Πέμπτη, 23 Ιανουάριος 2020

Διαπραγματεύσεις, ευθύνες και σφάλματα

Και οι τρεις πλευρές, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, θεσμοί, έκαναν σοβαρά σφάλματα. Ξεκινώ από την πρώτη.

Η κυβέρνηση
Πέρα από τον ερασιτεχνισμό και την ανικανότητα των κυβερνώντων, ο Πρωθυπουργός έβαλε αρχικά τη συνοχή του βαθιά διχασμένου κόμματός του πάνω από την επίτευξη του κύριου στόχου που είναι η παραμονή μας στην ευρωζώνη. Αντίθετα, διέψευσε τον ευρέως διαδεδομένο μύθο πως ούτε ο ίδιος ούτε η πλειοψηφία των ευρωπαίων εταίρων μας στόχευαν εξαρχής στο Grexit. Δεν κατόρθωσε όμως να περιθωριοποιήσει την αριστερή πτέρυγα του κόμματος που συνεχώς έβαζε εμπόδια στην επίτευξη μιας συμφωνίας. Ετσι ο ΣΥΡΙΖΑ όδευε συγχρόνως προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Αποτέλεσμα: συνεχή πισωγυρίσματα, γενικευμένη ασάφεια και συστηματική διγλωσσία (μια γλώσσα για το εσωτερικό και μια άλλη για το εξωτερικό). Αγνοώντας βέβαια πως οι εταίροι μας γνώριζαν με κάθε λεπτομέρεια τι λεγόταν στο ελληνικό ακροατήριο.

Επιπλέον το δημοψήφισμα ήταν μια λανθασμένη επιλογή. Ηταν παραπλανητικό και αντιδημοκρατικό / «βοναπαρτικό». Εδωσε την ευκαιρία στους ευρωπαίους οπαδούς του Grexit να υποστηρίζουν, υποκριτικά βέβαια, πως η πλειοψηφία στη χώρα μας θέλει την έξοδο από το ευρώ.

Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω σφαλμάτων αργοπορήσαμε την τελική επίτευξη συμφωνίας, αργοπορία που είχε πολύ αρνητικά αποτελέσματα για μια οικονομία που αργ οπεθαίνει. Τελικά ο Πρωθυπουργός είχε το θάρρος να αποδεχθεί την εξαιρετικά επώδυνη πρόταση των θεσμών. Εχουμε μπροστά μας μια σειρά δρακόντεια μέτρα που πολύ δύσκολα θα υλοποιηθούν. Ελπίζω ο Αλέξης Τσίπρας να κάνει το επόμενο θαρραλέο βήμα: να βρει τον τρόπο να απαλλαγεί από όλους αυτούς που τον καταψήφισαν και που έχουν μια ριζικά αντίθετη στρατηγική για τη διάσωση της χώρας - δηλαδή, την επιστροφή στη δραχμή. Είναι ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος και να απαλλαγεί ο Πρωθυπουργός από αυτούς που συστηματικά τον υπονομεύουν. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα συνηθισμένο πλουραλιστικό κόμμα. Είναι ένα κόμμα διχασμένο σε βαθμό που κάθε συμβιβασμός οδηγεί στην παραλυσία, στην πλήρη αδυναμία συγκρότησης ενός αποτελεσματικού κυβερνητικού προγράμματος. Αν ο Πρωθυπουργός ξαναβάλει τη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ πάνω από την ανάπτυξη της χώρας, δεν θα καταφέρει ούτε συνοχή ούτε ανάπτυξη. Χωρίς να το θέλει θα οδηγήσει τη χώρα στη δραχμή - κάτι που και ο Σόιμπλε και ο Λαφαζάνης διακαώς επιθυμούν.

Αυτό γίνεται πιο αντιληπτό όταν λάβουμε υπόψη μας πως ο λόγος της λαφαζανικής Αριστεράς βασίζεται στην πίστη πως μέσα στην ευρωζώνη, πέρα από όλα τα άλλα κακά, χάνουμε την εθνική μας κυριαρχία. Αν αφήσουμε όμως τις φαντασιώσεις, πρέπει να ερωτηθούμε τι γίνεται με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις αν απομονωθούμε από την Ευρώπη; Πώς αντιμετωπίζουμε μια χώρα που έχει πολλαπλάσιο πληθυσμό και πολλαπλάσιους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους; Πώς μπορεί να προχωρήσει ο εξοπλισμός της χώρας όταν δεν μπορούμε να αγοράσουμε με δραχμές νέα συστήματα αντίστασης και επίθεσης; Κάτω από αυτές τις συνθήκες τι είδους κυριαρχία θα έχουμε; Πώς θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε σε μια επιθετική Τουρκία που στον χώρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων (από την Κύπρο ως το Αιγαίο και τη Θράκη) θα προσπαθήσει διά της βίας να επιβάλει τη θέλησή της; Θέλουμε έναν νέο ελληνοτουρκικό πόλεμο τόσο καταστροφικό όσο αυτός του 1897; Είναι η κυριαρχία των θεσμών χειρότερη από την τουρκική;

Αυτό που δεν αντιλαμβάνεται η αριστερή πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως ο μετακαπιταλιστικός δημοκρατικός σοσιαλισμός που ονειρεύεται δεν είναι δυνατός σε μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα. Μια χώρα που βρίσκεται σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο που, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, κυριαρχείται από τρεις τύπους καπιταλισμού: τον νεοφιλελεύθερο, τον αυταρχικό καπιταλισμό της Κίνας και τον ημι-σοσιαλδημοκρατικό / σοσιοφιλελεύθερο καπιταλισμό των σκανδιναβικών χώρων. Σε αυτό το πλαίσιο η απομόνωσή μας από την Ευρώπη δεν θα οδηγήσει στην εθνική ανεξαρτησία. Θα οδηγήσει μάλλον σε μια αλβανοποίηση τύπου Χότζα.

Η αντιπολίτευση
Ο πρώην πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ δεν έπαψε ούτε στιγμή να τονίζει πως προτού αναλάβει ο Αλέξης Τσίπρας την εξουσία τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλύτερα. Η χώρα έφτασε στο σημείο να δανείζεται από τις αγορές με σχετικά χαμηλό επιτόκιο. Αλλά σε αυτή την επίμονη επιχειρηματολογία έλειπε η άλλη μισή αλήθεια. Ο Αντώνης Σαμαράς, ακολουθώντας την αυτοκαταστροφική του προδιάθεση, «κλώτσησε την καρδάρα με το γάλα». Αρχισε να απομακρύνεται από την Κεντροδεξιά εντείνοντας την εσωκομματική ρήξη. Αρχισε επίσης, μετά την ήττα της κυβέρνησης ΝΔ - ΠαΣοΚ στις ευρωεκλογές, να λαϊκίζει χάνοντας έτσι την εμπιστοσύνη της κυρίας Μέρκελ.

Οσο για τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης (με την εξαίρεση του Ποταμιού, ο αρχηγός του οποίου έχει άμεση σχέση με την κοινή λογική), εξακολούθησαν μέχρι τέλους να υποσκάπτουν τον Αλέξη Τσίπρα με σωστά μεν επιχειρήματα που δεν έπρεπε όμως να ειπωθούν τη στιγμή που ειπώθηκαν. Ετσι, από τη μια μεριά μιλούσαν συνεχώς για την απόλυτη ανάγκη αποφυγής του διχασμού, από την άλλη τον τροφοδοτούσαν συστηματικά. Ο συγκρουσιακός λόγος της πολιτικής μας κουλτούρας καθώς και η κομματικοκρατική λογική της αντιπολίτευσης και κυβέρνησης καλά κρατούν. Το ancien regime ούτε πέθανε ούτε καν αργοπεθαίνει.

Τα σφάλματα και η ευθύνη των θεσμών
Το πιο βασικό σφάλμα της τρόικας είναι ο γενικός προσανατολισμός της. Αυτός βασίζεται στην εμμονή της να επιβάλλει άγρια λιτότητα σε περίοδο ύφεσης. Αυτή η στρατηγική δεν είναι μόνο αντικοινωνική αλλά και λανθασμένη. Δεν χρειάζεται μεγάλη γνώση οικονομικών για να καταλάβει κανείς πως τα μέτρα λιτότητας εντείνουν την οικονομική κρίση και οδηγούν στην αδυναμία της χώρας να ξεπληρώσει έστω και μερικώς το τεράστιο χρέος της. Σε μια χώρα που αναλογικά έχει το μεγαλύτερο χρέος στην ΕΕ και που, για ιστορικούς λόγους, έχει μια πολιτική κουλτούρα και δομή διαφορετική όχι μόνο από τις βορειοδυτικές αλλά και από τις άλλες νοτιοευρωπαϊκές κοινωνίες, τα έντονα υφεσιακά μέτρα οδηγούν σε πλήρες αδιέξοδο.

Βέβαια την κύρια ευθύνη για το τεράστιο ελληνικό χρέος έχουν οι παλαιοκομματικές πολιτικές ελίτ της χώρας. Η λιτότητα σίγουρα «τιμωρεί» και τις πολιτικές ελίτ και ολόκληρο τον ελληνικό λαό. Αλλά σίγουρα δεν λύνει το πρόβλημα της ουσιαστικής μείωσης του χρέους. Με άλλα λόγια, η λιτότητα δεν βλάπτει μόνο τους δανειζόμενους αλλά και τους δανειστές. Από αυτή τη σκοπιά, κάτω από τη γερμανική ηγεμονία, οι εταίροι μας φέρθηκαν «μπακαλίστικα» και μυωπικά. Σαν τέλειοι γραφειοκράτες επέβαλαν στη χώρα λιγότερο αναπτυξιακά και περισσότερο υφεσιακά αντικοινωνικά μέτρα. Για παράδειγμα, η τρόικα δεν πίεσε αρκετά τους πολιτικούς να λύσουν άμεσα το πρόβλημα των κλειστών επαγγελμάτων επιβάλλοντας όπου υπήρχε απόκλιση από τα συμφωνηθέντα αυστηρά χρονοδιαγράμματα και ποινές. Το βάρος δόθηκε στην οριζόντια μείωση μισθών και συντάξεων.

Την ακραία στενομυαλιά την παρατηρούμε και στην παρέμβαση της κυρίας Λαγκάρντ. Οταν η κυβέρνηση και οι θεσμοί είχαν σχεδόν φτάσει σε μια συμφωνία, η επικεφαλής του ΔΝΤ παρενέβη υποστηρίζοντας πως η ελληνική πρόταση δεν ήταν επαρκώς ισορροπημένη. Αυτό οδήγησε τους ευρωπαίους εταίρους, σαν πρόβατα, να αλλάξουν αμέσως γνώμη και να συμφωνήσουν με τη «σοφή» γαλλίδα πολιτικό. Απέρριψαν την ελληνική πρόταση και οδήγησαν τον έλληνα πρωθυπουργό να προχωρήσει στο μοιραίο δημοψήφισμα. Δυστυχώς η κυρία Λαγκάρντ σε αυτή την περίπτωση δεν είχε τη διορατικότητα και μεγαλοψυχία του προκατόχου της. Τελικά μας επιβλήθηκε μια συμφωνία με δρακόντεια και τιμωρητικά μέτρα που είναι πολύ δύσκολο να υλοποιηθούν.

Γλιτώσαμε έτσι το Grexit, αλλά θα εξακολουθήσουμε να λειτουργούμε σε ένα τεχνο-γραφειοκρατικό πλαίσιο όπου η πλειονότητα των εταίρων μας, και κυρίως η Γερμανία, θα παραμείνει αποκομμένη από το όραμα των δημιουργών της ευρωπαϊκής ενοποίησης: το όραμα μιας πολιτικά ενωμένης και κοινωνικά αλληλέγγυας Ευρώπης.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής στις 19/7/2015

Περί Δημοψηφίσματος

Γενικά ένα δημοψήφισμα μπορεί να έχει και δημοκρατικό αλλά και αυταρχικό/βοναπαρτικό χαρακτήρα. Αν η ερώτηση που τίθεται είναι έτσι διαμορφωμένη που, έμμεσα, ενισχύει τη μια πλευρά των ανταγωνιστών, τότε ο αντιδημοκρατικός υπερισχύει του δημοκρατικού. Το ίδιο ισχύει αν δεν δίνεται αρκετός χρόνος στις δύο παρατάξεις να αναπτύξουν ξεκάθαρα τα επιχειρήματά τους, βοηθώντας έτσι τους ψηφοφόρους να αποφασίσουν ποια πλευρά να υποστηρίξουν.
Και σε ό,τι αφορά τη σαφήνεια της ερώτησης και σε ό,τι αφορά τον εξαιρετικά περιορισμένο χρόνο, το σχεδιαζόμενο δημοψήφισμα της Κυριακής είναι αντιδημοκρατικό. Δίνει την ευκαιρία σε μια μειοψηφία που είναι υπέρ της δραχμής να επιβάλλει τη βούλησή της σε μια πλειοψηφία που είναι υπέρ του ευρώ και της Ευρώπης.
Εξηγούμε: Σε ό,τι αφορά τον περιορισμένο χρόνο, δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα παραπάνω. Είναι προφανές πως χρειαζόταν περισσότερος χρόνος για να διευκρινιστεί τί ακριβώς θέλει και υποστηρίζει η κάθε πλευρά.
Σε ό,τι αφορά τον παραπλανητικό χαρακτήρα της ερώτησης, αυτό φαίνεται αμέσως αν τεθεί το εξής ερώτημα: Αν ένας ψηφοφόρος δεν συμφωνεί με τον απαράδεκτο τρόπο που οι θεσμοί χειρίστηκαν την όλη διαπραγμάτευση, αλλά πιστεύει πως πρέπει να εξακολουθήσουμε τη διαπραγμάτευση αφού ο κύριος στόχος είναι, πάση θυσία, να παραμείνουμε στην ευρωζώνη - πώς ψηφίζει αυτό το άτομο; Αυτή η παραπλανητική ασάφεια σίγουρα προβληματίζει μια μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων που αποδοκιμάζουν μεν τους χειρισμούς των θεσμών στη διαπραγμάτευση, αλλά διαφωνούν με την αντίδραση του πρωθυπουργού να την σταματήσει απότομα - ενώ είχε την ευκαιρία (που την έχει και σήμερα) να την συνεχίσει.
Πολλοί έχουν τη συνομωσιολογική αντίληψη πως οι διαπραγματεύσεις σταμάτησαν γιατί από την αρχή και οι δύο πλευρές δεν ήθελαν μια συμφωνία. Οι θεσμοί ήθελαν το grexit, καθώς και η ελληνική κυβέρνηση. Νομίζω πως αυτό είναι λάθος. Νομίζω πως και οι δύο πλευρές δεν παίζουν όλους αυτούς τους μήνες θέατρο. Προσπαθούσαν να τα βρούνε και μάλιστα έφτασαν πολύ κοντά. Αυτό πριν από την επέμβαση της κυρίας Λαγκάρντ που φαίνεται τελείως ανίκανη να ξεχωρίσει το δέντρο από το δάσος. Αγνόησε τις καταστροφικές επιπτώσεις μιας αποτυχίας - για την Ελλάδα (απόλυτη εξαθλίωση), για την Ευρώπη (το πρώτο βήμα προς μια πιθανή διάλυση) και για την παγκόσμια οικονομία (αν το grexit λειτουργήσει όπως η Τράπεζα Lehman Brothers). Είναι κρίμα που η αντικαταστάτρια του Στρος Καν στο ΔΝΤ δεν έχει τίποτα από το ανοικτό πνεύμα και τη διορατικότητα του προκατόχου της. Λειτούργησε τελείως στενόμυαλα, γραφειοκρατικά και ανεύθυνα.
Συμπέρασμα: Το δημοψήφισμα δεν ήταν καλή ιδέα. Είναι παραπλανητικό ως προς τον τρόπο διαμόρφωσης της ερώτησης και δείχνει μια απότομη στροφή του πρωθυπουργού που μάλλον έχει πάψει να πιστεύει στην ανάγκη παραμονής μας στην ευρωζώνη. Δεν πιστεύω πως ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εξαρχής υπέρ της δραχμής. Δεν ξέρω όμως γιατί αυτή η απότομη στροφή την στιγμή που οι θεσμοί, μετά και την χθεσινή παρέμβαση Γιούνκερ, δεν φαίνεται να θέλουν ένα grexit. Θέλουν να βρεθεί μια συμφωνία. Μια συμφωνία δεν θα λύσει μαγικά τα προβλήματα της χώρας. Θα είναι όμως ένα πρώτο βήμα για την αποφυγή μιας καταστροφικής πτώσης στο κενό.

