Σάββατο, 18 Αύγουστος 2018

Τομές στον χρόνο

Μια πρόσθετη τομή στον χρόνο έφερε η φρίκη της εμπειρίας της μεγάλης πυρκαγιάς στην Κινέττα και – κυρίως – στην περιοχή της Ραφήνας, στο Μάτι/Κόκκινο Λιμανάκι με 77 μέχρι στιγμής νεκρούς και 187 τραυματίες (υπήρχαν ακόμη δεκάδες αγνοούμενοι), που κάνουν την πελώρια απώλεια περιουσιών να σβήνει. Εικόνες και ανθρώπινες τραγωδίες που ευθέως παραπέμπουν στις μεγάλες πυρκαγιές της Ηλείας του 2007, όμως αυτή την φορά σε πυκνοκατοικημένη, αστική περιοχή. Με το κατά Τσίπρα/Τόσκα «ασύμμετρο φαινόμενο» να παραπέμπει ευθέως στην «ασύμμετρη απειλή» της εποχής Καραμανλή/Πολύδωρα και με τις αναφορές (και αυτή την φορά) σε «οργανωμένο σχέδιο εμπρηστών» να θυμίζουν εκείνες τις φήμες για «σχέδιο ανατροπής» της Κυβέρνησης του 2007. Όλα αυτά έφεραν απότομα – εκτίμησή μας – μια τομή στον χρόνο.
Παρά την (αναμενόμενη) μηντιακή φρενίτιδα, το απόλυτα άχρηστο παιχνίδι (τραγικό, πλην παιχνίδι) της αναζήτησης ευθυνών έμεινε πίσω. οι συμβολικές κινήσεις έπαιξαν γρήγορα – ή άμεση επιστροφή Τσίπρα από το Μόσταρ, με έκκληση για ενότητα, η επιλογή Παυλόπουλου να ακυρωθεί η δεξίωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. η κήρυξη 3ημερου εθνικού πένθους με την επισήμανση ότι «τέτοιες ώρες δεν υπάρχουν διαφορές». ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την αρχική επιλογή να ανακοινώσει (προς την Πυροσβεστική) την διαθεσιμότητα «του συνόλου των εθελοντών [της Ν.Δ.] να συνδράμουν ανά πάσα στιγμή», παράλληλα όμως με έκκληση για «ενότητα και αλληλεγγύη».
Με επίγνωση του πόσο η ανθρώπινη διάσταση αυτών των καταστροφών οφείλει να εκτοπίζει τις όποιες πρακτικές πλευρές, να σημειώσουμε ήδη τρία στοιχεία. Πρώτον, οι εικόνες καταστροφής από τις πυρκαγιές – όπως και μετά τις πλημμύρες του περασμένου Φεβρουαρίου στην Μάνδρα, στην Δυτική Αττική – έτρεξαν σ' όλη την υφήλιο. Όχι το καλύτερο για την τουριστική ταυτότητα της χώρας. Ύστερα, υπήρξε όντως ένα κύμα συμπάθειας και συμπαράστασης ανά την Ευρώπη – αλλά και, για παράδειγμα, από ΗΠΑ και Ισραήλ ή και τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ Γιένς Στόλτενμπεργκ – , κύμα που «κουμπώνει» τώρα στην αναζήτηση της καταταλαιπωρημένης Ελλάδας για κανονικότητα μετά τα Μνημόνια. Τέλος, ας το πούμε ευγενικά, αποθαρρύνθηκε από το κλίμα οδύνης κάθε τάση και πειρασμός για θριαμβολογία και λογική φιέστας τώρα, στις 20 Αυγούστου. Μόνο καλό θα κάνει αυτή η αυτοσυγκράτηση, άμα τελικά επικρατήσει...
Επειδή όμως ξεκινήσαμε μιλώντας για τομή στον χρόνο, θα μας επιτραπεί να επισημάνουμε – θα 'πρεπε να είναι περιττό, αλλά φοβούμεθα ότι δεν είναι! – πως μπροστά μας, αντί για μια ευθύγραμμη συνέχεια, υπάρχει μια διαδοχή από τομές. Οι οποίες θα 'ταν επικίνδυνο να αγνοούνται. Έτσι, αρχές Αυγούστου, «χρειάζεται» η Γερμανική Βουλή να ψηφίσει με την δική της λογική το κλείσιμο του τρέχοντος Προγράμματος: δεν πρόκειται απλώς για την αποδοχή της εκταμίευσης των 15 δις ευρώ για το cash buffer και για το σβήσιμο κάποιων δανείων ΔΝΤ – που δεν είναι, ούτως ή άλλως, μικρή υπόθεση – αλλά και για συμβολικό τερματισμό της εποχής των Μνημονίων με την αποδοχή του πλέον τζαναμπέτη «εταίρου». Σήμα προς τις αγορές, πάντως, προς τις οποίες μας ωθούν διεθνείς συντελεστές.
Πριν όμως κι απ' αυτήν, υπάρχει μια άλλη – δίδυμη αυτή – τομή: Την επόμενη βδομάδα αναμένεται από την ΕΚΤ «κάτι» πιο προχωρημένο ως προς την αποτίμηση της βιωσιμότητας του Ελληνικού χρέους μετά το Eurogroup Ιουνίου/Ιουλίου, και ως προς τις δυνατότητες – με βάση την ενισχυμένη εποπτεία/enhanced surveillance – να διατηρηθεί το waiver για τα Ελληνικά ομόλογα. Θα αδειάσει άραγε ο Μάριο Ντράγκι τον Γιάννη Στουρνάρα;
Ακόμη πιο πολύ όμως, μιας και μιλούσαμε για εικόνα μας προς τις αγορές, θα 'χουμε την «πιο τελική» στάση του ΔΝΤ – στο Διοικητικό του Συμβούλιο, όχι σε επίπεδο μόνον χρησμών Λαγκάρντ – για την αξιολόγηση βιωσιμότητας του Ελληνικού χρέους. Αυτό είναι που θα «ακούσουν» οι αγορές, όμως τα αυτιά στο εσωτερικό μας θα είναι ορθάνοιχτα για να δουν τι θα ειπωθεί για το άλλο δίδυμο: τα (διαρθρωτικής λογικής κατά το Ταμείο, όχι απλώς δημοσιονομικής...) μέτρα για τις συντάξεις/2019 και εκείνα για διεύρυνση της φορολογικής βάσης/2020 (αυτή είναι η προσέγγιση της μείωσης του αφορολόγητου, μην το ξεχνάμε).
Σε σύγκριση μ' αυτά, η τομή της 20ης Αυγούστου είναι δευτερεύουσα. Όμως και το πρώτο 15θήμερο Σεπτεμβρίου στην ΔΕΘ ενδιαφέρει λιγότερο απ' ό,τι η τομή Οκτωβρίου/Νοεμβρίου, με τον Προϋπολογισμό και τα πρωτογενή του και τα στοιχεία για την ανάπτυξη να κρίνουν ΑΝ υπάρξει όντως περιθώριο «επανεξέτασης» των συμφωνημένων – ανεξαρτήτως του τι θα έχουν εκφωνήσει οι πολιτικοί τενόροι στην Θεσσαλονίκη. Αυτά έχουν οι τομές στον χρόνο!

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 26/7/2018. 

Παρελθόν εναντίον μέλλοντος

Η ΕλληνοΕλληνική αντιπαράθεση που ζήσαμε γύρω από το θέμα της αναβολής ή και άρσης των συμφωνημένων μειώσεων των συντάξεων – και, γενικότερα, γύρω από την δυνατότητα (και, ύστερα, την σκοπιμότητα...) να ξεκινήσει η πορεία της Ελλάδας στην μετά-Μνημονιακή της εποχή με αιτήματα αναθεώρησης/χρήσης των περιθωρίων ελευθερίας της εποχής αυτής - «έδωσε» ήδη τα πρώτα της αποτελέσματα. Δυσάρεστα, θαρρούμε.
Η ίδια η Καγκελάριος Μέρκελ έκρινε επάναγκες να διευκρινίσει ότι ναι μεν λήγουν τα Προγράμματα/Μνημόνια με την ημερολογιακή τους ολοκλήρωση, όμως «η συνέχεια της επίδρασης των Προγραμμάτων δεν τελειώνει την ίδια μέρα». Η Καγκελάριος προχώρησε ψιλο-καίγοντας και τις προσδοκίες για μείωση των (συμφωνημένων) πρωτογενών πλεονασμάτων, με την ταυτολογική παρατήρηση ότι «χωρίς τα πλεονάσματα αυτά, δεν θα μπορούσε να μειώσει η Ελλάδα το επίπεδο του χρέους της», και προσθέτοντας το Πάρθειον βέλος ότι «αυτό είναι το ζητούμενο». Πιο σημαντικό ακόμη: ο οίκος αξιολόγησης S&P που είχε προ ημερών αναβαθμίσει το αξιόχρεο της ελληνικής οικονομίας, έκανε ένα βήμα περαιτέρω – περνώντας το outlook του Β+ που έχει δώσει προ ημερών σε «θετικό» από «σταθερό» – όμως έσπευσε να προσθέσει ότι προσβλέπει «σε πρόσθετες μεταρρυθμίσεις» (και σε μείωση των NPLs των τραπεζών). Ενώ επέσεισε και απειλή υποβάθμισης αν αρχίσουν «να καθυστερούν οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες», ή αν αδυνατίσει η ανάπτυξη. Την στιγμή που διεθνείς συντελεστές όπως το Bloomberg, η BlackRock ή η Greylock CM ενθαρρύνουν ή αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να επανέλθουμε άμεσα στις αγορές – π.χ. για αντικατάσταση των πολιτικά περιοριστικών δανείων από ΔΝΤ – παρόμοιες τοποθετήσεις ασφαλώς και δεν βοηθούν....
Προσέρχεται λοιπόν στο σκηνικό αυτό το Μηνιαίο Δελτίο του ΣΕΒ Ιουλίου που, ενώ ευόρκως αναδεικνύει τις «επιδόσεις της οικονομίας [που] παραμένουν γενικά θετικές», αναφέρεται σε μικρή πλην υπαρκτή επιδείνωση του οικονομικού κλίματος (όπως μετράται από τις επιχειρηματικά προσδοκίες που υποχώρησαν τον Ιούνιο, σε κατασκευές και σε λιανεμπόριο) μετά από 2μηνη άνοδο, καθώς και στην υποχώρηση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης (με κάμψη των προσδοκιών των νοικοκυριών μετά την βελτίωση του τέλους 2017/αρχών 2018).
Δείτε όμως και την άλλη συνεισφορά ΣΕΒ στην δημόσια συζήτηση – εκείνη του Εβδομαδιαίου Δελτίου, που σημειώνει ότι «η παραγωγικότητα συνεχίζει να μειώνεται παρά την ανάκαμψη της οικονομίας» είναι η καταγραφή. «Ακόμη και με την +1,4% αύξηση του ΑΕΠ το 2017, η παραγωγικότητα συνέχισε να υποχωρεί, κατά -0,8%». Αυτή η δυσοίωνη εξέλιξη συνεχίζεται αδιάλειπτα από το 2008 και μετά: «υπεύθυνη γι αυτήν είναι η εκτεταμένη αποεπένδυση». Κοιτάζοντας μάλιστα πιο αναλυτικά τα στοιχεία, ο ΣΕΒ επισημαίνει ότι στους κλάδους όπου έχουμε υποχώρηση της παραγωγικότητας, βλέπουμε και τις ώρες ανά απασχολούμενο να αυξάνονται γρήγορα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι εκεί είτε εντατικοποιείται η απασχόληση όσων δουλεύουν (δική μας σημείωση: μην το πολυψάχνετε για την υπερωριακή αμοιβή...), είτε γίνεται εκτεταμένη χρήση μερικής/ευέλικτης απασχόλησης. Γιατί; Επειδή συνεχίζει η ανασφάλεια ως προς το αν η παρατηρούμενη ανάκαμψη θα έχει διάρκεια. Πάτε τώρα το επιχείρημα πίσω στις απαιτούμενες επενδύσεις, που είναι η απόλυτη προϋπόθεση μιας διατηρήσιμης ανάπτυξης...
Ενώ, λοιπόν, κάπως έτσι ανοίγονται τα μέτωπα μέλλοντος, η πολιτική συζήτηση επιλέγει/προτιμάει/το βρίσκει εκλογικά αποδοτικότερο να μείνει αγκαλιασμένη με το παρελθόν. Γιατί, τι το πλέον παρελθοντοστρόφο από την αδιάκοπη ενασχόληση με το συνταξιοδοτικό; Έχουμε ήδη μια υπερπρόθυμη, εσπευσμένη επανεπιβίβαση της Κυβέρνησης στην λογική της μεταΜνημονιακής διαχείρισης με επιστροφή στο «αυτά ξέρουμε, αυτά κάνουμε»: χαρακτηριστικό το παράδειγμα της παράλληλης έμφασης σε επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων (ενώ το θέμα δεν είναι αυτό, το θέμα είναι οι όροι του συστήματος διαπραγματεύσεων π.χ. με την υποχρεωτικότητα της διαιτησίας με μονομερή προσφυγή, ή πάλι την επεκτασιμότητα) ή της συμβολοποίησης της αύξησης του κατώτατου μισθού (όπου και πάλι το ζήτημα είναι περισσότερο η κλιμάκωση στον χρόνο). Τέλος, ας προσεχθεί η ευκολία με την οποία «ανακαλύπτεται» η πολιτική αποδοτικότητα της στροφής εναντίον της απερχόμενης Τρόικας ή της επερχόμενης μεταΜνημονιακής enhanced surveillance.
Λέτε να δούμε τον ΣΥΡΙΖΑ να στρέφεται εναντίον των Βρυξελλών ή/και των «εταίρων» άμα αρνηθούν κάποια χαλάρωση μετά την 20η Απριλίου; Λέτε να δούμε Ν.Δ. ή μετά-ΠΑΣΟΚ να ανακαλύπτουν ότι οι διάφοροι Μοσκοβισί, Γιουνκέρ ή και Μέρκελ δεν είναι μόνον που κηρύσσουν ότι τα Προγράμματα/Μνημόνια μας τελειώνουν, αλλά να αποθαρρύνουν επαναδιαπραγμάτευση πρωτογενών πλεονασμάτων και να διαπιστώνουν ότι δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για φοροελαφρύνσεις κοκ.;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 23/7/2018. 

Διάδρομος απογειώσεως ή γυάλα;

Περίσσεψαν οι χαρακτηρισμοί και οι παρομοιώσεις για την πορεία που ανοίγονται μπροστά στην Ελληνική οικονομία τώρα – μετά και το Eurogroup της 12ης Ιουλίου που «άγιασε» τις αποφάσεις της 21ης/22ης Ιουνίου, όπως κωδικοποιήθηκαν στο πλαίσιο μεταΜνημονιακής εποπτείας (την έπλασε με τα χεράκια της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αυτήν την εκδοχή της enhanced surveillance) καθώς και την διαχειριστική παρουσία του ESM. Τις αγίασε μεν, με μια αξιόλογη τρικλοποδιά δε!
«Καθαρή έξοδος», «καθαρός διάδρομος», «αυτοδύναμη έξοδος», «τέταρτο Μνημόνιο», «Μνημόνιο χωρίς καν χρηματοδότηση», ο καθείς διαλέγει ανάλογα με τις προτιμήσεις του στην Ελλάδα των μέσων του 2018. Σε συζήτηση με τον Νίκο Βέττα, του ΙΟΒΕ, ακούστηκε ένα άλλο ενδιαφέρον δίπολο: «διάδρομος απογειώσεως» ή «γυάλα»; Ας τα πάμε όμως με την σειρά:
Βέβαια, ήδη στις όχι-και-τόσο ξεκάθαρες ισορροπίες και προοπτικές ήρθε να προστεθεί ένα ατύχημα διαδρομής – εκείνο του Γερμανικής εμπνεύσεως παγώματος της εκταμίευσης των αποφασισμένων 15 δις (από τα οποία τα 9 για ενίσχυση του cash buffer/μαξιλαριού, από τα υπόλοιπα τα περισσότερα για εξαγορά προηγούμενων ακριβών δανείων όπως του ΔΝΤ, συν για περαιτέρω απορρόφηση των arrears) με αφορμή/πρόσχημα την μονομερή αναστολή από την Ελλάδα της – αποφασισμένης – αύξησης του ΦΠΑ στα νησιά εκείνα, που δέχονται το μεγαλύτερο βάρος των προσφυγικών ροών. Η έκφραση «πάγωμα» δεν είναι σωστή, καθώς ο ESM (στο Δ.Σ. του οποίου ασφαλώς και μετέχει, με αποφασιστικό ρόλο, η Γερμανία...) έχει προχωρήσει στην κατ' αρχήν έγκριση της εκταμίευσης. Όμως...
...Όμως το σήμα δόθηκε όσο δυσάρεστα γινόταν: τίποτε δεν θα είναι απλό, τίποτε δεν θα είναι ευθύγραμμο υπό το καθεστώς μετά-τα-Μνημόνια! Το μικρό ΕλληνοΕλληνικό παιχνιδάκι που παίχτηκε μεταξύ Τσακαλώτου και Καμμένου με τα ισοδύναμα (από περικοπή δαπανών των στρατιωτικών, ή από κλείσιμο στρατοπέδων;) έχει ίσως γραφικότητα, αλλά μηδενική ουσία. Αντιθέτως, μεγάλη ουσία θα είχε εκείνο που προς στιγμήν ακούστηκε ως εισήγηση αλλ' (ευτυχώς θα λέγαμε) αποκρούσθηκε στο Μαξίμου. Δηλαδή; Δηλαδή όσο θα διαρκεί η Γερμανική εμμονή στην λεπτομερειακή τήρηση των συμφωνημένων , τόσο να φρενάρουν οι συζητήσεις για διμερή συμφωνία Ελλάδας/Γερμανίας για το Προσφυγικό (συμφωνία πολιτικής διευκόλυνσης της Καγκελαρίου Μέρκελ, μην το παραβλέπουμε). Για μας, όσο λιγότερες τέτοιες ευθείες διασυνδέσεις, τόσο ασφαλέστερη η πορεία.
Εκείνο που δεν μπορεί παρά να μείνει πίσω από την περιπέτεια του Eurogroup είναι η τάξη μεγέθους: αν ο ΦΠΑ στα νησιά χρειάζεται 28 εκατομμύρια «ισοδύναμα» για ένα εξάμηνο, η μη-περικοπή των συντάξεων για το 2019 θα είχε δημοσιονομικό αποτύπωμα 1,8-2,4 δις ευρώ. Δηλαδή 68-90 φορές μεγαλύτερο: ασφαλώς δεν πάει έτσι μπακάλικα ο λογαριασμός, όμως η ευκολία του Γερμανικού μπλοκαρίσματος, δεν είναι μεγαλομπακάλικη; Προσθέστε, εδώ, την διάσταση της εύκολης χρονοτριβής. Προσθέστε το - αντίστοιχα εύκολο – τρικλοπόδιασμα μιας εξόδου της Ελλάδας στις αγορές, άμα ανοίγει όντως παράθυρο ευκαιρίας. Και βλέπετε πώς μπορεί να λειτουργήσει η μετα-Μνημονιακή πραγματικότητα...
Πάμε όμως τώρα στην προκλητική επιλογή Βέττα, για το τι έχει πλέον μπροστά της η Ελλάδα: διάδρομο απογείωσης ή γυάλα στην οποία θα λειτουργήσει; Παρουσιάζοντας τα στοιχεία ανάπτυξης για το ξεκίνημα του 2018 το ΙΟΒΕ έδωσε έναν ρυθμό ανάπτυξης 2,3% - δηλαδή 0,3% μεγαλύτερο απ' ό,τι το δ' τρίμηνο της περασμένης χρονιάς, κυρίως όμως 2 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες ανώτερο απ' ό,τι ήταν η αντίστοιχη 3μηνιαία περίοδος του 2017.
Αυτή η επίδοση επιτρέπει στο ΙΟΒΕ να μιλήσει για προοπτική επιτάχυνσης της ανάπτυξης «στην περιοχή του 2%». (Σε ερώτηση προς τον Νίκο Βέττα του ΙΟΒΕ μήπως το +2,3% για α' 3μηνο, όταν είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα τα δυο επόμενα 3μηνα είναι εκείνα που – λόγω τουρισμού – «κρατούν» την χρονιά, θα επέτρεπε μια πιο αισιόδοξη πρόβλεψη για το σύνολο του 2018, η απάντηση υπήρξε ένα διστακτικό «μακάρι»).
Δεν απέχουν ιδιαίτερα και Ενδιάμεσες Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σ' αυτά. Από που προκύπτει όμως αυτή η ανάπτυξη; Το ΙΟΒΕ δίνει κύριο ρόλο/ «ατμομηχανής» στις εξαγωγές, που με +7,6% πήγαν αισθητά καλύτερα απ' ό,τι το 2017 (+5,2%), κυρίως με την εξαγωγική δραστηριότητα προϊόντων όπου ξεπεράστηκε το +10%. Αντιθέτως βουτιά (-12,1%) σημειώνεται στις επενδύσεις – όμως το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι αυτή η εικόνα οφείλεται στο ότι το 2017 είχε καταγραφεί εκρηκτική άνοδος (+213%), οφειλόμενη όμως σε επενδύσεις/παραγγελίες πλοίων. Αν βγάλει κανείς από την μέση αυτή την αιχμή, η πορεία των επενδύσεων παραμένει θετική αλλά άνευρη ακόμη. Εκείνο που πεισματικά παραμένει «σε χαμηλή πτήση» είναι η ιδιωτική κατανάλωση (-0,4%), και τούτο για τρίτο συνεχόμενο 3μηνο.
Διάδρομος απογείωσης ή γυάλα;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 16/7/2018. 

Μια ενδιαφέρουσα αντιπαραβολή

Τελικά, δεν ήταν αναγκαία η ύψωση των τόνων από την Κυβέρνηση – και πάντως από τον Νίκο Παππά, ακριβώς μετά την συμφωνία στο Eurogroup της 21/22 Ιουνίου – απέναντι στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, για το πώς θα ετοποθετείτο ως προς τον «καθαρό διάδρομο για τα επόμενα χρόνια» που θα ανοιγόταν με τις διευθετήσεις για το χρέος. Στην Έκθεση της ΤτΕ για την Νομισματική Πολιτική 2017/18, αλλά και στην δημόσια παρουσίασή της σ΄ ένα χρήσιμο ντουέτο με τον Νίκο Βούτση, ο Γιάννης Στουρνάρας μίλησε με σαφώς θετικά λόγια για την εξασφάλιση βιωσιμότητας του χρέους «τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα». Αλλά και μακροπρόθεσμα, καθώς υπάρχει «δέσμευση του πολιτικού συστήματος της χώρας να συνεχίσει στον δρόμο της δημοσιονομικής σταθερότητας» καθώς και «δέσμευση του Eurogroup για περαιτέρω ελάφρυνση μετά το 2032». Μια τοποθέτηση κοντά σ' εκείνην του ΔΝΤ σημειωτέον: ο Μπενουά Κερέ της ΕΚΤ είχε ούτως ή άλλως προηγηθεί αντιστοίχως.
Ο Διοικητής της ΤτΕ – κι αυτό ήταν σαφώς πιο ουσιαστικό – άφησε να φανεί η δυνατότητα να γίνει δεκτό μ' αυτήν την βάση από την ΕΚΤ (με την οποία δεν είναι δυνατόν να μην είχε συνεννοηθεί : γι αυτό, άλλωστε, και δεν μίλησε αμέσως μετά το Eurogroup κατά την εκτίμησή μας...) ότι τα μέτρα που αποφασίστηκαν επιτρέπουν την διατήρηση του waiver και αποδοχή του Ελληνικού χαρτιού στα πλαίσια της Q.E. . (λόγοι για τους οποίους, βασικά, υπήρχε η εισήγησή του για προληπτική πιστοληπτική γραμμή). Και ασφαλώς η Q.E. πορεύεται προς την δύση της, όμως ρητώς έγινε αναφορά και στην κανονική χρονική περίοδο Q.E. και στην – διετή – περίοδο επανεπένδυσης, όπως είναι ήδη αποφασισμένη. Περισσότερο κι από την ωφέλεια που θα μπορούσε να έχει το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα και το κόστος δανεισμού των Ελληνικών επιχειρήσεων από κάτι τέτοιο, το «σήμα εμπιστοσύνης» της ΕΚΤ είναι εκείνο που ενδιαφέρει ενόψει εξόδου της Ελλάδας στις αγορές...
Σχεδόν παράλληλα με την τοποθέτηση Στουρνάρα, η ομιλία το Πρωθυπουργού στο Υπουργικό Συμβούλιο της Δευτέρας – ανεξάρτητα και πέρα από το ανέβασμα των τόνων απέναντι στην Αξιωματική Αντιπολίτευση, αλλά και από την απουσία του αρχηγού των ΑΝΕΛ... - επανέφερε την θέση περί «καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια χωρίς πιστωτικές γραμμές, χωρίς πρόσθετα μέτρα και νέα προαπαιτούμενα». Και έκανε αναφορά στην υποδοχή των αγορών, στις οποίες θεώρησε ότι ανακτάται «σταθερή και αυτοδύναμη πρόσβαση», με το 10ετές να έχει ήδη περάσει κάτω του 4% σε βέλτιστα επίπεδα 12ετίας (και το 5ετές κάτω από 3%).
Βέβαια, για τον Αλέξη Τσίπρα η απόφαση του Eurogroup ανοίγει με την έξοδο από την εποπτεία δυνατότητες «λελογισμένης επέκτασης στην βάση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων», ενώ για τον Γιάννη Στουρνάρα ακριβώς η «ενισχυμένη εποπτεία με όρους αιρεσιμότητας θα αποτρέψει τον εκτροχιασμό της δημοσιονομικής πολιτικής και την εγκατάλειψη των μεταρρυθμίσεων» (και τούτου υπό την ματιά των αγορών: «αδρός δείκτης της καθυστέρησης ή της προόδου»).
Υπήρξαν και άλλα σημεία σύγκλισης-μέσα-από-αποκλίσεις στις τοποθετήσεις των δυο. Ο Πρωθυπουργός μίλησε για τις ευθύνες, «τα λάθη και τις υπερβολές και τις αστοχίες των μνημονιακών προγραμμάτων». Ευθύνες για τις οποίες έδειξε προς την κατεύθυνση «των Ελληνικών κυβερνήσεων του παρελθόντος», αλλά με έμφαση και στην «ευθύνη που έχουν και οι θεσμοί που τα σχεδίασαν και πολλές φορές επέβαλαν την εφαρμογή τους». Ο Διοικητής της ΤτΕ, με ένα κάποιο σπρώξιμο από τον Πρόεδρο της Βουλής Νίκο Βούτση, σημείωσε ότι «πράγματι έγιναν λάθη στο παρελθόν, από τους εταίρους μας, σημαντικά [...] Τα σημαντικότερα όμως έγιναν από εμάς [...] Να μην ξεχάσουμε γιατί φτάσαμε έως εδώ, αλλά και γιατί δυο γενιές πληρώνουν τόσο μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα». Δεν παρέλειψε, δε, ο Γιάννης Στουρνάρας να ζητήσει «να μην επαναληφθούν τα λάθη πολιτικής που έγιναν, τόσο στο απώτερο όσο και στο εγγύτερο παρελθόν».
Από την τοποθέτηση Στουρνάρα, την προσοχή ευλόγως προσείλκυσε η ατάκα του που αφορούσε τα θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα που υπήρξαν το πιο αδύναμο σημείο της συμφωνίας του Eurogroup. Πλεονάσματα που, σε τέτοιο βάθος χρόνου, σταθερά, «μόνον πετρελαιοπαραγωγικές χώρες» μπορούν να έχουν επιδείξει. Το ζήτημα, εδώ, είναι κατά πόσο θα υπάρξει συστράτευση -σοβαρή, μεθοδική, με βάση την απόδειξη ότι η Ελληνική διαχείριση της Ελληνικής οικονομίας προχωράει σταθερά – ώστε να ξανακοιταχτούν τα πρωτογενή πλεονάσματα. Εκεί, η τοποθέτηση Στουρνάρα είναι σαφώς πλησιέστερη προς την προσέγγιση Κυριάκου Μητσοτάκη: αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία.
Αυτή την στιγμή, θαρρούμε, η αντιπαραβολή θέσεων – και όχι πολιτικών «καρφιών» - Τσίπρα/Στουρνάρα έχει το ενδιαφέρον της.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 6/7/2018. 

Αντώνης Παπαγιαννίδης: Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος τριών μνημονίων

Να κάνουμε μια πρώτη εκτίμηση για τη συμφωνία;
Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι η συμφωνία μετά το Eurogroup υπάρχει! Είναι πολύ σημαντικό το ότι μπήκε μια τελεία. Αφήνοντας κατά μέρος αν είναι καθαρή, αυτοδύναμη, πλήρης η έξοδος, έχουμε μπροστά μας το τέλος του προγράμματος, το τέλος τριών μνημονίων. Δεύτερον, η συμφωνία επετεύχθη στις 21-22 Ιουνίου, δεν εξαντλήθηκε δηλαδή ο χρόνος. Η Ελλάδα δεν αφέθηκε να περιμένει μέχρι την έσχατη στιγμή, οπότε και θα πιεζόταν πολύ περισσότερο, κυρίως όμως θα φαινόταν, όπως παλιότερα, ότι η Ελλάδα σύρεται σε συμβιβασμό. Τηρήθηκαν, δηλαδή, τα προσχήματα. Υπήρξε αληθινή συναίνεση στο ότι δεν πρέπει να αφεθεί για αργότερα η απόφαση. Γιατί πετάχτηκε στο τραπέζι η ιδέα να μετατεθεί η συμφωνία για τις 12 Ιουλίου, που θα ήτανε επικίνδυνα αργά.

Το βασικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας ποιο είναι, κατά τη γνώμη σου;
Είναι ότι οι παρατάσεις που δόθηκαν —η περίοδος χάριτος πληρωμής τόκων και η παράταση των περισσοτέρων δανείων του δεύτερου μνημονίου— δεν έχουν άλλες δεσμεύσεις, δεν έχουν αιρεσιμότητα (conditionality). Αυτό, λοιπόν, έγινε ευθέως. Οι επιστροφές των κερδών των Κεντρικών Τραπεζών και η μη περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων του δεύτερου προγράμματος, υπάγονται σε αιρεσιμότητα, αλλά πρόκειται για σχετικά μικρά ποσά και αυτή η αιρεσιμότητα είναι χαλαρή. Τα όχι πολλά λεφτά που δόθηκαν σαν τελευταία δόση του τρέχοντος μνημονίου, τα 15 δισ. (που θα μπορούσαν να είναι από 10-12 ως και 25), επίσης δεν έχουν πρόσθετη αιρεσιμότητα: απλώς και μόνο καθορίστηκε σε τι θα χρησιμοποιηθούν: κυρίως για το μαξιλάρι (cash buffer) που πλέον ονομάζεται υπερ-μαξιλάρι (turbo charged cash buffer).

Αυτή η επιλογή του υπερ-μαξιλαριού γιατί έγινε;
Η επίσημη απάντηση, την οποία και θα ασπαστώ, είναι ότι πρόκειται για ένα συνολικό deal. Δηλαδή, δεν δόθηκε ακόμα μεγαλύτερη παράταση των δανείων του δεύτερου προγράμματος, των κονδυλίων δηλαδή του EFSF, κατά πρόσθετα πέντε χρόνια, αλλά προτιμήθηκε ένα μεγάλο μαξιλάρι, γιατί, όπως παρατήρησε το ίδιο το Eurogroup, με αυτό τον τρόπο καλύπτονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας για τους επόμενους 22 μήνες. Διάστημα πάρα πολύ σημαντικό για λόγους συμβολικούς προς τις αγορές, ώστε να μπορέσουμε να βγούμε σ' αυτές καλυμμένοι, χωρίς τον πανικό του τι θα γίνει αν δεν μας δανείσουν, αλλά και για ένα βαθιά πολιτικό λόγο: οι 22 μήνες είναι ένα διάστημα που περιλαμβάνει τις επόμενες εκλογές —όποτε κι αν γίνουν, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμά τους—, την εκλογή πρόεδρου της Δημοκρατίας, αλλά και επαναληπτικές εκλογές αν δεν βγει πρόεδρος. Άρα οι «εταίροι» αυτή τη στιγμή έσβησαν κάπως τα εισαγωγικά (που προσωπικά πάντα προσθέτω) γιατί αναγνώρισαν ότι αυτή η χώρα, η πολυτραυματισμένη και πολυκύμαντη πολιτικά, θα λύσει όλα τα πολιτικά της προβλήματα εντός προστασίας. Δεν θα βρεθεί να πιέζεται προεκλογικά.

Προκύπτει μια διαφορετική συμπεριφορά, όχι σε μια πολιτική δύναμη, αλλά σε μια χώρα;
Ναι. Δεν πρόκειται για μια αληθινά σωστή στάση προς τη χώρα, ας μην είμαστε τόσο αισιόδοξοι, αλλά πρόκειται για μια πολύ καλύτερη στάση απ' ό,τι κατά το παρελθόν. Η Ελλάδα, από τη στιγμή που ο δυστυχής Γιώργος δήλωσε στο Καστελόριζο «Χάσαμε! Παραδινόμαστε!», αντιμετωπίστηκε, με τέσσερις διαδοχικές κυβερνήσεις, με τρόπο σκαιό και αναποτελεσματικό. Τώρα, πλέον, η σκαιότητα προς τη χώρα και την κυβέρνηση φεύγει και μένει να δούμε τι θα γίνει με την αναποτελεσματικότητα.

Το πακέτο των μέτρων διώχνει την αβεβαιότητα;
Δεν θα μπω στα συμβολικά, στις πολύ ενδιαφέρουσες και πολύ ενθουσιώδεις τοποθετήσεις ιδίως των ξένων και στις γραβάτες. Ολ' αυτά είναι αναπόφευκτα, κατά τη γνώμη μου. Έγινε το χρέος βιώσιμο; Το λένε ήδη οι Ευρωπαίοι. Το είπε και το ΔΝΤ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς μεσοπρόθεσμα μέτρα ελήφθησαν. Μέχρι το 2032 είναι πολύς ο χρόνος, θα δούμε τότε πώς θα είναι η ευρωπαϊκή οικονομία, πώς οι αγορές, πώς και πόση θα είναι η ΕΕ και πού θα βρίσκεται η Ελλάδα, μέχρι το 2032 —επισημαίνω ότι τα τελευταία δύο χρόνια έφυγε από την Ευρώπη μια μεγαλούτσικη χώρα, η Μ. Βρετανία.
Οι αγορές, όμως, θα μας πουν, όταν τις ξαναπλησιάσουμε σε βδομάδες ή σε πολλούς μήνες, αν το χρέος το είδαν βιώσιμο. Πάντως το γεγονός ότι την επόμενη φορά που θα ξανακοιτάξουμε την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα ενώπιον των αγορών είναι το 2032 —πολλά χρόνια μετά— δίνει ένα περιθώριο. Και το γεγονός ότι υπάρχει το υπερ-μαξιλάρι των 22 δισ. αληθινά διαθέσιμο δείχνει ότι και βραχυπρόθεσμα θέμα ρευστότητας δεν θα υπάρξει. Μεγάλο πράγμα!

Θέλω να εντοπίσω μια διαφορά εδώ. Όταν ο Σόιμπλε έλεγε «θα δούμε» το έλεγε απειλητικά, ενώ τώρα φαίνεται σαν διαβεβαίωση προς τις αγορές. Έτσι πάντως το εξέλαβε η Λαγκάρντ...
Ούτως ή άλλως οι χρόνοι κουβαλάνε από μόνοι τους πειθώ. Η μακρά περίοδος δείχνει σταθεροποίηση. Ελπίζει κανείς ότι οι αγορές θα το διαβάσουν έτσι. Το λέω πολύ προσεκτικά γιατί οι αγορές δεν είναι πάνσοφες, απλώς και μόνο είναι πελώριες! Η ελληνική κυβέρνηση, οι χρηματοπιστωτικοί της σύμβουλοι, το ΔΝΤ, ακόμα περισσότερο η ΕΚΤ αυτή τη στιγμή θεωρούν ότι τεκμηριώνεται μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα. Όσοι δηλαδή από τους θεσμούς καταλαβαίνουν τα πράγματα, είπαν το ίδιο πράγμα. Πρέπει τώρα εκείνοι στους οποίους απευθύνεται η εκτίμηση αυτή, οι αγορές, να το διαβάσουν έτσι.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ασκεί επανειλημμένα κριτική για τη μη αξιοποίηση ολόκληρου το δανείου των 86 δισ. Αυτό μπορούσε να γίνει;
Αυτό θα έπρεπε να επιχειρηθεί, έχω μάλιστα την αίσθηση ότι επιχειρήθηκε. Αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι δυστυχώς τα θέματα χρέους κρίνονταν στο Washington Group, στο οποίο κατά τρόπο που θυμίζει 19ο αιώνα ή έστω το πρώτο μισό του 20ού τα πράγματα παίζονται μεταξύ των δανειστών και δη των μεγάλων. Δεν έχουμε τον πελάτη, δηλαδή την Ελλάδα. Αυτό που λέει ο Κυριάκος, και είναι πολύτιμο, και δεν θα ήταν κακό να το επικροτήσει κανείς, επαναφέρει κάτι που λέει και ο Στουρνάρας και κατά βάθος και το ΔΝΤ: ότι, δηλαδή, η συμπίεση του δημοσιονομικού χώρου που είναι διαθέσιμος στην Ελλάδα δυσχεραίνει την ανάκαμψη, την επάνοδο των ρυθμών ανάπτυξης. Κανονικά αντικείμενο διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να είναι το περιώνυμο 3,5% του ΑΕΠ πρωτογενούς πλεονάσματος. Η ισορροπία δυνάμεων και αναγκών υπαγορεύει κάτι τέτοιο. Όμως η μεγάλη δύναμη είναι η Γερμανία, και η γερμανική κυβέρνηση είχε και συνεχίζει να έχει ανάγκη να μην διαταράξει πολύ τα συμπεφωνημένα, που θα έλεγε και ο πονηρός βαλκάνιος Σόιμπλε - να μην δείξει η σημερινή γερμανική κυβέρνηση με σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών ότι είναι υπερβολικά χαλαρή με τους Έλληνες. Είναι δυσάρεστο; Είναι. Είναι αναπόφευκτο; Είναι.

Η επιδίωξη ήταν με τη συμφωνία η χώρα να φτάσει σε κατάσταση υπερχρεωμένης χώρας, όπως και Πορτογαλία, Ιταλία, κ.ά., ώστε μετά να δούνε όλοι μαζί το θέμα του χρέους. Αυτό έγινε;
Έγινε κουτσά. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο υπερχρεωμένη χώρα. Και η Ιταλία είναι, και μάλιστα πιο επικίνδυνα. Και το Βέλγιο έδινε υπερπλεονάσματα άνω του 4% επί σειρά ετών. Μια πελώρια λεπτομέρεια είναι όμως ότι η μεν Ιταλία είναι υπερχρεωμένη εσωτερικά -και το Βέλγιο επίσης- αλλά πλήρωνε εν συνεχεία τους τόκους στο εσωτερικό. Δεν πιεζόταν δηλαδή η ζήτηση και η κυκλοφορία του χρήματος. Η Ελλάδα έχει μια πολύ βαριά μοναδικότητα: το 3,5% πλεόνασμα αυτό (ελπίζω για λιγότερα από πέντε χρόνια) θα παράγεται εδώ αλλά εν συνεχεία θα βγαίνει από τη χώρα. Είναι ένας απορροφητήρας που κάνει κακό στη ζήτηση άρα και στην ελπιζόμενη ανάπτυξη.

Μερικά στοιχεία της συμφωνίας δείχνουν ότι αφήνεται ένας χώρος για την ανάπτυξη της οικονομίας. Είναι επαρκής;
Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται, ούτε αποφασίζεται. Μπορεί κανείς να την εύχεται. Σε αυτή τη φάση τουλάχιστον οι Ευρωπαίοι, την εύχονται μαζί με την ελληνική κυβέρνηση ενώ και το Eurogroup την εντάσσει στις αποφάσεις του. Σημαντικά ποσά για ανάπτυξη δεν απελευθερώνονται από αυτή τη ρύθμιση. Γενικόλογες Ευρωπαϊκές υποσχέσεις υπάρχουν, γενικές ευκαιρίες κονδυλίων υπάρχουν. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχει πλέον ορίζοντας σταθερότητας είναι πολύ αναπτυξιακό από μόνο του. Το γεγονός ότι μπαίνει ταβάνι στο κόστος του χρέους και ότι οι αγορές βλέπουν ότι δεν θα μπορέσουν να δανείζουν με πολύ ψηλά επιτόκια (όταν δηλαδή αρχίσουν να δανείζουν), έχει επίσης αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Όσο συμπιέζεται το κόστος εξυπηρέτησης για το κράτος, τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις τόσο υπάρχει αναπτυξιακό περιθώριο.

Ο δημοσιονομικός χώρος που αναζητείται διακαώς για να μπορέσει να ασκηθεί πολιτική;
Ένα μικρό δείγμα πλαισίου που θα ανοίξει δημοσιονομικό χώρο είναι η επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα που ρητά αναφέρεται ότι θα μπορεί να κατευθύνονται σε συνεργασία με τους θεσμούς, πλην της αποπληρωμής του χρέους και σε αναπτυξιακά προγράμματα. Τα ποσά αυτά είναι συγκριτικά μικροποσά, γύρω στα 5 δισ.. Δημοσιονομικός χώρος, περισσότερος απ' αυτόν, δημιουργείται μόνο από τα υπερπλεονάσματα και την εν συνεχεία επιστροφή μέρους των. Αυτό όμως είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι, σε επίπεδο ανάπτυξης, καθώς έχει από κάτω μια πολιτική επιλογή αναδιανεμητική. Αυτό δεν είναι αναπτυξιακό, αλλά μικρή αναπτυξιάκη ενίσχυση δημοσιονομικού χώρου υπάρχει. Θέμα διαπραγμάτευσης μεγάλο για διεύρυνσή του.

Το θέμα της ζήτησης υπάρχει και είναι μεγάλο. Λείπει η κατανάλωση. Διαμορφώνονται όροι για να συζητήσει η κυβέρνηση τις επικείμενες περικοπές δαπανών;
Ακριβώς σ' αυτή τη συμπαθητική ισορροπία που περιγράφουμε, χωρίς θριαμβολογίες, έρχεται αύριο η μείωση της ενεργού ζήτησης, λόγω της μείωσης των συντάξεων και στη συνέχεια αύξησης των φόρων. Αν αγνοήσεις τη διαρθρωτική επίδραση της μείωσης του αφορολόγητου -έτσι την περιγράφουν ευρωπαίοι και ΔΝΤ την αύξηση των φόρων το 2020 - δεν παύει να μειώνεται η ζήτηση. Άρα περιορίζεται η αναπτυξιακή δυνατότητα της οικονομίας. Το γεγονός ότι αυτό το πράγμα είναι αλήθεια και όχι ικεσία ή απειλή των ελληνικών κυβερνήσεων του μέλλοντος, δηλαδή, ότι η ανάκαμψη (στην οποία και η απόφαση του ίδιου του Eurogroup ορκίζεται), περιορίζεται από τη μείωση του δημοσιονομικού χώρου , το γεγονός αυτό δίνει το βασικό επιχείρημα λογικής. Αν το λογικό αυτό επιχείρημα το στηρίξει η όποια κυβέρνηση σταθερά, προχωρώντας πρώτα ορισμένα διαρθρωτικά μέτρα που έχουμε συμφωνήσει τότε πιστεύω ότι δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό γιατί αποτελεί μέτρο λογικής.
Υπενθυμίζω ότι όταν πέρυσι για δεύτερη φορά δόθηκε η 13η σύνταξη είχε ανοίξει μεγάλη συζήτηση ότι η Τρόικα δεν θα το επιτρέψει, κτλ. Τις ημέρες μετά, ένας ψυχρός ΒορειοΕυρωπαίος κύριος, ο Αντιπρόεδρος Βλάντις Ντομπρόφκσις είπε ότι το κοινωνικό επίδομα που διανεμήθηκε (παρελθοντικός χρόνος!) είναι απολύτως συμβατό με το πρόγραμμα που εφαρμόζεται. Που θα πει ότι η λογική είναι πάνω από τη δική μας και τη δική τους την ιδεοληψία.

*Δημοσιέυτηκε στην εφημερίδα "Εποχή" στις 25/6/2018. 

Από την υβριδική λύση στην «ασφαλή έξοδο»

Να το έχουμε ομολογήσει: επειδή, όταν ακόμη και μετά την εκδήλωση της Ιταλικής κρίσης και το «σφίξιμο» των αγορών κεφαλαίου – αν μην μιλούμε για κλείσιμο και το γρουσουζέψουμε – για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου η κυβερνητική γραμμή παρέμεινε σταθερή υπέρ της «καθαρής εξόδου», με άρνηση της όποιας προληπτικής γραμμής στήριξης (ή άλλου, αλλιώς ονοματολογημένου προγράμματος στήριξης), είχαμε ξεμείνει με την απορία ποια ήταν η ακριβής θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Γιατί; Επειδή γινόταν βαθμιαία σαφές ότι ασφαλώς και καταγγελλόταν η Κυβέρνηση για λάθος χειρισμούς και κακό αποτέλεσμα κλπ. όμως... πρόταση για προσφυγή σε προληπτική γραμμή δεν υπήρχε από την Ν.Δ. (ο έτερος των συμμετεχόντων στην Κυβέρνηση του 2014, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, πήρε εξαρχής και κράτησε σταθερά αυτήν την στάση της διεκδίκησης προληπτικής γραμμής. Όπως και ο Γιάννης Στουρνάρας ως ΤτΕ/ΕΚΤ).
Είχαμε λοιπόν απευθυνθεί, σε κάποια συνεδριακή διοργάνωση, στον Χρήστο Σταϊκούρα, ο οποίος ως υπουργός αναπληρωτής Οικονομικών στην Κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Στουρνάρα (και τώρα σκιώδης Οικονομικών στην ΝΔ) είχε μια εποπτεία των πραγμάτων, να μας διευκρινίσει σαν ποια θα ήταν τελικά η θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Με πολύ προσεκτικό τρόπο, μας είχε περιγράψει ότι εκείνο που θα αποτελούσε θέση/αίτημα θα ήταν όχι προληπτική γραμμή, ούτε έξοδος χωρίς κάλυψη - αλλά «μια ασφαλής έξοδος». Με την εξειδίκευση ότι θα' πρεπε να έχει επιδιωχθεί στην τελική διαπραγμάτευση μέρος των αδιάθετων υπολοίπων του τρίτου Χρηματοδοτικού Προγράμματος των 84 δις (κάπου 27,5 δις, όχι αμελητέο 27,5 ποσό) που έχει παραμείνει διαθέσιμο στην μετά-την-έξοδο Ελλάδα. (εδώ είπαμε μια ανακρίβεια: το ποσό αυτό «φεύγει» από τις οθόνες με την λήξη του Προγράμματος).
Αυτή η θέση ξεκαθάρισε αρκετά – με τελευταίο βήμα την τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Γ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, όπου έθεσε στο τραπέζι την πρόταση ένα ποσό της τάξεως των 7-8 δις από αυτό το αδιάθετο υπόλοιπο του τρίτου Προγράμματος να διατεθεί (δηλαδή... να διεκδικηθεί από τους «εταίρους»/από τον ESM η διάθεσή του) προκειμένου να μειωθεί ισόποσα η αποστράγγιση της αγοράς με την πρακτική των repos από το Δημόσιο από ΔΕΚΟ και άλλους φορείς Γενικής Κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε να αυξηθεί η καταθετική βάση των τελευταίων στο τραπεζικό σύστημα, επιτρέποντας μιαν αύρα ρευστότητας στην οικονομία. Από την ίδια πηγή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν πόροι για αποπληρωμή των arrears του Δημοσίου, τα οποία βρίσκονται μεν σε συγκριτικά χαμηλό επίπεδο κάτω των 3,5 δις ευρώ (πλην αν ευρηματική λογιστική έχει κρατήσει πίσω άλλα κονδύλια...). και αυτό, προφανώς, θα απαιτούσε διαπραγμάτευση με τους «εταίρους»/τον ESM.
Βέβαια, την διαπραγμάτευση κάθε φορά κάνει η Κυβέρνηση και όχι η Αντιπολίτευση! Όμως ήδη φαίνεται ότι από την άλλη πλευρά του λόφου – εκείνην των «εταίρων» – ωριμάζουν αντίστοιχες σκέψεις. Και μάλιστα στο πιο υψηλό επίπεδο, εκείνο της Γερμανικής Καγκελαρίας (θυμηθείτε την διατύπωση Μέρκελ: «Είμαι πολύ αισιόδοξη ότι θα βρεθεί μια καλή λύση για την Ελλάδα στο ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους») μετά και την συνάντηση Μέρκελ-Λαγκάρντ. Όσο η πλήρης παραμονή του ΔΝΤ στο μετά-το-Πρόγραμμα καθεστώς της Ελλάδας αμβλύνεται, ως ενδεχόμενο, τόσο η Γερμανία «ανακαλύπτει» την δική της την ευθύνη. Για μιαν Ελλάδα που πείσθηκε/πιέσθηκε να αναζητήσει τα υπερυψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ώστε (αν κοιτάξουμε το πράγμα από τα μάτια των «εταίρων»...) να έχει θυσιάσει προσδοκία ανάπτυξης προκειμένου να βρίσκει πόρους για αποπληρωμή τόκων το 2019-22. Διατηρώντας μεν την αρκετά ανελαστική στάση στην έγκριση πειστικών μέτρων ελάφρυνσης του χρέους – για τους γνώριμους ΓερμανοΓερμανικούς λόγους – αναζητά η Γερμανία άλλες μεθοδεύσεις ώστε να ανοίξει μια ομπρέλα (καλύτερα: ένα αλεξίπτωτο) πάνω από την Ελλάδα. Χωρίς να φέρνει στο κεφάλι της σημερινής Κυβέρνησης (που ήδη σηκώνει το βάρος της επίλυσης του Μακεδονικού, υπό τα χειροκροτήματα και με τις ευχές του διεθνούς συστήματος) μη-διαχειρίσιμο πολιτικό κόστος.
Γιατί μη-διαχειρίσιμο πολιτικά θα ήταν να μεταστραφεί η Κυβέρνηση Τσίπρα και να ζητήσει την χορήγηση προληπτικής γραμμής: βλέπετε, η PCCL δεν σου «επιβάλλεται», εσύ την ζητάς και σου χορηγείται! Και η μετάβαση Κλάους Ρέγκλινγκ – του ESM – στο Μέγαρο Μαξίμου, «κάτι» από αυτήν την προβληματική αισθανόμαστε ότι κουβάλησε.
Έτσι λοιπόν, μετά την προηγούμενη περίοδο όπου η συζήτηση ήταν για «καθαρή έξοδο»/Τσίπρας, «αρκετά καθαρή έξοδο»/Τσακαλώτος, «αυτοδύναμη έξοδο»/Τζανακόπουλο, θα μπορούσαμε τώρα να κινούμεθα στον αστερισμό της «ασφαλούς εξόδου». Παράλληλα με την υβριδική εκδοχή παρακολούθησης μετά-το-Πρόγραμμα, την θυμόσαστε κι αυτήν;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/6/2018. 

Συζητήσεις χρέους, ανάπτυξη και πολιτικές ισχύος

Καθώς, τώρα, θα χρειαστεί να περιμένουμε την ολοκλήρωση της ψήφισης στην Βουλή του τελευταίου πολυνομοσχεδίου της μνημονιακής 8ετίας – η αναβολή της εκταμίευσης από τον ESM του 1 δις, υπολοίπου της προηγούμενης αξιολόγησης που προοριζόταν για εκκαθάριση arrears του Δημοσίου προς ιδιώτες, δείχνει ήδη πόσο οι «εταίροι» θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν πρακτικές πίεσης μέχρι το τέλος-τέλος – ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίζεται και η παρασκηνιακή διαπραγμάτευση για την υπεσχημένη διευθέτηση/ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους, τρία πράγματα θα χρειαστεί να έχουν κατασταλάξει στην δημόσια συζήτηση.
Το πρώτο: όλη η κινητικότητα στο Washington Group («συζήτηση για την βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους, με την Ελλάδα απούσα») αντικείμενο έχει να δημιουργηθεί – στα χαρτιά, που αλλού; - μια τέτοια χρονοσειρά δανειακών υποχρεώσεων της χώρας (δηλαδή τόκων και χρεολυσίων: πολλά από τα δεύτερα αποτελούν εξυπηρέτηση παλαιότερων τόκων που «πάγωσαν») ώστε να μπορούν να εξυπηρετηθούν βιώσιμα από την Ελλάδα στο μέλλον. Ο Γιώργος Αργείτης, καθηγητής στο ΕΚΠΑ αλλά κυρίως επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ επισημαίνει πως η «βιώσιμη» εξυπηρέτηση – που, στην νέα λογική ακόμη και του ΔΝΤ, με το όριο 15% ή αργότερα 20% του ΑΕΠ ως ετήσια οροφή εξυπηρέτησης έχει λάβει την θέση της βιωσιμότητας ως flow αντί της οροφής του 120% του ΑΕΠ για το χρέος ως stock – μπορεί να σημαίνει «αποπληρωμή του χρέους με όρους οικονομικής και κοινωνικής προόδου».
Μπορεί όμως και να σημαίνει «διαρκή δημοσιονομική λιτότητα και συστηματική υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών». Χωρίς καν να συμμερίζεται κανείς το τελευταίο στοιχείο της δεύτερης διατύπωσης του Γ. Αργείτη (του οποίου η μελέτη «Η επόμενη φάση της κρίσης στην Ελλάδα» , σημειωτέον έχει χρηματοδότηση και Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου) δεν πρέπει να χάνει από τα μάτια του την χαώδη διαφορά μεταξύ της βιωσιμότητας χρέους μέσα από ανάπτυξη και εκείνης από δημοσιονομικά πλεονάσματα, δηλαδή λιτότητας κατά την ανάγνωση Αργείτη. Ούτως ή άλλως, πάντως, η βιωσιμότητα ενός χρέους από αναχρηματοδότησή του εις το διηνεκές – εκεί πάμε/εκεί μας πάνε με την διαφαινόμενη ρηχή ελάφρυνση χρέους – θα εξαρτηθεί από κόστος των δανειακών κεφαλαίων που θα χρειαστεί εφεξής να αντλούνται και από το ρυθμό ανάπτυξης/μεγέθυνσης που θα επιτυγχάνεται. Προσοχή όμως!
Από το κόστος δανεισμού που αληθινά θα επιτυγχάνεται – είδαμε τι σήμανε η απαρχή Ιταλικής κρίσης για τις αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων στην ρηχή ούτως ή άλλως «αγορά» τους, βλέπουμε όμως και πού θα κατευθυνθούν τα επιτόκια γενικότερα άμα πάρει μπρος το tapering της ΕΚΤ! – και από τους ρυθμούς ανάπτυξης που επίσης αληθινά θα κατορθώνονται. Και όχι απ' εκείνην την ανάπτυξη που θα βάζει σ' ένα excelόφυλλο το ΔΝΤ ή ο ESM, «για να βγουν τα νούμερα» (βιωσιμότητας ή μη-βιωσιμότητας).
Εδώ, βρισκόμαστε στο δεύτερο: είναι εύλογο, μετά από χρόνια και χρόνια υφεσιακής πορείας κάθε ένδειξη αναπτυξιακής επιστροφής στην αποξηραμένη Ελληνική οικονομία – που θα λεγε και ο Αλέκος Παπαδόπουλος – να τυγχάνει ενθουσιώδους υποδοχής. Όμως χρειάζεται και αυτοσυγκράτηση. Έτσι, το α΄3μηνο του 2018 είχε μεν όντως να εμφανίσει ένα 2,3% που χειροκροτήθηκε (όχι μόνον ανάμεσά μας: και FAZ και Handelsblatt προσήλθαν), όμως αυτό αφορούσε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2017 (όπου ανεβαίναμε από πάτο, μάλιστα τότε είχε υπάρξει ανακούφιση με ένα +0,4% αντί για συνέχιση ύφεσης, θυμηθείτε!). Όμως, η αύξηση του ΑΕΠ έναντι του αμέσως προηγούμενου 3μήνου, που έκλεισε το 2017, ήταν μόλις +0,8%. Από κει και πέρα, αρχίζουν οι εξειδικεύσεις: η εξέλιξη αυτή στηρίχθηκε εν πολλοίς στις εξαγωγές κι όχι στην (πολύ αδύναμη) καταναλωτική δαπάνη – όμως στις εξαγωγές αναζητήστε πολλά καύσιμα. Άλλο πάλι: καταγράφηκε μεγάλη πτώση στις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (-28,1%), όμως και εδώ η ιδιαιτερότητα είναι ότι υπήρξε διακύμανση στις... παραγγελίες πλοίων. Κάποια προσοχή στα αναπτυξιολογικά δεν θα έβλαπτε, λοιπόν. Τώρα, στο τρίτο: σ' όλην αυτή την ιστορία δεν θα πάψει να κυριαρχεί ο νόμος του ισχυρότερου. Δηλαδή... της Γερμανίας. Προσέξτε όμως πώς και αυτή χάνει, άμα αναμετρηθεί με μεγαλυτέρους: πανικόβλητη in full panic mode η Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία καλεί σε μονομερή κατάργηση ευρωπαϊκών δασμών (10%) επί των εισαγωγών αυτοκινήτων μην και ηρεμήσει τον Πρόεδρο Τραμπ (οι ΗΠΑ έχουν δασμούς 2,5% που ο Τραμπ σκέφτεται να αυξήσει άμεσα). Μέσα στον πανικό, λησμονήθηκε ότι οι κανόνες του ΠΟΕ αποκλείουν μονόπλευρες μειώσεις δασμών (οι Γιαπωνέζοι κοιτούν...) , αλλά και ότι η πολιτική Τραμπ δεν είναι πολιτική οικονομικών στόχων, είναι πολιτική ισχύος.
Το ίδιο – στο πολύ-πολύ μικρότερο – εφαρμόζεται και σ' εμάς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/6/2018. 

Λιγότερο αναμενόμενες/απροσδόκητες πτυχές της συζήτησης για τα αγροτικά

Ήδη το γεγονός ότι φέτος, η NΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ οργάνωσε για τρίτη φορά Αγροτικό Συνέδριο («Ο ρόλος της Ελληνικής Γεωργίας στην ανασυγκρότηση της χώρας»: ας καταγραφεί και το φιλόδοξον του τίτλου...), δείχνει ότι ο πρωτογενής τομέας διεκδικεί στην Ελλάδα του 2018 με ένταση μερίδιο της δημόσιας προσοχής – και συζήτησης.
Αλλά και το ύφος των επισήμων εισηγητών, τόσο από πλευράς της Κυβέρνησης – ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Βαγγέλης Αποστόλου και η υφυπουργός Οικονομικών Κατερίνα Πανανάτσιου – αλλά και από την Αντιπολίτευση – η βουλευτής Σερρών Φωτεινή Αραμπατζή, Τομεάρχης της Ν.Δ. επί του θέματος ή πάλιν η πρώην υπουργός Γεωργίας (επί ΠΑΣΟΚ) Κατερίνα Μπατζελή – έδειχνε ότι έχει προχωρήσει η συνειδητοποίηση πως, μέσα στην κρίση, η σημασία του πρωτογενούς τομέα όχι μόνον δεν υποχώρησε, αλλά και αυξήθηκε.
Όμως, πέρα από τις γενικές τοποθετήσεις, υπήρξαν και μερικά πολύ σημαντικά συγκεκριμένα στοιχεία που αναδύθηκαν από την συζήτηση. Πρώτον, η επόμενη, μετά το 2020 σε ισχύ (άρα «αύριο»), ΚΑΠ θα έχει όχι μόνον περιορισμένους πόρους – υπολογίζεται υποχώρηση κατά 15% -20% – αλλά και αισθητά διαφορετική λειτουργία. Δηλαδή, θα υπάρξει ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης του κλάδου βάσει του οποίου θα δίνονται οι επιδοτήσεις – αλλά, προσοχή, με βάση στόχους που θα έχουν τεθεί (και κριθεί από Βρυξέλλες) και σε συνάρτηση με την επίτευξη των στόχων αυτών (και την μέτρηση της επίτευξης τους). Αυτό σημαίνει μια ριζική οργανωτική/λειτουργική μεταβολή. Που δεν χρειάζεται απλώς να συζητηθεί ή να νομοθετηθεί, αλλά και να λειτουργήσει «επί του εδάφους». Αλλιώς... πρόσθετη απώλεια πόρων.
Αν αυτή την διάσταση ανέπτυξε ο Γ.Γ. Αγροτικής Ανάπτυξης Χαρ. Κασίμης, ο Αναπλ. Καθηγητής της Γεωπονικής Στ. Κλωνάρης έκανε μιαν αιρετική – εκ πρώτης όψεως – τοποθέτηση. Είπε ότι εκείνο για το οποίο παγίως οιμώζουμε και απελπιζόμαστε στην Ελλάδα – ο μικρός κλήρος, η οικογενειακή αγροτική μονάδα – στην νέα πραγματικότητα μπορεί μέχρι και να αποδειχθεί πλεονέκτημα. Γιατί; Διότι «υποχρεωτικά» η μη εντατική, η τοπικά κλειστή παραγωγή (και μάλιστα υπό συνθήκες κρίσης, άμα αποκλειόμενης κάθε σπατάλης εισροών...) στρέφεται στην ποιοτική γεωργία, στα προϊόντα υψηλής οικονομικής απόδοσης. Καθώς δε την ίδια στιγμή η αλλαγή πλεύσης της ΚΑΠ μακριά από την επιδοτησιακή λογική σπρώχνει προς την αγορά, δημιουργεί νέες συνθήκες.
Αυτές τις συνθήκες – εδώ οι Κασίμης και Κλωνάρης πορεύθηκαν εκ παραλλήλου – επιβάλλουν νέες προσεγγίσεις στην εμπορία. Ο σημερινός δυναμικός καταναλωτής (οι Millenials) έχει εντελώς διαφορετικές απαιτήσεις απ' ότι ο παραδοσιακός. Ενώ η μεγάλη διεκδίκηση τοπικών προϊόντων από τον τουριστικό κλάδο, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή στην Ελλάδα δεν δίνει μόνο ευκαιρίες αλλά και λειτουργεί «υποχρεωτικά» ως πίεση για σοβαρή αντιμετώπιση του μάρκετινγκ (Χαρακτηριστικό: ο τουρίστας του 5άστερου ξενοδοχείου έχει 3πλάσια δαπάνη απ' ό,τι του 4άστερου. Εκεί ακριβώς, η μεσογειακή διατροφή/η γαστρονομία έχει χώρο ανάπτυξης. Αλλά... θέλει δουλειά).
Μ' αυτές τις αιχμές, οι τοποθετήσεις του Μπένι Λιου, του Ερευνητικού Οργανισμού Γεωργίας του Ισραήλ/Παν/μίου Αριελ και του Κώστα Καραντινίνη, των Παν/μίων της Ουψάλας και του Σασκατσεβάν/Καναδά, έδειξαν τι μπορεί αληθινά να σημαίνει η ενσωμάτωση τεχνολογίας (που «έκανε το Ισραήλ από έρημο αγροτική όαση» μέσα σε 70 χρόνια) και μεθόδων εμπορίας στον αγροδιατροφικό τομέα – σε δυο απόλυτα άκρα γεωγραφίας: το Ισραήλ και την Βόρεια Ευρώπη. Αυτό το μέτωπο της άρδευσης ακριβείας μέχρι την χρήση βιολογικών τεχνολογιών αιχμής για βελτίωση της ποιότητας και των αποδόσεων με πλήρη σεβασμό της υγείας και της γεύσης μέχρι τις πρακτικές διατήρησης, μεταφοράς και διάθεσης σ' ένα όλο και πιο απαιτητικό καταναλωτή, ακούστηκαν πράγματα που σε κάνουν να ρεμβάζεις. Ή... να ξυπνάς.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr την 1/6/2018. 

