Τρίτη, 11 Αύγουστος 2020

Γιατί η «Γέφυρα» και γιατί τώρα;

Η «Γέφυρα», για την οποία θα ακούμε όλο και περισσότερο, δεν ανήκει στο είδος των συνηθισμένων προεκλογικών διευρύνσεων. Δεν χωράει εκεί και δεν είναι αυτός ο στόχος της. Καλό να το ξέρουν φίλοι και αντίπαλοι.

Η «Γέφυρα» στήθηκε με επίγνωση ότι τώρα, στην έξοδο από την οκταετία της άμεσης μνημονιακής επιτήρησης, η χώρα έχει να αντιμετωπίσει υπαρξιακά προβλήματα που δεν σηκώνουν δημαγωγία ούτε υποκρισία, που θέλουν τόλμη και δυνατότητα να υπερβαίνεις εσκαμμένα και περιχαρακώσεις.

Σαν κι αυτή που επιδείχθηκε στις Πρέσπες. Και για τούτο η συμφωνία αυτή έγινε καταλύτης. Γιατί ξεχώρισε το στάρι από την ήρα. Τους ορθολογιστές από τους εθνικιστές. Οι πρώτοι πήγαν στο Μέγαρο ή στο Ζάππειο, αναλόγως της εγγύτητας ή της απόστασης που τους χώριζε από την κυβέρνηση. Αλλά πήραν θέση. Οι άλλοι, είναι αδιάφορο αν στάθηκαν απέναντι ως βαθιά εθνικιστές ή ψηφοθήρες δημοκόποι. Η άρνηση τους εξομοίωσε.

Αλλά κυρίως οι Πρέσπες έδειξαν τη δέσμη θέλησης και ηγετικών ικανοτήτων για την αντιμετώπιση δυσεπίλυτων προβλημάτων, παρά το πολιτικό τους κόστος. Και αυτά που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι ακόμη δυσκολότερα. Γιατί σε κάθε ένα συνοψίζονται και τα υπόλοιπα. Και θα έρθω στο πρώτο παράδειγμα.

Η Ελλάδα αυτή τη δεκαετία μπήκε αμετάκλητα στην πορεία μείωσης του πληθυσμού. Μείωση του πληθυσμού σημαίνει γήρανση και γήρανση του πληθυσμού σημαίνει πως δεν μπορεί να κρατήσει συντάξεις, περίθαλψη, εκπαίδευση, ό,τι συνιστά στοιχειωδώς κοινωνικό κράτος.

Σημαίνει δημοσιονομικά ελλείμματα και συνεχείς προσαρμογές προς τα κάτω. Σημαίνει φτωχή και αντιπαραγωγική κοινωνία λευκών κροτάφων. Είναι αποτέλεσμα της κρίσης; Σε μικρό ποσοστό μόνο. Συνέπεσε όμως. Πρόκειται για πτώση της γονιμότητας ως αντίρροπη τάση στην πληθυσμιακή έκρηξη. Πανίσχυρη και βαθιά παγκόσμια τάση. Τάση που δεν ανατρέπεται ούτε με 2.000 ευρώ κάθε μωρό (sic! Πρόταση Ν.Δ.), αλλά ούτε ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, που ίσα-ίσα μαραίνεται από τις δημογραφικές μεταβολές.

Τι μπορεί να γίνει; Η Μέρκελ το έδειξε εισάγοντας επίσημα ένα εκατομμύριο Σύρους και αφήνοντας να εισρεύσουν ακόμη περισσότεροι ανεπίσημα. Και στην Ελλάδα, το δημογραφικό ισοζύγιο θα ήταν ακόμη πιο αρνητικό, αν δεν είχαμε ώς τώρα εννιακόσιες χιλιάδες μετανάστες από το 1990. Επομένως; Καταλαβαίνει κανείς ότι χωρίς γενναίες πληθυσμιακές ενέσεις από νεανικούς προσφυγικούς πληθυσμούς, η δημογραφική μείωση και η γήρανση του πληθυσμού θα αποβούν μοιραίες.

Τα προβλήματα όμως δεν τελειώνουν με αυτή τη διαπίστωση. Εδώ αρχίζουν. Ποια πολιτική ηγεσία θα τολμήσει να χρεωθεί παρόμοια απόφαση; Πώς θα υπερνικήσει την αντίδραση των γηγενών, αντίδραση σε κάθε μεγάλη πληθυσμιακή μεταβολή, και το 1922, και στα '90, και τώρα; Κυρίως πώς θα αντιμετωπίσει δύο μεγάλα προβλήματα, εκ των οποίων το πρώτο σημαίνει επέκταση των δικαιωμάτων και το δεύτερο παραγωγική απασχόληση;

Ο νόμος για την ιθαγένεια μάς λέει ποια ηγεσία είναι κατάλληλη για να προωθήσει τα δικαιώματα. Ποιοι καλλιεργούν τον μισόξενο φόβο και ποιοι αγκάλιασαν τα προσφυγόπουλα στα σχολεία, παρά τα τραγικά λάθη και τις ανεπάρκειες με τα στρατόπεδα προσφύγων. Τώρα όμως πρέπει να παρθούν γενναίες αποφάσεις ένταξης των προσφύγων στον κοινωνικό ιστό της χώρας. Με τόλμη, αλλά επίσης με σχεδιασμό και προσοχή. Ποιος μπορεί να το κάνει; Ποιος μπορεί να τους εκπαιδεύσει, να τους εντάξει στην ελληνική κουλτούρα, να δημιουργήσει τους όρους μιας ελληνικής πολιτειότητας που δεν είναι εθνοτική;

Η παραγωγική ένταξη των προσφύγων είναι ακόμη δυσκολότερο ζήτημα. Πώς θα ενταχτούν νέοι πληθυσμοί στις παραγωγικές δομές της χώρας, όταν αυτές έχουν παραλύσει ήδη πριν από την κρίση; Ποια είναι η στρατηγική για την ανάταξη της παραγωγικής καθίζησης, και με κατεύθυνση όχι την απορρόφηση πληθυσμιακών πλεονασμάτων, δηλαδή μεγάλες μονάδες, αλλά την ενίσχυση της μικρής παραγωγής που θα ενυδατώσει τον αποξηραμένο κοινωνικό ιστό;

Η πληθυσμιακή και η παραγωγική ενίσχυση είναι δύο άκρες –και όχι βέβαια οι μοναδικές- που μας οδηγούν στο μεγάλο ζήτημα του παραγωγικού ανασχεδιασμού της χώρας, που οφείλει να περιλάβει και το πρόβλημα της εκροής 200.000 εκπαιδευμένων νέων. Σύνθετα προβλήματα με βασικό προαπαιτούμενο να μην έχεις ιδεολογικά κωλύματα. Κωλύματα εθνικής ιδεολογίας και οικονομικής φιλοσοφίας. Γιατί σχεδιασμός σημαίνει δημοσιονομικά εργαλεία, τα οποία έχουν ακυρωθεί εν μέρει από τους ισχύοντες κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας. Πώς ανακτώνται χωρίς διάρρηξη των σχέσεων;

Το δημογραφικό είναι ένα παράδειγμα, κεντρικό των καινούργιων σύνθετων προβλημάτων. Αν έχεις βαλτώσει στις Πρέσπες, πώς μπορείς να κολυμπήσεις βαθύτερα; Επομένως, η ανάγκη συγκρότησης ενός προοδευτικού πόλου δεν προέρχεται από την ασυμμετρία ηγετικών ικανοτήτων με τη συντηρητική παράταξη, αλλά από τα δομικά ιδεολογικά και πολιτικά εμπόδια, τα οποία, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία, αδυνατεί να υπερβεί. Γι' αυτό τον λόγο εξάλλου, η συγκρότηση αυτού του πόλου χρειάζεται να αναπτυχθεί σε κεντρική πολιτική επιλογή. Νέες εποχές σημαίνουν νέα προβλήματα, νέα προβλήματα απαιτούν καινούργιες απαντήσεις, επομένως και νέα πολιτικά πλαίσια. Να γιατί η «Γέφυρα» και να γιατί τώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 18/3/2019. 

«Ματιές στο μέλλον». Παρουσίαση του νέου βιβλίου του Νίκου Μουζέλη

Invitation Mouzelis1

Ουτοπία και η σύντροφος πενία

Μάθε την αναγκαιότητά σου να σκέφτεται έτσι∙
Καμία αρετή δεν φτάνει την αναγκαιότητα.
Ου. Σαίξπηρ, «Ριχάρδος Β΄»

Πολλά έγιναν, εν τω μεταξύ, στο όνομα της αναγκαιότητας και ακόμα περισσότερα στο όνομα των λαών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είδαν την αρετή ως μονόδρομο των πολιτικών επιλογών.

Όμως ‒και μιλάμε για τους περισσότερους πολιτικούς στοχαστές‒ είχαν ευθυγραμμιστεί κατηγορηματικά με το δόγμα περί «κρατικού ή δημοσίου συμφέροντος»: αν ένας κυβερνήτης «έχει να κάνει με μια αλεπού», τότε δικαιολογείται σίγουρα να μάθει πώς να «γίνεται αλεπού» ο ίδιος, κυρίως «αν αυτό το επιβάλλει το καλό και το κοινό όφελος».

Να πούμε, εδώ, ότι κι ο Μακιαβέλλι, με τη σειρά του, παρηγοριόταν με τη ρήση του Ποπλίλιου Σύρου από την εποχή της κατάρρευσης της ρωμαϊκής δημοκρατίας: necessitas non habet legem – η αναγκαιότητα δεν ξέρει τι πάει να πει νόμος.

Αλλά, μετά τόσους αιώνες νεοτερικότητας, το ίδιο ακριβώς μπορεί να ισχυριστεί ο οποιοσδήποτε σήμερα (οι αρκετοί επικεφαλής της Ε.Ε., ο πρόεδρος Τραμπ, ο Σι Τζινπίνγκ της Κίνας, ο Εμανουέλ Μακρόν ή η Μέρκελ κ.ά.). Δηλαδή, εάν η αναγκαιότητα δεν μπορεί να προσαρμοστεί στον νόμο, τότε ο νόμος θα πρέπει να προσαρμοστεί στην αναγκαιότητα.

Βέβαια, στη μετανεοτερικότητα, η υπόθεση της αναγκαιότητας έχει προχωρήσει πολύ –έχει ξεφύγει για την ακρίβεια. Αρκετοί σκέφτονται ότι κακώς εγκατέλειψαν την αποικιοκρατία τους και, άλλοι πάλι, ότι κακώς καταργήθηκε η δουλεία. Στην προσπάθειά του να υπηρετήσει το «πρώτα η Αμερική» ο Τραμπ επιλέγει μια άλλη Αμερική για τον 21ο αιώνα. Όμως κάνει ακριβώς αυτό το οποίο οι δυτικοί αναλυτές χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για να υποστηρίζουν ότι η Κίνα δεν θα κυριαρχήσει στον 21ο αιώνα.

Η Κίνα, λ.χ., ασκεί την παγκόσμια βαρύτητά της χωρίς να δεσμεύεται, χωρίς να λογοδοτεί, νομίζοντας ότι είναι το Μέσο Βασίλειο, το κέντρο του κόσμου, και ότι οι χώρες, στην Ασία ή αλλού, οφείλουν να υπαχθούν στη δική της αυλή και στο δικό της μοντέλο του μονοκομματικού κράτους και οικονομίας.

Η Ρωσία θεωρεί, από την πλευρά της, ότι είναι η κληρονόμος του Κόκκινου Στρατού και των υπερεξοπλισμών της ψυχροπολεμικής εποχής, και πιστεύει ότι κακώς ο τσάρος Νικόλαος δεν προσάρτησε την τεράστια περιοχή του Σιντσιάνγκ και την άφησε στους Κινέζους.

Οι παλιοί αντίπαλοι παραμένουν αντίπαλοι και ανταγωνιστές σε ένα δύσκολο παγκόσμιο παιχνίδι, περιφέροντας τη δύναμή τους εκφοβίζοντας, εκβιάζοντας, πιέζοντας, θεωρώντας ότι η αλλαγή του σκηνικού σε μια χώρα ή σε μια ήπειρο θα είναι ζήτημα ενός 24ωρου.

Και η Ευρώπη –για να σταθούμε στα δικά μας– φαίνεται να νοιώθει ασφαλής στη δυτική υπεροχή της, ξεχνώντας τα χρέη της στη συμφιλίωση των ιστορικών εχθρών, των Γερμανών και των Γάλλων∙ ξεχνά ότι οφείλει την υπεροχή της στο μέγεθος που, με τη σειρά του, το χρωστά στην ένωση των μικρότερων χωρών σε ένα όλον που υπήρξε (;) κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του.

Η υλοποιημένη ουτοπία ήταν αυτό που συνέβη με την Ένωση. Η κατάκτηση της ειρήνης, του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας. Δεν συνέβη κάπου αλλού, δεν ξεδιπλώθηκε σε κάποιο κρυφό νησί. Ηταν το σχέδιο για την παγκόσμια συνεργασία∙ για τον σεβασμό στους κανόνες του διεθνούς δικαίου∙ οι αξιώσεις για παγκόσμια ευημερία.

Δεν ήταν οι εθνικισμοί∙ δεν ήταν τα όνειρα του ξύπνου κάποιας παλαιότερης δόξας. Ούτε καν ο χάρτης του Οσκαρ Ουάιλντ το 1891: «ένας χάρτης του κόσμου που δεν συμπεριλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει καν ούτε να ον κοιτάξουμε».

Δεν θα σχολιάσω το αν η ιδρυτική «Ουτοπία» του Τόμας Μορ ήταν ενταγμένη σε μια οπτική της Αναγέννησης ή αν ήταν παλιομοδίτικη, σχολαστική και μεσαιωνική για την πολιτική ζωή ώστε να χωράει στον χάρτη του Ουάιλντ ή της Αριστεράς. Ούτε τις ουτοπίες όσων μετέχουν στις κυβερνώσες και στις οικονομικο-στρατιωτικές ελίτ του κόσμου.

Οφείλω όμως να σχολιάσω τις ουτοπίες των αγορών, των μεταβολών του ΑΕΠ ως μόνου αξιόπιστου μέτρου της ευημερίας μας, οι οποίες αφήνουν έξω τα περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να μας κάνουν ευτυχισμένους.

Δημιουργούν ξένους ‒πλούτο και δημοκρατία‒ στην πόλη της αναγκαιότητας. Μπορώ, επίσης, να σταθώ σ' αυτό που ήταν κοινότοπο στους ουμανιστές: η αρετή είναι η μόνη αξία∙ είναι αυτή που λείπει από τις αλεπούδες και τα αρπακτικά αυτού του κόσμου που κάνουν νόμο τις δικές τους αναγκαιότητες.

Αλλάζει το μοντέλο; Κοιτάξτε γύρω σας για να δείτε τη δυσκολία. Η μετατόπιση από τη στρατιωτική δύναμη και τους κερδοσκοπικούς πολέμους σε μια δέσμευση για τους κοινούς στόχους ειρηνικής ανάπτυξης, σκέψης και χρόνου για να αγκαλιάσουμε τις ευκαιρίες που προσφέρει η διεθνής συνεργασία είναι τα δύσκολα.

Τα εύκολα είναι να είμαστε εσαεί δούλοι της αναγκαιότητας, να κυνηγάμε ουτοπίες που δεν θα μας αρέσουν, και αυτές οι ουτοπίες να τρέφουν την υλική και διανοητική μας πενία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/3/2019. 

Προφάσεις εν αμαρτίαις

Ποιος ευθύνεται για τις ακρότητες που παρά ταύτα συνόδευσαν την κρίση και στη χώρα μας; Ο ΣΥΡΙΖΑ που τις υποδαύλισε; Τα μνημόνια και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους που τις προκάλεσαν;
Τρία είναι τα συνήθη επιχειρήματα όσων εμμένουν στην ακραία αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ:

(1) Η ευθύνη του για την πόλωση της περιόδου 2011-15.
(2) Πως αποτελεί και σήμερα απειλή για τη δημοκρατία.
(3) Η δικαιολόγηση των εθνικιστικών εκτροπών της Ν.Δ.
Ο φίλος Περικλής Βαλλιάνος («Βήμα της Κυριακής» 10/2) χρησιμοποίησε και τα τρία αυτά επιχειρήματα, με αρκετό πάθος, στην αντίκρουση δικού μου άρθρου («Εφ.Συν.», 21/1). Ας τα δούμε αναλυτικότερα.

Η εκδίκηση για τους «γερμανοτσολιάδες»

Η κρίση προκάλεσε έντονη πολιτική πόλωση. Αυτό ήταν βέβαια αναπόφευκτο σε μια κοινωνία που υπέστη τέτοιας έντασης σοκ. Στη Γαλλία, με μια αύξηση στην τιμή των καυσίμων, κάηκε το Παρίσι. Αλλού, πολύ ηπιότερες κρίσεις γιγάντωσαν την ξενοφοβία και την Ακροδεξιά. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, ούτε αίμα χύθηκε ούτε τους πρόσφυγες κυνηγήσαμε ούτε βγήκαμε από τον ευρωπαϊκό δρόμο ούτε η Ακροδεξιά βρέθηκε στην κυβέρνηση ή ante portas.

Ποιος ευθύνεται για τις ακρότητες που παρά ταύτα συνόδευσαν την κρίση και στη χώρα μας; Ο ΣΥΡΙΖΑ που τις υποδαύλισε; Τα μνημόνια και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους που τις προκάλεσαν; Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ που χρεοκόπησαν τη χώρα; Είναι προφανές πως δεν θα συμφωνήσουμε. Ούτε μάλλον και στο πως η πόλωση λόγω των πολιτικών που εξαθλίωσαν έναν ολόκληρο λαό δεν είναι το ίδιο με την πόλωση που καλλιεργούν οι εθνικιστές για τη Μακεδονία.

Σημαίνει αυτό πως κάθε φορά που συζητάμε για το παρόν και το μέλλον θα πρέπει να ξαναγυρνάμε στο παρελθόν για να παρεμποδίσουμε τη συνεννόηση; Η συνέχιση αυτού του κλίματος ζημιώνει μόνο τον Τσίπρα ή τη χώρα;

Μην ξεχνάμε πως και η άλλη πλευρά έχει το αφήγημά της και εύκολα μπορεί να ντοπαριστεί. Να θυμηθεί τους «τεμπέληδες» Ελληνες της Μέρκελ και τους ντόπιους οπαδούς της, τα «ζήτω τα μνημόνια», τον εξευτελισμό του Κοινοβουλίου και της εθνικής κυριαρχίας, τον Καρατζαφέρη, τους πρωθυπουργούς που καλούσαν να βγάλουμε τα λεφτά μας έξω εν όψει Τσίπρα, το μαύρο της ΕΡΤ. Εύκολα μπορούμε να αντιδρούμε όταν μας ταυτίζουν με τους χρυσαυγίτες και τον κάθε ψεκασμένο για όλα όσα γίνονταν και λέγονταν τότε, ενώ τώρα θεωρούν πολύ φυσιολογικό να συγχρωτίζονται με τους φασίστες στο Μακεδονικό. Ομως αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά.

Χρειάζονται κάποιες συγγνώμες; Πιθανόν. Οχι πάντως μόνο από τη μία πλευρά. Και οι δηλώσεις «μεταμέλειας» που ζητά ο Π.Β. μόνο την άμβλυνση των παθών δεν υπηρετούν. Τέλος πάντων, οι πρώην «μνημονιακοί» δεν είναι επιζώντες ολοκαυτώματος και τα θύματα των μνημονίων υπέστησαν κατά κανόνα πολύ περισσότερα από αυτούς. Ας γυρίσουμε όμως σελίδα!

Κίνδυνος για τη δημοκρατία;

Ο Π.Β. θεωρεί πως «η βιαιότητα εκπορεύεται ακόμη αμείωτη» από την κυβέρνηση. Και αναφέρει σειρά αμαρτημάτων της, υπαρκτών και ανύπαρκτων.

Μα και πολλοί που στηρίζουμε την κυβέρνηση, επικρίνουμε ενέργειές της ή το ύφος ορισμένων στελεχών. Πιστεύει όμως κανείς ψύχραιμα πως αυτά συγκροτούν «εκτροπή»; Πως η κυβέρνηση «προσπαθεί να κλείσει στη φυλακή» την αντιπολίτευση; Πως κινδυνεύει η δημοκρατία επειδή «εξαγοράζει ψήφους με φιλοδωρήματα», δηλαδή επειδή ασκεί κοινωνική πολιτική προεκλογικά, όπως όλες οι κυβερνήσεις όλων των εποχών; Ή επειδή κάποιοι βουλευτές άλλαξαν στρατόπεδο (όπως και άλλοι προς την αντίθετη κατεύθυνση); Με άλλα λόγια, είναι δυνατό να υποστηρίζεται όχι πως υπάρχουν επιχειρήματα για να ασκηθεί κριτική, αλλά πως επιβάλλεται συμμαχία των «ευρωπαϊκών δυνάμεων» (υπό τη Ν.Δ.) για να σωθεί η δημοκρατία από τον ΣΥΡΙΖΑ;

Σήμερα, κύριος υπεύθυνος για την υποδαύλιση της ακραίας πόλωσης είναι καταφανώς η αντιπολίτευση. Το ομολογεί έμμεσα και η ίδια όταν παραπέμπει συνεχώς στο 2015 για να απαντήσει στις εναντίον της κατηγορίες. Προσπαθεί να αποκλείσει από το δημοκρατικό πλαίσιο το μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό κόμμα της χώρας, χρησιμοποιεί ή χειροκροτεί χαρακτηρισμούς για «προδότες», «απάτριδες» και «εθνομηδενιστές», δηλώνει πως «έχουμε πόλεμο» και άλλα πολλά.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι σταθερά φιλοευρωπαϊκή και συμπαρατάσσεται με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Αντιπαρατίθεται στην Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Τηρεί τις υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές. Ασκεί θαρραλέα ευρωπαϊκή πολιτική στα Βαλκάνια (Πρέσπες). Η οικονομική και κοινωνική της πολιτική, στο μέτρο που το επιτρέπουν οι μεταμνημονιακές υποχρεώσεις, είναι προοδευτική. Το έργο της στον τομέα των δικαιωμάτων επίσης.

Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα. Αυτήν βλέπουν και οι ξένοι. Ιδιαίτερα δε οι σοσιαλδημοκράτες δεν κατανοούν τη στάση της αντιπολίτευσης. Η άρνηση διαλόγου με αυτή την κυβέρνηση, και μάλιστα από μέρους δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές, ξεφεύγει από κάθε λογική.

Μακεδονικό και Ν.Δ.

«Καλώς ψηφίστηκε» η Συμφωνία των Πρεσπών, γράφει ο Π.Β., καθώς δεν μπορεί να διαγράψει τη δική του ιστορία στην πάλη κατά των «μακεδονομάχων». Ομως το γράφει μετά την ψήφιση, όχι όταν ακόμη παιζόταν η τύχη της συμφωνίας. Αλλά και τώρα, προσπαθεί να δικαιολογήσει τη στάση Μητσοτάκη που «ήταν μια εξαναγκασμένη αμυντική κίνηση».

Στόχος, λέει, του Τσίπρα δεν ήταν να λύσει το Μακεδονικό, αλλά να διασπάσει τη Ν.Δ. Δηλαδή, ο Τσίπρας δεν θα έπρεπε να προχωρήσει σε μια εθνικά και δημοκρατικά συμφέρουσα λύση, για να μη δημιουργήσει πρόβλημα στον Μητσοτάκη. Πιστεύει κανείς σοβαρά πως αν είχε καλέσει τον αρχηγό της Ν.Δ. πριν από τον Ιερώνυμο, θα προχωρούσαμε στη λύση με εθνική συναίνεση; Το πρόβλημα δεν ήταν η παράλειψη του Τσίπρα, αλλά ο διχασμός της Ν.Δ. (και ο πολιτικός εκφυλισμός του ΚΙΝ.ΑΛΛ.). Πρόβλημα είχε εξάλλου και ο Τσίπρας με τον Καμμένο. Αυτός όμως τον παραμέρισε, ενώ ο Μητσοτάκης τράβηξε όλο το κόμμα του στον εθνικισμό. Ας αφήσουμε λοιπόν τις υποκρισίες.

Είναι απαράδεκτο να ονομάζεις φασίστα όποιον διαφωνεί μαζί σου στο Μακεδονικό. Ομως άλλο τόσο απαράδεκτο είναι να σιωπάς μπροστά στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά και απέναντι σε όσους τα ανέχονται για τακτικούς ή άλλους λόγους.

Περί φιλελευθερισμού, Μητσοτάκη και Σημίτη

Δεν «εγκαλώ» όσους προσχώρησαν στον φιλελευθερισμό, όπως ισχυρίζεται ο Π.Β. Απλά επισήμανα πως η σημερινή Ν.Δ. είναι μάλλον σκληρή και εθνικιστική Δεξιά, και αυτό ίσως να αποτελεί πρόβλημα για έναν φιλελεύθερο. Και βέβαια με φιλελευθερισμό δεν εννοώ τον πολιτικό φιλελευθερισμό, τις αξίες του οποίου πράγματι έχει υιοθετήσει από καιρό η ανανεωτική Αριστερά. Εννοώ τον νεοφιλελευθερισμό που διαχωρίζει Δεξιά από Αριστερά απανταχού της Γης. Ο Π.Β. υπονοεί πως η ακύρωση αυτής της διαχωριστικής γραμμής και η μεταπήδηση από την ανανεωτική Αριστερά στη Ν.Δ. είναι ό,τι πιο φυσιολογικό. Προφανώς, διαφωνούμε.

Οι προσχωρούντες στη Ν.Δ., λέει ο Π.Β., μπαίνουν για να τη σπρώξουν στη σωστή κατεύθυνση, εν γνώσει πως σε ένα μεγάλο κόμμα υπάρχουν πάντα και «κακοί». Οπως εγώ, ο Μπίστης και άλλοι προσχωρήσαμε στο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, παρά την παρουσία εκεί των Τσοχατζόπουλου, Παπαθεμελή και άλλων. Ομως εμείς μπήκαμε κάποτε στο ΠΑΣΟΚ επειδή συμφωνούσαμε με τη γραμμή του προέδρου και της κυβέρνησής του (όπως και τώρα προσεγγίζουμε τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή συμφωνούμε στα βασικά). Συγκρίνει ο Π.Β. την πολιτική Σημίτη με τον Μητσοτάκη που στρέφει το κόμμα του στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά; Αν μπαίνουν για να ανατρέψουν αυτή τη γραμμή, καλή επιτυχία! Πολύ φοβάμαι όμως πως ο πραγματικός λόγος είναι απλούστατα το πάθος τους κατά του ΣΥΡΙΖΑ.

Η έξοδος από τα μνημόνια, η σύγκλιση του ΣΥΡΙΖΑ με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η Συμφωνία των Πρεσπών με τα όσα έδειξε και για τη Ν.Δ., το διαζύγιο με τον Καμμένο διαμορφώνουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό που θέτει σε σκληρή δοκιμασία τη γραμμή για «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλώ μάλλον που και σε ευρωπαϊκό επίπεδο επείγει η αντιμετώπιση της ανερχόμενης Ακροδεξιάς και της διολισθαίνουσας προς αυτήν νεοφιλελεύθερης Δεξιάς με τη συγκρότηση ενός πλατιού προοδευτικού πόλου. Επείγει οι Κεντροαριστεροί και στη χώρα μας να εγκαταλείψουν τις αντι-συριζαίικες εμμονές τους και να συμβάλουν σε μια τέτοια προσέγγιση, αν δεν θέλουν αυτοί μεν να εξαφανιστούν πολιτικά, αλλά και η χώρα να πάρει λάθος δρόμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 19/2/2019. 

ΣΥΡΙΖΑ: αντισυστημισμός ή σοσιαλδημοκρατία; Yes, please

Εδώ και καιρό τίθεται το ερώτημα εάν ο ΣΥΡΙΖΑ «σοσιαλδημοκρατικοποιείται» ή, αντίθετα, διατηρεί αμετάβλητο τον αντιμνημονιακό πυρήνα που τον έφερε ώς εδώ. Εάν η τροχιά από το κόμμα-αντηχείο της κοινωνικής διαμαρτυρίας του 2010 έως τη σημερινή προσπάθεια να σφυρηλατήσει ένα προφίλ υπεύθυνης δύναμης διακυβέρνησης τον ευθυγραμμίζει με τις συστημικές δυνάμεις της Ευρώπης ή είναι απλώς μια φενάκη για την αντισυστημική καρδιά του.

Στην πιο πρόσφατη αναβίωση του ερωτήματος το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ τάχθηκε στο πλευρό της «μπολιβαριανής» Βενεζουέλας, ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συντάχθηκε με την ευρωπαϊκή γραμμή πίεσης προς τον Μαδούρο προκειμένου να προχωρήσει σε εκλογές με όλες τις διεθνείς εγγυήσεις. Στο δίλημμα «αντισυστημισμός ή σοσιαλδημοκρατία;» ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά όπως ο Γκράουτσο Μαρξ στην ερώτηση «καφέ ή τσάι;»: Yes, please.

Η διαδρομή μοιάζει με την τρελή ρότα μεθυσμένου καραβιού· ωστόσο υπάρχει μια μέθοδος στην τρέλα. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2018 λίγο μοιάζει με τον ΣΥΡΙΖΑ του 2008 ή τον Συνασπισμό του 1998, θέτοντας εν αμφιβόλω τον κανόνα ότι τα (κεντρο-)αριστερά κόμματα επιδεικνύουν μικρότερη προσαρμοστικότητα από τα (κεντρο-)δεξιά.

Στη στροφή του 21ου αιώνα επανεπινοεί ριζικά τον εαυτό του. Ερχεται σε ρήξη με μια παράδοση συναινετικής παρά συγκρουσιακής πολιτικής που κρατούσε από το ΚΚΕ εσωτερικού. Με την «αριστερή στροφή», την επένδυση στον νεολαιίστικο κινηματισμό και το πείραμα του «ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών» σφυρηλατεί ένα αντισυστημικό προφίλ πλάι στο «θεσμικό» της δεκαετίας του 1990 –παίρνοντας λελογισμένα αλλά σταθερά αποστάσεις από βασικές πτυχές της κληρονομιάς του όπως ο ευρω-μεταρρυθμισμός.

Εάν όμως τα σπέρματα μιας νέας φυσιογνωμίας είναι ήδη παρόντα, θα χρειαστεί το σοκ της κρίσης που ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως και για άλλα κόμματα που εμφανίζονται χωρίς ρίζες ή μέσα από κινηματικές μήτρες (Podemos, Κίνημα 5 Αστέρων) ή άλλοτε υπερβαίνοντας παραδοσιακές πολιτικές ταυτότητες, όπως το En Marche του πρώην σοσιαλιστή Μακρόν. Αυτά τα «νέα» κόμματα-διεκδικητές (challenger parties) πλαγιοκοπούν τα εγκαθιδρυμένα κόμματα εγκαλώντας τα ότι έχουν απολέσει τους δεσμούς με την κοινωνία. Αποτελούν δείκτη της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, χαρακτηρίζονται από ιδεολογική ελαστικότητα που τους επιτρέπει να τέμνουν τις κυρίαρχες διαιρέσεις (Αριστερά-Δεξιά, συστημισμός-αντισυστημισμός, ευρωπαϊσμός-ευρωσκεπτικισμός) ή να επιβάλλουν νέες πλάι στις παλιές (παλιό-νέο).

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ένα τέτοιο «σύμπτωμα», προτείνοντας ένα νέο δεσμό πολιτικής εκπροσώπησης που οι αμφισημίες του συνάντησαν τις αντιφάσεις της εποχής. Πλαισίωσε τη διαίρεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο με μια κινηματική και πολωτική θέαση του πολιτικού αντιπαραθέτοντας τον «λαό» στις εθνικές/διεθνείς «ελίτ». Ρητορική λαϊκιστική που αναπτύχθηκε στη διασταύρωση του αριστερού (αντι-νεοφιλελεύθερου) ευρωσκεπτικισμού με την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, ανασύροντας ωστόσο ενίοτε ένα αμιγώς ευρωπαϊκό προφίλ (λ.χ. με τον Τσίπρα υποψήφιο για επικεφαλής της Κομισιόν το 2014)· βάζοντας πλάι στην κριτική του έμφυτου ελαττώματος της ευρωζώνης εθνοκεντρικές αιχμές όπως η «Ελλάδα αποικία χρέους» και «Καμιά θυσία για το ευρώ»· διατυπώνοντας μια «πολυπρισματική» εξωτερική πολιτική που αναζητά εναλλακτικές στη (φαντασιακή) προσέγγιση με τη Ρωσία ή τη Λατινική Αμερική.

Η αμφισημία αυτή φτάνει στο ζενίθ το 2015. Ωστόσο το μείγμα λαϊκισμού και πραγματισμού, εθνικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής κατεύθυνσης που προτείνει ανταποκρίνεται στα αντιστοίχως αμφίθυμα αισθήματα των Ελλήνων. Καταφέρνει έτσι να ενσωματώσει πολλαπλά «αόρατα ρήγματα» της ελληνικής κοινωνίας της κρίσης και να αποκτήσει ερείσματα στα αστικά κέντρα, στις νεότερες και πιο παραγωγικές ηλικίες, σε εκείνους που έθιξε περισσότερο η λιτότητα (outsiders). Την ίδια στιγμή αναρριχάται στην εξουσία σε συνεργασία με έναν άλλο αντισυστημικό παίκτη, αλλά ένοικο της (ακρο)δεξιάς πολυκατοικίας, στη βάση μιας ώσμωσης στον δημόσιο χώρο της κοινωνικής δυσφορίας.

Παρά το σοκ του 2015, η κυβέρνηση αποδείχτηκε η μακροβιότερη της περιόδου της κρίσης. Ο κινηματικός ΣΥΡΙΖΑ έδωσε τη θέση του σε ένα κόμμα-μηχανή διακυβέρνησης. Η αποδοχή του τρίτου Μνημονίου ως αναγκαίου κακού συνοδεύτηκε από μια προσπάθεια ανεύρεσης περιθωρίων ελευθερίας για άσκηση οικονομικής πολιτικής (π.χ. στην αγορά εργασίας), η ευρω-εθνική αμφιθυμία έδωσε τη θέση της στην αναγνώριση ότι η Ευρώπη είναι το πεδίο της πάλης. Ωστόσο ο πραγματισμός συνυπάρχει με τη συντήρηση μιας αντισυστημικής πόζας, όταν λ.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί μια φιλελεύθερη-δικαιωματική ατζέντα που τον διαφοροποιεί από τον συντηρητικό αντίπαλο αλλά και τον κυβερνητικό εταίρο, μαζί με τον οποίο όμως αναπαράγει πολλάκις μια ηθικολογική σκανδαλολογία.

Κομβικό σημείο υπήρξε η Συμφωνία των Πρεσπών, διά της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ ξαναπιάνει το νήμα της ιδεολογικής κληρονομιάς του αλλά διαρρηγνύει τους δεσμούς με τον αντιμνημονιακό «λαό», προσβλέποντας ωστόσο σε μακροπρόθεσμα οφέλη από την επαναφορά του κομματικού ανταγωνισμού στον άξονα Αριστερά-Δεξιά και αυτοτοποθετούμενος στρατηγικά στο κεντρο-αριστερό σκέλος του πολιτικού φάσματος.

Στον ευρωπαϊκό Νότο της κρίσης αναδύθηκε μια σύνθετη δομή πολιτικής σύγκρουσης (Ευρώπη, λιτότητα, παλιό/νέο). Ως τέκνο της ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να είναι βασικός πολιτικός παίκτης όσο θα μπορεί να διαχειρίζεται τις πολλαπλές διαιρέσεις προσαρμόζοντας την (αμφίσημη) ιδεολογική φυσιογνωμία του και κυρίως αποφεύγοντας να απαντήσει στο ερώτημα: καφέ ή τσάι;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 21/2/2019. 

Οι δικαστές και η Ιστορία

Οι δικαστές συχνά διασταυρώνονται με την Ιστορία. Μοιράζονται τη μεθοδολογία έρευνας, αλλά ο στόχος τους είναι διαφορετικός. Εκεί όπου ο δικαστής αναζητά ενόχους και αποδίδει ατομικές ευθύνες, ο ιστορικός αναζητά κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές αιτίες. Στην Ιστορία οι υποθέσεις δεν τελεσιδικούν, όπως στη Δικαιοσύνη, αλλά υπόκεινται σε συνεχή αναθεώρηση καθώς αλλάζουν τα ερωτήματα, η οπτική γωνία ή προκύπτουν νέα τεκμήρια. Εντούτοις, υπάρχουν κομβικές στιγμές που οι δικαστές παράγουν Ιστορία. Οι δίκες της Νυρεμβέργης, οι δίκες των δωσίλογων, οι δίκες της χούντας παρήγαγαν αποφάσεις-τομές που καθόρισαν τρόπους πρόσληψης του παρελθόντος και χάραξαν σαφείς γραμμές αποδοχής ή απόρριψής του. Οι δικαστές λειτούργησαν ως δημόσιοι ιστορικοί.

Υπάρχει όμως μια διευρυνόμενη τάση οι δικαστές να περιλαμβάνουν στη δικαιοδοσία τους τον έλεγχο ιστορικών μελετών. Πρόκειται για «μνημονικούς» νόμους που αφορούν ζητήματα όπως οι γενοκτονίες, αλλά επεκτείνονται και σε ζητήματα όπως αποικιοκρατία, ολοκληρωτισμός κ.λπ. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η δίωξη εναντίον του Γερμανού ιστορικού Χανς Ρίχτερ, για όσα είχε γράψει για την αντίσταση των Κρητικών στη γερμανική εισβολή. Πήγα μάρτυρας υπεράσπισής του, αν και απεχθάνομαι όσα υποστηρίζει, μόνο για λόγους αρχής. Δεν είναι αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης να κρίνει ιστορικές μελέτες, ακόμη και αν σφάλλουν. Υπάρχουν άλλες δικλίδες ελέγχου της αξιοπιστίας. Διαφορετικά εγκαθιδρύεται καθεστώς λογοκρισίας.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια άλλη υπόθεση που ο δικαστής έρχεται πάλι αντιμέτωπος με ζητήματα Ιστορίας. Πρόκειται για αγωγή απογόνων του στρατηγού Χρυσοχόου, μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας στη Θεσσαλονίκη. Ανώτατος αξιωματικός του στρατού, ακολούθησε τον Τσολάκογλου στη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση στη διοίκηση της Μακεδονίας και φρούραρχος της Θεσσαλονίκης.

Συνεργάστηκε με τις αρχές κατοχής, ακριβώς την εποχή που ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης στελνόταν στα ναζιστικά στρατόπεδα για να εξοντωθεί. Προσήλθε μάλιστα μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του Μέρτεν. Μετά την Κατοχή παραπέμφθηκε σε δικαστήριο δωσιλόγων, αλλά απαλλάχτηκε με βούλευμα, προβάλλοντας ως δικαιολογία της συνεργασίας του την αντίσταση στον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας, καθώς και την απόκρουση του κομμουνισμού.

Στην ατμόσφαιρα του εμφυλίου πολέμου δεν ήταν ο μόνος συνεργάτης των κατακτητών που εντάχθηκε στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Εγινε ακόμη και βουλευτής της ΕΡΕ. Στη δικτατορία, ο χουντικός δήμαρχος της πόλης τον τίμησε με κεντρική οδό στο όνομά του.

Πριν από δύο χρόνια, όμως, στο πλαίσιο ανασύνταξης της θεσμικής μνήμης της πόλης και ανάδειξης του Ολοκαυτώματος, ο δρόμος αυτός μετονομάστηκε. Αντιδρώντας, οι συγγενείς του κατέθεσαν αγωγή, για προσβολή της μνήμης του, εναντίον τριών πολιτών και δημοτικών συμβούλων που εισηγήθηκαν τη μετονομασία. Το μεν δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να μετονομαστεί η οδός, ώστε να μην τιμάται ένας δωσίλογος, οι δε συγγενείς ζητούν αποζημίωση, θεωρώντας τον πατριώτη.

Τι οφείλει να πράξει τώρα η Δικαιοσύνη; Είναι δουλειά της να αποφανθεί αν πρόκειται για προδότη ή πατριώτη; Να επαναλάβει τις μεταπολεμικές δίκες των δωσιλόγων; Η περίπτωση Χρυσοχόου αφορά την ιστορική έρευνα, η οποία σε όλες τις αποχρώσεις και εκδοχές της υποστηρίζει ότι πρόκειται για συνεργάτη των αρχών κατοχής με επαφές και με τους συμμάχους. Λίγοι ήταν όσοι συνεργάστηκαν με τους ναζί από ιδεολογική πεποίθηση και μόνο.

Οι περισσότεροι επικαλούνται τον ένα ή τον άλλο λόγο, από την ατομική τους επιβίωση έως την επιβίωση του αστικού καθεστώτος και την καταπολέμηση του κομμουνισμού, και μπροστά στην αβέβαιη έκβαση του πολέμου, πρόσφεραν εκδουλεύσεις και στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αντίστοιχες είναι άλλωστε οι διαβόητες περιπτώσεις Μορίς Παπόν και Πολ Τουβιέ στη Γαλλία. Συνεργάστηκαν με το κατοχικό καθεστώς και συνέχισαν σε υψηλόβαθμες θέσεις μεταπολεμικά.

Στην ιστορική έρευνα δεν καταδικάζουμε πρόσωπα. Εξηγούμε, διακρίνουμε αποχρώσεις, επισημαίνουμε αντιφάσεις και ετερογονίες. Είναι διαφορετική όμως η λογική της δημόσιας Ιστορίας. Ο δήμος, η πολιτεία ονοματοδοτεί οδούς και πλατείες, ανεγείρει μνημεία και καθιερώνει επετείους δημιουργώντας μια δημόσια αίσθηση Ιστορίας, παραδειγματίζοντας, προβάλλοντας τους άξιους της πόλης και της πατρίδας, τα αξιομνημόνευτα γεγονότα.

Είναι Ιστορία δεοντολογική που δημιουργεί πρότυπα πολιτειότητας. Σαφώς διακριτή από την Ιστορία των ιστορικών. Και οι δικαστές; Θα κρίνουν ως ιστορικοί ερευνητές; Θα αποφανθούν για τη δοσολογία δωσιλογισμού και πατριωτισμού στον Χρυσοχόου; Θα υποκαταστήσουν τις δημοτικές αρχές ορίζοντας τα πρότυπα αξιομνημόνευτου παραδειγματικού πολίτη;

Ο όρος «δωσίλογος» είναι ιστορικός, πολιτικός ή ανήκει στη δικαιοδοσία του Ποινικού Δικαίου; Αλλά, με βάση αυτόν, ο Δήμος Θεσσαλονίκης θεώρησε ότι ο Χρυσοχόου δεν δικαιούται οδωνύμιο. Πάντως, παρόμοια αγωγή (2016) που αφορούσε τον κατοχικό νομάρχη της Σύρου, εναντίον της Σέιλα Λεκέρ, συγγραφέα του βιβλίου «Το νησί του Μουσολίνι», απεσύρθη.

Τη σιωπή δεκαετιών για την εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών της Ελλάδας από τους ναζί τη διαδέχτηκαν τα τελευταία χρόνια, και σωστά, εκδηλώσεις αναγνώρισης, ανάμεσά τους και η μετονομασία δρόμων. Πρόκειται για οφειλή στα θύματα και αποκατάσταση της δημόσιας μνήμης της πόλης. Είναι αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης να κρίνει επί της ουσίας την απόφαση και την εισήγηση με την οποία ελήφθη;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/2/2019. 

«Re-thinking Environment»

Η ΔΛ Gallery παρουσιάζει την Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου την ομαδική έκθεση φωτογραφίας με τίτλο «Re-thinking Environment» σε επιμέλεια της Νίνας Κασσιανού.
Συμμετέχουν: Γιώργος Γιατρομανωλάκης, Χριστόφορος Δουλγέρης, Ανάργυρος Δρόλαπας, Κώστας Ορδόλης, Γιάννης Τζώρτζης (www.green-project.org), Έφη Χαλιορή, Πάνος Χαραλαμπίδης & Μαίρη Χαιρετάκη, Julia Braun, Lisa Hoffmann, Magda Hueckel, Katrin Koenning, Diana Lelonek, Beba Stoppani.

Εγκαίνια Έκθεσης: Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019 και ώρα 20:00.
Διάρκεια Έκθεσης: 8 Φεβρουαρίου έως 4 Μαΐου 2019.
Ώρες Λειτουργίας: Τετάρτη - Σάββατο 12:00 – 17:00
Πέμπτη - Παρασκευή 12:00 – 19:00
ΔΛ GALLERY, Μεσολογγίου 55Α, Τ.Κ. 185 45, Πειραιάς, T. (+30) 2104631933, email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. // www.dlgallery.gr
Η είσοδος στην έκθεση είναι ελεύθερη για το κοινό.

Σύμφωνα με τη Νίνα Κασσιανού, η ζωή εκτυλίσσεται σε πολλά και διαφορετικά περιβάλλοντα: φυσικά, αστικά ή βιομηχανικά τα οποία συμπλέουν και αλληλοεπηρεάζονται με αμφιλεγόμενα πολλές φορές επακόλουθα. Αλλά πώς ο χαρακτήρας και η όψη του περιβάλλοντος επηρεάζουν την εμπειρία μας από το χώρο που ζούμε και κινούμαστε και πώς αυτός ο χώρος και αυτή η εμπειρία ερμηνεύονται και παρουσιάζονται από τους φωτογράφους; Αυτά είναι τα ερωτήματα που αποτελούν το σημείο εκκίνησης για την έκθεση με τίτλο Re-thinking Environment.
Η έκθεση εστιάζει σε ζητήματα που σχετίζονται με τη φύση και την ανθρωπότητα και συμβάλει στη συζήτηση που γίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο γύρω από την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση. Εξερευνά την αλλαγή του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος και αναδεικνύει την ανάγκη μιας ευρύτερης και πιο αποτελεσματικής αντιμετώπισης της υποβάθμισής του.
Το περιβάλλον τόσο ως πρόσκληση για εγρήγορση όσο και για ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης συνιστά το κεντρικό ιστό της σκέψης των φωτογράφων αυτής της έκθεσης. Με επιτόπια έρευνα πάνω σε διάφορους περιβαλλοντικούς τομείς, συμμετοχές σε αποστολές και ταξίδια και πειραματισμούς με διαφορετικές καλλιτεχνικές τεχνικές συγκροτείται ένα οπτικό υλικό που σκοπό έχει να διεγείρει τις ευαισθησίες μας απέναντι σε ένα τόσο σημαντικό θέμα.

Οι φωτογραφίες του Γιάννη Τζώρτζη, Μέλους της Royal Photographic Society of Great Britain που τυπώθηκαν σε χαρτί Hahnemühle FineArt Baryta, διαστάσεων 1,61 x 0,60 μ., λήφθηκαν κατά τη διάρκεια του πράσινου φωτογραφικού οδοιπορικού "Green Project στη Νότια Αμερική: Μπογκοτά – Γη του Πυρός, από τη γεωποικιλότητα στη βιοποικιλότητα". Το οδοιπορικό αυτό πραγματοποιήθηκε από 19 Ιουλίου μέχρι 7 Σεπτεμβρίου 2014, από την οργάνωση Green Project (www.green-project.org), η οποία στοχεύει στην αφύπνιση της κοινωνικής συνείδησης μέσω της περιβαλλοντικής φωτογραφίας με άποψη, που μπορεί να τραβήξει καθένας από μας. Διανύθηκαν 17.135 χλμ, σε 52 ημέρες και 8 χώρες: Κολομβία, Εκουαδόρ, Περού, Βολιβία, Βραζιλία, Ουρουγουάη, Αργεντινή και Χιλή. Αποτυπώθηκαν 61 πράσινα σημεία ενδιαφέροντος σε σχέση με την κατάσταση της γεωποικιλότητας και της βιοποικιλότητας, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα μνημεία της UNESCO World Heritage List. Το οδοιπορικό αυτό ανακηρύχθηκε "One Success Story 2014" από την Ελληνική Εθνική Επιτροπή για την UNESCO, η οποία έχει θέσει υπό την αιγίδα της τα οδοιπορικά της Green Project. Εκτός από το παραπάνω οδοιπορικό, η Green Project έχει μέχρι σήμερα, υλοποιήσει τα οδοιπορικά στην Ασία (2008, Αθήνα – Πεκίνο), στην Αφρική (2010, Αθήνα – Κέιπ Τάουν), στην Ευρώπη (2012, Αθήνα - Βόρειο Ακρωτήριο), την Αυστραλία (2018, Μελβούρνη - Πέρθ), καθώς και τον περίπλου του Ιονίου με ιστιοπλοϊκό (2017). Το έργο της έχει αποσπάσει διεθνείς διακρίσεις και βραβεία.

Πιστεύουμε στη δύναμη της φωτογραφίας να αλλάξει τον κόσμο μας. Ελάτε μαζί μας στα επόμενα περιβαλλοντικά οδοιπορικά: "Green Project στην Κρήτη: Ίρις 2019" και "Green Project σε Ιαπωνία - Αλάσκα 2020".

Μυρσίνη Ζορμπά: Η πολιτική δημοκρατία έχει ανάγκη την πολιτισμική δημοκρατία

Αποτελεί συμβολική επιλογή η πρώτη πολιτική συνέντευξη του νέου χρόνου να είναι από το χώρο του πολιτισμού και από την υπουργό, Μυρσίνη Ζορμπά. Γιατί, όπως λέει και η ίδια, «για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της κοινωνίας και της κουλτούρας της καθημερινής ζωής, η πολιτική δημοκρατία έχει ανάγκη από την ενδοχώρα της πολιτισμικής δημοκρατίας.»

Αυτή η συνέντευξη επιδιώξαμε να μην κινηθεί στις συνήθεις και δικαιολογημένες ερωτήσεις που δέχτηκε ως τώρα, αλλά σε ένα περισσότερο πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο. Παρότι γράφτηκαν πολλά για την υπουργοποίησή της, και για την εκλογή της ως ευρωβουλευτού την περίοδο της διακυβέρνησης Σημίτη, δυσανάλογα αναφέρθηκε στον Τύπο η συμμετοχή της στην Αριστερά και τους αγώνες της, παλαιότερα, από την περίοδο της δικτατορίας. Η ίδια δηλώνει αποφασιστικά ότι θεωρεί «το πεδίο του πολιτισμού ένα κοσμικό νεωτερικό δυναμικό πεδίο σκληρής διαπραγμάτευσης και συγκρούσεων για την ηγεμονία, τουλάχιστον αυτό μας έμαθε ο Γκράμσι.»

Η σχέση της Αριστεράς με τον πολιτισμό γνώρισε σταδιακή έκπτωση, ωστόσο οι προσδοκίες των Αριστερών από την κυβέρνηση σε αυτό το πεδίο υπήρξαν μεγάλες και σε μεγάλο βαθμό διαψεύστηκαν. Γιατί συνέβη αυτό;

Δεν συμμερίζομαι τη λογική της έκπτωσης, που παραπέμπει στη μοιραία νοοτροπία πολιτισμικού πεσιμισμού, ουσιαστικά δεξιά έως και αντιδραστική νοοτροπία, διάχυτη τα τελευταία χρόνια σε διανοούμενους και αρθρογράφους συντηρητικών εφημερίδων αλλά και lifestyle εντύπων. Αντίθετα, θεωρώ το πεδίο του πολιτισμού ένα κοσμικό νεωτερικό δυναμικό πεδίο σκληρής διαπραγμάτευσης και συγκρούσεων για την ηγεμονία, τουλάχιστον αυτό μας έμαθε ο Γκράμσι και οι μαρξιστές θεωρητικοί. Ξέρετε, μετά το γνωστό στείρο σχήμα βάση – εποικοδόμημα, που ίσχυσε για πολλές δεκαετίες στην αντίληψη της Αριστεράς και σύμφωνα με το οποίο η κουλτούρα ήταν απολύτως εξαρτημένη από τις παραγωγικές σχέσεις, ήρθε μια στιγμή που λύθηκαν τα μάγια και στο εσωτερικό του μαρξισμού άρχισε να συζητιέται η γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας και της αντίστασης των υπεξούσιων στρωμάτων. Έτσι απόκτησε οντότητα η λαϊκή κουλτούρα, που ως τότε ήταν ανύπαρκτη, και έγινε άξια ενδιαφέροντος. Η διανοητική πρόοδος και το ταξικό όφελος από αυτή την αλλαγή υπήρξαν τεράστια και το οφείλουμε στις μεταφράσεις του Γκράμσι στα αγγλικά και στους Βρετανούς μαρξιστές όπως ο Ρέιμοντ Ουίλλιαμς, ο οποίος στη δεκαετία του '70 υπήρξε πρωτοπόρος της ανατροπής του παλιού στενού σχήματος σκέψης.

Θα ήταν ασφαλώς πολύ ενδιαφέρον να ανοίξει η συζήτηση για να διευκρινιστεί τι ήταν αυτό που προσδοκούσαν οι αριστεροί στο πεδίο της πολιτικής του πολιτισμού. Αξίζει να ξαναδούμε και να αναλύσουμε τα προτάγματα του προεκλογικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, για το οποίο είχα κι εγώ γράψει στο περιοδικό Χρόνος και στην Αυγή. Η εμπειρία των τριών υπουργών που πέρασαν πριν από μένα από το υπουργείο Πολιτισμού, όπως και η δική μου τώρα, θα είχε πολλά να ακούσει και να πει σε έναν ανοιχτό διάλογο με μέλη και φίλους του κόμματος αλλά και με τον κύκλο των ευρύτερα προοδευτικών δημιουργών, παραγωγών, διανοουμένων και καλλιτεχνών. Είναι μια εποχή που αξίζει να ακουστούν όλες οι φωνές, χωρίς προκαταλήψεις και κομματικά σύνορα, ώστε να διαμορφωθεί ένα νέο περιβάλλον προβληματισμού στα θέματα του πολιτισμού. Μάλιστα, να ακούσουμε κυρίως τους νέους, τους ενοχλητικούς, φάλτσους και ασύμβατους, αυτούς που ανέδειξε η κρίση των τελευταίων δέκα χρόνων.

Έχετε δηλώσει ότι «η έννοια της πολιτισμικής δημοκρατίας, η αντιμετώπιση των καινούργιων και των παλιών ανισοτήτων και διακρίσεων, είναι σταθερή μου επιδίωξη». Με ποιες κινήσεις σκοπεύετε να δρομολογήσετε αυτό το στόχο;

Όντως, θεωρώ ότι η πολιτισμική δημοκρατία αποτελεί θεμελιώδη έννοια αναφοράς, που οφείλουμε να συμπεριλάβουμε στον προβληματισμό μας ως αριστεροί προοδευτικοί σκεπτόμενοι άνθρωποι, η οποία συνδέεται στενά με την πολιτική δημοκρατία. Αυτή η τελευταία δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο περιορισμένο και ρηχό πλαίσιο όπου συχνά λειτουργεί, στο πλαίσιο της απλής αντιπροσώπευσης. Για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της κοινωνίας και της κουλτούρας της καθημερινής ζωής, η πολιτική δημοκρατία έχει ανάγκη από την ενδοχώρα της πολιτισμικής δημοκρατίας, έτσι ώστε οι ανισότητες και οι διακρίσεις να μην δρουν ανενόχλητες και να αποκαλύπτονται σε όλο το βάθος, τη λειτουργία και τις μορφές τους, θέτοντας το πολιτικό σύστημα μπροστά στην υποχρέωση να παρεμβαίνει. Διαφορετικά, αυτό παραμένει μια παράλληλη ξένη πραγματικότητα, που δεν αγγίζει το βίο των ανθρώπων, και για την οποία πραγματικότητα οι πολίτες όλο και λιγότερο ενδιαφέρονται. Τα νέα κοινωνικά κινήματα έφεραν στο φως αυτή ακριβώς την απόσταση, την ασυμμετρία, διατυπώνοντας πέρα από τα ταξικά αιτήματα, που η εργατική τάξη πάλευε γι' αυτά, αιτήματα στο πεδίο των διακρίσεων, όπως της φυλής, του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της θρησκευτικής ελευθερίας, της γλώσσας, κ.λπ.

Στο επόμενο διάστημα θα ανοίξουμε αυτό το διάλογο, γιατί πριν απ' όλα πρέπει να γίνει κατανοητό γιατί ο πολιτισμός και, κατ' επέκταση το υπουργείο Πολιτισμού, νομιμοποιείται να ενδιαφέρεται, εκτός από τη συντήρηση και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και την υποστήριξη των τεχνών, για τις ανισότητες και τις διακρίσεις και ποιες ακριβώς είναι αυτές. Θα πρέπει να τις ονοματίσουμε, να δούμε πώς λειτουργούν, πώς συνδέονται με τις αντιλήψεις, τις νοοτροπίες, τις στάσεις και τις συμπεριφορές της καθημερινής ζωής μας, της καθημερινής κουλτούρας μας.

Παράλληλα, θα δοκιμάσουμε να προσθέσουμε στα κριτήρια των επιχορηγήσεων του υπουργείου, που ως τώρα προσανατολίζονται κατά κύριο λόγο στην αισθητική, ορισμένα κοινωνικο-πολιτισμικά κριτήρια. Για παράδειγμα, να συνδέεται η επιχορήγηση και με τον προβληματισμό ενός πολιτιστικού ή καλλιτεχνικού φορέα αναφορικά με το κοινό του. Διότι οι φορείς πρέπει να αναπτύσσονται για το κοινό τους και σε διάλογο με αυτό, μάλιστα για ένα κοινό που δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά το μεσαίο και ανώτερο αλλά και το λαϊκό κοινό και τα κατώτερα στρώματα. Άρα οφείλουν να σκέφτονται και το μη-κοινό, εκείνους που για πολλούς λόγους δεν περνούν το κατώφλι ενός θεάτρου, μιας συναυλίας. Οι επιχορηγήσεις επηρεάζουν το κόστος των εισιτηρίων μιας παράστασης έως και 50%, συνεπώς πρέπει να μας απασχολεί ποιοι επωφελούνται, ποια στρώματα του πληθυσμού ευνοούνται απ' αυτό και ποια όχι. Οι δημόσιοι πολιτιστικοί οργανισμοί οφείλουν εξ ορισμού να σκέφτονται τους πολλούς απόντες, τους διαφορετικούς απόντες και να προβληματίζονται για τους λόγους που τους κρατούν αποκλεισμένους, χωρίς να βολεύονται με την απλοϊκή ερμηνεία της αδιαφορίας που είναι πια απολύτως ξεπερασμένη. Επιπλέον, το υπουργείο θα προκηρύξει και ορισμένα προγράμματα που θα αφορούν νέους και παιδιά αλλά και ευάλωτες ομάδες ή ομάδες που υφίστανται διάκριση, προκειμένου να φέρουμε μεγαλύτερη ισορροπία στις ασυμμετρίες που παρουσιάζει από παράδοση ο κρατικά επιδοτούμενος πολιτισμός. Περιττό, βέβαια, να πω ότι θα χρειαζόταν πολύ περισσότερος χρόνος απ' όσο διαθέτουμε, μεγάλη συζήτηση και ένα σχέδιο δομικών αλλαγών για να έχουμε πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα, που θα απελευθέρωναν δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας σε επίπεδο έκφρασης και συμμετοχής.

Εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα, κρατικά θέατρα – ορχήστρες, έχετε πει ότι τίθεται ένα θέμα σε ποιο κοινό απευθύνονται -κυρίως σε μεσαία και ανώτερα στρώματα έχετε διαπιστώσει. Οπότε προκύπτει το ζήτημα τι είδους πολιτισμός επιχορηγείται για τα άλλα στρώματα και αν δεν στέργει το υπουργείο για αυτά τότε ποιος;

Ναι, ισχύουν όσα είπαμε παραπάνω. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, θα προχωρήσουμε σε μια ποιοτική έρευνα κοινού, που είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε την κατάσταση που έχει ως τώρα διαμορφωθεί και παγιωθεί. Δεν αρκούν οι υποθέσεις εργασίας, δεν αρκούν οι εντυπώσεις ή οι μεροληπτικές αριθμητικές έρευνες που κατά καιρούς βλέπουν το φως, πρέπει να πάμε σε μεγαλύτερο βάθος, όπως είχε κάνει ο Μπουρντιέ παλιότερα και αποκάλυψε εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία για το κοινό των μουσείων, τα οποία άλλαξαν σημαντικά τις επικρατούσες ως τότε αντιλήψεις.

Υπάρχει το τόξο της Συγγρού με τα ιδιωτικά ιδρύματα, που σε μεγάλο βαθμό την περίοδο της κρίσης επικαθόρισαν το πολιτιστικό προϊόν. Από την άλλη μεριά, του δημοσίου, τι σχέδιο υπάρχει ώστε να μη συνεχιστεί αυτή η «κυριαρχία»;

Η κρίση προκάλεσε τη συρρίκνωση της εμβέλειας του κράτους κι αυτό όχι μόνο όσον αφορά τις οικονομικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις αλλά και τον περιορισμό του προσωπικού, τη διακοπή οργανισμών όπως το ΕΚΕΒΙ και τη συνολικότερη ιδεολογική επίθεση κατά του δημοσίου ως διακυβέρνησης και λειτουργίας. Έτσι, οι πρωτοβουλίες των ιδιωτικών ιδρυμάτων λειτούργησαν για τους καλλιτέχνες και την κοινωνία σαν σανίδα σωτηρίας ενώ διακοσμήθηκαν επίσης με ευρύτερες ιδεολογικές φιλανθρωπικές συντεταγμένες, καθώς και με σύγχρονο μάρκετινγκ και λάμψη.

Δεν θεωρώ ότι υπάρχει κυριαρχία, υπάρχει όμως ανάγκη διαλόγου και οριοθέτησης, προκειμένου το δημόσιο να παίζει το ρόλο που του αναλογεί, το ίδιο και τα ιδιωτικά ιδρύματα. Υπάρχει μέχρι στιγμής ένα δισταγμός να συζητηθούν αυτά ανοιχτά αλλά το θεωρώ αναγκαίο για να αποφεύγονται οι παρανοήσεις και γιατί, σε κάθε περίπτωση, δεν αφορά μόνο αυτό που ονομάσατε πολιτιστικό προϊόν αλλά την ίδια τη διαμόρφωση του πολιτισμικού υποκειμένου, της πολιτισμικής ιθαγένειας, των αντιλήψεων των νέων ανθρώπων, του αξιακού προσανατολισμού της κοινωνίας μας. Δεν θα ήθελε κάποιος σήμερα ούτε το δογματικό κρατισμό ούτε και τον ανταγωνιστικό νεοφιλελευθερισμό στο ευαίσθητο πεδίο του πολιτισμού που θυμίζω, όπως είπαμε παραπάνω, δεν αφορά μόνο τις τέχνες αλλά κυρίως τις στάσεις ζωής, τις επιλογές των νέων ανθρώπων, τα οράματα και τις προσδοκίες τους.

Μιλήστε μας λίγο πιο αναλυτικά για το σχέδιο του Ακροπόλ.

Το Ακροπόλ θέλουμε να είναι ένας ανοιχτός χώρος συνάντησης και διαλόγου νέων παραγωγών, καλλιτεχνών και δημιουργών και του κοινού τους. Ένα ανήσυχο κύτταρο όπου θα έχουν την ευκαιρία να δοκιμάζονται καινοτόμες ιδέες, πειραματικές εφαρμογές, σχέδια ουτοπικά που θα εκφράζουν τους φόβους και τα όνειρα των πιο δημιουργικών και τολμηρών καλλιτεχνών. Χωρίς αυστηρά όρια ανάμεσα στις τέχνες αλλά διαισθητικά, συνεργατικά, συμμετοχικά, σχήματα που θα μας προκαλούν απορία και έκπληξη, που θα μας επιτρέπουν να έχουμε αντιρρήσεις, να συζητάμε, να μπαίνουμε σε διαδικασίες και όταν βγαίνουμε απ' αυτές να είμαστε διαφορετικοί, κάτι να έχει όντως αλλάξει στο νου και στο συναίσθημά μας.

Σας ανησυχεί η ευκολία με την οποία νέοι άνθρωποι προσεταιρίστηκαν ξενοφοβικές και εθνικιστικές αντιλήψεις, εννοώ στο ζήτημα του λεγόμενου μακεδονικού και των καταλήψεων; Πώς θα μπορούσε το υπουργείο να παρέμβει σε αυτήν την κατεύθυνση;

Δεν είναι η ευκολία των νέων ανθρώπων που με ανησυχεί αλλά η χρόνια εγκατάλειψη παρόμοιων κοινωνικο-πολιτισμικών φαινομένων στην τύχη τους, χωρίς παρέμβαση εκ μέρους όχι μόνο της πολιτείας αλλά και άλλων υπεύθυνων κοινωνικών δρώντων. Είτε πρόκειται για το σεξισμό, είτε πρόκειται για το bulling στη σχολική κοινότητα, είτε για τη βία στα γήπεδα, είτε για τις ξενοφοβικές, ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις, διαπιστώνει κανείς μια αδυναμία σχεδίου και συμμαχιών για την αντιμετώπισή τους. Κι όμως δηλητηριάζουν την καθημερινή ζωή χιλιάδων νέων ανθρώπων και πρέπει να γίνει συνείδηση στην κοινωνία μας ότι το κόστος πρόληψης είναι πολύ μικρότερο από το τεράστιο κόστος θεραπείας τους. Χρειαζόμαστε πολιτισμικές πολιτικές με ισχυρά και γρήγορα αντανακλαστικά για τα φαινόμενα αυτά, χρειαζόμαστε περιφερειακή και ισχυρή ενίσχυση της από τα κάτω οργάνωσης του πολιτισμού. Πάνω σ' αυτό δουλεύουμε τώρα και σύντομα θα θέσουμε σε δημόσια διαβούλευση το σχετικό νομοσχέδιο Περιφερειακής Πολιτικής του Σύγχρονου Πολιτισμού.

Δηλώσατε, και το πράξατε κιόλας σε κάποιες περιπτώσεις, ότι χρειάζεται ηλικιακή ανανέωση στα ΔΣ των εποπτευόμενων φορέων αλλά και εξάλειψη των διακρίσεων με αρχή την έμφυλη. Ο τρόπος όμως λειτουργίας των ΔΣ σχεδόν εξ ορισμού αποκλείει τους νέους, εργαζόμενους ή/και γονείς. Πώς μπορεί αυτό το ζήτημα να αντιμετωπιστεί ριζοσπαστικά σε όλο το φάσμα της δημόσιας διοίκησης;

Αυτή πρέπει να είναι μια ευρύτερη συζήτηση, ωστόσο συμμερίζομαι την ανάγκη και γνωρίζω τη μεγάλη ωφέλεια που μπορεί να προκύψει από αυτή την κατεύθυνση. Σε πιο στενό πλαίσιο, είναι αυτό που στο «Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού», του οποίου υπήρξα πρόεδρος και ακτιβίστρια για μια δεκαπενταετία, εφαρμόζαμε ως καλή πρακτική κάθε φορά που οργανώναμε μια δράση ή ένα συνέδριο, δηλαδή να εξασφαλίζουμε στις μητέρες τη συμμετοχή των παιδιών τους σε δημιουργικές ομάδες, ώστε να είναι ελεύθερες από υποχρεώσεις οι ίδιες. Όμως η συμμετοχή στα ΔΣ έχει κι άλλα προβλήματα τα οποία θα πρέπει να συζητηθούν, όπως είναι ζητήματα αρμοδιοτήτων, ανακύκλωση μελών, τρόποι λειτουργίας, λήψης αποφάσεων, κ.λπ. τα οποία είναι σημαντικά. Το ίδιο σημαντικό ζήτημα είναι και η ανάγκη να γίνεται προκήρυξη των καλλιτεχνικών διευθυντών των πολιτιστικών οργανισμών, η μέγιστη διάρκεια της θητείας τους, ο ρόλος του οικονομικού και του διοικητικού διευθυντή, η αποκλειστική απασχόληση, κ.λπ. Υποσχέθηκα από την πρώτη στιγμή που ανέλαβα το υπουργείο ότι δεν θα διορίσω καλλιτεχνικούς διευθυντές αλλά οι θέσεις θα προκηρύσσονται. Το έπραξα και θα το τηρήσω με συνέπεια στο μέλλον.

Πώς μπορεί ο πολιτισμός να παντρευτεί γόνιμα με τον τουρισμό; Συχνά ο δεύτερος επιχειρεί να καταβροχθίσει τον πρώτο στην αδηφάγα πορεία του.

Θέλετε να τους παντρέψετε αλλά περιγράφετε τον τουρισμό σαν αδηφάγο θηρίο... οπότε θα γεννήσουν τέρατα; Βρίσκω χρήσιμο να μη θυματοποιούμε ή ενοχοποιούμε καμία πλευρά, κανείς δεν είναι τέλειος και κανείς δεν είναι αθώος. Οι δυναμικές που συναντιόνται σ' αυτό το δύσκολο πεδίο που ονομάζεται οικονομική ανάπτυξη πρέπει να βρίσκουν κάθε φορά την ισορροπία τους ώστε να δημιουργούνται θέσεις εργασίας, να παράγεται πλούτος, να ζούμε καλύτερα και, ρεαλιστικά μιλώντας, να βγούμε σταθερά από την κρίση. Είναι σημαντικό να σχεδιάζεται ένα μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης με διορατικότητα και προοπτική αλλά, παράλληλα, χρειάζεται να εξασφαλίζει βραχυχρόνιες αποδόσεις και η χώρα μόλις κατάφερε να βγει από τα μνημόνια. Πώς απαντάει κανείς σ' αυτό; Υπερασπιζόμενος ο ένας τον τουρισμό κι ο άλλος τον πολιτισμό με φανατικό πατριωτισμό; Νομίζω πως ο κοινός ενδιάμεσος χώρος υπάρχει προς όφελος και των δύο. Η Ακρόπολη και το Μουσείο της αποδίδουν στο ελληνικό δημόσιο μεγάλα έσοδα και ένα μέρος από αυτά κατευθύνεται στο σύγχρονο πολιτισμό. Το λέω ως παράδειγμα καλής διαχείρισης, που δεν υψώνει τείχη αλλά συνθέτει ανάγκες. Από την άλλη, το AirBnB κινδυνεύει να διώξει από τη γειτονιά μου στα Εξάρχεια τους φοιτητές και τους χαμηλομισθωτούς κι αυτό είναι αρνητικό, όσο κι αν οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων ευνοούνται και η γειτονιά γίνεται πιο κοσμοπολίτικη. Εδώ παίζει ρόλο ο σοβαρός σχεδιασμός και η πολιτική βούληση, απαραίτητες προϋποθέσεις για πιο δίκαιες από κοινωνική άποψη λύσεις.

Ο πολιτισμός υπήρξε για την Αριστερά ένα προνομιακό πεδίο το οποίο λειτούργησε ως συνεκτικό στοιχείο σε συγκεκριμένες χρονικές συγκυρίες, έως και βασικό ταυτοτικό στοιχείο την περίοδο της δικτατορίας με τους Λαμπράκηδες. Σήμερα, ο λόγος της, αλλά και εκείνος του φοιτητικού κινήματος, είναι αφυδατωμένος από πολιτιστικές παρεμβάσεις ακόμα και αναφορές.

Χρειάζεται μεγαλύτερη τόλμη και μεγαλύτερη γνώση, περισσότερες παραδοχές και λιγότερη νοσταλγία, αυτή είναι η γνώμη μου. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε μια άνθιση των Πολιτισμικών Σπουδών σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία. Η έννοια του πολιτισμού έχει διευρυνθεί, το ίδιο η κοινωνική σημασία του, οι εργασιακοί τομείς που αναφέρονται σ' αυτόν. Η σχέση του με τις νέες τεχνολογίες έχει απογειώσει τη δημιουργική οικονομία. Δεν μπορούμε να έχουμε μόνο μεταπτυχιακά τμήματα πολιτιστικής διαχείρισης, δεν αρκεί, χρειαζόμαστε προπτυχιακά πολιτισμικών σπουδών που θα αποτελούν το στέρεο περιβάλλον και τη γνωσειακή προϋπόθεση της διαχείρισης, για την οποία μιλούν ορισμένοι πολύ επιφανειακά και επιπόλαια. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές νέες και νέοι επιστήμονες που έχουν σπουδάσει κυρίως στην Αγγλία και έχουν παρέμβει στο τοπίο τα τελευταία χρόνια. Αυτό μαζί με τα διεθνή συνέδρια με κάνει πιο αισιόδοξη, αρκεί να υπάρξει και ιθαγενής επεξεργασία για να βρούμε τη δική μας γλώσσα και δρόμο στην πολιτισμική διαχείριση που χρειάζεται σήμερα η χώρα. Διαθέτουμε ένα πολιτισμικό κεφάλαιο που όσο θεωρείται παγιωμένα δεδομένο με έναν παραδοσιακό τρόπο δεν δείχνει να αποδίδει, συνεπώς χρειάζεται να ξαναδούμε από την αρχή τη σύνθεσή του, την επένδυση και την προστιθέμενη πολιτισμική, οικονομική και κοινωνική αξία του.

Την περίοδο της δικτατορίας, που την ζήσατε ενεργά και εσείς, υπήρχε η πίστη ότι τουλάχιστον με κάποια ζητήματα τελειώναμε. Εννοώ, για παράδειγμα, τα βασανιστήρια ή και ευρύτερα τη λειτουργία της δημοκρατίας. Αυτή η πίστη διαψεύστηκε. Πώς μπορεί να σχεδιαστεί η ανατροπή αυτής της διάψευσης;

Θα ήθελα να κάνουμε τη διάκριση βασανιστηρίων-δημοκρατίας ρητά και κατηγορηματικά. Με τα βασανιστήρια τελειώσαμε όντως, αν και ποτέ δεν τελειώνει κάτι τόσο ριζικά όσο θα θέλαμε. Ωστόσο, σήμερα μόνο οριακά μπορεί να συμβεί ένα γεγονός βασανισμού κι αυτό στιγματίζεται και τιμωρείται στις περισσότερες των περιπτώσεων. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση εφησυχασμό, είτε πρόκειται για τις φυλακές, είτε για τα κρατητήρια, είτε για τα σύνορα, για Έλληνες, για πρόσφυγες, για ποινικούς, Ρομά, ιδρύματα, κ.λπ. Κάθε κακοποίηση ή βασανισμός χτυπάει την καμπάνα του κινδύνου αλλά δεν είναι το ίδιο όπως στη δικτατορία. Τώρα έχουμε πολλά εχέγγυα κι αυτή η κυβέρνηση το έδειξε όταν χρειάστηκε.

Όσον αφορά τη λειτουργία της δημοκρατίας, υπάρχουν οι όροι να βελτιώνεται διαρκώς, αυτό δεν σταματά ποτέ, άλλωστε είδαμε τη διαφορά με την πρώτη αριστερή κυβέρνηση που δεν έκρυψε σκάνδαλα, δεν κάλυψε παρανομίες, προώθησε τη νομοθεσία και γενικότερα το πεδίο των κοινωνικών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαφορά είναι ορατή. Πέραν αυτών, θεωρώ σημαντικό το ζήτημα της δημοκρατίας μέσα στα κόμματα κι αυτό είναι κρίσιμο για το άμεσο μέλλον, έχει καθυστερήσει πολύ και μπλοκάρει το πολιτικό σύστημα. Ο χώρος που θα το τολμήσει αποφασιστικά, θα αποκτήσει σαφές προβάδισμα γιατί η κοινωνία το περιμένει, είναι ώριμη.

Φαίνεται ότι ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας που αποτέλεσε το πολιτικό σχέδιο της διακυβέρνησης της περιόδου Σημίτη απέτυχε. Υπάρχουν υπόλοιπα στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο;

Αν εννοείτε υπόλοιπα όσον αφορά αλλαγές που πρέπει να γίνουν στη δημόσια διοίκηση, στο θεσμικό πεδίο, στην ίδια την κοινωνία, σίγουρα υπάρχουν πολλά και σημαντικά, δεν θα τα έλεγα μάλιστα υπόλοιπα αλλά μεγάλα ζητούμενα. Ορισμένα βήματα έγιναν με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η κρίση δεν επέτρεπε ως τώρα μεγαλύτερες αλλαγές. Ελπίζω αυτές να δοθεί η ευκαιρία, με την εμπειρία διακυβέρνησης που ήδη υπάρχει, να γίνουν στην επόμενη τετραετία.

Από την άλλη, η Αριστερά σήμερα επιχειρεί το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Πώς βλέπετε αυτήν την προσπάθεια;

Την βλέπω δυστυχώς αδύναμη, άτολμη και χωρίς έμπνευση, μιλώντας γενικότερα και όχι μόνο για την Ελλάδα, που σε τελευταία ανάλυση έπρεπε να διασώσει την επιβίωση πρωτίστως και δεν μπορούσε να προσβλέπει σε έναν ανοιχτό ορίζοντα μεγαλύτερων μετασχηματισμών. Επικρατεί εδώ και χρόνια μια αμηχανία, κυρίως στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, κι από την άλλη μεριά, ένας ριζοσπαστισμός χωρίς αντίκρισμα, περισσότερο ρητορικός και λιγότερο διακυβερνητικός. Χρειάζεται περισσότερη δημοκρατία στα κόμματα και στις κάθε είδους πρωτοβουλίες για να υπάρξει καλύτερο αποτέλεσμα. Σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης δεν μπορείς να κάνεις μόνος σου τις αλλαγές που χρειάζονται αλλά και δεν μπορείς να μένεις αδρανής. Χρειαζόμαστε ένα ιθαγενές παράδειγμα οικονομικής, κοινωνικής και πολιτισμικής αναδιάρθρωσης, συμπεριληπτικό, συμμετοχικό, τεχνολογικά αναπτυγμένο, αξιοκρατικό. Γι' αυτό και, πολιτικά, πιστεύω στη συμπαράταξη όλων των προοδευτικών αριστερών δυνάμεων που έχουν λόγο και όραμα. Μετά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, είναι η στιγμή να δημιουργηθεί για τη χώρα μια πληθυντική προοδευτική παράταξη που δεν θα επιτρέπει στη συντήρηση να επιστρέψει και μάλιστα με αντιδραστικό πρόσημο.

Κρίνετε ότι η κοινωνία θα καταφέρει να βγει σοφότερη από την περιπέτεια των μνημονίων; Ποια είναι τυχόν τα εχέγγυα για αυτόν το στόχο;

Τι σημαίνει αλήθεια σοφότερη κοινωνία; Οι πολίτες ψηφίζουν μια φορά στα τέσσερα χρόνια αλλά βιώνουν τους φόβους και τις ελπίδες, τα προβλήματα και τις αναμονές, τη ματαίωση ή την πολιτική προσδοκία κάθε μέρα και σε κάθε σχέση στο δημόσιο χώρο, σε πολλά επίπεδα. Η δημόσια διοίκηση, οι εργασιακές σχέσεις, οι διαγενεακές και οι έμφυλες, η εκπαίδευση, η υγεία, οι συγκοινωνίες, η ασφάλεια, όλα εκπέμπουν το δικό τους πολιτικό μήνυμα. Σε μια εποχή που οι εφημερίδες διαβάζονται όλο και λιγότερο, η κοινή γνώμη διαμορφώνεται μέσα από ένα δίκτυο εντυπώσεων στο διαδίκτυο. Η χειραγώγηση γίνεται πιο εύκολη. Πολλά ζητήματα εργαλειοποιούνται, παίρνουν τερατώδεις διαστάσεις, η αλήθεια και το ψέμα συχνά συγχέονται. Η πολιτισμική βιοποικιλότητα κινδυνεύει από την επέκταση της ανεξέλεγκτης και αδιαμεσολάβητης πανίδας μιας νεοφιλελεύθερης ζούγκλας συμφερόντων που επιδιώκουν την επέκτασή τους πάση θυσία. Ένας πόλεμος διεξάγεται στο πεδίο του προσεταιρισμού των συνειδήσεων, συχνά με καθησυχαστικά λόγια ουδετερότητας και καθωσπρεπισμού. Συνεπώς, οι αντιστάσεις των πολιτών απέναντι στις διάφορες απόπειρες κυριαρχίας, η διαμόρφωση της δικής τους ξεχωριστής άποψης και στάσης απέναντι σε οργανωμένες προπαγανδιστικές καμπάνιες, η συνθήκη του δημόσιου χώρου ως χώρου αξιοκρατίας, αξιοπιστίας και εγγύησης κοινωνικής δικαιοσύνης γίνεται πιο σύνθετη. Αυτή την ωρίμανση και τους όρους διακυβέρνησης του συμβολικού κόσμου, δηλαδή του τρόπου που αναλύουμε και στοχαζόμαστε ως πολίτες τα κοινωνικά φαινόμενα, πρέπει να εξασφαλίζει η πολιτεία και όχι μόνο τη σωστή καταμέτρηση ψήφων στις εκλογές. Ο πολιτικός χρόνος δεν είναι ο εκλογικός, αλλά είναι ο κοινωνικο-πολιτισμικός χρόνος. Οι απολυταρχικές νοοτροπίες και συμπεριφορές, τα ξενοφοβικά και ρατσιστικά μορφώματα και η πολιτική τους έκφραση φωλιάζουν εκεί όπου ο κοινωνικός ιστός χάνει τα βασικά συστατικά της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, της εμπιστοσύνης. Γι' αυτό είναι σημαντική η σύγχρονη τέχνη, γιατί καταφέρνει να φέρει στο φως τα ανομολόγητα, τη διαίσθηση αυτού που εγκυμονείται και που επέρχεται. Γι' αυτό αξίζει και να υποστηρίζεται, για να μας δείχνει όσα δεν βλέπουμε ακόμη, και που όταν τα δούμε θα είναι δύσκολο να τα αλλάξουμε. Συμπερασματικά, τα εχέγγυα για το μέλλον είμαστε οι ίδιοι οι πολίτες, οι νέοι με την πιο καθαρή ματιά και την πιο ανεξάρτητη στάση ζωής, που δεν είναι δέσμιοι του παρόντος αλλά προβλέπουν στο μέλλoν.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εποχή" στις 6/1/2019. Τη συνέντευξη πήρε η Ζωή Γεωργούλα.

Υπό το «φως του Μεσαίωνα»

Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή [...]

Κ. Π. Καβάφης, «Καισαρίων» (1918)

Σε εποχή που βασίλευε ο σκοταδισμός, βασίλευε και ο Καρλομάγνος∙ τον είπαν «φως του Μεσαίωνα». Ο βασιλιάς των Φράγκων είχε τον ισχυρότερο στρατό του δυτικού κόσμου και υπό τον έλεγχό του σχεδόν ολόκληρη τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Τα Χριστούγεννα του 800 μ.Χ. ο Πάπας τον έστεψε αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ηταν η πρώτη ευρωπαϊκή ενοποίηση ύστερα από δεκαετίες αιματηρών πολέμων. Οι νίκες του Καρλομάγνου, με μισθοφόρους που πληρώνονταν κατά κανόνα με πολεμικά λάφυρα, πέτυχαν την ενοποίηση της γερμανικής, της ρωμαϊκής και της χριστιανικής παράδοσης σε ένα ενιαίο οικοδόμημα: το μετέπειτα σπίτι του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Ετσι, στα ευρωπαϊκά συγκεκριμένα, ο Καρλομάγνος θεωρήθηκε «Πατέρας της Ευρώπης» (pater Europae). Βέβαια, αιώνες αργότερα και πολύ πριν ο Ναπολέων διαμορφώσει μια απολύτως «ναπολεόντεια» άποψη για την ένωση της Ευρώπης, ο Βολτέρος είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του: «Αυτό το συνονθύλευμα που αυτοαποκαλείται "Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία" δεν υπήρξε ποτέ ούτε Αγία, ούτε Ρωμαϊκή, ούτε Αυτοκρατορία».

Ολες αυτές οι ιστορίες (βασίλεια, μεγαλοπρέπειες, συμβολισμοί και σαρκοφάγοι) συνδέθηκαν με το Ααχεν. Αλλωστε, στον Καθεδρικό Ναό της Παναγίας του Ααχεν υπάρχουν τα Μεγάλα Ιερά Λείψανα (εκτός απ' τα Ιερολείψανα των Τριών Μάγων, υπάρχουν, στη «Σαρκοφάγο της Παναγίας», το φόρεμα της Παναγίας κατά τη Γέννηση του Ιησού, οι φασκιές του Ιησού, ένας χιτώνας του, καθώς και το ύφασμα στο οποίο τυλίχθηκε η κεφαλή του Ιωάννου του Προδρόμου). Τέλος, στο βάθος της αίθουσας, βρίσκεται και η «Σαρκοφάγος του Καρλομάγνου» με διάκοσμο καθαρά πολιτικού περιεχομένου.

Στην εποχή μας, οι ηγεμονικοί χαρακτήρες, όπως ο Μακρόν ή η Μέρκελ, και οι καθοριστικές τους επιλογές φαίνεται να συμβολίζουν –ακόμα κι αν δεν το κάνουν εσκεμμένα– την παρουσία ενός ολόκληρου σαρκοφαγικού παρελθόντος μέσα στο ίδιο μας το μετα-παρόν. Επέλεξαν το Ααχεν για να συμβολίσουν τη γαλλογερμανική φιλία και να διακηρύξουν τη βούλησή τους για ώθηση της Ευρώπης, προκαλώντας την οργή των εθνικιστών των δύο χωρών. Μπροστά από το δημαρχείο της πόλης του 14ου αιώνα, έγιναν δεκτοί με αποδοκιμασίες του τύπου «Μέρκελ τράβα σπίτι σου» και «Μακρόν, παραιτήσου».

Αξίζει να σταθούμε εδώ και να πούμε ότι υπό το σημερινό συμβολικό «φως του Μεσαίωνα» αποκρύπτονται οι διαφορετικές εθνικές προοπτικές σε αχλή καλών προθέσεων. Οι Μέρκελ και Μακρόν δεν βλέπουν ότι η νέα προσέγγιση γίνεται σε πεδίο από το οποίο απουσιάζουν οι παραδοσιακές διατλαντικές σχέσεις με τις ΗΠΑ αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο. Αγνοούν τις αντιδράσεις των λοιπών εταίρων στον βαθμό που υπογράφουν διμερή συμφωνία, αποκλείοντας τα λοιπά κράτη-μέλη της Ε.Ε.

Δημιουργούν, επομένως, την εντύπωση ότι το μόνο που αναμένεται ή που απαιτείται είναι η απλή υπακοή των άλλων στον γαλλογερμανικό άξονα. Οπως σημειώνει ο πρώην αντικαγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, η νέα συμφωνία Γαλλίας-Γερμανίας θολώνει τα ξεχωριστά τους συμφέροντα. Ενώ η Γερμανία, λ.χ., θέλει την αποτροπή ενός σκληρού Brexit για να διατηρήσει εσωτερικές ισορροπίες στην Ε.Ε., η Γαλλία βλέπει στο σκληρό Brexit την υλοποίηση του μεταπολεμικού της ονείρου: να αυξήσει τη σχετική πολιτική, οικονομική και στρατιωτική επιρροή της εντός της Ενωσης.

«Σε έναν κόσμο γεωπολιτικών σαρκοβόρων –σημειώνει ο Γκάμπριελ–, οι Ευρωπαίοι θα είμαστε οι τελευταίοι χορτοφάγοι... Αυτό που έχει πρακτική σημασία δεν είναι η "στρατηγική αυτονομία" αλλά η διατήρηση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο... Ενώ η γαλλογερμανική φιλία είναι απαραίτητη για την Ευρώπη, δεν είναι αρκετή για να διασφαλιστεί η θέση της Ε.Ε. στον κόσμο».

Αλλά εδώ υπάρχει απόλυτη έλλειψη στρατηγικής προοπτικής. Η Ε.Ε. εστιάζοντας εξ ολοκλήρου σε κανόνες και διαδικασίες δείχνει να αδιαφορεί για τα αποτελέσματα των επιλογών της.

Ο Αλμπέρ Καμί μιλώντας το 1951 στην Αγγλία, σε συνέδριο για την Ευρώπη, το είχε θέσει τελείως διαφορετικά: «Η Ευρώπη, λόγω της αποδιοργάνωσής της, χρειάζεται τη Βρετανία και είναι βέβαιο ότι η Βρετανία δεν θα μπορέσει να επιβιώσει χωρίς την Ευρώπη. Η αδιαφορία των ηγετών για την ήπειρο μπορεί να νομιμοποιείται, αλλά δεν σημαίνει πως δεν είναι αξιοθρήνητη. Η δυσπιστία ενδεχομένως να είναι καλή ως μέθοδος, αλλά φτάνει ο χρόνος που δείχνει πως η μέθοδος αντιφάσκει με τα πραγματικά γεγονότα. Και τα γεγονότα λένε ότι, καλώς ή κακώς, η Βρετανία και η Ευρώπη είναι αδιαχώριστες. Μπορεί να μοιάζει μ' έναν κακό γάμο. Αλλά, όπως έχει ειπωθεί, κανένας καλός γάμος δεν είναι τέλειος. Καθώς και ο δικός μας δεν είναι τέλειος, ας τον κάνουμε υποφερτό, επειδή το διαζύγιο είναι αδύνατο».

Για να καταλήξουμε, υπό το «φως του Μεσαίωνα» υπάρχει κάτι το σαρκοφαγικό για την Ευρώπη. Μπορεί να αλλάξει; Σύντομα θα το δούμε. Προσώρας, τις απόψεις των πολιτικών από αυτές των στοχαστών που κάτι είχαν να πουν για την Ευρώπη τις χωρίζουν έτη φωτός.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 8/2/2019. 

Πρέσπες παντού!

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι σημαντική στιγμή της Ιστορίας μας, γιατί έβγαλε την Ελλάδα από μια επώδυνη αυτοπαγίδευση. Εως τώρα, ο πολιτικός κόσμος, τα ΜΜΕ, η Εκκλησία και η κοινή γνώμη αναπαρήγαγε τον τρόπο που είχε μάθει να σκέφτεται, τις στρεβλές γνώσεις που απέκτησε στην εκπαίδευση, την αίσθηση του πληγωμένου μεγαλείου. Ακόμη και όσοι γνώριζαν, έδειχναν παθητικότητα στις ιδεολογικές συμβάσεις.

Επομένως η Συνθήκη των Πρεσπών δεν αφορά τόσο τη Βόρεια Μακεδονία όσο την ίδια την Ελλάδα. Τα τείχη που γκρεμίσαμε δεν βρίσκονται στα σύνορα αλλά στον νου μας, στον τρόπο σκέψης, στην πολιτική και ιστορική κουλτούρα μας. Η συμφωνία υπήρξε μια σημαντική στιγμή, αλλά χρειάζεται να εμπεδωθεί στις συνειδήσεις. Γιατί η τριήμερη συζήτηση στο κοινοβούλιο αποκάλυψε σημαντικές αδυναμίες της ιστορικής εκπαίδευσης, του τρόπου σκέψης και της ιστορικής κουλτούρας. Ποιες ήταν αυτές;

Α. Η ιδιοκτησιακή λογική του όρου Μακεδονία. Η λέξη έχει πράγματι ελληνική προέλευση. Αλλά στην ιστορική του διαδρομή αυτός ο γεωγραφικός όρος επιβίωσε, ενώ οι πληθυσμοί που κατοικούσαν στα όριά του άλλαξαν κυριαρχία, γλώσσα, κουλτούρα. Είναι κάτι κοινό αυτό. Οι γεωγραφικοί όροι επιβιώνουν, ενώ οι πληθυσμοί ή η κουλτούρα τους αλλάζει. Παράδειγμα, τα πολυάριθμα σλαβικά, αρβανίτικα, τούρκικα και ιταλικά τοπωνύμια στην Ελλάδα, και τα ελληνικά στις άλλες χώρες. Επομένως, δεν προκύπτει κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα στους όρους, και ιδιαίτερα σε αυτούς οι οποίοι μοιράζονται ανάμεσα σε διαφορετικές χώρες, όπως η Μακεδονία, η Θράκη, η Ηπειρος ή το Αιγαίο. Αλλά τα έχουμε διδάξει αυτά, δηλαδή τη λογική των ασύγχρονων, ασύμπτωτων και ασύμμετρων ιστορικών μεταβολών στο σχολείο; Την υβριδικότητα, τη ρευστότητα, την αέναη μεταβολή των ιστορικών ονομάτων και φαινομένων;

Τους έχουμε δείξει κείμενα στα οποία οι Μακεδόνες ονομάζονται πότε Ελληνες, πότε ξεχωριστοί από τους Ελληνες, εξηγώντας τους ότι τα σύγχρονα ταξινομικά στοιχεία των εθνών και οι εθνικές συνειδήσεις, όπως τις αντιλαμβανόμαστε σήμερα, δεν υπήρχαν ούτε στη αρχαιότητα, ούτε στον Μεσαίωνα, αλλά διαμορφώθηκαν στη σύγχρονη εποχή; Τους έχουμε εξηγήσει ότι οι όροι Ελληνας, Μακεδόνας, Γραικός, Ρωμιός μπορούσαν να κυκλοφορούν εναλλακτικά, αντιθετικά ή συμπληρωματικά χωρίς αναγκαστικά να σημαίνουν εθνική συνείδηση;

Εχουμε δείξει αντίστοιχα παραδείγματα από τους όρους Ιταλός, Τούρκος, Βούλγαρος κ.λπ.; Εχουμε δηλαδή διδάξει τι είναι το εθνικό φαινόμενο στην Ιστορία, για να μη νομίζουν ότι από τον Ηρακλή έως τον Σαμαρά υπάρχει μια γενεαλογική σχέση; 'Η διδάσκουμε μια ιστορία σαν τη βιογραφία ενός περιούσιου λαού; Καρπός αυτής της ιδιοκτησιακής σχέσης με την ιστορία υπήρξαν οι αλληλοσυγκρουόμενοι και παράλογοι ισχυρισμοί, ότι αφενός δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος και μακεδονική γλώσσα και αφετέρου ότι η Συμφωνία των Πρεσπών «παραχωρεί» μακεδονικό έθνος και μακεδονική γλώσσα.

Β. Δεν είναι μόνο η έλλειψη κάθε κατανόησης για το τι συνιστά έθνος και τα παράγωγά του που χαρακτήρισε τη συζήτηση, αλλά και η απουσία κάθε αναφοράς στο τι σημαίνει η αρχή των εθνοτήτων, ως θεμέλιο του παγκόσμιου συστήματος και του διεθνούς δικαίου. Γιατί η αρχή των εθνοτήτων σημαίνει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, δηλαδή του ονόματος του λαού, της γλώσσας που μιλάει, του έθνους που ανήκει. Βέβαια, είναι παράξενο ότι οι Ελληνες, των οποίων η εθνική επανάσταση συνέβαλε στην εδραίωση αυτής της αρχής στο σύγχρονο κόσμο, επέδειξαν την αντίθετη ακριβώς συμπεριφορά σε οποιοδήποτε αναδυόμενο έθνος στα Βαλκάνια, αρχίζοντας από τους Βούλγαρους τον 19ο αιώνα.

Αλλά από τότε έχουν υπάρξει τα 14 σημεία του Ουίλσον στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα οποία κατοχυρώνουν την αρχή του σεβασμού της αυτοδιάθεσης και του αυτοπροσδιορισμού των εθνοτήτων, η Χάρτα του Ατλαντικού, στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και τα καταστατικά κείμενα του ΟΗΕ και της UNESCO, που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα πολιτισμικού αυτοπροσδιορισμού. Εκτός όμως από τα διεθνή κείμενα, υπήρχαν τα κινήματα διεκδίκησης αναγνώρισης των ταυτοτήτων και των δικαιωμάτων στη μεταπολεμική εποχή και έως σήμερα. Εκείνο που έλειψε από την κοινοβουλευτική συζήτηση, αλλά απουσιάζει και από την εκπαίδευσή μας είναι η αρχή της αλληλο-αναγνώρισης. Η αρχή δηλαδή του να σε αναγνωρίσω όπως είσαι και να με αναγνωρίσεις όπως είμαι, του να αναγνωρίσω την ταυτότητά σου και να αναγνωρίσεις τη δική μου, χωρίς αντιρρήσεις, αστερίσκους και υποσημειώσεις. Μιλάμε για τον σεβασμό της διαφορετικότητας χωρίς να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς σημαίνει.

Η Συμφωνία των Πρεσπών σημαίνει μια έμπρακτη αναγνώριση όλων αυτών των αδυναμιών, αλλά είναι μόνο η αρχή. Και η αρχή, για να εδραιωθεί, πρέπει να έχει συνέχεια. Και η συνέχεια δείχνει προπαντός στην εκπαίδευση. Δείχνει δηλαδή τον υπουργό Παιδείας, Κώστα Γραβρόγλου, και τον πρόεδρο του ΙΕΠ, Μάκη Κουζέλη. Αγαπητοί, έχετε αργήσει υπερβολικά στη μεταρρύθμιση του μαθήματος της Ιστορίας, ενώ το πόρισμα της επιτροπής βρίσκεται στα χέρια σας μήνες. Οι εκλογές πλησιάζουν και η μεταφορά του πνεύματος των Πρεσπών στην εκπαίδευση, στα προγράμματα, στα βιβλία, στη μετεκπαίδευση των διδασκόντων, για να γίνει, απαιτεί τιτάνια προσπάθεια.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 28/1/2019.