Δευτέρα, 10 Δεκέμβριος 2018

Ομιλία Ν. Μαραντζίδη. Σημεία για την προοδευτική πολιτική στην Ελλάδα του 21ου αιώνα

1. Ο αργός θάνατος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Το 1989 θρυμματίστηκε μεσα στον εκκωφαντικό θόρυβο που κάνει ένα τείχος όταν καταρρέει, μια ιδέα που έκλεινε ακριβώς 200 έτη ζωής: «όποιος κατακτήσει την κρατική εξουσία μπορεί να αλλάξει τον κόσμο».

Η ιδέα αυτή επηρέασε τον σύνολο της πολιτικού φάσματος, αλλά δαιμόνισε την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια αριστερά. Μπορεί οι μπολσεβίκοι να υπήρξαν οι πιο κυνικοί και αποτελεσματικοί προωθητές της, όμως και πολλοί σοσιαλιστές οραματίστηκαν «να σαρώνουν το παρελθόν» όπως ο ύμνος της διεθνούς που τραγούδησαν όλοι τους προέταζε.

Η σοσιαλδημοκρατία είναι πλέον παρωχημένη. Απηχεί άλλον αιώνα και άλλες συνθήκες ζωής και εργασίας. Δημιουργήθηκε στο απόγειο της βιομηχανικής επανάστασης και του εθνικού κράτους μέσα στο κόσμο της βαριάς βιομηχανίας και των αλυσίδων παραγωγής και εξέφρασε έναν ιστορικό συμβιβασμό: την αναγνώριση από τη μια, πως ο καπιταλισμός είναι το μόνο αξιόπιστο μέσο παραγωγής πλούτου αλλά από την άλλη την αντιμετώπιση του ως ηθικά ελαττωματικού καθώς αυτός συνδέεται με τη δομική ανισότητα και τη φτώχεια. Η σοσιαλδημοκρατία θεώρησε πως τα ελαττώματα του καπιταλιστικού συστήματος μπορούν να διορθωθούν από το έθνος-κράτος μέσα από μία διαδικασία οικονομικής και κοινωνικής μηχανικής στα πλαίσια της φιλελεύθερης δημοκρατίας που αέναα θα μετασχηματιζόταν. Η σοσιαλδημοκρατία συνέδεσε την επιτυχία της με την οικονομική και πολιτική επιτυχία του έθνους-κράτους και την ικανότητα του τελευταίου να ορίζει την τύχη των πολιτών του μέσα στα σύνορα του.

Η σοσιαλδημοκρατία αργοπεθαίνει λοιπόν. Οι αιτίες για αυτόν τον αργόσυρτο θάνατο είναι πολλές και έχουν συστηματικά αναλυθεί (Μοσχονάς): α) συρρίκνωση της κοινωνικής βάσης, της βιομηχανικής εργατικής τάξης, β) ανάδυση νέων κομμάτων με φρέσκια ιδεολογική «μεταυλιστική» ατζέντα και ιδιαίτερη απήχησησε νέους (πχ Πράσινοι, Αριστεροί φιλελεύθεροι ή εναλλακτικοί και Ριζοσπάστες της Αριστεράς) ή οικειοποίηση ενός τμήματος της απογοητευμένης από τις επιδόσεις της εκλογικής βάσης από τους εθνολαϊκιστές της δεξιάς γ) αδυναμία πειστικής οικονομικής πολιτικής λόγω της δυναμικής της παγκοσμιοποίησης,

Πλέον, οι σοσιαλιστές δείχνουν να μην διαθέτουν καμιά συγκεκριμένη ιδέα ποια στρώματα θέλουν να εκφράσουν και ποια κατεύθυνση θέλουν να ακολουθήσουν. Όταν κινούνται δεξιά, ως σώφρονες διαχειριστές, δεν μπορείς να τους ξεχωρίσεις από τους κεντροδεξιούς, και όταν μετακινούνται αριστερά για να εκφράσουν τους φτωχούς ή τους αποκλεισμένους τότε υιοθετούν ρητορικές της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Αρκετοί σοσιαλδημοκράτες αντιλαμβανόμενοι την παγκοσμιοποίηση ως τη βασική αιτία της ήττας τους επιθυμούν να επιστρέψουν πίσω στην αγκαλιά του έθνους- κράτους και να αποκαταστήσουν την ισχύ του. Πρόσφατα τέτοιες πολιτικές εναντίον της παγκοσμιοποίησης και «κλεισίματος του ματιού» στα κλειστά εθνικά σύνορα εμφανίστηκαν σε διάφορα κόμματα της κεντροαριστεράς στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Αυτή η εποχήέχει παρέλθει για πάντα. Όποιος δεν το αντιλαμβάνεται απλώς ρίχνει νερό στο μύλο μιας αντιδραστικής και νατιβιστικής δεξιάς που εμφανίζεται ολοένα και πιο απειλητική παντού στην Ευρώπη.

2. Το δυνατό κύμα της ριζοσπαστικής αριστεράς

Αν η σοσιαλδημοκρατία παρακμάζει αργά αλλά σταθερά, η ριζοσπαστική αριστερά που εμφανίστηκε ως τσουνάμι στο πολιτικό προσκήνιο μετά το 2008 φαίνεται πως ταρακούνησε το σύστημα. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στην κληρονομιά της ριζοσπαστικής αριστεράς, στον επαναστατικό της χαρακτήρα και στη βαθιά της πίστη πως θα αλλάξει ριζικά τον κόσμο. Η κληρονομιά του 1917 παρά την τραγωδία του «κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού» είναι υπαρκτή στο νέο ριζοσπαστισμό. Η πραγματική δύναμη των ζηλωτών δεν είναι πως πιστεύουν τα όνειρα τους, αλλά πως κάνουν τους αντιπάλους τους να τα πιστεύουν και αυτοί ως εφιάλτες βέβαια.

Στην πραγματικότητα η ριζοσπαστική αριστερά διεθνώς, αλλά και στη χώρα μας, δείχνει και αυτή να έχει χάσει την ορμή της και κυρίως τη βασική της πυξίδα.

Παρά το γεγονός πως η κριτική της στην παγκοσμιοποίηση και στον καπιταλισμό ήταν στενότερα δεμένη με την ριζοσπαστική επαναστατική κληρονομιά του 19ουαιώνα και αυτή φαίνεται να τρώει τα μούτρα της. Στην Ελλάδα ή αλλού, οι ριζοσπάστες της αριστεράς ορθώς επισημαίνουν κάποια από τα προβλήματα και τις αδυναμίες του συστήματος αλλά όταν κλήθηκαν να τα θεραπεύσουν, στην καλύτερη περίπτωση οι συνταγές τους ήταν αντιγραφές μιας ήπιας σοσιαλδημοκρατίας (κι αυτό όχι λόγω μνημονίου).

Στην πραγματικότητα, η ριζοσπαστική αριστερά απέτυχε στο ίδιο πεδίο που αποτυγχάνει η σοσιαλδημοκρατία αλλά περισσότερο παταγωδώς και σπασμωδικά καθώς δεν έχει εμπειρία της εξουσίας και κουλτούρα συμβιβασμού: στην αδυναμία της να διαχειριστεί τους υπερεθνικούς, παγκόσμιους ουσιαστικά μηχανισμούς που προσδιορίζουν σήμερα το διεθνές οικονομικό σύστημα.

Το πρόβλημα της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι ουσιαστικά το ίδιο με αυτό της σοσιαλδημοκρατίας: επιλέγει να αναμετρηθεί στο λάθος γήπεδο, με τα λάθος εργαλεία: στο γήπεδο της εθνικής πολιτικής, τη στιγμή που το αποτέλεσμα διαμορφώνεται στο διεθνές πεδίο. Έχει όμως ένα πλεονέκτημα σε σχέση με την σοσιαλδημοκρατία: σκέφτεται καθολικά, παγκόσμια!

3. Οι νέοι στόχοι: χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις, παγκόσμια ευέλικτη δημοκρατία, επαναπροσδιορισμός της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη

Ο θάνατος του έθνους-κράτους δεν υποδηλώνει το θάνατο της πολιτικής, υποδηλώνει το θάνατο της πολιτικής μέσα στα ξεπερασμένα πλαίσια της εθνικής πολιτικής. Πρέπει λοιπόν να εφεύρουμε πολιτικές μορφές ικανές να λειτουργήσουν σε παγκόσμιο επίπεδο. Κατ' επέκταση τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα πρέπει να συμπληρωθούν από παγκόσμιους δημοσιονομικούς κανονισμούς και προφανώς και από διακρατικούς πολιτικούς μηχανισμού επίσης. Η παγκοσμιοποίηση είναι μεν εκθαμβωτική, αλλά είναι σήμερα επικίνδυνα ανολοκλήρωτη. Για να υπηρετήσει την ανθρώπινη κοινότητα πρέπει να υποταχθεί σε εξίσου εντυπωσιακές πολιτικές υποδομές που προς το παρόν δεν έχουμε συλλάβει. Συμφωνώντας απολύτως με τον ινδο-βρετανό συγγραφέα Rana Dasgupta τρεις δείχνουν να είναι οι προτεραιότητες για μια προοδευτική πολιτική στον 21ο αιώνα:

Ο πρώτος στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από την παγκόσμια χρηματοοικονομική ρύθμιση.Οι σημερινοί μεγάλοι μηχανισμοί δημιουργίας πλούτου διανέμονται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγουν τα εθνικά φορολογικά συστήματα. Πολλές εθνικές κυβερνήσεις εποικίζονται από συμφέροντα πολυεθνικών που αναζητούν διαρκώς φορολογικού παραδείσους. Η πρόσφατη υπόθεση της κυβέρνησης Ρούτε με την Unilever ή για να έρθω στα δικά μας η υπόθεση με την εκτίναξη της ιατροφαρμακευτικής δαπάνης κατά τα έτη 2004-2009 και η υπόθεση Νοβάρτις αποτελούν είναι μικρά δείγματα. Το 94% των ταμειακών αποθεμάτων της Apple (250b) κρατούνται σε offshores. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να δεχθούμε πως τεχνικά η παγκόσμια ρύθμιση είναι αδύνατη. Η ιστορία του έθνους-κράτους συνιστά μια διαρκής φορολογική καινοτομία και η επόμενη τέτοια καινοτομία οφείλει να είναι διακρατική: πρέπει να δημιουργήσουμε συστήματα για την παρακολούθηση των διεθνικών ροών χρήματος και να μεταφέρουμε ένα μέρος αυτών σε δημόσιους διαύλους.Χωρίς αυτή τη ρύθμιση, η πολιτική μας υποδομή θα συνεχίσει να γίνεται όλο και περιττή στην πραγματική υλική ζωή.

Κατά τη διαδικασία αυτή πρέπει επίσης να σκεφτούμε σοβαρότερα την παγκόσμια ανακατανομή: όχι την παροχή βοήθειας στους φτωχούς, αλλά τη συστηματική μεταφορά πλούτου από πλούσιους σε φτωχούς για τη βελτίωση της ασφάλειας όλων, και της παγκόσμιας κοινωνικής συνοχής όπως συμβαίνει στις εθνικές κοινωνίες.

Ο Δεύτερος στόχος είναι αυτός που θα ονομάζαμε παγκόσμια ευέλικτη δημοκρατία. Καθώς τα νέα τοπικά και διακρατικά πολιτικά ρεύματα γίνονται ισχυρότερα, το άκαμπτο μονοπώλιο του έθνους-κράτους στην πολιτική ζωή καθίσταται ολοένα και πιο αδύναμο. Τα έθνη πρέπει να ενταχθούν σε μεγαλύτερες στοίβες άλλων σταθερών, δημοκρατικών δομών. Η ΕΕ είναι το πιο σημαντικό, και από πολλές απόψεις επιτυχημένο πείραμα προς αυτήν την κατεύθυνση, παρά το δημοκρατικό έλλειμμα που ακόμη τη χαρακτηρίζει. Όμως «η ΕΕ δεν αποτελεί απλώς «το πιο πρόσφορο πεδίο της πάλης, ταξικής και πολιτικής». Η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων και κεφαλαίων εκδημοκρατίζει την οικονομική ευκαιρία μέσα στην Ευρώπη. Επιπλέον η Ευρώπη των περιφερειών θα συμβάλει να ηρεμήσουν οι εθνικές αναταράξεις σε περιοχές όπως η Ισπανία για παράδειγμα.

Τρίτος στόχος:πρέπει να βρούμε νέες αντιλήψεις και νέες νομικές λειτουργίες για την ιδιότητα του πολίτη. Η ιθαγένεια είναι αρχέγονη μορφή αδικίας στον κόσμο. Λειτουργεί ως ακραία μορφή κληρονομούμενης περιουσίας και, όπως και άλλα συστήματα στα οποία το κληρονομικό προνόμιο είναι συντριπτικά καθοριστικό, προκαλεί ελάχιστη υπακοή σε όσους δεν κληρονομήσουν τίποτα. Πολλές χώρες έχουν καταβάλει προσπάθειες, μέσω της κοινωνικής και εκπαιδευτικής πολιτικής, να εξουδετερώσουν τις συνέπειες των τυχαίων πλεονεκτημάτων όπως η γέννηση. Όμως παγκοσμίως, το 97% της ιθαγένειας κληρονομείται, πράγμα που σημαίνει ότι οι ουσιαστικοί ορίζοντες της ζωής σε αυτόν τον πλανήτη έχουν ήδη καθοριστεί κατά τη γέννηση.

4. Το μέλλον τηςπροοδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα:φτωχοί όλων των ηλικιών και νέοι όλων των εισοδημάτων ενωθείτε!

Πρέπει να οικοδομηθεί μια νέα προοδευτική συμμαχία.Στην πραγματικότητα αυτή η νέα κοινωνική συμμαχία απηχεί τους προοδευτικούς στόχους μιας προοδευτικής στρατηγικής σε ένα κόσμο που αλλάζει. Από τη μια να προστατευθούν οι φτωχοί πληθυσμοί και από την άλλη να απελευθερώσουμε τη δυναμική που φέρνουν οι νέοι άνθρωποι. Στην πράξη ο κοινός παρονομαστής είναι το βασικό εγγυημένο εισόδημα και οι πολιτικές που ευνοούν την νεανική επιχειρηματικότητα και εργασία. Η προσέλκυση νέων ανθρώπων (μέσω και της διεύρυνσης του δικαιώματος ιθαγένειας) αποτελεί προτεραιότητα για την προοδευτική πολιτική, αλλιώς το μέλλον της πολιτικής σε ένα κόσμο που καθορίζεται από όσους είναι 50+ είναι προδιαγεγραμμένο .

Δεν είναι ανάγκη οι ίδιοι φορείς να εκφράζουν και τους φτωχούς και τους νέους χρειάζεται να γίνει η εκπροσώπηση αυτών των κοινωνικών ομάδων συγκλίνουσα και όχι αποκλίνουσα.Σσιαλδημοκράτες και στυλ (oldfashionκαι πρώην ριζοσπάστες), Πράσινοι, εναλλακτικοί, προοδευτικοί μπορούν να βρουν κοινές πολιτικές πλατφόρμες.

Και εδώ ερχόμαστε στα πολιτικά μας εργαλεία.

5. Τα θεσμικά εργαλεία της προοδευτικής πολιτικής για την Ελλάδα: Θέσπιση της «Απλής Αναλογικής» τώρα και εισαγωγή μορφών άμεσης δημοκρατίας.

Εδώ και αρκετά χρόνια υποστηρίζω πως αν θέλουμε να ανανεώσουμε την πολιτική ζωή οφείλουμε: α) να εισάγουμε την απλή αναλογική (ιδιαίτερα στην γερμανική εκδοχή, δηλαδή με πλαφόν 4 ή 5% για να μην δύνανται να αναπτύσσονται εύκολα τουλάχιστον «κόμματα του χαβαλέ» και «κόμματα ολιγαρχών») β) να εισάγουμε μορφές άμεσης δημοκρατίας.