Το μέλλον του Σύριζα ή η διάσπαση του Σύριζα;

Η επίθεση της αριστερής κυρίως πτέρυγας εναντίον του Αλέξη Τσίπρα στην πρόσφατη συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πως, με βάση την τωρινή δομή του κόμματος, η επίτευξη μιας μακρόχρονης συμφωνίας με τους εταίρους μας θα είναι εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Μπορεί βέβαια οι τωρινές διαφωνίες να ξεπεραστούν.

Η αδυναμία μακροπρόθεσμης συμφωνίας

Αλλά μακροπρόθεσμα, όταν έρθουν τα πολύ πιο δύσκολα προβλήματα (π.χ. το επόμενο οδυνηρότατο μνημόνιο), θα δημιουργηθεί βαθύ χάσμα μεταξύ της στρατηγικής Τσίπρα και αυτής του Λαφαζάνη. Ο πρωθυπουργός έχει σίγουρα αποφασίσει η χώρα μας να συνεχίσει την ευρωπαϊκή πορεία της. Από την άλλη μεριά, η αριστερή πτέρυγα δεν την πειράζει ή επιθυμεί την επιστροφή στην δραχμή. Είναι φανερό πως οι δύο πλευρές έχουν διαφορετικούς στόχους και κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Πρόκειται για μια πολύ σοβαρή διαφωνία που οδηγεί σε αδιέξοδο. Σε ένα αδιέξοδο που εν μέρει εξηγεί τις παλινωδίες των διαπραγματεύσεων, τις ατελείωτες συζητήσεις, την παντελή έλλειψη συντονισμού, τα συνεχή πισωγυρίσματα και όλα τα άλλα εμπόδια που κάθε μέρα που περνάει εντείνουν την ύφεση. Αυτό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι πως παρόλο που η πολιτική του πρωθυπουργού υποστηρίζεται όχι μόνο από την πλειοψηφία των στελεχών, της κομματικής βάσης αλλά και από την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, είναι αναγκασμένος στις συνομιλίες του με τους θεσμούς να φέρει τα βαρίδια της εσωτερικής αντιπολίτευσης.
Αν τελικά η τελευταία, μέσω μιας πολύ σκληρής αντίστασης «πετύχει» (με τη συνδρομή αξιωματούχων όπως ο Σόιμπλε) να μας οδηγήσει στο grexit, αυτό θα σημάνει πως μια μειοψηφία θα επιβάλλει έμμεσα μια λύση που ο ελληνικός λαός δεν επιθυμεί. Έτσι, παρόλο που η λήψη αποφάσεων στον ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν το μονοδιάστατο και αυταρχικό χαρακτήρα που παρατηρούμε στο ΚΚΕ, η αριστερή πλατφόρμα μπορεί τελικά να σαμποτάρει τις διαπραγματεύσεις και να οδηγήσει σε έναν ριζοσπαστικό αναπροσδιορισμό των βασικών προσανατολισμών της χώρας, χωρίς τη συναίνεση της μεγαλύτερης μερίδας των πολιτών.

Οι υποστηρικτές του ευρώ

Ας σημειωθεί εδώ πως οι περισσότεροι υποστηρικτές του ευρώ, εντός και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αγνοούν τη βάρβαρη και συγχρόνως λανθασμένη πολιτική της λιτότητας που η γερμανική κυβέρνηση επιβάλλει στην ευρωζώνη. Μια στρατηγική λιτότητας που η κυρία Μέρκελ επιβάλλει παρ' όλη την ύφεση. Ως γνωστόν, αυτή η κατάσταση οδηγεί στη μαζική ανεργία, στον ακροδεξιό εθνολαϊκισμό και στην ευρωφοβία. Ούτε αγνοούν οι έλληνες πολίτες πως η Γερμανία, με το βουνό των πλεονασμάτων που έχει, κερδίζει πολύ περισσότερα από ό,τι δίνει σαν βοήθεια στις λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες της ευρωζωνικής περιφέρειας. Παρόλα αυτά, οι οπαδοί της συνέχισης της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας επιμένουν πως μεταξύ δύο κακών, η επιστροφή στην δραχμή θα είναι η χειρότερη. Γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε πληθωρισμό, στην παραπέρα καταστροφική μείωση μισθών και συντάξεων, καθώς και στην εκτίναξη των ανισοτήτων μεταξύ φτωχών και πλουσίων - κυρίως πλούσιων που κατόρθωσαν να στείλουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό. Αυτοί που υποστηρίζουν την επιστροφή στην δραχμή δεν έχουν ποτέ εξηγήσει με σοβαρό, πειστικό τρόπο πώς θα ξεπεραστεί μια τέτοια ζοφερή κατάσταση. Ούτε μας έχουν πει πώς, στο γεωπολιτικό χώρο, μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη ραγδαία αναπτυσσόμενη (οικονομικά και στρατιωτικά) Τουρκία του Ερντογάν που δεν φαίνεται να έχει φιλειρηνικές προθέσεις έναντι της χώρας μας.

Η διάσπαση

Υπάρχει λύση στο αδιέξοδο; Μόνο μια καθαρή ρήξη μεταξύ πρωθυπουργού και των οπαδών της δραχμής μπορεί να απελευθερώσει τον Αλέξη Τσίπρα από τις υπονομευτικές πρακτικές των αντιπάλων του - πρακτικές που σήμερα έχουν οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ακινησία, στην πλήρη ασυνεννοησία και στο οργανωτικό χάος. Σίγουρα πολλοί θα υποστηρίξουν πως παρ' όλες τις διαφορές που υπάρχουν, όπως κάθε πλουραλιστικό κόμμα, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορέσει να επιβιώσει χωρίς μια διάσπαση. Αυτό θα ήταν δυνατό αν οι διαφορές των δύο πλευρών δεν ήταν τόσο αντιθετικές και τόσο καθοριστικές στον αν η χώρα θα συνεχίσει ή όχι την ευρωπαϊκή πορεία της. Βέβαια, μια τέτοια εξέλιξη για ευνόητους λόγους δεν μπορεί να επιτευχθεί σήμερα. Μπορεί όμως να είναι δυνατή αργότερα, για παράδειγμα με εκλογές στους επόμενους μήνες στη βάση λίστας που θα αποκλείει τους σκληροπυρηνικούς της αριστερής πλατφόρμας καθώς και τους ακροδεξιούς των ΑΝΕΛ. Προφανώς η πρόταση για μια ακόμα εκλογή σε περίοδο κρίσης δεν είναι ούτε δημοφιλής ούτε ανέξοδη. Θα ξεκαθαρίσει όμως μια κατάσταση που αυτή την στιγμή υπονομεύει το μέλλον της χώρας. Σε μια τέτοια κίνηση δεν υπάρχει αμφιβολία πως η πλειοψηφία του ελληνικού λαού θα προτιμήσει τον Τσίπρα από τον Λαφαζάνη και το ευρώ από την δραχμή.
Τελειώνοντας, δεν είναι βέβαια σίγουρο πως ο πρωθυπουργός θα θελήσει να προχωρήσει στη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Αν όμως το επιχειρήσει και αν πετύχει, σίγουρα θα γίνει ο κύριος παίκτης στην ελληνική πολιτική αρένα στα χρόνια που έρχονται.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 29/5/2015

ΝΕΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ Ή GREXIT; ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΤΣΙΠΡΑ

Είναι πιθανό στο Eurogroup στις 24 Απριλίου, για μια ακόμα φορά, να μην επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και τρόικας/θεσμών (το παρόν κείμενο γράφτηκε στις 20/4). Οι δημοσκοπήσεις όμως εξακολουθούν να δείχνουν πως η δημοτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σε υψηλά επίπεδα ενώ ο Αλέξης Τσίπρας είναι αναμφίβολα ο πιο δημοφιλής πολιτικός της χώρας.

Περισσότερα...

Παιχνίδι κυριαρχίας

Το πιο κομβικό πρόβλημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή συγκυρία είναι ο χειρισμός των εξελισσόμενων διαπραγματεύσεων μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των εταίρων μας. 

Περισσότερα...

Ισχυρή Ευρώπη, ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα

Με τη δημιουργία της ευρωζώνης και τη μετέπειτα παγκόσμια οικονομική κρίση, μια σειρά από σοβαρά ρήγματα εμφανίστηκαν στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Περισσότερα...

Μπορεί να αναγεννηθεί η Σοσιολδημοκρατία;

Η σοσιαλδημοκρατία έκανε την εμφάνισή της στον 19ο αιώνα σαν μια κίνηση που αρχικά είχε και επαναστατικές / μαρξιστικές και εξελικτικές / ρεφορμιστικές τάσεις.

Περισσότερα...

«Οι μονοθεϊστικές θρησκείες διεκδικούν το μονοπώλιο της αλήθειας»

Συνέντευξη στους δημοσιογράφους Τάσο Τσακίρογλου, Τάσο Παππά

-«Αν ο Θεός δεν υπάρχει, όλα επιτρέπονται» (Ντοστογιέφσκι). Σήμερα όμως βλέπουμε ότι στο όνομα του Θεού επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα: βίαιος προσηλυτισμός, μαζικές δολοφονίες, επιθέσεις κατά των απίστων, είτε είναι αξιωματούχοι της εξουσίας είτε είναι απλοί πολίτες. Εναν τέτοιο βλοσυρό και εκδικητικό Θεό τον χρειαζόμαστε;

Περισσότερα...

Μερκιαβελλισμός

Σε ένα βιβλίο του που μεταφράστηκε στα ελληνικά (Από τον Μακιαβέλλι στη Μερκιαβέλλι, Πατάκης), ο διάσημος γερμανός κοινωνιολόγος Ulrich Beck χαρακτήρισε τη διακυβέρνηση της κυρίας Μέρκελ ως «μερκιαβελλική» - δηλ. σαν ένα συνδυασμό του οικονομικά νεοφιλελεύθερου και του πολιτικά μακιαβελικού. Νομίζω πως ο χαρακτηρισμός είναι παραπλανητικός. Η γερμανίδα καγκελάριος έχει μεν κοινά χαρακτηριστικά με την κυρία Θάτσερ, όχι όμως και με τον Μακιαβέλλι. Κατά τον ιταλό διανοητή, ο ηγεμόνας πρέπει να βλέπει όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα. Πρέπει να συνδυάζει τη λογική του τακτικισμού με αυτήν της μακρόχρονης στρατηγικής. Η γερμανίδα καγκελάριος βλέπει τα κοντινά αλλά όχι τα μακρινά, βλέπει τα δέντρα και όχι το δάσος. Και αυτό είτε λόγω ιδεολογικής τύφλωσης (λιτότητα πριν από ανάπτυξη), είτε λόγω ατολμίας (η «βήμα προς βήμα» προσέγγιση), είτε λόγω ψηφοθηρίας (οι ψηφοφόροι δεν θέλουν να βοηθήσουν τους νοτιοευρωπαίους «τεμπέληδες»).
Έτσι, από τη μια μεριά η κυρία Μέρκελ θέλει μια ενωμένη, ισχυρή Ευρώπη, μια Ευρώπη ικανή να παίξει κεντρικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική αρένα. Αντιλαμβάνεται πως μια Γερμανία εκτός της ΟΝΕ και της ΕΕ, στο πλαίσιο της σημερινής παγκοσμιοποίησης, θα γίνει ένας τρίτης κατηγορίας παίκτης σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση του κόσμου που έρχεται. Από την άλλη μεριά όμως, εφαρμόζει μια κοντόφθαλμη πολιτική που την απομακρύνει από το όραμα μιας ισχυρής Ευρώπης, μέσα στην οποία θα παίζει σημαντικό αλλά όχι ηγεμονικό ρόλο. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια βασική αντίφαση μεταξύ της τωρινής πολιτικής που η Μέρκελ ακολουθεί και των στόχων που η ίδια θέλει να πετύχει στο μέλλον. Αν δεν αλλάξει η γερμανική πολιτική, θα οδηγήσει όχι στην ενδυνάμωση αλλά στην αποδυνάμωση/πιθανή διάλυση της ΕΕ. Η παραπάνω αντίφαση φαίνεται ξεκάθαρα αν εξετάσουμε τα τρία βασικά «επιτεύγματα» της μερκελικής διακυβέρνησης.

Η καταστροφή μιας ολόκληρης γενιάς

Η υπερβολικά υψηλή ανεργία στον ευρωπαϊκό Νότο - σε ένα κόσμο όπου η εργασία καθορίζει το βαθμό αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης των νέων, τους έχει οδηγήσει στην περιθωριοποίηση, την απελπισία και, συχνά, στην παραβατικότητα. Κάπως αργά η γερμανική κυβέρνηση αντιλήφθηκε τις καταστροφικές επιπτώσεις της βάρβαρης και συγχρόνως ανεγκέφαλης πολιτικής της άγριας λιτότητας σε εποχή βαθιάς ύφεσης. Αντί όμως να αλλάξει πολιτική, αντί να αντιληφθεί πως σε περίοδο ύφεσης χρειάζεται πρώτα ανάπτυξη και μετά δημοσιονομική πειθαρχία, εξακολουθεί πεισματικά την αδιέξοδη πολιτική της. Το μόνο που αποφάσισε με κροκοδείλια δάκρυα να κάνει σε ό,τι αφορά την ανεργία στον Νότο είναι να δώσει μερικά ψιχία βοήθειας, μια σταγόνα νερό σε μια απέραντη έρημο.

Η άνοδος του ευρωφοβισμού

Η άνοδος ακροδεξιών, αντιευρωπαϊκών κομμάτων δημιουργεί συνθήκες που υπονομεύουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Φυσικά αυτή η άνοδος του εθνολαϊκισμού (φασιστική και μη) δεν οφείλεται μόνο στη γερμανική οικονομική πολιτική. Την παρατηρούμε πάντα σε περιόδους μεγάλης οικονομικής κρίσης όπως αυτή του 1929 - όπου σχεδόν σε όλη τη μεσοπολεμική Ευρώπη βλέπουμε την άνοδο αυταρχικών κινημάτων και καθεστώτων. Από την άλλη μεριά όμως, ο κοντόφθαλμος τρόπος με τον οποίο η γερμανική κυβέρνηση χειρίστηκε την κρίση ενδυνάμωσε τις φασιστικές ιδεολογίες και πρακτικές. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, όπως δείχνουν πρόσφατες μετρήσεις του ευρωβαρόμετρου, οι φιλοευρωπαϊκοί προσανατολισμοί των πολιτών μειώνονται ραγδαία. Αυτή η πολύ ανησυχητική εξέλιξη μπορεί να μην φαίνεται στο επίπεδο του ευρωκοινοβουλίου. Αλλά αυτό έχει να κάνει με το δημοκρατικό έλλειμμα των ευρωπαϊκών πολιτικών θεσμών.

Η αύξηση των πιθανοτήτων διάλυσης της ευρωζώνης

Όπως έχουν τονίσει πολλοί αναλυτές, υπάρχει μια έντονη ανισορροπία μεταξύ των πιο αναπτυγμένων χωρών του Βορρά και των λιγότερο ανταγωνιστικών οικονομιών του Νότου. Αυτή η ανισορροπία, με δεδομένο το κοινό νόμισμα, οδηγεί αναπόφευκτα σε μια «άνιση ανταλλαγή» που δεν διορθώνεται με βοήθεια τύπου κοινοτικών κονδυλίων. Αφού τεράστιοι πόροι μεταφέρονται συστηματικά από τις ελλειμματικές νοτιοευρωπαϊκές κυρίως οικονομίες στις πλεονασματικές χώρες του Βορρά. Αυτή η αιμορραγία πόρων δεν μπορεί να συνεχιστεί επ' άπειρον. Ο Νότος δεν μπορεί να καταστεί ανταγωνιστικός από τη μια μέρα στην άλλη. Η «θεραπεία σοκ» που υιοθετεί η κυρία Μέρκελ θα λειτουργήσει όπως λειτούργησε στην Ρωσία - δηλαδή καταστροφικά. Αν η γερμανική συνταγή συνεχιστεί θα έχει σαν αποτέλεσμα τη διάλυση της ευρωπαϊκής ένωσης - κάτι το οποίο, όπως ήδη υποστήριξα, η γερμανίδα καγκελάριος δεν επιθυμεί. Η τελευταία όμως επιμένει να θέλει την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο. Επιμένει στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αλλά χωρίς την αλλαγή στο σύμφωνο της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Συμπέρασμα: η μακροπρόθεσμη γερμανική πολιτική είναι βαθιά αντιφατική. Προσπαθεί να τετραγωνίσει τον κύκλο. Προσπαθεί να πετύχει τον στόχο της ενοποίησης με τα λάθος μέσα, μέσα που δεν οδηγούν σε μια ισχυρή αλλά σε μια υπό διάλυση Ευρώπη. Άρα η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση της γερμανίδας καγκελαρίου δεν είναι «μερκιαβελλική», αλλά «στρουθοκαμηλική».

Ο Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο LSE

Βήματα μπρος και βήματα πίσω: το ΕΣΥ και η κατασπατάληση πόρων

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το ΠαΣοΚ, το πρώτο αστικό, μαζικά οργανωμένο κόμμα στη χώρα μας, διαμόρφωσε καθοριστικά τη δομή και λειτουργία του ελληνικού μεταπολιτευτικού συστήματος. Θα εξετάσω με συντομία μερικές πλευρές των μετασχηματισμών που το ΠαΣοΚ επέφερε.

Ξεκινάω με μια σύγκριση. Στον Μεσοπόλεμο ο Ελευθέριος Βενιζέλος αποδυνάμωσε τον «παλαιοκομματισμό» του 19ου αιώνα - ένα σύστημα καθαρά ολιγαρχικό. Ενα σύστημα όπου η πλειοψηφία, παρ' όλη την καθολική ψήφο για άνδρες, ήταν εκτός της ενεργού συμμετοχής στο πολιτικό γίγνεσθαι. Οσο για τα κόμματα, ήταν λέσχες προυχόντων που ενεργοποιούνταν μόνο κατά τη διάρκεια των εκλογών. Στη βενιζελική περίοδο τα λεγόμενα τζάκια έχασαν την παντοδυναμία τους, καθώς νέα άτομα εισήλθαν δυναμικά στην πολιτική αρένα. Επιπλέον ο Βενιζέλος προσπάθησε να αλλάξει τα πελατειακά χαρακτηριστικά των κομμάτων μετατρέποντάς τα σε κόμματα δυτικού τύπου. Απέτυχε βέβαια λόγω της λυσσαλέας αντίδρασης των τοπικών κομματαρχών που ο Βενιζέλος δεν μπορούσε εύκολα να ελέγξει.

Στη συνέχεια ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε τη δεύτερη ριζική τομή στο σχετικά κλειστό μεταπολεμικό κομματικό σύστημα. Δημιούργησε το πρώτο μαζικό αστικό κόμμα στην πολιτική ιστορία του τόπου. Με τη μαζική κινητοποίηση του ανδρεϊσμού, τα λαϊκά στρώματα εισήλθαν ενεργά, για πρώτη φορά, στον πολιτικό στίβο, καθώς νέοι πολιτικοί (κυρίως, αλλά όχι μόνο, άτομα που συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα εναντίον της χούντας) άρχισαν να παίζουν σημαντικό ρόλο.

Η πιο θετική πλευρά της παραπάνω μαζικής ένταξης ήταν, ως γνωστόν, η κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ πρώτης και δεύτερης κατηγορίας πολιτών (δηλαδή μεταξύ των νικητών και των ηττημένων του Εμφυλίου). Η ενταξιακή διαδικασία ξεκίνησε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αλλά ολοκληρώθηκε με πολύ πιο καθολικό τρόπο από τον αρχηγό του ΠαΣοΚ. Το κομμουνιστικό κόμμα νομιμοποιήθηκε πλήρως, ο έλεγχος των αντιφρονούντων από το αντικομμουνιστικό κράτος αμβλύνθηκε, τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης εξέπεσαν και μια, σχετική βέβαια, ισονομία των πολιτών επιτεύχθηκε. Ετσι και το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος και η κατάργηση των πολιτικών διακρίσεων ενδυνάμωσαν σημαντικά τον ελληνικό δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό.

Οι θετικές αλλαγές στις οποίες αναφέρθηκα δεν επεκτάθηκαν όμως στη δομή του κομματικοκρατικού συστήματος. Σε ό,τι αφορά το ΠαΣοΚ η μαζικοποίηση δεν οδήγησε στον εκδημοκρατισμό. Αντίθετα, η πελατειακή κουλτούρα, η ρουσφετολογία και οι υπόγειες σχέσεις μεταξύ κρατικών, κομματικών και οικονομικών ελίτ εντάθηκαν. Πιο συγκεκριμένα, αντίθετα με τη βενιζελική στρατηγική, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν προσπάθησε καν να αμβλύνει τα επιμεριστικά χαρακτηριστικά του κόμματός του. Ετσι, μαζί με τη μαζικοποίηση της κομματικής δομής, βλέπουμε και τη μαζικοποίηση της διαφθοράς σε ένα πλαίσιο όπου οι κρατικοί πόροι ήταν πολλαπλάσιοι των πόρων της προδικτατορικής περιόδου. Δεν χρειάζεται να τονίσω πως και η ΝΔ, το άλλο μεγάλο κόμμα της Μεταπολίτευσης, ακολούθησε πιστά το πρότυπο που εγκαινίασε το ΠαΣοΚ.
Ads by SavePass 1.1Ad Options

Οσο για την εσωτερική οργάνωση του ΠαΣοΚ, μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε «λαϊκίστικη». Από τη μια μεριά η αυτονομία των παραδοσιακών κομματαρχών μειώθηκε. Από την άλλη μεριά όμως τη θέση τους πήραν «στελέχη-υπάλληλοι», στελέχη που ήταν, λίγο-πολύ, πειθήνια όργανα του ανδρεϊκού κομματικού μηχανισμού. Η νομιμοποίησή τους πήγαζε λιγότερο από τα κάτω και περισσότερο εκ των άνω, από τη βούληση του χαρισματικού ηγέτη. Με άλλα λόγια, τα κομματικά στελέχη δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ανάχωμα στην παντοδυναμία του «αρχηγού-δεσπότη». Η επικοινωνία του τελευταίου με τον «λαό» ήταν αδιαμεσολάβητη, αδιαμφισβήτητη. Αυτού του είδους η κομματική οργάνωση θυμίζει βέβαια τα λαϊκιστικά λατινοαμερικανικά κόμματα (από αυτά των Περόν και Βάργκας ως αυτά των Τσάβες και Μοράλες).

Η κοινωνική διάσταση

Η διακυβέρνηση του ΠαΣοΚ στον κοινωνικό χώρο είχε και θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Από μια προοδευτική σκοπιά η βασική τομή ήταν η δημιουργία του ΕΣΥ. Δηλαδή κατόρθωσε να δώσει κοινωνικά δικαιώματα στα λαϊκά στρώματα. Κατόρθωσε επίσης, τουλάχιστον αρχικά, να μειώσει τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες και να αμβλύνει την ανισορροπία μεταξύ πόλης και αγροτικής περιφέρειας. Αυτού του είδους όμως η στρατηγική δεν είχε πάντα τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, ευρωπαϊκοί πόροι που προορίζονταν για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας δόθηκαν με τη μορφή παροχών που κατασπαταλήθηκαν. Οι γενναιόδωρες παροχές βοήθησαν το κόμμα και τη δημοφιλία του Ανδρέα αλλά όχι την αλλαγή των απαρχαιωμένων δομών και πρακτικών του αγροτικού τομέα. Οι αγρότες διάλεξαν λιγότερο τον παραγωγικό και περισσότερο τον καταναλωτικό τρόπο ζωής. Αυτού του είδους τα φαινόμενα οδήγησαν στο αγροτικό αδιέξοδο που παρατηρούμε σήμερα.

Βέβαια, επί πρωθυπουργίας Σημίτη ο λαϊκισμός του Τύπου «Τσοβόλα, δώσ' τα όλα» υποχώρησε. Η πιο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, τα μεγάλα έργα, η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και η επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων έκαναν τη χώρα πολύ πιο σεβαστή στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Με την οικονομική κρίση όμως, καθώς και με την άνοδο της εξουσίας της ΝΔ, τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο. Η περίφημη «επανίδρυση του κράτους» οδήγησε στην παραπέρα διόγκωση της ήδη πληθωρικής δημόσιας διοίκησης, στην πελατειακή κατασπατάληση πόρων και στην εντυπωσιακή εκτίναξη του δημόσιου χρέους. Στη συνέχεια η επιστροφή του ΠαΣοΚ στην εξουσία σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και ημιχρεοκοπίας της χώρας έκανε τους ψηφοφόρους να ξεχάσουν τις τεράστιες ευθύνες της ΝΔ και να θεωρήσουν το ΠαΣοΚ τον κύριο υπεύθυνο για την ελληνική τραγωδία. Ετσι δεν είναι περίεργο το ότι στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές το ΠαΣοΚ καταποντίστηκε. Ενώ η ΝΔ μπόρεσε να κρατήσει ένα σημαντικό κομμάτι της εκλογικής πελατείας της.

Η πολιτισμική διάσταση
Ads by SavePass 1.1Ad Options

Τέλος, στο επίπεδο της κουλτούρας οι αλλαγές που επέφερε το ΠαΣοΚ ήταν σημαντικές και ως επί το πλείστον θετικές. Η κυριαρχία της ανδροκρατούμενης κουλτούρας αμβλύνθηκε. Η σχετική νομοθεσία που το ΠαΣοΚ εισήγαγε έδωσε σημαντικά δικαιώματα στη γυναίκα στον χώρο της οικογένειας, της εργασίας, της παιδείας, της διασκέδασης κτλ. Βέβαια οι ανισότητες μεταξύ των φύλων παραμένουν. Σίγουρα όμως η σχέση μεταξύ ανδρών και γυναικών άλλαξε προς το δημοκρατικότερο.

Οσο για την πιο γενική κουλτούρα, δεν υπάρχει αμφιβολία πως διάφορα πολιτισμικά αγαθά και δικαιώματα διαχύθηκαν προς την κοινωνική βάση. Η λαϊκή κουλτούρα έγινε πιο σεβαστή ενώ στον χώρο του θεάτρου, της τέχνης και της λογοτεχνίας τα λαϊκά στρώματα είχαν πολύ περισσότερες ευκαιρίες να συνδεθούν με το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. Ιδίως επί Μελίνας Μερκούρη, ο κόσμος των μουσείων, των φεστιβάλ στην περιφέρεια, των διαλέξεων κτλ. έγινε πολύ πιο προσιτός σε ένα ευρύτερο κοινό. Από την άλλη μεριά όμως, οι πελατειακές σχέσεις μεταξύ κυβερνώντων και αυτών που ήλεγχαν και εξακολουθούν να ελέγχουν τα ΜΜΕ οδήγησαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οδήγησαν στα αμέτρητα σκουπίδια της ιδιωτικής αλλά και, σε μικρότερο βαθμό, της κρατικής τηλεόρασης, στην ενδυνάμωση του κίτρινου Τύπου και στην άκρατη καταναλωτική νοοτροπία.

Τελειώνω με την προφανή ερώτηση. Ποιο θα είναι το μέλλον του ΠαΣοΚ; Θα παραμείνει συρρικνωμένο και κατακερματισμένο ή θα κατορθώσει να αναζωογονηθεί και να παίξει ξανά έναν κεντρικό ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι; Η κατάσταση είναι τόσο ρευστή σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο που κάθε πρόβλεψη είναι εξαιρετικά προβληματική.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 31/8/2014