Δευτέρα, 23 Απρίλιος 2018

Τι θα πει «τράπεζα»

Όταν, λοιπόν, θα έχει ολοκληρωθεί με το καλό κι αυτό το γύμνασμα των stress tests επί των Ελληνικών συστημικών τραπεζών – για τις οποίες όλο και πιο φορτικά διακινείται η πληροφορία/εκτίμηση/διαρροή ότι «θα περάσουν χωρίς να βραχούν» (από ανάγκες κεφαλαιακής ενίσχυσης, εννοείται) – και όταν πλέον το σύστημα εποπτείας ΕΚΤ/SSM/ΤτΕ θα έχει καταδείξει την ανεξαρτησία του στην πράξη από τις αμφιβολίες ΔΝΤ, τότε θα αρχίσει στα σοβαρά η προσέγγιση του εναπομένοντος βουνού των «κόκκινων δανείων».
Τα οποία έχουν όντως υποχωρήσει τελευταίως, με την διακριτική βοήθεια και των δειγμάτων πλειστηριασμών που έφεραν δυο κύματα στρατηγικών κακοπληρωτών (θα επανέλθουμε) στις φιλικές τράπεζες, να κάνουν ρυθμίσεις, να μάθουν τα balloon κοκ. Όμως και πάλι παραμένουν, σε ύψος μόλις κάτω των 100 δις, σε ύψος κάτι σαν 84% των εναπομενουσών καταθέσεων στις Ελληνικές τράπεζες, ή, άμα κανείς δεχθεί το μέτρημα Στουρνάρα/ΤτΕ για τα «ρευστά κάτω από το στρώμα» για κάτι σαν 3.000 ευρώ ανά Έλληνα: ενδιαφέρον!, σε ένα 64% των συνολικών διαθεσίμων.
Πάντως, τα εν λόγω «κόκκινα δάνεια» θα έχει αποδειχθεί, με ευρωπαϊκή σφραγίδα, ότι δεν κλονίζουν την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό μας σύστημα. (Άλλωστε, οι πάντα σεβαστοί οίκοι αξιολόγησης φιλοδώρησαν επ' εσχάτων το γενικό αξιόχρεο/το baseline credit assessment με Caa 2 κατά Moody's – με των εγγυημένων ομολόγων τους σ' ένα ΒΒ – ενώ σε CCC+ η S&P,με κάτι καλύτερο στην βραχυπρόθεσμη προοπτική, δε).
Τούτων δοθέντων, γιατί να ξαναξεκινάει η συζήτηση για νέα προσέγγιση στο άγος των NPLs/NPEs; Μια πρώτη , σχετικά ειλικρινής απάντηση, θα ήταν επειδή μετά το αξιοπρόσεκτο ξεκίνημα της πλατφόρμας εξωδικαστικού μηχανισμού («του Κουρμούση», από το όνομα του Ειδικού Γραμματέα Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Φώτη Κουρμούση ο οποίος όντως έκανε Ηράκλειο άθλο προκειμένου να στηθεί όρθιος ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων, να πούμε όλη την ονομασία. να γίνει γνωστός και οικείος στους ενδιαφερομένους. να «τραβήξει» ήδη το ενδιαφέρον 110.000 επιχειρήσεων, με επιδίωξη ένταξης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα στις 17.000), αυτή λοιπόν η διαδικασία δείχνει να κόλλησε. Υπό την έννοια ότι μέχρι Μάρτιο η πλήρης υποβολή προχώρησε για κάπου 700 περιπτώσεις, λόγω των αυστηρών κριτηρίων επιλεξιμότητας. Κυρίως όμως... οι επιτευχθείσες συμφωνίες ρύθμισης βρίσκονται στις δυο ντουζίνες.
Μια πιο ουσιαστική απάντηση έχει ευθεία αναφορά στις ίδιες τις τράπεζες. Στο πώς δηλαδή λειτουργούν. Έτσι, στο ίδιο τον εξωδικαστικό μηχανισμό, οσάκις προσέρχονται τράπεζες και μάλιστα περισσότερες – θυμίζουμε ότι «μπαίνει» και Δημόσιο, Ασφαλιστικά Ταμεία και λοιποί πιστωτές – οι προτάσεις/αντιπροτάσεις είναι τόσο σφιχτές, ώστε να οδηγούν σε αδιέξοδο. Αντανάκλαση, αυτή, της πρακτικής των – πολλών – τελευταίων χρόνων όπου (με το ανθρώπινο, κατανοητό αλλά πολλές φορές και προσχηματικό επιχείρημα «δεν θα πάρω εγώ την ευθύνη») η τραπεζική διαχείριση των κόκκινων δανείων έγκειται στην χρονοτριβή. στην αναπάντητη πρόταση ή προτάσεις των επιχειρήσεων. Και στην πορεία προς συμβιβασμό μόνο μετά την επίσπευση πλειστηριασμών. Γι αυτό στο σημείωμα της Πέμπτης 5/4 επισημαίναμε ιδιαίτερα την προσέγγιση του υποδιοικητή της ΤτΕ Θόδωρου Μητράκου για πρόσθετα κριτήρια στην αξιολόγηση συμβιβαστικών ρυθμίσεων, όπως η διατήρηση της λειτουργίας/βιωσιμότητα με επιχειρηματική ματιά, αλλά και η διάσωση θέσεων εργασίας.
Εδώ ίσως χρειάζεται και μια ειλικρινέστερη, ματιά στο φαινόμενο των «στρατηγικών κακοπληρωτών». Υπάρχει μια ολόκληρη στρώση όπου η διάσταση του «στρατηγικού» κινδυνεύει να έχει προκύψει ακριβώς από την στάση των τραπεζών. Όταν ξέρεις ότι θα βρεις τοίχο, όταν βλέπεις τι γίνεται παραπέρα, τότε η απόφαση να επιχειρήσεις να επιζήσεις όσο γίνεται «και βλέπουμε» κινδυνεύει να αποτελεί ορθολογική στάση. Που δεν – ΔΕΝ – λευκαίνει τις όχι λίγες περιπτώσεις κυνικής συμπεριφοράς επιχειρηματιών, αλλά...
Όταν λοιπόν θα αρχίσουμε να ακούμε για πυκνές συσκέψεις Τράπεζας της Ελλάδος και ΤΧΣ (που διέπραξε και σχετική μελέτη) και Ένωσης Τραπεζών και θα μάθουμε ότι η πρακτική της πώλησης δανείων θα δημιουργήσει υπερκέρδη στους αγοραστές/εξειδικευμένα funds, ή πάλιν ότι οι τιτλοποιήσεις πακέτων δανείων δεν βρίσκουν πολλούς πρόθυμους, ενώ η παραμονή των μη εξυπηρετούμενων δανείων στην διαχείριση των τραπεζών θα ήταν καλύτερη λύση αλλά... χρειάζεται κρατική/μεταΜνημονιακή ενίσχυση, κι εδώ η DGComp θα κλωτσήσει – όταν αυτά θα ακούμε, θα προέχει ένα ερώτημα. Τι είναι «τράπεζα» σήμερα;
Γιατί αν «τράπεζα» είναι πλέον κάτι που μόνον ζητάει χαρτιά και άλλα χαρτιά σαν Εφορία με το πρόσχημα της compliance. αν είναι κάτι που προεχόντως φροντίζει να σπρώχνει μακριά την ευθύνη. αν με άλλα λόγια ζει με λογική προ του 1990, έ τότε όλη αυτή η συζήτηση θα είναι προσχηματική.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/4/2018. 

Η επαναφορά των συναινέσεων

Μιλούσαμε στο σημείωμα της περασμένης Δευτέρας, 2 Απριλίου, για δυο –αναπόδραστες – παράλληλες πορείες που ανοίγονται μπροστά μας.
Η πρώτη είναι το πλαίσιο το οποίο, ενσωματωμένο στο Μεσοπρόθεσμο που θα κληθεί να μας πάει μέχρι και το 2022, θα έρθει να κουμπώσει στους σχεδιασμούς της «μετά τα Μνημόνια» πορείας. Είτε «καθαρή/αυτοδύναμη έξοδος», είτε με κάτι σαν «προληπτικό Πρόγραμμα/προληπτική πιστοληπτική γραμμή» (και στις δυο περιπτώσεις, υπάρχει η δυνατότητα να μπει η θεωρούμενη ως κατάλληλη ταμπελίτσα: σ' αυτά η νομενκλατούρα των Βρυξελλών ιδίως είναι ασυναγώνιστη: ήδη οι αναφορές σε «υβριδικό σχήμα επιτήρησης» θάπρεπε να έχουν προϊδεάσει σχετικώς).
Η δεύτερη είναι η συνεχιζόμενη ανηφόρα αντιμετώπισης των «κόκκινων δανείων» με υπόκρουση τα stress tests των συστημικών τραπεζών, που μάλιστα συνειδητοποιείται ότι εντάσσονται σε κάτι ευρύτερο: την αντιμετώπιση, συνολικά, του ιδιωτικού χρέους.
Και στις δυο αυτές πορείες θα ήταν λογική – ψέματα, ακόμη περισσότερο: θα ήταν πολύτιμη! – η επαναφορά του σπάνιου εκείνου στοιχείου που είναι στην ωραία μας χώρα οι συναινέσεις. Μάλιστα, παρ' ολίγον οι συναινέσεις αυτές να μας είχαν «φορεθεί» από έξω, από τους «εταίρους» της Ελλάδας που λειτούργησαν τα χρόνια αυτά ως Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος νέας εποχής (που όμως σε κάθε στροφή φέρνει μνήμες πρώτου ημίσεος 20ου αιώνα, μετά το 1897 και δια του Μεσοπολέμου και της Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών μέχρι την Νομισματική Επιτροπή και τους επιτηρητές του Σχεδίου Μάρσαλ). Ήδη όμως τα πράγματα πάνε αλλιώς.
Όταν, μέχρι το γύρισμα του χρόνου, φαινόταν ότι η «μετά τα Μνημόνια» πορεία της Ελληνικής οικονομίας θα χρειαζόταν πλαισίωση και ότι – ταυτόχρονα – η με κλιμάκωση προαπαιτούμενων/conditionality χορήγηση της ελάφρυνσης χρέους, το ενδεχόμενο να ζητηθεί/υποδειχθεί στην Ελλάδα να συγκεντρώσει ευρύτερη πολιτική στήριξη το εσωτερικό, ώστε να μπορέσει ένα τέτοιο σχήμα να περάσει στα Κοινοβούλια των Κρατών, μελών ήταν ενεργό. Και μάλιστα όταν – όπως τώρα-τώρα – βρισκόμαστε στην τελευταία ευθεία με την πρόταση ESM-Γαλλίας για οροφή αποπληρωμών των δανείων της Ελλάδας στο 1,5% του ΑΕΠ άμα η ανάπτυξη δεν «τραβάει» πάνω από το 3-3,5%, ή για πλαφόν 2% στο ύψος των επιτοκίων που κουβαλάει ο δανεισμός μας.
Όπως όμως ήρθε σταδιακά το πράγμα, μετά π.χ. και την ναφθαλινοποίηση Σόιμπλε, μετά και το ακατεύθυντο των Ιταλικών εκλογών, μετά και τον αποσυντονισμό της συζήτησης για «Το Μέλλον της Ευρώπης», από την τάση εκείνη για πλαισίωση της Ελλάδας περνάμε ταχύτατα σε μια λογική «άντε με το καλό να φύγετε από την Ευρωπαϊκή στήριξη, να πορευθείτε τα επόμενα χρόνια [με το cash buffer να πηγαίνει μέχρι το 2020] και βλέπετε/και βλέπουμε την συνέχεια!». Καθώς, λοιπόν, το κλίμα στην ωραία μας χώρα μόνον προς συναίνεση δεν πήγε – το αντίθετο: ακόμη και σε σημεία όπου υπήρχε σύγκλιση όπως το Μακεδονικό ή η συνταγματική αναθεώρηση άνοιξε νέο χάσμα – βολεύτηκαν και οι «εταίροι». Κατευθυνόμαστε συναινετικά στην ανάληψη του μέγιστου ρίσκου (πώς θα πάνε οι αγορές – πώς θα αποτιμηθεί η πορεία διακυβέρνησης μέσα σε διαδοχή εκλογικών αναμετρήσεων – πώς θα διαμορφωθεί τελικά ο αριθμός ανάπτυξης της οικονομίας) με την ελάχιστη δυνατή κάλυψη /προληπτική στήριξη... Με κάποια conditionality, βέβαια, συν κάποια ενδεχόμενη ρήτρα μη-αναστρεψιμότητας των μεταρρυθμίσεων των έως τώρα Μνημονίων. Που θα σημάνουν «υποχρεωτική συναίνεση» από μέρους όποιας Κυβέρνησης κρατήσει τα αναμμένα κάρβουνα της Ελληνικής οικονομίας τα επόμενα 4-5 χρόνια. Βέβαια, αν ήταν να προχωρήσει η συζήτηση για προσγείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2022 σε κάτι λογικότερο από το συμφωνημένο αλλά και τραυματιστικό 3,5%, κάποια εσωτερική συναίνεση θα χρειαζόταν για να στηθεί μέτωπο προς τους έξω: άλλωστε ήδη Μητσοτάκης και Στουρνάρας και π.χ. Χριστοδουλάκης έχουν βρεθεί σ' αυτήν την γραμμή...
Αν όμως πάμε για μια στιγμή και στην άλλη πλευρά του Ελληνικού προβλήματος, εκείνη των «κόκκινων δανείων»/του ιδιωτικού χρέους, αν εξασφαλιζόταν μια ευρύτερη συναίνεση θα ήταν λυσιτελέστερη η διεκδίκηση καλύτερης πορείας. Πριν λίγες μόνο ημέρες (στις «Ν» της 28 Μαρτίου) ο υποδιοικητής της ΤτΕ Θόδωρος Μητράκος επεσήμαινε στους Πλ. Τσούλο/Π. Κακούρη την σημασία του να κοιταχτεί «αλλιώς» το θέμα της αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων από τις τράπεζες – με τα μάτια στραμμένα στην διατήρηση της οικονομικής λειτουργίας και της απασχόλησης, δηλαδή με την ενσωμάτωση αντίστοιχων κριτηρίων στις αποφάσεις χειρισμού των δανείων που έχουν κοκκινίσει – παράλληλα με την αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών.
Και μια τέτοια προσέγγιση, κι ακόμη περισσότερο με επαναφορά της ιδέας bad bank για τα «κόκκινα δάνεια», θα είχε περισσότερες προοπτικές αν υπήρχε κάποια συναίνεση. τόσο προς τα έξω, όσο και κοινωνική άλλωστε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 5/4/2018. 

Ποιόν θα εκδικηθεί, τελικά, το παιχνίδι με τον χρόνο;

Για μιαν ακόμη φορά, στο ζήτημα της - έτσι κωδικοποιήθηκε στην πολιτική συζήτηση, έτσι την αναφέρουμε - «εξόδου από τα Μνημόνια», όλα πάνε να φορτωθούν σ' ένα παιχνίδι με τον χρόνο. Επειδή οι χρόνοι μέχρι το τέλος του σημερινού, τρίτου Προγράμματος Προσαρμογής είναι απόλυτα δεδομένοι, αλλά και οι χρόνοι για την διαπραγμάτευση εκείνου που λέγεται ευγενικά/εκτονωτικά post-Programme (μετά την τέταρτη αξιολόγηση, μετά και το νέο Μεσοπρόθεσμο, μετά και την υποστασιοποίηση της συζήτησης για ελάφρυνση του χρέους), είναι δεδομένοι, υπάρχει - και εκδηλώνεται ήδη - ο πειρασμός να παίξουν με τον χρόνο. Ποιοι; Όλοι.
Καθώς, δε, αποφεύγεται η ονοματολογία - Post-Programme Monitoring ή Hybrid Monitoring Mechanism ή Policy Coordination Instrument, αναλόγως αν έχουμε Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή ESM ή IFM στα βαφτίσια, αποφεύγεται δε - ακριβώς ώστε να μην υπάρξουν πολιτικές παρενέργειες στην Ελλάδα, ο χρόνος θεωρείται ότι παραμένει βασικό, αν μη μόνο εργαλείο χειρισμού, πιέσεως, συμμαχιών κοκ. Για όλους.
Εδώ ακριβώς είναι που χτίζεται το επόμενο πρόβλημα. Εκείνο που έκανε π.χ. την Handelsblatt να ανακινεί ζήτημα (εκφράζοντας Βερολίνο, επί βάσεως Αθηναϊκού μουρμουρητού) προσφυγής στις κάλπες με πρωτοβουλία Τσίπρα, προκειμένου να αποφευχθούν τα βαρύτερα, όπως θα ήταν το δάγκωμα των μειωμένων συντάξεων. Απόφαση ειλημμένη, μετά την πανεπιδέξια διαπραγμάτευση Κατρούγκαλου, για το 2019• ψηφισμένη• έτοιμη για εφαρμογή. Αλλά... πού ξέρεις; Εδώ, παρένθεση: Το πώς ανεφλέγη πάλιν υπόθεση για απαίτηση - του ΔΝΤ, υποτίθεται - να έρθει νωρίτερα και η μείωση του αφορολόγητου/αύξηση φόρων (κατά 1% του ΑΕΠ) που είναι συμφωνημένη για το 2020, και τούτο την στιγμή που πάμε για πρωτογενές πλεόνασμα 4-4,5% (καταστροφικό, παρανοϊκό αλλά... ετοιμαζόμενο να μετρηθεί!) είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς. Αλλά... πάμε παρακάτω.
Το στοίχημα πάνω στον χρόνο μπορεί να αποδειχθεί εκείνο που θα οδηγήσει σε νευρικές κινήσεις, με την λογική Zugzwang/αναγκαστικής κίνησης, όπως όταν διαμορφώνει την σκακιέρα η κίνηση του απέναντι• οπότε, ενώ θα ΄θελες να μην κάνεις τίποτε, υποχρεώνεσαι να κινηθείς και να υποστείς πλήγμα. Δείτε: το ανέβασμα - πρόωρα, έντονα, πολιτικά/επικοινωνιακά - της «καθαρής εξόδου» από την Κυβέρνηση, υποχρέωσε (πολιτικά) μια σειρά από επιτελείς της (ή: θεωρούντες εαυτούς επιτελείς) να αρχίσουν να εξηγούν προς το κοινό «τους» τι θα δώκει η καθαρή έξοδος: προσλήψεις (αναγκαίες κλπ.) εδώ, «πέραν των λελογισμένων» εκεί, επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 , μείωση φορολογικών συντελεστών (στοχευμένη, αλλά άντε να στοχεύσεις προεκλογικά). Ποιος/ποια θα προκάνει;...
Είδαν αυτό - με την πίεση του χρόνου, πάντα - οι απέναντι, οι «εταίροι». Οι οποίοι δεν έχουν μόνο (ούτε καν κυρίως) την διαπραγμάτευση του δικού μας, Ελληνικού post-Programme να τους κυνηγάει. Θυμηθείτε την παλιά εκείνη ιδέα «να λυθεί το Ελληνικό ζήτημα , μέσα στην γενικότερη συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης»»: αυτή πάει αργόυτσικα, όχι δε πλέον λόγω μη-ύπαρξης Κυβέρνησης στο Βερολίνο αλλά λόγω επανασχηματισμού «μετώπου εναντίον» (Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία και λοιποί δορυφόροι Ανατολής) που φρενάρει. Επειδή αυτά τα μείζονα κουτσαίνουν, όμως, έχουμε με το καλό ήδη την ανταλλαγή ιδεών/προτάσεων από ΔΝΤ και ΕΚΤ (διεκδικητικά και αμυντικά, αντιστοίχως) για κάποιο είδος Ταμείου Κρίσεων στην Ευρωζώνη. Ακούγονται αυτά σχεδιασμοί θεωρητικοί, μελέτες κοκ. Και εν μέρει είναι: όμως - κι εδώ μπαίνει στην μέση η διάσταση του χρόνου - αν οι μήνες που έρχονται δεν επιτρέψουν βαθύτερες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες στην ΕΕ, αυτού του είδους οι προτάσεις μπορεί να ξεπεταχτούν μπροστά. Και, πάλι, η Ελλάδα/η Ελληνική περίπτωση θα έχει αυτοπροσφερθεί ως πειραματόζωο.
Επιστρέφουμε όμως στα δικά μας, στα ΕλληνοΕλληνικά. Αν πήγε ανά την Κυβέρνηση να διαχυθεί η αίσθηση ότι ο καθείς μπορεί να παίζει με τον χρόνο και με πτυχές της διαπραγμάτευσης - αλήθεια, εκείνο το έρμο το Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης που θα κουμπώνει με το Μεσοπρόθεσμο, πού μπαίνει στο timeline; - στην Αντιπολίτευση ο χρόνος μετράει πιο παράξενα ακόμη. Ενώ βλέπουν (και εύχονται: παλιότερα το έπαιζαν διεκδικητικά με το «Εκλογές! Εκλογές τώρα!» , τώρα υπάρχει μεγαλύτερη αίσθηση του πεπρωμένου...) εκλογές να πλησιάζουν ακόμη και για την Handelsblatt , άρα ο χρόνος να περιορίζεται, ο πειρασμός να ξεδιπλώσουν έναν λόγο «αντί- », εναντίον των υπερυψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, εναντίον της φορολογικής πίεσης, εναντίον του ΕΝΦΙΑ ειδικότερα, εναντίον του μακελλέματος των συντάξεων κοκ τους κάνει να επενδύουν επένδυση σε προτάσεις που απαιτούν χρόνο.
Όλα αυτά οδηγούν στο ερώτημα «Ποιον θα εκδικηθεί, τελικά, το παιχνίδι με το χρόνο;».

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 29/3/2018. 

Αναπτυξιακό πρότυπο και Χρηματιστήριο

Ένα ιδιότυπο – και ευχάριστο, αν μη τι άλλο για να εκτονώσει την ένταση των ημερών! – διανοητικό πινγκ-πονγκ παίχτηκε ανάμεσα σε Γιάννη Στουρνάρα και Ευκλείδη Τσακαλώτο στην παρουσίαση μελέτης του ΙΟΒΕ για την «Χρηματοδότηση μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς και το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της Ελλάδας». Οι επενδύσεις ή η αύξηση των αποταμιεύσεων προηγούνται στον αναπτυξιακό κύκλο (κότα και αυγό, «θα τρίζουν τα κόκκαλα των καθηγητών σου»); Πώς θα προχωρήσει η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου («Μα τα κάνουμε! [τα διαρθρωτικά, κτηματολόγιο/χρήσεις γης]. Έχεις μείνει πίσω»); Δεν θα ΄πρεπε να μας κρύψει την ουσία.
Γιατί ουσία υπήρχε. Η εικόνα που δίνει για τις επενδύσεις – τις επιχειρηματικές – στην Ελλάδα η μελέτη του ΙΟΒΕ θα όφειλε να είναι αφυπνιστική: από κορύφωση στα 64,9 δις ευρώ το 2007 (δηλαδή ένα 25,9% του τότε υψηλού μας ΑΕΠ...) , βρισκόμαστε «δραματικά χαμηλότερα» (sic), στα 20,2 δις ευρώ το 2015 (δηλαδή στο 10,9% ενός ΑΕΠ που μάλιστα έχει χάσει το 1/4 του προ κρίσης ύψους του).
Καθώς λοιπόν είναι «αδύνατη, λόγω δημοσιονομικής προσαρμογής, η επίτευξη ανάπτυξης μέσω της αύξησης των δημοσίων δαπανών, καταναλωτικών και επενδυτικών» (η ευγενική διατύπωση είναι της μελέτης του ΙΟΒΕ) και καθώς οι τράπεζες έχουν στερέψει ολότελα λόγω απόσυρσης του 1/3 των καταθέσεων και της εγκατάστασης των NPLs/ «κόκκινων δανείων» στην στρατόσφαιρα και δεν προβλέπεται να επανέλθουν ούτε σε δυο ούτε σε πέντε χρόνια (εδώ όλες οι διατυπώσεις δικές μας!) «κάτι» πρέπει να γίνει. Κάτι διαφορετικό.
Από δω και πέρα, η διάγνωση ΙΟΒΕ περνά προς υπόδειξη θεραπευτικής αγωγής με γνώριμη – θα΄λεγε κανείς αυτονόητη – προσέγγιση: αλλαγή παραγωγικού προτύπου με στροφή σε διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες (που θα φέρουν «βελτίωση συμβολής του εξωτερικού τομέα, κυρίως από αύξηση των εξαγωγών»), υποχώρηση της καταναλωτικής δαπάνης ως συντελεστή της ελπιζόμενης ανάπτυξης (κατά παράξενη ειρωνεία, το κλείσιμο του 2017... δικαιώνει αυτήν την τοποθέτηση) και «προτεραιότητα στις επιχειρηματικές επενδύσεις που διατηρούν και βελτιώνουν την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας». Αυτό όμως μας ξαναπάει στο αρχικό σημείο: χρειάζονται πόροι. πόροι στο τραπεζικό σύστημα δεν υπάρχουν. άρα τι κάνουμε; Εδώ, η υποδεικνυόμενη στροφή είναι να αξιοποιηθούν περισσότερο οι δυνατότητες χρηματοδότησης μέσω Χρηματιστηρίου, και τούτο υπό τριπλή έννοια:
(α) Εγχώριες αποταμιεύσεις (αναζητούνται, εν μέσω capital controls, κυνηγιού του ρευστού, αποθάρρυνσης της επιστροφής κεφαλαίων μέσω Πόθεν Έσχες κοκ...) να στραφούν σε επιχειρηματικές επενδύσεις.
(β) Επενδυτικοί πόροι να προσελκυσθούν από το εξωτερικό (όχι μόνον, δηλαδή, ως ΑΞΕ /άμεσες ξένες επενδύσεις που παραμένουν η Μεγάλη Λευκή Ελπίδα, αλλά και μέσα από την χρηματιστηριακή αγορά, ιδίως με αυξήσεις κεφαλαίου ή συμμετοχή σε ομολογιακά προϊόντα).
(γ) Ενίσχυση του τραγικά αδύναμου και «κουτσού» ασφαλιστικού συστήματος (με την αποδοχή του 3ου πυλώνα/της ατομικής ασφάλισης και σοβαρότερη προσέγγιση του 2ου πυλώνα/της προσχηματικής έως τώρα ομαδικής – επαγγελματικής ασφάλισης).
Από την ιστορική-αναλυτική προσέγγιση της πρόσφατης πορείας του Χρηματιστηρίου Αθηνών, που από κεφαλαιοποίηση κοντά στα 200 δις στα μέσα του 2007 βρέθηκε στα 100 το φθινόπωρο του 2009, κάπου κοντά στα 25 δις την άνοιξη του 2012, ξεπέρασε τα 70 δις εκεί προς το 2014 για να πάει κάτω από τα 50 στα μέσα του 2016, με τους ξένους κάποια στιγμή (στα μέσα του 2013) να έχουν την μικρότερη έκθεση αλλά εν συνεχεία να ξαναπαίρνουν πάνω τους περισσότερο από 50% της κεφαλαιοποίησης, θα μας επιτραπεί να πούμε ότι ένα προκύπτει: η πολιτική/politics και πολιτικά επηρεαζόμενη/policy-based κίνηση είχε επικρατήσει. Μονίμως.
Αν λοιπόν, ΑΝ υποτεθεί ότι πορευόμαστε προς ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης – με προϋποθέσεις/κινητήριες επιρροές/drivers την απλοποίηση και σταθερότητα φορολογίας (αφήνουμε την οπτασία μείωσης φορολογικών συντελεστών για τα ωραία βράδια, δίπλα στο τζάκι...) την ολοκλήρωση διαρθρωτικών αλλαγών και τις ιδιωτικοποιήσεις σε κλάδους με υπόσχεση δυναμικής (ενέργεια, μεταφορές, logistics) – το ερώτημα είναι πώς όλα αυτά χρηματοδοτούνται. Πάλι. Με μείωση μέσω της αγοράς της υψηλής/υπερυψηλής μόχλευσης-δανειακής έκθεσης που υπάρχουν σε κλάδους όπως τα ξενοδοχεία, τρόφιμα-ποτά, βασικά μέταλλα. με ενίσχυση με υγιέστερο μείγμα χρηματοδότησης των αναπτυξιακά υποσχόμενων άλλων δραστηριοτήτων.
Τα εργαλεία δεν λείπουν: από τα παραδοσιακά που είναι αυξήσεις κεφαλαίου ή/και η ανάπτυξη των εταιρικών ομολόγων, μέχρι τις τιτλοποιήσεις απαιτήσεων, την έκδοση warrants (που, βέβαια, «τσουρούφλισαν» όσους μπήκαν στις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών με αυτά ως εργαλείο) τα εισηγμένα επενδυτικά κεφάλαια/private equity. Αλλά και την Εναλλακτική Αγορά για τις ΜμΕ.
Ωραία η ανάλυση ΙΟΒΕ. Ωραία τα εργαλεία. Αλλά... πότε και πώς αναπτύσσονται;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 23/3/2018.

Μιλώντας για Κανονιστική Συμμόρφωση

Πριν λίγες μόλις βδομάδες – στην ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ της 26ης Φεβρουαρίου – είχαμε παρουσιάσει απ' αυτήν την στήλη την προβληματική της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων στις επιταγές του GDPR (του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων), που η απειλητική δεσμευτικότητά του αρχίζει τέλη Μαϊου και ήδη προξενεί αναταράξεις. Σήμερα, θα καλέσουμε τον αναγνώστη να πάρει μια βαθύτερη ανάσα και νάρθει να ξεναγηθεί στην ευρύτερη ζούγκλα της Κανονιστικής (και Δεοντολογικής) Συμμόρφωσης. Κι αν η συμμόρφωση στον GDPR έχει/πρέπει να έχει πλοηγό, τον DPO (τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων) , η πορεία στην Κανονιστική Συμμόρφωση χρειάζεται περισσότερη και προετοιμασία και αυτοπειθαρχία/αυτοοργάνωση.
Οταν κανείς ακούει για Κανονιστική και Δεοντολογική Συμμόρφωση, έστω και στην αγγλική εκδοχή Compliance & Ethics, εύλογα αισθάνεται ότι κάτι μπλεγμένο, απειλητικό και κοστοβόρο ελλοχεύει. Για να ξεκινήσει λοιπόν την πορεία, αξίζει να έχει κατά νουν την ατάκα που δανειστήκαμε από τον Γιάννη Αψούρη, Γεν. Διευθυντή Νομικών Υπηρεσιών των ΕΛΠΕ (με αφορμή την περίπτωση του DPO, του υπεύθυνου προστασίας προσωπικών δεδομένων) σχετικά με το τι μπορεί να σημάνει η ... μη-συμμόρφωση: «If you think compliance is costly, wait and see what the cost of non-compliance can be!».
Πάντως, προ ημερών, με αφορμή την παρουσίαση ενός συλλογικού τόμου/αληθινού βιβλίου αναφοράς που μόλις κυκλοφόρησε από την Νομική Βιβλιοθήκη (κοντά στις 600 σελίδες, πάνω από μια ντουζίνα συγγραφέων) «Compliance & Ethics: Κανονιστική και Δεοντολογική Συμμόρφωση Επιχειρήσεων» παρουσιάστηκε διεξοδικά εκείνο που στην ουσία είναι το «Doing Business στην σύγχρονη, παγκοσμιοποιημένη οικονομία». Όπου το να λειτουργείς και μόνο, απαιτεί συμμόρφωση σε ένα ευρύτατο πλέγμα κανόνων – από εκείνους που αφορούν το ξέπλυμα χρήματος και την κεφαλαιαγορά ή την προστασία των προσωπικών δεδομένων και μέχρι την τήρηση περιβαλλοντικών κανόνων ή κανόνων υγείας. Ιδού μια συνεκτική περιήγηση:
Ο καθηγητής της Οικονομικής των Επιχειρήσεων στο ΕΚΠΑ Παναγιώτης Αλεξάκης περιέγραψε τους κινδύνους: «επιβολή προστίμων από τις εποπτικές αρχές (οικονομικό κόστος)• δυσφήμιση του οργανισμού, η οποία δύσκολα αποτιμάται αλλά και μπορεί να αποδειχτεί καταστροφική σε κάποιες περιπτώσεις• ενδεχόμενη προσωπική ευθύνη για εργαζόμενους, διευθυντικά στελέχη και μέλη Δ.Σ.• ενδεχόμενη ζημία για τους επενδυτές, πελάτες, μετόχους• πιθανή δημιουργία κλίματος αβεβαιότητας στην κεφαλαιαγορά/αγορά (γενικότερα)».
Ενώ ο συνάδελφός του Μιχαήλ-Θεόδωρος Μαρίνος, από την Νομική του Δημοκρίτειου, συμπλήρωσε την εικόνα «Η κανονιστική συμμόρφωση δεν εξαντλείται στους νομικούς κανόνες. Σε αυτούς προτίθενται πλευρές της διοίκησης επιχειρήσεων και της ηθικής σε μια επιχείρηση [...] Κατά κανόνα απαιτείται tone from the top, άρα σαφής και ανεπιφύλακτη αποδοχή της κανονιστικής συμμόρφωσης ως προς τους δυο άξονες από την ίδια την εταιρική διοίκηση».
Ο Στάθης Μίχος, Διευθυντής Νομικών Θεμάτων της Pfizer Hellas, μιλώντας από έναν εκ των πλέον ρυθμισμένων κλάδων - του φαρμάκου - παρομοίωσε τον δικηγόρο που έχει να καταπιαστεί μ' αυτήν την θεματική που συνεχώς επεκτείνεται με «σύγχρονο Σίσυφο»: χρειάζεται να ανεβάσει την συνολική compliance στην κορυφή - αλλ' εν συνεχεία και να την διατηρήσει εκεί. Η κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας, αλλά και η εις βάθος εκπαίδευση και ουσιαστική ευαισθητοποίηση των στελεχών έχει γίνει πλέον - για τις μεγάλες επιχειρήσεις, ιδίως με διεθνές footprint - αναπόσπαστο μέρος του επιχειρείν. (Βέβαια, υπάρχει και η προσέγγιση «όχι κώδικες, απλώς common sense!». Όμως, όπως έχει καταγραφεί και από τους διεθνείς φορείς των νομικών των επιχειρήσεων, η τάση είναι όλο και περισσότερο προς την νομοθετική ρύθμιση).
Τέλος, ο συντονιστής του τόμου Αργύρης Οικονόμου, Νομικός Σύμβουλος της ΔΕΗ, περιέγραψε πώς και στο βιβλίο αυτό και σε κάθε προσπάθεια προσέγγισης του θέματος της κανονιστικής συμμόρφωσης το ζήτημα είναι το πώς θα εκφράζεται και θα επεξηγείται η διαδικασία, ώστε να οδηγεί στην ουσιαστική αντίληψη. Δεν πρόκειται άλλωστε για προσέγγιση μόνον νομική, αλλά για συνειδητοποίηση που (οφείλει να) είναι ευρύτερη, να διαπερνά και τα τεχνικά και διοικητικά κλιμάκια. Να γίνεται αντιληπτή στην εταιρική ηγεσία.
Στην Ελληνική ιδίως περίπτωση, και μάλιστα των δημοσίων επιχειρήσεων, «η πιο άσχημη συνειδητοποίηση του τι σημαίνει compliance είναι η κλήση του Εισαγγελέα». Όμως, βαθμιαία, και η αγορά - και μάλιστα η διεθνής - απαιτεί και επιβάλλει την συμμόρφωση. Πρόκειται για μια συνειδητοποίηση που η κάπως Μεσογειακή νοοτροπία μας δεν την ενσωματώνει εύκολα: όμως, η λειτουργία στο σημερινό περιβάλλον την κάνει όλο και πιο αναπόδραστη. Οσοι καταφέρουν να την δουν θετικά – ακόμη και «ως μέρος του συγκριτικού τους πλεονεκτήματος» - θα είναι, ως φαίνεται, οι κερδισμένοι της φάσης αυτής.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/3/2018. 

Πίσω από τις αντιπαραθέσεις

Οι διοργανωτές του – ήδη 3ου – Οικονομικού Φόρουμ Δελφών μπορεί να είναι υπερήφανοι: όλες οι αντιπαραθέσεις, όλοι οι καυγάδες για το αύριο της Ελληνικής οικονομίας, για τις προοπτικές της (εδώ, «ένα βήμα πίσω»: τα προσωρινά στοιχεία για το ΑΕΠ του 2017 κατά την ΕΛΣΤΑΤ έγραψε +1,4%, δηλαδή κάτω κι από τον αναθεωρημένο στόχο του +1,6%, που νωρίτερα ήταν... 2,5-2,7%), για τις επιλογές μέλλοντος που πρέπει να γίνουν και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν (μετά από διαπραγμάτευση με τους «εταίρους» αλλά και συνεννόηση σε ανοιχτή γραμμή με το διεθνές σύστημα/τις «αγορές»), όλα αυτά διαμεσολαβήθηκαν στα πάνελ του Φόρουμ. «Καθαρή»/ «αυτοδύναμη» έξοδος ή προληπτική πιστοληπτική γραμμή/προληπτικό πρόγραμμα στήριξης; Ελάφρυνση χρέους και μεθόδευσή της (ανεξαρτήτως ονομασίας). Επιτήρηση μετά την λήξη του τρέχοντος Προγράμματος/Μνημονίου (πάλιν όπως κι αν βαφτισθεί).
Ας μην μας κατηγορήσει ο αναγνώστης για ραγιαδισμό/ωφελιμισμό , όμως θα ξεκινήσουμε την προσέγγισή μας από «τους ξένους». Και μάλιστα... εκείνους που μετράνε περισσότερο/ουσιαστικότερα.
Πρώτα, η κυρία Daniele Nouy Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου του SSM, η οποία θα οδηγήσει στο αύριο των συστημικών τραπεζών που ελπίζεται να μην περιλάβει τέταρτη ανακεφαλαιοποίηση. Ρωτήθηκε - με κάπως ευθύ τρόπο - αν το γύμνασμα των τωρινών stress tests θάπρεπε να το βλέπουμε με άγχος ή με εμπιστοσύνη. Προτίμησε να δηλώσει ότι, καίτοι βρισκόταν στους Δελφούς, δεν θα' θελε να λειτουργήσει ως Πυθία! Όμως... δεν άφησε εντελώς «εκτός» το ενδεχόμενο να προκύψει από τα stress tests ζήτημα όχι όλων, αλλά μερικών μόνον συστημικών μας.
Ύστερα, ο Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM (του φορέα δηλαδή που κουβαλάει, μαζί και με τον EFSF, το 60% του συνολικού Ελληνικού χρέους...), αφού πρώτα επανέλαβε ότι «το Ελληνικό χρέος πρέπει να καταστεί διαχειρίσιμο» (παραπέμποντας σε κάτι σαν ελάφρυνση, όμως επιμένοντας σε μεταρρυθμίσεις) αναφέρθηκε και στο τοτέμ της προληπτικής γραμμής. Πώς; Λέγοντας ότι κάτι τέτοιο «υπάρχει στην εργαλειοθήκη του ESM, αλλά δεν φαίνεται να χρειάζεται» .
Ελάτε τώρα να αρχίσουμε να τα προσγειώνουμε στους δικούς μας, δηλαδή στις απόψεις που διετύπωσαν Ελληνικές φωνές. «Απέναντι» στην D. Nouy, ο Νίκος Καραμούζης συνέπτυξε εκείνους τους παράγοντες που στηρίζουν την εκδοχή ευνοϊκής έκβασης των stress tests: Και η Ελληνική οικονομία περνάει σε φάση ανάπτυξης (βέβαια... σιγά-σιγά, το είπαμε ήδη). Και τα NPL των συστημικών παραμένουν μεν βαριά, αλλά βρίσκονται σε υποχώρηση (οι πλειστηριασμοί ή μάλλον η απειλή τους, φέρνουν στα γκισέ των τραπεζών αρκετούς «κοκκινισμένους» για ρυθμίσεις). Και τα πρό-προβλέψεων κέρδη, της τάξεως των 4 δις ετησίως (με προοπτική ομαλής συνέχισης στην τρέχουσα 3ετία) δίνουν στις συστημικές τράπεζες συνολικά μιαν ανάσα - πέρα από τους συμπαθέστατους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας που αυτές διαθέτουν (πλην όμως ,εν πολλοίς βασιζόμενους στον αναβαλλόμενο φόρο...). Και από μιαν κορύφωση της εξάρτησης από τον ELA, στα 86 δις το 2015, έχουμε πλέον βρεθεί κοντά στα 16 δις ευρώ. Ούτε ο Ν. Καραμούζης μάσησε φύλλα δάφνης ακούγοντας τα νερά της Κασταλίας, αλλά έναν χρησμό τον έδωσε!
Πάμε όμως γρήγορα-γρήγορα στα περί προληπτικής γραμμής στήριξης, γιατί εδώ από Ελληνικής πλευράς έπεσε το βαρύ πυροβολικό. Ο Αλέξης Τσίπρας το πήρε με βάση ότι «δεν [θα] έχουμε την ανάγκη κανενός τρίτου για να σταθούμε στα πόδια μας». Με αυτή την λογική, άλλες προσεγγίσεις «όπως π.χ. η προσφυγή σε προληπτική γραμμή πίστωσης, σεβαστές μεν – αλλά δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αφ' ης στιγμής συνεπάγονται νέες δεσμεύσεις και διαιώνιση της επιτροπείας». Ο Γιάννης Δραγασάκης το έφερε αλλιώς: «δεν χρειάζονται νέες θερμοκοιτίδες». Ακόμη ευθύτερος ο Φρ. Κουτεντάκης, ήδη αναληφθείς στο Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής... Απέναντι, ο Γιάννης Στουρνάρας – αφού έψαλε παιάνα για την «τεράστια πρόοδο» της οικονομίας: δεν σημειώθηκε! – επανέφερε ως σύσταση «να μην αγνοηθεί η προληπτική γραμμή πίστωσης» ώστε να μην υπάρξει επίπτωση στο κόστος δανεισμού των τραπεζών. Πιο έντονα πολιτικά, συμπαρατάχθηκε ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Πιο παραινετικά, ο Κώστας Σημίτης προβλέποντας αλλιώς «εκ νέου προσφυγή στον ESM».
Πολλοί άλλοι παρενέβησαν. Να επισημάνουμε τον Μιχάλη Σάλλα, ο οποίος δεν ανηφόρησε μέχρι Δελφούς/Αράχωβα/Ιτέα όπου είχαν ακροβολισθεί οι σύνεδροι και συζητητές, αλλ' έκανε την παρέμβασή του μέσω ΑΠΕ. Το κυριότερο: «η ύπαρξη προστασίας μέσω προληπτικής πιστωτικής γραμμής οδηγεί τελικά σε χρήση της». Βαρύ!
Α, ναι, και τον Βαγγέλη Μυτιληναίο – αυτός από Δελφούς – που παρενέβη έμμεσα στην συζήτηση, με την έκκληση να σταματήσει έτσι όπως γίνεται, πρόωρα και διχαστικά, καθώς «η χώρα πρέπει να πάψει να γίνεται πρωτοσέλιδο»...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 9/3/2018. 

Στον αστερισμό αξιολόγησης - και stress tests

Δεν πρόλαβε καλά-καλά να ξεκινήσει αυτή, η τέταρτη (και τελευταία, κατά τα συμφωνημένα) αξιολόγηση του Μνημονίου-3, να παραταχθούν οι κάμερες και οι – κάπως νωχελικές, πλέον – κλούβες έξω από το Χίλτον και να εγκαινιασθούν και πάλι τα μηντιακά στερεότυπα περί Τρόικας/Κουαρτέτου, περί αποχωρισμού από την Νάντια Βελκουλέσκου και αντικατάστασης από τον (Αμερικανό, πλέον) Πήτερ Ντόλμαν ως εκπρόσωπο του ΔΝΤ «το οποίο μένει ενώ φεύγει», και επανήλθαν οι γνώριμες αμφισβητήσεις.
«Δεν βλέπω πώς θα κλείσει αυτή η αξιολόγηση» ήταν το μόττο που ακούστηκε αρκετά. Με έμφαση στην κεντρικής προβληματικότητας υπόθεση των (ηλεκτρονικών πλέον, πλην ακόμη διστακτικών) πλειστηριασμών, οι οποίοι άλλωστε αποτελούν κατάλοιπο και της τρίτης αξιολόγησης όσο η Τρόικα δεν «χωνεύει» την διαπίστωση ότι – ήδη – η απειλή των πλειστηριασμών οδηγεί πολλούς δανειολήπτες σε συμβιβασμό. Με ακόμη πιο ευαίσθητη την αναφορά σε όσα εργασιακά παραμένουν προς ρύθμιση – εδώ όχι τόσο αιχμηρή η κουβέντα περί συλλογικών διαπραγματεύσεων, όσο η ουσιαστική προσέγγιση των όρων και της λειτουργίας της υποχρεωτικής διαιτησίας. Με επανερχόμενο το μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, το οποίο «εκ μεταφοράς» θα καταλάβει και τον κλάδο της ενέργειας που έως τώρα λειτουργούσε ως ταμπού.
Θα μας επιτραπεί να πούμε ότι και θα κλείσει η τέταρτη αξιολόγηση – βέβαια προς Ιούνιο μεριά – και το Μεσοπρόθεσμο 2018-22 που θα την συνοδεύει κατ' ανάγκη θα μας προκύψει (Απρίλιο-Μάιο, αυτό), και τα 11,7 δις που συνοδεύουν αυτό το κλείσιμο του Προγράμματος δεν θα «κολλήσουν», όσο κι αν υπάρξει ένα κάποιο σούρσιμο όπως τώρα με τα 5,7+1 δις που κρέμονται από την τρίτη αξιολόγηση.
Ενώ λοιπόν η προσοχή θα στρέφεται – από αυτοματισμό – στην ιεροτελεστία της τέταρτης αξιολόγησης, πολύ πιο ουσιαστικά πράγματα θα προχωρούν. Ήδη μάλιστα προχωρούν, εντατικά, σε επίπεδο τεχνικό του EuroWorking Group (που αποδεικνύεται ότι λειτουργεί πολιτικότερα των πολιτικών) και στον ESM οι συνεννοήσεις και οι υπολογισμοί για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης/αναδιάταξης/ αναδιάρθρωσης (ο καθείς επιλέγει την διατύπωση που βολεύει πολιτικά...) του Ελληνικού χρέους. Το αν οι συνεννοήσεις αυτές θα περιλάβουν την λογική οροφής στην εξυπηρέτηση του χρέους με βάση την εξέλιξη του ΑΕΠ – για το οποίο ΑΕΠ το ΔΝΤ έχει σαφώς χαμηλότερες προβλέψεις απ' όσο οι Βρυξέλλες –, οροφής που την συνηθίσαμε ως «γαλλικό μηχανισμό», και πώς τελικώς θα επικυρωθούν από τα υψηλότερα κλιμάκια είναι ένα θέμα. Όμως το άλλο είναι αν αυτού του είδους τα μέτρα, θα συνδυαστούν (σε ενιαία συμφωνία) με δύο άλλα στοιχεία. Το ένα ήδη φαίνεται ότι θα είναι ο «υβριδικός» μηχανισμός επιτήρησης που θα ισχύσει για μετά την λήξη του τωρινού Προγράμματος Προσαρμογής/Μνημονίου-3. Ανεξάρτητα από την ελάχιστα διαφωτιστική επί της ουσίας συζήτηση περί «καθαρής», «αρκετά καθαρής» ή «αυτοδύναμης» εξόδου, το καίριο ζήτημα είναι αν τα στοιχεία ελάφρυνσης του χρέους θα αποκτήσουν λειτουργία τμηματική και με «αιρεσιμότητα»/conditionality. Γιατί αυτό θα ήταν το στοιχείο επιτήρησης που θα «δαγκώνει» στο μέλλον...
Εδώ ακριβώς έρχεται και μπαίνει στην μέση το άλλο. Όπως συνέβη και με άλλα Προγράμματα Προσαρμογής – πιο κοντινό μας, εκείνο της Κύπρου - , η ολοκλήρωση/έξοδος δεν σημαίνει ότι αποκλείει να μείνουν ανοιχτά κάποια προαπαιτούμενα. (Στην περίπτωση της Κύπρου, θυμίζουμε, έμεινε εκκρεμής η ιδιωτικοποίηση του εκεί ΟΤΕ/της CYTA, αλλά και η πολύ πιο βαριά «μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας» - αυτή είναι η Δημόσια Διοίκηση για την Κύπρο). Με λογική σκούπας, όσα προαπαιτούμενα μείνουν ανοιχτά από την τέταρτη αξιολόγηση, θα μπουν στην συνολική ρύθμιση του «μετά-την-έξοδο».
Αν για κάτι θα άξιζε να διατυπώνονται ανησυχίες αυτόν τον καιρό, είναι εκείνο το μέτωπο που είχε αιφνιδίως σιγήσει. Αναφερόμαστε στα stress tests των Τραπεζών, όπου οι παραδοχές «στρεσαρίσματος» που περιλαμβάνουν και την συνολική εξέλιξη του ΑΕΠ αλλά και τον ρυθμό ξεκοκκινίσματος που θα επιτυγχάνεται προβληματίζουν το ΔΝΤ, ήδη όμως και την ΕΚΤ! Και το μεν Ταμείο περιέρχεται βαθμιαία σε ζώνη πολιτικού χειρισμού. όμως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπως έδειξε το επεισόδιο Ντράγκι-Τσακαλώτου στο πρόσφατο Eurogroup, παρακολουθεί με εντεινόμενη νευρικότητα. Αντιλαμβάνεται η ΕΚΤ ότι η έκβαση των stress tests (και αυτών...) θα φέρει την σφραγίδα των δικών της μηχανισμών. Αντί λοιπόν η Κυβέρνηση να κοντράρεται με Γ. Στουρνάρα (μέσω Φραγκίσκου Κουτεντάκη) θα άξιζε να είχε προσέξει πώς, κατά τον εδώ κεντρικό τραπεζίτη – με Ντράγκι στο βάθος, φυσικά – όλη αυτή η ιστορία ενός προληπτικού προγράμματος στήριξης «βλέπει» και την διαθεσιμότητα πόρων για στήριξη των τραπεζών, αν ο μη γένοιτο κλπ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" την 1/3/2018. 

Σημειωτόν με ενθαρρύνσεις

Το μόνο που δεν κρινόταν στο Eurogroup της περασμένης Δευτέρας, που κατά μεγάλο μέρος του ήταν αφιερωμένο στην Ελλάδα, ήταν η εκταμίευση της δόσης των 6,7 δις (τα 3,3 δις για εξυπηρέτηση αναγκών μέχρι τον Ιούνιο, τα 0,5 +1 δις για αποπληρωμή arrears του Δημοσίου προς ιδιώτες, το υπόλοιπο ως συνεισφορά στην δημιουργία του cash buffer ενόψει εξόδου στις αγορές). Εκείνο που βασικά κρινόταν ήταν η μετάβαση στην επόμενη μέρα, το «μετά».
Και όμως: επειδή το ένα από τα 2 προαπαιτούμενα (επί συνόλου, τελικώς, 110...) που βρέθηκαν εκκρεμή έφερε αντιμέτωπο τον Ευκλείδη Τσακαλώτο με τον Μάριο Ντράγκι, δόθηκε μεγαλύτερη σημασία σ' αυτό το επεισόδιο. Το ένα προαπαιτούμενο – η άρση των εκκρεμοτήτων για το Ελληνικό – αφορούσε την γνωμοδότηση του Συμβουλίου Επικρατείας: δύσκολα θα καταγγελλόταν το ΣτΕ για παρέλκυση! Το άλλο, η πορεία των πλειστηριασμών, είναι πιο βαρύ. Κυρίως όμως, για τον Ντράγκι/την ΕΚΤ είναι πρόκριμμα της σφραγίδας «Καλώς έχει» που αναμένεται για την ολοκλήρωση των stress tests των συστημικών τραπεζών χωρίς παρατράγουδα. Ο Ευκλείδης, όμως, γνωρίζοντας την πολιτική εκρηκτικότητα των πλειστηριασμών, θεώρησε επάναγκες να ανέβουν οι τόνοι. Όχι παράλογο, καθώς των υπολοίπων τα καλά λόγια αφθονούσαν – πριν ξεκινήσει το Eurogroup.
Το οποίο, κατά τα άλλα καταπιάστηκε με ζητήματα συνολικής αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης, με την υπόθεση της μετεξέλιξης του ESM σε μόνιμο μηχανισμό (εντός Ευρωπαϊκού θεσμικού συστήματος), σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο για να χρησιμοποιήσουμε την καθιερωμένη διατύπωση.
Ίσως η πιο λειτουργική διατύπωση να ήταν εκείνη του (ακόμη φρέσκου) Προέδρου του Eurogroup, του Πορτογάλου Σοσιαλιστή Μάριο Σεντένο. Το «οι Ελληνικές αρχές έχουν κάνει φοβερή δουλειά» ήταν ωραίο ως μελωδία, πάντως την ουσία την κουβαλούσε άλλο: «Ένα πρόβλημα της Ευρώπης φαίνεται να φθάνει προς το τέλος του [...] Μετά από οκτώ χρόνια Προγραμμάτων προσβλέπουμε στην ολοκλήρωσή τους. Αυτό αποτελεί σίγουρα εξαιρετικά νέα». Ο αναγνώστης βλέπει ήδη την άμεση διασύνδεση του Ελληνικού «μετά» με τους συνολικούς Ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς. Αλλά και η μετά την ολοκλήρωση του Eurogroup τοποθέτηση/tweet του Σεντένο «Καλά νέα για την Ελλάδα. Ανταποκρίθηκαν σε όλα τα συμφωνηθέντα» ικανοποίησε. Λιγότερο λειτουργική, αλλά πιο αξιοποιήσιμη στην εσωτερική πολιτική σκηνή – όταν ξεπεραστεί η λασπομαχία της Βουλής για το σκάνδαλο Novartis – η τοποθέτηση Μοσκοβισί: «[Θα] επιστρέψουμε στην Ελλάδα της ευημερίας, της ανάπτυξης και της πλήρους κυριαρχίας». Με, σχεδόν ντροπαλή, την προσθήκη του «φυσικά με μια επιτήρηση μετά-το-Πρόγραμμα/post-Programme προσαρμοσμένη στις ανάγκες της κατάστασης".
Η προσέγγιση του Ευκλείδη Τσακαλώτου, πριν την κόντρα με Ντράγκι,για επιδίωξη «όσο το δυνατόν πιο καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια» με βάση ένα υπό προετοιμασία (σε ορίζοντα Απριλίου) «νέο στρατηγικό πλάνο, φιλικό στην ανάπτυξη και κοινωνικά ευαίσθητο [του οποίου] θα πάρουμε εμείς την ιδιοκτησία» , ταίριαζε αρκετά καλά με το κλίμα. Οπότε νομιμοποιούνταν να θεωρήσει «θέμα κυρίως τεχνικής φύσεως» την όποια συζήτηση «για πρόγραμμα επιτήρησης μετά την έξοδό μας αλλά και για το χρέος».
Θα μας επιτραπεί, όμως, να θεωρήσουμε ότι την ημέρα «καθοδήγησε» η τοποθέτηση του νέου ισχυρού άντρα του Eurogroup – του Γάλλου ΥΠΟΙΚ Μπρυνό ΛεΜαίρ καθώς η Γερμανία, εν αναμονή της έλευσης του Ολαφ Σολτς στην θέση Σόϊμπλε, παρίστατο δια του μεταβατικού Πέτερ Άλτμάιερ (που η ίδια η παρουσία του έδειχνε το διστακτικό τού Βερολίνου της εποχής) – ότι «δεν είμαστε μακριά από την οριστική ρύθμιση του ζητήματος του Ελληνικού χρέους». Με δεδομένη την συζήτηση για την «Γαλλικής έμπνευσης» πτυχή μιας ρήτρας ανάπτυξης στην όποια ρύθμιση για την εξυπηρέτηση του χρέους, η τοποθέτηση ΛεΜαίρ παρατηρήθηκε.
Ήδη, η παρασκηνιακή δραστηριότητα προχωρεί – ιδίως σε συνεννόηση με τον ESM – για το «μετά». Εδώ, σε συνέχεια και των επαφών Τσίπρα και Τσακαλώτου με Κριστίν Λαγκάρντ, πέρα από την υπόθεση της ρύθμισης για το Ελληνικό χρέος (που, θυμίζουμε, το ΔΝΤ σταθερά θεωρεί προϋπόθεση για να αποφανθεί επι της βιωσιμότητάς του...) άρχισε – επιτέλους! – και προσέγγιση του θέματος των υπέρογκων πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτά, που θα πρέπει να επαναληφθούν στα πλαίσια του Μεσοπρόθεσμου 2018-22, ήδη γίνεται αντιληπτό ότι πάνε να τσακίσουν την όποια επιτυχία. Το επιχείρημα ότι «και το Βέλγιο είχε επί δυο δεκαετίες πλεόνασμα άνω του 3%» σημαίνει λίγα: το Βέλγικο χρέος ήταν κυρίως στα χέρια Βελγικών τραπεζών, οπότε τα πλεονάσματα που το εξυπηρετούσαν, ανακυκλώνονταν στην οικονομία. Ενώ σ' εμάς...
Ε, λοιπόν και αυτή η διάσταση αρχίζει να έχει ακροατές στο Eurogroup.

Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 23/02/2018.

Κανονικότητα και παζάρι χαλιών

Με μια ευχάριστη επαναληπτικότητα, έρχονται και προστίθενται στις αποτιμήσεις της περασμένης χρονιάς οι τωρινές αναφορές σε βελτίωση του κλίματος στην Ελληνική οικονομία – δηλαδή, με την προοπτική λήξης του τρέχοντος Προγράμματος Προσαρμογής/Μνημονίου-3 σε λιγότερο από έξη μήνες, μετρήστε...
Τελευταία καταγραφή, εκείνη του Μηνιαίου Δελτίου Οικονομικής Δραστηριότητας του ΣΕΒ, απ' όπου δεν είναι μόνο ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος που βρίσκεται βελτιωμένος τον Ιανουάριο τόσο έναντι του κλεισίματος της περασμένης χρονιάς όσο και (πολύ πιο αισθητά) έναντι της ίδιας εποχής πέρσι, είναι και τα επιμέρους στοιχεία που τον απαρτίζουν. Έτσι, η βελτίωση στον δείκτη κλίματος προκύπτει από ενίσχυση των θετικών προσδοκιών και στην παραγωγή (στην βιομηχανία) και στην ζήτηση (στο λιανεμπόριο, που έδειχνε νέα ανησυχητική αμφιθυμία), ενώ ο μεγάλος ασθενής (οι κατασκευές) μειώνει την κατάθλιψη στην οποία έδειχνε να εγκαθίσταται.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, πάλι, η βελτίωση στον PMI, τον Δείκτη Υπευθύνων Προμηθειών στην μεταποίηση – που λειτουργεί ως πρόδρομο σημάδι για την εικόνα στον χώρο της παραγωγής: εδώ, τόσο οι εξαγωγές (η προσδοκία των εξαγωγών) όσο και η εγχώρια ζήτηση συντρέχουν. Εν τω μεταξύ και οι εξελίξεις στην μεταποίηση πήγαιναν ζωηρότερα (+6%) στο κλείσιμο της περασμένης χρονιάς απ' όσο στο σύνολο του 2017 (+3,1%), αλλά και στις εξαγωγές η τάση παραμένει ανοδική – και μάλιστα η αύξηση σε αξία (+7,9%) προηγείται της αύξησης κατ' όγκο (+5,1%) πράγμα που δημιουργεί πιο ευχάριστη προοπτική για ποιοτική, σε βάθος χρόνου, αναβάθμισή τους.
Αν κανείς έχει το θάρρος να σημειώσει και την καταγραφή – πάντα από τον ΣΕΒ – του γεγονότος ότι επιτέλους! έχουμε οριακά (έστω) θετικό ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, με φόντο βέβαια την αγωνιώδη προσπάθεια των τραπεζών να αντιμετωπίσουν τα ΝPLs τους, αληθινά νομιμοποιείται να βγάλει αναστεναγμό ανακούφισης: «Ουφ»! Η δε Κυβέρνηση – ας το πούμε ευρύτερα: οι αρμόδιοι για την χάραξη του καταλοίπου οικονομικής πολιτικής που παραμένει σε Ελληνικά χέρια – νομιμοποιείται να θεωρεί ότι ζει την επάνοδο σε κάτι σαν κανονικότητα.
Ενώ όμως και ο ΣΕΒ, και ευρύτερα ο επιχειρηματικός κόσμος, κάνει αυτές τις καταγραφές, δεν αργεί η συμπλήρωση: «Οι μεγάλες προκλήσεις παραμένουν!». Τις κωδικοποιούσε, μιλώντας σε Ευρωπαίους δημοσιογράφους, ο Θόδωρος Φέσσας: μεγάλο μέγεθος του Κράτους (που, προσθέτουμε λιγότερο ευγενικά, παρέμεινε και στο βάθος της κρίσης ενώ ήδη ενισχύεται), έλλειψη μεγάλων, οργανωμένων επιχειρήσεων και υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολουμένων (εν μέρει συνέπεια του φορολογικού συστήματος), χαλαρή λειτουργία των θεσμών (αυτάρεσκα χαλαρή, όπως της Δικαιοσύνης: πάλιν δική μας η εξειδίκευση).
Εν τω μεταξύ το τσουρούφλισμα που γνώρισε το – πετυχημένο στην κόψη του ξυραφιού – ομόλογο των 3 δις στην ταραγμένη αγορά, όπου παρέμεινε να ταλαιπωρείται με ενίσχυση των αποδόσεων, αλλά συμπαρέσυρε και το 10ετές και το 5ετές Ελληνικό χαρτί ακόμη κι όταν τα υπόλοιπα κρατικά ομόλογα επανέρχονταν, θάπρεπε να έχει (αν μη τι άλλο) δημιουργήσει επιφυλακτικότητα. Αντί γι αυτό, εκείνο που βλέπουμε είναι συνεχιζόμενα τζαρτζαρίσματα μεταξύ αφενός Ευκλείδη Τσακαλώτου (αλλά και Αλέξη Τσίπρα) που επαναφέρουν στην πολιτική διατύπωση του αιτήματος/ζητούμενου για καθαρή έξοδο (επανήλθε πάλι ο όρος αντί του πιο προσεκτικού «αυτοδύναμη»...) με την λήξη του Προγράμματος και όσων αφετέρου (με Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος βάλλεται συστηματικότερα παρά ποτέ πλέον, στην πρώτη γραμμή) συνιστούν την ύπαρξη/εξασφάλιση κάποιου αλεξίπτωτου για τα επόμενα βήματα. Για όποιον προσέχει τις λεπτομέρειες: και εδώ η διατύπωση σκλήρυνε: αντί για «προληπτικό πρόγραμμα στήριξης» ή για υβριδικές μορφές στήριξης/εποπτείας γίνεται πλέον λόγος για την παλιά γνώριμη PCCL/προληπτική πιστωτική γραμμή. Πάντως δεν ξανακούγεται η ECCL/Πιστωτική Γραμμή Ενισχυμένων Προϋποθέσεων.
Όσο λοιπόν θα προχωράει η διαπραγμάτευση με ESM, με Ευρωπαϊκή Επιτροπή (με υπεριπτάμενο ΔΝΤ: μην ξεχνούμε ότι αυτού τα μαγικά θα ονοματισθεί «βιώσιμο» το χρέος Γενικής Κυβέρνησης, αλλά και θα πιστοποιηθεί η «βιωσιμότητα εξωτερικής θέσης»: όλα αυτά λειτουργούν ως προϋποθέσεις), αλλά και με ΕΚΤ/Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ESA) ή και Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ESRB), για το ακριβές καθεστώς που θα ισχύσει ή δεν θα ισχύσει, η Ελληνική πλευρά θα αισθάνεται σαν τον τουρίστα στο Ανατολίτικο παζάρι χαλιών: σου προσφέρουν τσάι με μέντα, και σου ξεδιπλώνουν διάφορα χαλιά, με ασαφή διαφοροποίηση αλλά με σοβαρές διαφορές τιμών. Έτσι και τα διαθέσιμα εργαλεία στήριξης του ESM που θα μας παρουσιάζονται.
Αν η δική μας θέση παραμείνει στην «καθαρή έξοδο» χρειάζεται προσοχή μήπως «θυμηθούν» το άλλο κριτήριο: «ιστορικό πρόσβασης στις αγορές με λογικούς όρους». Προσοχή! ΙΣΤΟΡΙΚΟ πρόσβασης, όχι μιαν έξοδο στην κόψη του ξυραφιού...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 16/2/2018.

Κατά την φοράν των προσδοκιών, ή των αναμνήσεων;

Κάτι σημαντικό και καθοριστικό έχει αλλάξει στην ρουτίνα των επαφών-διαπραγματεύσεων-συμφωνιών-ανακοινώσεων-ερμηνειών γύρω από την πορεία (και) του τρέχοντος Προγράμματος Προσαρμογής. Κάθε γύρος, συμβολοποιημένος από την εκάστοτε αξιολόγηση/review, αρχίζει με κάτι βαθιά Ελληνικό: χαλαρότητα και σχετική απραξία. Συνεχίζεται με διασταυρωμένες διαρροές για τα «αγκάθια» που ανακύπτουν στις συζητήσεις με τους Θεσμούς σε τεχνικό επίπεδο. (Εδώ δυο παρατηρήσεις: η κωμική δήθεν συγκάλυψη της φύσης αυτής της διαδικασίας επιβολής με την ονομασία Θεσμοί αντί για Τρόικα, ή Κουαρτέτο πλέον, ώστε να μην τραυματίζεται το φιλότιμο ημών, ως ιθαγενών υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο έχει όση σοβαρότητα, αλλά και αποτελεσματικότητα διετήρησε η σκηνοθεσία των συναντήσεων στο Χίλτον – «κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών» , άλλη υποκρισία πολιτικής ορθότητας κι αυτή! – αντί επισκέψεων των Τροϊκανών στα υπουργεία. Ενώ το «τεχνικό επίπεδο» συχνά καταλήγει πολύ πολιτικότερο των με πολιτικό χαρακτήρα και ύφος επαφών).
Τα θέματα φθάνουν συμφωνημένα – και με συμφωνημένο το ... πού θα καταγραφούν διαφωνίες - στο επίπεδο δικών μας υπουργών και μελών της Τρόικας, μετά και από έναν αστερισμό δηλώσεων Βρυξελλών-Αθηνών κοκ. Γίνεται δια διαρροών η κοινολόγηση του Staff Level Agreement, με ήπια απόκρυψη των στοιχείων που, καίτοι ορισμένα ως προαπαιτούμενα θα σπρωχτούν για παραπέρα. Περνούν τα πράγματα στο EuroWorking Group, ξανασυζητιούνται. Καταλήγουν με Compliance Report στο κυρίως Eurogroup, πάλι δια διαρροών που διασταυρώνονται με ρητορεία ενθάρρυνσης («τεράστιες προσπάθειες»/ «εξαιρετική συνεργασία» ήταν η φετεινή συγκομιδή: μεσογειακός Σεντένο αντί ωκεάνειου Ντάισσελμπλουμ, βλέπετε) με επιφυλάξεις για την τελική-τελική συμφωνία. Επιτυγχάνεται η συμφωνία, εγκρίνεται εκταμίευση δόσης – συνήθως «σπαστή» σε υποδόσεις, ώστε να υπάρχει η αίσθηση ελέγχου του ESM επί της υλοποίησης. Στέλνεται για επιψήφιση το αποτέλεσμα σε όποια Κοινοβούλια αυτό απαιτείται για εκταμίευση. Μετά από λίγο γίνεται η πρώτη εκταμίευση, αφού θεωρηθεί πως όσα επιμέρους δεν έχουν ολοκληρωθεί, θα πάνε για αργότερα. Και η συζήτηση/συνεχής διαπραγμάτευση πάει παρακάτω.
Εκείνο όμως που ζήσαμε με την τελευταία αξιολόγηση και την «ετυμηγορία» του Eurogroup της Δευτέρας – που, όπως πάντα αποτιμήθηκε διαφορετικά από κάθε παρατηρητή: άλλος στάθηκε στα θετικά έως ενθουσιώδη λόγια που την συνόδευσαν άλλος στην επιμονή σε δείγματα υλοποίησης στο μέτωπο των πλειστηριασμών και των ιδιωτικοποιήσεων, ώστε να θεωρηθούν ως εκπληρωμένα τα αντίστοιχα προαπαιτούμενα. άλλος στην διασύνδεση με τα προαπαιτούμενα της επόμενης (και τελικής) αξιολόγησης του Μνημονίου-3 – δείχνει το πέρασμα σε νέα φάση. Αντίστοιχα ισχύουν και με τα στρατόπεδα στην προβολή προς το αύριο της έναρξης συζήτησης για ελάφρυνση του χρέους, καθώς και για την καθαρή (ή, έστω, αυτοδύναμη) έξοδο ή αντιθέτως για υποβοηθούμενη με κάποιου είδους πρόγραμμα/προληπτική γραμμή. Τόσο όσοι σπεύδουν να τοποθετηθούν επικριτικά όσο και εκείνοι που αναδεικνύουν τα θετικά της σημερινής κατάστασης πορεύονται περισσότερο κατά την φοράν των αναμνήσεων – δηλαδή με τα μάτια στραμμένα στα μέχρι τώρα αντανακλαστικά τους: οι μεν κυβερνητικοί «κρατώντας κατενάτσιο» απέναντι στις στάσεις, τις απαιτήσεις και τις υποδείξεις της Τρόικας/Κουαρτέτου, οι δε αντιπολιτευόμενοι προβλέποντας εκτροχιασμό των συζητήσεων, μπλοκάρισμα, τα συνηθισμένα...
Ε, λοιπόν, η φάση στην οποία έχουν περάσει τα πράγματα είναι σαφώς διαφορετική και απαιτεί προσαρμογή νοοτροπιών. Απ' όλους, δε. Από την φοράν αναμνήσεων, χρειάζεται να περάσουν στην φοράν των προσδοκιών – στο πού θέλουν να το πάνε το πράγμα. Εδώ όμως χρειάζεται περισσότερη ειλικρίνεια στις προθέσεις. Η Κυβέρνηση, έχοντας σηκώσει όλο το βάρος συμμόρφωσης σε ένα βαρύ, βαρύτατο Πρόγραμμα (ιδίως άμα συμπεριλάβει κανείς τα προσυμφωνημένα για 2019-20 σε συντάξεις και φορολογική πίεση), χρειάζεται... να το δεχθεί. Αν τώρα, τώρα που οι «εταίροι» δείχνουν να βιάζονται να ολοκληρωθεί το Πρόγραμμα χωρίς τις χωροφυλακίστικες στάσεις τύπου Σώϋμπλε, αφεθεί να ξηλωθεί κάτι ουσιαστικό από τα συμφωνημένα – σκεφτόμαστε ιδίως το μέτωπο των πλειστηριασμών – τότε, η κατάσταση θα μπορούσε να αποβεί μη-διαχειρίσιμη. Οι «εταίροι» έχουν δείξει ότι πορεύονται προς μια τελική ευθεία όπου το σύνολο των εκκρεμοτήτων θα μπει σ' ένα τελικό πακέτο – πιθανότατα και με τις ρυθμίσεις για το χρέος, κλιμακωτά – που θα προσλάβει πολιτικά διαχειρίσιμη ονομασία. Αντί Μνημονίων, «Εταιρική Συμφωνία». Και το άλλο μεγάλο αγκάθι, των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, θα μπει (πάλι) κάτω από το χαλί. Όμως ... χρειάζεται ένα μίνιμουμ αυτοπειθαρχίας από την δική μας πλευρά.
Όσο για την Αντιπολίτευση, που ήδη στον διαφορετικό χώρο της συλλαλητηριακής προσέγγισης του Μακεδονικού δείχνει να φλερτάρει με την προσδοκία εξεγερτικότητας του κόσμου, χρειάζεται να σκεφθεί – σοβαρά – τι θα πει «μη-διαχειρίσιμη» κατάσταση. Υπό τις σημερινές συνθήκες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 26/1/2018.

Υποκατηγορίες

  • Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας


    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο.


     

    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο. Όμως, έτσι, όπως επενδύθηκαν - με πολύ σώου, με πληθωρικές δηλώσεις, με πενιχρό πολιτικό περιεχόμενο πλην της διάθεσης κόντρας και τα κάποια στοιχεία αναδίπλωσης - οι ημέρες μετά το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών περιπλανήσεων Τσίπρα και (κυρίως!) Βαρουφάκη, αληθινά θυμίζουν το Se hace camino al andar/ Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας.
    Έτσι, με αναζήτηση ενός κάποιου περιεχομένου για την πληθωρική φόρμα, φθάσαμε στις Προγραμματικές Δηλώσεις, που κινδυνεύουν να είναι το πιο αστραπιαία μεταφραζόμενο κείμενο στην διεθνή σκηνή! Με το καημένο το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" να επιχειρείται να αποκτήσει αποτύπωση που και τους "έξω" να μην συνταράξει περισσότερο, κι εμάς τους "μέσα" να κρατήσει σε ενθουσιασμό.
    Ενώ όμως φαίνεται ότι τελικά θα καταλήξουμε και με Φόρο Επιδεικτικής Κατανάλωσης (αντί του πεζού Φόρου Πολυτελείας: ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δάκρυζε, βλέποντας υλοποίηση Thorstein Verblen) και με Ταμείο Εθνικού Πλούτου (αντί για ΤΑΙΠΕΔ: σοφή η ιδέα να συνδυαστεί η εκποίηση/αξιοποίηση με την υπόσχεση για διάσωση του Ασφαλιστικού), συν μια καμπάνια κατά των ολιγαρχών και της ("μεγάλης") φοροδιαφυγής, τα διαβολεμένα τα νούμερα δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στο EuroWorkingGroup η εξήγηση ήταν... οι Προγραμματικές που δεν είχαν αναγνωσθεί! Στο δίδυμο Eurogroup της 11ης/16ης Φεβρουαρίου, το ζήτημα κινδυνεύει να είναι σαφώς πιο δυσάρεστο (η Κορυφή της 12ης είναι ούτως ή άλλως "πολιτική"). Στην σταθερή πίεση των "εταίρων" για νούμερα, για ποσοτικοποίηση των πολιτικών όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και πειστική, η Ελληνική στάση είναι Βαρουφακική: "Give us time and give us space". Που στην πραγματικότητα έχει την ακόλουθη απόδοση: "Δώστε μας χρόνο να σκεφθούμε τι θέλουμε/Δώστε μας περιθώρια μέχρις ότου εσείς (οι "εταίροι") σκεφθείτε τι θα μπορούσατε να δώσετε/πού και πώς θα μπορούσατε να χαλαρώσετε ένα κακοσχεδιασμένο και εκ του αποτελέσματος αποτυχημένο Πρόγραμμα, στο οποίο εμείς ζούμε και πνιγόμαστε (και το βλέπετε) εδώ και 5 χρόνια".
    Στην πιεστική απαίτηση των "εταίρων" για νούμερα, για στοιχεία , η Ελληνική πλευρά αντιπαρατάσσει ενδιαφέρουσες διαβεβαιώσεις, όπως για δημοσιονομική ισορροπία, ή πάλι για (ήπιο) πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρόβλημα πού είναι; Έρχεται η δική μας διαβεβαίωση, π.χ. του τύπου: "Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα διαρρυθμιστεί χρονικά, αλλά δεν έχει και δημοσιονομική επίπτωση, άσε που θα σημάνει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, άρα... μείωση των απαιτήσεων του Ασφαλιστικού από τον Προϋπολογισμό". Η άλλη πλευρά σπεύδει να παρατηρήσει: "Ωραία, όμως έχετε υπολογίσει πόσο η αύξηση κατωτάτων θα σημάνει σε αύξηση π.χ. του επιδόματος ανεργίας; Και πόσο στα επιδόματα μητρότητας; Πόσο και πώς θα "περάσει" στον υπολογισμό των συντάξεων; Α, ναι, και με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, πώς την βλέπετε την εισπραξιμότητα;"
    Αυτού του είδους την προσέγγιση, πάτε την τώρα και απλώστε την σ' όλο το φάσμα των Προγραμματικών όπως θα μεταφράζονται σε Πρόγραμμα - όχι πλέον "Θεσσαλονίκης", αλλά "ηπίως ψαλιδισμένο" ώστε να φαντάζει συμβατό με μια συζήτηση Eurogroup...
    Ή δείτε πάλι, την προσέγγιση να ζητηθεί η συμβολική αντικατάσταση της Τρόικας - η οποία και μισήθηκε, αλλά και απέτυχε ως "ελεγκτής" - με κάτι "άλλο". Σαν στοιχείο αυτού του "άλλου" κάποια στιγμή συζητήθηκε (όχι δε μόνον στην Αθήνα) και ο ΟΟΣΑ. Τον οποίο, βέβαια, γνώρισε πρόσφατα η ελληνική κοινή γνώμη ως εμπνευστή του διαβόητου toolkit/της εργαλειοθήκης: έκανε περισσότερο κακό η συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, έτσι όπως έγινε, παρά ο,τιδήποτε άλλο στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
    Ο ΟΟΣΑ, οργανισμός με εγγενώς διακρατική υφή, ενώ έχει και γνώση και λόγο - και δεν διστάζει να εκφραστεί με σαφήνεια και ένταση - δεν έχει συσχετισθεί με την γεύση επιβολής του ΔΝΤ και των Βρυξελλών. Εχει δε πρόσφατα "γνωρίσει" (με αφορμή το toolkit) την Ελληνική πραγματικότητα απο κοντά, έχει παίξει ρόλο υποβοήθησης των συνεννοήσεων ο Γενικός Διευθυντής του Ανχελ Γκουρία, που θάναι (στις 11 Φεβρουαρίου, κι αυτός!) στην Αθήνα.
    Όμως , με εμάς να αναζητούμε τον όποιο δρόμο περπατώντας, χρειάζεται παρόμοιες τομές να τις προωθήσει η "άλλη πλευρά". Καθώς και να παρατείνει (με δική της πρωτοβουλία;) τον χρόνο που τελειώνει.
    Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

     

    Το κείμενο του Α.Δ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ  δημοσιεύτηκε στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 9.2.2015

    Καταμέτρηση Άρθρων:
    0

Σελίδα 1 από 26