Ο δικομματισμός της μεταπολίτευσης έχει πια τελειώσει και πρέπει να ξανασκεφτούμε τις προοπτικές της δημοκρατίας στη χώρα μας. Οι επιλογές που έχουμε τώρα είναι δύο: είτε να ακολουθήσουμε την οδό της πόλωσης που μπορεί να μας οδηγήσει σε νέες περιπέτειες, είτε να αναζητήσουμε τις μεθόδους για συναινετικές λύσεις. Προφανώς «με πρόσημο», αλλά συναινετικές και ευέλικτες.Αν επιθυμούμε το δεύτερο, είναι απαραίτητη η άμεση υιοθέτηση του αναλογικού εκλογικού συστήματος που να ισχύει από τις επόμενες εκλογές.

Η αναλογική δεν φτάνει όμως. Χρειαζόμαστε νέα θεσμικά εργαλεία από το χώρο της άμεσης δημοκρατίας: δημοψηφίσματα και τον θεσμό της ανάκλησης.

Η συζήτηση γύρω την άμεση δημοκρατία εμπεριέχει πολλές παρεξηγήσεις και συγχύσεις. Πρέπει να αποσαφηνιστεί και να υπογραμμιστεί εκ των προτέρων κάτι θεμελιώδες ως προς τη συζήτηση για την εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας: ο όρος δεν υποδηλώνει την κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά μία συμπληρωματική διαδικασία, μια μορφή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που εκχωρεί στους πολίτες σημαντικό χώρο συμμετοχής μέσα στη νομοθετική πρακτική. Η άμεση δημοκρατία δεν προϋποθέτει την κατάργηση των επιπέδων αντιπροσώπευσης ή την εξάλειψη των πολιτικών κομμάτων ως οργανώσεων παραγωγής και μετάδοσης πολιτικών ιδεολογιών, αξιών, και θέσεων πάνω στη χάραξη δημοσίων πολιτικών.

Το ελβετικό παράδειγμα μας διδάσκει πολλά. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ελβετικής πολιτικής ζωής που αποτελεί άμεση συνέπεια των εκτεταμένων πρακτικών Άμεσης Δημοκρατίας, είναι η αποδραματοποίηση των εθνικών εκλογών, η πρόσληψη από τους πολίτες των εθνικών εκλογών ως μικρότερης σημασίας συγκριτικά με τη σημασία που τους αποδίδεται σε άλλες χώρες. Αυτό βέβαια οφείλεται στη πεποίθηση των πολιτών πως οι αποφάσεις της κυβέρνησης εξισορροπούνται από τους θεσμούς Άμεσης Δημοκρατίας. Γενικότερα το βασικό πλεονέκτημα του συστήματος της ελβετικής Άμεσης Δημοκρατίας είναι η δυνατότητα της λαϊκής αντίθεσης να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή. Αυτό όμως δεν σημαίνει, πως η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο εμποδίζονται να κυβερνούν και να νομοθετούν.

Ας μην κρυβόμαστε όμως πίσω από το δάχτυλό μας. Το πιο βασικό επιχείρημα εναντίον της Άμεσης Δημοκρατίας βρίσκεται βαθιά κρυμμένο σε μια εμπεδωμένη αριστοκρατική, εντέλει αντιδραστική αντίληψη πολιτικής λειτουργίας, όχι πολύ μακριά από την επιχειρηματολογία όσων τον 19ο αιώνα αντιτίθονταν στο δικαίωμα καθολικής ψήφου: στη πεποίθηση πως ο μέσος άνθρωπος δεν έχει ούτε τις γνώσεις ούτε και το χρόνο να αφιερώσει σε σύνθετα πολιτικά θέματα∙ πως οι πολιτικές αποφάσεις αφορούν επαγγελματίες καθώς, εντέλει, ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική ως διαδικασία αλλά μόνο ως αποτέλεσμα.

Ο κόσμος μας αλλάζει ραγδαία. Ταυτόχρονα, συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τα παλιά εργαλεία και κυρίως τα παλιά μυαλά για να αντιμετωπίσουμε νέα πολύπλοκα προβλήματα. Η προοδευτική πολιτική καλείται να αντιμετωπίσει αυτόν το νέο κόσμο, έχοντας γνώση από τη μια της νέας παγκόσμιας συνθετότητας αλλά φέρνοντας τις δικές της αξίες. Στην πραγματικότητα, το αίτημα να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο που ζούμε παραμένει επίκαιρο.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση