρώτοι σε καισαρικές τομές, κατανάλωση αντιβιοτικών, υπέρβαρα παιδιά, δεύτεροι σε κάπνισμα - τροχαία, πολύ ψηλά σε κατανάλωση ποτών – ναρκωτικών και, παρά την πολύ ψηλή φαρμακευτική δαπάνη, πολύ χαμηλά στην παραγωγή φαρμάκων.

Για να απαντήσω στο ερώτημα του τίτλου, είναι σαφές ότι το δημόσιο σύστημα χρηματοδότησης υπερτερεί των ιδιωτικών συστημάτων, ενώ στην παροχή ένα μικτό σύστημα είναι καλύτερο, εφόσον εξασφαλιστεί υγιής ανταγωνισμός προς όφελος των ασθενών. Στη χώρα μας δεν υπάρχει τίποτα απ΄ αυτά.

Το ζητούμενο είναι ένα αληθινά δημόσιο Σύστημα Υγείας με εισαγωγή των στοιχείων της διαφάνειας και του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να γίνει καλύτερο γι΄ αυτόν που υποτίθεται ότι πρέπει πάντα να υπηρετεί: τον ασθενή.

Pamela Rendi-Wagner: Νέα Πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Αυστρίας

O πρώην ομοσπονδιακός καγκελάριος της Αυστρίας Κρίστιαν Κερν ανακοίνωσε σήμερα πως θα είναι επικεφαλής των υποψηφίων του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στις επόμενες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 26 Μαΐου 2019 και υπέβαλε την παραίτησή του από την κομματική ηγεσία. Την επόμενη εβδομάδα, η Pamela Rendi-Wagner, πρώην Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Ασφάλισης της Αυστρίας θα εκλεγεί Πρόεδρος του κόμματος, και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με ομόφωνη εισήγηση της εκτελεστικής γραμματείας. H Pamela είναι γιατρός, με ειδίκευση στην δημόσια υγεία, και έγινε μέλος του κόμματος πριν από ενάμιση χρόνο.


*Αναρτήθηκε στα social media (facebook) στις 22/9/2018.

Ο ΕΝΦΙΑ και το Πέραμα

Ο κ. Μητσοτάκης έκανε αρκετές σημαντικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ. Αυτή που συζητήθηκε περισσότερο ήταν η πρόταση για μεταφορά είσπραξης του ΕΝΦΙΑ από τους δήμους γιατί έτσι ενισχύεται η τοπική αυτοδιοίκηση. Αμφισβητήθηκε η πρόταση αυτή γιατί ίσως προσκρούει σε Συνταγματικά κωλύματα. Στην Ελλάδα οι ενστάσεις συνήθως εστιάζονται στη διαδικασία και όχι στην ουσία των προτάσεων. Ας δούμε όμως την ουσία με παράδειγμα δυο δήμους. Το δήμο Βάρης/Βούλας/Βουλιαγμένης και το δήμο Περάματος. Η εισπρακτική δυνατότητα του πρώτου δήμου είναι πολλαπλάσια της εισπρακτικής δυνατότητας του δεύτερου. Η πλήρης μεταφορά της είσπραξης του ΕΝΦΙΑ στους δήμους θα ενισχύσει τις σημαντικές σημερινές ανισότητες. Επομένως η μερική είσπραξη του 50% του ΕΝΦΙΑ από τους δήμους με παράλληλο κεντρικό σύστημα αναδιανομής του υπόλοιπου 50% από το κεντρικό κράτος στους φτωχότερους δήμους θα ήταν μάλλον μια καλύτερη πρόταση.


*Αναρτήθηκε στα social media (facebook) στις 18/9/2018.

Ηλίας Μόσιαλος: Η Novartis κόστισε κατ’ ελάχιστον 17,5 δις ευρώ στο ελληνικό κράτος και όχι μόνο 900 εκ. όπως ισχυρίζεται άρθρο της «Καθημερινής»

Πρόσφατο δημοσίευμα της "Καθημερινής" με τίτλο "Αποκλειστικό – Έρευνα: όλη η αλήθεια για τη φαρμακευτική δαπάνη" αναφέρεται σε εκτιμήσεις τεσσάρων ανώνυμων "ειδικών" (τοποθετώ τα εισαγωγικά λόγω της ανωνυμίας τους) σχετικά με την υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης κατά την περίοδο 2000-2010. Σύμφωνα με τους "ειδικούς", η υπέρβαση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης κατά την προαναφερθείσα περίοδο ανήλθε συνολικά σε λιγότερο από 900 εκατομμύρια. Με βάση αυτή την εκτίμηση, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το λεγόμενο "πάρτυ" στο χώρο του φαρμάκου δεν υπήρξε ποτέ, ή υπήρξε αλλά ήταν τόσο μικρό που είναι ανάξιο λόγου ή περιττό να το σχολιάζουμε.
Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει κυβερνητικές πηγές –ανώνυμες και αυτές- οι οποίες επικαλούνται παλαιότερη εκτίμηση μου (το 2010), με βάση την οποία η υπέρβαση υπολογίζεται σε περίπου 17,5 δις ευρώ κατά την περίοδο 2000-2010. Το παράδοξο –βεβαίως- είναι ότι καθόλη τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, ουδέποτε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή της κυβέρνησης έχουν αναφερθεί σε αυτές τις εκτιμήσεις, παρόλο τον έντονο διάλογο σχετικά με τη δαπάνη και τις πολιτικές στο χώρο του φαρμάκου. Είναι όμως η υπέρβαση στην φαρμακευτική δαπάνη μόλις 900 εκατομμύρια την περίοδο 2000-2010, όπως αναφέρουν οι ανώνυμοι "ειδικοί"; Και πώς πραγματικά προέκυψαν αυτές οι εκτιμήσεις;
Η εκτίμηση εν πολλοίς βασίζεται σε παλαιότερη δήλωσή μου (2015), στην οποία ανέφερα ότι τα 2 δις ευρώ είναι μια αποδεκτή ετήσια δημόσια δαπάνη σε αυτή τη συγκυρία, και ότι πλέον δε χρειάζονται δραστικές περικοπές στο χώρο του φαρμάκου. Με βάση αυτή τη δήλωση, οι "ειδικοί" πολλαπλασιάσαν τα 2 δις με τα 11 χρόνια της περιόδου 2000-2010, και κατέληξαν ότι ένα αποδεκτό επίπεδο δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης θα έπρεπε να προσεγγίζει συνολικά τα 22 δις ευρώ για την περίοδο 2000-2010, έναντι περίπου 33,6 δις ευρώ (το άθροισμα των δημόσιων εξωνοσοκομειακών δαπανών για φάρμακα για την εν λόγω περίοδο). Ωστόσο, ουδέποτε ανέφερα ότι τα 2 δις είναι μια αποδεκτή και ικανοποιητική φαρμακευτική δαπάνη διαχρονικά. Κατά αυτή την έννοια, η μηχανιστική μεταφορά του "2 δις ευρώ για κάθε έτος" είναι ακατανόητη και παντελώς λανθασμένη. Παραδείγματος χάριν, στους υπολογισμούς που αναφέρονται στην "K" γίνεται η υπόθεση ότι η φαρμακευτική δαπάνη το 2000 θα έπρεπε να είναι 2 δις ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα η δαπάνη για εκείνη την χρονιά ήταν 1,278 δις ευρώ! Αντίστοιχες υποθέσεις γίνονται και για τα έτη 2001 και 2002, κατά τα οποία η φαρμακευτική δαπάνη ήταν 1,502 και 1,739 δις ευρώ αντίστοιχα. Συνεπώς, η εκτίμηση των "ειδικών" βασίζεται στην αναδρομική εφαρμογή ενός ποσού (2 δις ευρώ) ως "αποδεκτής δαπάνης", σε έτη κατά τα οποία η πραγματική δαπάνη ήταν στην πραγματικότητα χαμηλότερη.
Πέραν αυτού, η συγκεκριμένη εκτίμηση –η οποία απέχει σημαντικά από αυτές που έκανα το 2010- πάσχει και είναι ευάλωτη στην κριτική και για άλλους λόγους. Παραδείγματος χάριν, αφαιρεί από τη συνολική υπέρβαση το "κούρεμα" των ομολόγων που πραγματοποιήθηκαν εκ των υστέρων στα πλαίσια της γενικότερης διευθέτησης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Η προσέγγιση αυτή είναι λανθασμένη διότι αντιβαίνει τις βασικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις μέτρησης των λογαριασμών υγείας διεθνώς, οι οποίες είναι συγκεκριμένες και δεν περιλαμβάνουν τέτοιου είδους "αλχημείες". Παράλληλα όμως, είναι και ιδιαίτερα παραπλανητική, διότι μέσω λογικών αλμάτων και τεχνασμάτων επιχειρεί να μετριάσει το μέγεθος της αλόγιστης σπατάλης που πραγματοποιήθηκε στο χώρο του φαρμάκου, με αποκορύφωμα τον εκτροχιασμό της περιόδου 2004-2009.
Ένα άλλο σημείο που θέτει προβληματισμούς σχετικά με τη φερεγγυότητα των υπολογισμών σχετίζεται με το υπολογισμό των εσόδων που εισπράττει το ελληνικό δημόσιο από το ΦΠΑ. Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι "επί της δαπάνης αυτής (33,494 δις) το Ελληνικό δημόσιο εισπράττει ΦΠΑ 3,74 δις ευρώ περίπου". Ωστόσο, δεν γίνεται σαφές πώς γίνεται ο εν λόγω υπολογισμός.
Επιστρέφοντας πίσω στο 2010 -όταν είχα εκτιμήσει ότι η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης κατά την περίοδο 2000-2010 προσεγγίζει τα 17,5 δις ευρώ- διερωτήθηκα τι είναι αυτό που μας διαφοροποίησε τόσο πολύ σε σχέση με τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες, και θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αύξηση της δαπάνης. Άλλωστε, η χώρα δεν υπέστη επιδημιολογικές καταστροφες που δυνητικά θα ερμήνευαν την αύξηση της νοσηρότητας και συνεπακόλουθα της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης. Τότε, όπως και τώρα, έκανα μια απλή υπόθεση: πόση είναι η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης καθόλη την περίοδο 2000-2010, εάν δεχθούμε ότι ένας αποδεκτός ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης της δαπάνης είναι 3,5% (πλησίον του αντίστοιχου μέσου όρου του ΟΟΣΑ); Και πόση είναι η αντίστοιχη υπέρβαση, εάν υποθέσουμε έναν ρυθμό μεγέθυνσης της φαρμακευτικής δαπάνης 5% (αρκετά μεγαλύτερο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ); Λαμβάνοντας υπόψη πιθανές μεταβολές στα φορολογικά έσοδα από τον ΦΠΑ, η υπέρβαση της δαπάνης (συμπεριλαμβανομένης και της νοσοκομειακής δαπάνης για φάρμακα) είναι περίπου 17,7 δις ευρώ, ενώ –με βάση διάφορα σενάρια- κυμαίνεται μεταξύ 17,0 και 18,5 δις ευρώ. Εξαιτίας της έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων για τη νοσοκομειακή δαπάνη, παραθέτω ένα εύρος εκτιμήσεων, βασισμένο σε διάφορες υποθέσεις σχετικά με το ύψος της νοσοκομειακής δαπάνης για φάρμακα (η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι κυμαίνεται περίπου μεταξύ 10% και 20%, και με βαση αυτή προβαίνω σε μια συντηρητική εκτίμηση).
Η εν λόγω εκτίμηση χρησιμοποιεί τα επίσημα μεγέθη όσον αφορά τη φαρμακευτική δαπάνη και –προφανώς- δεν λαμβάνει υπόψη αλλαγές οι οποίες πραγματοποίηθηκαν εκτός του πλαίσίου δημόσιας πολιτικής εκείνης της εποχής. Δε θα μπορούσε άλλωστε, αφού πραγματοποιήθηκε το 2010. Κατά αυτήν την έννοια, την περίοδο 2000-2010 έγινε ένα τεράστιο "πάρτυ" στη φαρμακευτική δαπάνη, και αυτό αποτυπώνεται στην υπέρβαση της δαπάνης κατά περίπου 17,7 δις. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι το "πάρτυ" δεν έγινε ή ότι η υπέρβαση της δαπάνης δεν ήταν μεγάλη επειδή εκ των υστέρων "κουρεύτηκαν" τα ομόλογα ή εφαρμόστηκαν μέτρα είναι –στην καλύτερη περίπτωση- μεθοδολογικά λανθασμένο και πολιτικά παραπλανητικό.
Ωστόσο, ακόμη και εάν προσπαθήσει κανείς να ακολουθήσει το συλλογισμό των "ειδικών", είναι αξιοπερίεργο πώς εξάγονται τα 900 εκατομμύρια. Συγκεκριμένα, ακόμη και εάν κανείς αφαιρέσει το rebate για τα έτη 2009 και 2010 (170 εκατoμμύρια ευρώ), την χρηματοοικονομική επιβάρυνση λόγω της καθυστέρησης στην εξόφληση των οφειλών (700 εκατομμύρια ευρώ) και το όφελος λόγω του PSI (2,11 δις ευρώ), η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης ανέρχεται σε περίπου 14,8 δις ευρώ. Εάν επίσης αφαιρέσουμε τα επιπλέον έσοδα του κράτους που προήλθαν από την υπέρβαση των δαπανών (2,3 δις ευρώ - οι 'ειδικοί' εκτίμησαν ότι η υπόθεση ότι η υπέρβαση της δαπάνης δημιούργησε έσοδα για το κράτος, ύψους 2,3 δις), η υπέρβαση είναι περίπου 12,5 δις ευρώ.
Συνεπώς, η εκτίμηση του δημοσιεύματος εμπεριέχει πέντε σφάλματα. Πρώτον, βασίζεται στην αναδρομική εφαρμογή ενός υποτιθέμενου ιδεατού ετήσιου ύψους δαπάνης (2 δις ευρώ). Δεύτερον, προβαίνει σε μια επίσης αναδρομική μείωση της υπέρβασης εξαιτίας του "κουρέματος", ενώ στην πραγματικότητα η υπέρβαση της δαπάνης προηγήθηκε του κουρέματος. Τρίτον, φαίνεται να εμπεριέχει υπολογιστικά λάθη κατά τον υπολογισμό του ΦΠΑ. Τέταρτον, αφαιρείται η νοσοκομειακή δαπάνη για φάρμακα, παρόλο που αυτή δεν περιλαμβάνεται στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη η οποία μετρά μόνο την δημόσια εξωνοσοκομειακή δαπάνη (περισσότερες πληροφορίες υπάρχουν σε πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ (2017) που π.χ. αναφέρει ότι η δημόσια εξωνοσοκομειακή δαπάνη ήταν 5,108 δις ευρώ το 2009). Πέμπτον, γίνεται η υπόθεση ότι η υπέρβαση της δαπάνης δημιούργησε έσοδα για το κράτος, ύψους 2,3 δις. Ο υπολογισμός του εν λόγω μεγέθους είναι τουλάχιστον ασαφής, δεδομένου ότι καθόλη την περίοδο 2000-2100 οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις παρουσίαζαν χαμηλά κέρδη, τα οποία κατά βάση διοχετεύονταν στο εξωτερικό (transfer pricing). Επίσης, το εμπορικό ισοζύγιο του φαρμακευτικού κλάδου είναι αρνητικό (περίπου -2,9 δις το 2009), ενώ οι επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη είναι πολύ περιορισμένες ιδίως σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ. Παραδείγματος χάριν οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα ήταν μόλις 84 εκατομμύρια ευρώ (στοιχεία EFPIA), όταν οι αντίστοιχες στο Βέλγιο –μια χώρα με περίπου ίδιο πληθυσμό- προσέγγιζαν τα 1,78 δις ευρώ. Κατά αυτή την έννοια, έχω έντονες αμφιβολίες για το κατά πόσον η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης δημιούργησε αυτά τα έσοδα και πολλαπλασιαστικά οφέλη για την αγορά και την οικονομία.
Σαφώς, η δική μου εκτίμηση, όπως και κάθε αντίστοιχη, βασίζεται σε παραδοχές και υποθέσεις, όπως παραδείγματος χάριν το ότι η διάχυση της φαρμακευτικής τεχνολογίας στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2000-2010 κινούνταν στα ίδια επίπεδα με αυτή των υπόλοιπων χωρών του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, ακόμα και εάν κανείς πραγματοποιήσει άλλες υποθέσεις εργασίας (π.χ. έναν υψηλότερο μέσο ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της φαρμακευτικής δαπάνης στην Ελλάδα), είναι εξαιρετικά δύσκολο ακόμα και να προσεγγίσει τα 900 εκατομμύρια που αναφέρονται στο δημοσίευμα.
Γενικότερα όμως, αν όντως η σπατάλη δημιουργεί έσοδα τέτοιους ύψους, είναι πραγματικά παράδοξο το πώς η χώρα μας χρεοκόπησε. Άλλωστε, με τη λογική της συγκεκριμένης εκτίμησης, θα πρέπει να αναθεωρηθεί γενικότερα ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την έννοια των δημοσίων δαπανών. Παραδείγματος χάριν, με βάση τα επιχειρήματα των "ειδικών", το ύπερογκο έλλειμμα του 2009 (υψηλότερο του 15% του ΑΕΠ), μπορεί να τόνωσε την οικονομική δραστηριότητα επειδή χρήματα επέστρεψαν στην αγορά και να έφερε επιπλέον έσοδα στο κράτος.
Είναι προφανές, ότι η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης δεν είναι ζήτημα μιας μόνο εταιρείας, όπως πολλοί –ηθελημένα ή μη- παρουσιάζουν. Αντιθέτως, αποτελούσε μια συστηματική παθογένεια για περισσότερο από μια δεκαετία στη χώρα μας. Σήμερα, τα μεγάλα προβλήματα όσον αφορά τη φαρμακευτική πολιτική στη χώρα παραμένουν. Αυτό που λείπει είναι ένα εθνικό πλαίσιο για τη φαρμακευτική πολιτική, που στόχο θα είχε την ενίσχυση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας (με το "ελληνικής" εννοώ όσες επενδύσεις πραγματοποιούνται στη χώρα τόσο από εγχώριες όσο και από πολυεθνικές επιχειρήσεις), την έμφαση στην έρευνα και ανάπτυξη στο χώρο του φαρμάκου, τη διαμόρφωση ενός σταθερού πλαισίου πολιτικής τιμών και χρηματοδότησης, και την ανάπτυξη διαφανών μεθόδων αξιολόγησης της προστιθέμενης αξίας των νέων φαρμακευτικών προϊόντων. Ακόμη και σήμερα, πολλά από αυτά τα ζητήματα δεν έχουν επαρκώς αναλυθεί στη χώρα και –δυστυχώς- δεν αναπτύχθηκαν με σχέδιο και σαφήνεια στις πρόσφατες κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις που επικεντρώθηκαν στη φαρμακευτική πολιτική και δαπάνη. Εν τέλει, ο δημόσιος διάλογος στη χώρα –για τη φαρμακευτική δαπάνη αλλά και γενικότερα- χρειάζεται όσο ποτέ γνώση και νηφαλιότητα. Ειδάλλως, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ένα πεδίο που θα κυριαρχούν οι ανώνυμοι μάρτυρες, οι ανώνυμοι "ειδικοί", και οι ανώνυμες κυβερνητικές πηγές.

“Athens Calling” (5/02/18) Συνέντευξη του Ηλία Μόσιαλου

-Σχολιασμός για τη φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα και παγκοσμίως:

Κοιτάξτε, αυτό που συνέβη στην Ελλάδα είναι όπως τα είπατε αλλά είναι και λίγο χειρότερα γιατί η φαρμακευτική δαπάνη είναι περίπου 1 δισεκατομμύριο το 2000 και το 2009 έφτασε στα 5 και κάτι. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει πουθενά στον κόσμο. Κατέθεσα τα πρώτα στοιχεία στο ελληνικό Κοινοβούλιο το Νοέμβριο του 2009. Θέλω να τονίσω ότι μέχρι την στιγμή που έφυγα από το Κοινοβούλιο το 2012, δεν ασχολήθηκαν και πάρα πολύ με τις συνεχείς παρεμβάσεις που έκανα στην κοινοβουλευτική διαδικασία και τις αλλεπάλληλες ερωτήσεις που κατέθετα ως βουλευτής. Μιλώ για το σύνολο του πολιτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου και του κόμματος που κυβερνά τώρα. Είναι γνωστές οι επιθέσεις που υπήρξαν εναντίον μου από συγκεκριμένους χώρους...

-Της φαρμακευτικής βιομηχανίας...;

Γενικότερα αυτού του χώρου και είναι εντυπωσιακό επίσης ότι, ενώ έγινε μια επιτροπή για στη Βουλή που εξέτασε αυτά τα θέματα και ενώ κάλεσαν δεκάδες ανθρώπους να μιλήσουν για αυτά τα θέματα, περιέργως με ξέχασαν. Αλλά αυτό δεν είναι καθόλου πρόβλημα, σημασία έχει...

-Ήσασταν για λίγο Υπουργός Επικρατείας και δεν σας κάλεσαν...

Ναι, αλλά δεν είχα αρμοδιότητα για τέτοια θέματα.

-Ναι, αλλά όταν κάποιος λέει ότι είχαμε 1 δις και μέσα σε 9 χρόνια πήγαν στα 5 δις, που ήταν και μία από τις βασικές αιτίες που φτάσαμε στη χρεοκοπία.

Απολύτως ήταν έτσι όπως τα λέτε, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι αν θέλει η οποιαδήποτε κυβέρνηση, ακόμα και η αντιπολίτευση, τα κόμματα που υπάρχουν στο κοινοβούλιο να εστιαστούν στο χώρο της υγείας, αυτό θα πρέπει να το κάνουν προσεκτικά. Δεν είναι θέμα το τι έκανε μια εταιρεία ή δυο εταιρείες. Ήταν μια παράλογη κατάσταση, η οποία επικράτησε στη χώρα μας αρκετά χρόνια.
Η φαρμακευτική δαπάνη έχει πλέον μειωθεί , θα πρέπει να πούμε και τα θετικά. Δηλαδή από το 2010 και μετά έγιναν σημαντικές προσπάθειες μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης.

-Έχει φτάσει τα 2,5 δις.

Με καλά αποτελέσματα. Είμαστε στα επίπεδα τα λογικά, θα έλεγα, πλέον σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Είχαμε φτάσει σε σημείο σε κατά κεφαλήν δαπάνη να είμαστε λίγο πιο κάτω από τη Γερμανία σε τιμές. Δηλαδή ήμασταν πολύ ψηλά στον κόσμο σε ότι αφορά την φαρμακευτική δαπάνη. Δεν είναι, όμως, ο μόνος τομέας στον οποίο υπάρχουν περιττές δαπάνες. Δηλαδή, το ίδιο γίνεται και με τις μαγνητικές και με τις αξονικές και με πολλά διαγωνιστικά. Και εκεί υπάρχουν τεράστια περιθώρια μαζέματος. Είμαστε από τις υψηλότερες χώρες. Είχαμε φτάσει το 2009 να είμαστε η 2η ή 3η χώρα μεταξύ των πιο ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου. Και εκεί έχει γίνει ένα συμμάζεμα, η αλήθεια να λέγεται. Δηλαδή δεν είμαστε εκεί που ήμασταν πλέον. Αλλά ότι υπάρχουν περιθώρια για περαιτέρω εξορθολογισμό θα πρέπει να το δει κανείς ότι υπάρχουν.

-Και σε αυτό παίζει ρόλο...

Δυστυχώς, οι παθογένειες του ελληνικού συστήματος είναι βαθιές και δεν είναι εύκολο να λυθούν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Και θέλουν μεγάλες και άλλες συναινέσεις σε πολιτικό επίπεδο, έτσι ώστε να αλλάξει το σύστημα υγείας το οποίο φτιάχτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80, έγιναν προσπάθειες –πολλές προσπάθειες- να μεταρρυθμιστεί, αλλά στην ουσία δεν άλλαξαν τα δομικά του χαρακτηριστικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορέσει να γίνει ένα αποτελεσματικό σύστημα, φιλικό προς τους πολίτες. Με αποτέλεσμα οι έλληνες πολίτες να βάζουν πολύ βαθειά το χέρι στην τσέπη για να έχουν αξιοπρεπείς υπηρεσίες υγείας.

-Έχουμε υψηλό ποσοστό ιδιωτικών δαπανών...

Περίπου οι μισές δαπάνες είναι ιδιωτικές. Δε συμβαίνει σε καμία άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτό.

-Η προσπάθεια που κάνει ο νυν υπουργός που λέει ότι είναι μεγάλης σημασίας η οικοδόμηση πρωτοβάθμιας περίθαλψης, ώστε να αποσυμφορηθούν τα νοσοκομεία και να μειωθούν αυτές οι εξωφρενικές –ας το πούμε- μαγνητικές τομογραφίες, αξονικές και όλα αυτά. Να μπει, δηλαδή, μια τάξη στο σύστημα, είναι στη σωστή κατεύθυνση ;

Κοιτάξτε, δεν έχω σχολιάσει προσπάθειες υπουργών υγείας από το 2009 και μετά και δεν το έχω κάνει, πρώτον, γιατί το 2009-2012 συμμετείχα και εγώ στην πολιτική διαδικασία, μετά το 2012 δεν το έχω κάνει για κανέναν υπουργό. Θα μου επιτρέψετε να μην μιλήσω για τα θέματα της ελληνικής πολιτικής ζωής. Ίσως θα παρεξηγηθώ κιόλας αν μιλήσω.

-Πως μπορεί και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας να βάλει ένα αντίβαρο σε όλα αυτά τα πράγματα;

Καταρχήν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν έχει τέτοια δυνατότητα, δεν είναι ρυθμιστικός οργανισμός. Είναι ένα φόρουμ στο οποίο βρίσκονται οι κυβερνήσεις , οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων και συζητούν για το πώς μπορούν να χαράξουν κοινές πολιτικές, όταν συμφωνούν. Δε συμφωνούν πάντα στο να χαράξουν κοινές πορείες.

-Ποιος μπορεί;

Και στο μόνο θέμα στο οποίο συμφώνησαν παγκόσμια πρόσφατα ήταν όλες οι διαδικασίες όσον αφορά την αντιμετώπιση του καπνίσματος . Στο θέμα των φαρμάκων δεν υπάρχει παγκόσμια συναίνεση γιατί πολλές χώρες είναι παραγωγοί φαρμάκων και γίνονται τεράστιες επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, αυτές είναι χώρες κυρίως της κεντρικής Ευρώπης, η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ, όπου εν πολλοίς γίνεται η φαρμακευτική έρευνα. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν προβλήματα , τα οποία εγώ τα θεωρώ αποτυχία κυβερνητικών πολιτικών –εννοώ παγκόσμια κυβερνητικών πολιτικών- και αποτυχία της ίδιας της βιομηχανίας. Τι γίνεται και γιατί υπάρχει διπλή αποτυχία; Η βιομηχανία δεν παράγει φάρμακα σε τομείς που είναι αναγκαίο. Έχουν υπάρξει πολλές επιτυχίες, δε μπορούμε να το αμφισβητήσουμε αυτό, ότι η φαρμακευτική βιομηχανία έχει παράξει φάρμακα που έχουν γλιτώσει εκατομμύρια ζωές τα τελευταία 20-30 χρόνια.

-Αξιοποιώντας όμως και τη δημόσια έρευνα που γίνεται στα πανεπιστήμια.

Μα σαφέστατα την αξιοποιεί. Ναι, προφανώς ένα 40% περίπου. Αλλά και οι ίδιοι κάνουν επενδύσεις και παίρνουν ρίσκα. Να μην τα μηδενίσουμε όλα. Κοιτάξτε, δεν παράγετε ούτε εσείς φάρμακα ούτε εγώ, κάποιος άλλος το κάνει και παίρνει το ρίσκο. Το θέμα είναι αν η παραγωγή αυτή και αν οι επενδύσεις που γίνονται στην έρευνα και την ανάπτυξη, πηγαίνουν στην παραγωγή φαρμάκων σε τομείς θεραπευτικούς όπου έχουμε ελλείψεις. Δηλαδή στον καρκίνο, στη νόσο αλτσχάιμερ, σε πολλές περιπτώσεις νοσημάτων στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου δεν ενδιαφέρεται να παράξει κανείς νέα φάρμακα γιατί δεν υπάρχουν αγορές εκεί. Ή στα αντιβιοτικά, που θέλουμε καινούρια φάρμακα αλλά δεν θέλουμε να τα χρησιμοποιούμε. Και αν θέλεις καινούρια φάρμακα που δεν τα χρησιμοποιείς, δεν υπάρχει αγορά πάλι, υπάρχει ένα παράδοξο εκεί και για αυτό χρειάζεται να σκεφτούμε εναλλακτικούς τρόπους στη χρηματοδότηση της έρευνας των αντιβιοτικών.

-Πώς δηλαδή;

Επομένως η βιομηχανία έχει κάνει μεγάλες προόδους. Δηλαδή ορισμένα νοσήματα έχουν πλέον θεραπευτεί. Πάρτε το πεπτικό έλκος ας πούμε ή πολλά καρδιαγγειακά νοσήματα που αντιμετωπίζονται ως χρόνιο νόσημα. Σε άλλους όμως τομείς δε γίνονται σημαντικές επενδύσεις γιατί το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο . Προτιμούν, επομένως, οι φαρμακευτικές βιομηχανίες να επενδύουν εκεί που το ρίσκο είναι μικρότερο.
Ποια είναι η αποτυχία τώρα, και αυτό το θεωρώ αποτυχία της αγοράς με την έννοια ότι όταν δεν επενδύεις σε σημαντικούς τομείς που αφορούν στην υγεία εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον κόσμο ή σε τομείς που παίρνουν μεγάλο ρίσκο, όπως ο καρκίνος ή τα νευρολογικά νοσήματα, τότε αυτό είναι αποτυχία. Είναι αποτυχία γιατί υπάρχουν κυβερνητικές αποτυχίες διεθνώς, συλλογικά θα έλεγα των κυβερνήσεων , γιατί οι κυβερνήσεις δεν μαζεύουν την εξουσία τους, ώστε να στείλουν ένα μήνυμα στη φαρμακευτική βιομηχανία συλλογικά. Ότι ξέρετε, θέλουμε να παράγετε φάρμακα, ναι να είναι ο ιδιωτικός τομέας ισχυρός. Αυτό έλειπε. Αφού το κράτος δεν παράγει πουθενά φάρμακα στον κόσμο. Τα κομμουνιστικά καθεστώτα απέτυχαν στο να παράγουν φαρμακευτικά προϊόντα, άρα η αγορά λειτούργησε γενικότερα εκεί, δε λειτουργεί όσο καλά θα θέλαμε. Γιατί δε στέλνουν κάποια μηνύματα συλλογικά οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη, κάνοντας έναν ευρωπαϊκό οργανισμό αξιολόγησης των νέων φαρμάκων και να πουν στη βιομηχανία...

-Μα υπάρχει...

Όχι για την ασφάλεια αλλά για τις τιμές και τη χρηματοδότηση. Δηλαδή το νέο φάρμακο που βγαίνει, είναι απαραίτητα καλύτερο από αυτό που υπάρχει; Αν είναι, τότε ναι να πληρώσουμε παραπάνω γιατί προσφέρει κάποιες βελτιώσεις. Αν όμως δεν είναι καλύτερο γιατί θα πρέπει να πληρώσουμε 3 και 4 φορές παραπάνω, επειδή απλώς είναι καινούριο;
Στα φάρμακα δεν το κάνουμε ακριβώς καλά αυτό, γίνεται σε εθνικό επίπεδο δε γίνεται σε υπερεθνικό επίπεδο και εδώ είναι ο ρόλος της Ε.Ε που μπορεί να το παίξει καλύτερα.

-Η Ε.Ε δεν έχει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων; Είναι μόνο για την ασφάλεια;

Ναι, δεν είναι για τη σχέση κόστους – αποτελέσματος, αν θα πρέπει να πληρώσουμε μεγαλύτερο κόστος γιατί το αποτέλεσμα είναι καλύτερο ή αν δε θα πρέπει να πληρώσουμε μεγαλύτερο κόστος γιατί το αποτέλεσμα δεν θα είναι απαραίτητα καλύτερο σε σχέση με κάτι που έχουμε.

-Άρα χρειάζεται συλλογική πίεση , συντονισμένη από τις κυβερνήσεις τις ευρωπαϊκές.

Προφανώς χρειάζεται και αυτό, χρειάζεται να γίνεται και στη χώρα μας όπου δεν έχουμε οργανισμό αξιολόγησης με βάσει το κόστος και όφελος των νέων φαρμάκων. Έχουμε τον εθνικό οργανισμό που είναι σε σύνδεση με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων.

-Έχουμε φαρμακοβιομηχανία στην Ελλάδα, είναι το νούμερο 3 εξαγωγικό προϊόν.

Ναι, αλλά στη δεκαετία του '80 είχαμε περίπου το 80% της ελληνικής κατανάλωσης, τώρα είναι λιγότερο από το 20%. Και εδώ είναι το άλλο παράδοξο: Πως φτάσαμε σε σημείο να πάμε από 1 δις σε 5 και την ίδια περίοδο να γίνει και αποβιομηχάνιση; Μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά. Θα έπρεπε την περίοδο που ξοδεύαμε τόσα πολλά χρήματα, τουλάχιστον να φτιάχναμε μια βιομηχανία. Δηλαδή να πεις «δόθηκαν αυτά τα χρήματα αλλά έχουμε μία από τις ισχυρότερες βιομηχανίες στον κόσμο». Ούτε αυτό δεν το έχουμε. Αυτά είναι μεγάλα διλήμματα και παιδεία πολιτική, τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν.
Ακόμα και τώρα με τα χρήματα που δίνουμε θα έπρεπε να έχουμε μεγαλύτερη παραγωγή και μεγαλύτερη παρουσία της φαρμακευτικής βιομηχανίας στην Ελλάδα.

-Υπάρχει όμως.

Μικρή σε σχέση με τα όσα δίνουμε. Και υπάρχουν και άλλες διαστάσεις, δηλαδή σύνδεση της φαρμακοβιομηχανίας με τα ελληνικά πανεπιστήμια, η γενικότερη ανάπτυξη και η έρευνα που θα έπρεπε να γίνεται στις ιατρικές σχολές.

-Μα γίνεται, έχουμε πολλούς ερευνητές.

Μα προφανώς έχουμε, το θέμα είναι να πάμε ακόμα καλύτερα. Η Ελλάδα, παρά την κρίση, παράγει επιστημονικό αποτέλεσμα δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το μέγεθος της. Και για αυτόν το λόγο θα έπρεπε αυτό να αξιοποιηθεί περισσότερο. Όπως βλέπετε, μιλώ με βάση τις εθνικές προδιαγραφές της κάθε χώρας γιατί πρέπει να βλέπουμε τα πολλά θετικά που έχει αυτή η χώρα, παρά τα προβλήματα που έχει.

-Παγκοσμίως υπάρχει ένα θέμα με την υπερχρησιμοποίηση των αντιβιοτικών και τη δημιουργία ανθεκτικών μικροβιακών λοιμώξεων απέναντι στα υπάρχοντα αντιβιοτικά και υπάρχει στην Ελλάδα υπερβολική χρήση αντιβιοτικών.

Όχι μόνο είναι υπερβολική αλλά είμαστε μία από τις υψηλότερες χώρες στον κόσμο στην κατανάλωση αντιβιοτικών, ενώ μειώθηκε η φαρμακευτική κατανάλωση στο μισό περίπου και κατά 10-20% σε ποσότητες. Γιατί η μείωση της κατανάλωσης στην Ελλάδα έγινε λόγω επέμβασης στις τιμές. Στα αντιβιοτικά, όμως, αυξήθηκε η κατανάλωση. Είναι μία από τις ελάχιστες κατηγορίες που εν μέσω κρίσης...

-Προληπτικά (χορηγούνται) αντιβιοτικά, είναι η γενική γραμμή.

Κοιτάξτε, σε πολλές περιπτώσεις πρέπει να γίνει χρήση του αντιβιοτικού, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις. Μεγάλη κατάχρηση γίνεται κυρίως με τα κρυολογήματα, τα οποία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται στην πλειοψηφία τους με αντιβιοτικά.

-Ή με τις ιώσεις.

Ναι, εκεί γίνεται αρκετά μεγάλη κατάχρηση. Έχουμε δυσκολίες σε ορισμένες κατηγορίες αντιβιοτικών, αυτό που λέμε "gram negative" και εκεί δεν είναι μεγάλες οι εναλλακτικές επιλογές. Αν δε βρεθούν νέα αντιβιοτικά τα επόμενα 20-30 χρόνια , πιθανώς θα έχουμε τεράστια προβλήματα δημόσιας υγείας, ειδικά για τους ανθρώπους που θα είναι μεταμοσχευμένοι και θα πάνε να κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις, προφανώς και θα υπάρχει τεράστιο πρόβλημα. Είναι επιτακτική η ανάγκη ανακάλυψης νέων αντιβιοτικών. Είναι μια προσπάθεια η οποία ξεκίνησε το 2009, μπήκε στο προσκήνιο το πολιτικό από τη συλλογική προεδρία της Ε.Ε και τότε συμμετείχα ως ειδικός σύμβουλος της προεδρίας. Με είχαν καλέσει οι Σουηδοί για να φτιάξω τη μελέτη τους για τα αντιβιοτικά, που πήγε στο συμβούλιο υπουργών της Ευρώπης και με βάση αυτή έγινε η διατλαντική συμφωνία των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Ομπάμα την υπέγραψε εκ μέρους των ΗΠΑ με τον τότε Σουηδό πρωθυπουργό, εκπροσωπώντας την Ε.Ε , και από τότε άρχισε να μπαίνει στη δημόσια παγκόσμια πολιτική το θέμα της ανακάλυψης των νέων αντιβιοτικών. Ποιο είναι το πρόβλημα τώρα, γιατί δεν έχουμε νέα αντιβιοτικά; Γιατί δεν έχει κίνητρο η βιομηχανία εδώ πέρα. Η βιομηχανία λέει «αν παράξω εγώ ένα αντιβιοτικό , δε θα το χρησιμοποιήσουμε γιατί δεν πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε, άρα πρέπει να μειώσουμε την αγορά». Λέει, επομένως, «γιατί θα πρέπει εγώ να καλύψω ένα προϊόν το οποίο δε θα το αγοράσει κανείς;». Δεν το αγοράζουν τα κράτη, δεν το αγοράζουν οι πολίτες. Για λόγους δημόσιας υγείας θα πρέπει μήπως και το χρειαστούμε. Επομένως εδώ θα πρέπει να βρούμε τρόπους χρηματοδότησης κοινής, κυβερνήσεων και βιομηχανιών, να πάρουν μαζί το ρίσκο για την ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών έτσι ώστε να υπάρχει ένα λογικό κέρδος για τις βιομηχανίες για να μπούνε στο πεδίο της ανακάλυψης. Αλλιώς, μόνες τους δεν πρόκειται να επενδύσουν. Όπως δεν επενδύουν για την ανακάλυψη φαρμάκων που αφορούν στις ασθένειες των αναπτυσσόμενων χωρών. Και εκεί γίνεται αρκετή έρευνα διεθνώς.

-Τελευταία ερώτηση: Ιδιωτικότητα και δεδομένα.

Αυτά μπορούν να διασφαλιστούν. Το μεγάλο θέμα δεν είναι να μαζέψουμε δισεκατομμύρια νέα δεδομένα, γιατί πολλά δεδομένα έτσι όπως μαζεύονται δεν μπορείς να τα συγκρίνεις το ένα με το άλλο και δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία αν δεν είναι καλής ποιότητας δεδομένα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι περισσότερα καλά δεδομένα, όχι απλά περισσότερα δεδομένα. Δηλαδή εγώ τι θα ήθελα να ξέρω: όταν ένας ασθενής παίρνει ένα φάρμακο τι συμβαίνει με την αγωγή από τη στιγμή που το πήρε και για 2, 4, 5, 6 μήνες. Πόσες φορές πήγε στο γιατρό; Πόσες μπήκε στο νοσοκομείο; Άλλαξε η αγωγή του; Για ποιο λόγο άλλαξε η αγωγή; Δηλαδή χρειάζεται να έχω δεδομένα της πορείας του ασθενή και να μπορώ να συγκρίνω την αγωγή με αυτήν που παίρνει ένας άλλος ασθενής.
Ο ψηφιακός ηλεκτρονικός φάκελος ως ένα βαθμό μπορεί να βοηθήσει , αλλά δεν πιστεύω ότι όλα αυτά τα δεδομένα που θα μαζεύουμε από τα κινητά ή computer μπορούν να μας δώσουν κάποιες πληροφορίες αλλά να αρχίσουμε να μαζεύουμε ποιοτικά δεδομένα που δεν τα μαζεύουμε τώρα. Δηλαδή δεν έχουμε ακόμα ηλεκτρονικό φάκελο όπως είπατε. Δεν τον έχουμε στη χώρα μας, δεν τον έχουμε σε πολλές άλλες χώρες. Στην Αγγλία έχουν χωριστά στοιχεία οι γενικοί γιατροί, χωριστά τα νοσοκομεία. Και πρέπει να τα συνδέουμε. Είναι διασπαρμένες βάσεις δεδομένων. Ας κάνουμε ένα βήμα πρώτα να ενοποιήσουμε τις βάσεις δεδομένων. Στην Ελλάδα χρειάζονται πολλά περισσότερα, θα πρέπει να φτιάξουμε βάσεις δεδομένων.

Κεντροαριστερά και ανισότητες

Ο κ Μητσοτάκης έκανε μια σημαντική και ενδιαφέρουσα ιδεολογική τοποθέτηση για τις κοινωνικές ανισότητες. Είπε συγκεκριμένα: "Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα. Όμως το μέρισμα ευημερίας πρέπει να μοιραστεί με όσο το δυνατόν πιο δίκαιο τρόπο. Γιατί για εμάς η αλληλεγγύη είναι η άλλη όψη της ελευθερίας. Δεν είναι μόνο θέμα ανθρωπιάς. Είναι η έμπρακτη αναγνώριση της κοινής μοίρας που δένει όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες".
Στην ουσία υποστηρίζει μία ex post 'πιο δίκαιη' αναδιανομή του πλούτου. Τι αντιπαραθέτει σε αυτό ή σύγχρονη κεντροαριστερά;
Η σύγχρονη κεντροαριστερή πρόταση περιλαμβάνει και ex ante και ex post προτάσεις για τη μείωση των ανισοτήτων.
Αυτό στην ουσία σημαίνει ανάπτυξη με αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και ενεργοποίηση του κοινωνικού ασανσέρ (κοινωνική κινητικότητα), μέσα από σοβαρές δημόσιες και κοινωνικές υπηρεσίες που θα συμβάλλουν στην επίτευξη δεξιοτήτων (κυρίως μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος), αλλά και θα δημιουργούν συνθήκες εκδίπλωσης και πραγματοποίησής τους στην αγορά εργασίας. Τι προϋποθέτει αυτή η πολιτική; Προϋποθέτει τη στήριξη ενός μοντέλου παραγωγής που θα βασίζεται στον υγιή ιδιωτικό τομέα και στην ταυτόχρονη ενίσχυση του κράτους πρόνοιας των παρεχόμενων υπηρεσιών, όπως είναι η στήριξη βρεφονηπιακών σταθμών και υπηρεσιών για ηλικιωμένους. Μια τέτοια πολιτική θα διευκολύνει τις γυναίκες να συμμετέχουν ισότιμα στην αγορά εργασίας και θα άρει πολλές ανισότητες σε αυτόν τον τομέα, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύει και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Προϋποθέτει ακόμη υπηρεσίες κατάρτισης για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων των πολιτών και τη σύγκλισή τους με τις αλλαγές στην αγορά εργασίας. Προϋποθέτει, τέλος, σοβαρές υπηρεσίες υγείας, κοινωνική δικαιοσύνη στις συντάξεις, δημόσιο τομέα που θα εγγυάται αξιοκρατία, υγιή ανταγωνισμό και διαφάνεια στις συναλλαγές.
Αλλά οι ανισότητες δεν είναι μόνο οικονομικές, είναι και κοινωνικές, οικολογικές και ανισότητες στο περιβάλλον. Στο πώς σχεδιάζουμε την πόλη μας. Στο πώς ζούμε.
Η σύγχρονη κεντροαριστερή πρόταση αναγνωρίζει την οικονομία της αγοράς, αναγνωρίζει ότι ο πλούτος δεν θα δημιουργηθεί από ένα μεγάλο κράτος, αναγνωρίζει όμως ότι οι ανισότητες που δημιουργεί η αγορά και οι οικονομικές και οι κοινωνικές και οι περιβαλλοντικές και οι ανισότητες ζωής, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν από ένα κράτος το οποίο δεν θα δημιουργεί και αυτό ανισότητες, αλλά θα μειώνει αυτές τις ανισότητες μέσω του ρυθμιστικού του ρόλου. Λειτουργεί η αγορά με ένα τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε όλοι να είναι ισότιμοι; Όχι κάποιοι να βάζουν τρικλοποδιές στους άλλους, γιατί έχουν καλύτερες σχέσεις με το κράτος, γιατί έχουν μεγαλύτερες εξουσίες. Αποτελεσματικό κράτος σημαίνει ότι η αγορά ρυθμίζεται πραγματικά. Σημαίνει ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού δεν επιτρέπει στα μονοπώλια και ολιγοπώλια να έχουν υπερκέρδη. Δεν επιτρέπει κλειστές ολιγοπωλιακές καταστάσεις στην αγορά..
Aλλά παράλληλα το κράτος παρεμβαίνει ιδίως μέσω του κοινωνικού του ρόλου, μέσω των θεσμών της εκπαίδευσης, της παιδείας, της κοινωνικής προστασίας και της υγείας, για να δημιουργεί ίσες ευκαιρίες, όχι ίσα αποτελέσματα.
Δημιουργούμε ίσες ευκαιρίες, δίνουμε τη δυνατότητα στο παιδί του άνεργου από τη Νάουσα να ανταγωνιστεί το παιδί του βιομήχανου από την Κηφισιά. Αυτός είναι ο ρόλος της κεντροαριστεράς. Να δημιουργήσουμε καλά σχολεία, καλά νοσοκομεία, καλές υπηρεσίες γι' αυτούς οι οποίοι δεν έχουν πρόσβαση στα ιδιωτικά νοσοκομεία, ή στα ιδιωτικά σχολεία, αλλά σε καλά δημόσια σχολεία, όχι απλώς μαζικά και προοδευτικά σχολεία. Ποιοτικά δημόσια νοσοκομεία, όχι απλώς νοσοκομεία.

*Δημοσιεύτηκε στΑ "Νέα" στις 23/9/2017.

"Τι τα σκαλίζεις; Αυτές δεν ήταν κανονικές εποχές"

Με αφορμή το συνέδριο της εσθονικής προεδρίας της ΕΕ για τα εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων, ξέσπασε πόλεμος στα ελληνικά social media. Τον τόνο έδωσε η άρνηση συμμετοχής του υπουργού Δικαιοσύνης Σταύρου Κοντονή, ο οποίος έκανε μαθήματα ιστορίας στους Εσθονούς επικαλούμενος τη δική του πορεία στο ευρωκομμουνιστικό κίνημα. Εν τέλει η συζήτηση ξέφυγε και κατέληξε σε διαμάχη για το αν τα εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων ήταν μεγαλύτερα ή ακόμη και συγκρίσιμα με εκείνα των Ναζί. Ετσι, για μία ακόμη φορά αντί να κοιτάμε στο μέλλον, εγκλωβιστήκαμε σε συζητήσεις που μικρή σημασία έχουν πλέον όσον αφορά την πορεία της χώρας.
Για να λέμε την αλήθεια, το συνέδριο της εσθονικής προεδρίας ήταν ήσσονος ακαδημαϊκής σημασίας, παρά το ενδιαφέρον της θεματολογίας του. Προσωπικώς, θα έθετα ένα άλλο ερώτημα, πέρα από εκείνα που αφορούν κάθε είδους εγκλήματα:
Τα συνέδρια που αφορούν την πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης, πρέπει να οργανώνονται με βάση τις πολιτικές προτεραιότητες της εκάστοτε προεδρίας ή από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση; Εννοείται πως η Εσθονία έχει κάθε δικαίωμα να οργανώσει ό,τι συνέδριο θέλει με τα χρήματα των εσθονών φορολογουμένων. Ας φαντασθούμε όμως την Ουγγαρία να θέτει ως θέμα συνεδρίου της δικής της προεδρίας το πλήρες κλείσιμο των ευρωπαϊκών συνόρων στους σύρους πρόσφυγες ή την Πολωνία στο γιατί θα πρέπει να περιοριστεί ο ανεξάρτητος ρόλος της δικαιοσύνης.
Στο πλαίσιο αυτό, ατυχής η απάντηση του υπουργού Δικαιοσύνης, που προσπάθησε να δώσει μαθήματα ιστορίας σε μια χώρα που υπέφερε πολύ από τη σοβιετική κατοχή. Βρεθήκαμε έτσι ξαφνικά ταλαιπωρούμενοι από έναν «κλεφτοπόλεμο» του Διαδικτύου, βασισμένο σε μια σχετικοποίηση του ποιος είναι καλύτερος. Ετσι, από τη μία πλευρά οι Ναζί βρέθηκαν αγκαλιά με τους κομμουνιστές, ενώ από την άλλη οι πρώην ευρωκομμουνιστές που κυριαρχούν στην ελληνική κυβέρνηση ανακάλυψαν ξαφνικά τα εγκλήματα των δεξιών στη χώρα.
Η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας ωστόσο είναι λίγο πιο σύνθετη. Θέλω να παραθέσω μια οικογενειακή ιστορία, για να δώσω ένα παράδειγμα. Θυμάμαι ακόμη τις ιστορίες που μου έλεγαν ο πατέρας μου και η γιαγιά μου, για τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ο πατέρας μου φυλακίστηκε το 1949 στο Επταπύργιο, έπειτα από τη δίκη της ΕΠΟΝ στη Θεσσαλονίκη, και όδευε προς εκτέλεση. Είχαν προηγηθεί οι θάνατοι της μητέρας του και μιας αδερφής του από βομβαρδισμό των Γερμανών και ο θάνατος ενός από τα αδέρφια του, που υπηρετούσε στον Εθνικό Στρατό στο Βίτσι. Την εκτέλεση τη γλίτωσε γιατί παρενέβη η αγγλική πρεσβεία, προκειμένου να μη σταθεί μπροστά στο απόσπασμα ο συγκρατούμενός του κύπριος αριστερός αγωνιστής Γιαννάκης Δρουσιώτης - ως πολίτης της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Η παρέμβαση των Εγγλέζων καθυστέρησε τις διαδικασίες, οπότε φτάσαμε προς το τέλος του Εμφυλίου, σε μια περίοδο δηλαδή όπου μειώνονταν σταθερά οι εκτελέσεις. Από καθαρή τύχη λοιπόν, ο πατέρας μου εν τέλει τη γλίτωσε. Ακολούθησαν χρόνια φόβου και τρόμου, μαζί με πολιτικές πιέσεις και διώξεις. Πρώτη φορά αισθάνθηκε σχετικά ελεύθερος, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση.
Λίγα χρόνια πριν από τη φυλάκιση του πατέρα μου, το αντάρτικο ιππικό της Θεσσαλίας συνέλαβε τον παππού μου. Είχε πάει σε γάμο συγγενών του έξω από το Μουζάκι της Καρδίτσας και έτυχε οι συγγενείς να είναι δεξιοί. Ο ίδιος ήταν βενιζελικός βεβαίως και φίλος του Αρη Βελουχιώτη. Ως εκ τούτου, δεν αισθανόταν κανένα φόβο για τη ζωή του. Γι' αυτό και όταν οι συγκρατούμενοί του απέδρασαν μέσα στη νύχτα από το κτίριο που τους είχαν μαντρώσει, ο παππούς μου έμεινε ήσυχος στη θέση του. Την επόμενη μέρα, οι αντάρτες τον βασάνισαν άγρια, τον κρέμασαν ανάποδα από μια γέφυρα και τον εκτέλεσαν.
Πολλά χρόνια αργότερα, στη δεκαετία του εβδομήντα, συμμετείχα ως εκπρόσωπος του Ρήγα Φεραίου στο γραφείο περιοχής Θεσσαλίας του ΚΚΕ Εσωτερικού. Γραμματέας ήταν ο πρώην αξιωματικός του αντάρτικου που έδωσε την εντολή εκτέλεσης του παππού μου. Τον ρώτησα αν θυμόταν την ιστορία και μου απάντησε: «Τι θέλεις παιδί μου, τι τα σκαλίζεις αυτά; Αυτές δεν ήταν κανονικές εποχές». Μεγάλωσα λοιπόν σε ένα σπίτι όπου η ανάγνωση της ιστορίας μπορούσε να έχει πολλές εκφάνσεις. Αμέσως μετά την πτώση της χούντας, σε ένα οικογενειακό γεύμα, ύψωσα τον τόνο της φωνής μου σε αδερφό του πατέρα, ανώτατο αξιωματικό της εποχής. Κάτι σαν να ζητούσα εξηγήσεις για τη συμμετοχή του στην άλλη πλευρά. Πετάχτηκε τότε η γιαγιά μου και μου είπε: «Ασ' το Ηλία, αυτά ήταν άλλα χρόνια». Και μαζί της συμφώνησε ο πατέρας μου.
Είχαμε μπει πλέον σε μία κανονικότητα. Έκτοτε η Ελλάδα έχει ζήσει μια ομαλή δημοκρατική περίοδο, την οποία πρέπει να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού. Οι παλιοί που έζησαν σε μη κανονικές συνθήκες, ήξεραν και ξέρουν να εκτιμούν τα αγαθά της εθνικής συμφιλίωσης. Αυτό που προέχει τώρα δεν είναι οι εμφύλιες διαμάχες των social media, ούτε η παρελθοντολογία. Αντ' αυτών πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά για το μέλλον της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Αυτό είναι βέβαια μία υπόθεση που δεν θα κριθεί στους καβγάδες του Ιντερνετ.

Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 2/9/2017.

Θα χάσει η Μέι τις εκλογές λόγω Υγείας;

Όταν η Τερέζα Μέι ανακοίνωσε ότι θα γίνουν πρόωρες βρετανικές εκλογές, η γενική εντύπωση ήταν ότι θα τις κέρδιζε με περίπατο, πρώτο, επειδή είχε «σκληρή στάση» απέναντι στη διαδικασία του «Brexit», απορροφώντας πολλούς ψηφοφόρους από αντιευρωπαϊκό κόμμα UKIP, το οποίο ήταν σε συνεχή πτώση και, δεύτερο, επειδή το Εργατικό κόμμα βρισκόταν σε κρίση, βασικά εξαιτίας της δυσαρμονίας ανάμεσα στον αρχηγό του κ. Τζέρεμι Κόρμπιν και την κοινοβουλευτική του ομάδα.

Η εκτίμηση επιβεβαιώθηκε από μια σειρά νίκες των Συντηρητικών στις δημοτικές εκλογές των αρχών του Μαϊου, όπου, επιπλέον, φάνηκε πως ούτε οι Φιλελεύθεροι δεν επιβραβεύτηκαν για το φιλοευρωπαϊσμό του «Bremain»: είχαν εμφανιστεί πια οι λεγόμενοι «re-leavers», δηλαδή ρεαλιστές φιλοευρωπαίοι που δέχονταν όμως πια την πραγματικότητα του «Brexit».

Όλα αυτά μέχρι να προσεχτεί ό,τι οι δημοσιογράφοι ονόμασαν «DeathTax» (=φόρος θανάτου), δηλαδή η μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης από το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ, ΝΗS) για την φροντίδα των ηλικιωμένων, μείωση που περιλήφτηκε στο προεκλογικό μανιφέστο των Συντηρητικών. Ο αρνητικός αντίκτυπος ήταν τόσο μεγάλος και τόσος άμεσος, ώστε η Μέι αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει. Έφυγε μάλιστα εσπευσμένα από τη Σύνοδο Κορυφής των G7 και γύρισε στο Λονδίνο για να κάνει τη σχετική δήλωση. Όμως η ζημιά για τους Συντηρητικούς είχε γίνει. Ένα θέμα Υγείας ανέτρεψε τα πάντα. Τώρα, σε μερικές δημοσκοπήσεις, οι Εργατικοί έχουν πλησιάσει τους Συντηρητικούς μέχρι και στο 3% της πρόθεσης ψήφου.

Ήρθε και μια σχετική με το θέμα έκθεση από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, η οποία επέτεινε την κακή για τους Συντηρητικούς εντύπωση. Η έκθεση επέκρινε διαδοχικές βρετανικές κυβερνήσεις –και την παρούσα– ότι δεν σχεδιάζουν μακροπρόθεσμα τον εκσυγχρονισμό και την αναπροσαρμογή του NHS, αλλά δίνουν μόνο άμεσες, βραχυπρόθεσμες λύσεις. Έτσι το NHS, που είναι κάτι σα «θρησκεία» για τους Βρετανούς, θα βρεθεί, μακροπρόθεσμα, υπό κατάρρευση. Η έκθεση ζήτησε αύξηση των δαπανών για την Υγεία σε σταθερά ποσά κάθε χρόνο, δηλαδή μια «προστατευμένη» δαπάνη, ανεξάρτητα από τις εξελίξεις στη Βρετανική οικονομία. Ζήτησε, ακόμα, θέσπιση ειδικής ασφάλειας για την φροντίδα των ηλικιωμένων, καθώς και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό βιωσιμότητας του NHS για τα επόμενα 15-20 χρόνια.

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πως ότι στη Βρετανία υπάρχουν τέσσερα επιμέρους NHS: το αγγλικό, το σκοτσέζικο, του ουαλικό και το βορειοϊρλανδικό. Το πρώτο είναι πιο ελεύθερο και ανταγωνιστικό, τα άλλα τρία πιο κεντρικά διευθυνόμενα. Ειδικά στην Αγγλία, που είναι και η πιο πολυάνθρωπη, οι δαπάνες κατανέμονται από το υπουργείο Υγείας σε 200 περίπου οργανισμούς αγοράς υπηρεσιών Υγείας, ενώ εμπλέκεται και η Αυτοδιοίκηση, έτσι ώστε να υπάρχει ανταγωνισμός. Τα νοσοκομεία ανταγωνίζονται κι αυτό παράγει θετικά αποτελέσματα. Αλλά ό,τι λειτουργεί σε μια μεγάλη πόλη, όπου υπάρχουν πολλά νοσοκομεία, δε λειτουργεί σε μικρούς τόπους, όπου οι δομές Υγείας είναι λίγες και δεν μπορεί να υπάρξει επιλογή. Επίσης, τα άλλα τρία συστήματα δεν είναι χειρότερα από το αγγλικό.
Η έκθεση της Βουλής των Λόρδων επιδιώκει τη σταθεροποίηση των δαπανών Υγείας μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας. Η παρούσα κατάσταση δεν είναι καλή. Τα ελλείμματα του NHS ήταν το 2015 2,5 δισ. λίρες (3 δισ. ευρώ). Το διάστημα 2009 – 2016 υπήρχε αύξηση των γιατρών στα νοσοκομεία κατά 25%, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν 4.700 κενές θέσεις γιατρών και πολλές νοσηλευτών (που εγκαταλείπουν το επάγγελμα λόγω κακών αμοιβών, ψάχνοντας για κάτι καλύτερο). Το Brexit μάλιστα αναμένεται ότι θα χειροτερέψει το πρόβλημα.
Εξάλλου, στην Ψυχική Υγεία η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη, αφού εδώ λείπουν 6.400 γιατροί και νοσηλευτές. Ο χρόνος αναμομονής στα «Επείγοντα» έχει αυξηθεί, όπως και η δυσαρέσκεια του προσωπικού, λόγω συνθηκών εργασίας.

Οι Συντηρητικοί λένε τώρα ότι θα δώσουν στην Υγεία 6 δισ., ισχυριζόμενοι ότι οι περαιτέρω βελτιώσεις θα προκύψουν από την αύξηση της παραγωγικότητας. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια αυτό δεν έχει συμβεί στο Σύστημα Υγείας, ενώ η σταθεροποίηση των δαπανών έχει προκύψει από το πάγωμα των μισθών και τη μείωση παραπομπών στα νοσοκομεία από τους γενικούς γιατρούς. Δηλαδή μάλλον από έλλειψη πόρων, παρά από καλύτερη διαχείριση. Εξάλλου, οι Εργατικοί υπόσχονται 30 δισ, και για το λόγο αυτό προτείνουν αύξηση του ανώτατου ορίου φορολόγησης για τους πλούσιους από το 45% στο 50%.

Σε κάθε περίπτωση, η ουσία είναι ότι το Bρετανικό Σύστημα Υγείας που είχε σχεδιαστεί τη δεκαετία του ΄40 χρειάζεται γενική αναδιάρθρωση, βραχυπρόθεσμα και κυρίως μακροπρόθεσμα, ώστε να μπορέσει να σταθεί με αξιώσεις τον 21ο αιώνα. Το κύριο πρόβλημα των Συστημάτων Υγείας είναι η αύξηση του αριθμού των ασθενών με πολλαπλά νοσήματα. Το 10% των ασθενών καταναλώνει το 65% των πόρων. Εισάγονται στα νοσοκομεία τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο, ενώ για την περίθαλψή τους χρειάζεται συντονισμός πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας φροντίδας υγείας, κάτι που σήμερα λείπει στα περισσότερα μέρη του κόσμου.

Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από το Δημοψήφισμα και το Brexit. Η Τερέζα Μέι, που δεν έδειξε και ιδιαίτερες δεξιότητες προεκλογικά, είναι πρωθυπουργός χωρίς να έχει εκλεγεί από το λαό. Σε λίγες μέρες θα ξέρουμε αν η πρωθυπουργία της θα διατηρηθεί, επικυρωμένη από τη λαϊκή ψήφο ή όχι. Το πιο πιθανό είναι ότι θα εκλεγεί άνετα. Αν όχι, αυτό θα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο (πάντα και για όλες τις κοινωνίες) ευαίσθητο θέμα της Υγείας.

Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 31/5/2017.

Οι "αποκλειστικές" τα γενόσημα και άλλα παράδοξα του ΕΣΥ

Στο περιθώριο του καρδιολογικού συνεδρίου, που διοργανώθηκε στη Βιέννη από το φόρουμ L.M. C., (Leadership and Management in cardiovascular medicine), με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων επιστημόνων διεθνούς κύρους και διαφορετικών ειδικοτήτων, για την ποιότητα παροχής υπηρεσιών υγείας σε καρδιολογικούς ασθενείς σε μια συγκυρία, που τα συστήματα Υγείας των χωρών δοκιμάζονται από την οικονομική κρίση, το Healthview, είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει, με τον καθηγητή της πολιτικής της Υγείας και διευθυντή του LSE Health (London School of Economics and Political Science).
Ο κος Μόσιαλος, που έχει διατελέσει επίσης και υπουργός επικρατείας με καθήκοντα κυβερνητικού εκπροσώπου και έχει χρηματίσει σύμβουλος σε θέματα Υγείας, σε διεθνείς οργανισμούς, μίλησε για τους διαρκείς ανορθολογισμούς και τα παράδοξα του ελληνικού συστήματος Υγείας, για τη «φιλολογία» των δήθεν "ακριβών" γενοσήμων, για τα κλασικά ελληνικά φαινόμενα, όπως αυτό των «αποκλειστικών νοσοκόμων», που επιβαρύνουν τα ελληνικά νοικοκυριά, αλλά και για τα κενά στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, που σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, οι πολίτες μπορούν και απολαμβάνουν, χωρίς να αναγκάζονται να βάλουν το χέρι στη τσέπη.

Πληθαίνουν οι φωνές που λένε ότι το επίπεδο υγείας στην Ελλάδα είναι χαμηλό και το αποδίδουν στην περικοπή των δαπανών και στη συρρίκνωση του προσωπικού, εσείς τι γνώμη έχετε;

Καταρχάς στην Ελλάδα δεν έχουμε πολύ ακριβή στοιχεία για τη μέτρηση της υγείας του ελληνικού πληθυσμού. Το επίπεδο προσδόκιμης ζωής, όμως έτσι και αλλιώς είχε αρχίσει να πέφτει και πριν από την κρίση. Το 1990, ήμασταν η τέταρτη υψηλότερη χώρα στην Ευρώπη σε επίπεδο προσδόκιμης ζωής, το 2009 όμως, τη χρονιά που ξεκίνησε «επίσημα» η κρίση, είχαμε πέσει ήδη στην δέκατη τέταρτη θέση. Δηλαδή μεταξύ 2000 και έως το 2009 ενώ αυξήσαμε δαπάνες, αυξήσαμε το προσωπικό, αυξήσαμε και την κατανάλωση όλων το υπηρεσιών της υγείας, παρόλα αυτά πέσαμε δέκα θέσεις, όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής των πολιτών. Άρα το θέμα, δεν είναι πόσα χρήματα ξοδεύεις αλλά πως τα ξοδεύεις..

Θεωρείτε ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν ανορθολογισμοί στη διαχείριση των δαπανών για την Υγεία;

Στην Ελλάδα έχουμε και αυτή τη στιγμή μια σειρά ανορθολογισμών. Ένας ανορθολογισμός για παράδειγμα, είναι το πολύ υψηλό επίπεδο των ιδιωτικών δαπανών. Δηλαδή είμαστε ανάμεσα στις χώρες, όπου οι πολίτες πληρώνουν από την τσέπη τους πολλά απευθείας στους ιατρούς και στους προμηθευτές των υπηρεσιών υγείας. Το ποσό των ιδιωτικών δαπανών, φτάνει περίπου το 40%. Αυτό είναι διαχρονικά, περίπου σταθερό.
Το επόμενο παράδοξο είναι ότι οι δημόσιες δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι πλεόν από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Ενώ κατά μέσο όρο, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ποσοστό είναι 7-7,5%, εμείς είμαστε κοντά στο 5%, με τους πολίτες όμως να φορτώνονται στους ώμους τους ένα μεγάλο μέρος των δαπανών για την Υγεία. Το ποσοστό των δαπανών για την Υγεία χρειάζεται ενίσχυση, κάτι όμως που αυτή τη στιγμή με τη φορολογία στα ύψη, δε μπορεί να γίνει. Το παράδοξο είναι, ότι ακόμη και σε αυτό το 5% υπάρχει ανορθολογισμός. Που είναι αυτός; Να το εξηγήσουμε:
Στην Ελλάδα έχουμε περίπου 2000 κλινικές στα νοσοκομεία. Υπάρχει μια μεγάλη πολυδιάσπαση των υπηρεσιών Υγείας και αυτό είναι αποτέλεσμα του πελατειακού συστήματος στην χώρα, αφού οι περισσότεροι γιατροί, θέλανε να έχουν τις δικές τους κλινικές στα νοσοκομεία.
Όσον αφορά στα νοσοκομεία, υπάρχουν νομοί με 4 νοσοκομεία. Σε κάποιους νομούς, έχουμε 3 νοσοκομεία, ένα πανεπιστημιακό, ένα νομαρχιακό και ένα στρατιωτικό. Αυτές οι νοσοκομειακές μονάδες δημιουργήθηκαν χωρίς σχεδιασμό και αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα. Δηλαδή, το υπουργείο Παιδείας έφτιαχνε τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, το υπουργείο Υγείας έφτιαχνε τα του ΕΣΥ, το υπουργείο Άμυνας έφτιαχνε τα στρατιωτικά, χωρίς καμία πρόβλεψη ενοποίησης και κοινής κατεύθυνσης, χωρίς καν τη δυνατότητα κεντρικού ελέγχου των δαπανών, με αποτέλεσμα να υπάρχει αυτός ο ανορθολογισμός. Ξοδεύουμε, χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα στις υπηρεσίες Υγείας. Π.χ το ότι έχουμε τους περισσότερους αξονικούς και μαγνητικούς τομογράφους και ότι κάνουμε τις περισσότερες αξονικές δε βελτιώνει το επίπεδο της Υγείας μας. Από την άλλη, δε ξοδεύουμε όσα ξοδεύουν οι Ευρωπαίοι.

Κε Μόσιαλε πως γίνεται να ξοδεύουμε τώρα λιγότερα από τους άλλους Ευρωπαίους και να συντηρούμε ακόμη και σήμερα αυτούς τους ανορθολογισμούς;

Το ότι ξοδεύουμε λιγότερα, γίνεται αφού έχουμε χαμηλότερους μισθούς από τους Ευρωπαίους. Δεύτερον, το ποσοστό του 5% είναι μικρό, αλλά δεν καλύπτονται τελικά οι δαπάνες σε κάποιους βασικούς τομείς, όπως είναι η πρωτοβάθμια φροντίδα Υγείας. Στην Ελλάδα για την πρωτοβάθμια φροντίδα πληρώνουν οι πολίτες από τη τσέπη τους, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους που έχουν πολύ πιο προηγμένα πρωτοβάθμια συστήματα Υγείας. Επίσης, έχουμε μεγάλη συμμετοχή στο κόστος των φάρμακων που φτάνει το 25% και υπάρχουν επιπλέον μορφές φροντίδας, τις οποίες δεν τις καλύπτει καθόλου το δημόσιο. Το φαινόμενο των αποκλειστικών νοσοκόμων στα νοσοκομεία, που είναι ένα κλασσικό ελληνικό φαινόμενο, υφίσταται γιατί δεν έχουμε δεν έχουμε επαρκές προσωπικό. Είμαστε η χώρα με το χαμηλότερο νοσηλευτικό προσωπικό ανά 1000 κατοίκους στην Ευρώπη με τους ασθενείς να επωμίζονται τελικά το κόστος αυτών των ελλείψεων. Επίσης δε μπορούμε να μιλάμε στην Ελλάδα για φροντίδα μακροχρόνιων ασθενών ή για φροντίδα στο σπίτι. Αυτό και πάλι είναι ένα κόστος που βαραίνει τα νοικοκυριά. Δηλαδή ενώ υπάρχει πλεόνασμα προσφοράς σε ορισμένους τομείς στο δημόσιο, σε άλλους υπάρχει έλλειμα.

Από το 2009 και μετά έχει μειωθεί στο μισό η φαρμακευτική δαπάνη. Πιστεύετε ότι υπάρχει και άλλο περιθώριο ή θα λείψουν φάρμακα από τους ασθενείς;

Εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον φαινόμενο. Η φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε στο μισό, αλλά σε συνολικό επίπεδο κατανάλωσης, δηλαδή πόσα κουτιά διατίθενται ή πόσες δόσεις φαρμάκων έχουν δοθεί, δεν υπάρχει σημαντική μείωση. Είναι παράδοξο, να έχουμε μειώσει τη δαπάνη αλλά όχι την κατανάλωση! Στην κατανάλωση αντιβιοτικών για παράδειγμα, είμαστε η πρώτη χώρα στην Ευρώπη ακόμη και τώρα! Σίγουρα σε ορισμένους τομείς παρατηρούνται ελλείψεις αλλά δεν πρόκειται για ελλείψεις φαρμάκων, κυρίως πρόκειται για έλλειμμα πρόσβασης στα φάρμακα διότι πολλοί Έλληνες πολίτες, βρέθηκαν να είναι ανασφάλιστοι, χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη φαρμακευτικής τους κάλυψης. Απαράδεκτο κατά τη γνώμη μου, κυρίως για τους βαριά ασθενείς που θα πρέπει να έχουν αυτόματη και άμεση κάλυψη.
Η δαπάνη, θεωρώ ότι είναι σε αρκετά λογικά επίπεδα αυτήν την στιγμή. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να μειωθεί, αλλά αυτό που θα πρέπει να κάνει η ελληνική πολιτεία, είναι να μειώσει όχι τις δαπάνες αλλά τους ανορθολογισμούς. Τα αντιβιοτικά, είναι ένα παράδειγμα αφού ανήκουν σε μία απόα αυτές τις κατηγορίες φαρμάκων που οι γιατροί συνταγογραφούν υπερβολικά. Εάν εξοικονομηθούν χρήματα από την περιττή συνταγογράφηση, με αυτά τα χρήματα μπορούμε να καλύψουμε τους ανασφάλιστους για να μπορούν να παίρνουν τα φάρμακά τους. Μία ανακατανομή στις δαπάνες θα ωφελήσει τους πιο αδύναμους συμπολίτες.

Πόσο απαραίτητα είναι τα καινοτόμα φάρμακα για τα δημόσια συστήματα υγείας σε περιόδους κρίσης και μεγάλων οικονομικών δυσκολιών

Να ξεκαθαρίσουμε, καινοτόμο φάρμακο, δεν είναι ότι καινούργιο βγαίνει στην αγορά. Δηλαδή, ότι μπορεί να βγει ένα καινούργιο αυτοκίνητο δεν εξυπακούεται σίγουρα να είναι καλύτερο από το προηγούμενο μοντέλο. Για να θεωρήσουμε ένα φάρμακο καινοτόμο ή επαναστατικό, θα πρέπει να το έχουμε αξιολογήσει και να ξέρουμε ότι δίνει καλύτερα αποτελέσματα, από την καλύτερη εναλλακτική επιλογή που έχουμε. Στην Ελλάδα όμως δεν έχουμε μηχανισμούς αξιολόγησης ιατρικής τεχνολογίας, είτε για φάρμακα είτε για διαγνωστικές συσκευές, ή ακόμα και για μία νέα επέμβαση.
Άρα η Ελλάδα θα πρέπει να αποκτήσει έναν τρόπο να αξιολογεί τα καινούργια φάρμακα στο κατά πόσο πραγματικά δίνουν καλύτερα κλινικά και θεραπευτικά αποτελέσματα, σε σύγκριση με την επιλογή που έχουμε τώρα. Εξάλλου σε όλα τα φάρμακα, δεν ανταποκρίνονται όλοι οι ασθενείς. Εάν έρθει λοιπόν ένα καινούργιο φάρμακο και αποδεδειγμένα έχει πιο καλά αποτελέσματα από τα υπάρχοντα, θα πρέπει να το εντάξουμε. Σ ένα φάρμακο πχ για την καρδιακή ανεπάρκεια, δεν ανταποκρίνονται όλοι οι ασθενείς. Εάν έρθει ένα καινούργιο και αποδεδειγμένα είναι καλύτερο από τα προηγούμενα, θα πρέπει να πάρει καλύτερη τιμή. Εάν όμως όχι, τότε προκύπτει το ερώτημα. Αξίζει να πληρώσουμε γι΄ αυτό;

Έχουμε ακριβά η φθηνά φάρμακα στην Ελλάδα και ποια είναι η γνώμη σας για τις τιμές των ελληνικών γενόσημων;

Υπάρχει αυτή η φιλολογία ότι τα γενόσημα στην Ελλάδα είναι πολύ ακριβότερα απ' ότι σε άλλες χώρες, όμως η τιμές των γενοσήμων στην Ελλάδα συνδέονται με τις τιμές των πρωτοτύπων. Η μείωση της δαπάνης στην Ελλάδα, επιτεύχθηκε με επέμβαση στις τιμές, οπότε είναι λογικό, αφού έπεσαν οι τιμές των πρωτοτύπων, να πέσουν και οι τιμές των γενοσήμων. Για να δώσουμε όμως σωστή απάντηση στο ερώτημα, χρειαζόμαστε μία συγκριτική μελέτη, που να συγκρίνει ένα γενόσημο φάρμακο στην Ελλάδα με ένα γενόσημο στην Πορτογαλία, σε ίδια συσκευασία, ίδια ποσότητα και ίδια δόση. Η γνώμη μου είναι, ότι οι τιμές δε μπορούν να πέσουν και άλλο. Αυτό που χρειάζεται είναι εξορθολογισμός, για να περισσέψουν χρήματα και να καλυφθούν οι ανάγκες και τα ελλείμματα του Εθνικού μας Συστήματος Υγείας.

Δημοσιεύτηκε στο Helathview.gr στις 20/6/2016.

Σελίδα 1 από 6