Τετάρτη, 12 Δεκέμβριος 2018

Η ασβεστόκτιστος χώρα

«Στην πολιτική», έλεγε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, «υπάρχουν πράγματα που λέγονται αλλά δεν γίνονται και πράγματα που γίνονται, αλλά δεν λέγονται». Η αφοπλιστική φράση ήταν συνάμα αφοριστική και, σαν τέτοια, απέκρυψε τα «πλούσια» κοιτάσματα του ελληνικού μεταπολεμικού πολιτικού φορτίου.

Το ερώτημα που αιωρήθηκε στο Κοινοβούλιο την περασμένη Τετάρτη, δηλαδή σκάνδαλο ή σκευωρία, δεν ήταν άλλο παρά ο ελληνικός τρόπος: ήτοι ανάπλαση του πρόσφατου και γνώριμου -άρα ενεργού- πλαισίου πολιτικών και ιδεολογικών συμφραζομένων που υπηρέτησαν την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική ατζέντα, επέδρασαν στον δημόσιο στίβο και, κυρίως, έστελναν στις καλένδες όλα τα πιεστικά, τα πολλά και ανοικτά θέματα.

Η όλη κατάσταση θύμιζε λίγο την κατανόηση του Εμμ. Ροΐδη: «Παρ' ημίν τα πάντα είναι ασβεστόχτιστα και χθεσινά. Τοιαύτη περίπου είναι και του σημερινού Ελληνος η διάνοια, η ολιγίστας έχουσα να συνδυάσει ιδίας αναμνήσεις και συγκινήσεις». Το «χθεσινά» είναι ένα διόλου κολακευτικό χαρακτηριστικό του ελληνικού συστήματος.

Το σχόλιο για την «ελληνική διάνοια», ενώ ταιριάζει γάντι στην πολιτική φιλοσοφία -αν είναι γνωστή σε όσους κάνουν τη δουλειά του πολιτικού πολλά χρόνια-, σίγουρα δεν έδωσε πολιτική απάντηση στην ιστορική, αλλά και πρόσφατη ραχοκοκαλιά χειροπιαστών αιτιοτήτων για όλα όσα έγιναν, για όλα όσα δεν έγιναν («αναμνήσεις») και για όλα όσα πρέπει να γίνουν ώστε η Ελλάδα να μην ξανανιώσει ποτέ τόσο... ασβεστόκτιστος χώρα!

Από τη «θεωρία του ελέφαντα και του ψύλλου» (όπου ο ψύλλος της υπόθεσης εκφράζει τον συνειδητό νου, τη δύναμη της λογικής και, με δυο λόγια, όλα όσα πιστεύουμε για τον εαυτό μας, ενώ ο ελέφαντας εκφράζει τον ασυνείδητο νου), μέχρι τη «θεωρία της αοράτου χειρός» (όπου υπάρχει μεν σκάνδαλο με τις πολυεθνικές και το πάρτι της φαρμακοβιομηχανίας εις βάρος της χώρας, αλλά υπάρχει σκευωρία κατά των πολιτικών αντιπάλων, εφόσον κάποιος υποστηρίζει ότι υπάρχει σκάνδαλο), η ιστορική αλαζονεία και η αμηχανία του ελληνικού συστήματος είναι έκδηλη.

Σαν από θαύμα εξαφανίστηκε από την κουβέντα ο ιστορικός μετεμφυλιακός διχασμός και το στήσιμο της κρατικής μηχανής εθνικοφρόνων, οι μύριες δυο ιστορικές κυβερνητικές πολιτικές που κατέληξαν σε εγχώριες καταστροφές: από «κόκκινους συμμορίτες», «ανώμαλες λύσεις» και «εκτροπές», σε προσπάθειες επίλυσης του «ελληνικού προβλήματος» με βήματα «προς την κατεύθυνση της ομαλοποιήσεως».

Λογικό ήταν να απουσιάζουν οι διάφορες εκδοχές για γεγονότα, όπως της Αποστασίας, του «ελεγχόμενου κοινοβουλευτισμού», του Πραξικοπήματος, της Δικτατορίας, της Μεταπολίτευσης κ.ά., γιατί -παρότι απούσες- είναι ενεργές και αποκαλύπτουν παγιωμένες αντιλήψεις και στάσεις από εκείνους που κλήθηκαν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Και τι έκαναν; Ταύτισαν τον εαυτό τους με τη χώρα, με τα συμφέροντά της, με τη δημοκρατική ομαλότητα και, άρα, οποιαδήποτε κουβέντα για το σκάνδαλο και την ελληνική χρεοκοπία, να ερμηνεύεται ως «νέος διχασμός» και ως δημοκρατική ή θεσμική εκτροπή.

Η πόλωση του πολιτικού τοπίου οφείλεται σε προνεωτερικές, νεωτερικές και μετανεωτερικές συνυπάρξεις πολιτικών, σε κόσμο που απειλείται εξίσου από την επιρροή του πολυεθνικού χρήματος και το άγος της ανάπτυξης μέσω ενάρετων δημοσιονομικών συμφώνων.

Τα πάντα κινούνται προς ένα σύστημα αλληλοεπικαλυπτόμενων ρόλων και ευθυνών, όπου κυβερνήσεις, πολιτικοί, θεσμοί και ιδιωτικός τομέας αλληλοεμπλέκονται, χωρίς όμως να έχει κανείς απολύτως τον έλεγχο των ασκούμενων πολιτικών επιλογών και αποφάσεων. Σε αυτήν την terra nullius (την επικράτεια του κανενός), η δεδομένη νεωτερική και μετανεωτερική -έμπειρη ως προς τούτο- πολιτική νομπιλιτέ της Ελλάδας βλέπει τον εαυτό της ως σωτήρα και αγαθοεργό παράγοντα, δίχως όμως να τον βλέπει ως μέρος του προβλήματος. Ενώ παραδέχεται την ύπαρξη σκανδάλου, δεν βλέπει ελκυστική τη διαδικασία διερεύνησης του σκανδάλου.

Εχουν ειπωθεί πάρα πολλά και έχει αναπτυχθεί αρκετά η επιχειρηματολογία εναντίον της πολιτικής θεωρίας που απεχθάνεται τα παράδοξα. Ομως, δεν έχει σχολιαστεί όσο θα έπρεπε η μεταπολιτική συναίνεση - η υβριδική κοινωνική θέσμιση του ελληνικού τρόπου στον οποίο η εξουσία και οι επιλογές της είναι ένας «χώρος κενός».

Το πρόγραμμα του Διαφωτισμού, χαρούμενα και με περισσή αισιοδοξία, είχε σπεύσει να καταδικάσει τις πολώσεις και τη βία. Αυτές οι συναινετικές απωθήσεις του πάθους (οι οποίες εξαιρούσαν τη λατρεία του χρήματος) ήταν αναγκαία προϋπόθεση, λ.χ. από την εποχή της «Εγκυκλοπαίδειας» του 18ου και 19ου αιώνα αλλά και του μύθου ενός κοινωνικού συμβολαίου, για να έχουν λούστρο διαφανούς επικοινωνίας οι αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των κοινωνών και των πολιτικών δρώντων, χωρίς να το κάνουν. Στην Ελλάδα, ιστορικά αυτός ο σχηματισμός με την εναλλαγή Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, κατόρθωσε να δώσει την εντύπωση ότι, χωρίς αντιπαράθεση, τα πράγματα μπορούν να οδηγηθούν σε κατάσταση κατευνασμού και συμφιλίωσης.

Ιδού ο πάγκος με τις ευκαιρίες: η έκπτωση της πολιτικής σε άνευρη διαδικασία επικύρωσης των επιταγών της αγοράς, όπου «προς όφελός τους» και με δικά τους χρήματα τα θύματα πληρώνουν σήμερα τις συνταγές της εθνικής και προσωπικής τους δυστυχίας. Τελικά, «τίς πταίει δια την μοιραίαν αυτών καταστροφήν;».

Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 23/2/2018.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση