Πέμπτη, 23 Ιανουάριος 2020

Νεωτερικότητα, δικαιώματα και η διάκριση Αριστερά- Δεξιά

Η νεωτερική κοινωνική οργάνωση χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τη σταδιακή έκλειψη του παραδοσιακού τοπικισμού και τη μαζική ένταξη ενός πληθυσμού στο εθνικό κέντρο. Η διαδικασία ένταξης μπορεί να πάρει αυτόνομες ή ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση βλέπουμε τη διάχυση δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας (δημοκρατικός εκσυγχρονισμός). Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε ένταξη στις διευρυμένες αρένες του κράτους έθνους χωρίς ή με ελάχιστα δικαιώματα (αυταρχικός εκσυγχρονισμός). Από την παραπάνω σκοπιά, ένας τρόπος ορισμού της διάκρισης αριστερά-δεξιά μπορεί να βασιστεί στην έννοια των δικαιωμάτων όπως εξελίσσονται στη μετάβαση από την προνεωτερικότητα στη νεωτερικότητα. Έτσι, ενώ η αριστερά στη θεωρία και στην πράξη, παλεύει για μια αυτόνομη ένταξη, η δεξιά μάχεται για μια ένταξη χωρίς δικαιώματα (κυρίως πολιτικά δικαιώματα, αλλά όχι μόνο).
Ως γνωστό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, αμφισβητείται σήμερα από μια σειρά αναλυτές που έχουν «μεταμοντέρνο» προσανατολισμό. Το βασικό επιχείρημα του κειμένου είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη σήμερα για την κατανόηση των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών. Αυτό όμως με την προϋπόθεση πως μερικές δυσκολίες, που κυρίως η κλασσική θεωρία του Νορμπέρτο Μπόμπιο (1987) περί αριστεράς-δεξιάς δημιουργεί, ξεπεραστούν. Με άλλα λόγια, η θεωρία του ιταλού διανοητή δεν πρέπει να απορριφθεί αλλά να αναθεωρηθεί.
Θα ξεκινήσω με μια σύντομη, κριτική ανάλυση της προσέγγισης του Ν. Μπόμπιο στο θέμα. Θα συνεχίσω με τη θεωρία του Τ. Μάρσαλ (1964) πάνω στην εξέλιξη των αστικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στην Μεγάλη Βρετανία, καθώς και με τη γενίκευση αυτής της θεωρίας από τον Τ. Πάρσονς (1964, 1971). Τέλος, θα ασχοληθώ με την πιο πρόσφατη θεωρία του Α. Γκίντενς (1994) που υποστηρίζει πως πρέπει όχι να καταργήσουμε αλλά, στην ύστερη, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα, να πάμε πέρα από το δίπολο αριστερά-δεξιά.

1. Αριστερά: οι κοινωνικοί αγώνες για ισότητα

Κατά τον Μπόμπιο, η διάκριση αριστερά-δεξιά (αντίθετα με τις διάφορες μεταμοντέρνες επιχειρηματολογίες), από την Γαλλική Επανάσταση και μετά ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα βασικό εννοιολογικό εργαλείο. Μας βοηθάει να καταλάβουμε τον τρόπο συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνιών. Είναι για αυτόν ακριβώς το λόγο που όχι μόνο στον επιστημονικό αλλά και στον καθημερινό λόγο η διάκριση χρησιμοποιείται ευρέως όταν προσπαθούμε να χαρακτηρίσουμε ένα κόμμα, ένα κίνημα, μια ιδεολογία ως «προοδευτική» ή συντηρητική. Για τον ιταλό διανοητή ή έννοια που συνδέεται άρρητα με την αριστερά είναι αυτή της ισότητας. Η αριστερά προσπαθεί να μειώσει τις ανισότητες των νεωτερικών κοινωνιών ενώ η δεξιά προσπαθεί να τις διατηρήσει ή και να τις εντείνει. Η πάλη για την ισότητα παίρνει βέβαια διαφορετικές μορφές ανάλογα με το χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως η ιδέα της ισότητας παραμένει ο βασικός προσανατολισμός των αγώνων της αριστεράς.
Νομίζω πως όλα τα παραπάνω είναι σωστά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ο ιταλός φιλόσοφος αναπτύσσει τις πιο συγκεκριμένες πτυχές της θεωρίας του παρουσιάζει μια βασική δυσκολία. Ο Μπόμπιο αναφέρεται σε διάφορα ιστορικά παραδείγματα. Αλλά, επειδή η μεθοδολογία που ακολουθεί είναι περισσότερο φιλοσοφο-αναλυτική και λιγότερο ιστορικο-κοινωνιολογική (2013: 55), δεν δείχνει με ένα διαφοροποιημένο τρόπο πώς η διάκριση δεξιά-αριστερά και οι αγώνες υπέρ ή κατά της ισότητας εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο, εξελισσόμενο μακροϊστορικό πλαίσιο. Και αυτό γιατί εννοιολογεί την ισότητα σαν ένα αδιάσπαστο όλο. Αναφέρεται πάντα στην ισότητα ή ανισότητα και όχι σε διαφόρων τύπου ισοτήτων ή ανισοτήτων. Έτσι οδηγείται σε μια αυστηρά διχοτομική προσέγγιση. Οι έννοιες αριστερά και δεξιά είναι «αμοιβαία αποκλειόμενες». Για παράδειγμα, ένα κόμμα είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, το να έχει και αριστερές και δεξιές στρατηγικές είναι κατά τον Μπόμπιο αδύνατον: «το γεγονός ότι η δεξιά και η αριστερά αντιπροσωπεύουν μια αντίθεση σημαίνει απλώς ότι δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δεξιός και αριστερός» (2013: 156).
Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί προβλήματα. Σε ένα πιο εμπειρικό, ιστορικό-εξελικτικό επίπεδο συχνά παρατηρούμε πως δεν υπάρχει μία αδιαφοροποίητη ανισότητα, αλλά πολλές - οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές κτλ. Για να το πούμε διαφορετικά, η ανισότητα έχει πολλές διαστάσεις. Σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αυτές οι διαστάσεις δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Σε πολλές περιπτώσεις κόμματα και κυβερνήσεις χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό αυξανόμενων ανισοτήτων σε ένα θεσμικό χώρο και αμβλυνόμενων σε έναν άλλο. Σε αυτή την «υβριδική κατάσταση» η ανάλυση του Μπόμπιο δεν μας βοηθάει. Πιο συγκεκριμένα, αν ισότητα είναι ο κοινός παρανομαστής όλων των αγώνων της αριστεράς, πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κόμματα ή κυβερνήσεις που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες χρησιμοποιώντας αυταρχικά μέσα, μέσα που εντείνουν τις πολιτικές ανισότητες μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων;
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον περονισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Περόν ακολούθησε μια αριστερή κοινωνική πολιτική. Μείωσε τις κοινωνικές ανισότητες μεταφέροντας συστηματικά πόρους από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Συγχρόνως όμως για να πετύχει αυτή την αναδιανομή χρησιμοποίησε αυταρχικά μέσα όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες εν γένει, αλλά και σε ό,τι αφορά την αυτονομία των συνδικάτων. Κατά έναν τυπικά λαϊκιστικό και πατερναλιστικό τρόπο, κινητοποίησε το «λαό του» ενάντια σε έναν «κατεστημένο» καταργώντας με διάφορους τρόπους τις νομιμοποιητικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και κάτι παρόμοιο βλέπουμε περνώντας από τον «περονισμό» στον πιο πρόσφατο «τσαβισμό». Και σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε μια σημαντική μεταφορά πόρων προς τα κάτω. Η απόλυτη φτώχεια μειώθηκε και το κοινωνικό κράτος έφτασε στην περιφέρεια, σε αυτούς που ήταν αποκλεισμένοι από τα ευεργετήματα του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας. Την ίδια στιγμή όμως η ανακατανομή πόρων επιτεύχθηκε με έναν αυταρχικό, «βοναπαρτικό» τρόπο, εντείνοντας τις πολιτικές ανισότητες και υποσκάπτοντας βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς. Μπορεί κάποιος βέβαια να προτιμά την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων - ακόμα και αν αυτή οδηγεί στην ένταση των πολιτικών. Αλλά είναι αναγκαίο να διατηρήσουμε το διαχωρισμό των δύο διαφορετικού τύπου ανισοτήτων αν θέλουμε να αποφύγουμε τη γενικευμένη σύγχυση.
Με βάση τα δύο παραπάνω παραδείγματα, είναι προφανές ότι η μονοδιάσταση θέση του Μπόμπιο πως ένα κόμμα, είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, δεν βοηθάει τον ερευνητή να αναλύσει υβριδικές καταστάσεις. Υπάρχει τρόπος να διατηρήσουμε τη διάκριση εννοιολογώντας το δίπολο αριστερά-δεξιά κατά ένα διαφορετικό τρόπο, έναν τρόπο που δεν καταργεί αλλά συμπληρώνει τη θεώρηση του Μπόμπιο; Νομίζω πως ναι.

2. Η ιστορική εξέλιξη των δικαιωμάτων

Περνώντας από τον Μπόμπιο στον Μάρσαλ, κατά τον τελευταίο, το κίνημα για την εξάπλωση δικαιωμάτων «προς τα κάτω» ξεκίνησε ήδη στο 17ο αιώνα. Στην περίοδο αυτή όμως λόγω της «συγχώνευσης» (δηλ. της μη διαφοροποίησης) των διάφορων θεσμικών χώρων, τα δικαιώματα ήταν και αυτά μη διαφοροποιημένα (1964: 73). Μόνο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όταν οι θεσμοί διαφοροποιήθηκαν, διακρίνουμε μια διαδικασία διαχωρισμού των δικαιωμάτων - διαδικασία κατά την οποία κάθε κατηγορία δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά) αρχίζει να προσλαμβάνει τη δική της λογική και δυναμική τροχιά .
Πρώτα αναπτύχθηκαν οι ατομικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη. Δηλαδή τα ατομικά δικαιώματα που είχαν σχέση με την ιδιοκτησία, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Αυτά τα δικαιώματα σταδιακά κατεδάφισαν τις φεουδαρχικές αρχές της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και καθιέρωσαν σε πιο σταθερή βάση την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου. Επομένως, είναι στη σφαίρα του δικαίου και ιδιαίτερα στην αρένα των δικαστηρίων που διαπιστώνουμε την πρώτη στροφή από τον «υπήκοο» στον «πολίτη», από μια κατάσταση κατά την οποία διαφορετικοί νόμοι και δικαστικές διαδικασίες ίσχυαν για διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, σε μια κατάσταση όπου όλοι ήταν ίσοι ενώπιον των κυριότερων νομικών κωδίκων της εθνικής κοινότητας.
Το δεύτερο βήμα προς μια «αποφεουδαρχημένη» κοινότητα πολιτών συντελέστηκε στο 19ο αιώνα με την εξάλειψη περιορισμών σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου και της εκλογής στο Κοινοβούλιο. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής περιόδου η έμφαση μετατοπίστηκε από τη δικαστική σφαίρα στη νομοθετική, καθώς η πολιτική συμμετοχή αυξήθηκε και ενοποιήθηκε η κοινότητα των πολιτών όχι μόνο σε μια νομική αλλά και σε μια πολιτική βάση.
Τέλος, σύμφωνα με τον Μάσραλ, η τρίτη μεγάλη πρόοδος στην πορεία συγκρότησης μιας ενοποιημένης κοινότητας των πολιτών (civic community) συντελέστηκε τον 20ο αιώνα με την ανάπτυξη των κοινωνικών δικαιωμάτων - το δικαίωμα του καθένα για αξιοπρεπή παιδεία, υγειονομική περίθαλψη και φροντίδα για τα γηρατειά. Κατά τη διάρκεια της φάσης αυτής η θεσμική εστίαση μετακινήθηκε πάλι, αυτή τη φορά όμως από την πολιτική στην κοινωνική σφαίρα, καθώς αποτέλεσε αντανάκλαση της μαζικής ανάπτυξης σχολείων, νοσοκομείων, κοινοτικών κέντρων παροχής υγειονομικής περίθαλψης κτλ. Η θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί κίνηση, αν και διστακτική, από την τυπική προς την ουσιαστική ισότητα, από τις ταξικές ανισότητες στη σχετική ισότητα των ατόμων ως πολιτών. Διότι, ενώ οι ταξικές ανισότητες εύκολα υπονομεύουν και την ισότητα έναντι του νόμου και την αρχή της ισότητας της ψήφου, η εξάπλωση των κοινωνικών δικαιωμάτων δίνει περισσότερη υπόσταση και νόημα στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Διασφαλίζει ότι η νομική και πολιτική συμμετοχή του λαού στην κοινότητα των πολιτών δεν αποτελεί μια απλή τυπική διαδικασία.
Φυσικά, το γεγονός αυτό δε σημαίνει ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών πτυχών της ιδιότητας του πολίτη εξαλείφει τις ταξικές ανισότητες. Αυτό που σημαίνει είναι ότι υπάρχει πλέον μια καλύτερη, πιο στέρεα ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισότητας/αλληλεγγύης, όπως εκφράζεται με την έννοια της ιδιότητας του πολίτη, και της ταξικής αρχής της ανισότητας/ανταγωνισμού (1964: 84). Με άλλα λόγια, υπό καπιταλιστικές συνθήκες, τα δικαιώματα των πολιτών δεν μπορούν να εξαλείψουν τις ταξικές ανισότητες, μπορούν όμως να μετριάσουν τις χειρότερες υπερβολές τους.
Μπορεί μεν ο Μάρσαλ να περιγράφει τα ευρύτερα μακρο-στάδια στη συγκρότηση της κοινότητας των πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ποιοι είναι όμως οι βασικοί μηχανισμοί που εξηγούν έναν τέτοιο μετασχηματισμό; Ως προς το ερώτημα αυτό, τα κείμενα του Μάρσαλ είναι λιγότερο διαφωτιστικά. Είναι σαφές, ότι κύριος στόχος του ήταν να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή μάλλον παρά μια εξήγηση του μετασχηματισμού αυτού. Στο βαθμό όμως που αναφέρεται στους μηχανισμούς μετασχηματισμού, η οπτική του γωνία είναι αυτή του φορέα δράσης. Η εξάπλωση των δικαιωμάτων έχει σχέση με συλλογικούς φορείς δράσης και τους αγώνες τους. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη δεν θα είχαν καταστεί δυνατές χωρίς την πρότερη απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων που επέτρεψαν στα λαϊκά στρώματα να οργανωθούν πολιτικά. Επιπλέον, μόνο όταν τα ατομικά δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ασκήθηκαν συλλογικά (με τη δημιουργία μαζικών εργατικών συνδικάτων και κομμάτων) δημιουργήθηκε η δυνατότητα κράτους πρόνοιας (1964: 111).

3. Από τον Μάρσαλ στον Πάρσονς

Όταν ο Πάρσονς, ο πατέρας της σύγχρονης κοινωνιολογικής θεωρίας, ενσωμάτωσε στοιχεία της θεωρίας του Μάρσαλ για την ιδιότητα του πολίτη, τα τοποθέτησε εντός μιας ευρύτερης εξελικτικής και συγκριτικής προοπτικής (Πάρσονς 1971). Όπως έχω ήδη επισημάνει, στην ανάλυση του Μάρσαλ η θεωρία του πάνω στους μηχανισμούς που εξηγούν την εξέλιξη των δικαιωμάτων της κοινωνικής διαφοροποίησης ούτε σαφής είναι, ούτε έχει κάποια ισχυρή εξηγητική λειτουργία. Από την άλλη μεριά, στην ανάλυση του Πάρσονς το νεο-εξελικτικό πλαίσιο της κοινωνικής διαφοροποίησης καταλαμβάνει κεντρική θέση. Το πλαίσιο αυτό του επιτρέπει και να περιγράφει με θεωρητικά πιο εκλεπτυσμένο τρόπο τη μακρόχρονη εξελικτική πορεία της ιδιότητας του πολίτη στις σύγχρονες κοινωνίες και να εξηγεί την τάση αυτή από μια λειτουργιστική (αλλά όχι τελεολογική, ντετερμινιστική), συστημική σκοπιά (1966, 1977).

Α) Για τον Πάρσονς, η πρώτη μεγάλη καινοτόμος ρήξη στη μετάβαση από μια λιγότερο σε μια περισσότερο διαφοροποιημένη κατάσταση συντελέστηκε με την Αγγλική Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτός ο μεγάλος μετασχηματισμός οδήγησε στη συγκρότηση ενός οικονομικού υποσυστήματος το οποίο σαφώς διαχωρίζεται από τα άλλα τρία κύρια
παρσονικά υποσυστήματα (το πολιτικό, το κοινωνικό και το πολιτισμικό). Η κοσμογονική βιομηχανική αλλαγή απελευθέρωσε τους τρεις «συντελεστές της παραγωγής» (δηλαδή τη γη, το κεφάλαιο και την εργασία) από παραδοσιακούς περιορισμούς. Δημιούργησε έτσι έναν οικονομικό χώρο από κανόνες και αξίες διαφορετικές, διακριτές από αυτές των τριών άλλων θεσμικών υποσυστημάτων.
Είναι μέσα σε αυτόν το διαφοροποιημένο χώρο που ο αμερικανός θεωρητικός τοποθετεί την αντίληψη του Μάρσαλ για την ανάπτυξη των ατομικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για ατομικά δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιοκτησία, με τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, με την ελευθερία όλων να πωλούν την εργατική τους δύναμη ως εμπόρευμα σε αυτόν που δίνει περισσότερα. Πρόκειται για όλα εκείνα τα δικαιώματα που καθιερώνουν την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου αλλά και ενώπιον της αγοράς, η οποία σαφώς διαφοροποιεί το οικονομικό από το κοινωνικό υποσύστημα (Πάρσονς 1971: 36).
Η δεύτερη μεγάλη ρήξη στη μακρόχρονη διαδικασία διαφοροποίησης συντελέστηκε με την Γαλλική Επανάσταση. Αυτή οδήγησε στη διακριτή ανάδυση μιας εθνικής κοινότητας που περικλείει όλα τα μέλη, όχι μόνο σε μια επιμεριστική αλλά σε μια καθολική βάση. Επομένως, μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η έμφαση δόθηκε λιγότερο στην οικονομική ελευθερία και περισσότερο στην πολιτική ισότητα, όπως αυτή εκφράστηκε στην Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εδώ, η ιδιότητα του πολίτη γίνεται η βασική έννοια: το αίτημα ολόκληρου του πληθυσμού για ένταξη στη βάση του δικαιώματος της ατομικής ψήφου (1971: 80). Επιπλέον, τα άτομα θεωρούνται όχι μόνο ελεύθερα και ίσα αλλά «επίσης δένονται με τους δεσμούς της εθνικής αυτόνομης κοινότητας» (1971: 83-4).
Με αυτή τη δημοκρατική επανάσταση η επιμεριστική αλληλεγγύη των προ-νεωτερικών κοινοτήτων (που βασίζονταν στην οικογένεια, στην εθνότητα, τη γλώσσα, τη θρησκεία κτλ.) παραχώρησε τη θέση της σε μια αλληλεγγύη που προσδιορίζεται πλέον κατά έναν καθολικό τρόπο, οδηγώντας σε μια μη κατακερματισμένη, εθνικά ενοποιημένη σύγχρονη κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο η αντίληψη του Μάρσαλ για την εξέλιξη των πολιτικών δικαιωμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο γενικεύεται και τοποθετείται από τον Πάρσονς σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο εστιάζει στη διαφοροποίηση των νεωτερικών κοινωνιών.
Τέλος, εάν η πρώτη καινοτόμος ρήξη συντελέστηκε στην Αγγλία και η δεύτερη στην Γαλλία, η τρίτη συντελέστηκε στο άλλο άκρο του Ατλαντικού Ωκεανού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η ανάπτυξη των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων συμπληρώθηκε, αν και με υποτυπώδη τρόπο, με το κοινωνικό δικαίωμα στην Παιδεία. Εδώ έλαβε χώρα η τρίτη επανάσταση: η εκπαιδευτική επανάσταση, η οποία ως προς τις συνέπειές της, έμελλε να αποδειχτεί τόσο κρίσιμης σημασίας όσο η βιομηχανική και η δημοκρατική που προηγήθηκαν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πριν από την εκπαιδευτική επανάσταση, η πρόσβαση στην εκπαίδευση περιοριζόταν σε μια μικρή ελίτ. Η μάζα του πληθυσμού παρέμενε αγράμματη: «Η προσπάθεια παροχής εκπαίδευσης σε ολόκληρο τον πληθυσμό αποτέλεσε ένα ριζοσπαστικό ξεκίνημα [...] Επομένως, το κίνημα αυτό σήμαινε μια τεράστια επέκταση της ισότητας ευκαιριών [...] Η σχετικά σταθερή κατάσταση που επικρατούσε προς τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ευρώπη επέτρεπε την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια μικρή ομάδα ελίτ, που ποτέ δεν ξεπέρασε το 5% της ηλικιακής αυτής ομάδας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έσπασαν αποφασιστικά το φράγμα αυτό. Το ποσοστό των νέων που λαμβάνουν κάποια ανώτατη μόρφωση υπολογίζεται στο 40% και συνεχώς αυξάνεται» (1971: 95).

Β) Εξετάζοντας τα κοινά στοιχεία που υπάρχουν στον Πάρσονς και στον Μάρσαλ για την εξέλιξη και την ανάπτυξη των δικαιωμάτων, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι και οι δυο θεωρητικοί μας έδωσαν μια υπεραισιόδοξη άποψη για την εξάπλωση των δικαιωμάτων και την ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη κατά τον 20ο αιώνα. Γράφοντας σε εποχή (πριν την κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στη δεκαετία του 1970) που η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη φαινόταν να είναι συμβατή με χαμηλά επίπεδα ανεργίας και παραδοσιακές, σοσιαλδημοκρατικές μορφές κράτους πρόνοιας, θεώρησαν ότι η απόκτηση δικαιωμάτων από τα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα αποτελούσε μια σωρευτική, οιονεί μη αναστρέψιμη διαδικασία.
Η απότομη απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η άνοδος των νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών δημιούργησαν ένα μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ισορροπία κεφαλαίου και εργασίας ανατράπηκε σε βάρος της εργασίας. Πρόκειται για ένα πλαίσιο όπου ταξικά πολιτικά κόμματα και ιδεολογίες βρίσκονται σε παρακμή και όπου η απειλή του κομμουνισμού δε λειτουργεί πλέον ως κίνητρο για τη βελτίωση της τύχης των περιθωριοποιημένων τμημάτων του πληθυσμού στον Τρίτο ή/και στον Πρώτο κόσμο. Κατά μια έννοια, η σημερινή κατάσταση, από άποψη σχέσεων εργασίας-κεφαλαίου, θυμίζει αυτήν που επικρατούσε στα πρώτα στάδια εκβιομηχάνισης, όπου η καχεκτική οργάνωση του βιομηχανικού προλεταριάτου που μόλις είχε κάνει την εμφάνισή του στο προσκήνιο, καθώς και ο μη παρεμβατικός χαρακτήρας του κράτους είχαν οδηγήσει σε ακραίες μορφές εκμετάλλευσης (βλ. Τόμσον 1963). Μια τέτοια ανισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας διαπιστώνουμε και σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εκπληκτική κινητικότητα του πολυεθνικού κεφαλαίου, οι δυσκολίες οργάνωσης σε παγκόσμιο επίπεδο που αντιμετωπίζει η εργασία, και η απουσία παγκόσμιας διακυβέρνησης με κοινωνικό προσανατολισμό οδηγούν σε νέες μορφές υπερεκμετάλλευσης τόσο στο επίπεδο του κράτους-έθνους όσο και στο επίπεδο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και κοινωνίας. Σε αυτή τη νέα κατάσταση που ούτε ο Μάρσαλ ούτε ο Πάρσονς προέβλεψαν, τα ατομικά πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που φάνηκαν τόσο αμετάκλητα εδραιωμένα έχουν σοβαρά υπονομευθεί.
Για να είμαστε δίκαιοι, ούτε η αντίληψη του Μάρσαλ ούτε αυτή του Πάρσονς για την εξέλιξη και ανάπτυξη των δικαιωμάτων είναι, με την ακριβή έννοια του όρου, ντετερμινιστική/τελεολογική. Όμως, σε αυτό το σημείο, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στους δύο θεωρητικούς. Ο πολύ διστακτικός εξελικτισμός του πρώτου τον οδήγησε να θεωρήσει τους μηχανισμούς που οδηγούν στην ανάπτυξη των δικαιωμάτων από τη σκοπιά των φορέων δράσης. Για αυτόν, ο παράγοντας που εξηγεί όχι μόνο τις διαδικασίες του αυξανόμενου εκδημοκρατισμού αλλά και της διάχυσης των κοινωνικών δικαιωμάτων προς τα κάτω ήταν κυρίως η απόκτηση του δικαιώματος της ψήφου από την εργατική τάξη. Επομένως, ο Μάρσαλ δεν θα είχε καμιά δυσκολία να αποδεχτεί, χωρίς ριζική μετατροπή του εννοιολογικού του πλαισίου, τη σημερινή πρόκληση που αντιμετωπίζει η εξάπλωση των δικαιωμάτων.
Για τον Πάρσονς η κατάσταση είναι διαφορετική. Στην περίπτωσή του το αισιόδοξο σενάριο είναι ενσωματωμένο στο εννονολογικό σχήμα που χρησιμοποιεί. Αυτά που συμβαίνουν σήμερα όχι μόνο δεν είχαν προβλεφθεί από αυτόν, αλλά αμφισβητούν επίσης το υπερσυστημικό, λειτουργιστικό του πλαίσιο. Ο Πάρσονς, τοποθετώντας την ανάπτυξη των δικαιωμάτων εντός της θεωρίας του περί κοινωνικής διαφοροποίησης, κατέστησε δυνατή τη σύγκριση της διαδικασίας εξάπλωσης των δικαιωμάτων σε διάφορες ανεπτυγμένες κοινωνίες και της διασύνδεσής της με τις ευρύτερες μακρο-ιστορικές εξελίξεις. Από την άλλη μεριά, το λειτουργιστικό του σχήμα είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο που δεν είναι σε θέση να «χωρέσει» το γεγονός ότι η διαφοροποίηση μπορεί, σε συνθήκες ύστερης νεωτερικότητας, να θεσμοποιηθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: ορισμένοι εξ αυτών ενθαρρύνουν, ενώ άλλοι αποθαρρύνουν ή ορθώνουν εμπόδια στην εξάπλωση των δικαιωμάτων προς τα κάτω. Με άλλα λόγια, το νεο-εξελικτικό πλαίσιο του αμερικανού θεωρητικού εμποδίζει το μελετητή της νεωτερικότητας να συνειδητοποιήσει ότι ο συντονισμός θεσμικών, διαφοροποιημένων χώρων μπορεί να πάρει και ισόρροπες και μη ισόρροπες μορφές, ή ότι η ένταξη των λαϊκών στρωμάτων στην εθνική κοινότητα μπορεί, σε ό,τι αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων, να είναι αυτόνομη αλλά και ετερόνομη.
Αυτή η αδιαφορία απέναντι στη δυνατότητα ύπαρξης άκρως διαφοραποιημένων αλλά συγχρόνως άνισων, μη ισόρροπων, αυταρχικών κοινωνικών διευθετήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι ο παρσονικός λειτουργισμός, όπως έχουν επισημάνει πολλοί επικριτές του, δίνει υπερβολική έμφαση στο σύστημα, ενώ υποτονίζει τους φορείς δράσης. Στο μέσο και ύστερο έργο του, η υπερσυστημική παρσονική εννοιολόγηση οδήγησε στο να δοθεί περισσότερο βαρύτητα στο πώς ρόλοι και θεσμικά υποσυστήματα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των φορέων δράσης και λιγότερο στο πώς οι φορείς αυτοί κατασκευάζουν, αναπαράγουν και μετασχηματίζουν τις θεσμικές δομές (Μουζέλης 1995: 69-81). Με άλλα λόγια, έδωσε υπερβολική έμφαση στους κοινωνικούς φορείς ως παράγωγα παρά ως παραγωγούς του κοινωνικού τους κόσμου.
Σαν αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης, τα τέσσερα παρσονικά υποσυστήματα (το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό) διαφοροποιούνται κατά τέτοιο τρόπο που υπάρχει μια σαφής τάση ισόρροπου συντονισμού τους. Το καθένα, στη διαδικασία του εκσυγχρονισμού, διατηρεί την αυτονομία του, την ιδιαίτερη λογική του. Δεν υπάρχει κυριαρχία της μια λογικής πάνω στις άλλες. Βέβαια δεν χρειάζεται να τονίσω πως η παρσονική θεωρία περί αρμονικής, ισόρροπης ανάπτυξης μεταξύ σχετικά αυτόνομων θεσμικών χώρων δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε τον αυταρχικό κινεζικό εκσυγχρονισμό, ούτε τον λιγότερο αυταρχικό, τωρινό νεοφιλελεύθερο δυτικό εκσυγχρονισμό όπου η λογική της αγοράς αμβλύνει τις λογικές και αξίες των άλλων θεσμικών χώρων.

4. Πέρα από τη δεξιά και την αριστερά

Όπως ήδη ειπώθηκε, σήμερα η διάκριση αριστερά-δεξιά αμφισβητείται. Για πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες, η διάκριση είναι τελείως άχρηστη και παραπλανητική. Για άλλους η διάκριση ήταν μεν χρήσιμη στην πρώιμη νεωτερικότητα αλλά σήμερα έχει λιγότερη ευριστική χρησιμότητα. Άρα πρέπει να στοχεύουμε όχι στην κατάργηση αλλά στην υπέρβασή της. Το επιχείρημα που θα αναπτύξω εδώ είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη για την ανάλυση του πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι όχι μόνο στην πρώιμη αλλά και στην τωρινή μεταβιομηχανική νεωτερικότητα. Θα αναπτύξω αυτή τη θέση ασκώντας κριτική στο βιβλίο του γνωστού κοινωνιολόγου Α. Γκίντενς, βιβλίο που έχει ως τίτλο Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς (1994).

Α) Από την παράδοση στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό

Οι απόψεις του Γκίντενς πάνω στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες μας έχουν ως θεωρητικό υπόβαθρο ένα ιδεοτυπικό μοντέλο τριών σταδίων. Αυτό επιχειρεί να διερευνήσει πώς μερικές πλευρές της κοινωνικής οργάνωσης, του πολιτισμού και της προσωπικότητας αλλάζουν καθώς οι κοινωνίες περνούν από μια παραδοσιακή φάση σε μια φάση πρώιμης και τελικά ύστερης νεωτερικότητας.
Σε παραδοσιακές καταστάσεις κώδικες με τυποποιημένες «αλήθειες» καθορίζουν αυστηρά το περιθώριο λήψης αποφάσεων του ατόμου. Από πρακτικές αποφάσεις που αφορούν τον γάμο, το μέγεθος της οικογένειας και την καθημερινή συμπεριφορά ως εκείνες που άπτονται θεμελιωδών υπαρξιακών προβλημάτων ζωής ή θανάτου, η παράδοση παρέχει τυποποιημένες συνταγές δράσης τις οποίες τα άτομα ακολουθούν λίγο-πολύ αυτόματα. Στην πρώιμη νεωτερικότητα, από την άλλη πλευρά, οι παραδοσιακές βεβαιότητες αντικαθίστανται από «συλλογικές». Η «προοδευτικότητα» (π.χ. η πίστη του Διαφωτισμού στην απεριόριστη τελειοποίηση του ανθρώπου και της κοινωνίας), οι γραφειοκρατίες του εθνικού κράτους που επιβάλλουν «εσωτερική ειρήνευση» και ασκούν διάχυτη επιτήρηση, η συλλογική ταξική οργάνωση, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί δρουν στην πρώιμη νεωτερικότητα με τρόπο που προσομοιάζει αρκετά με αυτόν της παράδοσης. Παρέχουν στα κοινωνικά μέλη ένα νόημα για τη ζωή και καθαρές κατευθυντήριες γραμμές ή κανόνες που μειώνουν δραστικά τα πεδία όπου πρέπει να ληφθούν αποφάσεις.
Με την παγκοσμιοποίηση ωστόσο τόσο οι παραδοσιακές όσο και οι συλλογικές βεβαιότητες υποχωρούν ή εξαφανίζονται. Η υπέρβαση της παραδοσιακής κοινωνίας δημιουργεί μια κατάσταση όπου οι ρουτίνες χάνουν τη σημασία τους και την αναμφισβήτητη ηθική τους βαρύτητα. Δημιουργεί μια κατάσταση όπου τα άτομα δεν μπορούν να καταφύγουν ούτε σε παραδοσιακές αλήθειες ούτε σε συλλογικές ιδεολογίες/βεβαιότητες όταν λαμβάνουν αποφάσεις στην καθημερινή τους ζωή. Στερημένοι από την παραδοσιακή ή συλλογική καθοδήγηση καλούνται, με άλλα λόγια, να χειριστούν «κενά πεδία». Από το αν θα παντρευτούν ή όχι και το αν θα κάνουν ή όχι παιδιά μέχρι του ποιον τρόπο ζωής να υιοθετήσουν και τί είδους ταυτότητα να πλάσουν (ακόμη και τί είδους φυσική εμφάνιση να θέσουν ως στόχο μέσω δίαιτας, αισθητικής χειρουργικής κτλ.), σε όλες αυτές τις περιοχές το άτομο πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αναστοχαστικό, πρέπει να κατασκευάσει τη δική του «βιογραφία». Αυτό σημαίνει ότι ο νέος ατομισμός που διαδίδεται ταχύτατα σήμερα έχει πολύ λιγότερο να κάνει με εγωισμό και περισσότερο με αναστοχασμό, με το γεγονός ότι έχουμε περάσει από «απλές» σε «αναστοχαστικές» μορφές εκσυγχρονισμού (1991).

Β) Η υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά

Για τον Γκίντενς η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς λειτουργούσε ως μια βασική οργανωτική αρχή στην πολιτική της πρώιμης νεωτερικότητας. Ωστόσο, εν όψει των εξελίξεων στον τομέα του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, χρειάζεται κριτική επανεξέταση των δύο αυτών όρων. Πρώτον, κατά τον άγγλο κοινωνιολόγο, ο βασικός στόχος της αριστερής πολιτικής δεν είναι η ισότητα ως αυτοσκοπός. Η ισότητα είναι σημαντική διότι είναι μια αναγκαία (αν και όχι επαρκής) προϋπόθεση για μια ποικιλία σκοπών και αξιών στους οποίους στοχεύει η αριστερά - σκοπών όπως η εξαφάνιση της φτώχειας, η κοινωνιακή συνοχή, η αυτοεκπλήρωση κτλ. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι καλύτερα να συνδέσουμε την έννοια της αριστεράς με τη χειραφέτηση μάλλον παρά με την ισότητα. Με τη χειραφέτηση όλων των πολιτών από τη φτώχεια, την πολιτική τυραννία, τις κοινωνικές διακρίσεις και την πολιτισμική χειραγώγηση.
Δεύτερον, και πολύ σημαντικό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, ακόμη και όταν εκφράζεται με όρους χειραφέτησης, είναι πολύ περιοριστική. Εστιάζεται σε αυτό που ο Βέμπερ αποκαλούσε «ευκαιρίες ζωής» (life chances): για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, εστιάζεται σε αγώνες για τη διάδοση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα. Στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό όμως οι πολιτικές ευκαιριών ζωής αντικαθίστανται σταδιακά από «πολιτικές ζωής» (life politics). Ο Γκίντενς αντιλαμβάνεται τις πολιτικές ζωής ως πολιτικές που σχετίζονται λιγότερο με την ισότητα και περισσότερο με το πώς θα πρέπει κανείς να οργανώσει τη ζωή του σε ένα πλαίσιο ραγδαίας υπέρβασης της παραδοσιακής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, έχει να κάνει με την κατασκευή ταυτοτήτων, με εναλλακτικούς και συχνά ανταγωνιστικούς τρόπους ζωής, με το κατά πόσον η εργασία θα πρέπει ή όχι να εξακολουθήσει να είναι η βασική οργανωτική αρχή της ζωής μας, με αμφιλεγόμενες πρακτικές, όπως η άμβλωση, η εξωσωματική γονιμοποίηση, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων κτλ.
Με δεδομένη αυτή τη μετάβαση από τον προβληματισμό της «χειραφέτησης» στον προβληματισμό των «τρόπων ζωής» οι παλαιές διαμάχες (π.χ. καπιταλιστές έναντι εργατών) αμβλύνονται. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί τη δυνατότητα σφυρηλάτησης νέων συμμαχιών, νέων κοινωνικών συμφωνιών που διαπερνούν τους συμβατικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Αν πάρουμε υπόψη μας τα παραπάνω, το να υπερβούμε τη διάκριση αριστερά-δεξιά δεν οδηγεί στη μετανεωτερική θέση που πρεσβεύει ότι αυτοί οι όροι δεν έχουν νόημα. Η υπέρβαση σημαίνει απλώς ότι οι όροι είναι λιγότερο χρήσιμοι για την κατανόηση εμφανιζόμενων νέων πολιτικών που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τρόπους ζωής και κατασκευής ταυτοτήτων από ό,τι με θέματα ανακατανομής. Με άλλα λόγια, στην εποχή του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού οι πολιτικές ζωής παίζουν πιο κεντρικό ρόλο από τους αγώνες για τα αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που ο Μάρσαλ εξέτασε.

Γ) Δικαιώματα και η ένταξη στο κράτος-έθνος

Η κριτική μου στην άποψη του Γκίντενς περί υπέρβασης της διάκρισης αριστερά-δεξιά βασίζεται στη θεωρία περί νεωτερικότητας που ανέπτυξα πιο πάνω. Όπως ήδη αναφέρθηκε εκεί, το πιο βασικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι μια διαδικασία πρωτοφανούς κοινωνικής κινητοποίησης η οποία περιθωριοποίησε ή κατέστρεψε τελείως τους παραδοσιακούς τοπικισμούς και υποχρέωσε τα άτομα να ενταχθούν στις διευρυμένες εθνικές αρρένες (οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές) του κέντρου. Αυτή η μαζική ένταξη/εισδοχή ανθρώπων στη «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους έθνους (Άντερσον 1991) μπορεί να πάρει και αυτόνομες και ετερόνομες μορφές.
Στην περίπτωση της σχετικά αυτόνομης ενσωμάτωσης, για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα τα οποία σε προνεωτερικά πλαίσια περιορίζονταν σε ομάδες ελίτ διαχέονται «προς τα κάτω». Στην περίπτωση του ετερόνομου εκσυγχρονισμού υπήρξε ταυτόχρονα «εισδοχή» και «αποκλεισμός» των λαϊκών τάξεων. «Εισήχθησαν» με την έννοια ότι εντάχθηκαν αναπόδραστα στους συγκεντρωτικούς μηχανισμούς του έθνους-κράτους, της εθνικής αγοράς και της εθνικής εκπαίδευσης. Αποκλείονταν όμως σε ό,τι αφορά τη διάχυση των δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, στην Γερμανία του Μπίσμαρκ οι πολίτες, μέσω της καθολικής στρατολόγησης, εισάχθηκαν οριστικά στους μηχανισμούς επιτήρησης του εθνικού κράτους. Σε ό,τι όμως αφορά πολιτικά δικαιώματα ήταν αποκλεισμένοι.
Η αντίληψη του Γκίντενς για τη νεωτερικότητα, παρότι μη εξελικτική με την αυστηρή έννοια του όρου, δεν λαμβάνει υπόψη της τους διαφορετικούς τύπους εκσυγχρονισμού σε ό,τι αφορά τη διάδοση των δικαιωμάτων. Επομένως δεν προκαλεί έκπληξη ότι συνδέει με έναν μάλλον παραπλανητικό τρόπο τη δεξιά με εκείνους που αρνούνται τη νεωτερικότητα κατά τη φάση του πρώιμου εκσυγχρονισμού και την αριστερά με εκείνους που την προωθούν. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι ο πολιτικός συντηρητισμός πήρε συχνά τη μορφή αντίστασης στην έλευση της νεωτερικότητας (π.χ. η αριστοκρατική αντίδραση στο βιομηχανικό καπιταλισμό). Από τη στιγμή όμως που η νεωτερικότητα έγινε μη αναστρέψιμη, και πολύ πριν από την έλευση του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, ο συντηρητισμός έτεινε να επιλέγει ετερόνομες μορφές ένταξης των πολιτών στο εθνικό κέντρο (εξ ού και ο όρος αυταρχικός ή αντιδραστικός εκσυγχρονισμός).
Με βάση τα παραπάνω δεν υπάρχει υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά στην ύστερη, αναστοχαστική νεωτερικότητα. Δεν υπάρχει δηλαδή ασυνέχεια μεταξύ «ευκαιριών ζωής» και «πολιτικών ζωής». Στο βαθμό που και στις δυο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δικαιώματα (κυρίως πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά στην πρώτη και πολιτισμικά στη δεύτερη) η διάκριση αριστερά-δεξιά είναι και σήμερα εξίσου χρήσιμη. Για παράδειγμα, η αριστερά σήμερα είναι υπέρ και των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων αλλά και των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων ή των δικαιωμάτων των γυναικών στην άμβλωση. Με άλλα λόγια, ο Γκίντενς δεν «υπερβαίνει» τον Μάρσαλ, απλώς τον συμπληρώνει . Για να το επαναλάβω, η διάκριση αριστερά-δεξιά, στο βαθμό που έχει να κάνει με τη διάχυση δικαιωμάτων προς τα κάτω, είναι χρήσιμη για την κατανόηση των κοινωνικών διαμαχών και στην πρώιμη και στην ύστερη νεωτερικότητα.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην ύστερη νεωτερικότητα τα πολιτισμικά δικαιώματα, σε περίοδο οικονομικής κρίσης όπως η σημερινή, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με τα οικονομικοκοινωνικά. Ο άνεργος, περιθωριοποιημένος οικογενειάρχης σήμερα ενδιαφέρεται λιγότερο για τον προβληματισμό γύρω από την τεχνητή γονιμοποίηση ή τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και περισσότερο για την οικονομική εξαθλίωση και την κοινωνική περιθωριοποίηση στην οποία βρίσκεται η οικογένειά του. Με άλλα λόγια, η σχέση μεταξύ ευκαιριών ζωής και τρόπων ζωής δεν είναι γραμμική. Εξαρτάται άμεσα από τον κύκλο ύφεσης/ανάπτυξης.

Γενικό συμπέρασμα

Με βάση τη σύντομη ανάλυση των θεωριών των Μπόμπιο, Μάρσαλ, Πάρσονς και Γκίντενς, νομίζω πως ο πιο χρήσιμος τρόπος ορισμού του τί είναι αριστερά και τί δεξιά, καθώς και αν η διάκριση έχει ξεπεραστεί ή όχι, είναι να εξετάσουμε πώς οι δύο αυτές έννοιες συνδέονται με τα δικαιώματα και τη σχέση που έχουν με τις κοινωνικές δομές της νεωτερικότητας (πρώιμης και ύστερης). Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, γιατί πρωτοχρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν έχει νόημα να μιλάμε π.χ. για αριστερά και δεξιά όταν αναφερόμαστε στις πολιτικές διαμάχες μεταξύ «δημοκρατικών» και ολιγαρχικών κομμάτων στην αρχαία αθηναϊκή πολιτεία, όταν η πλειοψηφία του ενήλικου πληθυσμού όχι μόνο ήταν εκτός της πολιτικής αρένας αλλά και γιατί οι κομματικές διαμάχες δεν είχαν να κάνουν με τη σταδιακή έστω ένταξη των αποκλεισμένων (δούλων και γυναικών) στην πολιτική αρένα. Δεν έχει, με άλλα λόγια, νόημα να μιλάμε για αριστερά και δεξιά στο πλαίσιο της αρχαιότητας ή της προνεωτερικότητας πιο γενικά. Σε ένα πλαίσιο όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ενός κοινωνικού σχηματισμού είναι πλήρως ενταγμένος σε παραδοσιακού τύπου, μη δομικά διαφοροποιημένες κοινότητες.
Η διάκριση αριστερά-δεξιά έχει νόημα όταν αναφερόμαστε λιγότερο σε γενικές/καθολικές έννοιες όπως η ισότητα ή η χειραφέτηση και περισσότερο στο ιστορικά συγκεκριμένο πλαίσιο της διαδικασίας ένταξης ενός πληθυσμού στο εθνικό κέντρο - ένταξη που μπορεί να πάρει αυτόνομες ή και ετερόνομες μορφές. Για να το επαναλάβω, στην πρώτη περίπτωση η ένταξη οδηγεί στη διάχυση δικαιωμάτων (αστικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών) προς την κοινωνική βάση. Όταν η ένταξη παίρνει αυταρχικό χαρακτήρα, όταν οι «εισερχόμενοι» στο κέντρο έχουν υποχρεώσεις χωρίς δικαιώματα, τότε μιλάμε για μια αντιδραστική, συντηρητική, δεξιά διαδικασία. Με άλλα λόγια ο δημοκρατικός εκσυγχρονισμός συνδέεται με την αριστερά ενώ ο αυταρχικός με την αντιδραστική δεξιά.

Δημοσιεύτηκε στο "The book's Journal" (Ιούλιος 2014- τεύχος 45)

Η διάκριση αριστερά-δεξιά (Μπόμπιο, Μάρσαλ, Γκίντενς)

Στη ημερινή συγκυρία η διάκριση αριστερά-δεξιά αμφισβητείται. Για πολλούς, κυρίως μεταμοντέρνους κοινωνικούς επιστήμονες, η διάκριση είναι τελείως άχρηστη και παραπλανητική. Για άλλους η διάκριση ήταν μεν χρήσιμη στην πρώιμη νεωτερικότητα αλλά όχι πλέον σήμερα. Άρα πρέπει να στοχεύουμε όχι στην κατάργηση αλλά στην «υπέρβασή της». Το επιχείρημα που θα αναπτύξω είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη για την ανάλυση του πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι όχι μόνο στην πρώιμη αλλά και στην τωρινή, ύστερη παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα. Ξεκινώ από τη θέση του Νόρμπερτ Μπόμπιο (2013) που προσπαθεί να δείξει τη σημασία της έννοιας της αριστεράς σήμερα συνδέοντάς την με τους συνεχιζόμενους αγώνες για τη μείωση της ανισότητας. Στη συνέχεια εξετάζω την ανάλυση του Μάρσαλ (1964) που δείχνει, με έναν πιο συγκεκριμένο τρόπο, τη μείωση των ανισοτήτων στην Μεγάλη Βρετανία χρησιμοποιώντας την έννοια της σταδιακής εξάπλωσης δικαιωμάτων (αστικών, πολιτικών και κοινωνικών) στον 20ο αιώνα. Τέλος, τοποθετούμαι κριτικά απέναντι στον Γκίντενς που υποστηρίζει την υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά στην ύστερη νεωτερικότητα (1994).

Μπόμπιο: Ισότητα και αριστερά

Α) Όπως τονίζει ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, η διάκριση αριστερά-δεξιά (αντίθετα με τις διάφορες μεταμοντέρνες επιχειρηματολογίες), από την Γαλλική Επανάσταση και μετά ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα βασικό εννοιολογικό εργαλείο. Μας βοηθάει να καταλάβουμε τον τρόπο συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών. Είναι για αυτόν ακριβώς το λόγο που όχι μόνο στον επιστημονικό αλλά και στον καθημερινό λόγο το δίπολο αριστερά-δεξιά χρησιμοποιείται ευρέως όταν προσπαθούμε να χαρακτηρίσουμε ένα κόμμα, ένα κίνημα, μια ιδεολογία ως «προοδευτική» ή συντηρητική. Για τον ιταλό διανοητή ή έννοια που συνδέεται άρρητα με την αριστερά είναι αυτή της ισότητας. Η αριστερά προσπαθεί να μειώσει τις ανισότητες των νεωτερικών κοινωνιών ενώ η δεξιά προσπαθεί να τις διατηρήσει ή και να τις εντείνει. Η πάλη για την ισότητα παίρνει βέβαια διαφορετικές μορφές ανάλογα με το χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως η ιδέα της ισότητας παραμένει ο βασικός προσανατολισμός των αγώνων της αριστεράς.

Β) Νομίζω πως όλα τα παραπάνω είναι σωστά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ο ιταλός φιλόσοφος αναπτύσσει τις πιο συγκεκριμένες πτυχές της θεωρίας του παρουσιάζει μια βασική δυσκολία. Ο Μπόμπιο αναφέρεται μεν σε διάφορα ιστορικά παραδείγματα. Αλλά, επειδή η μεθοδολογία που ακολουθεί είναι περισσότερο φιλοσοφο-αναλυτική και λιγότερο ιστορικο-κοινωνιολογική (2013: 55), δεν δείχνει με ένα διαφοροποιημένο τρόπο πώς η διάκριση δεξιά-αριστερά και οι αγώνες υπέρ ή κατά της ισότητας εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο, εξελισσόμενο μακροϊστορικό πλαίσιο. Και αυτό γιατί εννοιολογεί την ισότητα σαν ένα αδιάσπαστο όλο. Αναφέρεται πάντα στην ισότητα ή ανισότητα και όχι σε διαφόρων τύπου ισοτήτων ή ανισοτήτων. Έτσι οδηγείται σε μια αυστηρά διχοτομική προσέγγιση. Οι έννοιες αριστερά και δεξιά είναι «αμοιβαία αποκλειόμενες». Για παράδειγμα, ένα κόμμα είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, το να έχει και αριστερές και δεξιές στρατηγικές είναι κατά τον Μπόμπιο αδύνατον: «το γεγονός ότι η Δεξιά και η Αριστερά αντιπροσωπεύουν μια αντίθεση σημαίνει απλώς ότι δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δεξιός και αριστερός» (2013: 156).
Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί προβλήματα. Σε ένα πιο εμπειρικό, ιστορικό-εξελικτικό επίπεδο συχνά παρατηρούμε πως δεν υπάρχει μία αδιαφοροποίητη ανισότητα, αλλά πολλές ‒ οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές κτλ. Για να το πούμε διαφορετικά, η ανισότητα έχει πολλές διαστάσεις. Σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αυτές οι διαστάσεις δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Σε πολλές περιπτώσεις κόμματα και κυβερνήσεις χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό αυξανόμενων ανισοτήτων σε ένα θεσμικό χώρο και αμβλυνόμενων σε έναν άλλο. Σε αυτή την «υβριδική κατάσταση» η ανάλυση του Μπόμπιο δεν μας βοηθάει. Πιο συγκεκριμένα, αν ισότητα είναι ο κοινός παρανομαστής όλων των αγώνων της αριστεράς, πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κόμματα ή κυβερνήσεις που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες χρησιμοποιώντας αυταρχικά μέσα, μέσα που εντείνουν τις πολιτικές ανισότητες μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων;
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον περονισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Περόν ακολούθησε μια αριστερή κοινωνική πολιτική. Μείωσε τις κοινωνικές ανισότητες μεταφέροντας συστηματικά πόρους από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Συγχρόνως όμως για να πετύχει αυτή την αναδιανομή χρησιμοποίησε αυταρχικά μέσα όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες εν γένει, αλλά και σε ό,τι αφορά την αυτονομία των συνδικάτων. Κατά έναν τυπικά λαϊκιστικό και πατερναλιστικό τρόπο, κινητοποίησε το «λαό του» ενάντια σε έναν «κατεστημένο» καταργώντας με διάφορους τρόπους τις νομιμοποιητικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και κάτι παρόμοιο βλέπουμε περνώντας από τον «περονισμό» στον πιο πρόσφατο «τσαβισμό». Και σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε μια σημαντική μεταφορά πόρων προς τα κάτω. Η απόλυτη φτώχεια μειώθηκε και το κοινωνικό κράτος έφτασε στην περιφέρεια, σε αυτούς που ήταν αποκλεισμένοι από τα ευεργήματα του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας. Την ίδια στιγμή όμως η ανακατανομή πόρων επιτεύχθηκε με έναν αυταρχικό, «βοναπαρτικό» τρόπο, εντείνοντας τις πολιτικές ανισότητες και υποσκάπτοντας βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς. Μπορεί κάποιος βέβαια να προτιμά την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, ακόμα και αν αυτή οδηγεί στην ένταση των πολιτικών. Αλλά είναι αναγκαίο να κάνουμε σαφή το διαχωρισμό μεταξύ των δύο αν θέλουμε να αποφύγουμε τη γενικευμένη σύγχυση.
Με βάση τα δύο παραπάνω παραδείγματα είναι προφανές πως η μονοδιάσταση θέση του Μπόμπιο πως είτε είναι αριστερό είτε δεξιό ένα κόμμα η καθεστώς, δεν βοηθάει τον ερευνητή να αναλύσει υβριδικές καταστάσεις. Υπάρχει τρόπος να διατηρήσουμε τη διάκριση εννοιολογώντας το δίπολο αριστερά-δεξιά κατά ένα διαφορετικό τρόπο, έναν τρόπο που δεν καταργεί αλλά συμπληρώνει τη θεώρηση του Μπόμπιο; Νομίζω πως ναι.

Μάρσαλ: Η σταδιακή εξάπλωση των δικαιωμάτων προς την κοινωνική βάση

Α) Όπως έχει ήδη λεχθεί, η διάκριση αριστερά-δεξιά ανάγεται στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Από αυτή τη σκοπιά, συνδέεται άμεσα με τη νεωτερικότητα: με ένα είδος κοινωνικής οργάνωσης που κυριάρχησε στην Δύση μετά τη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία και την πολιτική επανάσταση του 1789 στην Γαλλία. Από μια λιγότερο πολιτισμική και περισσότερο κοινωνικοδομική προσέγγιση, ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας είναι η σταδιακή έκλειψη της μη διαφοροποιημένης παραδοσιακής κοινότητας και η μαζική κινητοποίηση και ένταξη του πληθυσμού σε αυτό που ο Μπένεντικτ Άντερσον (1994) έχει αποκαλέσει «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους έθνους.
Αυτή η ένταξη στο εθνικό κέντρο μπορεί να πάρει και αυτόνομες αλλά και ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση παρατηρούμε τη διάχυση δικαιωμάτων (πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών) από το επίπεδο των ελίτ σε αυτό των μη ελίτ. Στη δεύτερη περίπτωση, η πλειοψηφία του πληθυσμού εντάσσεται στις διαφοροποιημένες θεσμικές σφαίρες του κράτους έθνους αλλά χωρίς την ευρεία διάχυση δικαιωμάτων. Όπως στην περίπτωση της Πρωσίας στο 19ο αιώνα, ο πληθυσμός εντάσσεται στο κέντρο σε ό,τι αφορά τον εθνικό στρατό, την παιδεία κτλ. αλλά μένει «εκτός» σε ό,τι αφορά τα πολιτικά/δημοκρατικά δικαιώματα. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μια διαδικασία αυταρχικού εκσυγχρονισμού. Από την άλλη μεριά, στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας κατά την ίδια περίοδο παρατηρούμε διαδικασίες δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, διαδικασίες που οδηγούν στην εξάπλωση δικαιωμάτων προς τα λαϊκά στρώματα.

Β) Την εξάπλωση δικαιωμάτων προς την κοινωνική βάση την έχει περιγράψει με ενδιαφέρον τρόπο ο εκλιπών διάσημος βρετανός κοινωνιολόγος T.H. Marshall. Ο τελευταίος βάσισε την ανάλυσή του σε μια εξελικτική θεωρία της νεωτερικότητας. Κατά τον Μάρσαλ το κίνημα για την εξάπλωση δικαιωμάτων «προς τα κάτω» ξεκίνησε ήδη στο 17ο αιώνα. Στην περίοδο αυτή όμως λόγω της «συγχώνευσης» (δηλ. της μη διαφοροποίησης) των διάφορων θεσμικών χώρων, τα δικαιώματα ήταν και αυτά μη διαφοροποιημένα (1964: 73). Μόνο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όταν οι θεσμοί διαφοροποιήθηκαν, διακρίνουμε μια διαδικασία διαχωρισμού των δικαιωμάτων ‒ διαδικασία κατά την οποία κάθε κατηγορία δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά) αρχίζει να προσλαμβάνει τη δική της λογική και δυναμική τροχιά.
Πρώτα αναπτύχθηκαν οι ατομικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη. Τα ατομικά δικαιώματα που είχαν σχέση με την ιδιοκτησία, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Αυτά τα δικαιώματα σταδιακά κατεδάφισαν τις φεουδαρχικές αρχές της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και καθιέρωσαν σε πιο σταθερή βάση την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου. Επομένως, είναι στη σφαίρα του δικαίου και ιδιαίτερα στην αρένα των δικαστηρίων που διαπιστώνουμε την πρώτη στροφή από τον «υπήκοο» στον «πολίτη», από μια κατάσταση κατά την οποία διαφορετικοί νόμοι και δικαστικές διαδικασίες ίσχυαν για διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, σε μια κατάσταση όπου όλοι ήταν ίσοι ενώπιον των κυριότερων νομικών κωδίκων της εθνικής κοινότητας.
Το δεύτερο βήμα προς μια «αποφεουδαρχημένη» κοινότητα πολιτών συντελέστηκε στο 19ο αιώνα με την εξάλειψη περιορισμών σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου και της εκλογής στο Κοινοβούλιο. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής περιόδου η έμφαση μετατοπίστηκε από τη δικαστική σφαίρα στη νομοθετική, καθώς η πολιτική συμμετοχή αυξήθηκε και ενοποιήθηκε η κοινότητα των πολιτών όχι μόνο σε μια νομική αλλά και σε μια πολιτική βάση.
Τέλος, σύμφωνα με τον Μάσραλ, η τρίτη μεγάλη πρόοδος στην πορεία συγκρότησης μιας ενοποιημένης κοινότητας των πολιτών (civic community) συντελέστηκε τον 20ο αιώνα με την ανάπτυξη των κοινωνικών δικαιωμάτων ‒ το δικαίωμα του καθένα για αξιοπρεπή παιδεία, υγειονομική περίθαλψη και φροντίδα για τα γηρατειά. Κατά τη διάρκεια της φάσης αυτής η θεσμική εστίαση μετακινήθηκε πάλι, αυτή τη φορά όμως από την πολιτική στην κοινωνική σφαίρα, καθώς αποτέλεσε αντανάκλαση της μαζικής ανάπτυξης σχολείων, νοσοκομείων, κοινοτικών κέντρων παροχής υγειονομικής περίθαλψης κτλ. Η θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί κίνηση, αν και διστακτική, από την τυπική προς την ουσιαστική ισότητα, από τις ταξικές ανισότητες στη σχετική ισότητα των ατόμων ως πολιτών. Διότι, ενώ οι ταξικές ανισότητες εύκολα υπονομεύουν και την ισότητα έναντι του νόμου και την αρχή της ισότητας της ψήφου, η εξάπλωση των κοινωνικών δικαιωμάτων δίνει περισσότερη υπόσταση και νόημα στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Διασφαλίζει ότι η νομική και πολιτική συμμετοχή του λαού στην κοινότητα των πολιτών δεν αποτελεί μια απλή τυπική διαδικασία.
Φυσικά, το γεγονός αυτό δε σημαίνει ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών πτυχών της ιδιότητας του πολίτη εξαλείφει τις ταξικές ανισότητες. Αυτό που σημαίνει είναι ότι υπάρχει πλέον μια καλύτερη, πιο στέρεα ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισότητας/αλληλεγγύης, όπως εκφράζεται με την έννοια της ιδιότητας του πολίτη, και της ταξικής αρχής της ανισότητας/ανταγωνισμού (1964: 84). Με άλλα λόγια, υπό καπιταλιστικές συνθήκες, τα δικαιώματα των πολιτών δεν μπορούν να εξαλείψουν τις ταξικές ανισότητες, μπορούν όμως να μετριάσουν τις χειρότερες υπερβολές τους.
Μπορεί μεν ο Μάρσαλ να περιγράφει τα ευρύτερα μακρο-στάδια στη συγκρότηση της κοινότητας των πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ποιοι είναι όμως οι βασικοί μηχανισμοί που εξηγούν έναν τέτοιο μετασχηματισμό; Ως προς το ερώτημα αυτό, τα κείμενα του Μάρσαλ είναι λιγότερο διαφωτιστικά. Είναι σαφές, ότι κύριος στόχος του ήταν να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή μάλλον παρά μια εξήγηση του μετασχηματισμού αυτού. Στο βαθμό όμως που αναφέρεται στους μηχανισμούς μετασχηματισμού, η οπτική του γωνία είναι αυτή του φορέα δράσης. Η εξάπλωση των δικαιωμάτων έχει σχέση με συλλογικούς φορείς δράσης και τους αγώνες τους. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη δεν θα είχαν καταστεί δυνατές χωρίς την πρότερη απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων που επέτρεψαν στα λαϊκά στρώματα να οργανωθούν πολιτικά. Επιπλέον, μόνο όταν τα ατομικά δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ασκήθηκαν συλλογικά (με τη δημιουργία μαζικών εργατικών συνδικάτων και κομμάτων) δημιουργήθηκε η δυνατότητα κράτους πρόνοιας (1964: 111).

Γ) Η θεωρία του Μάρσαλ έχει μεν έναν εξελικτικό χαρακτήρα αλλά δεν είναι ντετερμινιστική. Δεν υπονοεί πως σε όλες τις νεωτερικές κοινωνίες η πορεία των δικαιωμάτων θα ακολουθήσει τον τύπο της δημοκρατικής εξέλιξης που ακολούθησε η Μεγάλη Βρετανία. Αν λάβουμε υπόψη μας τη διάκριση μεταξύ δημοκρατικού και αυταρχικού εκσυγχρονισμού που ανέφερα πιο πάνω, είναι προφανές πως όχι μόνο στο παρελθόν αλλά και σήμερα, σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα, βλέπουμε βήματα προς τα μπρος αλλά και βήματα προς τα πίσω. Βλέπουμε επίσης, σε μια συγκεκριμένη χώρα, πρόοδο σε έναν τύπο δικαιωμάτων και μη πρόοδο ή και οπισθοχώρηση σε έναν άλλο τύπο.
Αν πάρουμε σαν παράδειγμα την ανάπτυξη του καπιταλισμού σε μερικές ασιατικές χώρες, βλέπουμε έναν τύπο συνάρθρωσης πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων που είναι πολύ διαφορετικός και από το δυτικοευρωπαϊκό και από αυτόν της πλειοψηφίας των χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Για παράδειγμα, στην Νότια Κορέα (όπως και στην Ταιβάν) την ταχεία ανάπτυξη ξεκίνησε μια στρατιωτική χούντα με τη βοήθεια τεχνοκρατών. Τα συνδικάτα δεν είχαν καμιά αυτονομία, τα κόμματα εξουδετερώθηκαν και οι πολίτες δεν είχαν το δικαίωμα της ψήφου. Από την άλλη μεριά όμως η ταχεία ανάπτυξη, όχι μόνο μείωσε σημαντικά την απόλυτη φτώχεια, αλλά και οδήγησε στη διάχυση του παραγόμενου πλούτου προς τα κάτω. Το γενικό βιοτικό επίπεδο και ο μέσος όρος ζωής αυξήθηκε, ενώ συγχρόνως παρατηρούμε τη δημιουργία μιας μεσαίας τάξης που πίεσε για το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος, για το πέρασμα από τη δικτατορία σε ένα λιγότερο αυταρχικό καθεστώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το σύστημα παραμένει σε πολλά σημεία αυταρχικό, αλλά με τον κοινοβουλευτισμό παρατηρούμε μια σειρά πολιτικών δικαιωμάτων που δεν υπήρχαν στη δικτατορική περίοδο. Άρα, σε αυτή την περίπτωση, παρατηρούμε την εντυπωσιακή καλυτέρευση των κοινωνικών συνθηκών πριν από την ανάπτυξη πολιτικών δικαιωμάτων.
Κάτι παρόμοιο βλέπουμε σήμερα στο πλαίσιο του αυταρχικού εκσυγχρονισμού της Κίνας. Το καπιταλιστικό άνοιγμα της κινεζικής οικονομίας και η ένταξή της στις παγκόσμιες αγορές δεν οδήγησε, για τη στιγμή, στο δημοκρατικό άνοιγμα του πολιτικού συστήματος. Η κυριαρχία του κομμουνιστικού κόμματος, παρ' όλους τους σχετικούς τριγμούς παραμένει αλώβητη. Από την άλλη μεριά όμως, η ραγδαία καπιταλιστική ανάπτυξη της Κίνας οδήγησε στην εκπληκτική μείωση της απόλυτης φτώχειας. Έβγαλε από την πλήρη εξαθλίωση πάνω από 650 εκατομμύρια κινέζων, κυρίως στον πρωτογενή τομέα. Ανθρώπων που πέρα από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, πέθαιναν κυριολεκτικά από την πείνα όταν η σοδειά ήταν κακή. Από αυτή τη σκοπιά ο κινεζικός καπιταλισμός δεν έδωσε πολιτικά αλλά κοινωνικά δικαιώματα. Έδωσε σε ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρωπότητας όχι μόνο το δικαίωμα της οριακής διαβίωσης αλλά και το πιο βασικό δικαίωμα στην επιβίωση όταν οι καιρικές συνθήκες είναι δύσκολες ‒ και αυτό παρ' όλες τις τεράστιες οικονομικές ανισότητες που η ραγδαία ανάπτυξη επέφερε (κυρίως στον αστικό χώρο).
Τέλος, δεν είναι απίθανο οι μεσαίες τάξεις που ο κινεζικός καπιταλισμός δημιούργησε να πιέσουν, όπως και στην Νότια Κορέα, στο σταδιακό άνοιγμα του πολιτικού συστήματος, δηλαδή στη σταδιακή διάχυση πολιτικών δικαιωμάτων προς την κοινωνική βάση. Αν έτσι έχουν τα πράγματα η συστηματική κριτική της Δύσης για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην κινεζική επικράτεια είναι μονόπλευρη. Αγνοεί τα κοινωνικά επιτεύγματα/δικαιώματα και επικεντρώνεται στην έλλειψη πολιτικών δικαιωμάτων.
Συμπερασματικά: με βάση τη θεωρία της νεωτερικότητας και τη σχέση της με τη μαζική ένταξη του πληθυσμού στο έθνος κράτος, μπορούμε να αναδιατυπώσουμε τη διάκριση αριστερά-δεξιά κατά τρόπο που να είναι χρήσιμη και σήμερα. Η αριστερά είχε και εξακολουθεί να έχει σαν στόχο τη σχετικά αυτόνομη ένταξη του πληθυσμού στο εθνικό κέντρο. Δηλαδή τη διάχυση πολιτικών αλλά και κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων προς τα λαϊκά στρώματα. Από την άλλη μεριά η δεξιά έχει τον αντίθετο στόχο: την ετερόνομη ένταξη του πληθυσμού στο έθνος κράτος, την ένταξη χωρίς δικαιώματα, δηλαδή την ένταξη χωρίς την άμβλυνση των κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων. Από την παραπάνω σκοπιά, μερικά κόμματα ή κυβερνήσεις έχουν έναν υβριδικό χαρακτήρα. Έχουν και αριστερές και δεξιές στρατηγικές.

Γκίντενς: Πέρα από την αριστερά και δεξιά

Α) Οι απόψεις του Γκίντενς πάνω στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες μας έχουν ως θεωρητικό υπόβαθρο ένα ιδεοτυπικό μοντέλο τριών σταδίων. Αυτό επιχειρεί να διερευνήσει πώς μερικές πλευρές της κοινωνικής οργάνωσης, του πολιτισμού και της προσωπικότητας αλλάζουν καθώς οι κοινωνίες προχωρούν από μια παραδοσιακή φάση σε μια φάση πρώιμης και τελικά ύστερης νεωτερικότητας.
Σε παραδοσιακές καταστάσεις κώδικες με τυποποιημένες «αλήθειες» καθορίζουν αυστηρά το περιθώριο λήψης αποφάσεων του ατόμου. Από πρακτικές αποφάσεις που αφορούν τον γάμο, το μέγεθος της οικογένειας και την καθημερινή συμπεριφορά ως εκείνες που άπτονται θεμελιωδών υπαρξιακών προβλημάτων ζωής ή θανάτου, η παράδοση παρέχει συνταγές δράσης τις οποίες τα άτομα ακολουθούν λίγο-πολύ αυτόματα. Στην πρώιμη νεωτερικότητα, από την άλλη πλευρά, οι παραδοσιακές βεβαιότητες αντικαθίστανται από «συλλογικές». Η προοδευτικότητα (η πίστη του Διαφωτισμού στην απεριόριστη τελειοποίηση του ανθρώπου και της κοινωνίας), η συλλογική ταξική οργάνωση, η ταύτιση με το έθνος και την πατρίδα ‒ όλοι αυτοί οι μηχανισμοί δρουν στην πρώιμη νεωτερικότητα με τρόπο που προσομοιάζει αρκετά με αυτόν της παράδοσης. Παρέχουν στα κοινωνικά μέλη ένα νόημα για τη ζωή και καθαρές κατευθυντήριες γραμμές που μειώνουν δραστικά τα πεδία όπου πρέπει να ληφθούν αποφάσεις.
Με την παγκοσμιοποίηση ωστόσο τόσο οι παραδοσιακές όσο και οι συλλογικές βεβαιότητες υποχωρούν ή εξαφανίζονται. Η υπέρβαση της παραδοσιακής κοινωνίας δημιουργεί μια κατάσταση όπου οι ρουτίνες χάνουν τη σημασία τους και την αναμφισβήτητη ηθική τους βαρύτητα. Δημιουργεί μια κατάσταση όπου τα άτομα δεν μπορούν να καταφύγουν ούτε σε παραδοσιακές αλήθειες ούτε σε συλλογικές ιδεολογίες όταν λαμβάνουν αποφάσεις στην καθημερινή τους ζωή. Στερημένοι από την παραδοσιακή ή συλλογική καθοδήγηση καλούνται, με άλλα λόγια, να χειριστούν «κενά πεδία». Από το αν θα παντρευτούν ή όχι και το αν θα κάνουν ή όχι παιδιά μέχρι του ποιο τρόπο ζωής να υιοθετήσουν και τί είδους ταυτότητα να πλάσουν (ακόμη και τί είδους φυσική εμφάνιση να θέσουν ως στόχο μέσω δίαιτας, αισθητικής, χειρουργικής κτλ.) σε όλες αυτές τις περιοχές το άτομο πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αναστοχαστικό, πρέπει να κατασκευάσει τη δική του «βιογραφία». Αυτό σημαίνει ότι ο νέος ατομισμός που διαδίδεται ταχύτατα σήμερα έχει πολύ λιγότερο να κάνει με εγωισμό και περισσότερο με αναστοχασμό, με το γεγονός ότι έχουμε περάσει από «απλές» σε «αναστοχαστικές» μορφές εκσυγχρονισμού (1991).
Για τον Γκίντενς η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς λειτουργούσε ως μια βασική οργανωτική αρχή στην πολιτική της πρώιμης νεωτερικότητας. Ωστόσο, ενόψει των εξελίξεων στον τομέα του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, χρειάζεται κριτική επανεξέταση των δύο αυτών όρων. Ο Γκίντενς αρχίζει την ανάλυσή του αποδεχόμενος εν μέρει την άποψη του Μπόμπιο πως παρότι ο ορισμός της αριστεράς και της δεξιάς αλλάζει ανάλογα με το πλαίσιο, ένα θέμα που υπογραμμίζει όλες τις τομές αριστεράς-δεξιάς είναι αυτό της ισότητας: η αριστερά θέλει να προωθήσει την ισότητα, ενώ η δεξιά αντιτίθεται σε αυτήν. Ο άγγλος κοινωνιολόγος θεωρεί πως η άποψη του Μπόμπιο, παρότι βασικά σωστή, χρήζει δύο τροποποιήσεων.
Πρώτον, ο κύριος στόχος της αριστερής πολιτικής δεν είναι η ισότητα ως αυτοσκοπός. Η ισότητα είναι σημαντική διότι είναι μια αναγκαία (αν και όχι επαρκής) προϋπόθεση για μια ποικιλία σκοπών και αξιών στους οποίους στοχεύει η αριστερά, σκοπών όπως η εξαφάνιση της φτώχειας, η κοινωνιακή συνοχή, η αυτοεκπλήρωση και, ακόμη, η οικονομική ανάπτυξη. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι καλύτερα να συνδέσουμε την έννοια της αριστεράς με τη χειραφέτηση μάλλον παρά με την ισότητα, με τη χειραφέτηση όλων των πολιτών από τη φτώχεια, την πολιτική τυραννία, τις κοινωνικές διακρίσεις και την πολιτισμική χειραγώγηση.
Δεύτερον και πολύ σημαντικό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, ακόμη και όταν εκφράζεται με όρους χειραφέτησης, είναι πολύ περιοριστική. Εστιάζεται σε αυτό που ο Βέμπερ αποκαλούσε «ευκαιρίες ζωής» (life chances) ‒ ή, για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, εστιάζεται σε αγώνες για τη διάδοση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα. Στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό όμως οι πολιτικές ευκαιριών ζωής αντικαθίστανται σταδιακά από «πολιτικές ζωής» (life politics). Ο Γκίντενς αντιλαμβάνεται τις πολιτικές ζωής ως πολιτικές που σχετίζονται λιγότερο με την ισότητα ή τη χειραφέτηση και περισσότερο με το πώς θα πρέπει κανείς να οργανώσει τη ζωή του σε ένα πλαίσιο ραγδαίας υπέρβασης της παραδοσιακής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, έχει να κάνει με την κατασκευή ταυτοτήτων, με αντιθετικούς τρόπους ζωής, με το κατά πόσον η εργασία θα πρέπει ή όχι να εξακολουθήσει να είναι η βασική οργανωτική αρχή της ζωής μας, με αμφιλεγόμενες πρακτικές, όπως η άμβλωση, η εξωσωματική γονιμοποίηση, η γενετική μηχανική κτλ.
Με δεδομένη αυτή τη μετάβαση από τον προβληματισμό της «χειραφέτησης» στον προβληματισμό των «πολιτικών ζωής» οι παλαιές διαμάχες (π.χ. καπιταλιστές έναντι εργατών) έχουν σταδιακά λιγότερη βαρύτητα από τις διαμάχες της ύστερης νεωτερικότητας. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί τη δυνατότητα σφυρηλάτησης νέων συμμαχιών, νέων κοινωνικών συμφωνιών που διαπερνούν τους συμβατικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Αν πάρουμε υπόψη μας τα παραπάνω, το να υπερκεράσουμε το χάσμα αριστερά-δεξιά δεν οδηγεί στη μετανεωτερική θέση που πρεσβεύει ότι αυτοί οι όροι δεν έχουν νόημα. Η υπερκέραση σημαίνει απλώς ότι οι όροι δεν ισχύουν πλέον για τις εμφανιζόμενες νέες πολιτικές που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τρόπους ζωής από ό,τι με θέματα αναδιανομής.
Από αυτή την οπτική γωνία θα επιχειρηματολογήσω ότι θέματα ταυτότητας, πολλαπλότητας τρόπων ζωής κτλ. δεν βρίσκονται πέραν αλλά αποτελούν αναπόσπαστα μέρη των χειραφετικών πολιτικών. Θεωρώ πως στην περίοδο του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού η διάκριση αριστερά-δεξιά (παρότι, φυσικά, αλλάζει διαρκώς μορφή) είναι εξίσου σχετική όσο και στην εποχή της απλής ή πρώιμης νεωτερικότητας.

Β) Η θεωρία του Γκίντενς περί «υπέρβασης» της διάκρισης αριστερά-δεξιά παρουσιάζει δύο βασικές αδυναμίες. Η πρώτη έχει να κάνει με την ιδέα πως τα προβλήματα που σχετίζονται με ευκαιρίες ζωής είναι ποιοτικά διαφορετικά από αυτά των πολιτικών ζωής. Αυτό είναι αμφισβητήσιμο. Τα δεύτερα έχουν να κάνουν με την ισότητα όσο και τα πρώτα. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δικαιώματα. Στην περίπτωση των πολιτικών δικαιωμάτων, η αριστερά παλεύει για τον παραπέρα εκδημοκρατισμό, δηλαδή για τη μείωση ανισοτήτων μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Στην περίπτωση της εξάπλωσης κοινωνικών δικαιωμάτων, οι αγώνες της αριστεράς στοχεύουν στη δημιουργία ενός κράτους πρόνοιας που θα αμβλύνει τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Τέλος, στην περάτωση των «πολιτικών ζωής» η αριστερά παλεύει για την άμβλυνση ανισοτήτων στον πολιτισμικό χώρο: ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων, μεταξύ αυτών που ακολουθούν συμβατικούς και αυτών που ακολουθούν μη συμβατικούς (αλλά νόμιμους) τρόπους ζωής, μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων εθνοτικών ομάδων κτλ. Με δυο λόγια, η αριστερά μάχεται για τη μείωση των ανισοτήτων όχι μόνο στον πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό αλλά και στον πολιτισμικό χώρο. Από αυτή την άποψη δεν υπάρχει ασυνέχεια αλλά συνέχεια μεταξύ δικαιωμάτων που σχετίζονται με «ευκαιρίες ζωής» και αυτών που σχετίζονται με «πολιτικές ζωής». Άρα η διάκριση αριστερά-δεξιά παραμένει χρήσιμη και στην περίοδο της ύστερης νεωτερικότητας. Όπως υποστηρίζει ο Μπόμπιο, το δίπολο αριστερά-δεξιά αλλάζει μεν ανάλογα με το χωροχρονικό πλαίσιο αλλά το βασικό χαρακτηριστικό της ισότητας παραμένει.
Σε ό,τι αφορά, τέλος, τη δεύτερη κύρια θέση του Γκίντενς πως διαμάχες που συνδέονται με πολιτικές ζωής παίζουν σήμερα κυριότερο ρόλο από αυτές που σχετίζονται με ευκαιρίες ζωής, και εδώ υπάρχει μια βασική αδυναμία. Η παραπάνω θέση υπονοεί πως το πέρασμα από τις πρώτες στις δεύτερες είναι μη αναστρέψιμο. Αυτό δεν ευσταθεί. Ο βρετανός κοινωνιολόγος καθώς και πολλοί άλλοι αναλυτές δεν σταθμίζουν σωστά την άρθρωση μεταξύ κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων. Δεν λαμβάνουν υπόψη τους πως στη νεωτερικότητα η άρθρωση αυτή συνδέεται άμεσα με το χρόνο, και πιο συγκεκριμένα με τον οικονομικό κύκλο. Έτσι, όταν ο Γκίντενς δημοσίευσε το Πέρα από την Αριστερά και την Δεξιά οι ευρωπαϊκές οικονομίες είχαν μια ανοδική τροχιά. Αυτή διακόπηκε απότομα λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008.
Στη σημερινή οικονομική συγκυρία της άγριας λιτότητας, της μαζικής ανεργίας (κυρίως των νέων) και της συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας τα κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα αναδιανομής παίζουν ξανά πολύ πιο σημαντικό ρόλο από τα πολιτιστικά. Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων για παράδειγμα ενδιαφέρεται περισσότερο για την επιβίωση των ίδιων και των οικογενειών τους και λιγότερο για εναλλακτικούς, τρόπους ζωής, τη νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ομοφυλόφιλων ή για το δικαίωμα στην έκτρωση σε χώρες που είναι παράνομη κτλ. Με άλλα λόγια, η νέα γενιά στην τωρινή συγκυρία παλεύει για το δικαίωμα στην εργασία, στην υγειονομική περίθαλψη και στην αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού. Ενδιαφέρεται λιγότερο για τις «πολιτικές ζωής» στις οποίες ο Γκίντενς εκτενώς αναφέρεται.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως προβληματισμοί γύρω από τις ταυτότητες, την πολυπολιτισμικότητα, την ανάγκη ενδυνάμωσης της ισότητας μεταξύ φύλων ή αυτή της καταπολέμησης του ρατσισμού κτλ. δεν είναι σημαντικοί ‒ αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, γιατί συνδέονται με τις ριζικές αλλαγές που η ολική διαφοροποίηση θεσμών έχει επιφέρει στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Η ολική διαφοροποίηση ρόλων και θεσμών οδηγεί αναπόφευκτα στην ευρεία εξατομίκευση και στην αναστοχαστικότητα. Οδηγεί σε μια κατάσταση όπου οι ταυτότητες του υποκειμένου (στον οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό θεσμικό χώρο) πολλαπλασιάζονται. Όπως κάθε ταυτότητα που συνδέεται με ένα διαφοροποιημένο θεσμικό χώρο αποκτά μια σχετική αυτονομία σε σχέση με τις άλλες ταυτότητες, εμφανίζεται ένα πρόβλημα συντονισμού των διάφορων ταυτοτήτων. Αυτού του είδους οι διαδικασίες εξατομίκευσης που δεν αφορούν σήμερα αποκλειστικά τις ελίτ τονίζουν τη σημασία των πολιτιστικών δικαιωμάτων. Παρόλα αυτά, όπως ήδη ανέφερα, η σχέση μεταξύ πολιτικοκοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων δεν είναι σχέση υπέρβασης αλλά επέκτασης. Επιπλέον, ανάλογα με τη συγκυρία τα πρώτα μπορούν να απασχολούν τα υποκείμενα περισσότερο από τα δεύτερα και αντίστροφα.

Συμπέρασμα

i) ‒ Σήμερα πολλοί θεωρούν τη διάκριση αριστερά-δεξιά ξεπερασμένη. Ο Μπόμπιο απορρίπτει αυτή τη θέση και υποστηρίζει πως το δίπολο αριστερά-δεξιά παραμένει χρήσιμο αν συνδέσουμε την έννοια της αριστεράς με αυτή της ισότητας. Οι αριστερές πολιτικές δυνάμεις μάχονται για μεγαλύτερη ισότητα ενώ οι δεξιές για τη διατήρηση ή και ενίσχυση των ανισοτήτων.
‒ Το παρόν κείμενο υποστηρίζει πως η βασική αδυναμία της θεωρίας του Μπόμπιο είναι πως βλέπει τις έννοιες αριστερά-δεξιά ως αμοιβαία αποκλειόμενες ‒ ένα κόμμα για παράδειγμα είτε είναι αριστερό είτε δεξιό. Αυτή η διχοτομική προσέγγιση αδυνατεί να αναλύσει «υβριδικές» περιπτώσεις όπου μια πολιτική δύναμη χαρακτηρίζεται από αριστερές πολιτικές (π.χ. μείωση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων) και συγχρόνως από δεξιές (ένταση των πολιτικών ανισοτήτων).
‒ Ένας τρόπος επίλυσης της παραπάνω δυσκολίας είναι να περάσουμε από τη φιλοσοφο-αναλυτική προσέγγιση του Μπόμπιο σε μια πιο μακροϊστορική. Αν θεωρήσουμε πως το πιο καθοριστικό δομικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι η σταδιακή έκλειψη της παραδοσιακής κοινότητας και η μαζική κινητοποίηση και ένταξη του πληθυσμού στο κράτος-έθνος, τότε παρατηρούμε πως αυτή η ένταξη μπορεί να πάρει αυτόνομες ή ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση, δικαιώματα (αστικά, πολιτικά, κοινωνικά) διαχέονται σταδιακά προς τα λαϊκά στρώματα. Στη δεύτερη έχουμε αυταρχική ένταξη, δηλαδή ένταξη χωρίς διάχυση δικαιωμάτων προς τα λαϊκά στρώματα. Από αυτή τη σκοπιά, η αριστερά αγωνίζεται για μια αυτόνομη ενώ η δεξιά για μια ετερόνομη είσοδο του πληθυσμού στο εθνικό κέντρο.
‒ Όσο για το πρόβλημα των υβριδικών περιπτώσεων, αυτό επιλύεται αν παραδεχθούμε πως η ισότητα έχει πολλές διαστάσεις που δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Μια πολιτική δύναμη μπορεί να έχει μια προοδευτική, αριστερή πολιτική σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα και συγχρόνως μια αυταρχική, δεξιά σε ό,τι αφορά τα πολιτικά δικαιώματα.

ii) ‒ Ο Μάρσαλ, στη βάση μιας μακροϊστορικής προσέγγισης της εξέλιξης των δικαιωμάτων στην Μεγάλη Βρετανία, δείχνει έμπρακτα πως αστικά, στη συνέχεια πολιτικά και τέλος κοινωνικά δικαιώματα πέρασαν από το επίπεδο των ελίτ σε αυτό των μη ελίτ.
‒ Η θεώρηση της νεωτερικότητας σαν ένταξη στο έθνος-κράτος και η ανάλυση του Μάρσαλ που εστιάζει στη σταδιακή διάχυση δικαιωμάτων προς την κοινωνική βάση προσφέρουν εννοιολογικά εργαλεία που βοηθούν να επιλύσουμε τα προβλήματα που η θεωρία του Μπόμπιο δημιουργεί.

iii) ‒ Τέλος, ο Γκίντενς θεωρεί πως η έννοια της αριστεράς ήταν χρήσιμη στην πρώιμη νεωτερικότητα όταν κυριαρχούσαν οι ταξικοί αγώνες για την ανακατανομή πόρων. Είναι λιγότερο χρήσιμη στην ύστερη, «αναστοχαστική» νεωτερικότητα όπου οι διαμάχες έχουν να κάνουν περισσότερο με προβλήματα κατασκευής ταυτοτήτων, με τον πολλαπλασιασμό των επιλογών σε ό,τι αφορά εναλλακτικούς και συχνά αντιφατικούς τρόπους ζωής, με την πολυπολιτισμικότητα κτλ. Έχουν, επίσης, να κάνουν με ηθικοφιλοσοφικά προβλήματα όπως το δικαίωμα στην έκτρωση, στην ευθανασία, στην τεχνητή γονιμοποίηση κτλ.
‒ Υποστηρίζω πως μπορούμε να δούμε τις παραπάνω διαμάχες ως αγώνες για τη διάχυση πολιτισμικών δικαιωμάτων. Άρα η διάκριση αριστερά -δεξιά δεν «υπερβαίνεται» αλλά προεκτείνεται από τους αριστερούς αγώνες για την προώθηση αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που ο Μάρσαλ μελέτησε, στα σημερινά πολιτισμικά δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η διάκριση αριστερά-δεξιά, με την αναδιατύπωση της θεωρίας του Μπόμπιο που προτάθηκε πιο πάνω, παραμένει αναγκαία για την κατανόηση εξελίξεων όχι μόνο στην πρώιμη αλλά και στην τωρινή, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα.

Νίκος Μουζέλης
Ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας LSE

Βιβλιογραφικές αναφορές

Anderson, B. (1991). Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. London: Verso.
Bobbio, N. (1987). The Future of Democracy: A Defence of the Rules of the Game. Cambridge: Polity.
Bobbio, N. (2013). Δεξιά και Αριστερά. Αθήνα: Πόλις.
Giddens, A. (1994). Beyond Left and Right: The Future of Radical Politics. Cambridge: Polity.
Giddens, A. (1991). Modernity and Self-identity: Self and Society in the Late Modern Age. Cambridge: Polity Press.
Marshall, T.H. (1964). Class, Citizenship and Social Development. New York, Garden City: Doubleday.

Δημοσιεύτηκε στο metarithmisi.gr στις 7/5

Από την κρίση των πυραύλων στην ουκρανική κρίση

Η τωρινή διαμάχη Ρωσίας - Δύσης στο θέμα της Ουκρανίας θυμίζει πολύ τη διαμάχη ΗΠΑ - Σοβιετικής Ενωσης την εποχή της εγκατάστασης ρωσικών πυραύλων στην Κούβα. Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνει κανείς τις δύο καταστάσεις κρίσης στη βάση μιας σημαντικής διάκρισης που διατύπωσε ο Μαξ Βέμπερ, ένας από τους πατέρες της κλασικής κοινωνιολογίας. Ο Βέμπερ, αναλύοντας διάφορους τύπους κυριαρχίας, διακρίνει μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής ορθολογικότητας (formal and substantive rationality). Στην πρώτη περίπτωση, στο πλαίσιο μιας διαμάχης, η επιχειρηματολογία της μιας πλευράς στηρίζεται σε κανόνες δικαιικούς που νομιμοποιούν/δικαιολογούν μια συγκεκριμένη στρατηγική. Στη δεύτερη περίπτωση, η τυπική ορθολογικότητα δίνει τη θέση της στην ουσιαστική. Στο επιχείρημα πως σοβαροί λόγοι αυτοσυντήρησης ή αυτοάμυνας οδηγούν στην επιλογή όχι του τυπικού, αλλά του ουσιαστικού.
Η κουβανική κρίση
Στην Κούβα οι ΗΠΑ, όπως η Ρωσία σήμερα, ακολούθησαν την ουσιαστική ορθολογικότητα, ενώ η Σοβιετική Ενωση την τυπική. Η τελευταία νομιμοποίησε τη στρατηγική της εγκατάστασης των πυραύλων σε κουβανικό έδαφος στη βάση του διεθνούς δικαίου: η Κούβα σαν ανεξάρτητη χώρα είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει από τη σύμμαχό της στρατιωτική βοήθεια υπό τη μορφή πυραύλων. Από την άλλη μεριά, η αμερικανική κυβέρνηση θεώρησε πως η ρωσική κίνηση έβαζε σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας. Επειδή η Κούβα βρίσκεται στο «κατώφλι» της αμερικανικής υπερδύναμης, ανεξαρτήτως του διεθνούς δικαίου, οι ρωσικές εγκαταστάσεις δεν ήταν με κανέναν τρόπο ανεκτές. Από την αμερικανική σκοπιά, αν η Σοβιετική Ενωση δεν έκανε πίσω, η στρατηγική της θα θεωρούνταν casus belli. Ευτυχώς ο Χρουστσόφ, ως πραγματιστής, λογικός άνθρωπος, έκανε πίσω - και αυτό ήταν το πρώτο σημαντικό βήμα που οδήγησε σταδιακά στην άμβλυνση του ψυχροπολεμικού κλίματος.
Η ουκρανική κρίση
Σε αυτή την περίπτωση η διαμάχη Δύσης (ΕΕ συν ΗΠΑ) - Ρωσίας έχει παρόμοια δομή με την προηγούμενη κρίση - με τη διαφορά πως εδώ οι ρόλοι αντιστρέφονται: η Ρωσία ακολουθεί επιχειρήματα ουσιαστικής ορθολογικότητας, ενώ η δυτική συμμαχία τυπικής. Κατά τους Δυτικούς, οι πρώην σοβιετικοί δορυφόροι, από τη στιγμή που κέρδισαν την εθνική ανεξαρτησία τους, με βάση το διεθνές δίκαιο, έχουν κάθε δικαίωμα να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ (έναν οργανισμό που οι μεν Δυτικοί θεωρούν ότι έχει καθαρά αμυντικό χαρακτήρα, ενώ οι Ρώσοι τον βλέπουν ως επιθετικό/επεκτατικό - αν όχι «ιμπεριαλιστικό»). Για τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους το γεγονός ότι στην Κριμαία η πλειονότητα του πληθυσμού είναι ρωσική δεν σημαίνει πως κάθε περιοχή μιας χώρας έχει το δικαίωμα (λόγω μιας «τοπικής» πλειονότητας) να αποσπασθεί από την ουκρανική επικράτεια και να ενταχθεί στη ρωσική.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία ακολουθεί την ουσιαστική ορθολογικότητα. Βλέπει την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ ως συνέχεια της ένταξης της Πολωνίας και των χωρών της Βαλτικής στο δυτικό στρατόπεδο. Και βέβαια, βλέπει κατά τον ίδιο τρόπο την εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων σε πολωνικό έδαφος. Κατά τους Ρώσους η πιθανή ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ αποτελεί ένα ακόμα επεκτατικό βήμα, αυτή τη φορά σε μια χώρα που βρίσκεται στο «κατώφλι» της ρωσικής υπερδύναμης. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που ο Πούτιν αποφάσισε να τραβήξει κόκκινη γραμμή στην περίπτωση της Ουκρανίας. Αψηφώντας το διεθνές δίκαιο και ακολουθώντας τη βεμπεριανή έννοια της ουσιαστικής ορθολογικότητας, αποφάσισε να βάλει ένα τέρμα στη σταδιακή συρρίκνωση της ρωσικής «σφαίρας επιρροής». Η ενσωμάτωση της Κριμαίας στη «μητέρα πατρίδα» είναι μια πρώτη αντίδραση στην υποτιθέμενη νατοϊκή περικύκλωση της ρωσικής επικράτειας.
Πίσω στον Ψυχρό Πόλεμο;
Πέρα από τις δυο ορθολογικότητες υπάρχει και η κοινή λογική. Είναι προφανές πως ένας δεύτερος Ψυχρός Πόλεμος δεν βλάπτει μόνο τα δυτικά και ρωσικά συμφέροντα. Δημιουργεί επίσης, παρ'όλο που είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνος από τον πρώτο, προβλήματα που θα εμποδίσουν την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας και τη σταδιακή επικράτηση της παγκόσμιας ειρήνης. Είναι γνωστό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τη συνεργασία της Ρωσίας, αν όχι για να λύσουν, τουλάχιστον για να αμβλύνουν τα δραματικά αποτελέσματα του συριακού εμφυλίου πολέμου. Χρειάζονται επίσης τη συνεργασία σε ό,τι αφορά το Παλαιστινιακό, το Ιρανικό και την παγκόσμια άνοδο, κυρίως, αλλά όχι μόνο, του αραβικού φονταμενταλισμού. Από αυτή τη σκοπιά, και ο νατοϊκός μυωπικός επεκτατισμός και ο ρωσικός αντιδραστικός εθνικισμός μάς πάνε πίσω. Δημιουργούν μια νέα ψυχροπολεμική κατάσταση που κάνει τις δυο πλευρές να κοιτάνε προς τα πίσω, να ακολουθούν μια γεωπολιτική λογική του παρελθόντος. Πρέπει επιτέλους και οι δυο πλευρές να απαλλαγούν από τις εθνικιστικές, ψυχροπολεμικές παρωπίδες - για το καλό των ιδίων αλλά και της ανθρωπότητας.
Βέβαια, δεδομένου πως ούτε η Δύση ούτε η Ρωσία θέλουν να προχωρήσουν σε έναν ρωσοδυτικό πόλεμο, η ουκρανική κρίση δεν είναι τόσο σοβαρή όσο αυτή της Κούβας. Η τωρινή ψυχροπολεμική κατάσταση, σε σύγκριση με την προηγούμενη, είναι λιγότερο επικίνδυνη. Πρόκειται δηλαδή για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο «light». Οι κυρώσεις δεν πρόκειται να είναι αποτελεσματικές. Ηδη η Γερμανία είναι εξαιρετικά διστακτική σε αυτό το θέμα. Οσο για τις ΗΠΑ, παρ' όλες τις πολεμικές κραυγές μιας μερίδας των Ρεπουμπλικανών, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών δεν θέλει η χώρα να εμπλακεί, μετά το φιάσκο στο Ιράν και στο Αφγανιστάν, σε νέες πολεμικές περιπέτειες.
Συμπέρασμα
Hταν δυνατόν να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση της ουκρανικής κρίσης; Σαφώς ναι. Η μεν Ρωσία θα έπρεπε να σεβαστεί την ακεραιότητα της ουκρανικής επικράτειας, απαιτώντας μόνο μια μεγαλύτερη πολιτιστική και διοικητική αυτονομία της Κριμαίας, αυτονομία εντός των ουκρανικών συνόρων. Οσο για τους Δυτικούς, θα έπρεπε να αντιληφθούν πως χώρες όπως η Ουκρανία και η Γεωργία, που βρίσκονται στο «κατώφλι» της Ρωσίας, δεν πρέπει να γίνουν μέλη της νατοϊκής «οικογένειας». Μπορεί η ρωσική απαίτηση περί ουκρανικής ουδετερότητας να μη συνάδει με το διεθνές δίκαιο. Συνάδει, όμως, με τα ουσιαστικά συμφέροντα όχι μόνο της Ρωσίας, αλλά και με τα μακροχρόνια συμφέροντα της Δύσης. Πρόκειται για μια περίπτωση που η ουσιαστική ορθολογικότητα, όπως και στην περίπτωση της κουβανικής κρίσης, έπρεπε να υπερισχύσει της τυπικής. Στη Δύση τα ΜΜΕ και οι πολιτικές ελίτ μάς βομβαρδίζουν από το πρωί ως το βράδυ ότι ο «τσάρος» Πούτιν, στην περίπτωση της Κριμαίας, αγνόησε το διεθνές δίκαιο. Ξεχνούν, όμως, πως τη μεγαλύτερη ευθύνη για τον νέο Ψυχρό Πόλεμο την έχουν οι ΗΠΑ και η ΕΕ. Την έχει η κοντόφθαλμη νατοϊκή στρατηγική που ξεκίνησε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Η παραπάνω θέση δεν βασίζεται στον δογματικό ελληνικό αντιαμερικανισμό, βασίζεται στην πρόβλεψη πως από τη στιγμή που η αμερικανική κυβέρνηση εγκατέστησε πυραύλους στην Πολωνία, η Ρωσία θα αντιδρούσε επιθετικά όταν θα στεκόταν στα πόδια της.
ΥΓ.: Το κείμενο γράφτηκε πριν από τις πρόσφατες εξελίξεις στην ανατολική Ουκρανία. Οι τελευταίες όμως δεν αλλάζουν τη βασική επιχειρηματολογία του.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 27/4

Η κοινωνία πολιτών και οι επικριτές της: Συμπεράσματα

(i) Τρεις είναι οι βασικοί ορισμοί της ΚΠ:
- Η ΚΠ ως ο χώρος που εμπεριέχει ό,τι δεν είναι κρατικό - κυρίως τους φορείς που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και άρα ελέγχουν το κράτος.
- Η ΚΠ ως «ενδιάμεσα στρώματα» μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
- Η ΚΠ ως ένας τρίτος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς που δεν λειτουργεί ούτε με βάση τη λογική της κρατικής εξουσίας, ούτε με αυτήν του κέρδους.
Στο χώρο των κοινωνικών επιστημών είναι ο τρίτος ορισμός που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα.
(ii) Μια σχετικά πρόσφατη κριτική της βιβλιογραφίας πάνω στην ΚΠ στη χώρα μας είναι πως η «παραδεγμένη σοφία» θεωρεί την ΚΠ στην Ελλάδα αδύνατη και το κράτος ισχυρό. Κατ' αυτή την κριτική συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η ΚΠ είναι ισχυρή αφού εμπεριέχει επιχειρηματικά, συνδικαλιστικά και επαγγελματικά συμφέροντα που περιορίζουν την κρατική εξουσία. Η παραπάνω κριτική δεν είναι πειστική γιατί αυτοί που θεωρούν την ΚΠ στην Ελλάδα αδύνατη την ορίζουν κατά ριζικά διαφορετικό τρόπο: σαν έναν τρίτο χώρο μεταξύ αγοράς και κράτους, χώρο που δεν εμπεριέχει τα παραπάνω συμφέροντα. Άρα οι δυο διαφορετικές προσεγγίσεις οδηγούν σε ένα διάλογο κωφών.
(iii) Μια δεύτερη κριτική θεωρεί την ΚΠ ως ένα χώρο που οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις ευνοούν αφού πολλές από τις ΜΚΟ προσφέρουν υπηρεσίες που το συνεχώς συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος αδυνατεί να προσφέρει. Η απάντηση σε αυτή την κριτική είναι πως οι οικολογικά, ανθρωπιστικά και δημοκρατικά προσανατολισμένες ΜΚΟ δεν θέλουν τη συρρίκνωση αλλά την επέκταση του κοινωνικού κράτους. Από την άλλη μεριά θέλουν την άμβλυνση των συντεχνιακών χαρακτηριστικών του κομματικοκρατικού συστήματος. Θέλουν οι έλεγχοι των παθολογιών του να γίνονται από οργανισμούς/αρχές που βρίσκονται όχι εντός αλλά εκτός του συστήματος.
(iv) Μια τρίτη αντίρρηση στην έννοια της ΚΠ είναι πως οι θιασώτες της την βλέπουν ουτοπικά, σαν ένα χώρο που εμπεριέχει μόνο οργανώσεις με «καλούς», καθολικούς, ανθρωπιστικούς προσανατολισμούς. Η απάντηση σε αυτή την κριτική είναι πως στη σχετική βιβλιογραφία γίνεται η διάκριση μεταξύ της κανονιστικής προσέγγισης που θεωρεί την ΚΠ ως ένα στόχο/όραμα που πρέπει να πλησιάσουμε και της μη κανονιστικής προσέγγισης που εξετάζει την ΚΠ σαν έναν υπαρκτό χώρο που έχει και τη σκοτεινή πλευρά του - δηλαδή χώρο που εμπεριέχει και ΜΚΟ επιμεριστικού χαρακτήρα.
(v) Μια τελευταία κριτική τονίζει πως οι ανεξάρτητες από τα κόμματα αρχές (που κατά τη γνώμη μου εντάσσονται στο χώρο της ΚΠ ως τρίτου χώρου) ελέγχουν παράνομα τις δυσλειτουργίες του κράτους και της αγοράς αφού αυτοί που τις διευθύνουν δεν ψηφίζονται από το λαό. Οι ανεξάρτητες αρχές όμως όχι μόνο λογοδοτούν στη βουλή, αλλά όταν είναι πραγματικά ανεξάρτητες (πράγμα σπάνιο στη χώρα μας) λειτουργούν ως ανάχωμα στην εντεινόμενη κομματικοκρατία και την αγοροκρατία.
(vi) Η ΚΠ σαν ένας τρίτος πόλος μεταξύ κράτους και αγοράς δεν αποτελεί μαγική φόρμουλα, ικανή να λύσει όλα τα προβλήματα των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Αποτελεί όμως ένα χώρο ικανό να αμβλύνει τον αυταρχισμό και τη διαφθορά του κομματικοκρατικού συστήματος από τη μια μεριά και την ασυδοσία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού από την άλλη. Επιπλέον, σαν αναλυτική κατηγορία, ήδη από το 19ο αιώνα η έννοια της ΚΠ αποτελούσε - και εξακολουθεί να αποτελεί - ένα χρήσιμο εργαλείο στη μελέτη της συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των δημοκρατικών θεσμών.

Δημοσιέυτηκε στο "The book's journal" (Mάρτιος 2014)

Η κοινωνία πολιτών και οι επικριτές της

Η κοινωνία πολιτών είναι μια έννοια που παίζει κεντρικό ρόλο σήμερα και στο επίπεδο του θεωρητικού λόγου και σε αυτό της πολιτικής πρακτικής. Και στα δύο επίπεδα υπάρχουν και υποστηρικτές και επικριτές. Αυτό που συνήθως κάνει τη διαμάχη πάνω σε αυτή την έννοια μη παραγωγική είναι πως δεν λαμβάνεται υπόψη πως ο όρος κοινωνία πολιτών (ΚΠ), όπως όλοι οι βασικοί όροι στις κοινωνικές επιστήμες, είναι πολυσημικός. Δηλαδή έχει διαφορετικό νόημα ανάλογα με το πλαίσιο προβληματισμών και των διαμαχών με τις οποίες συνδέεται. Αν το πλαίσιο και οι διάφορες εννοιολογήσεις που απορρέουν απ' αυτό αγνοηθούν τότε η ΚΠ μετατρέπεται σε «ουσία» που παραμένει αμετάβλητη ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου, ανεξαρτήτως του πώς χρησιμοιείται για την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Σ' αυτή την περίπτωση έχουμε «διάλογο κωφών», ένα διάλογο όπου ο ένας δεν καταλαβαίνει ή καταλαβαίνει λάθος τί λέει ο άλλος.

Α) ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΒΑΣΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ

1) Κοινωνία πολιτών ως ο χώρος που προσδιορίζει την κρατική εξουσία

Αυτή την εννοιολόγηση του όρου την συναντούμε στον Μαρξ. Κατ' αυτόν σε ένα καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών (Civil Society). Ο κρατικός μηχανισμός καθορίζεται από την οικονομική βάση. Άρα στο χώρο της ΚΠ εντάσσονται τα «συμφέροντα», κυρίως αυτά της άρχουσας τάξης, της τάξης που ελέγχει τα μέσα παραγωγής. Βασικά το κράτος είναι εργαλείο της. Από αυτή την άποψη είναι εξ ορισμού το κράτος που είναι πάντα καχεκτικό, ενώ η ΚΠ είναι παντοδύναμη. Αυτή όμως η διχοτομική εννοιολόγηση της ΚΠ δεν μας βοηθάει να εξετάσουμε εμπειρικά τη σχέση κράτους-ΚΠ. Δεν μας βοηθάει για παράδειγμα να ερευνήσουμε πώς εξελίσσεται η σχέση μεταξύ αυτών που ελέγχουν τα μέσα παραγωγής και αυτών που ελέγχουν τα μέσα κυριαρχίας. Αφού σε κάθε καπιταλιστικό σχηματισμό το κράτος είναι πάντα «επιφαινόμενο» . Η γκραμσιανή παραλλαγή της μαρξιστικής θέσης αμβλύνει κάπως το ντετερμινισμό μεταξύ «οικονομικής βάσης» και κράτους. Δίνει μεγαλύτερη αυτονομία στο πολιτικό και ιδεολογικό χώρο. Από την άλλη μεριά όμως διατηρεί τη διάκριση κράτος-κοινωνία. Με αυτό τον τρόπο όμως η ΚΠ μετατρέπεται σε μια έννοια τόσο ευρεία που καλύπτει όλο το χώρο μεταξύ κράτους και οικογένειας. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια έννοια «σεντόνι», αφού αναφέρεται σε ένα χώρο που εμπεριέχει από ΜΚΟ μέχρι οργανωμένα συμφέροντα βιομηχάνων, γιατρών, δικηγόρων, φαρμακοποιών κτλ. (βλ. μέρος Β, τμήμα 2).

2) Κοινωνία πολιτών ως ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων

Ένας δεύτερος ορισμός που περιορίζει κάπως την ασάφεια του πρώτου είναι να δούμε την κοινωνία των πολιτών στο πολιτικό κυρίως επίπεδο ως ένα χώρο μεταξύ κράτους και πολιτών, μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Ο χώρος αυτός αποτελείται από «ενδιάμεσα στρώματα» ή οργανώσεις που και προστατεύουν τους πολίτες από τον κρατικό αυταρχισμό και, από την άλλη μεριά, προστατεύουν τις πολιτικές ηγεσίες από τις εκ των κάτω προερχόμενες λαϊκιστικές πιέσεις. Για τον Kornhauser , ο οποίος συνεχίζει την παράδοση του Montesquieu και του De Tocqueville, σε μια απόλυτα μαζικοποιημένη πολιτεία (δηλαδή, σε μια πολιτεία που δεν έχει ισχυρά ενδιάμεσα στρώματα) οι μεν πολίτες δεν μπορούν να προστατευθούν από την κρατική χειραγώγηση - από την άλλη μεριά, οι κυβερνώντες δεν έχουν τα μέσα να αντισταθούν σε καταστροφικές για τη χώρα λαϊκιστικές πιέσεις. Για να κάνω το τελευταίο πιο συγκεκριμένο, ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτικές ηγεσίες του τόπου μας υπέκυψαν σε λαϊκιστικές πιέσεις σε ό,τι αφορά το σκοπιανό πρόβλημα δείχνει μια αδύνατη ΚΠ. Δείχνει την έλλειψη αυτόνομων ενδιάμεσων στρωμάτων ικανών να επιβάλουν την κοινή λογική στο δημόσιο χώρο, ικανών δηλαδή να υποχρεώσουν τους κυβερνώντες να βάλουν το γενικό συμφέρον της χώρας πάνω από τα στενά ψηφοθηρικά συμφέροντά τους.
Άρα εδώ το κράτος είναι και ισχυρό και αδύνατο. Είναι ισχυρό όταν δεν βρίσκει αντίσταση από τα ενδιάμεσα στρώματα (δηλαδή την ΚΠ). Τότε, μέσω της δημόσιας διοίκησης και των κομματικών μηχανισμών διεισδύει και κομματικοποιεί όλους τους θεσμικούς χώρους. Καταργεί δηλαδή την αυτονομία τους, τις ιδιαίτερες λογικές και αξίες τους. Από τις επαγγελματικές οργανώσεις μέχρι το πανεπιστήμιο και την παιδεία πιο γενικά η κομματικοκρατία διαμορφώνει νοοτροπίες και πρακτικές. Από την άλλη μεριά όμως το κράτος είναι και αδύνατο όταν οι πολιτικές ελίτ που το ελέγχουν, λόγω της έλλειψης ισχυρών ενδιάμεσων στρωμάτων, δεν είναι ικανές να αντισταθούν σε λαϊκιστικές πιέσεις από τη βάση. Άρα σε τελική ανάλυση μια ισχυρή κοινωνία πολιτών είναι και ανάχωμα στον κρατικό αυταρχισμό και συγχρόνως δίνει τη δυνατότητα στις πολιτικές ελίτ να αντιστέκονται αποτελεσματικά σε λαϊκιστικά αιτήματα που συχνά οδηγούν σε αρνητικά για τους κυβερνώμενους αποτελέσματα. Από αυτή τη σκοπιά και από την πλευρά του αναχώματος στον αυταρχισμό και από αυτή της προστασίας των κυβερνώντων από λαϊκιστικές πιέσεις, η ΚΠ ενδυναμώνει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

3) Κοινωνία πολιτών ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς

Κατ' αυτή την άποψη δεν μπορούμε να εξετάσουμε την ισχύ της ΚΠ περιορίζοντας την ανάλυση στον πολιτικό χώρο - δηλαδή στη σχέση μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Πρέπει επίσης να δούμε πώς η ΚΠ συνδέεται όχι μόνο με το κομματικοκρατικό σύστημα αλλά και με την αγορά . Και για να γίνει αυτό πρέπει να εννοιολογήσουμε την ΚΠ σαν έναν τρίτο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Σαν ένα σχετικά αυτόνομο χώρο αποτελούμενο από θεσμούς, οργανώσεις και κινήματα που εναντιώνονται και στον κρατικισμό και στην αγοροκρατία. Εναντιώνεται δηλαδή και στα μη ελεγχόμενα συμφέροντα των κυβερνώντων και στα οικονομικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Για να το πούμε διαφορετικά, η ΚΠ όταν είναι ισχυρή αμβλύνει την υπερβολική συγκέντρωση δύναμης αυτών που ελέγχουν τα μέσα κυριαρχίας. Αλλά και αυτών που ελέγχουν (κυρίως μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά) τα μέσα παραγωγής .

Β) ΟΙ ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΚΠ

Σε αυτό το μέρος θα επικεντρωθώ σε κριτικές που απευθύνονται στις μελέτες που ασχολούνται με την ελληνική περίπτωση - αλλά που αφορούν και την πιο γενική, τεράστια βιβλιογραφία περί ΚΠ σε άλλες χώρες.

1) Κράτος και συμφέροντα

Εδώ τη βασική κριτική θέση έχει αναπτύξει ο Γιάννης Βούλγαρης και ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου . Ακολουθώντας τη γκραμσιανή ορολογία, το βασικό επιχείρημά τους είναι πως σε ό,τι αφορά την ΚΠ στην Ελλάδα στη σχετική βιβλιογραφία, κυριαρχεί η ιδέα πως το ελληνικό κράτος είναι δυνατό και πληθωρικό ενώ η ΚΠ είναι εξαιρετικά αδύναμη/καχεκτική. Επειδή έχω ήδη ασχοληθεί με τα σχετικά επιχειρήματα του πρώτου , θα ασχοληθώ με την κριτική του Χρυσάφη Ιορδάνογλου (ΧΙ) στο πρόσφατο βιβλίο του Κράτος και ομάδες συμφερόντων: Μια κριτική της παραδεδεγμένης σοφίας. Κατά τον ΧΙ το δίπολο υπερτροφικό/ισχυρό κράτος και καχεκτική/αδύναμη κοινωνία πολιτών είναι μια βαθιά ριζωμένη ιδέα στις κοινωνικές επιστήμες στην Ελλάδα. Δεν είναι όμως πειστική αφού ο χώρος της ΚΠ εμπεριέχει μια σειρά από συμφέροντα (επιχειρηματικά, συνδικαλιστικά, επαγγελματικά) που σε ένα μεγάλο βαθμό πιέζουν και υποχρεώνουν το κράτος να τους παραχωρεί δικαιώματα που κάθε άλλο παρά προωθούν την ανάπτυξη της χώρας. Άρα στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι αδύνατο ενώ η ΚΠ ισχυρή.

Μακροϊστορική, συγκριτική προσέγγιση
Για να δούμε όμως πόσο ισχυρή είναι η ΚΠ και πόσο ανίσχυρο το κράτος στην Ελλάδα θα πρέπει να ξεκινήσουμε από μια μακροϊστορική και συγκριτική σκοπιά. Στα κράτη της δυτικής Ευρώπης, για διάφορους λόγους (π.χ. της αυτονομίας από τη μοναρχική εξουσία των εμπορικά προσανατολισμένων πόλεων), στην προνεωτερική εποχή υπήρχε μια ισορροπία μεταξύ θρόνου και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Αυτή η ισορροπία δεν υπήρχε για παράδειγμα την ίδια εποχή στην οθωμανική αυτοκρατορία. Τότε επικρατούσε μια εξουσία που ο Weber αποκαλεί σουλτανισμό . Οι εμπορικές τάξεις των ελλήνων, εβραίων και αρμένιων δεν μπόρεσαν ποτέ να αντισταθούν στο σουλτανικό δεσποτισμό και τον αυθαίρετο τρόπο διοίκησης. Είχαν μεν πλούτο αλλά ποτέ το είδος της αυτονομίας των εμπόρων της δυτικής πόλης. Η οθωμανική πόλη ήταν μια διοικητική επέκταση της Πόρτας. Η εμπορική τάξη ζούσε πάντα κάτω από ένα καθεστώς ανασφάλειας, σε ένα πλαίσιο όπου το κράτος δικαίου ήταν αδύνατο ή και ανύπαρκτο.
Αργότερα με την εκβιομηχάνιση των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών, όχι μόνο η αστική τάξη αλλά και το βιομηχανικό προλεταριάτο, μέσω της δημιουργίας μαζικών συνδικάτων και φιλεργατικών κομμάτων, άλλαξαν ριζικά τον τρόπο οργάνωσης της κρατικής μηχανής. Για παράδειγμα, αν στην περίοδο του ancien regime η πατρωνία είχε οδηγήσει στην ακραία κατάσταση όπου αριστοκράτες και αστοί μπορούσαν να αγοράζουν σημαντικές διοικητικές θέσεις, τέτοιου είδους πρακτικές περιθωριοποιήθηκαν και η δημόσια διοίκηση απέκτησε πιο ορθολογικούς-γραφειοκρατικούς τρόπους οργάνωσης. Έτσι δημιουργούνται «ενδιάμεσα στρώματα» μεταξύ κυβενρώντων και κυβερνώμενων που λειτούργησαν ως ανάχωμα στον κρατικό δεσποτισμό. Έτσι με τον τοκβιλλιανό ορισμό της έννοιας, η ΚΠ στην Δύση ήταν και παραμένει εξαιρετικά ισχυρή σε σχέση με τις ημιπεριφερειακές χώρες της ύστερης ανάπτυξης όπως η μεταοθωμανική Ελλάδα. Στην ελληνική περίπτωση, το πέρασμα του πληθυσμού από την ύπαιθρο στην πόλη πριν από την εκβιομηχάνιση οδήγησε στην υπερτροφία του κράτους - αφού η έλλειψη βιομηχανικών μονάδων έκαναν την πρόσληψη στη δημόσια διοίκηση το μόνο τρόπο απορρόφησης του προερχόμενου από την ύπαιθρο εργατικού δυναμικού. Όταν τελικά ήρθε καθυστερημένα η εκβιομηχάνιση, η βιομηχανική τάξη δημιουργήθηκε κυρίως εκ των άνω, μέσω της παροχής οικονομικής βοήθειας και της δημιουργίας προστατευτικών μέτρων από την κρατική εξουσία. Έτσι ενώ στη δυτική Ευρώπη το σχετικά πιο αυτόνομο κεφάλαιο περιόρισε τον κρατικό αυταρχισμό, στην Ελλάδα έγινε το αντίθετο. Η βιομηχανική τάξη, ιδίως στο μεσοπόλεμο, ήταν προϊόν των εκάστοτε κυβερνήσεων.
Αν λάβουμε υπόψη μας τα παραπάνω, η ΚΠ στη χώρα μας όπως και σε άλλες ημι-περιφεριεακές χώρες στην Λατινική Αμερική και άλλου είναι πολύ πιο αδύνατη από αυτή της Δύσης . Αν ακολουθήσει κανείς τον ορισμό του ΧΙ τότε θα είχαμε την αντίθετη κατάσταση: ισχυρή ΚΠ στην ημι-περιφέρεια και καχεκτική στο κέντρο. Δεν νομίζω πως υπάρχουν σοβαρές μελέτες ιστορικές, πολιτικές και μακροκοινωνιολογικές που να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο.

Κοινωνία πολιτών και συμφέροντα
Κατά τον ΧΙ, όπως ήδη ανέφερα, τα διάφορα συμφέροντα εντάσσονται θεωρητικά στο χώρο της ΚΠ. Αυτά είναι πανίσχυρα στην Ελλάδα, άρα η ΚΠ κάθε άλλο παρά καχεκτική και αδύνατη είναι. Όμως στη μη μαρξιστική, ξενόφωνη και συνεχώς διογκούμενη πρόσφατη βιβλιογραφία, από τη σκοπιά της ΚΠ ως «τρίτου χώρου», τα «συμφέροντα» εντάσσονται κυρίως στο χώρο της οικονομίας και του κράτους. Τα οικονομικά συμφέροντα στις καπιταλιστικές κοινωνίες, επειδή είναι άμεσα συνδεδεμένα με το κομματικοκρατικό σύστημα πρέπει να τα δούμε σε σχέση με τα συμφέροντα της πολιτικής ελίτ. Από αυτή τη σκοπιά, αγορά και κράτος αποτελούν δύο, εν μέρει αλληλεπικαλυπτόμενους, κύκλους. Η λεγόμενη διαπλοκή μεταξύ πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων είναι συστατικό, δομικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος. Μερικές φορές τα οικονομικά συμφέροντα είναι ισχυρότερα, άλλες φορές είναι τα κομματικοκρατικά που υπερισχύουν .
Περνώντας τώρα στην ελληνική βιβλιογραφία, δεν ξέρω καμιά θεωρητικά συγκροτημένη κοινωνιολογική έρευνα που ορίζει την ΚΠ σαν ένα χώρο στον οποίο εντάσσονται «συμφέροντα», όπως τα ορίζει ο ΧΙ. Σε καμία ανάλυση οργανισμοί όπως π.χ. ο ΣΕΒ δεν θεωρούνται πως ανήκουν στην ΚΠ. Άρα ο ΧΙ αγνοεί πως οι θεωρίες στις οποίες κάνει κριτική εννοιολογούν την ΚΠ κατά τελείως διαφορετικό τρόπο. Αυτές οι θεωρίες, ακολουθώντας την κυρίαρχη εννοιολόγηση της ΚΠ, την βλέπουν σαν ένα τρίτο χώρο μεταξύ αγοράς και κράτους, σαν ένα χώρο που δεν λειτουργεί, τουλάχιστον κανονιστικά και σε ένα μεγάλο βαθμό και «ρεαλιστικά» (βλ. πιο κάτω, τμήμα 3) , ούτε με βάση τη λογική εξουσίας ούτε σε αυτή της προώθησης οικονομικών συμφερόντων. Έτσι, η κριτική του βασίζεται στη λανθασμένη υπόθεση πως οι θεωρίες τις οποίες απορρίπτει ορίζουν την ΚΠ όπως και ο ίδιος. Αυτό βέβαια τον οδηγεί να κάνει κριτική σε θεωρίες που δεν υπάρχουν, σε θεωρίες φαντάσματα. Τον οδηγεί στην κατασκευή αχυράνθρωπων που μετά αποδομεί κατά συστηματικό τρόπο.
Βέβαια μπορεί κανείς να ορίσει βασικούς όρους στις κοινωνικές επιστήμες κατά βούληση. Είναι όμως υποχρεωμένος να δείξει τις διαφορές μεταξύ της δικής του ορολογίας και αυτής των άλλων στους οποίους ασκεί κριτική. Είναι επίσης υποχρεωμένος να δείξει γιατί η δική του εννοιολόγηση είναι πιο χρήσιμη για την εξήγηση συγκεκριμένων φαινομένων. Από αυτή τη σκοπιά αν κάποιος ήθελε να εντοπίσει τις διαφορές στη σχέση ΚΠ-κράτος μεταξύ οικονομικά αναπτυγμένων χωρών και χωρών ύστερης ανάπτυξης χρησιμοποιώντας τον ορισμό της ΚΠ του ΧΙ, αυτό θα τον οδηγούσε στο εξής αλλόκοτο συμπέρασμα: πως οι τριτοκοσμικές χώρες σήμερα έχουν πιο ισχυρή ΚΠ από τις δυτικές χώρες του κέντρου !

Κομματικοκρατία
Αν στο πλαίσιο της σύγκρισης μεταξύ των αναπτυξιακών διαδρομών χωρών κέντρου και περιφέρειας γίνεται προφανής η καχεκτικότητα της ΚΠ (ως τρίτος χώρος) στην περιφέρεια, πόσο δυνατό ή αδύναμο είναι το ελληνικό κράτος; Είναι το ελληνικό κράτος τόσο ανίσχυρο όσο υποστηρίζει ο ΧΙ; Νομίζω πως όχι. Το ελληνικό κομματικοκρατικό σύστημα έχει τεράστια ισχύ με την έννοια πως επεκτείνεται και διαβρώνει τις αυτόνομες λογικές και αξίες όλων των άλλων θεσμικών χώρων. Από αυτή την άποψη το κομματικοκρατικό σύστημα διεισδύει και «κομματικοποιεί» την υπόλοιπη κοινωνία. Εξού και το πολίτευμα της χώρας μας θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να αποκαλείται όχι κομματική αλλά κομματικοκρατική δημοκρατία. Την κυριαρχία του κομματικοκρατικού την βλέπουμε παντού, από το πανεπιστήμιο μέχρι τα επαγγέλματα. Σε ποια δυτικοευρωπαϊκή χώρα μπορούμε να δούμε, όπως στην εποχή του ελληνικού μεταπολιτευτικού δικομματισμού, πράσινα και γαλάζια καφενεία σε πολλά χωριά; Σε ποια βορειοδυτική, ευρωπαϊκή χώρα οι οργανωμένες νεολαίες παίρνουν γραμμή από τα κόμματα τα οποία με αυτό τον τρόπο καθορίζουν άμεσα σημαντικές εξελίξεις στον πανεπιστημιακό χώρο ; Σε ποια ευρωπαϊκή χώρα το πιο μεγάλο πανεπιστήμιο της χώρας μένει κλειστό για μήνες σε μια διαμάχη όπου τον κυρίαρχο τόνο δίνουν τα κόμματα;
Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως μια άλλη προφανής ένδειξη της κομματικοκρατικής παντοδυναμίας είναι ο συντεχνιακός χαρακτήρας της πολιτικής ελίτ. Σε πολλές περιπτώσεις η βουλή και οι κομματικές οργανώσεις συγκροτούν μια τεράστια συντεχνία που προωθεί και προστατεύει τα στενά συμφέροντα των μελών της. Περιπτώσεις όπως τα μαύρα κομματικά ταμεία, οι κρατικοί (μη) έλεγχοι των δημόσιων έργων, οι νόμοι που προστατεύουν τους βουλευτές από παράνομες πράξεις, οι θεατρικές εξεταστικές επιτροπές όπου βουλευτές εξετάζουν τα ανομήματα συναδέλφων τους (δηλ. «Γιάννης κερνάει και Γιάννης Πίνει»), η τάση για ατιμωρησία πολιτικών και δημόσιων υπαλλήλων που εμπλέκονται σε υποθέσεις δωροδοκίας - σε όλες αυτές και σε άλλες περιπτώσεις το κράτος είναι παντοδύναμο. Δίνει αυθαίρετα σε διάφορες ομάδες συμφερόντων αλλά και παίρνει παράνομα από αυτές. Αυτή η κατάσταση, όπως σωστά υποστηρίζει ο ΙΧ, συχνά εγκλωβίζει το κράτος, το οδηγεί σε αδιέξοδα. Σε αυτή την περίπτωση όμως το κράτος γίνεται μεν αναποτελεσματικό αλλά όχι αναγκαστικά μη ισχυρό. Στο ισχυρότατο πλέγμα διαπλοκής μεταξύ κομματικοκρατικών και εξωκομματικοκρατικών συμφερόντων, όπως ήδη ανέφερα, μερικές φορές τα πρώτα είναι πιο δυνατά ενώ σε άλλες τα δεύτερα. Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως ο συνδυασμός των δύο αποτελεί μια συμπαγή δύναμη που πολύ συχνά η ΚΠ, ως τρίτος χώρος, αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά - κυρίως στην ημι-περιφέρεια γενικά και στη χώρα μας πιο ειδικά.

2) Κοινωνικό κράτος και κοινωνία πολιτών

Ένα μέρος της αριστερής διανόησης αντιμετωπίζει με καχυποψία την έννοια της ΚΠ. Αποδέχεται, αντίθετα με την προηγούμενη κριτική, την ΚΠ ως τρίτο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Αλλά θεωρεί την ανάπτυξη της ΚΠ σαν μια προσπάθεια της νεοφιλελεύθερης κυρίαρχης τάξης να συρρικνώσει το κράτος πρόνοιας και να περάσει μερικές από τις λειτουργίες του σε διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις που στοχεύουν π.χ. στην προστασία του περιβάλλοντος, στη βοήθεια των μεταναστών, διάφορων ευάλωτων ομάδων κτλ. Άρα η ΚΠ με το να αντικαθιστά ένα μέρος των κρατικών λειτουργιών βοηθά στην αναπαραγωγή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που είναι υπέρ της κρατικής συρρίκνωσης.
Νομίζω πως σε αυτή την κριτική η ιδεολογία συσκοτίζει και αποπροσανατολίζει. Η ΚΠ ως τρίτος χώρος δεν εμπεριέχει μόνο φιλανθρωπικές οργανώσεις αλλά και ανεξάρτητες από το κομματικοκρατικό σύστημα αρχές και κοινωνικά κινήματα που αντιτίθενται και στον κομματικοκρατικό αυταρχισμό και στην αγοροκρατία. Για να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, οι διάφορες ΜΚΟ που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα ή με τη διαφάνεια δεν θέλουν, όπως οι ζηλωτές του νεοφιλελευθερισμού, λιγότερο κράτος αλλά ένα κράτος πιο δημοκρατικό και λιγότερο διεφθαρμένο. Δεύτερο παράδειγμα, οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ δεν προσπαθούν να αποσπάσουν από το κράτος την ευθύνη για την προστασία του περιβάλλοντος. Αντίθετα, προσπαθούν να πιέσουν την εκάστοτε κυβέρνηση να παρέμβει πιο δυναμικά στο χώρο της περιβαλλοντικής προστασίας. Από την άλλη μεριά οι ΜΚΟ που έχουν σαν στόχο την προστασία των καταναλωτών από τις μονοπωλιακές πρακτικές των επιχειρήσεων δεν είναι «όργανα του κεφαλαίου». Αντίθετα, (όπως το κίνημα του Nader στις ΗΠΑ) αποτελούν έναν πόλο κριτικής και μαχητικής κινητοποίησης εναντίον της κερδοσκοπίας και της εκμετάλλευσης των καταναλωτών. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως τα νέα κινήματα τύπου Σιάτλ και Γένοβας, κινήματα που έχουν μεγάλη απήχηση στη νέα γενιά, είτε είναι ευθέως αντικαπιταλιστικά είτε είναι εναντίον του «καπιταλισμού καζίνο».
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, από μια δημοκρατική προοπτική, τα πολιτικά κόμματα που οι απλοί πολίτες όλο και περισσότερο απαξιώνουν, πρέπει να προσπαθήσουν όχι να «καπελώσουν» αλλά να συνεργαστούν επί ίσοις όροις με τις νέες δυνάμεις που αναδύονται στο χώρο της ΚΠ. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να αναζωογονήσουν τις απαρχαιωμένες δομές και νοοτροπίες τους. Με βάση τα παραπάνω γίνεται προφανές πως η ΚΠ σαν τρίτος χώρος λειτουργεί σαν μια δύναμη που προσπαθεί να καταστήσει το κράτος πιο περιβαλλοντικά υπεύθυνο, τα κόμματα λιγότερο πελατειακά και τη δημόσια διοίκηση λιγότερο διεφθαρμένη. Τίποτε από τα παραπάνω δεν οδηγούν αναγκαστικά στη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους.

3) Η σκοτεινή πλευρά της ΚΠ

Μια τρίτη επιχειρηματολογία εναντίον της ΚΠ είναι πως οι θαυμαστές της την εξιδανικεύουν. Δεν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη πως ο χώρος της ΚΠ εμπεριέχει οργανώσεις που κάθε άλλο παρά δημοκρατικές και ανθρωπιστικές καθολικές αξίες προωθούν. Για παράδειγμα, υπάρχουν ΜΚΟ που χρησιμοποιούν τους πιο πολλούς πόρους που συγκεντρώνουν για την αναπαραγωγή της οργάνωσης παρά για τους καθολικούς στόχους που υποτίθεται πως προωθούν (π.χ. το OXFAM έχει στο παρελθόν κατηγορηθεί για το ότι συχνά μετατρέπει τα μέσα σε σκοπό). Και βεβαίως υπάρχουν ΜΚΟ που δημιουργούνται όχι για την πραγμάτωση των επίσημων στόχων που επαγγέλλονται αλλά για την εκπλήρωση επιμεριστικών σκοπών (πλουτισμός, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, φοροδιαφυγή κτλ.). Υπάρχουν επίσης μη κρατικές και μη επιχειρηματικές οργανώσεις που προωθούν π.χ. τοπικιστικά συμφέροντα - χωρίς αναγκαστικά να συνδέονται με κόμματα. Υπάρχουν τέλος ΜΚΟ που είναι «καπελωμένες» από κόμματα ή την κυβέρνηση - άρα που είναι επεκτάσεις του κομματικοκρατικού συστήματος.
Αν κοιτάξουμε όμως προσεχτικά τη σχετική βιβλιογραφία, βλέπουμε πως γίνεται ένας διαχωρισμός μεταξύ της ΚΠ ως κανονιστικής έννοιας (π.χ. σαν ένα όραμα το οποίο οι πολίτες πρέπει να μάχονται για να προσεγγίσουν) και την ΚΠ σαν συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα - σαν ένα χώρο που εμπεριέχει και οργανώσεις επιμεριστικού χαρακτήρα . Αλλά σε αυτή την περίπτωση το διακύβευμα δεν είναι η απόρριψη/απαξίωση της ΚΠ στο σύνολό της. Το διακύβευμα είναι να βρεθούν τρόποι περιθωριοποίησης των οργανώσεων και κινημάτων που δεν έχουν ανθρωπιστικά, δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Όπως η ύπαρξη ρατσιστικών κομμάτων στον πολιτικό χώρο δεν πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη ή πλήρη απαξίωση του κοινοβουλευτισμού, έτσι και στο χώρο της ΚΠ η «σκοτεινή» πλευρά της δεν πρέπει να οδηγήσει στην ολική απαξίωση του τρίτου αυτού χώρου μεταξύ κράτους και αγοράς. Γιατί παρ' όλες τις δυσλειτουργίες του βοηθάει σημαντικά στον παραπέρα εκδημοκρατισμό της πολιτείας και στον εξανθρωπισμό του καπιταλισμού.

4) Έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης

Μια τέταρτη ένσταση εναντίον της ΚΠ είναι πως οι ΜΚΟ, ακόμα και όταν λειτουργούν δημοκρατικά στο εσωτερικό τους, έχουν ηγέτες που δεν εκλέγονται από τον λαό. Από αυτή την άποψη, δεν εκπροσωπούν κανέναν εκτός από τον εαυτό τους. Αυτό είναι μεν σωστό, αλλά κανείς σοβαρός αναλυτής των δημοκρατικών θεσμών δεν πρεσβεύει πως ο μόνος τρόπος συμμετοχής στις πολιτικές διαδικασίες πρέπει να είναι αποκλειστικά μέσω των κομμάτων ή μέσω δημοψηφισμάτων. Μόνο ο ημι-φασιστικός κορπορατισμός τύπου Φράνκο και Σαλαζάρ αποκλείει από το δημόσιο χώρο κάθε οργάνωση που προσπαθεί να δράσει αυτόνομα, εκτός του κορπορατιστικού συστήματος.
Επιπλέον, αν κοιτάξει κανείς το παραπάνω πρόβλημα από μια μακροϊστορική και συγκριτική σκοπιά, είναι τα έθνη-κράτη που είχαν μια ισχυρή ΚΠ (όχι με τη μαρξιστική έννοια του όρου) που ανέπτυξαν γερά ριζωμένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Από την άλλη μεριά, έθνη-κράτη που αναδύθηκαν μέσα από την κατάρρευση δεσποτικών πολιτικών σχηματισμών, σχηματισμών όπου η κοινωνία πολιτών ήταν αδύνατη - όπου δηλαδή δεν υπήρχαν ισχυρά, αυτόνομα στρώματα μεταξύ του «δεσπότη» (σουλτάνου, τσάρου κτλ.) και του λαού - που χαρακτηρίζονται από σαθρούς δημοκρατικούς θεσμούς. Και είναι ακριβώς σε τέτοιες περιπτώσεις (στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η χώρα μας) που η ισχυροποίηση της ΚΠ μπορεί να αμβλύνει τα ελλείμματα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Τέλος, ειδικά σε ημι-περιφεριεακές χώρες όπως η Ελλάδα όπου η πολιτική ελίτ λειτουργεί στο σύνολό της σαν μια συντεχνία, είναι απαραίτητοι οι έλεγχοι του κομματικοκρατικού συστήματος, τουλάχιστον εν μέρει, να προέρχονται από μη κομματικοκρατικούς φορείς . Το ίδιο ισχύει και με τον έλεγχο της αγοράς. Επειδή η διαπλοκή μεταξύ πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων είναι αναπόφευκτη σε κοινωνίες όπου το οικονομικό κεφάλαιο μπορεί να αγοράζει εύκολα μιντιακή και πολιτική επιρροή, οι έλεγχοι από έναν τρίτο σχετικά αυτόνομο χώρο από το κράτος και την αγορά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον παραπέρα εκδημοκρατισμό μιας χώρας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

(i) Τρεις είναι οι βασικοί ορισμοί της ΚΠ:
- Η ΚΠ ως ο χώρος που εμπεριέχει ό,τι δεν είναι κρατικό - κυρίως τους φορείς που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και άρα ελέγχουν το κράτος.
- Η ΚΠ ως «ενδιάμεσα στρώματα» μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
- Η ΚΠ ως ένας τρίτος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς που δεν λειτουργεί ούτε με βάση τη λογική της κρατικής εξουσίας, ούτε με αυτήν του κέρδους.
Στο χώρο των κοινωνικών επιστημών είναι ο τρίτος ορισμός που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα.
(ii) Μια σχετικά πρόσφατη κριτική της βιβλιογραφίας πάνω στην ΚΠ στη χώρα μας είναι πως η «παραδεγμένη σοφία» θεωρεί την ΚΠ στην Ελλάδα αδύνατη και το κράτος ισχυρό. Κατ' αυτή την κριτική συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η ΚΠ είναι ισχυρή αφού εμπεριέχει επιχειρηματικά, συνδικαλιστικά και επαγγελματικά συμφέροντα που περιορίζουν την κρατική εξουσία. Η παραπάνω κριτική δεν είναι πειστική γιατί αυτοί που θεωρούν την ΚΠ στην Ελλάδα αδύνατη την ορίζουν κατά ριζικά διαφορετικό τρόπο: σαν έναν τρίτο χώρο μεταξύ αγοράς και κράτους, χώρο που δεν εμπεριέχει τα παραπάνω συμφέροντα. Άρα οι δυο διαφορετικές προσεγγίσεις οδηγούν σε ένα διάλογο κωφών.
(iii) Μια δεύτερη κριτική θεωρεί την ΚΠ ως ένα χώρο που οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις ευνοούν αφού πολλές από τις ΜΚΟ προσφέρουν υπηρεσίες που το συνεχώς συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος αδυνατεί να προσφέρει. Η απάντηση σε αυτή την κριτική είναι πως οι οικολογικά, ανθρωπιστικά και δημοκρατικά προσανατολισμένες ΜΚΟ δεν θέλουν τη συρρίκνωση αλλά την επέκταση του κοινωνικού κράτους. Από την άλλη μεριά θέλουν την άμβλυνση των συντεχνιακών χαρακτηριστικών του κομματικοκρατικού συστήματος. Θέλουν οι έλεγχοι των παθολογιών του να γίνονται από οργανισμούς/αρχές που βρίσκονται όχι εντός αλλά εκτός του συστήματος.
(iv) Μια τρίτη αντίρρηση στην έννοια της ΚΠ είναι πως οι θιασώτες της την βλέπουν ουτοπικά, σαν ένα χώρο που εμπεριέχει μόνο οργανώσεις με «καλούς», καθολικούς, ανθρωπιστικούς προσανατολισμούς. Η απάντηση σε αυτή την κριτική είναι πως στη σχετική βιβλιογραφία γίνεται η διάκριση μεταξύ της κανονιστικής προσέγγισης που θεωρεί την ΚΠ ως ένα στόχο/όραμα που πρέπει να πλησιάσουμε και της μη κανονιστικής προσέγγισης που εξετάζει την ΚΠ σαν έναν υπαρκτό χώρο που έχει και τη σκοτεινή πλευρά του - δηλαδή χώρο που εμπεριέχει και ΜΚΟ επιμεριστικού χαρακτήρα.
(v) Μια τελευταία κριτική τονίζει πως οι ανεξάρτητες από τα κόμματα αρχές (που κατά τη γνώμη μου εντάσσονται στο χώρο της ΚΠ ως τρίτου χώρου) ελέγχουν παράνομα τις δυσλειτουργίες του κράτους και της αγοράς αφού αυτοί που τις διευθύνουν δεν ψηφίζονται από το λαό. Οι ανεξάρτητες αρχές όμως όχι μόνο λογοδοτούν στη βουλή, αλλά όταν είναι πραγματικά ανεξάρτητες (πράγμα σπάνιο στη χώρα μας) λειτουργούν ως ανάχωμα στην εντεινόμενη κομματικοκρατία και την αγοροκρατία.
(vi) Η ΚΠ σαν ένας τρίτος πόλος μεταξύ κράτους και αγοράς δεν αποτελεί μαγική φόρμουλα, ικανή να λύσει όλα τα προβλήματα των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Αποτελεί όμως ένα χώρο ικανό να αμβλύνει τον αυταρχισμό και τη διαφθορά του κομματικοκρατικού συστήματος από τη μια μεριά και την ασυδοσία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού από την άλλη. Επιπλέον, σαν αναλυτική κατηγορία, ήδη από το 19ο αιώνα η έννοια της ΚΠ αποτελούσε - και εξακολουθεί να αποτελεί - ένα χρήσιμο εργαλείο στη μελέτη της συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των δημοκρατικών θεσμών.

Δημοσιεύτηκε στο "The book's journal" (Μάρτιος 2014)

Η ευκαιρία της σοσιαλδημοκρατίας

Τι εννοούμε με τον όρο σοσιαλδημοκρατία; Η ερώτηση είναι επίκαιρη στη χώρα μας λόγω της Πρωτοβουλίας των 58 για τη δημιουργία ενός τρίτου πόλου μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, πόλου που πολλοί αποκαλούν σοσιαλδημοκρατικό. Η απάντηση δεν είναι εύκολη γιατί εξαρτάται από το πώς ορίζουμε τα λεγόμενα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη σημερινή συγκυρία. Υπάρχουν δύο βασικοί ορισμοί. Ο πιο περιοριστικός ταυτίζει αποκλειστικά τη σοσιαλδημοκρατία με τα προοδευτικά κόμματα που κατόρθωσαν να εξανθρωπίσουν τον καπιταλισμό στις ευρωπαϊκές βορειοδυτικές κοινωνίες στη «χρυσή περίοδο της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975). Ο δεύτερος, πιο ευρύς ορισμός αναφέρεται και σε κόμματα που επιβιώνουν σήμερα με προοδευτικούς, σοσιαλδημοκρατικούς στόχους, που όμως για διάφορους λόγους έχουν αναγκαστεί να ασπαστούν στοιχεία της δεσπόζουσας νεοφιλελεύθερης λογικής.
Οι λεγόμενες σοσιαλδημοκρατικές κινήσεις του 19ου αιώνα αρχικά συμπεριελάμβαναν όχι μόνο ρεφορμιστικές αλλά και επαναστατικές δυνάμεις. Στις αρχές του 20ού αιώνα όμως ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται για τις πολιτικές κινήσεις που στόχευαν στη σταδιακή υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτή η εξέλιξη σχετίζεται με τη γνωστή διαμάχη μεταξύ Λένιν και Μπερνστάιν. Ο πρώτος υποστήριξε πως η στρατηγική που εστίαζε στην εξελικτική/σταδιακή διαδρομή προς τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό, o λεγόμενος σταδιακός «εξανθρωπισμός» του καπιταλισμού ως βασική προϋπόθεση υπέρβασής του θα οδηγούσε το προλεταριάτο στην άμβλυνση της επαναστατικής δυναμικής και στην ενσωμάτωσή του στο καπιταλιστικό status quo.
Από την άλλη μεριά, ο Μπερνστάιν υποστήριζε πως η άμεση επανάσταση θα οδηγούσε όχι στον δημοκρατικό σοσιαλισμό αλλά σε έναν τύπο μη καπιταλιστικής εκμετάλλευσης/χειραγώγησης της εργατικής τάξης. Κατά τον Μπερνστάιν η λύση έγκειται σε μια εξελικτική στρατηγική με την οποία μέσα στο ισχύον κοινοβουλευτικό σύστημα οι άμεσοι παραγωγοί θα κατόρθωναν σταδιακά να οδηγήσουν τις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες σε ένα σύστημα δημοκρατικού σοσιαλισμού.
Οι εξελίξεις δικαίωσαν τον Μπερνστάιν. Οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες ακολούθησαν τον «ρεφορμιστικό» δρόμο. Κατόρθωσαν σταδιακά να εγκαθιδρύσουν έναν τρόπο διακυβέρνησης που συνδύασε για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τη δυναμική καπιταλιστική ανάπτυξη και τη δημιουργία ενός εξελιγμένου κράτους πρόνοιας, δηλαδή τη διάχυση αστικών, πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.
Στη συνέχεια όμως για μια σειρά δυσμενείς συνθήκες (συρρίκνωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης, κομματική γραφειοκρατικοποίηση, ακραίος κομματισμός, στασιμοπληθωρισμός κτλ.) η σοσιαλδημοκρατική πορεία έχασε τη δυναμική της. Ετσι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, για να επιβιώσουν στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στη δεκαετία του '80, πλησίασαν χωρίς να ταυτιστούν με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Εξ ου και οι αριστεροί επικριτές τους τα μετονόμασαν σοσιοφιλελεύθερα ή «μπλερικά».
Κατ' αυτούς, όχι μόνο τα βορειοδυτικά «σοσιαλδημοκρατικά» κόμματα δεν είναι πια προοδευτικά αλλά και τα δήθεν σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη Νότια Ευρώπη ούτε ήταν ποτέ ούτε είναι τώρα σοσιαλδημοκρατικά. Αρα η «πραγματική» σοσιαλδημοκρατία της πρώιμης μεταπολεμικής περιόδου δεν υπάρχει πια, έχει πεθάνει.
Για αυτούς που βλέπουν την τωρινή σοσιαλδημοκρατία με πιο θετικό τρόπο η σοσιαλδημοκρατία ούτε έχει πεθάνει ούτε θα εξαφανιστεί στο μέλλον. Είναι γεγονός βέβαια ότι ακολούθησε σε έναν μόνο βαθμό νεοφιλελεύθερες στρατηγικές από τη δεκαετία του '80 και μετά. Αλλά αυτή η στροφή δεν οφείλεται σε «προδοσία» αλλά κυρίως σε αντικειμενικές συνθήκες (όπως το απότομο άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών) που ανάγκασαν τις σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα για να επιβιώσουν. Το βασικό επιχείρημα εδώ εναντίον αυτών που έχουν ξεγράψει την τωρινή σοσιαλδημοκρατία ως προοδευτική δύναμη είναι πως οι επικριτές της βλέπουν τις εξελίξεις κατά έναν γραμμικό τρόπο. Αγνοούν τελείως τις «κυκλικές» τάσεις του πολιτικοοικονομικού γίγνεσθαι.
Πριν από τη σημερινή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είχαμε μια εξίσου νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση από το 1860 περίπου ως το 1914. Στη συνέχεια, κυρίως μετά την οικονομική κρίση του 1929, βλέπουμε το σταδιακό πέρασμα από τον Hayek στον Keynes, από την πίστη στις μη ελεγχόμενες αγορές στην πεποίθηση πως χρειάζεται κρατική παρέμβαση και αυστηρός έλεγχος των αγορών για την αποφυγή των οικονομικών κρίσεων και για την άμβλυνση των τεράστιων ανισοτήτων που ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός δημιουργεί σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 όμως ο οικονομικός φιλελευθερισμός έρχεται πάλι στο προσκήνιο. Με την παγκόσμια κρίση όμως του 2008-2012 (που συνδέεται κυρίως με τις μη ελεγχόμενες χρηματοπιστωτικές αγορές) το πέρασμα από τον νεοφιλελευθερισμό σε έναν νεο-κεϊνσιανισμό δεν αποκλείεται. Οταν ο Γκρίνσπαν, ο τέως πανίσχυρος πρόεδρος της Federal Reserve Bank, παραδέχθηκε δημόσια πως η νεοφιλελεύθερη πολιτική του σε ό,τι αφορά τον (μη) έλεγχο του χρηματοπιστωτικού τομέα ήταν λάθος, αυτή ήταν μια παραδοχή που μπορεί κανείς να τη δει ως ένα πρώτο σημάδι σταδιακής επιστροφής σε έναν πιο ελεγχόμενο και ανθρώπινο καπιταλισμό.

Από αυτή την άποψη μια δεύτερη «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι απίθανη, είναι σίγουρα πιο πιθανή από την επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού στα χρόνια που έρχονται. Βέβαια η βασική προϋπόθεση για έναν δεύτερο «εξανθρωπισμό» του καπιταλισμού είναι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να βρουν και να ακολουθήσουν νέες στρατηγικές για την επίτευξη των κλασικών σοσιαλδημοκρατικών στόχων.
Συμπέρασμα:
Σε ό,τι αφορά τον τόπο μας, ο μεσαίος, άκρως κατακερματισμένος χώρος μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ έχει κυρίως σοσιαλδημοκρατικούς προσανατολισμούς.
Η συγκρότηση ενός τρίτου πόλου, που η Πρωτοβουλία των 58 προσπαθεί να διευκολύνει, θα αμβλύνει την πόλωση, θα ενισχύσει τις σοσιαλδημοκρατικές αξίες και θα σταθεροποιήσει το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν γίνει κυβέρνηση και αν θέλει και τα καταφέρει να παραμείνει εντός της ευρωζώνης, θα αναγκαστεί, αργά ή γρήγορα, να μετασχηματιστεί σε ένα ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.
Η θέση ενός μέρους της Αριστεράς για το «τέλος της σοσιαλδημοκρατίας» πείθει τόσο λίγο όσο και η θεωρία του Φουκουγιάμα για «το τέλος της Ιστορίας».

Δημοσιεύτηκε στο  ΒΗΜΑ  (1/3/2014)

Νεωτερικότητα και αριστερά

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 17-11-2013.

Περισσότερα...

Συνέντευξη Νίκου Μουζέλη

Συνέντευξη του Νίκου Μουζέλη στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 23-10-2013.

Περισσότερα...

Η επιρροή της Χρυσής Αυγής

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής 13-10-2013.

Περισσότερα...

Γελοίες κοκορο­μαχίες περί "νεκρής γλώσσας"

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 22-09-2013.

Περισσότερα...