Δευτέρα, 13 Ιούλιος 2020

Η επάνοδος στην εργασία μετά τον καρκίνο

Η επάνοδος των εργαζομένων στην εργασία μετά τον καρκίνο είναι ένα θέμα με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία που θα απασχολεί ολοένα και περισσότερο τους εργαζομένους, τις επιχειρήσεις και την πολιτεία.

Το ανθρώπινο δυναμικό περιλαμβάνει όλο και περισσότερους ανθρώπους που έχουν νοσήσει ή νοσούν από καρκίνο. Η υποστήριξη των συνανθρώπων μας κατά την επάνοδο στην εργασία τους ενέχει, πλέον, ένα σημαντικό διακύβευμα για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού κάθε χρόνο οι διαγνώσεις νέων περιστατικών καρκίνου στην Ευρώπη ανέρχονται σε 3,4 εκατομμύρια. Περίπου το ήμισυ των ατόμων που διαγιγνώσκονται με καρκίνο βρίσκεται σε ηλικία εργασίας, δηλαδή, ένας στους δύο από εμάς θα αντιμετωπίσουμε έμμεσα ή άμεσα μια διάγνωση καρκίνου, είτε στη διάρκεια της ζωής μας, είτε στον ευρύτερο οικογενειακό μας κύκλο. Την ίδια στιγμή, οι θεραπείες και τα ποσοστά επιβίωσης έχουν βελτιωθεί, καθώς ο καρκίνος μετατρέπεται σταδιακά σε μια χρόνια πάθηση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις -όπως η έγκαιρη διάγνωση- αποκτά ιάσιμη μορφή.

Για αυτούς τους λόγους και επειδή οι περισσότεροι από εμάς σίγουρα θα εργάζονται περισσότερα χρόνια, η επάνοδος στην εργασία ενός εργαζόμενου με καρκίνο θα γίνει μια κοινή εμπειρία για τα στελέχη των επιχειρήσεων και μάλιστα, μία από τις δυσκολότερες στη διαχείρισή τους.

Μία περίπλοκη και πολυεπίπεδη διαδικασία

Οι επιπτώσεις του καρκίνου και της θεραπείας του μπορεί να επηρεάσουν όλες τις πτυχές της ανθρώπινης υγείας και ευεξίας, συμπεριλαμβανομένων σωματικών, ψυχολογικών και νοητικών συμπτωμάτων, όπως αναφέρεται σε συμπεράσματα της βρετανικής ΜΚΟ Macmillan και της κοινωνικής εταιρείας Working with Cancer. Οι επιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι είτε βραχυπρόθεσμες, είτε μακροπρόθεσμες. Η ανάκαμψη από τον καρκίνο δεν είναι γραμμική διαδικασία και συνήθως διαρκεί αρκετά περισσότερο από 12 μήνες.

Η ανεπαρκής κατανόηση του αντίκτυπου του καρκίνου και οι δυσκολίες που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι καρκινοπαθείς εργαζόμενοι, όσον αφορά την εξισορρόπηση των απαιτήσεων εργασίας και θεραπείας, καθώς και η αναποτελεσματική επικοινωνία με τον προϊστάμενο ή τον εργοδότη, είναι παράγοντες που συχνά προκαλούν τριβές στο περιβάλλον εργασίας και μπορούν να τους οδηγήσουν σε μια επαναξιολόγηση των προσδοκιών τους για τη ζωή και την εργασία και, κατ' επέκταση, να αποτρέψουν την επιστροφή σε αυτήν.

Αναλύσεις διεθνών μελετών από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και άλλες χώρες έδειξαν ότι το ποσοστό ανεργίας μετά από καρκίνο αυξάνεται και μάλιστα, όσον αφορά στις γυναίκες που έχουν νοσήσει από καρκίνο του μαστού, το ποσοστό είναι υψηλότερο από ό, τι μετά από άλλες μορφές καρκίνου - 35,6% και 31,7% αντίστοιχα (WHO, Guide to Cancer Early Diagnosis). Επιπλέον, ένας σημαντικός αριθμός από τις γυναίκες που πέτυχαν να επιστρέψουν στην εργασία τους, βιώνουν έλλειψη υποστήριξης από τους συναδέλφους ή τον εργοδότη τους και διακρίσεις, καθώς στιγματίζονται μετά τον καρκίνο, με μείωση των ευθυνών τους, στασιμότητα μισθού ή/και ανακοπή της εξέλιξης της σταδιοδρομίας τους. Δυστυχώς, σε πολλές άλλες περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι καρκινοπαθείς απολύονται εξαιτίας της ασθένειάς τους.

Επίσης, δεν υπάρχει ευρωπαϊκό ή εθνικό νομοθετικό πλαίσιο που να προστατεύει τα δικαιώματα των καρκινοπαθών και των επιζώντων στην εργασία. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η δυσκολία παραμονής ή εύρεσης εργασίας εξακολουθεί να είναι τεράστιο θέμα.

Πράγματι, πολλά εμπόδια, που ξεκινούν από τη διάγνωση και τις μακρόχρονες περιόδους αναρρωτικής άδειας και συνεχίζονται με τους λειτουργικούς περιορισμούς, καθιστούν δυσκολότερο για τους ασθενείς και τους επιζώντες να παραμείνουν ή να εισέλθουν ξανά στην αγορά εργασίας.

Αυτό το θέμα γίνεται ολοένα οξύτερο που σημαίνει ότι οι πολιτικές επανόδου στην εργασία είναι κρίσιμης σημασίας για να κρατήσουν οι επιχειρήσεις τους εργασιακούς χώρους βιώσιμους.

Τί μπορεί να γίνει; Και μάλιστα, χωρίς ιδιαίτερο κόστος;

Πρώτο και κυριότερο είναι η ανάγκη συνεργασίας των επιχειρήσεων με τους ενδιαφερομένους. Οι περισσότερες επιχειρήσεις, όταν εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο καρκίνος εντάσσεται στην στρατηγική ευημερίας του οργανισμού τους (Workplace Wellbeing), εστιάζουν κυρίως στην ενημέρωση, στην πρόληψη και στην έγκαιρη διάγνωση, παρέχοντας τη δυνατότητα για διαγνωστικές εξετάσεις στο προσωπικό, αλλά και στην ευαισθητοποίηση για την αναγνώριση των συμπτωμάτων του καρκίνου. Τέτοιες πρωτοβουλίες και ενέργειες είναι εξαιρετικά σημαντικές και πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στην στρατηγική τους. Αλλά τι γίνεται με τους εργαζόμενους που έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο και θέλουν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην εργασία τους; Πώς μπορούν οι επιχειρήσεις να διασφαλίσουν ότι η στρατηγική τους για την ευημερία λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες τους;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό HR Professional στις 21/2/2020. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση