Πέμπτη, 21 Ιούνιος 2018

Από την υβριδική λύση στην «ασφαλή έξοδο»

Να το έχουμε ομολογήσει: επειδή, όταν ακόμη και μετά την εκδήλωση της Ιταλικής κρίσης και το «σφίξιμο» των αγορών κεφαλαίου – αν μην μιλούμε για κλείσιμο και το γρουσουζέψουμε – για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου η κυβερνητική γραμμή παρέμεινε σταθερή υπέρ της «καθαρής εξόδου», με άρνηση της όποιας προληπτικής γραμμής στήριξης (ή άλλου, αλλιώς ονοματολογημένου προγράμματος στήριξης), είχαμε ξεμείνει με την απορία ποια ήταν η ακριβής θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Γιατί; Επειδή γινόταν βαθμιαία σαφές ότι ασφαλώς και καταγγελλόταν η Κυβέρνηση για λάθος χειρισμούς και κακό αποτέλεσμα κλπ. όμως... πρόταση για προσφυγή σε προληπτική γραμμή δεν υπήρχε από την Ν.Δ. (ο έτερος των συμμετεχόντων στην Κυβέρνηση του 2014, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, πήρε εξαρχής και κράτησε σταθερά αυτήν την στάση της διεκδίκησης προληπτικής γραμμής. Όπως και ο Γιάννης Στουρνάρας ως ΤτΕ/ΕΚΤ).
Είχαμε λοιπόν απευθυνθεί, σε κάποια συνεδριακή διοργάνωση, στον Χρήστο Σταϊκούρα, ο οποίος ως υπουργός αναπληρωτής Οικονομικών στην Κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου/Στουρνάρα (και τώρα σκιώδης Οικονομικών στην ΝΔ) είχε μια εποπτεία των πραγμάτων, να μας διευκρινίσει σαν ποια θα ήταν τελικά η θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Με πολύ προσεκτικό τρόπο, μας είχε περιγράψει ότι εκείνο που θα αποτελούσε θέση/αίτημα θα ήταν όχι προληπτική γραμμή, ούτε έξοδος χωρίς κάλυψη - αλλά «μια ασφαλής έξοδος». Με την εξειδίκευση ότι θα' πρεπε να έχει επιδιωχθεί στην τελική διαπραγμάτευση μέρος των αδιάθετων υπολοίπων του τρίτου Χρηματοδοτικού Προγράμματος των 84 δις (κάπου 27,5 δις, όχι αμελητέο 27,5 ποσό) που έχει παραμείνει διαθέσιμο στην μετά-την-έξοδο Ελλάδα. (εδώ είπαμε μια ανακρίβεια: το ποσό αυτό «φεύγει» από τις οθόνες με την λήξη του Προγράμματος).
Αυτή η θέση ξεκαθάρισε αρκετά – με τελευταίο βήμα την τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Γ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, όπου έθεσε στο τραπέζι την πρόταση ένα ποσό της τάξεως των 7-8 δις από αυτό το αδιάθετο υπόλοιπο του τρίτου Προγράμματος να διατεθεί (δηλαδή... να διεκδικηθεί από τους «εταίρους»/από τον ESM η διάθεσή του) προκειμένου να μειωθεί ισόποσα η αποστράγγιση της αγοράς με την πρακτική των repos από το Δημόσιο από ΔΕΚΟ και άλλους φορείς Γενικής Κυβέρνησης. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε να αυξηθεί η καταθετική βάση των τελευταίων στο τραπεζικό σύστημα, επιτρέποντας μιαν αύρα ρευστότητας στην οικονομία. Από την ίδια πηγή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθούν πόροι για αποπληρωμή των arrears του Δημοσίου, τα οποία βρίσκονται μεν σε συγκριτικά χαμηλό επίπεδο κάτω των 3,5 δις ευρώ (πλην αν ευρηματική λογιστική έχει κρατήσει πίσω άλλα κονδύλια...). και αυτό, προφανώς, θα απαιτούσε διαπραγμάτευση με τους «εταίρους»/τον ESM.
Βέβαια, την διαπραγμάτευση κάθε φορά κάνει η Κυβέρνηση και όχι η Αντιπολίτευση! Όμως ήδη φαίνεται ότι από την άλλη πλευρά του λόφου – εκείνην των «εταίρων» – ωριμάζουν αντίστοιχες σκέψεις. Και μάλιστα στο πιο υψηλό επίπεδο, εκείνο της Γερμανικής Καγκελαρίας (θυμηθείτε την διατύπωση Μέρκελ: «Είμαι πολύ αισιόδοξη ότι θα βρεθεί μια καλή λύση για την Ελλάδα στο ζήτημα της ελάφρυνσης του χρέους») μετά και την συνάντηση Μέρκελ-Λαγκάρντ. Όσο η πλήρης παραμονή του ΔΝΤ στο μετά-το-Πρόγραμμα καθεστώς της Ελλάδας αμβλύνεται, ως ενδεχόμενο, τόσο η Γερμανία «ανακαλύπτει» την δική της την ευθύνη. Για μιαν Ελλάδα που πείσθηκε/πιέσθηκε να αναζητήσει τα υπερυψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ώστε (αν κοιτάξουμε το πράγμα από τα μάτια των «εταίρων»...) να έχει θυσιάσει προσδοκία ανάπτυξης προκειμένου να βρίσκει πόρους για αποπληρωμή τόκων το 2019-22. Διατηρώντας μεν την αρκετά ανελαστική στάση στην έγκριση πειστικών μέτρων ελάφρυνσης του χρέους – για τους γνώριμους ΓερμανοΓερμανικούς λόγους – αναζητά η Γερμανία άλλες μεθοδεύσεις ώστε να ανοίξει μια ομπρέλα (καλύτερα: ένα αλεξίπτωτο) πάνω από την Ελλάδα. Χωρίς να φέρνει στο κεφάλι της σημερινής Κυβέρνησης (που ήδη σηκώνει το βάρος της επίλυσης του Μακεδονικού, υπό τα χειροκροτήματα και με τις ευχές του διεθνούς συστήματος) μη-διαχειρίσιμο πολιτικό κόστος.
Γιατί μη-διαχειρίσιμο πολιτικά θα ήταν να μεταστραφεί η Κυβέρνηση Τσίπρα και να ζητήσει την χορήγηση προληπτικής γραμμής: βλέπετε, η PCCL δεν σου «επιβάλλεται», εσύ την ζητάς και σου χορηγείται! Και η μετάβαση Κλάους Ρέγκλινγκ – του ESM – στο Μέγαρο Μαξίμου, «κάτι» από αυτήν την προβληματική αισθανόμαστε ότι κουβάλησε.
Έτσι λοιπόν, μετά την προηγούμενη περίοδο όπου η συζήτηση ήταν για «καθαρή έξοδο»/Τσίπρας, «αρκετά καθαρή έξοδο»/Τσακαλώτος, «αυτοδύναμη έξοδο»/Τζανακόπουλο, θα μπορούσαμε τώρα να κινούμεθα στον αστερισμό της «ασφαλούς εξόδου». Παράλληλα με την υβριδική εκδοχή παρακολούθησης μετά-το-Πρόγραμμα, την θυμόσαστε κι αυτήν;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/6/2018. 

Συζητήσεις χρέους, ανάπτυξη και πολιτικές ισχύος

Καθώς, τώρα, θα χρειαστεί να περιμένουμε την ολοκλήρωση της ψήφισης στην Βουλή του τελευταίου πολυνομοσχεδίου της μνημονιακής 8ετίας – η αναβολή της εκταμίευσης από τον ESM του 1 δις, υπολοίπου της προηγούμενης αξιολόγησης που προοριζόταν για εκκαθάριση arrears του Δημοσίου προς ιδιώτες, δείχνει ήδη πόσο οι «εταίροι» θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν πρακτικές πίεσης μέχρι το τέλος-τέλος – ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίζεται και η παρασκηνιακή διαπραγμάτευση για την υπεσχημένη διευθέτηση/ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους, τρία πράγματα θα χρειαστεί να έχουν κατασταλάξει στην δημόσια συζήτηση.
Το πρώτο: όλη η κινητικότητα στο Washington Group («συζήτηση για την βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους, με την Ελλάδα απούσα») αντικείμενο έχει να δημιουργηθεί – στα χαρτιά, που αλλού; - μια τέτοια χρονοσειρά δανειακών υποχρεώσεων της χώρας (δηλαδή τόκων και χρεολυσίων: πολλά από τα δεύτερα αποτελούν εξυπηρέτηση παλαιότερων τόκων που «πάγωσαν») ώστε να μπορούν να εξυπηρετηθούν βιώσιμα από την Ελλάδα στο μέλλον. Ο Γιώργος Αργείτης, καθηγητής στο ΕΚΠΑ αλλά κυρίως επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ επισημαίνει πως η «βιώσιμη» εξυπηρέτηση – που, στην νέα λογική ακόμη και του ΔΝΤ, με το όριο 15% ή αργότερα 20% του ΑΕΠ ως ετήσια οροφή εξυπηρέτησης έχει λάβει την θέση της βιωσιμότητας ως flow αντί της οροφής του 120% του ΑΕΠ για το χρέος ως stock – μπορεί να σημαίνει «αποπληρωμή του χρέους με όρους οικονομικής και κοινωνικής προόδου».
Μπορεί όμως και να σημαίνει «διαρκή δημοσιονομική λιτότητα και συστηματική υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών». Χωρίς καν να συμμερίζεται κανείς το τελευταίο στοιχείο της δεύτερης διατύπωσης του Γ. Αργείτη (του οποίου η μελέτη «Η επόμενη φάση της κρίσης στην Ελλάδα» , σημειωτέον έχει χρηματοδότηση και Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου) δεν πρέπει να χάνει από τα μάτια του την χαώδη διαφορά μεταξύ της βιωσιμότητας χρέους μέσα από ανάπτυξη και εκείνης από δημοσιονομικά πλεονάσματα, δηλαδή λιτότητας κατά την ανάγνωση Αργείτη. Ούτως ή άλλως, πάντως, η βιωσιμότητα ενός χρέους από αναχρηματοδότησή του εις το διηνεκές – εκεί πάμε/εκεί μας πάνε με την διαφαινόμενη ρηχή ελάφρυνση χρέους – θα εξαρτηθεί από κόστος των δανειακών κεφαλαίων που θα χρειαστεί εφεξής να αντλούνται και από το ρυθμό ανάπτυξης/μεγέθυνσης που θα επιτυγχάνεται. Προσοχή όμως!
Από το κόστος δανεισμού που αληθινά θα επιτυγχάνεται – είδαμε τι σήμανε η απαρχή Ιταλικής κρίσης για τις αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων στην ρηχή ούτως ή άλλως «αγορά» τους, βλέπουμε όμως και πού θα κατευθυνθούν τα επιτόκια γενικότερα άμα πάρει μπρος το tapering της ΕΚΤ! – και από τους ρυθμούς ανάπτυξης που επίσης αληθινά θα κατορθώνονται. Και όχι απ' εκείνην την ανάπτυξη που θα βάζει σ' ένα excelόφυλλο το ΔΝΤ ή ο ESM, «για να βγουν τα νούμερα» (βιωσιμότητας ή μη-βιωσιμότητας).
Εδώ, βρισκόμαστε στο δεύτερο: είναι εύλογο, μετά από χρόνια και χρόνια υφεσιακής πορείας κάθε ένδειξη αναπτυξιακής επιστροφής στην αποξηραμένη Ελληνική οικονομία – που θα λεγε και ο Αλέκος Παπαδόπουλος – να τυγχάνει ενθουσιώδους υποδοχής. Όμως χρειάζεται και αυτοσυγκράτηση. Έτσι, το α΄3μηνο του 2018 είχε μεν όντως να εμφανίσει ένα 2,3% που χειροκροτήθηκε (όχι μόνον ανάμεσά μας: και FAZ και Handelsblatt προσήλθαν), όμως αυτό αφορούσε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2017 (όπου ανεβαίναμε από πάτο, μάλιστα τότε είχε υπάρξει ανακούφιση με ένα +0,4% αντί για συνέχιση ύφεσης, θυμηθείτε!). Όμως, η αύξηση του ΑΕΠ έναντι του αμέσως προηγούμενου 3μήνου, που έκλεισε το 2017, ήταν μόλις +0,8%. Από κει και πέρα, αρχίζουν οι εξειδικεύσεις: η εξέλιξη αυτή στηρίχθηκε εν πολλοίς στις εξαγωγές κι όχι στην (πολύ αδύναμη) καταναλωτική δαπάνη – όμως στις εξαγωγές αναζητήστε πολλά καύσιμα. Άλλο πάλι: καταγράφηκε μεγάλη πτώση στις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (-28,1%), όμως και εδώ η ιδιαιτερότητα είναι ότι υπήρξε διακύμανση στις... παραγγελίες πλοίων. Κάποια προσοχή στα αναπτυξιολογικά δεν θα έβλαπτε, λοιπόν. Τώρα, στο τρίτο: σ' όλην αυτή την ιστορία δεν θα πάψει να κυριαρχεί ο νόμος του ισχυρότερου. Δηλαδή... της Γερμανίας. Προσέξτε όμως πώς και αυτή χάνει, άμα αναμετρηθεί με μεγαλυτέρους: πανικόβλητη in full panic mode η Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία καλεί σε μονομερή κατάργηση ευρωπαϊκών δασμών (10%) επί των εισαγωγών αυτοκινήτων μην και ηρεμήσει τον Πρόεδρο Τραμπ (οι ΗΠΑ έχουν δασμούς 2,5% που ο Τραμπ σκέφτεται να αυξήσει άμεσα). Μέσα στον πανικό, λησμονήθηκε ότι οι κανόνες του ΠΟΕ αποκλείουν μονόπλευρες μειώσεις δασμών (οι Γιαπωνέζοι κοιτούν...) , αλλά και ότι η πολιτική Τραμπ δεν είναι πολιτική οικονομικών στόχων, είναι πολιτική ισχύος.
Το ίδιο – στο πολύ-πολύ μικρότερο – εφαρμόζεται και σ' εμάς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/6/2018. 

Λιγότερο αναμενόμενες/απροσδόκητες πτυχές της συζήτησης για τα αγροτικά

Ήδη το γεγονός ότι φέτος, η NΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ οργάνωσε για τρίτη φορά Αγροτικό Συνέδριο («Ο ρόλος της Ελληνικής Γεωργίας στην ανασυγκρότηση της χώρας»: ας καταγραφεί και το φιλόδοξον του τίτλου...), δείχνει ότι ο πρωτογενής τομέας διεκδικεί στην Ελλάδα του 2018 με ένταση μερίδιο της δημόσιας προσοχής – και συζήτησης.
Αλλά και το ύφος των επισήμων εισηγητών, τόσο από πλευράς της Κυβέρνησης – ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Βαγγέλης Αποστόλου και η υφυπουργός Οικονομικών Κατερίνα Πανανάτσιου – αλλά και από την Αντιπολίτευση – η βουλευτής Σερρών Φωτεινή Αραμπατζή, Τομεάρχης της Ν.Δ. επί του θέματος ή πάλιν η πρώην υπουργός Γεωργίας (επί ΠΑΣΟΚ) Κατερίνα Μπατζελή – έδειχνε ότι έχει προχωρήσει η συνειδητοποίηση πως, μέσα στην κρίση, η σημασία του πρωτογενούς τομέα όχι μόνον δεν υποχώρησε, αλλά και αυξήθηκε.
Όμως, πέρα από τις γενικές τοποθετήσεις, υπήρξαν και μερικά πολύ σημαντικά συγκεκριμένα στοιχεία που αναδύθηκαν από την συζήτηση. Πρώτον, η επόμενη, μετά το 2020 σε ισχύ (άρα «αύριο»), ΚΑΠ θα έχει όχι μόνον περιορισμένους πόρους – υπολογίζεται υποχώρηση κατά 15% -20% – αλλά και αισθητά διαφορετική λειτουργία. Δηλαδή, θα υπάρξει ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης του κλάδου βάσει του οποίου θα δίνονται οι επιδοτήσεις – αλλά, προσοχή, με βάση στόχους που θα έχουν τεθεί (και κριθεί από Βρυξέλλες) και σε συνάρτηση με την επίτευξη των στόχων αυτών (και την μέτρηση της επίτευξης τους). Αυτό σημαίνει μια ριζική οργανωτική/λειτουργική μεταβολή. Που δεν χρειάζεται απλώς να συζητηθεί ή να νομοθετηθεί, αλλά και να λειτουργήσει «επί του εδάφους». Αλλιώς... πρόσθετη απώλεια πόρων.
Αν αυτή την διάσταση ανέπτυξε ο Γ.Γ. Αγροτικής Ανάπτυξης Χαρ. Κασίμης, ο Αναπλ. Καθηγητής της Γεωπονικής Στ. Κλωνάρης έκανε μιαν αιρετική – εκ πρώτης όψεως – τοποθέτηση. Είπε ότι εκείνο για το οποίο παγίως οιμώζουμε και απελπιζόμαστε στην Ελλάδα – ο μικρός κλήρος, η οικογενειακή αγροτική μονάδα – στην νέα πραγματικότητα μπορεί μέχρι και να αποδειχθεί πλεονέκτημα. Γιατί; Διότι «υποχρεωτικά» η μη εντατική, η τοπικά κλειστή παραγωγή (και μάλιστα υπό συνθήκες κρίσης, άμα αποκλειόμενης κάθε σπατάλης εισροών...) στρέφεται στην ποιοτική γεωργία, στα προϊόντα υψηλής οικονομικής απόδοσης. Καθώς δε την ίδια στιγμή η αλλαγή πλεύσης της ΚΑΠ μακριά από την επιδοτησιακή λογική σπρώχνει προς την αγορά, δημιουργεί νέες συνθήκες.
Αυτές τις συνθήκες – εδώ οι Κασίμης και Κλωνάρης πορεύθηκαν εκ παραλλήλου – επιβάλλουν νέες προσεγγίσεις στην εμπορία. Ο σημερινός δυναμικός καταναλωτής (οι Millenials) έχει εντελώς διαφορετικές απαιτήσεις απ' ότι ο παραδοσιακός. Ενώ η μεγάλη διεκδίκηση τοπικών προϊόντων από τον τουριστικό κλάδο, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή στην Ελλάδα δεν δίνει μόνο ευκαιρίες αλλά και λειτουργεί «υποχρεωτικά» ως πίεση για σοβαρή αντιμετώπιση του μάρκετινγκ (Χαρακτηριστικό: ο τουρίστας του 5άστερου ξενοδοχείου έχει 3πλάσια δαπάνη απ' ό,τι του 4άστερου. Εκεί ακριβώς, η μεσογειακή διατροφή/η γαστρονομία έχει χώρο ανάπτυξης. Αλλά... θέλει δουλειά).
Μ' αυτές τις αιχμές, οι τοποθετήσεις του Μπένι Λιου, του Ερευνητικού Οργανισμού Γεωργίας του Ισραήλ/Παν/μίου Αριελ και του Κώστα Καραντινίνη, των Παν/μίων της Ουψάλας και του Σασκατσεβάν/Καναδά, έδειξαν τι μπορεί αληθινά να σημαίνει η ενσωμάτωση τεχνολογίας (που «έκανε το Ισραήλ από έρημο αγροτική όαση» μέσα σε 70 χρόνια) και μεθόδων εμπορίας στον αγροδιατροφικό τομέα – σε δυο απόλυτα άκρα γεωγραφίας: το Ισραήλ και την Βόρεια Ευρώπη. Αυτό το μέτωπο της άρδευσης ακριβείας μέχρι την χρήση βιολογικών τεχνολογιών αιχμής για βελτίωση της ποιότητας και των αποδόσεων με πλήρη σεβασμό της υγείας και της γεύσης μέχρι τις πρακτικές διατήρησης, μεταφοράς και διάθεσης σ' ένα όλο και πιο απαιτητικό καταναλωτή, ακούστηκαν πράγματα που σε κάνουν να ρεμβάζεις. Ή... να ξυπνάς.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr την 1/6/2018. 

Ποιος/πως ορίζει τις Ελληνικές θέσεις για τα Ευρωπαϊκά

Το να αναφέρεται κανείς - όπως επέλεξε να κάνει με αφορμή την ούτως ή άλλως γενικευτικά εορταστική Ημέρα της Ευρώπης ο Νίκος Κοτζιάς, υπουργός Εξωτερικών και συνεπώς εκφραστής της γενικότερης θέσης της Ελλάδας για τα Ευρωπαϊκά, για την συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης», για τις προτάσεις Μακρόν (και την εκκωφαντική σιγή της Γερμανίας, επι της ουσίας) κοκ - στην Ευρώπη ως «το πιο επιτυχημένο μοντέλο ειρήνης και συνεργασίας στην Ιστορία» αποτελεί σπονδή στο ασφαλές και στο αυτονόητο. Το να τοποθετείται υπέρ της «ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους και της αλληλεγγύης» είναι, θα μας επιτραπεί να πούμε, ελάχιστα πιο προχωρημένο ως θέση.
Όταν όμως ο ίδιος Νίκος Κοτζιάς έρχεται και, με Ημέρα της Ευρώπης να αγγίζει την Σύνοδο του Σουνίου των χωρών Βιζεγκραντ και Δυτικών Βαλκανίων, τοποθετείται υπέρ της «αποφυγής ενός συστήματος δυο ταχυτήτων», το πράγμα αρχίζει και προσλαμβάνει σαφώς πιο συγκεκριμένη μορφή. Όταν δε, επιπλέον, τίθεται εναντίον - θεωρώντας την «προβληματική» - της «καθιέρωσης ειδικού Προϋπολογισμού για την Ευρωζώνη», ενώ π.χ. αποδέχεται από τις συνολικές προτάσεις/εισηγήσεις Μακρόν την λογική κοινού Υπουργού Οικονομικών, από δε την συνολική συζήτηση της εποχής το ενδεχόμενο μετεξέλιξης του ESM σε «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο», τότε κανείς νομιμοποιείται (αν μη υποχρεούται) να ανακαθίσει και να αρχίσει να σκέφτεται.
Μήπως -λέμε: μήπως! - από πλευράς της σημερινής Κυβέρνησης έχει αποκρυσταλλωθεί κάτι σαν συγκροτημένη θέση για «Το Μέλλον της Ευρώπης» και δεν το πολυξέρουμε; Καθώς από πλευράς Ευκλείδη Τσακαλώτου, ο οποίος είναι ο βασικός αρμός των οικονομικών σε σχέση με την ΕΕ /την Ευρωζώνη, επικρατεί ας πούμε διακριτικότητα• καθώς και ο Γιώργος Κατρούγκαλος, αναπληρωτής υπουργός επί Ευρωπαϊκών θεμάτων, περισσότερο ασχολείται με τα απόνερα του φερώνυμου Νόμου (αφού τον άφησε επί της ουσίας όρθιο το ΣτΕ, ποιος τον πιάνει πια τον Κατρούγκαλο!) , οι τοποθετήσεις Κοτζιά μπορούν/καταλήγουν να εκλαμβάνονται ως Ελληνικές θέσεις. Καθώς δε από την Κορυφή του Ιουνίου, που θα σκύψει πάνω σ' αυτήν την προβληματική, μάς χωρίζουν κάτι σαν έξη εβδομάδες, η αναζήτηση θέσεων από μια χώρα σαν την Ελλάδα - η οποία κάποια στιγμή, όταν είχε διαφανεί «γραμμή Μακρόν - Ρέντσι - Τσίπρα», έδειξε να διεκδικεί κάτι σαν δραστήριο ρόλο με αφορμή ακριβώς τις περιπέτειές της και την πικρή εμπειρία του πειραματόζωου των ad hoc θεσμικών μηχανισμών της Ένωσης (Τρόικας, Κουαρτέτο, EFSF/ESM, ακόμη και Eurogroup, πάντως Bussels Group και Washington Group) , ο χρόνος για να δούμε σαν ποιες είναι οι Ελληνικές θέσεις κοντεύει να τελειώσει.
Η αλήθεια είναι ότι από Ευρωτοποθετήσεις στην Ελλάδα μόνον έλλειψη δεν έχουμε! Όμως, πώς να το κάνουμε, υπάρχει μια επιδερμικότητα ή/και μια σαγήνη του θεσμικού λόγου. Η οποία παρακάμπτει την ουσία, εκεί δηλαδή που το πράγμα κόβει. Τόχουμε δει πλείστες φορές με του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας τις τοποθετήσεις, όπως π.χ. με την αμφισβήτηση της νομικής υφής (και λειτουργίας) του Eurogroup οσάκις αυτό δεν μας βολεύει - δηλαδή... συχνά - ή πάλι με την πορεία προς ένταξη στην «ενωσιακή τάξη» του ESM, με μετατροπή του σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Συχνά-πυκνά δε έχουμε και από την Αξιωματική Αντιπολίτευση τοποθετήσεις, μόνο που η βαριά σκιά του Ευρωπαϊσμού του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ιδρυτή/εμπνευστή της Ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας κλπ.κλπ οδηγεί σε έναν μάλλον γενικευτικό, διακηρυκτικό, φορές-φορές γυμνασιαρχικό λόγο. Ενώ, μην αυταπατώμεθα, η συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης» έχει πολύ πρακτικό, απτό περιεχόμενο. (Εδώ να σημειώσουμε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ίσως διαισθανόμενος πού πατάει και που βρίσκεται η συζήτηση, προτιμά να μένει στα μετόπισθεν: «περισσότερη αλληλεγγύη, μεγαλύτερη συνοχή, κοινή ευθύνη προς τους λαούς [...] περισσότερη και όχι λιγότερη Ευρώπη».
Επιστροφή όμως στον λόγο Ν. Κοτζιά, αφού αυτός είναι διαθέσιμος. Δυσπιστία προς ενδεχόμενο Προϋπολογισμό Ευρωζώνης (τον οποίο κυρίως το Γερμανικό μπλοκ απορρίπτει), σημαίνει μη-αποδοχή μιας λογικής προληπτικής απόσβεσης των εξωγενών σοκ και διόρθωσης των διαρθρωτικών δυσλειτουργιών της Ευρωζώνης. Αποδοχή του κοινού υπουργού Οικονομικών σημαίνει - αν κάτι - πληρέστερη δημοσιονομική πειθαρχία. Είναι αυτές, είναι τέτοιες οι αποφασισμένες θέσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας;
«Άρνηση» πάλι του Eurogroup σημαίνει... άρνηση δεσμευτικότητας των αποφάσεών του, και των βολικών πολιτικά αποφάσεων, βέβαια! Σαν εκείνες που προσδοκά η Ελλάδα, τώρα, για την «έξοδο από τα Μνημόνια», πριν την διευθέτηση του χρέους. Λοιπόν;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 18/5/2018.

Τα φορολογικά στο προσκήνιο

Όλο και πυκνότερα έρχεται στο προσκήνιο το φορολογικό ως μείζον πρόβλημα και ως πρόκληση στην χάραξη πολιτικής στην εποχή μετά τα Μνημόνια. Δυσάρεστο να το λέει κανείς, αλλά την συζήτηση οδήγησε εν πολλοίς η έμφαση που σταθερά δίνει το ΔΝΤ στην διεύρυνση της φορολογικής βάσης – έμφαση που, διπλωματικότερα αλλά με αρκετά σαφή τρόπο, περιέλαβε και ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του κατά την εδώ επίσκεψη του χαμογελαστού Άνχελ Γκουρία: Για τον στατιστικά συνηθέστερο τύπο οικογένειας (με δυο παιδιά, έναν γονιό εργαζόμενο με μέσο μισθό), η συνολική επιβάρυνση στην Ελλάδα φθάνει το 39%, με μόνη την Γαλλία από όλη την ΕΕ να έχει βαρύτερη φορολογική πίεση (και με μέση φορολογική επιβάρυνση στις χώρες ΟΟΣΑ 26,1%), ακριβώς επειδή οι φορολογικοί συντελεστές στην Ελλάδα απογειώνονται καθώς η φορολογική βάση παραμένει πεισματικά στενή.
[Αυτά δείχνουν προς την μείωση του αφορολογήτου. Που αρκετά υποκριτικά κανοναρχείται απ' όλους ότι θα πλήξει κυρίως όσους έχουν κατώτερα εισοδήματα – γιατί; Επειδή όντως η φορολόγηση, άμα αρχίζει από απολαβές 500 ευρώ τον μήνα, δαγκώνει με 22%. Όμως, για την διαφορά μεταξύ σημερινού αφορολογήτου και συμφωνημένου για μετά την 1/1/2019, η οποία θα φορολογείται για τα εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ με 37%, για τα άνω των 40.000 με 45%, έχουμε την εντύπωση ότι κινείται το αληθινό ενδιαφέρον! Γι αυτά τα εισοδήματα και για την αύξηση της φορολογικής τους πίεσης, ανεβαίνει η πολλή μηντιακή βουή – όχι για τα κατώτατα...].
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η δημόσια συζήτηση για τα φορολογικά άρχισε πλέον – ανεξάρτητα από τις σοφίες των ξένων Οργανισμών αλλά και την επιβολή των Θεσμών – να γίνεται πιο ουσιαστική. Με λιγότερη υπεραπλούστευση και με αυξανόμενη επίγνωση της οικονομικής λειτουργίας του φόρου. Παράδειγμα η προχθεσινή ημερίδα της ΙFA/Διεθνούς Ένωσης Φορολογικού Δικαίου και της Ελληνικής Εταιρείας Φορολογικού Δικαίου και Δημοσιονομικών Μελετών, που συνειδητά μίλησε για την φορολογική πολιτική ως εργαλείο που δεν μπορεί παρά να έχει μακροοικονομική στόχευση, ή πάλι αναζήτησε τις περιπτώσεις αντιαναπτυξιακής επίπτωσης συγκεκριμένων παθογενειών του συστήματος.
Πηγαίνοντας τώρα προς την κατεύθυνση των τοποθετήσεων φορέων της οικονομίας, είχαμε το Special Report του ΣΕΒ για την φορολογία, με τον αρκετά new age τίτλο «Μικρή βίβλος υπερφορολόγησης: Εκλογίκευση των φόρων – για ανάπτυξη, επενδύσεις, δουλειές και μακροχρόνια βιωσιμότητα χρέους». Ο Σύνδεσμος, εδώ, φεύγει από την γενική διεκτραγώδηση της υπερφορολόγησης και επιχειρεί να καταδείξει πώς συγκεκριμένα επενεργεί η δομή του φορολογικού συστήματος – όχι μόνον οι υψηλοί ονομαστικοί συντελεστές, δε – στην παραγωγική εργασία και την προσπάθεια μετασχηματισμού της οικονομίας, μέσω επενδύσεων
Αφού, δε, τάσσεται υπέρ της «ανταποδοτικότητας που αρμόζει σε μια χώρα της ΕΕ» και της «αποφυγής υπερβολών» τόσο όσον αφορά την φορολόγηση των νοικοκυριών όσο και εκείνη των επιχειρήσεων, προχωρεί σε βασικές προτάσεις για την φορολογική μεταχείριση των επιχειρήσεων: Σταδιακή, συνδυαστική μείωση κατά 30% των φόρων επί κερδών/μερισμάτων (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών εισφορών) που «υπόσχεται» 4% αύξηση του ΑΕΠ. Εξορθολογισμό του μείγματος έμμεσων φόρων/τελών/εισφορών κοκ. Εφαρμογή φορολογικών κινήτρων ειδικά στοχευμένων στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων (υπεραποσβέσεις, μεταχείριση πνευματικής ιδιοκτησίας). «Επιθετική προώθηση» των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Συνειδητοποιώντας σε ποιου είδους δημοσιονομική στενωπό βρισκόμαστε, πάντως, ο ΣΕΒ σπεύδει να προτείνει «να μένει προς φορολόγηση σε κάθε περίπτωση [μετά τις προτάσεις αυτές] 30% από τα φορολογητέα κέρδη ετησίως».
Σύμφωνα πάλι με έρευνα του ΙΟΒΕ για την διαΝΕΟσις, όταν το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 27% από το 2008 μέχρι και το 2016, τα φορολογικά έσοδα σημείωσαν μεν κάμψη – αλλά μόνο κατά 7%! Αυτό δείχνει μια σαφή επιλογή , για αύξηση της φορολογικής πίεσης. Όχι μόνο/όχι κυρίως με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών, αλλά και με την πρακτική των «έκτακτων» φορολογικών επιβαρύνσεων (που δεν είναι τόσο ότι σχεδόν διπλασιάστηκαν, όσο ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τείνουν να μονιμοποιούνται...), και με την εισαγωγή νέων φόρων. Πάντως και οι φορολογικοί συντελεστές «πέταξαν»: το 29% της φορολόγησης των επιχειρήσεων δεν υπερβαίνει μόνο εντυπωσιακά το Βουλγαρικό 10% ή το Κυπριακό 12,5%, αλλά και τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι στο 22,5%. Οι φόροι περιουσίας – όντως ξεκινώντας από πολύ χαμηλό επίπεδο – υπερεπταπλασιάστηκαν: από 500 εκατομμύρια σε 3,6 δις. Οι φόροι στην παραγωγή (και οι ασφαλιστικές εισφορές, ειδικά μετά την εισαγωγή του «συστήματος Κατρούγκαλου») αυξήθηκαν ακόμη πιο έντονα.
Έτσι εγκαθίστανται τα φορολογικά στο προσκήνιο. Να δούμε πού θα βγει η συζήτηση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/5/2018. 

Πίσω από την πρώτη ανάγνωση

Έπεσε στην μέση κάπου ανάμεσα στον απόηχο της επίσκεψης Γιουνκέρ και εκείνον της αντίστοιχης Γκουρία στην Αθήνα, κι έτσι αμβλύνθηκε η επίπτωσή του στην δημόσια συζήτηση για τα επόμενα βήματα προς την «έξοδο από την εποχή των Μνημονίων». Ο λόγος για την παρουσίαση της – πρώτης για το 2018 – Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Ελληνική οικονομία, που πάντα αφήνει πίσω της ένα χρήσιμο αναλυτικό ίχνος, όμως αυτή την φορά οι συνθήκες είναι ιδιαίτερες.
Επειδή αναφερθήκαμε στις επισκέψεις Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ και Άνχελ Γκουρία, οι δηλώσεις του πρώτου για «εκπληκτική δημοσιονομική απόδοση της οικονομίας» και για «κάθε προσπάθεια ώστε η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια να είναι η πιο καθαρή έξοδος» και του Γκουρία ότι «είσθε σε πλατφόρμα εκτόξευσης» και «ήρθε η ώρα για ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους (μαζί και με το «Η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με πεφωτισμένες ηγεσίες») συνοδεύθηκαν και από πιο ανηφορικές επισημάνσεις.
Ήδη ο Πρόεδρος της Επιτροπής τόνισε το «όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα» αναφερόμενος στην ολοκλήρωση της τρέχουσας/τέταρτης αξιολόγησης, κυρίως όμως απηύθυνε έκκληση (που, ενώπιον της Βουλής πήρε και κάπως μελοδραματικό χαρακτήρα) «μην αφήσετε να πάνε χαμένα τα αποτελέσματα των έως τώρα προσπαθειών και θυσιών». Ενώ ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, μαζί με τα καλά λόγια και την αναγνώριση και τις προσδοκίες επέδωσε στον Αλέξη Τσίπρα και την εκ 188 σελίδων Έκθεση του Οργανισμού (με φωτισμένη Ακρόπολη σε εξώφυλλο), η οποία επαναφέρει την δυσλειτουργία των υπερυψηλών φορολογικών συντελεστών με στενή φορολογική βάση. τονίζει το πρόβλημα εισπραξιμότητας των φόρων. ενισχύει μεν την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά χωρίς αυτόματη επεκτασιμότητα των συμβάσεων. ζητά αύξηση κατά 3 ή 4 χρόνια της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης.
Κάναμε αυτήν την υπενθύμιση των τοποθετήσεων των «έξω», για να σταθούμε στο φόντο που προσφέρει για την συζήτηση των επόμενων εβδομάδων η Τριμηνιαία του «δικού μας» ΙΟΒΕ. Την οποία εισάγοντας ο Πρόεδρός του Τάκης Αθανασόπουλος εξήγησε ότι ασφαλώς πληθαίνουν οι θετικές ενδείξεις για σταθεροποίηση της κατάστασης και για βελτίωση των προοπτικών της οικονομίας, παρατηρώντας μολαταύτα ότι «απέχουμε παρασάγγας από το επιθυμητό». Γι αυτόν, η επιτάχυνση του βηματισμού είναι απαραίτητη προκειμένου να ξαναρχίσει μια σύγκλιση της Ελληνικής οικονομίας με τις Ευρωπαϊκές «πράγμα που επιτυγχάνεται με ρυθμούς ανάπτυξης 3% και 4% ετησίως», και η δημόσια συζήτηση «να φύγει από το ψευδοδίλημμα «καθαρή έξοδος» ή προληπτική γραμμή στήριξης».
Στην κυρίως παρουσίαση επιδόσεων και προοπτικών από την Έκθεση, επισημάνθηκε η συνεχιζόμενη θετική κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά με κόκκινο φωτάκι να αναβοσβήνει και με τις γεωπολιτικές εντάσεις και με την επέκταση του προστατευτισμού, καθώς και με την υπερθέρμανση ανεπτυγμένων οικονομιών. Στην δική μας μικρή αυλή, η ανάπτυξη επιταχύνει – το τελευταίο 3μηνο του 2017 πήγε με +1,9% για σύνολο έτους 1,4%, με μεγάλο μέρος να ανάγεται στις επενδύσεις πλην όμως κυρίως από την κατηγορία «μεταφορικού εξοπλισμού» – πλοία – ή πάλι από την δημιουργία αποθεμάτων. Η κατανάλωση ακόμη σέρνεται. Επίσης καταγράφηκε η ιδιαίτερη επίδοση σε πρωτογενές πλεόνασμα, πλην όμως προερχόμενη το 2017 από πλεόνασμα στην Κοινωνική Ασφάλιση (όπου «δαγκώνει» η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου). Και στις δυο πλευρές, δηλαδή, η θετική καταγραφή έχει μιαν επιφύλαξη στην ουρά. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος, πάντως, που καταρτίζει το ΙΟΒΕ – και ο οποίος λειτουργεί αξιόπιστα ως πρόδρομο σημάδι της εξέλιξης του ΑΕΠ – ανακάμπτει αισθητά στο τελευταίο διάστημα...
Το σκηνικό αυτό επιτρέπει τις θετικές προοπτικές για το 2018, με το ΑΕΠ να προχωράει με βάση μικρή άνοδο της κατανάλωσης και σοβαρότερη επενδυτική δραστηριότητα (επενδύσεις τις οποίες «τραβάει» η εξαγωγική δραστηριότητα, κινήσεις που συνδέονται με τις αποκρατικοποιήσεις, κάποιο ξεκλείδωμα του ΠΔΕ) , καθώς και συνδυασμός των εξαγωγών με την ήδη αισθητή τουριστική άνοδο. Εδώ, όμως, η παρατήρηση του Νίκου Βέττα, Γεν. Διευθυντή του ΙΟΒΕ, για την σχετική υποχώρηση των προσδοκιών ανόδου του ΑΕΠ (γύρω στο 2% έναντι 2,5%) ότι αυτή ισοδυναμεί με κάτι σαν 40.000 θέσεις εργασίας, θα έπρεπε να παρακουνήσει. Ομοίως, η παρατήρηση για χαλάρωση των προσπαθειών για μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη, που κινδυνεύει «να περιμένει την επόμενη κρίση»: η προσδοκία ότι το Ελληνικό ζήτημα θα απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή εξέλιξη χάνει σε πειστικότητα.
Μια τελευταία επισήμανση του Ν. Βέττα αξίζει ακόμη μεγαλύτερη προσοχή: η απεμπόληση του ενδεχόμενου οποιασδήποτε προληπτικής γραμμής πίστωσης από την Ελλάδα, απαλλάσσει τους «εταίρους» από οποιανδήποτε συνευθύνη τους για τα 8 χρόνια Μνημονίων και «διάσωσης». Ενδιαφέρον, κι αυτό.
Έπεσε στην μέση κάπου ανάμεσα στον απόηχο της επίσκεψης Γιουνκέρ και εκείνον της αντίστοιχης Γκουρία στην Αθήνα, κι έτσι αμβλύνθηκε η επίπτωσή του στην δημόσια συζήτηση για τα επόμενα βήματα προς την «έξοδο από την εποχή των Μνημονίων». Ο λόγος για την παρουσίαση της – πρώτης για το 2018 – Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Ελληνική οικονομία, που πάντα αφήνει πίσω της ένα χρήσιμο αναλυτικό ίχνος, όμως αυτή την φορά οι συνθήκες είναι ιδιαίτερες.
Επειδή αναφερθήκαμε στις επισκέψεις Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ και Άνχελ Γκουρία, οι δηλώσεις του πρώτου για «εκπληκτική δημοσιονομική απόδοση της οικονομίας» και για «κάθε προσπάθεια ώστε η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια να είναι η πιο καθαρή έξοδος» και του Γκουρία ότι «είσθε σε πλατφόρμα εκτόξευσης» και «ήρθε η ώρα για ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους (μαζί και με το «Η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με πεφωτισμένες ηγεσίες») συνοδεύθηκαν και από πιο ανηφορικές επισημάνσεις.
Ήδη ο Πρόεδρος της Επιτροπής τόνισε το «όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα» αναφερόμενος στην ολοκλήρωση της τρέχουσας/τέταρτης αξιολόγησης, κυρίως όμως απηύθυνε έκκληση (που, ενώπιον της Βουλής πήρε και κάπως μελοδραματικό χαρακτήρα) «μην αφήσετε να πάνε χαμένα τα αποτελέσματα των έως τώρα προσπαθειών και θυσιών». Ενώ ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, μαζί με τα καλά λόγια και την αναγνώριση και τις προσδοκίες επέδωσε στον Αλέξη Τσίπρα και την εκ 188 σελίδων Έκθεση του Οργανισμού (με φωτισμένη Ακρόπολη σε εξώφυλλο), η οποία επαναφέρει την δυσλειτουργία των υπερυψηλών φορολογικών συντελεστών με στενή φορολογική βάση. τονίζει το πρόβλημα εισπραξιμότητας των φόρων. ενισχύει μεν την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά χωρίς αυτόματη επεκτασιμότητα των συμβάσεων. ζητά αύξηση κατά 3 ή 4 χρόνια της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης.
Κάναμε αυτήν την υπενθύμιση των τοποθετήσεων των «έξω», για να σταθούμε στο φόντο που προσφέρει για την συζήτηση των επόμενων εβδομάδων η Τριμηνιαία του «δικού μας» ΙΟΒΕ. Την οποία εισάγοντας ο Πρόεδρός του Τάκης Αθανασόπουλος εξήγησε ότι ασφαλώς πληθαίνουν οι θετικές ενδείξεις για σταθεροποίηση της κατάστασης και για βελτίωση των προοπτικών της οικονομίας, παρατηρώντας μολαταύτα ότι «απέχουμε παρασάγγας από το επιθυμητό». Γι αυτόν, η επιτάχυνση του βηματισμού είναι απαραίτητη προκειμένου να ξαναρχίσει μια σύγκλιση της Ελληνικής οικονομίας με τις Ευρωπαϊκές «πράγμα που επιτυγχάνεται με ρυθμούς ανάπτυξης 3% και 4% ετησίως», και η δημόσια συζήτηση «να φύγει από το ψευδοδίλημμα «καθαρή έξοδος» ή προληπτική γραμμή στήριξης».
Στην κυρίως παρουσίαση επιδόσεων και προοπτικών από την Έκθεση, επισημάνθηκε η συνεχιζόμενη θετική κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά με κόκκινο φωτάκι να αναβοσβήνει και με τις γεωπολιτικές εντάσεις και με την επέκταση του προστατευτισμού, καθώς και με την υπερθέρμανση ανεπτυγμένων οικονομιών. Στην δική μας μικρή αυλή, η ανάπτυξη επιταχύνει – το τελευταίο 3μηνο του 2017 πήγε με +1,9% για σύνολο έτους 1,4%, με μεγάλο μέρος να ανάγεται στις επενδύσεις πλην όμως κυρίως από την κατηγορία «μεταφορικού εξοπλισμού» – πλοία – ή πάλι από την δημιουργία αποθεμάτων. Η κατανάλωση ακόμη σέρνεται. Επίσης καταγράφηκε η ιδιαίτερη επίδοση σε πρωτογενές πλεόνασμα, πλην όμως προερχόμενη το 2017 από πλεόνασμα στην Κοινωνική Ασφάλιση (όπου «δαγκώνει» η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου). Και στις δυο πλευρές, δηλαδή, η θετική καταγραφή έχει μιαν επιφύλαξη στην ουρά. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος, πάντως, που καταρτίζει το ΙΟΒΕ – και ο οποίος λειτουργεί αξιόπιστα ως πρόδρομο σημάδι της εξέλιξης του ΑΕΠ – ανακάμπτει αισθητά στο τελευταίο διάστημα...
Το σκηνικό αυτό επιτρέπει τις θετικές προοπτικές για το 2018, με το ΑΕΠ να προχωράει με βάση μικρή άνοδο της κατανάλωσης και σοβαρότερη επενδυτική δραστηριότητα (επενδύσεις τις οποίες «τραβάει» η εξαγωγική δραστηριότητα, κινήσεις που συνδέονται με τις αποκρατικοποιήσεις, κάποιο ξεκλείδωμα του ΠΔΕ) , καθώς και συνδυασμός των εξαγωγών με την ήδη αισθητή τουριστική άνοδο. Εδώ, όμως, η παρατήρηση του Νίκου Βέττα, Γεν. Διευθυντή του ΙΟΒΕ, για την σχετική υποχώρηση των προσδοκιών ανόδου του ΑΕΠ (γύρω στο 2% έναντι 2,5%) ότι αυτή ισοδυναμεί με κάτι σαν 40.000 θέσεις εργασίας, θα έπρεπε να παρακουνήσει. Ομοίως, η παρατήρηση για χαλάρωση των προσπαθειών για μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη, που κινδυνεύει «να περιμένει την επόμενη κρίση»: η προσδοκία ότι το Ελληνικό ζήτημα θα απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή εξέλιξη χάνει σε πειστικότητα.
Μια τελευταία επισήμανση του Ν. Βέττα αξίζει ακόμη μεγαλύτερη προσοχή: η απεμπόληση του ενδεχόμενου οποιασδήποτε προληπτικής γραμμής πίστωσης από την Ελλάδα, απαλλάσσει τους «εταίρους» από οποιανδήποτε συνευθύνη τους για τα 8 χρόνια Μνημονίων και «διάσωσης». Ενδιαφέρον, κι αυτό.
Έπεσε στην μέση κάπου ανάμεσα στον απόηχο της επίσκεψης Γιουνκέρ και εκείνον της αντίστοιχης Γκουρία στην Αθήνα, κι έτσι αμβλύνθηκε η επίπτωσή του στην δημόσια συζήτηση για τα επόμενα βήματα προς την «έξοδο από την εποχή των Μνημονίων». Ο λόγος για την παρουσίαση της – πρώτης για το 2018 – Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Ελληνική οικονομία, που πάντα αφήνει πίσω της ένα χρήσιμο αναλυτικό ίχνος, όμως αυτή την φορά οι συνθήκες είναι ιδιαίτερες.
Επειδή αναφερθήκαμε στις επισκέψεις Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ και Άνχελ Γκουρία, οι δηλώσεις του πρώτου για «εκπληκτική δημοσιονομική απόδοση της οικονομίας» και για «κάθε προσπάθεια ώστε η έξοδος της Ελλάδας από τα μνημόνια να είναι η πιο καθαρή έξοδος» και του Γκουρία ότι «είσθε σε πλατφόρμα εκτόξευσης» και «ήρθε η ώρα για ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους (μαζί και με το «Η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με πεφωτισμένες ηγεσίες») συνοδεύθηκαν και από πιο ανηφορικές επισημάνσεις.
Ήδη ο Πρόεδρος της Επιτροπής τόνισε το «όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα» αναφερόμενος στην ολοκλήρωση της τρέχουσας/τέταρτης αξιολόγησης, κυρίως όμως απηύθυνε έκκληση (που, ενώπιον της Βουλής πήρε και κάπως μελοδραματικό χαρακτήρα) «μην αφήσετε να πάνε χαμένα τα αποτελέσματα των έως τώρα προσπαθειών και θυσιών». Ενώ ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, μαζί με τα καλά λόγια και την αναγνώριση και τις προσδοκίες επέδωσε στον Αλέξη Τσίπρα και την εκ 188 σελίδων Έκθεση του Οργανισμού (με φωτισμένη Ακρόπολη σε εξώφυλλο), η οποία επαναφέρει την δυσλειτουργία των υπερυψηλών φορολογικών συντελεστών με στενή φορολογική βάση. τονίζει το πρόβλημα εισπραξιμότητας των φόρων. ενισχύει μεν την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά χωρίς αυτόματη επεκτασιμότητα των συμβάσεων. ζητά αύξηση κατά 3 ή 4 χρόνια της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης.
Κάναμε αυτήν την υπενθύμιση των τοποθετήσεων των «έξω», για να σταθούμε στο φόντο που προσφέρει για την συζήτηση των επόμενων εβδομάδων η Τριμηνιαία του «δικού μας» ΙΟΒΕ. Την οποία εισάγοντας ο Πρόεδρός του Τάκης Αθανασόπουλος εξήγησε ότι ασφαλώς πληθαίνουν οι θετικές ενδείξεις για σταθεροποίηση της κατάστασης και για βελτίωση των προοπτικών της οικονομίας, παρατηρώντας μολαταύτα ότι «απέχουμε παρασάγγας από το επιθυμητό». Γι αυτόν, η επιτάχυνση του βηματισμού είναι απαραίτητη προκειμένου να ξαναρχίσει μια σύγκλιση της Ελληνικής οικονομίας με τις Ευρωπαϊκές «πράγμα που επιτυγχάνεται με ρυθμούς ανάπτυξης 3% και 4% ετησίως», και η δημόσια συζήτηση «να φύγει από το ψευδοδίλημμα «καθαρή έξοδος» ή προληπτική γραμμή στήριξης».
Στην κυρίως παρουσίαση επιδόσεων και προοπτικών από την Έκθεση, επισημάνθηκε η συνεχιζόμενη θετική κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά με κόκκινο φωτάκι να αναβοσβήνει και με τις γεωπολιτικές εντάσεις και με την επέκταση του προστατευτισμού, καθώς και με την υπερθέρμανση ανεπτυγμένων οικονομιών. Στην δική μας μικρή αυλή, η ανάπτυξη επιταχύνει – το τελευταίο 3μηνο του 2017 πήγε με +1,9% για σύνολο έτους 1,4%, με μεγάλο μέρος να ανάγεται στις επενδύσεις πλην όμως κυρίως από την κατηγορία «μεταφορικού εξοπλισμού» – πλοία – ή πάλι από την δημιουργία αποθεμάτων. Η κατανάλωση ακόμη σέρνεται. Επίσης καταγράφηκε η ιδιαίτερη επίδοση σε πρωτογενές πλεόνασμα, πλην όμως προερχόμενη το 2017 από πλεόνασμα στην Κοινωνική Ασφάλιση (όπου «δαγκώνει» η μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου). Και στις δυο πλευρές, δηλαδή, η θετική καταγραφή έχει μιαν επιφύλαξη στην ουρά. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος, πάντως, που καταρτίζει το ΙΟΒΕ – και ο οποίος λειτουργεί αξιόπιστα ως πρόδρομο σημάδι της εξέλιξης του ΑΕΠ – ανακάμπτει αισθητά στο τελευταίο διάστημα...
Το σκηνικό αυτό επιτρέπει τις θετικές προοπτικές για το 2018, με το ΑΕΠ να προχωράει με βάση μικρή άνοδο της κατανάλωσης και σοβαρότερη επενδυτική δραστηριότητα (επενδύσεις τις οποίες «τραβάει» η εξαγωγική δραστηριότητα, κινήσεις που συνδέονται με τις αποκρατικοποιήσεις, κάποιο ξεκλείδωμα του ΠΔΕ) , καθώς και συνδυασμός των εξαγωγών με την ήδη αισθητή τουριστική άνοδο. Εδώ, όμως, η παρατήρηση του Νίκου Βέττα, Γεν. Διευθυντή του ΙΟΒΕ, για την σχετική υποχώρηση των προσδοκιών ανόδου του ΑΕΠ (γύρω στο 2% έναντι 2,5%) ότι αυτή ισοδυναμεί με κάτι σαν 40.000 θέσεις εργασίας, θα έπρεπε να παρακουνήσει. Ομοίως, η παρατήρηση για χαλάρωση των προσπαθειών για μεταρρύθμιση στην Ευρωζώνη, που κινδυνεύει «να περιμένει την επόμενη κρίση»: η προσδοκία ότι το Ελληνικό ζήτημα θα απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή εξέλιξη χάνει σε πειστικότητα.
Μια τελευταία επισήμανση του Ν. Βέττα αξίζει ακόμη μεγαλύτερη προσοχή: η απεμπόληση του ενδεχόμενου οποιασδήποτε προληπτικής γραμμής πίστωσης από την Ελλάδα, απαλλάσσει τους «εταίρους» από οποιανδήποτε συνευθύνη τους για τα 8 χρόνια Μνημονίων και «διάσωσης». Ενδιαφέρον, κι αυτό.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/5/2018. 

Ο μετεωρολόγος, οι Ινδιάνοι, το Eurogroup – και ο ΣΕΒ

Eίναι κατά πάσαν πιθανότητα το καλύτερο υλικό για να εισαγάγει στην συζήτηση του Ελληνικού ζητήματος στο Eurogroup της Σόφιας (όπως αυτή προκύπτει μετά τα τελευταία βήματα: EuroWorking Group, Washington Group – τα γνωστά), ένα ανέκδοτο που λένε οι Αμερικανοί σε ακαδημαϊκούς κύκλους αναφερόμενοι στο τι αποτελεί «πρόβλεψη». Το συλλέξαμε στο περιθώριο του διήμερου Συνεδρίου του ΣΕΒ για το μέλλον των επενδύσεων, οπότε θα επιχειρήσουμε να συνδέσουμε τους δυο κόσμους.
Πρώτα το ανέκδοτο: ήταν, λέει, κάποτε ένας φημισμένος μετεωρολόγος, μέχρι και στην τηλεόραση έβγαινε και ανέλυε τις προβλέψεις του. Τον πλησίασαν ένα φθινόπωρο κάτι Ινδιάνοι (που ακριβώς τον είχαν δει και τον είχαν θαυμάσει) και τον ρώτησαν τι καιρό θα κάνει τον χειμώνα που ερχόταν. «Κρύο, πολύ κρύο» τους απάντησε. Τον άκουσαν με περίσκεψη μερικοί απ' αυτούς και, σιγά-σιγά, άρχισαν να μαζεύουν ξύλα για τον χειμώνα. Όπως προχωρούσαν οι βδομάδες, πήγαν κάποιοι πάλι και τον ξαναρώτησαν: «Πολύ βαρύς χειμώνας, βλέπω νάρχεται», απάντησε εκείνος. Ακόμη περισσότεροι Ινδιάνοι ξεκίνησαν να μαζεύουν ξύλα, οι αυλές έξω από τα σπίτια του καταυλισμού ή τα τίπις τους άλλαξαν όψη. Καθώς έμπαινε πια ο χειμώνας, ξαναπήγαν και τον ξαναρώτησαν: «Πολύ-πολύ κρύο, πρωτοφανής βαρυχειμωνιά θα ΄λεγα», απήντησε εκείνος. Οι Ινδιάνοι τον άκουσαν εντυπωσιασμένοι τον ρώτησαν λοιπόν τον μετεωρολόγο: «Μα πώς προκύπτει τόσο βαριά πρόγνωση;» Αφοπλιστικός εκείνος, τους αποκρίθηκε: «Δεν βλέπετε που όλες οι αυλές είναι γεμάτες ξύλα για τον χειμώνα; Βαρύ κρύο αναμένεται, ξεκάθαρο!».
Κάπως έτσι έρχεται να διαμορφωθεί το σκηνικό για την συζήτηση της μετάβασης από την τέταρτη/τελευταία αξιολόγηση του Μνημονίου-3 στην Σόφια (σύμφωνα με τον «αξιωματούχο της Ευρωζώνης» ενόψει Σόφιας «αποτελεί πρόκληση, αλλά είναι εφικτή» η ολοκλήρωση εντός Μαΐου) και τα επόμενα – τελευταία κι αυτά – βήματα προς συμφωνία για διευθέτηση του Ελληνικού χρέους. Ο τρόπος με τον οποίο ο μετεωρολόγος – ο σοφός και προβεβλημένος εμπειρογνώμων του ανεκδότου –, δηλαδή το ΔΝΤ και όποιος άλλος επενδύει με επιστημοσύνη προβλέψεων για το πρωτογενές πλεόνασμα και για τους ρυθμούς ανάπτυξης σε βάθος χρόνου την πολιτικότατη συζήτηση, αληθινά φέρνει πικρό χαμόγελο. Καθώς μάλιστα στην συζήτηση θα μπει – με βάση το «ολιστικό αναπτυξιακό σχέδιο» που θα παρουσιάσει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος – η αληθινά μακροπρόθεσμη προοπτική της χώρας, αλλά και η «ουσιώδης ελάφρυνση» χρέους/substantial debt relief, που το ΔΝΤ χρειάζεται προκειμένου να θέσει την δική του σφραγίδα βιωσιμότητας, οι δε διαβόητες αγορές προκειμένου να ... διαβάσουν την εν λόγω σφραγίδα, η λογική των προβλέψεων/αυτεπιβεβαιούμενων ή αυτοϋπονομευόμενων προφητειών πραγματικά φέρνουν σε κάτι από ανέκδοτο.
Την προσπάθεια να προσγειώσει την συζήτηση σε κάτι πιο χειροπιαστό, μέσα από το loop της ανάπτυξης, επιχείρησε να θέσει στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης η διημερίδα του ΣΕΒ για το επενδυτικό μέλλον της Ελληνικής οικονομίας – «Σχεδιάζουμε το μέλλον με επενδύσεις: Κερδίζουμε στον διεθνή ανταγωνισμό με πρακτικές λύσεις».
Στην αρκετά δουλεμένη αυτή προσπάθεια, στηριγμένη και σε toolkit προτάσεων/best practices της Deloitte, και σε προσέγγιση της Boston Consulting στις start-ups, προσπάθεια που κάνει την θεμελιώδη επισήμανση ότι μόνο με ένα επενδυτικό σοκ θα αποκτήσει η συζήτηση για επανεκκίνηση της οικονομίας νόημα, το ενδιαφέρον αιχμαλώτισε – αναμενόμενο! – μια διασταυρωμένη αντιπαράθεση θέσεων Γ. Δραγασάκη/Κυρ. Μητσοτάκη. Ο πρώτος μετά από μιαν αρκετά εποικοδομητική ανάλυση για «αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος» και για αύξηση του ρόλου της μεταποίησης στην οικονομία, με την ατάκα «τα κέρδη που βγαίνουν στην Ελλάδα πρέπει να μένουν στην Ελλάδα [...] σε περιόδους ανόδου τα κέρδη φεύγουν στο εξωτερικό και σε περιόδους κρίσεων δεν επιστρέφουν», θύμισε Γεράσιμο Αρσένη με την ιστορική επίκριση προς τον ΣΕΒ για την επενδυτική αποχή της εποχής με το: «κακαρίζετε, αλλά αυγά δεν κάνετε».
Ο δεύτερος δήλωσε έτοιμος να γίνει ο ίδιος «ιεραπόστολος για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων». Κατά τα αναμενόμενα, άσκησε δριμεία κριτική στην στάση της Κυβέρνησης απέναντι στις επενδύσεις, την οποία χαρακτήρισε «διστακτική – μαγκωμένη – προσχηματική», ενώ ο ίδιος υιοθέτησε τον στόχο 100 δις (πρόσθετων) επενδύσεων σε ορίζοντα 7ετιας.
Καλή η διασταύρωση ξιφών/αντιπαράθεση θέσεων. Όμως, από την διοργάνωση του ΣΕΒ θα τείναμε να κρατήσουμε – για μιαν ακόμη φορά! – την ανάλυση του Νίκου Χριστοδουλάκη για το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε στην οικονομία. Και στην έκκληση να μεθοδευθεί με κάποιον τρόπο η επανασυζήτηση/επαναδιαπραγμάτευση των υπερυψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Έτσι ώστε να σταθούν σε ένα 2% με το πρόσθετο 1,5% δημοσιονομικού χώρου να πηγαίνει για χρηματοδότηση μιας ουσιαστικής επενδυτικής επανεκκίνησης. Τέτοια όμως...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 26/4/2018. 

Τι θα πει «τράπεζα»

Όταν, λοιπόν, θα έχει ολοκληρωθεί με το καλό κι αυτό το γύμνασμα των stress tests επί των Ελληνικών συστημικών τραπεζών – για τις οποίες όλο και πιο φορτικά διακινείται η πληροφορία/εκτίμηση/διαρροή ότι «θα περάσουν χωρίς να βραχούν» (από ανάγκες κεφαλαιακής ενίσχυσης, εννοείται) – και όταν πλέον το σύστημα εποπτείας ΕΚΤ/SSM/ΤτΕ θα έχει καταδείξει την ανεξαρτησία του στην πράξη από τις αμφιβολίες ΔΝΤ, τότε θα αρχίσει στα σοβαρά η προσέγγιση του εναπομένοντος βουνού των «κόκκινων δανείων».
Τα οποία έχουν όντως υποχωρήσει τελευταίως, με την διακριτική βοήθεια και των δειγμάτων πλειστηριασμών που έφεραν δυο κύματα στρατηγικών κακοπληρωτών (θα επανέλθουμε) στις φιλικές τράπεζες, να κάνουν ρυθμίσεις, να μάθουν τα balloon κοκ. Όμως και πάλι παραμένουν, σε ύψος μόλις κάτω των 100 δις, σε ύψος κάτι σαν 84% των εναπομενουσών καταθέσεων στις Ελληνικές τράπεζες, ή, άμα κανείς δεχθεί το μέτρημα Στουρνάρα/ΤτΕ για τα «ρευστά κάτω από το στρώμα» για κάτι σαν 3.000 ευρώ ανά Έλληνα: ενδιαφέρον!, σε ένα 64% των συνολικών διαθεσίμων.
Πάντως, τα εν λόγω «κόκκινα δάνεια» θα έχει αποδειχθεί, με ευρωπαϊκή σφραγίδα, ότι δεν κλονίζουν την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό μας σύστημα. (Άλλωστε, οι πάντα σεβαστοί οίκοι αξιολόγησης φιλοδώρησαν επ' εσχάτων το γενικό αξιόχρεο/το baseline credit assessment με Caa 2 κατά Moody's – με των εγγυημένων ομολόγων τους σ' ένα ΒΒ – ενώ σε CCC+ η S&P,με κάτι καλύτερο στην βραχυπρόθεσμη προοπτική, δε).
Τούτων δοθέντων, γιατί να ξαναξεκινάει η συζήτηση για νέα προσέγγιση στο άγος των NPLs/NPEs; Μια πρώτη , σχετικά ειλικρινής απάντηση, θα ήταν επειδή μετά το αξιοπρόσεκτο ξεκίνημα της πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού («του Κουρμούση», από το όνομα του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Φώτη Κουρμούση ο οποίος όντως έκανε Ηράκλειο άθλο προκειμένου να στηθεί όρθιος ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων, να πούμε όλη την ονομασία. να γίνει γνωστός και οικείος στους ενδιαφερομένους. να «τραβήξει» ήδη το ενδιαφέρον 110.000 επιχειρήσεων, με επιδίωξη ένταξης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα στις 17.000), αυτή λοιπόν η διαδικασία δείχνει να κόλλησε. Υπό την έννοια ότι μέχρι Μάρτιο η πλήρης υποβολή προχώρησε για κάπου 700 περιπτώσεις, λόγω των αυστηρών κριτηρίων επιλεξιμότητας. Κυρίως όμως... οι επιτευχθείσες συμφωνίες ρύθμισης βρίσκονται στις δυο ντουζίνες.
Μια πιο ουσιαστική απάντηση έχει ευθεία αναφορά στις ίδιες τις τράπεζες. Στο πώς δηλαδή λειτουργούν. Έτσι, στο ίδιο τον εξωδικαστικό μηχανισμό, οσάκις προσέρχονται τράπεζες και μάλιστα περισσότερες – θυμίζουμε ότι «μπαίνει» και Δημόσιο, Ασφαλιστικά Ταμεία και λοιποί πιστωτές – οι προτάσεις/αντιπροτάσεις είναι τόσο σφιχτές, ώστε να οδηγούν σε αδιέξοδο. Αντανάκλαση, αυτή, της πρακτικής των – πολλών – τελευταίων χρόνων όπου (με το ανθρώπινο, κατανοητό αλλά πολλές φορές και προσχηματικό επιχείρημα «δεν θα πάρω εγώ την ευθύνη») η τραπεζική διαχείριση των κόκκινων δανείων έγκειται στην χρονοτριβή. στην αναπάντητη πρόταση ή προτάσεις των επιχειρήσεων. Και στην πορεία προς συμβιβασμό μόνο μετά την επίσπευση πλειστηριασμών. Γι αυτό στο σημείωμα της Πέμπτης 5/4 επισημαίναμε ιδιαίτερα την προσέγγιση του υποδιοικητή της ΤτΕ Θόδωρου Μητράκου για πρόσθετα κριτήρια στην αξιολόγηση συμβιβαστικών ρυθμίσεων, όπως η διατήρηση της λειτουργίας/βιωσιμότητα με επιχειρηματική ματιά, αλλά και η διάσωση θέσεων εργασίας.
Εδώ ίσως χρειάζεται και μια ειλικρινέστερη, ματιά στο φαινόμενο των «στρατηγικών κακοπληρωτών». Υπάρχει μια ολόκληρη στρώση όπου η διάσταση του «στρατηγικού» κινδυνεύει να έχει προκύψει ακριβώς από την στάση των τραπεζών. Όταν ξέρεις ότι θα βρεις τοίχο, όταν βλέπεις τι γίνεται παραπέρα, τότε η απόφαση να επιχειρήσεις να επιζήσεις όσο γίνεται «και βλέπουμε» κινδυνεύει να αποτελεί ορθολογική στάση. Που δεν – ΔΕΝ – λευκαίνει τις όχι λίγες περιπτώσεις κυνικής συμπεριφοράς επιχειρηματιών, αλλά...
Όταν λοιπόν θα αρχίσουμε να ακούμε για πυκνές συσκέψεις Τράπεζας της Ελλάδος και ΤΧΣ (που διέπραξε και σχετική μελέτη) και Ένωσης Τραπεζών και θα μάθουμε ότι η πρακτική της πώλησης δανείων θα δημιουργήσει υπερκέρδη στους αγοραστές/εξειδικευμένα funds, ή πάλιν ότι οι τιτλοποιήσεις πακέτων δανείων δεν βρίσκουν πολλούς πρόθυμους, ενώ η παραμονή των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην διαχείριση των τραπεζών θα ήταν καλύτερη λύση αλλά... χρειάζεται κρατική/μεταΜνημονιακή ενίσχυση, κι εδώ η DGComp θα κλωτσήσει – όταν αυτά θα ακούμε, θα προέχει ένα ερώτημα. Τι είναι «τράπεζα» σήμερα;
Γιατί αν «τράπεζα» είναι πλέον κάτι που μόνον ζητάει χαρτιά και άλλα χαρτιά σαν Εφορία με το πρόσχημα της compliance. αν είναι κάτι που προεχόντως φροντίζει να σπρώχνει μακριά την ευθύνη. αν με άλλα λόγια ζει με λογική προ του 1990, έ τότε όλη αυτή η συζήτηση θα είναι προσχηματική.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/4/2018. 

Η επαναφορά των συναινέσεων

Μιλούσαμε στο σημείωμα της περασμένης Δευτέρας, 2 Απριλίου, για δυο –αναπόδραστες – παράλληλες πορείες που ανοίγονται μπροστά μας.
Η πρώτη είναι το πλαίσιο το οποίο, ενσωματωμένο στο Μεσοπρόθεσμο που θα κληθεί να μας πάει μέχρι και το 2022, θα έρθει να κουμπώσει στους σχεδιασμούς της «μετά τα Μνημόνια» πορείας. Είτε «καθαρή/αυτοδύναμη έξοδος», είτε με κάτι σαν «προληπτικό Πρόγραμμα/προληπτική πιστοληπτική γραμμή» (και στις δυο περιπτώσεις, υπάρχει η δυνατότητα να μπει η θεωρούμενη ως κατάλληλη ταμπελίτσα: σ' αυτά η νομενκλατούρα των Βρυξελλών ιδίως είναι ασυναγώνιστη: ήδη οι αναφορές σε «υβριδικό σχήμα επιτήρησης» θάπρεπε να έχουν προϊδεάσει σχετικώς).
Η δεύτερη είναι η συνεχιζόμενη ανηφόρα αντιμετώπισης των «κόκκινων δανείων» με υπόκρουση τα stress tests των συστημικών τραπεζών, που μάλιστα συνειδητοποιείται ότι εντάσσονται σε κάτι ευρύτερο: την αντιμετώπιση, συνολικά, του ιδιωτικού χρέους.
Και στις δυο αυτές πορείες θα ήταν λογική – ψέματα, ακόμη περισσότερο: θα ήταν πολύτιμη! – η επαναφορά του σπάνιου εκείνου στοιχείου που είναι στην ωραία μας χώρα οι συναινέσεις. Μάλιστα, παρ' ολίγον οι συναινέσεις αυτές να μας είχαν «φορεθεί» από έξω, από τους «εταίρους» της Ελλάδας που λειτούργησαν τα χρόνια αυτά ως Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος νέας εποχής (που όμως σε κάθε στροφή φέρνει μνήμες πρώτου ημίσεος 20ου αιώνα, μετά το 1897 και δια του Μεσοπολέμου και της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών μέχρι την Νομισματική Επιτροπή και τους επιτηρητές του Σχεδίου Μάρσαλ). Ήδη όμως τα πράγματα πάνε αλλιώς.
Όταν, μέχρι το γύρισμα του χρόνου, φαινόταν ότι η «μετά τα Μνημόνια» πορεία της Ελληνικής οικονομίας θα χρειαζόταν πλαισίωση και ότι – ταυτόχρονα – η με κλιμάκωση προαπαιτούμενων/conditionality χορήγηση της ελάφρυνσης χρέους, το ενδεχόμενο να ζητηθεί/υποδειχθεί στην Ελλάδα να συγκεντρώσει ευρύτερη πολιτική στήριξη το εσωτερικό, ώστε να μπορέσει ένα τέτοιο σχήμα να περάσει στα Κοινοβούλια των Κρατών, μελών ήταν ενεργό. Και μάλιστα όταν – όπως τώρα-τώρα – βρισκόμαστε στην τελευταία ευθεία με την πρόταση ESM-Γαλλίας για οροφή αποπληρωμών των δανείων της Ελλάδας στο 1,5% του ΑΕΠ άμα η ανάπτυξη δεν «τραβάει» πάνω από το 3-3,5%, ή για πλαφόν 2% στο ύψος των επιτοκίων που κουβαλάει ο δανεισμός μας.
Όπως όμως ήρθε σταδιακά το πράγμα, μετά π.χ. και την ναφθαλινοποίηση Σόιμπλε, μετά και το ακατεύθυντο των Ιταλικών εκλογών, μετά και τον αποσυντονισμό της συζήτησης για «Το Μέλλον της Ευρώπης», από την τάση εκείνη για πλαισίωση της Ελλάδας περνάμε ταχύτατα σε μια λογική «άντε με το καλό να φύγετε από την Ευρωπαϊκή στήριξη, να πορευθείτε τα επόμενα χρόνια [με το cash buffer να πηγαίνει μέχρι το 2020] και βλέπετε/και βλέπουμε την συνέχεια!». Καθώς, λοιπόν, το κλίμα στην ωραία μας χώρα μόνον προς συναίνεση δεν πήγε – το αντίθετο: ακόμη και σε σημεία όπου υπήρχε σύγκλιση όπως το Μακεδονικό ή η συνταγματική αναθεώρηση άνοιξε νέο χάσμα – βολεύτηκαν και οι «εταίροι». Κατευθυνόμαστε συναινετικά στην ανάληψη του μέγιστου ρίσκου (πώς θα πάνε οι αγορές – πώς θα αποτιμηθεί η πορεία διακυβέρνησης μέσα σε διαδοχή εκλογικών αναμετρήσεων – πώς θα διαμορφωθεί τελικά ο αριθμός ανάπτυξης της οικονομίας) με την ελάχιστη δυνατή κάλυψη /προληπτική στήριξη... Με κάποια conditionality, βέβαια, συν κάποια ενδεχόμενη ρήτρα μη-αναστρεψιμότητας των μεταρρυθμίσεων των έως τώρα Μνημονίων. Που θα σημάνουν «υποχρεωτική συναίνεση» από μέρους όποιας Κυβέρνησης κρατήσει τα αναμμένα κάρβουνα της Ελληνικής οικονομίας τα επόμενα 4-5 χρόνια. Βέβαια, αν ήταν να προχωρήσει η συζήτηση για προσγείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2022 σε κάτι λογικότερο από το συμφωνημένο αλλά και τραυματιστικό 3,5%, κάποια εσωτερική συναίνεση θα χρειαζόταν για να στηθεί μέτωπο προς τους έξω: άλλωστε ήδη Μητσοτάκης και Στουρνάρας και π.χ. Χριστοδουλάκης έχουν βρεθεί σ' αυτήν την γραμμή...
Αν όμως πάμε για μια στιγμή και στην άλλη πλευρά του Ελληνικού προβλήματος, εκείνη των «κόκκινων δανείων»/του ιδιωτικού χρέους, αν εξασφαλιζόταν μια ευρύτερη συναίνεση θα ήταν λυσιτελέστερη η διεκδίκηση καλύτερης πορείας. Πριν λίγες μόνο ημέρες (στις «Ν» της 28 Μαρτίου) ο υποδιοικητής της ΤτΕ Θόδωρος Μητράκος επεσήμαινε στους Πλ. Τσούλο/Π. Κακούρη την σημασία του να κοιταχτεί «αλλιώς» το θέμα της αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων από τις τράπεζες – με τα μάτια στραμμένα στην διατήρηση της οικονομικής λειτουργίας και της απασχόλησης, δηλαδή με την ενσωμάτωση αντίστοιχων κριτηρίων στις αποφάσεις χειρισμού των δανείων που έχουν κοκκινίσει – παράλληλα με την αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών.
Και μια τέτοια προσέγγιση, κι ακόμη περισσότερο με επαναφορά της ιδέας bad bank για τα «κόκκινα δάνεια», θα είχε περισσότερες προοπτικές αν υπήρχε κάποια συναίνεση. τόσο προς τα έξω, όσο και κοινωνική άλλωστε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 5/4/2018. 

Ποιόν θα εκδικηθεί, τελικά, το παιχνίδι με τον χρόνο;

Για μιαν ακόμη φορά, στο ζήτημα της - έτσι κωδικοποιήθηκε στην πολιτική συζήτηση, έτσι την αναφέρουμε - «εξόδου από τα Μνημόνια», όλα πάνε να φορτωθούν σ' ένα παιχνίδι με τον χρόνο. Επειδή οι χρόνοι μέχρι το τέλος του σημερινού, τρίτου Προγράμματος Προσαρμογής είναι απόλυτα δεδομένοι, αλλά και οι χρόνοι για την διαπραγμάτευση εκείνου που λέγεται ευγενικά/εκτονωτικά post-Programme (μετά την τέταρτη αξιολόγηση, μετά και το νέο Μεσοπρόθεσμο, μετά και την υποστασιοποίηση της συζήτησης για ελάφρυνση του χρέους), είναι δεδομένοι, υπάρχει - και εκδηλώνεται ήδη - ο πειρασμός να παίξουν με τον χρόνο. Ποιοι; Όλοι.
Καθώς, δε, αποφεύγεται η ονοματολογία - Post-Programme Monitoring ή Hybrid Monitoring Mechanism ή Policy Coordination Instrument, αναλόγως αν έχουμε Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή ESM ή IFM στα βαφτίσια, αποφεύγεται δε - ακριβώς ώστε να μην υπάρξουν πολιτικές παρενέργειες στην Ελλάδα, ο χρόνος θεωρείται ότι παραμένει βασικό, αν μη μόνο εργαλείο χειρισμού, πιέσεως, συμμαχιών κοκ. Για όλους.
Εδώ ακριβώς είναι που χτίζεται το επόμενο πρόβλημα. Εκείνο που έκανε π.χ. την Handelsblatt να ανακινεί ζήτημα (εκφράζοντας Βερολίνο, επί βάσεως Αθηναϊκού μουρμουρητού) προσφυγής στις κάλπες με πρωτοβουλία Τσίπρα, προκειμένου να αποφευχθούν τα βαρύτερα, όπως θα ήταν το δάγκωμα των μειωμένων συντάξεων. Απόφαση ειλημμένη, μετά την πανεπιδέξια διαπραγμάτευση Κατρούγκαλου, για το 2019• ψηφισμένη• έτοιμη για εφαρμογή. Αλλά... πού ξέρεις; Εδώ, παρένθεση: Το πώς ανεφλέγη πάλιν υπόθεση για απαίτηση - του ΔΝΤ, υποτίθεται - να έρθει νωρίτερα και η μείωση του αφορολόγητου/αύξηση φόρων (κατά 1% του ΑΕΠ) που είναι συμφωνημένη για το 2020, και τούτο την στιγμή που πάμε για πρωτογενές πλεόνασμα 4-4,5% (καταστροφικό, παρανοϊκό αλλά... ετοιμαζόμενο να μετρηθεί!) είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Αλλά... πάμε παρακάτω.
Το στοίχημα πάνω στον χρόνο μπορεί να αποδειχθεί εκείνο που θα οδηγήσει σε νευρικές κινήσεις, με την λογική Zugzwang/αναγκαστικής κίνησης, όπως όταν διαμορφώνει την σκακιέρα η κίνηση του απέναντι• οπότε, ενώ θα ΄θελες να μην κάνεις τίποτε, υποχρεώνεσαι να κινηθείς και να υποστείς πλήγμα. Δείτε: το ανέβασμα - πρόωρα, έντονα, πολιτικά/επικοινωνιακά - της «καθαρής εξόδου» από την Κυβέρνηση, υποχρέωσε (πολιτικά) μια σειρά από επιτελείς της (ή: θεωρούντες εαυτούς επιτελείς) να αρχίσουν να εξηγούν προς το κοινό «τους» τι θα δώκει η καθαρή έξοδος: προσλήψεις (αναγκαίες κλπ.) εδώ, «πέραν των λελογισμένων» εκεί, επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 , μείωση φορολογικών συντελεστών (στοχευμένη, αλλά άντε να στοχεύσεις προεκλογικά). Ποιος/ποια θα προκάνει;...
Είδαν αυτό - με την πίεση του χρόνου, πάντα - οι απέναντι, οι «εταίροι». Οι οποίοι δεν έχουν μόνο (ούτε καν κυρίως) την διαπραγμάτευση του δικού μας, Ελληνικού post-Programme να τους κυνηγάει. Θυμηθείτε την παλιά εκείνη ιδέα «να λυθεί το Ελληνικό ζήτημα , μέσα στην γενικότερη συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης»»: αυτή πάει αργόυτσικα, όχι δε πλέον λόγω μη-ύπαρξης Κυβέρνησης στο Βερολίνο αλλά λόγω επανασχηματισμού «μετώπου εναντίον» (Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία και λοιποί δορυφόροι Ανατολής) που φρενάρει. Επειδή αυτά τα μείζονα κουτσαίνουν, όμως, έχουμε με το καλό ήδη την ανταλλαγή ιδεών/προτάσεων από ΔΝΤ και ΕΚΤ (διεκδικητικά και αμυντικά, αντιστοίχως) για κάποιο είδος Ταμείου Κρίσεων στην Ευρωζώνη. Ακούγονται αυτά σχεδιασμοί θεωρητικοί, μελέτες κοκ. Και εν μέρει είναι: όμως - κι εδώ μπαίνει στην μέση η διάσταση του χρόνου - αν οι μήνες που έρχονται δεν επιτρέψουν βαθύτερες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες στην ΕΕ, αυτού του είδους οι προτάσεις μπορεί να ξεπεταχτούν μπροστά. Και, πάλι, η Ελλάδα/η Ελληνική περίπτωση θα έχει αυτοπροσφερθεί ως πειραματόζωο.
Επιστρέφουμε όμως στα δικά μας, στα ΕλληνοΕλληνικά. Αν πήγε ανά την Κυβέρνηση να διαχυθεί η αίσθηση ότι ο καθείς μπορεί να παίζει με τον χρόνο και με πτυχές της διαπραγμάτευσης - αλήθεια, εκείνο το έρμο το Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης που θα κουμπώνει με το Μεσοπρόθεσμο, πού μπαίνει στο timeline; - στην Αντιπολίτευση ο χρόνος μετράει πιο παράξενα ακόμη. Ενώ βλέπουν (και εύχονται: παλιότερα το έπαιζαν διεκδικητικά με το «Εκλογές! Εκλογές τώρα!» , τώρα υπάρχει μεγαλύτερη αίσθηση του πεπρωμένου...) εκλογές να πλησιάζουν ακόμη και για την Handelsblatt , άρα ο χρόνος να περιορίζεται, ο πειρασμός να ξεδιπλώσουν έναν λόγο «αντί- », εναντίον των υπερυψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, εναντίον της φορολογικής πίεσης, εναντίον του ΕΝΦΙΑ ειδικότερα, εναντίον του μακελλέματος των συντάξεων κοκ τους κάνει να επενδύουν επένδυση σε προτάσεις που απαιτούν χρόνο.
Όλα αυτά οδηγούν στο ερώτημα «Ποιον θα εκδικηθεί, τελικά, το παιχνίδι με το χρόνο;».

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 29/3/2018. 

Υποκατηγορίες

  • Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας


    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο.


     

    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο. Όμως, έτσι, όπως επενδύθηκαν - με πολύ σώου, με πληθωρικές δηλώσεις, με πενιχρό πολιτικό περιεχόμενο πλην της διάθεσης κόντρας και τα κάποια στοιχεία αναδίπλωσης - οι ημέρες μετά το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών περιπλανήσεων Τσίπρα και (κυρίως!) Βαρουφάκη, αληθινά θυμίζουν το Se hace camino al andar/ Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας.
    Έτσι, με αναζήτηση ενός κάποιου περιεχομένου για την πληθωρική φόρμα, φθάσαμε στις Προγραμματικές Δηλώσεις, που κινδυνεύουν να είναι το πιο αστραπιαία μεταφραζόμενο κείμενο στην διεθνή σκηνή! Με το καημένο το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" να επιχειρείται να αποκτήσει αποτύπωση που και τους "έξω" να μην συνταράξει περισσότερο, κι εμάς τους "μέσα" να κρατήσει σε ενθουσιασμό.
    Ενώ όμως φαίνεται ότι τελικά θα καταλήξουμε και με Φόρο Επιδεικτικής Κατανάλωσης (αντί του πεζού Φόρου Πολυτελείας: ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δάκρυζε, βλέποντας υλοποίηση Thorstein Verblen) και με Ταμείο Εθνικού Πλούτου (αντί για ΤΑΙΠΕΔ: σοφή η ιδέα να συνδυαστεί η εκποίηση/αξιοποίηση με την υπόσχεση για διάσωση του Ασφαλιστικού), συν μια καμπάνια κατά των ολιγαρχών και της ("μεγάλης") φοροδιαφυγής, τα διαβολεμένα τα νούμερα δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στο EuroWorkingGroup η εξήγηση ήταν... οι Προγραμματικές που δεν είχαν αναγνωσθεί! Στο δίδυμο Eurogroup της 11ης/16ης Φεβρουαρίου, το ζήτημα κινδυνεύει να είναι σαφώς πιο δυσάρεστο (η Κορυφή της 12ης είναι ούτως ή άλλως "πολιτική"). Στην σταθερή πίεση των "εταίρων" για νούμερα, για ποσοτικοποίηση των πολιτικών όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και πειστική, η Ελληνική στάση είναι Βαρουφακική: "Give us time and give us space". Που στην πραγματικότητα έχει την ακόλουθη απόδοση: "Δώστε μας χρόνο να σκεφθούμε τι θέλουμε/Δώστε μας περιθώρια μέχρις ότου εσείς (οι "εταίροι") σκεφθείτε τι θα μπορούσατε να δώσετε/πού και πώς θα μπορούσατε να χαλαρώσετε ένα κακοσχεδιασμένο και εκ του αποτελέσματος αποτυχημένο Πρόγραμμα, στο οποίο εμείς ζούμε και πνιγόμαστε (και το βλέπετε) εδώ και 5 χρόνια".
    Στην πιεστική απαίτηση των "εταίρων" για νούμερα, για στοιχεία , η Ελληνική πλευρά αντιπαρατάσσει ενδιαφέρουσες διαβεβαιώσεις, όπως για δημοσιονομική ισορροπία, ή πάλι για (ήπιο) πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρόβλημα πού είναι; Έρχεται η δική μας διαβεβαίωση, π.χ. του τύπου: "Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα διαρρυθμιστεί χρονικά, αλλά δεν έχει και δημοσιονομική επίπτωση, άσε που θα σημάνει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, άρα... μείωση των απαιτήσεων του Ασφαλιστικού από τον Προϋπολογισμό". Η άλλη πλευρά σπεύδει να παρατηρήσει: "Ωραία, όμως έχετε υπολογίσει πόσο η αύξηση κατωτάτων θα σημάνει σε αύξηση π.χ. του επιδόματος ανεργίας; Και πόσο στα επιδόματα μητρότητας; Πόσο και πώς θα "περάσει" στον υπολογισμό των συντάξεων; Α, ναι, και με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, πώς την βλέπετε την εισπραξιμότητα;"
    Αυτού του είδους την προσέγγιση, πάτε την τώρα και απλώστε την σ' όλο το φάσμα των Προγραμματικών όπως θα μεταφράζονται σε Πρόγραμμα - όχι πλέον "Θεσσαλονίκης", αλλά "ηπίως ψαλιδισμένο" ώστε να φαντάζει συμβατό με μια συζήτηση Eurogroup...
    Ή δείτε πάλι, την προσέγγιση να ζητηθεί η συμβολική αντικατάσταση της Τρόικας - η οποία και μισήθηκε, αλλά και απέτυχε ως "ελεγκτής" - με κάτι "άλλο". Σαν στοιχείο αυτού του "άλλου" κάποια στιγμή συζητήθηκε (όχι δε μόνον στην Αθήνα) και ο ΟΟΣΑ. Τον οποίο, βέβαια, γνώρισε πρόσφατα η ελληνική κοινή γνώμη ως εμπνευστή του διαβόητου toolkit/της εργαλειοθήκης: έκανε περισσότερο κακό η συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, έτσι όπως έγινε, παρά ο,τιδήποτε άλλο στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
    Ο ΟΟΣΑ, οργανισμός με εγγενώς διακρατική υφή, ενώ έχει και γνώση και λόγο - και δεν διστάζει να εκφραστεί με σαφήνεια και ένταση - δεν έχει συσχετισθεί με την γεύση επιβολής του ΔΝΤ και των Βρυξελλών. Εχει δε πρόσφατα "γνωρίσει" (με αφορμή το toolkit) την Ελληνική πραγματικότητα απο κοντά, έχει παίξει ρόλο υποβοήθησης των συνεννοήσεων ο Γενικός Διευθυντής του Ανχελ Γκουρία, που θάναι (στις 11 Φεβρουαρίου, κι αυτός!) στην Αθήνα.
    Όμως , με εμάς να αναζητούμε τον όποιο δρόμο περπατώντας, χρειάζεται παρόμοιες τομές να τις προωθήσει η "άλλη πλευρά". Καθώς και να παρατείνει (με δική της πρωτοβουλία;) τον χρόνο που τελειώνει.
    Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

     

    Το κείμενο του Α.Δ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ  δημοσιεύτηκε στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 9.2.2015

    Καταμέτρηση Άρθρων:
    0

Σελίδα 1 από 26