Ποιος/πως ορίζει τις Ελληνικές θέσεις για τα Ευρωπαϊκά

Το να αναφέρεται κανείς - όπως επέλεξε να κάνει με αφορμή την ούτως ή άλλως γενικευτικά εορταστική Ημέρα της Ευρώπης ο Νίκος Κοτζιάς, υπουργός Εξωτερικών και συνεπώς εκφραστής της γενικότερης θέσης της Ελλάδας για τα Ευρωπαϊκά, για την συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης», για τις προτάσεις Μακρόν (και την εκκωφαντική σιγή της Γερμανίας, επι της ουσίας) κοκ - στην Ευρώπη ως «το πιο επιτυχημένο μοντέλο ειρήνης και συνεργασίας στην Ιστορία» αποτελεί σπονδή στο ασφαλές και στο αυτονόητο. Το να τοποθετείται υπέρ της «ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους και της αλληλεγγύης» είναι, θα μας επιτραπεί να πούμε, ελάχιστα πιο προχωρημένο ως θέση.
Όταν όμως ο ίδιος Νίκος Κοτζιάς έρχεται και, με Ημέρα της Ευρώπης να αγγίζει την Σύνοδο του Σουνίου των χωρών Βιζεγκραντ και Δυτικών Βαλκανίων, τοποθετείται υπέρ της «αποφυγής ενός συστήματος δυο ταχυτήτων», το πράγμα αρχίζει και προσλαμβάνει σαφώς πιο συγκεκριμένη μορφή. Όταν δε, επιπλέον, τίθεται εναντίον - θεωρώντας την «προβληματική» - της «καθιέρωσης ειδικού Προϋπολογισμού για την Ευρωζώνη», ενώ π.χ. αποδέχεται από τις συνολικές προτάσεις/εισηγήσεις Μακρόν την λογική κοινού Υπουργού Οικονομικών, από δε την συνολική συζήτηση της εποχής το ενδεχόμενο μετεξέλιξης του ESM σε «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο», τότε κανείς νομιμοποιείται (αν μη υποχρεούται) να ανακαθίσει και να αρχίσει να σκέφτεται.
Μήπως -λέμε: μήπως! - από πλευράς της σημερινής Κυβέρνησης έχει αποκρυσταλλωθεί κάτι σαν συγκροτημένη θέση για «Το Μέλλον της Ευρώπης» και δεν το πολυξέρουμε; Καθώς από πλευράς Ευκλείδη Τσακαλώτου, ο οποίος είναι ο βασικός αρμός των οικονομικών σε σχέση με την ΕΕ /την Ευρωζώνη, επικρατεί ας πούμε διακριτικότητα• καθώς και ο Γιώργος Κατρούγκαλος, αναπληρωτής υπουργός επί Ευρωπαϊκών θεμάτων, περισσότερο ασχολείται με τα απόνερα του φερώνυμου Νόμου (αφού τον άφησε επί της ουσίας όρθιο το ΣτΕ, ποιος τον πιάνει πια τον Κατρούγκαλο!) , οι τοποθετήσεις Κοτζιά μπορούν/καταλήγουν να εκλαμβάνονται ως Ελληνικές θέσεις. Καθώς δε από την Κορυφή του Ιουνίου, που θα σκύψει πάνω σ' αυτήν την προβληματική, μάς χωρίζουν κάτι σαν έξη εβδομάδες, η αναζήτηση θέσεων από μια χώρα σαν την Ελλάδα - η οποία κάποια στιγμή, όταν είχε διαφανεί «γραμμή Μακρόν - Ρέντσι - Τσίπρα», έδειξε να διεκδικεί κάτι σαν δραστήριο ρόλο με αφορμή ακριβώς τις περιπέτειές της και την πικρή εμπειρία του πειραματόζωου των ad hoc θεσμικών μηχανισμών της Ένωσης (Τρόικας, Κουαρτέτο, EFSF/ESM, ακόμη και Eurogroup, πάντως Bussels Group και Washington Group) , ο χρόνος για να δούμε σαν ποιες είναι οι Ελληνικές θέσεις κοντεύει να τελειώσει.
Η αλήθεια είναι ότι από Ευρωτοποθετήσεις στην Ελλάδα μόνον έλλειψη δεν έχουμε! Όμως, πώς να το κάνουμε, υπάρχει μια επιδερμικότητα ή/και μια σαγήνη του θεσμικού λόγου. Η οποία παρακάμπτει την ουσία, εκεί δηλαδή που το πράγμα κόβει. Τόχουμε δει πλείστες φορές με του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας τις τοποθετήσεις, όπως π.χ. με την αμφισβήτηση της νομικής υφής (και λειτουργίας) του Eurogroup οσάκις αυτό δεν μας βολεύει - δηλαδή... συχνά - ή πάλι με την πορεία προς ένταξη στην «ενωσιακή τάξη» του ESM, με μετατροπή του σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Συχνά-πυκνά δε έχουμε και από την Αξιωματική Αντιπολίτευση τοποθετήσεις, μόνο που η βαριά σκιά του Ευρωπαϊσμού του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ιδρυτή/εμπνευστή της Ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας κλπ.κλπ οδηγεί σε έναν μάλλον γενικευτικό, διακηρυκτικό, φορές-φορές γυμνασιαρχικό λόγο. Ενώ, μην αυταπατώμεθα, η συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης» έχει πολύ πρακτικό, απτό περιεχόμενο. (Εδώ να σημειώσουμε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ίσως διαισθανόμενος πού πατάει και που βρίσκεται η συζήτηση, προτιμά να μένει στα μετόπισθεν: «περισσότερη αλληλεγγύη, μεγαλύτερη συνοχή, κοινή ευθύνη προς τους λαούς [...] περισσότερη και όχι λιγότερη Ευρώπη».
Επιστροφή όμως στον λόγο Ν. Κοτζιά, αφού αυτός είναι διαθέσιμος. Δυσπιστία προς ενδεχόμενο Προϋπολογισμό Ευρωζώνης (τον οποίο κυρίως το Γερμανικό μπλοκ απορρίπτει), σημαίνει μη-αποδοχή μιας λογικής προληπτικής απόσβεσης των εξωγενών σοκ και διόρθωσης των διαρθρωτικών δυσλειτουργιών της Ευρωζώνης. Αποδοχή του κοινού υπουργού Οικονομικών σημαίνει - αν κάτι - πληρέστερη δημοσιονομική πειθαρχία. Είναι αυτές, είναι τέτοιες οι αποφασισμένες θέσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας;
«Άρνηση» πάλι του Eurogroup σημαίνει... άρνηση δεσμευτικότητας των αποφάσεών του, και των βολικών πολιτικά αποφάσεων, βέβαια! Σαν εκείνες που προσδοκά η Ελλάδα, τώρα, για την «έξοδο από τα Μνημόνια», πριν την διευθέτηση του χρέους. Λοιπόν;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 18/5/2018.

Τα φορολογικά στο προσκήνιο

Όλο και πυκνότερα έρχεται στο προσκήνιο το φορολογικό ως μείζον πρόβλημα και ως πρόκληση στην χάραξη πολιτικής στην εποχή μετά τα Μνημόνια. Δυσάρεστο να το λέει κανείς, αλλά την συζήτηση οδήγησε εν πολλοίς η έμφαση που σταθερά δίνει το ΔΝΤ στην διεύρυνση της φορολογικής βάσης – έμφαση που, διπλωματικότερα αλλά με αρκετά σαφή τρόπο, περιέλαβε και ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του κατά την εδώ επίσκεψη του χαμογελαστού Άνχελ Γκουρία: Για τον στατιστικά συνηθέστερο τύπο οικογένειας (με δυο παιδιά, έναν γονιό εργαζόμενο με μέσο μισθό), η συνολική επιβάρυνση στην Ελλάδα φθάνει το 39%, με μόνη την Γαλλία από όλη την ΕΕ να έχει βαρύτερη φορολογική πίεση (και με μέση φορολογική επιβάρυνση στις χώρες ΟΟΣΑ 26,1%), ακριβώς επειδή οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα απογειώνονται καθώς η φορολογική βάση παραμένει πεισματικά στενή.
[Αυτά δείχνουν προς την μείωση του αφορολογήτου. Που αρκετά υποκριτικά κανοναρχείται απ' όλους ότι θα πλήξει κυρίως όσους έχουν κατώτερα εισοδήματα – γιατί; Επειδή όντως η φορολόγηση, άμα αρχίζει από απολαβές 500 ευρώ τον μήνα, δαγκώνει με 22%. Όμως, για την διαφορά μεταξύ σημερινού αφορολογήτου και συμφωνημένου για μετά την 1/1/2019, η οποία θα φορολογείται για τα εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ με 37%, για τα άνω των 40.000 με 45%, έχουμε την εντύπωση ότι κινείται το αληθινό ενδιαφέρον! Γι αυτά τα εισοδήματα και για την αύξηση της φορολογικής τους πίεσης, ανεβαίνει η πολλή μηντιακή βουή – όχι για τα κατώτατα...].
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η δημόσια συζήτηση για τα φορολογικά άρχισε πλέον – ανεξάρτητα από τις σοφίες των ξένων Οργανισμών αλλά και την επιβολή των Θεσμών – να γίνεται πιο ουσιαστική. Με λιγότερη υπεραπλούστευση και με αυξανόμενη επίγνωση της οικονομικής λειτουργίας του φόρου. Παράδειγμα η προχθεσινή ημερίδα της ΙFA/Διεθνούς Ένωσης Φορολογικού Δικαίου και της Ελληνικής Εταιρείας Φορολογικού Δικαίου και Δημοσιονομικών Μελετών, που συνειδητά μίλησε για την φορολογική πολιτική ως εργαλείο που δεν μπορεί παρά να έχει μακροοικονομική στόχευση, ή πάλι αναζήτησε τις περιπτώσεις αντιαναπτυξιακής επίπτωσης συγκεκριμένων παθογενειών του συστήματος.
Πηγαίνοντας τώρα προς την κατεύθυνση των τοποθετήσεων φορέων της οικονομίας, είχαμε το Special Report του ΣΕΒ για την φορολογία, με τον αρκετά new age τίτλο «Μικρή βίβλος υπερφορολόγησης: Εκλογίκευση των φόρων – για ανάπτυξη, επενδύσεις, δουλειές και μακροχρόνια βιωσιμότητα χρέους». Ο Σύνδεσμος, εδώ, φεύγει από την γενική διεκτραγώδηση της υπερφορολόγησης και επιχειρεί να καταδείξει πώς συγκεκριμένα επενεργεί η δομή του φορολογικού συστήματος – όχι μόνον οι υψηλοί ονομαστικοί συντελεστές, δε – στην παραγωγική εργασία και την προσπάθεια μετασχηματισμού της οικονομίας, μέσω επενδύσεων
Αφού, δε, τάσσεται υπέρ της «ανταποδοτικότητας που αρμόζει σε μια χώρα της ΕΕ» και της «αποφυγής υπερβολών» τόσο όσον αφορά την φορολόγηση των νοικοκυριών όσο και εκείνη των επιχειρήσεων, προχωρεί σε βασικές προτάσεις για την φορολογική μεταχείριση των επιχειρήσεων: Σταδιακή, συνδυαστική μείωση κατά 30% των φόρων επί κερδών/μερισμάτων (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών) που «υπόσχεται» 4% αύξηση του ΑΕΠ. Εξορθολογισμό του μείγματος έμμεσων φόρων/τελών/εισφορών κοκ. Εφαρμογή φορολογικών κινήτρων ειδικά στοχευμένων στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων (υπεραποσβέσεις, μεταχείριση πνευματικής ιδιοκτησίας). «Επιθετική προώθηση» των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Συνειδητοποιώντας σε ποιου είδους δημοσιονομική στενωπό βρισκόμαστε, πάντως, ο ΣΕΒ σπεύδει να προτείνει «να μένει προς φορολόγηση σε κάθε περίπτωση [μετά τις προτάσεις αυτές] 30% από τα φορολογητέα κέρδη ετησίως».
Σύμφωνα πάλι με έρευνα του ΙΟΒΕ για την διαΝΕΟσις, όταν το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 27% από το 2008 μέχρι και το 2016, τα φορολογικά έσοδα σημείωσαν μεν κάμψη – αλλά μόνο κατά 7%! Αυτό δείχνει μια σαφή επιλογή , για αύξηση της φορολογικής πίεσης. Όχι μόνο/όχι κυρίως με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών, αλλά και με την πρακτική των «έκτακτων» φορολογικών επιβαρύνσεων (που δεν είναι τόσο ότι σχεδόν διπλασιάστηκαν, όσο ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τείνουν να μονιμοποιούνται...), και με την εισαγωγή νέων φόρων. Πάντως και οι φορολογικοί συντελεστές «πέταξαν»: το 29% της φορολόγησης των επιχειρήσεων δεν υπερβαίνει μόνο εντυπωσιακά το Βουλγαρικό 10% ή το Κυπριακό 12,5%, αλλά και τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι στο 22,5%. Οι φόροι περιουσίας – όντως ξεκινώντας από πολύ χαμηλό επίπεδο – υπερεπταπλασιάστηκαν: από 500 εκατομμύρια σε 3,6 δις. Οι φόροι στην παραγωγή (και οι ασφαλιστικές εισφορές, ειδικά μετά την εισαγωγή του «συστήματος Κατρούγκαλου») αυξήθηκαν ακόμη πιο έντονα.
Έτσι εγκαθίστανται τα φορολογικά στο προσκήνιο. Να δούμε πού θα βγει η συζήτηση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/5/2018. 

Υποκατηγορίες

  • Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας


    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο.


     

    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο. Όμως, έτσι, όπως επενδύθηκαν - με πολύ σώου, με πληθωρικές δηλώσεις, με πενιχρό πολιτικό περιεχόμενο πλην της διάθεσης κόντρας και τα κάποια στοιχεία αναδίπλωσης - οι ημέρες μετά το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών περιπλανήσεων Τσίπρα και (κυρίως!) Βαρουφάκη, αληθινά θυμίζουν το Se hace camino al andar/ Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας.
    Έτσι, με αναζήτηση ενός κάποιου περιεχομένου για την πληθωρική φόρμα, φθάσαμε στις Προγραμματικές Δηλώσεις, που κινδυνεύουν να είναι το πιο αστραπιαία μεταφραζόμενο κείμενο στην διεθνή σκηνή! Με το καημένο το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" να επιχειρείται να αποκτήσει αποτύπωση που και τους "έξω" να μην συνταράξει περισσότερο, κι εμάς τους "μέσα" να κρατήσει σε ενθουσιασμό.
    Ενώ όμως φαίνεται ότι τελικά θα καταλήξουμε και με Φόρο Επιδεικτικής Κατανάλωσης (αντί του πεζού Φόρου Πολυτελείας: ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δάκρυζε, βλέποντας υλοποίηση Thorstein Verblen) και με Ταμείο Εθνικού Πλούτου (αντί για ΤΑΙΠΕΔ: σοφή η ιδέα να συνδυαστεί η εκποίηση/αξιοποίηση με την υπόσχεση για διάσωση του Ασφαλιστικού), συν μια καμπάνια κατά των ολιγαρχών και της ("μεγάλης") φοροδιαφυγής, τα διαβολεμένα τα νούμερα δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στο EuroWorkingGroup η εξήγηση ήταν... οι Προγραμματικές που δεν είχαν αναγνωσθεί! Στο δίδυμο Eurogroup της 11ης/16ης Φεβρουαρίου, το ζήτημα κινδυνεύει να είναι σαφώς πιο δυσάρεστο (η Κορυφή της 12ης είναι ούτως ή άλλως "πολιτική"). Στην σταθερή πίεση των "εταίρων" για νούμερα, για ποσοτικοποίηση των πολιτικών όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και πειστική, η Ελληνική στάση είναι Βαρουφακική: "Give us time and give us space". Που στην πραγματικότητα έχει την ακόλουθη απόδοση: "Δώστε μας χρόνο να σκεφθούμε τι θέλουμε/Δώστε μας περιθώρια μέχρις ότου εσείς (οι "εταίροι") σκεφθείτε τι θα μπορούσατε να δώσετε/πού και πώς θα μπορούσατε να χαλαρώσετε ένα κακοσχεδιασμένο και εκ του αποτελέσματος αποτυχημένο Πρόγραμμα, στο οποίο εμείς ζούμε και πνιγόμαστε (και το βλέπετε) εδώ και 5 χρόνια".
    Στην πιεστική απαίτηση των "εταίρων" για νούμερα, για στοιχεία , η Ελληνική πλευρά αντιπαρατάσσει ενδιαφέρουσες διαβεβαιώσεις, όπως για δημοσιονομική ισορροπία, ή πάλι για (ήπιο) πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρόβλημα πού είναι; Έρχεται η δική μας διαβεβαίωση, π.χ. του τύπου: "Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα διαρρυθμιστεί χρονικά, αλλά δεν έχει και δημοσιονομική επίπτωση, άσε που θα σημάνει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, άρα... μείωση των απαιτήσεων του Ασφαλιστικού από τον Προϋπολογισμό". Η άλλη πλευρά σπεύδει να παρατηρήσει: "Ωραία, όμως έχετε υπολογίσει πόσο η αύξηση κατωτάτων θα σημάνει σε αύξηση π.χ. του επιδόματος ανεργίας; Και πόσο στα επιδόματα μητρότητας; Πόσο και πώς θα "περάσει" στον υπολογισμό των συντάξεων; Α, ναι, και με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, πώς την βλέπετε την εισπραξιμότητα;"
    Αυτού του είδους την προσέγγιση, πάτε την τώρα και απλώστε την σ' όλο το φάσμα των Προγραμματικών όπως θα μεταφράζονται σε Πρόγραμμα - όχι πλέον "Θεσσαλονίκης", αλλά "ηπίως ψαλιδισμένο" ώστε να φαντάζει συμβατό με μια συζήτηση Eurogroup...
    Ή δείτε πάλι, την προσέγγιση να ζητηθεί η συμβολική αντικατάσταση της Τρόικας - η οποία και μισήθηκε, αλλά και απέτυχε ως "ελεγκτής" - με κάτι "άλλο". Σαν στοιχείο αυτού του "άλλου" κάποια στιγμή συζητήθηκε (όχι δε μόνον στην Αθήνα) και ο ΟΟΣΑ. Τον οποίο, βέβαια, γνώρισε πρόσφατα η ελληνική κοινή γνώμη ως εμπνευστή του διαβόητου toolkit/της εργαλειοθήκης: έκανε περισσότερο κακό η συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, έτσι όπως έγινε, παρά ο,τιδήποτε άλλο στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
    Ο ΟΟΣΑ, οργανισμός με εγγενώς διακρατική υφή, ενώ έχει και γνώση και λόγο - και δεν διστάζει να εκφραστεί με σαφήνεια και ένταση - δεν έχει συσχετισθεί με την γεύση επιβολής του ΔΝΤ και των Βρυξελλών. Εχει δε πρόσφατα "γνωρίσει" (με αφορμή το toolkit) την Ελληνική πραγματικότητα απο κοντά, έχει παίξει ρόλο υποβοήθησης των συνεννοήσεων ο Γενικός Διευθυντής του Ανχελ Γκουρία, που θάναι (στις 11 Φεβρουαρίου, κι αυτός!) στην Αθήνα.
    Όμως , με εμάς να αναζητούμε τον όποιο δρόμο περπατώντας, χρειάζεται παρόμοιες τομές να τις προωθήσει η "άλλη πλευρά". Καθώς και να παρατείνει (με δική της πρωτοβουλία;) τον χρόνο που τελειώνει.
    Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

     

    Το κείμενο του Α.Δ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ  δημοσιεύτηκε στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 9.2.2015

    Καταμέτρηση Άρθρων:
    0

Σελίδα 1 από 27