Κυριακή, 16 Δεκέμβριος 2018

Ημέρες εθνικού πένθους...ως θέαμα

Την Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018, πάνω από καπνούς και στάχτες, ξεκίνησε από το πρωί η προπαγάνδα, η εργολαβία του μαζικού ντρεσαρίσματος. «Ξημερώνει δύσκολη μέρα για την κυβέρνηση...» ήταν το βασικό σχόλιο τηλεοπτικού σταθμού, «πρέπει να παραιτηθεί η κυβέρνηση...».

Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε πως από ημέρα της Δημοκρατίας μιλούσαμε για ημέρα εθνικού πένθους αφού, έως το βράδυ, οι νεκροί ήταν εβδομήντα έξι (το επόμενο πρωί της Τετάρτης έφτασαν τους ογδόντα), οι τραυματίες πολύ περισσότεροι από τους εκατόν πενήντα, με δεκάδες αγνοούμενους, δεδομένα που θεμελιώνουν -θεωρητικά- απουσία ετοιμότητας και προστατευτικών πολιτικών.

Σε μια κοινωνία ήδη εξασθενημένη από την οικονομική κρίση, την ηθική και τη δημοσιονομική φτώχεια, ήρθε να προστεθεί, για πολλοστή φορά, το φορτίο του θανάτου.

Ομως, το τραγικό της υπόθεσης δεν περιορίζεται στον αριθμό των θανόντων. Είναι η μετατροπή του θανάτου σε θέαμα. Γιατί είναι άλλο πράγμα η δουλειά των σωστικών συνεργείων και των ειδικών και άλλο το οπτικοποιημένο κυνήγι του θανάτου μέσω της παρακολούθησης των προσπαθειών εντοπισμού και διάσωσης ζώντων ή εντοπισμού πρόσθετων νεκρών σε 24ωρο εύρος.

Το τελευταίο οδηγεί σίγουρα στην αδυναμία της αναστοχαστικής σιωπηλής βίωσης αυτού που λέμε «εθνικό πένθος». Το χειρότερο είναι η αδυναμία διατύπωσης μιας απάντησης στα πολλά «γιατί και πώς» και, το ακόμα χειρότερο, η αδυναμία ανάπτυξης μηχανισμών πρόληψης, χειρισμού των μελλοντικών καταστροφών και άμβλυνσης των τραυμάτων τους.

Η μεγάλη κοινωνική μερίδα παρακολουθώντας την καταστροφή στους «τηλεμαραθώνιους ενημέρωσης», πίσω από το αίσθημα ασφάλειας του ιδιωτικού χώρου, πενθεί χωρίς να αφήνεται να πενθήσει. Γιατί ο πόνος ως εμπόρευμα καταπονεί και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ογκούμενη αλληλεγγύη.

Χρόνια πριν, στις 24 Ιουλίου του 1974, με την τραγωδία της Κύπρου, ίσχυαν περίπου τα ίδια. Τα ξημερώματα εκείνης της ημέρας, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων της καταρρέουσας χούντας και του αστικού πολιτικού κόσμου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε ορκιστεί πρωθυπουργός, ανοίγοντας την εποχή της Μεταπολίτευσης ή αλλιώς της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Και για να μην ξεχνιόμαστε, η μεταβολή εκείνη είχε σχεδόν προαναγγελθεί από τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος, δύο μέρες πριν, είχε μιλήσει για «... επικείμενη πολιτική αλλαγή στην Αθήνα».

Ομως, για την επερχόμενη καταστροφή της 24ης Ιουλίου 2018 και τις νέες ημέρες εθνικού πένθους δεν υπήρξε καμία προειδοποίηση. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού ουδέποτε είδαμε ότι οι προαναγγελίες είχαν ήδη γίνει σε όλες τις προηγούμενες τραγωδίες; Αν υποθέσουμε ότι είχε ναρκωθεί τότε η δημοκρατία μέσω πολιτικών ηρεμιστικών τη στιγμή που θα έπρεπε ν' αρχίσει η συζήτηση για την εδραίωσή της, το ίδιο ναρκώνεται ο πόνος και το πένθος, το ίδιο μπλοκάρεται η σκέψη για τον πόνο τη στιγμή που θα έπρεπε ν' αρχίσει πραγματικά.

Μήπως ο χαρακτήρας της μεταπολίτευσης, όσο κι αν δεν αρέσει σε αρκετούς, επέτρεψε την επίπλαστη ευημερία, τις νομιμοποιήσεις, τις οικοπεδοποιήσεις, τις αυθαιρεσίες, τα «αναπτυξιακά» δημοσιονομικά ελλείμματα, την αδιαφάνεια, τη διαπλοκή, τα χρέη, την αδυναμία αποπληρωμής, τη χρεοκοπία, τον πόνο, αλλά και τις προηγούμενες τραγωδίες;

Πέρυσι, ημέρες του Δεκαπενταύγουστου του 2017, από την ίδια στήλη, με αφορμή τις πυρκαγιές στον Κάλαμο, τα παραπάνω είχαν επισημανθεί χωρίς να αλλάξει κάτι. Οπως και σήμερα, έτσι και τότε είχαν υπερσχολιαστεί τα πάντα: είχαμε μάθει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες πώς διασχίζει η φωτιά τις εθνικές οδούς, πώς καίγεται το πεύκο και πώς το αυτοκίνητο κ.λπ.

Δεν είχαμε δώσει καμία απάντηση για την ποιότητα της δημοκρατίας μας ως επιλογής, για την προστασία των κοινόκτητων πόρων, του περιβάλλοντος∙ δεν είχαμε μιλήσει για σεβασμό στους κανόνες και τον συνάνθρωπο, για ρυθμιστικές αδυναμίες, για δυνητικές αλλαγές. Ούτε είχαμε απαντήσει σε μύρια ερωτήματα σχετικά με τις συνέπειες της επιλογής μας ανάμεσα σε ένα ατομικιστικό μοντέλο ευτυχίας και σε ένα περισσότερο κοινοτιστικό-συλλογικό μοντέλο.

«Γιατί στους παραθεριστικούς οικισμούς υπάρχουν τόσο στενοί δρόμοι που εμποδίζουν τα σωστικά μέσα στην κατάσταση ανάγκης; Πώς μερικές πολυόροφες ιδιοκτησίες βρέθηκαν καταμεσής του δάσους; Πώς εξηγείται το παράδοξο να θέλουμε -πολλοί μάλιστα πλήρωσαν γι' αυτό- την απουσία του κράτους και των ελεγκτικών μηχανισμών όταν χτίζουμε τις περιουσίες μας, αλλά να θέλουμε την παρουσία των κράτους και των σωστικών μηχανισμών όταν καίγονται οι περιουσίες μας;»

Είχαμε τονίσει ότι η πρωτιά της Ελλάδας στις παραβιάσεις των περιβαλλοντικών κανόνων, η έκταση και οι οικονομικές συνέπειες του περιβαλλοντικού εγκλήματος, η αδιαφάνεια και οι νομοθετικοί στροβιλισμοί εμβόλιμων φωτογραφικών διατάξεων εξυπηρέτησης συμφερόντων και η διαρκής προσπάθεια νομιμοποίησης βεβαιωμένων παρανομιών και άλλα συνήθη, μαζί με τις ευρείες συσκέψεις των αρμόδιων φορέων και παραγόντων για αναγκαίες δράσεις και θλιβερές αποτιμήσεις, δείχνουν για πολλοστή φορά ότι, στο τέλος, ο γυμνός άνθρωπος και το περιβάλλον, ως μη όφειλαν, παραμένουν οι κρίσιμοι παρίες της υπόθεσης. Θλίψη μόνο. Τι 'χες Γιάννη; Τι 'χα πάντα!

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 27/7/2018. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση