Κυριακή, 19 Νοέμβριος 2017

Σε μερικά δεν απαντά η Σοσιαλδημοκρατία

Εάν η ευημερία συνδέεται με επίλυση προβλημάτων, τότε το βασικό ερώτημα είναι τo είδος του οικονομικού συστήματος που –με δημοκρατικές ωθήσεις– θα λύσει τα προβλήματα, για τους περισσότερους, το γρηγορότερο δυνατό.

Η Ελλάδα έχει τέτοια επείγουσα ανάγκη. Υπάρχουν στην ιστορική εμπειρία αποδεικτικά πολιτικών που, όταν δεν είναι αυτοαναφορικές και αυτοθαυμαζόμενες, που όταν –αντίθετα– είναι στραμμένες σε προβλήματα που απασχολούν την πλειονότητα, συμβάλλουν καλύτερα στην επίτευξη υψηλών προτύπων και αποτελεσματικότερων δεικτών ζωής. Λόγου χάρη, αν σήμερα φθίνει η επιρροή της ευρωπαϊκής ιδέας, αυτό οφείλεται ακριβώς στην απουσία τέτοιων πολιτικών.

Επιπλέον, υπάρχει η επίγνωση πως οι πολιτικές δυνάμεις στον πραγματικό κόσμο δεν είναι τα απλά μηχανιστικά συστήματα που πετάγονται από εργαστήρια πολιτικών στοχαστών. Πολύ δε περισσότερο, δεν είναι δυνάμεις που κατασκευάζονται σε γραφεία δημοσκόπων, ευφάνταστων διαφημιστών και ανόητων του πολιτικού μάρκετινγκ. Θα πρέπει να τα φανταστούμε σαν μάλλον πολύπλοκα, προσαρμοστικά κοινωνικά-πολιτικά συστήματα που κάνουν επιλογές, που παίρνουν θέση πάνω στα σημαντικά εγχώρια, περιφερειακά και υπερεθνικά-παγκόσμια ζητήματα.

Στην ευρωπαϊκή εμπειρία, το «ποτέ ξανά» στη φρικωδία του πολέμου και της μεσοπολεμικής Μεγάλης Κρίσης οδήγησε σε συναινέσεις. Σημειώστε, και σε ταξικές συναινέσεις, με τις οποίες ξεπεράστηκαν πολλά στοιχεία της προπολεμικής δυσανεξίας. Και ο ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που –σε πολλές χώρες– βρέθηκαν στην εξουσία ήταν μεγάλος.

Το υπόδειγμα αυτό της συναίνεσης, ήδη από τη δεκαετία του '80, κατηγορήθηκε ως αντιπαραγωγικό και επικίνδυνο. Η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία στον 21ο αιώνα στράφηκε σε πολιτικές νεοφιλελεύθερης κοπής και νεοσυντηρητισμού.

Κράτησε την εξουσία, αλλά ωσάν να όφειλε να εκπληρώσει συμβόλαια νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού. Το αποτέλεσμα: στα χρόνια της ευρωπαϊκής κρίσης, εξαερώθηκε και κατέρρευσε πολιτικά (στη Γαλλία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ισπανία, αλλά και στην Ελλάδα κ.α.), προς όφελος της Ακροδεξιάς και της συντηρητικής Δεξιάς.

Οπως πριν, έτσι και σήμερα, η Σοσιαλδημοκρατία-Κεντροαριστερά στέκεται κάπως αμφίθυμη στον ρόλο του κράτους, δίχως να συζητάει κανένα από τα ιδρυτικά της κοινωνικά ζητήματα, αλλά και το δικαίωμα στην εθνική κυριαρχία. Δεν διερευνά καν το περιθώριο της κοινωνικής δημοκρατίας από την πλευρά της Αριστεράς.

Κι αν πράγματι δεν υπάρχει οικονομία χωρίς πολιτική, τότε ποια είναι η πολιτική της Σοσιαλδημοκρατίας στον καπιταλισμό; Αν δούμε τις μορφές οργάνωσης της εξουσίας, τότε κάτι λείπει από την άποψη ότι η δύναμη του εθνικού κράτους, όπως έχει οικοδομηθεί ιστορικά, μειώνεται από την εμβάθυνση και την ορμή της παγκοσμιοποίησης.

Αλλά, σε τι δεν απαντά η Σοσιαλδημοκρατία; Αν ο στόχος είναι να βαδίσουμε πέρα από τον κατακερματισμό κάθε είδους διαμαρτυρίας και να οικοδομήσουμε, εν κοινωνία και δημοκρατία, μια εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, τότε δεν το κάνει. Αν όντως χρειάζεται κάποια ρύθμιση ο καπιταλισμός, θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψη κυρίως τα κοινωνικά συμφέροντα της εργασίας και των αδύναμων. Δεν έχουμε δει κάτι πάνω σ' αυτό.

Αντίθετα, επέμεινε στη διάχυση των οφελών της αγοράς από πάνω προς τα κάτω, διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις μειώσει. Και αν υποθέσουμε ότι η παγκόσμια στρατιωτικοποίηση συνδέεται στενά με τη νεοφιλελεύθερη, διακρατική στρατηγική, τότε, δεν είναι ορατή κάποια στράτευση ενάντια στον πόλεμο ως μέρος κάποιου προγράμματος ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και τις νεοαποικιοκρατίες. Αυτά είναι ορισμένα μόνο ζητήματα στα οποία δεν υπάρχουν απαντήσεις.

Η οικοδόμηση συγκλίσεων με την ποικιλομορφία, με κινήσεις (τοπικές, περιφερειακές και άλλες) που αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς τύπους αντίστασης και διαμαρτυρίας, θα μπορούσε να είναι μια ατζέντα πολιτικής και όχι φαντασίας. Το ίδιο και η κριτική στάση στην Ευρώπη, η κριτική του καπιταλισμού, η κριτική στην ιμπεριαλιστική διάστασή του, όπως και η ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας. Αυτά τα τελευταία αφορούν εξίσου την Αριστερά.

Στην ουσία –όπως εξελίσσεται η συζήτηση για την αναθέρμανση της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα– πρόκειται μάλλον για μια λιτανεία κάποιου σοσιαλιστικού πράγματος που δεν καταλήγει σε μια αντίληψη για τον καπιταλισμό και την κυριαρχία της αγοράς. Ούτε καν σε μια θέση για την ελληνική κοινωνία∙ το μέλλον.

Η ελληνική Κεντροαριστερά δυσκολεύεται να βρει την κοινωνική δοσολογία ανάμεσα στην υπεροψία της δικής της ελίτ –των πολλών υποψηφίων– και στην προσήνεια των ισότιμων.

Τι είπε δηλαδή ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης που προκάλεσε μύριες αντιδράσεις; Στην ουσία μίλησε για τις πολιτικές φιλοδοξίες μερικών ως νόσο των χορτάτων, για το κάλπικο πολιτικό φλουρί που διώχνει το καλό∙ προειδοποίησε για τον χειμώνα της Ευρώπης∙ μίλησε για στοιχειώδεις πολιτικές ευαισθησίες.

Είπε ότι «η Κεντροαριστερά, επειδή εξακολουθεί να δαιμονοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι πιθανό πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. Αν γίνει κάτι τέτοιο, θα έχει την ίδια τύχη με τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που σήμερα έχουν καθοδική πορεία» και ότι αυτό θα είναι κακό για την Ελλάδα και για την ευρωπαϊκή ιδέα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/10/2017.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση