Παρασκευή, 06 Δεκέμβριος 2019

Επιφυλακτικότητες και προσδοκίες

Μια ιδιότυπη – για τα Ελληνικά μας δημόσια πράγματα, τουλάχιστον – επιφυλακτικότητα, που θα την ονομάσουμε σωφροσύνη, χαρακτηρίζει την σημερινή ηγεσία του ΥΠΟΙΚ και πάντως τον Χρήστο Σταϊκούρα ως υπουργό, στην τελική ευθεία πριν την οριστικοποίηση του Προϋπολογισμού 2020, αλλά και προς το Eurogroup της 4ης Δεκεμβρίου.
Έτσι όπως μάθαμε τα τελευταία χρόνια να ινδαλματοποιούμε την επίτευξη των στόχων πρωτογενούς πλεονάσματος, και μάλιστα τα υπερπλεονάσματα (που οδηγούσαν στην παροχή κοινωνικών επιδομάτων «τέλους του έτους», όπως εκείνα που και φέτος τροφοδότησαν την δημόσια συζήτηση) τα οποία το 2017 είχαν προκύψει υπερδιπλάσια κι από τα συμφωνημένα με τους «εταίρους» (θυμηθείτε: για το 2017 είχε τεθεί στόχος 1,75% του ΑΕΠ σε πρωτογενές πλεόνασμα, ως προεισαγωγικό βήμα στο 3,5% του 2018-22, ενώ τελικά ξεπεράστηκε και το 4%!...), έτσι και στην φετεινή μηντιακή συζήτηση πολύς χώρος διατέθηκε στο αν φέτος θα πιάσουμε το 3,7% ή «μόνο» 3,6% - κι αν διαθέσιμα για κοινωνικό μέρισμα θα είναι 435 εκατομμύρια ευρώ ή 415. συν πώς/πού θα κατανεμηθούν.
Εκείνο που καταγράψαμε ως επιφυλακτικότητα του Χρ. Σταϊκούρα – και που χαρακτηρίσαμε σωφροσύνη – έγκειται στο ότι όσο κι αν ερωτάται και πιέζεται μηντιακά για δεσμεύσεις στο «πού θα πάνε τα λεφτά», αλλά και για τροφοδότηση της συζήτησης γύρω από την τακτική στο Eurogroup «για την δυναμική διεκδίκηση μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων», παραμένει για την ώρα στην στάση: πρώτα να διαβάζουμε τα νούμερα που όντως επιτυγχάνονται, κι ύστερα να μιλάμε για κατανομές κονδυλίων και για κινήσεις τακτικής.
Στο εσωτερικό, αυτό αφήνει χώρο στον Κυριάκο Μητσοτάκη να μιλάει ο ίδιος για προθέσεις τέλους του έτους (και για αναζήτηση του πώς η κοινωνική συνείδηση ΝΔ θα διαφοροποιηθεί απ' εκείνην ΣΥΡΙΖΑ στην ίδια επιδοματική κατεύθυνση...). στο εξωτερικό/στο Eurogroup επιτρέπει να χτιστεί μέχρι την τελευταία στιγμή εικόνα επιχειρηματολόγησης με βάση στοιχεία (πού θα διαμορφωθεί το κόστος χρήματος για την Ελλάδα, για το οποίο ήδη ο Πρόεδρος του Eurogroup Μάριο Σεντένο σημείωσε – απαντώντας στον Γιώργο Κύρτσο, στο Ευρωκοινοβούλιο – ότι κινείται πλέον χαμηλότερα από τον επιτυγχανόμενο ρυθμό ανάπτυξης/το «ενάρετο crossover») και επιτεύξεις στόχων. Όχι απλώς προσδοκίες.
Υπ' αυτήν την έννοια, ο Χρ. Σταϊκούρας αρχίζει να λειτουργεί σαν συνεχιστής κατ' ουσίαν του Ευκλείδη Τσακαλώτου, χωρίς την ροπή προς το βρετανικό χιούμορ ειν' αλήθεια. δηλαδή επιχειρεί να συγκρατεί την συζήτηση στο εσωτερικό, μαζεύοντας έρμα για την πορεία του καραβιού στην Ευρωθάλασσα. Όπου όχι μόνον οι συζητήσεις για το πρωτογενές πλεόνασμα υπόσχονται/απειλούν να κινούνται με τους ληθαργικούς ρυθμούς που γνωρίσαμε και στο παρελθόν, αλλά και η μεταβατική «ελευθέρωση» της χρήσης των κονδυλίων από επιστροφές ANFAs/SMPs ώστε να φέρουν έμμεση δημοσιονομική χαλάρωση μέσω ΠΔΕ δεν είναι όσο εύκολη αφέθηκε να πιστεύεται.
Όμως αν μείνουμε λίγο περισσότερο στον Προϋπολογισμό 2020 που, αυτός, δεν χαρακτηρίζεται από περισσή επιφυλακτικότητα! Για μας, το λιγότερο πειστικό στοιχείο του είναι η παραδοχή ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα τρέξει το 2020 με ανοδικό ρυθμό 1,8% - έναντι αντίστοιχης αύξησης της δημόσιας με 0,6% . Τι στηρίζει αυτήν την πρόβλεψη (διότι δικαίως η ιδιωτική κατανάλωση δεν παύει να θεωρείται βασικός πυλώνας της κατά την Ελληνική εκδοχή ανάπτυξης/μεγέθυνσης...), όταν το 2019 δεν πιάνουμε παρά 0,6% αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, και τούτο παρά την χορήγηση της «13ης σύνταξης» την άνοιξη, παρά και την πιο πρόσφατη μείωση του ΕΝΦΙΑ; Άλλωστε η υστέρηση του ρυθμού της ιδιωτικής κατανάλωσης , σε επίπεδο σχεδόν στο μισό της αύξησης της αμέσως προηγούμενης χρονιάς (1,1% η αύξηση του 2018...) είναι που προσγείωσε συνολικά τον φετινό ρυθμό ανάπτυξης.
Η αισιοδοξία για τον ρυθμό αύξησης των επενδύσεων (από 8,8% φέτος σε 13,4% ελπιζόμενο για το 2020) είναι μια παραδοσιακή αισιοδοξία Προϋπολογισμού. Αρχίζει να προβληματίζεται λίγο κανείς, άμα θυμηθεί ότι η αμέσως προηγούμενη χρονιά – το 2018 – είχε πάει πίσω, σε αρνητικό πρόσημο -12,2%, οπότε η φετινή άνοδος ξεκινούσε από σχετικά χαμηλή βάση. (Βέβαια γενικώς αυτή η καταγραφή είναι περιορισμένης χρησιμότητας όταν προσβλέπει κανείς σε ανάπτυξη, καθώς συμπεριλαμβάνει «μέσα μεταφοράς»=πλοία, που μπαίνουν διαφορετικά στην εξίσωση...). Πάντως η πρόβλεψη για εξέλιξη των εξαγωγών είναι μετριοπαθής – στα επίπεδα της φετινής χρονιάς (5,1% έναντι 4,9%) . Συνεπώς προσπαθεί να προεξοφλήσει το ενδεχόμενο σοκ από την διεθνή εμπορική αναταραχή, με Brexit και ΗΠΑ-Κίνα, αλλά και από την αποεπιτάχυνση Γερμανίας-Ιταλίας (κι ας γλύτωσε η πρώτη την τεχνική ύφεση).
Αυτές οι επιφυλάξεις, και λιγότερο η συζήτηση για το αν θα πιάσουμε συνολικά ανάπτυξη/μεγέθυνση 2,8% (Προϋπολογισμός) ή 2,4-2,5% (ΤτΕ) ή 2,3% (ΔΝΤ,ΕΕ) θα μας συνοδεύουν.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 29/11/2019. 

Η απόδρομη – λέμε – Ελληνική οικονομική κατάθλιψη

Δύσκολα θα θεωρούσε κανείς ότι ένα βιβλίο που επιλέγει ως υπότιτλο (είναι γνωστό ότι συνήθως στους υποτίτλους βρίσκει κανείς την πρόθεση των συγγραφέων) να μιλήσει για την «Ελληνική οικονομική κατάθλιψη» μπορεί να περικλείει τελικώς αισιόδοξο μήνυμα. Και όμως: το βιβλίο που παρουσίασαν προχθές Γιάννης Στουρνάρας και Στέλιος Πέτσας, το «Οικονομικός Πόλεμος και Νομισματική Ειρήνη» του Κωνσταντίνου Γκράβα, ακόμη κι αν την Great Depression των ΗΠΑ του Μεσοπολέμου την μεταφέρει ως Ελληνική κατάθλιψη, καθώς σ' εμάς η κρίση της δεκαετίας που πέρασε «είναι πολυδιάστατη και υπερβαίνει την οικονομική σφαίρα», ενώ σε βάθος και διάρκεια/η επαναφορά υπήρξε χειρότερη κι από την Great Depression, κατορθώνει να έχει κατάληξη εποικοδομητική – αν όχι αισιόδοξη.
Για τον Γιάννη Στουρνάρα, η πρωτοτυπία του βιβλίου Γκράβα βρίσκεται στο ότι προσεγγίζει την κρίση μέσα (και) από τα μάτια των Κεντρικών Τραπεζών, εγγυητριών της οικονομικής ειρήνης, χωρίς όμως να ξεφεύγει από την γλώσσα που μπορεί να κατανοήσει ο μέσος άνθρωπος. Ο μέσος ενδιαφερόμενος, ο μέσος μη-προκατειλημμένος άνθρωπος εννοείται. Και μάλιστα με προσφυγή όχι μόνο στους οικονομολόγους και τους ιστορικούς της οικονομίας, αλλά και οι εκφραστές άλλων χωρών της σκέψης: άλλωστε, μην ξεχνούμε ότι τα Οικονομικά στο ξεκίνημά τους ήταν Πολιτική Οικονομία. Έτσι μόνον με μια ευρύτερη κοινωνική προσέγγιση «οι κόποι των Ελλήνων πολιτών μέσα στην κρίση θα βρουν ανταμοιβή» με την έξοδο απ 'αυτήν - υπό συνθήκες όμως συνεχιζόμενης σταθερότητας. Και, σ' αυτήν την βάση, θα ξεκινήσει η διεκδίκηση της μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων.
Για τον Στέλιο Πέτσα, το ζητούμενο σήμερα είναι να λειτουργήσει η συνειδητοποίηση του τι συνέβη, του πώς φθάσαμε στην κρίση ως εγγενής άμυνα στο να μην ξαναβρεθούμε στα λάθη, την επανάπαυση, τους εγκλωβισμούς του παρελθόντος. Η αμφιθυμία γύρω από την ανάλυση της Ελληνικής κρίσης - πρόβλημα δημοσιονομικό η ανταγωνιστικότητας; - δεν έπαψε να τραυματίζει σ' όλη την διάρκειά της.
Μιλήσαμε προηγουμένως για το πόσο πολυδιάστατη, πέραν και του οικονομικού, υπήρξε η Ελληνική κρίση. Το έβλεπε αυτό ήδη, με την ματιά του ιστορικού, ο Κώστας Κωστής όταν κατέγραφε το πώς «στην διαμόρφωση των συνθηκών που οδήγησαν στην κρίση, σημαντικό ρόλο έπαιξαν πολλοί παράγοντες , που μόνον στον συνδυασμό τους μπορούν να μας επιτρέψουν να την κατανοήσουμε σ' όλη τους την πολυπλοκότητα». Μικρό δείγμα αυτής της πολυπλοκότητας – ιδιαίτερα πικρό για όσους θυμούνται την πορεία προς και μέσα στην ΟΝΕ – η παρατήρηση του Τάσου Γιαννίτση, ότι «το Ασφαλιστικό υπήρξε σημαντικός γενεσιουργός παράγοντας της κρίσης [...] τα αθροιστικά ελλείμματα και οι συνολικές δαπάνες για το Ασφαλιστικό αντιπροσώπευαν το 83% των αθροιστικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων της περιόδου 2006-2009».
Κανείς δεν θα κατηγορούσε τον Κ. Γκράβα για αντιμνημονιακότητα, πολύ λιγότερο για αντιΕυρωπαϊσμό/αντιΔυτικισμό. Όμως δεν διστάζει να κάνει λόγο για «ανήθικη» διαπραγμάτευση, για υπογραφή του πρώτου (τουλάχιστον) Μνημονίου με την πλάτη στον τοίχο, καθώς «στην ουσία είναι μάλλον αμφίβολο αν υπήρξαν διαπραγματεύσεις, ή αν [η τότε Κυβέρνηση] κλήθηκε να υπογράψει συμφωνία που δεν ήταν σε θέση να διαπραγματευθεί»
Δεν στέκεται ο Κ. Γκράβας – ούτε άλλωστε ο Γ. Στουρνάρας – στην επισήμανση της προαναγγελθείσας αστοχίας του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή που αναγνώρισε άλλωστε ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, αλλά αρκετά εκ των υστέρων... στην «συνταγή» ΔΝΤ. Δίνει το ιδιότυπο ελαφρυντικό του Λούντβιχ ντε Μίζες, ότι «τα πειράματα που πραγματοποιούνται σε εργαστήριο, δεν μπορούν να εκτελεσθούν και να εφαρμοσθούν στην οικονομία». (Μόνο που, εδώ, στην ελληνική περίπτωση πειράματα εκτελέσθηκαν. Με μόνον βαθμιαία φθίνουσα αυταρέσκεια – και των πειραματιστών και, συχνά, του πειραματόζωου, που θεώρησε ότι το ύφος ευπειθούς συμμόρφωσης θα βοηθούσε στην αποτελεσματικότητας της θεραπείας!).
Πάντως στο ιδιότυπο αυτό βιβλίο ο συγγραφέας ενσωματώνει ανάγνωση των πολιτικών συσχετισμών, διδάγματα της οικονομικής ιστορίας, ακόμη-ακόμη και ζεύγματα όπως Θουκυδίδη/Hobbes ή και Αριστοτέλη/Κομφουκιανού Μάο Τσε-Τουνγκ. Υπ' αυτήν την έννοια ακολούθησε την Κεϋνσιανή σύσταση, να προσλαμβάνει ο οικονομολόγος «το παρόν υπό το φως του παρελθόντος για τους σκοπούς του μέλλοντος [όντας] μαθηματικός, ιστορικός, πολιτικός, φιλόσοφος».
Δεν είναι εύκολο να συμμερισθεί κανείς την αισιοδοξία του συγγραφέα ότι ο ρόλος των Κεντρικών Τραπεζών (η «νομισματική ειρήνη») θα αρκέσει για να φέρει το τέλος εκείνου που εύστοχα διαγιγνώσκει ως «οικονομικό πόλεμο». Και ότι, κάπως σαν συνέπεια αυτής της θεσμικής αισιοδοξίας , ότι η Ελλάδα-«ειδική περίπτωση» θα συνεχίσει να πλέει προς μια Καντιανή διηνεκή ειρήνη. Όμως υποχρεώνει τον αναγνώστη να δει τις ίδιες του τις προκαταλήψεις, να ξαναδεί την πολυπλοκότητα – και, ίσως-ίσως, να καταπολεμήσει την αντίληψη αδιεξόδου που άφησε πίσω η «οικονομική κατάθλιψη».

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 23/11/2019. 

Πριν και μετά την πτώση του Τείχους: μια αφήγηση

Να παρουσιάσουμε μιαν ιδιότυπη εμπειρία, πριν 30 χρόνια, από την – κατά κάποιον τρόπο – πλαισίωση του μεγάλου, εμβληματικού για τον βηματισμό της Ιστορίας στην περιοχή αυτή του κόσμου (την πολυτραυματία Ευρώπη, που σήμερα πορεύεται με σχετικά ευπρεπή μελαγχολία τον δρόμο της εγκατάστασης στην λειτουργία πολυ-Μουσείου για την θορυβώδη ανθρωπότητα: άλλη συζήτηση αυτή...) γεγονότος της πτώσης του Τείχους. Που έζησε 40τόσα χρόνια, όμως σημάδεψε πολύ σοβαρά τις συνειδήσεις. Και συμβόλισε την μετάβαση της Ευρώπης, αλλά και του διεθνούς συστήματος σε ένα αύριο που ζούμε σήμερα.
Πτώσης που δεν έφερε τα «ανθισμένα τοπία» το οποίο ο Χέλμουτ Κολ υποσχόταν στους Ανατολικογερμανούς, ούτε και τους γεωπολιτικούς κινδύνους που ο Φρανσουά Μιτεράν διαισθανόταν για την υπόλοιπη Ευρώπη όταν προσπάθησε να αναστείλει την επανένωση των Γερμανιών (και κατέληξε να ποντάρει στην πλαισίωσή της με την προώθηση της ΟΝΕ/της Ευρωζώνης, που όμως οδήγησε στην άλλη, οικονομικοπολιτική αυτή, κυριάρχηση – και βλέπουμε). Όμως, 30 χρόνια αργότερα, έφερε την πυκνή διερώτηση που μαρτυρεί το πλήθος των αναλύσεων, αναστοχασμών, προβολών που διαβάσαμε όλον αυτόν τον καιρό για την πτώση του Τείχους.
Ιδού, λοιπόν, μια μαρτυρία που ξεκινάει τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου του 1989, μήνες πριν αρχίσει το θεαματικό ξήλωμα του Τείχους. Η σκηνή στο Νταβός, την (ακόμη, τότε) κλειστή σύναξη πεφωτισμένων (κατά την δική τους άποψη) επιχειρηματιών, που, μαζί με εκπροσώπους της πανεπιστημιακής ελίτ, ανθρώπους των think tanks, υψηλά κυβερνητικά στελέχη, διπλωμάτες, ανθρώπους του Τύπου κοκ επιχειρούσαν «να δουν στην κρυστάλλινη σφαίρα», τι θα φέρει το μέλλον, γεωπολιτικό/τεχνολογικό/οικονομικό.
Εκείνη λοιπόν την χρονιά, που η Ρωσική αντιπροσωπεία ξεδίπλωνε την λογική της Περεστρόικα, η οποία είχε ξεκινήσει πριν 3-4 χρόνια αλλά κορυφωνόταν τότε, είχε διακινηθεί και από Αμερικανούς και από ΚεντρΕυρωπαίους συμμετέχοντες η αίσθηση/πρόβλεψη ότι σύντομα σημαντικά γεγονότα/momentous events θα άλλαζαν την χάρτη στην Ευρώπη. Ρώσοι και Ανατολικοί, αντιθέτως, εξηγούσαν ότι το λειώσιμο των πάγων της Περεστρόικα και της Γκλάσνοστ θα οδηγούσαν σε βαθμιαία μετάβαση σε ένα προβλεπτό αύριο. Την νευρικότητα Γάλλων αλλά και Άγγλων την έβλεπες. την αισθανόσουν. Όσο για τους κυρίαρχους στο σκηνικό του Νταβός οικονομικούς παράγοντες, αυτοί θεωρούσαν ότι η εξέλιξη των πραγμάτων θα έφερνε προβλεπτή και χωρίς κραδασμούς ανάπτυξη μέσα από συνεργατικά ιδίως σχήματα. Μάλιστα ένας από τους συμμετέχοντες, Γερμανός αλλ' επικεφαλής Ελβετικής πολυεθνικής, πρότεινε σε ομάδα συμμετεχόντων (μεταξύ τους και δημοσιογράφοι) να πάνε με το προσωπικό του αεροπλάνο επιτόπου, στο Βερολίνο, να αισθανθούν την ένταση/vibrancy των διεργασιών. [Λίγους μήνες αργότερα, με το άνοιγμα των συνόρων στην Ουγγαρία/Αυστρία, η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει...].
Πέρασαν κάποιοι μήνες, και τον Νοέμβριο του 1989 στις Βρυξέλλες διεξαγόταν Σεμινάριο – αυτό πιο πανεπιστημιακό, αλλά και πάλι με δημοσιογραφική παρουσία – όταν έφθασε η έκρηξη, ανέβηκαν οι εικόνες από την πτώση του Τείχους. Αυτή την φορά οι συμμετέχοντες οργάνωσαν μόνοι τους «πορεία» ενημέρωσης προς Βερολίνο, ενώ ήδη τα 10 σημεία Κολ για την επανένωση των Γερμανιών συζητιούνταν ανοιχτά. Με τις διεθνείς τις Ευρωπαϊκές θεσμικές διαστάσεις τους. Στους Γερμανούς του Συνεδρίου, το κλίμα ήταν ευθέως εορταστικό (λεπτομέρεια: περισσότερο στους μεγαλύτερους παρά στην νεότερη γενιά) στους Γάλλους και Βρετανούς είχε πλέον επικρατήσει η αίσθηση της νομοτέλειας – με μουρμουριστή την συζήτηση για τις συνέπειες και τις μετέπειτα ισορροπίες.
Πάλι λίγους μήνες αργότερα, στο Νταβός του 1990, έβλεπε κανείς πώς η πορεία προς την επανένωση είχε ήδη ξεκινήσει, δρομολογηθεί: ακόμη και λεπτομέρειες της διαδικασίας επανένωσης και της αντιμετώπισης των προβλημάτων που διαγράφονταν στον ορίζοντα – από την σχέση ανταλλαγής νομισμάτων 1:1 μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας που εθεωρείτο δυνητικά καταστροφική, ή πάλι την μετάβαση της κρατικοκεντρικής οικονομίας σε Δυτικά πρότυπα (μέχρι και η λογική Treuhand είχε αναφερθεί) - ήταν αντικείμενο συζήτησης. Σε αντίθεση όμως με το τι θα ανέμενε κανείς, οι ενθουσιασμοί είχαν κάνει πίσω.
Περισσότερο οι συζητήσεις στρέφονταν στα σχήματα γεωπολιτικών ισορροπιών, στην λογική και τις συνέπειες του σχήματος 4+2 για την διεθνή διάσταση της διαρρύθμισης της «καρδιάς της Ευρώπης». Κάποιοι, δανειζόμενοι σχήματα παρελθόντος αναφέρονταν σε αναβίωση Mittleuropa. Ενώ στο επιχειρηματικό σκέλος, δυο φυλές/προσεγγίσεις ήδη αναμετριούνταν: οι αισιόδοξοι/ υπεραισιόδοξοι που έβλεπαν ευκαιρία εκρηκτικής ανάπτυξης, και οι επιφυλακτικοί/απαισιόδοξοι που αναζητούσαν ποια αποσταθεροποιητική επίπτωση θα προέκυπτε – και πώς/πότε θα κατορθωνόταν η απορρόφησή της.
Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, πολλά από τα τότε ερωτήματα δεν έχουν ακόμη βρει απάντηση – ικανοποιητική τουλάχιστον.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 16/11/2019. 

Μιλώντας για υγιεινή και ασφάλεια εργασίας - το 2019

Ήταν πριν 30 περίπου χρόνια, όταν με προτροπή-πίεση των του συστήματος Βρυξελλών είχε αναδυθεί στην Ελλάδα η από κοινού δραστηριοποίηση των συνδικάτων και των εργοδοτικών οργανώσεων (ως «κοινωνικών εταίρων», όρος που τότε ξεκινούσε να χρησιμοποιείται ευρύτερα) στα θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζόμενων. Στον ΣΕΒ, είχε φέρει αυτήν την προβληματική ο Νίκος Αναλυτής στο τέλος της Προεδρίας Θ. Παπαλεξόπουλου και την φάση Στ. Αργυρού.. στην ΓΣΕΕ ο Γ. Ραυτόπουλος και Λάμπρος Κανελλόπουλος. Όμως η στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - δίπλα και στην αναβάθμιση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής - στήριξη που δεν ήταν μόνον οικονομική αλλά και οργανωτική/ «εμπνευστική» στο να πάει ο κοινωνικός διάλογος παραπέρα, είχε σταθεί αποφασιστικής σημασίας. Ήταν, ας θυμηθούμε, εποχή Βάσως Παπανδρέου ως Επιτρόπου για Απασχόληση, Εργασιακές Σχέσεις, Ανθρώπινο Δυναμικό και Κοινωνικά Θέματα, σε φόντο της συνολικής προσέγγισης Ζακ Ντελόρ που «αγκάλιαζε» την Ελλάδα σε φόντο Ευρωπαϊκής νέας κοινωνικής πορείας.
Η τότε δραστηριοποίηση των κοινωνικών εταίρων στο ζήτημα αυτό έφερε ή/και στήριξε στην εφαρμογή ενός ολόκληρου πλέγματος νομοθετικών πρωτοβουλιών που κάλυψε όλη την δεκαετία του ΄90 - πάλι παράλληλα στην Ευρωπαϊκή εξέλιξη - κυρίως όμως οδήγησε σε ουσιαστική ευαισθητοποίηση στα ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας, των μεγάλων αλλά και μεσαίων-προς-μεγάλων Ελληνικών επιχειρήσεων. Και σε αισθητή αλλαγή νοοτροπίας - όχι γενικευμένη, αλλά αρκετά ευρεία. Αυτή η κατάσταση οδήγησε τα πράγματα μέχρι την κρίση, δηλαδή μέχρι πριν μια δεκαετία. Με ωρίμανση και του κανονιστικού περιβάλλοντος, με προσπάθεια να λειτουργήσουν και ελεγκτικοί μηχανισμοί που, ωστόσο, Ελλάδα είμαστε!, περιορισμένα πέτυχαν διάχυση της μέριμνας (και αποτέλεσμα...) στον κορμό της Ελληνικής οικονομίας , που είναι και θα παραμείνει η μικρομεσαία επιχείρηση. Εδώ, τα πράγματα έμειναν εν πολλοίς σε κάτι που ευγενικά λέγεται αυτορρύθμιση (όσες διαδικασίες πιστοποίησης υπευθύνων ασφάλειας ή/και πρόσβασης σε γιατρό εργασίας και αν θεσπίζονταν).
Όμως, στο ίδιο διάστημα προέκυψε και μια άλλη αλλαγή. Βαρύτερη. Ουσιαστικότερη. Είναι η αλλαγή της ίδιας της εργασίας, του τρόπου και των συνθηκών και του περιεχομένου της εργασίας. Η εργασία με οθόνη, η συνεχής διαθεσιμότητα των ψηφιακά εργαζομένων, η ψηφιοποίηση και οι απαιτήσεις της, η διατάραξη της οικογενειακής ζωής, η επέκταση (ή μάλλον η κατάργηση...) των ωραρίων, η έννοια του νοητικού φόρτου και η εγγενής εντατικοποίηση της on-line παροχής εργασίας - όλα αυτά, άλλαξαν και θα συνεχίσουν να αλλάζουν όλο και ταχύτερα την ίδια την φύση της εργασίας. Άρα και τις επιπτώσεις στην υγεία, άρα και την συζήτηση για τους κινδύνους - από το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα και την έκθεση στην ακτινοβολία της οθόνης μέχρι τις διαταραχές προσοχής ή το άγχος από την διεπαφή ανθρώπου-μηχανής, αύριο από την πραγματικότητα της τεχνητής νοημοσύνης.
Είναι λοιπόν εξαιρετικά ενθαρρυντικό ότι το ΕΛΙΝΥΑΕ - το Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, που είχε ιδρυθεί το 1992 από κοινή πρωτοβουλία ΣΕΒ και ΓΣΕΕ, τώρα συγκεντρώνει και ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΠΕ - ξαναπιάνει το νήμα και ξεκινά νέο γύρο ευαισθητοποίησης στα θέματα αυτά.
Αυτήν την επανεκκίνηση που επιχειρεί, τώρα, το ΕΛΙΝΥΑΕ την τροφοδοτεί με σειρά ερευνών οι οποίες δίνουν πρώτη ύλη στην εκστρατεία ευαισθητοποίησης που δρομολογεί. Από την προσέγγιση της ηλικιακής πτυχής της συζήτησης - την τελευταία 15ετία , η μέση ηλικία του πληθυσμού μεγάλωσε κατά 4 χρόνια και αυτή η διαφορά παίζει ρόλο στην πρόσληψη του χώρου εργασίας και των κινδύνων του - μέχρι την συσχέτιση της νοοτροπίας πρόληψης στην εργασία με την ανάπτυξη αντίστοιχης στο σπίτι/στην οικογένεια (ποιος έχει πυροσβεστήρα στο σπίτι του; ποιος συντηρημένο πυροσβεστήρα; ποιος ξέρει να σβήνει φωτιά από λάδι, τι από ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα;), η συζήτηση αυτή έχει ευρύτατο πεδίο να καλύψει. Κυρίως όμως, οι προσβολές της υγείας «νέας εποχής», η συνειδητοποίηση του στρες και των συνεπακολούθων του θα επιχειρηθεί να έρθουν στο προσκήνιο.
Διήμερο Συνέδριο - 18/19 Νοεμβρίου, στο Μέγαρο Μουσικής, με πολλές ξένες συνεργασίες στην τομή ακαδημαϊκής προσέγγισης, έρευνας και εμπειριών των επιχειρήσεων - θα επιχειρήσει όχι μόνο να ανοίξει την συζήτηση, αλλά και να καταστήσει γνωστές νέες μεθόδους προστασίας. Από τους εξ αποστάσεως ελέγχους μέχρι την ανάπτυξη «έξυπνων μέσων» προστασίας με αποτέλεσμα, νέες τεχνολογίες και μέθοδοι στην υπηρεσία μιας κινητοποίησης που επανέρχεται. Και που είναι απαραίτητο, αυτή την φορά, να ριζώσει.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 8/11/2019. 

Εκδοχές κανονικότητας

Ωραία λοιπόν: με αναβάθμιση από την Standard&Poor's – σε ΒΒ- από Β, και με σταθερή προοπτική που επιτρέπει προσδοκίες πρόσθετης αναβάθμισης μέσα στο α΄6μηνο του 2020 – μπαίνει η Ελλάδα στην ευθεία της φθινοπωρινής της διαπραγμάτευσης, που προσδοκάται ότι θα την φέρει σε μια θέση ακόμη πλησιέστερα στην «Ευρωπαϊκή κανονικότητα». S&P και Fitch, μας έχουν πλέον τρία κλικ κάτω από την επενδυτική βαθμίδα/investment grade, αλλά και οι αγορές προεξοφλούν ομαλή και επιταχυνόμενη πορεία. Πράγματι, με τις αποδόσεις του 10ετούς ομολόγου να έχουν αγγίξει το 1,20% (και τα Ιταλικά βέβαια βρίσκονται στο 1%, τα Πορτογαλικά στο 0,2%), με την τελευταία έκδοση/εκ νέου άνοιγμα του 10ετούς στο 1,5% αλλά και με τα εταιρικά ομόλογα να κάνουν πολύ ενδιαφέρουσα πορεία – «πράσινο ομόλογο» της ΤΕΡΝΑ βγήκε με 2,6%, το 5ετές των ΕΛΠΕ με 2% - διαμορφώνεται μια κατάσταση με προοπτικές.
Όμως, το «επεισόδιο διαδρομής» στην ωρίμανση του σχεδιασμού για ξεκοκκίνισμα των ισολογισμών των συστημικών τραπεζών με το Σχέδιο «Ηρακλής» - για μεγάλης έκτασης μείωση των NPLs, όχι με την βήμα-προς-βήμα προσέγγιση των τελευταίων χρόνων... - , ενός σχεδιασμού που στηριζόταν ακριβώς στην δημιουργία περιβάλλοντος χαμηλού κόστους κεφαλαίων και σημαντικής «όρεξης» των αγορών για Ελληνικό κίνδυνο, δείχνει την ανάγκη προσοχής. Υπήρξαν ή όχι επιφυλάξεις του SSM, κι αν ναι γιατί άργησαν να καταγραφούν τόσο, για το zero-risk weight κατά τις τιτλοποιήσεις με βάση την εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου με το χθεσινό/σημερινό/αυριανό credit rating της Ελλάδας; Κι αν ξεπεραστεί αυτό το επεισόδιο – και «πρέπει» να ξεπεραστεί, αφού θα ήταν και για Φρανκφούρτη/Βρυξέλλες επικίνδυνο να μην προχωρήσει ένας σχεδιασμός που ξεκίνησε με σφραγίδα αποδοχής και των δύο – μένει πίσω μια γεύση εκκρεμότητας. Και η εκκρεμότητα ριμάρει άσχημα με την κανονικότητα...
Τι εννοούμε; Ας μείνουμε ακόμη μια στιγμή σε περιβάλλον «Ηρακλή»: όταν επιχειρήθηκε να περάσει ο σχεδιασμός αυτός, με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου κατά 9 δις ευρώ, στο «καλό»/ασφαλές μέρος, την senior tranche των υπό τιτλοποίηση δανείων αλλά χωρίς να υπάρξουν αντιρρήσεις Βρυξελλών για κρατική ενίσχυση, αξιοποιήθηκε στο έπακρο το επιχείρημα ότι με ανάλογη μεθόδευση ξεκίνησε και προχωράει το ξεκοκκίνισμα των Ιταλικών τραπεζών. Όμως, όσο κι αν η Ιταλία βρέθηκε πολύ κοντά σε δικό της αδιέξοδο ανάλογο με των υπολοίπων PIGS – για να θυμηθούμε την απαξιωτική ονομασία των χωρών του Νότου στα πλαίσια της κρίσης χρέους – ποτέ δεν βρέθηκε να λειτουργεί σε μνημονιακό περιβάλλον...
Αφήνοντας κατά μέρος την συζήτηση για το πόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση/στην Ευρωζώνη, «όλα τα ζώα είναι ίσα, όμως ορισμένα είναι πιο ίσα από άλλα», δεν μπορεί πάντως κανείς να παραβλέψει το γεγονός ότι μια χώρα – όπως η Ελλάδα – που έχει περάσει από την υπερενισχυμενη πειθαρχία των Μνημονίων, και βρίσκεται πλέον σε μεταΜνημονιακη μεν, όμως θεσμικά ενισχυμένη παρακολούθηση, συνεχίζει να διαθέτει περιορισμένους βαθμούς ελευθερίας. Ή, να το πούμε αλλιώς, να παρακολουθείται/εποπτεύεται με πιο ισχυρή δόση προσοχής (αν μη καχυποψίας). Ακόμη και για το δικό τους κύρος, οι φορείς Βρυξελλών και Φρανκφούρτης, η μετα-Τρόικα, μένουν πάντα σε επιφυλακή για το φαινόμενο «Ελλάδα». Κινήσεις όπως της αποδοχής πρόωρης εξόφλησης μέρους των δανείων του ΔΝΤ, ή της επιστροφής κερδών ANFAs και SMPs δεν αλλάζουν αυτή την πραγματικότητα.
Καθώς λοιπόν η δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος από πλευράς κόστους χρήματος καλύπτει πλέον, ευθέως, ΚΑΙ την Ελλάδα, εκείνο που προέχει είναι να μην υπάρξουν κραδασμοί διαδρομής. Έτσι, για να μείνουμε στον «Ηρακλή», σημασία έχει να μην υπάρξουν αντανακλαστικά αναστολής: δηλαδή και οι τράπεζες να προσέλθουν με τιτλοποιήσιμα δάνεια σε ύψος που να οδηγεί στην ριζική μείωση του αποθέματος NPLs των 75 δις ευρώ, αλλά και η αγορά να επαληθεύσει την «όρεξη για Ελληνικό κίνδυνο» τώρα, που τα επιτόκια περνούν φάση βύθισης. Μην παραβλέπουμε ότι – σε μια εκδοχή του διλήμματος «η κότα ή το αυγό;» - βασική προϋπόθεση προκειμένου να προχωρήσουν ταχύτερα οι αναβαθμίσεις του Ελληνικού αξιόχρεου είναι ακριβώς... η βελτίωση του περιβάλλοντος κόκκινων δανείων. Βαριά «λεπτομέρεια»: χωρίς να λιώσουν οι κερδοφορίες των τραπεζών. γιατί αλλιώς η πολυπόθητη «χρηματοδότηση της ανάπτυξης» κινδυνεύει να μείνει αυτό: πολυπόθητη.
[Εδώ, μια παρατήρηση: μπορεί οι συστημικές να την πήραν πολύ εύκολα την επιβολή χρεώσεων! Όμως και η εικόνα του νυν Πρωθυπουργού, δίκην Κ. Καραμανλή ή Γερ. Αρσένη, να ορθοτομεί τον λόγον της κοινωνικής ευαισθησίας στους τραπεζίτες άφησε πίσω μια παράξενη αίσθηση. Όπως άλλωστε, και η σταθερή επιδοματική λογική ή πάλιν η κατά προτεραιότητα στήριξη των συνταξιούχων. Αλλ' είπαμε: κανονικότητα].

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" την 1/11/2019. 

Το ακίνητο σε κίνηση

Κανονικά αυτές τις μέρες τα μάτια είναι προσηλωμένα στο πώς θα (ξανα)αξιολογήσει η S&P την πιστολη-πτική ικανότητα της Ελλάδας μετά και την υποχώρηση των αποδόσεων των Ελληνικών ομολόγων - σχεδόν στο 1,25% το 10ετές, στο 0,5% το 5ετές - και στο πώς θα αρχίσει η ουσιαστική αξιολόγηση του Σχεδίου Προϋπολογισμού 2020 στις Βρυξέλλες, όπου έχει πάντως σημειωθεί η συνέχιση της λογικής των επιδομάτων («carryover αντανακλαστικών από την προηγούμενη Κυβέρνηση» ήταν το σχόλιο), αν και οι προοπτικές είναι ελεγχόμενες.
Μολαταύτα, θα στρέψουμε σήμερα την προσοχή του αναγνώστη σε μια συνολική κίνηση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο Προϋπολογισμός 2020 ενσωματώνει κάποια στοιχεία της, η προσπάθεια ξεκοκκινίσματος των Τραπεζών ομοίως: Πάντως, η κυρίως κίνηση έρχεται από πιο βαθιά. Ερχόταν ήδη, τώρα επιταχύνει. Αναφε-ρόμαστε στο ακίνητο, στην αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας, στις κατασκευές - ιδίως οικιστικές - , στις επαγγελματικές χρήσεις (από την μετεξέλιξη των τουριστικών καταλυμάτων μέχρι τα κτίρια γραφείων νέας εποχής) στις ανακατασκευές/αναβαθμίσεις.
Πάντα, όταν επανέρχεται στην Ελλάδα η συζήτηση για τα ακίνητα, την οικοδομή - παλιότερα: «το γιαπί» - όλοι θυμούνται την αποστροφή που είχε εισαγάγει στην δημόσια συζήτηση ο Ξενοφών Ζολώτας («ο Καθη-γητής»). Το "quand le batiment va, tout va"/ όταν κινείται θετικά το ακίνητο, όλα προχωρούν στην οικονο-μία. Βέβαια παρόμοιες αναφορές φέρνουν πικρά χαμόγελα, καθώς τόσο τα χρόνια του ΄60 -70 όσο και εκείνα του ΄80-΄90 η οικοδομή όντως απογείωνε την Ελληνική οικονομία (σημείωση: με την επικατάρατη αντι-παροχή στον πυρήνα...), σ' όλο δε το διάστημα ΄80-2006 οι κατασκευές στην υποδομή έφεραν την οικονομία στην νέα της φάση.
«Και ύστερα ήρθαν οι σφήκες». Η προστιθέμενη αξία του κλάδου των κατασκευών πηγε πίσω πάνω από 60% μετά το 2007 - από ένα 9,9% του ΑΕΠ (ευρύτερος κλάδος) η δραστηριότητα έπεσε στο 5,1%, η απασχόληση έπεσε περίπου στο μισό, οι επενδύσεις σε κατοικίες εξαχνώθηκαν (από 24, 8 δις ευρώ το 2007 βρίσκονταν σε 1,1 δις δέκα χρόνια αργότερα...). Κατά 42% υποχώρησαν οι τιμές των διαμερισμάτων - σωρευτικά - στην ίδια περίοδο. κατά 30% οι τιμές των γραφείων και καταστημάτων. Και όλα αυτά, σε μια κλασική εκδήλωση φούσκας που στηρίχθηκε εν πολλοίς - όχι μόνο, όμως - στην πρόσβαση στην χρηματοδότηση τα χρόνια του ευρώ. Ξεκινήσαμε με την σοφία Ζολώτα, όμως μέχρι και την δεκαετία του ΄80 ο δανεισμός για τον τομέα αυτό εθεωρείτο (μνήμες Νομισματικής Επιτροπής...) περίπου «μη-παραγωγή επένδυση». Οπότε, όταν άνοιξαν οι κάνουλες...
Όμως, ήδη, εδώ και δυο χρόνια προκύπτει αρχή αναστροφής της τάσης. Το 2017, υπήρξε ήδη αύξηση του αριθμού οικοδομικών αδειών - κατά σχεδόν 20%: σημαντικό, αν και από εξαιρετικά χαμηλή βάση, ενώ κατά 11% ανέβηκε η οικοδομική δραστηριότητα το α' 5μηνο του 2018. Στο μέτωπο των τιμών τα πράγματα είναι λιγότερο εύκολο να κωδικοποιηθούν, καθώς οι τοπικές και μικρο-τοπικές διαφοροποιήσεις προέχουν. Πά-ντως η τάση γίνεται πάλι ανοδική - και, σε ορισμένες περιοχές του κέντρου των πόλεων έντονα ανοδική, με τις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου AirBnB να έχουν συμβάλει στην πορεία (μέχρι σημείου να έχουν προκύ-ψει προβλήματα στην «κανονική» αγορά στέγης).
Όπως, δε, προέκυψε και με την 20η Prodexpo που έτρεξε την περασμένη εβδομάδα, βρέθηκαν πλέον να συ-ντονίζονται πολλές παράλληλες τάσεις: η ίδια η λογική του υπερσυμπιεσμένου ελατηρίου σε λειτουργία, εδώ εξειδικευμένα. οι αστικές αναπλάσεις αλλά και οι εμβληματικές πρωτοβουλίες (από Ελληνικό μέχρι ΔΕΘ και απο Αστέρα μέχρι Πολυτεχνείο/Μουσείο). η ξενοδοχειακή άνθηση που ξεκίνησε ως άμυνα στην κρίση αλλά εξελίσσεται προς διάφορες ιδιαίτερες κατευθύνσεις . η ωρίμανση των Εταιρειών Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, μαζί και με την περιβαλλοντική ευαισθησία νέας φάσης . η επαναφορά του επαγγελματικού ακινήτου . η ιδιαίτερη πορεία των logistics, ως μετεξέλιξη των απο-θηκευτικών χώρων, η αργή αλλά υπαρκτή κίνηση στα χαρτοφυλάκια των Τραπεζών . ο αντίστοιχα αργός εξορθολογισμός των φορολογικών επιβαρύνσεων . το ξεπέρασμα - ήδη από την προηγούμενη Κυβέρνηση, όμως τώρα υποτίθεται λιγότερο ιδειολογικοποιημένα - των αναστολών στην αξιοποίηση της ακίνητης περι-ουσίας του Δημοσίου (που από την πληθωρική υπεράσπιση, απλώς... καταπατάται, βολικά). Όλα αυτά, δίνουν μιαν εικόνα του «ακινήτου σε κίνηση».
Άμα τα σχετικώς χαμηλότονα φορολογικά μέτρα - πάγωμα του ΦΠΑ στα νεόδμητα, αλλά και του σαρκα-στικού φόρου υπεραξίας, ορθολογικοποίηση (να την δούμε) των αντικειμενικών, συγκράτηση του ΕΝΦΙΑ, ενίσχυση των επισκευών και περιβαλλοντικών αναβαθμίσεων - λειτουργήσουν σε τέτοιο περιβάλλον, τότε η παράδοξη αυτή διατύπωση, του «ακινήτου σε κίνηση», μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρον περιεχόμενο. Ακόμη και «να οδηγήσει πολιτική» όπως λεγόταν στην Prodexpo.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 25/10/2019. 

Από την Εστέρ Ντυφλό στον Μάριο Ντράγκι

Θα ανήκε λογικά το σημερινό σημείωμα στην φιγούρα και το έργο της Esther Duflo, νεότερου βραβείου Νόμπελ Οικονομικών και μόλις δεύτερης γυναίκας που τιμήθηκε μ' αυτό. Την προσοχή στην περίπτωση της Duflo μονοπώλησε η ενασχόλησή της με το μεγάλο – αλλά συνήθως αγνοημένο από τα Οικονομικά της εποχής – ζήτημα της φτώχειας. όμως εκείνο που αληθινά την ξεχωρίζει είναι το ότι βάσισε την προσέγγισή της.
Όμως είχαμε αποφασίσει να δώσουμε, σήμερα, μια συνέχεια στις αναφορές της στήλης σε έναν οικονομολόγο ένα κλικ πιο κάτω στο ακαδημαϊκό cursus honorum του χώρου, αλλά με μοναδική επιδραστικότητα στην οικονομική πραγματικότητα: τον Μάριο Ντράγκι που διέσωσε την Ευρωζώνη. Τον οποίο ήδη είδαμε στο σημείωμα της 9/10, να προσεγγίζει την πλευρά εκείνη της μαγικής χύτρας της Ευρωζώνης που αφορούσε (και) την Ελληνική περίπτωση. Όμως, από την τοποθέτηση του Σούπερ-Μάριο στην Ακαδημία Αθηνών αξίζει να έχει κανείς κρατήσει μιαν ευρύτερη ανάγνωση του που πορεύεται η Ευρώπη εκεί που μας αφορά, την οποία θα προτείνουμε παρευθύς στον αναγνώστη.
Όμως, σαν εισαγωγική παρατήρηση, μια πρώτη στάση στην ανάλογη τοποθέτησή του, όταν του απονεμήθηκε διδακτορικό επί τιμή από την Universita Cattolica του Μιλάνου. Μιλώντας, εκεί, σε ακόμη πιο οικείο κοινό, ο Ντράγκι απευθύνθηκε σε όσους «σε κάποια στιγμή στην διαδρομή τους θα κληθούν να υπηρετήσουν το Δημόσιο [...]. Η κοινωνία εξαρτάται από τα καλύτερα νέα μυαλά της, να δώσουν την ενεργητικότητά τους στο δημόσιο συμφέρον».
Δείτε όμως και την συνέχεια: «Καθώς οι υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντική διάσταση αβεβαιότητας, θα πρέπει να προσπαθούν να βασίζουν τις αποφάσεις τους σε εξειδικευμένη γνώση. [Αντίθετα] είναι εύκολο οι υπεύθυνοι να αντανακλούν απλώς εκείνο που θεωρούν ότι αποζητά η κοινή γνώμη, να αποφεύγουν την ειδική γνώση και να υιοθετούν πιο φατριαστικές στάσεις, να ακολουθούν το ένστικτο αντί για την λογική. Κάτι τέτοιο, συνήθως δεν υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον». Με τέτοιες λοιπόν διανοητικές αποσκευές και προθέσεις, αντιμετώπισε ο Ντράγκι την κρίση της Ευρωζώνης απέναντι σε έναν πεισματικό εμπειριστή του τύπου Σόϊμπλε...
Επιστροφή όμως στην Αθήνα, εκεί που είχαμε αφήσει την τελευταία φορά τον Ντράγκι να μιλά για την ανθεκτικότητα της Ευρωζώνης. Πρώτη θεμελιακή του παρατήρηση, η ανάγκη «να υπάρχει επαρκής σύγκλιση μεταξύ των Κρατών μελών, ώστε η νομισματική πολιτική να είναι κατάλληλο για όλα τα μέλη [...] με μηχανισμούς ασφάλισης ώστε τα Κράτη μέλη να διατηρούν την δυνατότητα σταθεροποίησης των οικονομιών τους, όταν οι δικοί τους οικονομικοί κύκλοι αποκλίνουν».
Ενώ λοιπόν σε επίπεδο πραγματικής σύγκλισης χώρας της Ευρωζώνης όπως οι Βαλτικές, η Σλοβακία, η Σλοβενία ή και η Μάλτα μείωσαν την απόκλιση, χώρες όπως η Πορτογαλία ή η Ελλάδα δεν το πέτυχαν. Όμως «είναι θέμα ζωτικής σημασίας να υπάρξουν οι κατάλληλες εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές που θα συμβάλουν στην εκ νέου σύγκλιση [...] ιδίως της Ελλάδας». Όσο για την σύγκλιση του οικονομικού κύκλου, οι διαφορετικές απόψεις που είχαν διατυπωθεί για το πώς θα επενεργούσε η λειτουργία της Ευρωζώνης, έτσι που άλλαξε η πραγματικότητα του διεθνούς (και ενδοΕυρωπαϊκού) εμπορίου με τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, και την εξειδίκευση [...], δείχνει να προκύπτει συγχρονισμός των οικονομικών κύκλων». Εδώ, για τον Ντράγκι, η λειτουργία της Ευρωζώνης λειτούργησε παράλληλα με την ενιαία αγορά, όμως και πάλι υπάρχουν διαφορές από χώρα σε χώρα.
Γι αυτό, «πρέπει να υπάρχει ασφάλιση σε όλες τις χώρες του ευρώ [...] ωστόσο έχει σημειωθεί πολύ μικρότερη πρόοδος σ' αυτόν τον τομέα». Μόλις το ¼ των τοπικών διαταραχών εξομαλύνονται – κατά Ντράγκι – δια μέσου των χρηματοπιστωτικών αγορών. Και έχει παρατηρηθεί «μικρή ουσιαστική πρόοδος όσον αφορά τον συντονισμό της δημοσιονομικής πολιτικής». Μην έχοντας λοιπόν θέσει σε εφαρμογή τον μηχανισμό ασφαλείας του ESM για το ενιαίο ταμείο εξυγίανσης (των τραπεζών) ή Ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων, η Ευρωζώνη πλέει με βάρκα την ελπίδα (η διατύπωση δική μας, η ανησυχία του Ντράγκι). Το δίλημμα διχάζει την Ευρωζώνη: δημόσια ή ιδιωτική ασφάλιση; «Ιδιωτική ασφάλιση [κινδύνων] δεν μπορεί ποτέ να υποκαταστήσει πλήρως τον αποτελεσματικό επιμερισμό της στον δημόσιο τομέα». Εδώ, ακριβώς έρχεται η αλλεργία στον ηθικό κίνδυνο/moral hazard.
Όμως «η υποτιθέμενη διαδικασία, ότι η απουσία μηχανισμών ασφάλειας οδηγεί σε οικονομική πειθαρχία τις κυβερνήσεις και, κατ' επέκταση, προάγει τις μεταρρυθμίσεις , δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».
Να θυμίσουμε ότι τις ημέρες παρουσίας του Μάριο Ντράγκι στην Αθήνα ξεκινούσε ο νέος γύρος συζητήσεων για τα κόκκινα δάνειά «μας»;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/10/2019. 

Προϋπολογισμός προσδοκιών και… η επικουρία Ντράγκι

Ωραία λοιπόν! Με φρέσκια-φρέσκια (επαν)έκδοση 10ετους ομολόγου με απόδοση στο 1,5% - η εαρινή έκδοση μάς είχε ευχαριστήσει με 3,9% - παρουσιάστηκε ο Προϋπολογισμός 2020 σε προσχέδιο. Κι αν το νέο Ελληνικό χαρτί συμβολική κυρίως λειτουργία έχει, να δείξει και στις αγορές ότι τις επισκεπτόμαστε, να δείξει προς τους «εταίρους» που θα ΄χουν να κρίνουν τον Προϋπολογισμό μας – δεν (ΔΕΝ) είμαστε σε Μνημόνιο, αλλ' η ενισχυμένη μεταΜνημονιακή παρακολούθηση ισχύει – ότι έχουμε την στήριξη των αγορών, η μετριοπάθεια στην κατάρτιση του Προϋπολογισμού 2020 δείχνει αρχή μιας προσγείωσης. Ο στόχος ανάπτυξης 2,8% για την χρονιά είναι υπεραισιόδοξος, αλλά δεν απογειώθηκε. Η μη προεξόφληση της δημοσιονομικής χρήσης της επιστροφής κερδών από ANFAs και SMP είναι δείγμα σωφροσύνης. Από κει και πέρα, οι προσδοκίες και στα έσοδα και στην συγκράτηση των δαπανών... προσδοκίες!
Όμως η αληθινή προσδοκία είναι ένα νέο μείγμα πολιτικής που επιχειρείται να βρει ευήκοον ους σε μια Ευρωζώνη που ξανασκέφτεται τις εμμονές της. Εδώ, λοιπόν, είναι χαρακτηριστικό το πώς ο ίδιος ο επίσημος ιστότοπος της ΕΚΤ φιλοξενεί θέσεις που κατέθεσε στα πλαίσια ομιλίας του στην Ακαδημία Αθηνών ο Μάριο Ντράγκι. Πρώτο θέμα εκεί επί ημέρες, η ομιλία Ντράγκι φέρει τίτλο «Πώς θα σταθεροποιηθεί η Ευρωζώνη» και ιδού η επίσημη περίληψη/παρουσίασή της: «Χρειαζόμαστε μια περισσότερο υποστηρικτική δημοσιονομική πολιτική, παράπλευρα με την νομισματική πολιτική, προκειμένου να υπάρξει ταχύτερη επάνοδος στην σταθερότητα τιμών με λιγότερες παρενέργειες».
Εδώ , δηλαδή, έχουμε στην πιο σαφή εκδοχή της την γνώριμη έκκληση Ντράγκι προς τις Κυβερνήσεις της Ευρωζώνης να προχωρήσουν σε δημοσιονομική χαλάρωση. Την έχουμε όμως με μια αφοπλιστική διδακτικότητα απέναντι στους οπαδούς της λιτότητας: η ίδια η σταθερότητα τιμών, το ιερό Γκράαλ των Βορείων, εξαρτάται κατά Ντράγκι από μιαν συνολική πολιτική – αν δηλαδή, καθυστερήσει κανείς να περάσει σε ολοκληρωμένη πολιτική (δηλαδή: να περιλάβει και δημοσιονομική πτυχή χαλάρωσης όταν αυτή χρειάζεται), τότε θα καταλήξει αναπόδραστα σε μακρότερη νομισματική χαλάρωση, με διευκολυντική/accommodative πολιτική. Ακριβώς εκείνο, δηλαδή, που προσπάθησαν με κάθε τρόπο να αποφύγουν οι σκληροπυρηνικοί του τύπου Βάϊντμαν/Μπούντεσμπανκ....
Ακόμη πιο καθοδηγητική η συνέχεια: «Άμα αναλαμβάνει κανείς δράση πολύ αργά, καταλήγει σε μακρότερη περίοδο διευκολυντικών πολιτικών». Εδώ βλέπουμε την διδακτικότητα να καταλήγει σε επισήμανση κινδύνων: άμα εμμένει κανείς στην μη-υποβοήθηση της οικονομίας δημοσιονομικά και βολευτεί με την νομισματική χαλάρωση, τότε καταλήγει να κάνει την τελευταία να ξετεντώνεται στον χρόνο. Και να χάνει (όπως κινδυνεύει να έχει χάσει) την αποτελεσματικότητά της – οπότε η διόρθωση/χαλάρωση θα διαρκέσει περισσότερο...
Αν επιχειρήσει κανείς μια πιο διεξοδική επίσκεψη στην ομιλία Ντράγκι, θα δει ότι ο απερχόμενος Πρόεδρος της ΕΚΤ ξεκινάει με σθεναρή κατάφαση της επιτυχίας του ευρώ, που θεωρεί ότι «έχει ωφελήσει με πολλούς τρόπους, και σήμερα το ενιαίο νόμισμα είναι πιο δημοφιλές παρά ποτέ». Πολιτική κατεξοχήν αυτή η τοποθέτηση, έρχεται ωστόσο να λειτουργήσει παράλληλα με την παραδοχή ότι εδώ, στην Ευρωζώνη, «η κρίση διήρκεσε πολύ περισσότερο απ' ό,τι σε άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες». Και, ακόμη πιο σημαντικό καθώς η παραδοχή έρχεται από κεντρικό τραπεζίτη, «συνοδεύθηκε από σημαντικό κοινωνικό κόστος». Αυτό, για τον Μάριο Ντράγκι «εξακολουθεί να επηρεάζει το πώς αντιλαμβανόμαστε την νομισματική ένωσή μας».
Γι αυτούς τους λόγους ο απερχόμενος Πρόεδρος της ΕΚΤ, ο άνθρωπος που με το «whatever it takes» του 2012 – δηλαδή την δέσμευση ότι η Τράπεζα του ευρώ θα κάνει «οτιδήποτε χρειαστεί» απέναντι στις αγορές προκειμένου να μην εκτροχιασθεί το ευρώ, ρωτούσε ρητορικά το μεγαλύτερο ακροατήριό του – ανάλογα εξέθετε και στην πολυσήμαντη συνέντευξή του στους F.T., δηλαδή στο κατεξοχήν διεθνές κοινό – κατά πόσον (α) αντλήσαμε τα αναγκαία διδάγματα από εκείνο το επεισόδιο και (β) λάβαμε τα απαραίτητα μέτρα, για να ανατραπεί τέτοια έκβαση στο μέλλον. Τα δυο ερωτήματα αυτά «πρέπει» να απαντηθούν – πάντα κατά Ντράγκι – σε δυο διαστάσεις: αφενός η σταθερότητα να φορά όλες τις χώρες, αφετέρου να εξασφαλίζεται σ' όλες τις φάσεις του οικονομικού κύκλου. «Σταθερότητα» που αφορά μόνον ορισμένους (τους «σωστούς») και αφήνει άλλους (τους «μη-ενάρετους») εκτεθειμένους δεν δημιουργεί συνεκτική νομισματική ζώνη. Ομοίως, «σταθερότητα» σε μια μόνον φάση του κύκλου (την ανερχόμενη) και όχι σε άλλη (την καθοδική – όπως φαίνεται ότι προκύπτει τώρα) δεν αποτελεί θετική εξέλιξη.
Αυτού του είδους τα διδάγματα Ντράγκι (που υπήρξαν πολύ περισσότερα και αληθινά σοφά), και μάλιστα υπό τον Αττικό ουρανό, είναι ίσως η καλύτερη επικουρία στην διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους «εταίρους» που ξεκινάει τώρα, με τον Προϋπολογισμό. Αν – ΑΝ – αρχίσει να αλλάζει το κλίμα στην Ευρωζώνη, το αίτημα για λογικότερο πρωτογενές πλεόνασμα θα ενισχυθεί, αισθητά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/10/2019. 

Μιλώντας για χρέος, επενδύσεις, ανάπτυξη

Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς ότι το θέμα των δανείων της Ελλάδας, διαχρονικά, θα μπορούσε – και μάλιστα γραμμένο από ιστορικό της οικονομικής σκέψης...– να συναρπάζει. Ακόμη περισσότερο: θα πιθανολογούσε κανείς ότι μια συζήτηση για τα δάνεια των 200 σχεδόν ετών της ελεύθερης (σχετικά) Ελλάδας, που συχνά-πυκνά λειτουργεί ως αφήγημα χρεοκοπιών (παράδειγμα το Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις του Γιώργου Δερτιλή, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2016, ή ήδη Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών του Γιώργου Ρωμαίου, Εκδ. Πατάκη 2012), θα κατέληγε είτε σε τεχνική συζήτηση, είτε σε μελαγχολικά συμπεράσματα. Και μάλιστα καθώς η όλη συζήτηση για το Ελληνικό χρέος έρχεται και συμπλέκεται αναγκαστικά με εκείνη περί επενδύσεων (αν την δει κανείς σοβαρά, όχι «πολιτικά») και περί ανάπτυξης (πάλι αν την προσεγγίσει με τα πόδια στέρεα στην γη και όχι ως προσευχή προς τα άστρα).
Και όμως: το «Τα δάνεια της Ελλάδας: 200 χρόνια ανάπτυξης και κρίσεων» του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου (Εκδ. Παπαδόπουλος , 2019), που μόλις ξεκίνησε την πορεία του - το παρουσίασαν την περασμένη βδομάδα η Ελένη Λουρή, ο Βασίλης Ράπανος και ο Γιώργος Σταθάκης: αντλούμε από την συζήτηση αυτή - κατορθώνει να λειτουργήσει σαν ανάγνωσμα συναρπαστικό.. Αλλά και να βρει γωνίες αισιοδοξίας.
Ξεκινούμε από την παρατήρηση που κάνει ο Μιχ. Ψαλιδόπουλος, ότι η Ελλάδα – παρά τις συνηθισμένες καταγγελίες των φίλων και «εταίρων» της, που δεν έλλειψαν στην τελευταία της περιπέτεια του 2010-18.. παρά και την πάγια ανάγκη αυτοκαταγγελίας και αυτοϋποτίμησής μας, ημών των ιδίων – στα σχεδόν 200 χρόνια διαδρομής της σπανίως έφθασε σε άρνηση πληρωμών. Κυρίως όμως, οσάκις αυτό συνέβη, είχε προηγηθεί κάτι μεγάλο, κάτι. συνθλιπτικό.
Επειδή πιθανόν ο αναγνώστης θα θεωρήσει ότι επιχειρούμε να παρακάμψουμε σταθμούς της οικονομικής ιστορίας όπως της πρόσφατης αναδιάρθρωσης, του δίδυμου PSI/PSI+ Μαρτίου/Δεκεμβρίου 2012, που δια της ανταλλαγής ομολόγων επέβαλε κούρεμα κατά 53,5%, κι ακόμη περισσότερο την αμέσως μεταπολεμική ρύθμιση που σήμανε για ομολογιούχους απώλειες 93%, να σημειώσουμε ότι και στις δυο περιπτώσεις οι δανειστές προσήλθαν με συμφωνία σε ρύθμιση. Την οποία διαπραγματεύθηκε η αμέσως μεταπολεμική Ελλάδα τα χρόνια του Σχεδίου Μάρσαλ διακυβερνητικά και η Κυβέρνηση Παπαδήμου με την μεσολάβηση του IFF το 2012 (χωρίς να ενεργοποιηθούν τα CDS, κατά την ISDA). Οι δυο πρώτες χρεοκοπίες, αντίθετα, του νεόκοπου Ελληνικού κράτους – εκείνες των δανείων της Ανεξαρτησίας και της πρώτης συγκρότησης του κράτους επί Όθωνα – ήταν απόλυτα γνήσιες αναγνωρίσεις αδιεξόδου. Ενώ και εκείνη του 1932 που αφορούσε τα πολεμικά δάνεια της δεκαετίας του ΄10 και (κυρίως) τα προσφυγικά του ΄20 ήρθε μετά την Μεγάλη Ύφεση του 1929 και την προσάραξη του κανόνα χρυσού.
Μόνον η χρεοκοπία μετά τα εννέα δάνεια της εποχής Τρικούπη, τα οποία είχαν ακολουθήσει την γενικότερη πρακτική στροφής στο διεθνές κεφάλαιο του τέλους του 19ου αιώνα, δάνεια που ουσιαστικά δημιούργησαν την υποδομή της χώρας και συνέβαλαν στην ένταξή της στην διεθνή οικονομία, υπήρξε ευθεία – κι έτσι οδήγησε στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο μετά την μελοδραματική στιγμή του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν!».
Καθώς, λοιπόν, η Ελλάδα έχει το συνήθειο να αποπληρώνει τα χρέη της, αποκτά - και εδώ η προσέγγιση Ψαλιδόπουλου γίνεται σχεδόν πατρική... - καίρια σημασία η σωστή χρήση των πόρων που εξασφαλίζει ο δανεισμός. Άμα κατευθύνεται σε επενδύσεις οι οποίες στηρίζουν την αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας και δημιουργούν συνθήκες στήριξης της ανάπτυξης (έτσι ώστε ο μέσος ρυθμός μεγέθυνσης/growth να υπερβαίνει το κόστος εξυπηρέτησης του δανεισμού), η δημιουργία χρέους έχει εσωτερική λογική. Βέβαια οι δαπάνες στρατιωτικού χαρακτήρα – και τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα – και οι δαπάνες του Προσφυγικού και της Ανασυγκρότησης, τον Μεσοπόλεμο και τα μεταπολεμικά χρόνια, δημιούργησαν συνθήκες εκτροχιασμού. Όμως οι πιο πρόσφατες εμπειρίες – μετά την 10ετία του΄70 – που συνδύασαν την δανειακή χρηματοδότηση για δημιουργία κοινωνικού κράτους , με (να το πούμε ευγενικά...) συντονισμό με τον εκλογικό κύκλο, χωρίς όμως ιδιαίτερη μέριμνα για δημιουργία παραγωγικής δομής, οι εμπειρίες αυτές έφεραν τα γνωστά αδιέξοδα. Αν εδώ προσθέσει κανείς την παράδοση χαλαρής δημοσιονομικής διαχείρισης – αξίζει αληθινά να δει τους διαλόγους στην Βουλή του 19ου αιώνα στο «Φορολογία ή χρεοκοπία» του Αδ. Συρμαλόγλου (Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, 2007) – βλέπει τον κύκλο να κλείνει.
Με την στάση των Τριών Πρεσβειών στο ξεκίνημα του Ελληνικού Κράτους στο μπλοκάρισμα των δανείων, ύστερα του ΔΟΕ, και με τις συμπεριφορές των Συμμάχων τον Μεσοπόλεμο, έχουμε το απόλυτο déjà vu για την Τρόικα και τους Θεσμούς του χθες-σήμερα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/10/2019. 

Oι δυσκολίες της επεξήγησης

Έτσι που επισπεύδεται ο ρυθμός νομοθέτησης σε μέτωπα με οικονομικό περιεχόμενο, ένα στοιχείο που χρειάζεται να του δοθεί έγκαιρα σημασία είναι η επεξήγηση των κινήσεων. Την έχουν στην Ελλάδα οι πολιτικοί μας την συνήθεια – κι από δίπλα την έχουμε κολλήσει κι εμείς την ασθένεια... - να προσεγγίζουν τα λαμβανόμενα μέτρα με βάση το αν και κατά πόσον ανταποκρίνονται στις προγραμματικές τους θέσεις. ή πάλι να τα αξιολογούν ως ανατροπή ή/και διόρθωση των προηγουμένων. ή ακόμη-ακόμη να τα προβάλλουν ως υλοποίηση ιδεολογικών αν μη θεωρητικών τοποθετήσεων. Πλην όμως ... η πρακτική ζωή είναι ακριβώς αυτό: πρακτική! Οπότε, όσο κι αν αυτό ακούγεται υπερβολικά προσγειωτικό για τις υψηλές πτήσεις της πολιτικής, χωρίς επεξήγηση του πώς μια ρύθμιση θα λειτουργήσει, πώς ανταποκρίνεται σε ανάγκες, πώς προσπερνά προβλήματα, χαμένος χρόνος!
Ας ξεκινήσουμε με το μέτωπο των (υπό παράταση αλλά και υπό τροποποίηση) «120 δόσεων», καθώς αυτό αγγίζει πολύν κόσμο. Και όπου οι ασάφειες, δυσλειτουργίες και παρεξηγήσεις κινδυνεύουν να δημιουργήσουν εμπλοκή και πρόβλημα εκεί που η προσδοκία ήταν ακριβώς για εκτόνωση και λύση. Αν οι οφειλέτες με αληθινά άξια προς ρύθμιση χρέη – «το σύστημα» σε βγάζει κόκκινο ακόμη και για οφειλές λίγων ευρώ: γνωστό, αλλά κανείς δεν φρόντισε να βγάλει προς τα έξω το ότι δεν είναι δυνατόν το 1/3 όλων των Ελλήνων, βρεφών συμπεριλαμβανομένων, είναι οφειλέτες με καθυστέρηση! - είναι 1,2-1,5 εκατομμύρια, είναι αυτονόητο ότι η ρύθμιση έχει μεγάλη πρακτική σημασία. Μετά από 10 χρόνια κρίσης, πάντως 7 χρόνια βαθιάς κρίσης. Μέχρι τώρα, η πολιτικά βολική διέξοδος από το εμφανές μπλοκάρισμα του μηχανισμού, με κάπου 300.000 να έχουν προσέλθει για ρύθμιση με την προθεσμία να κλείνει, ήταν η προαναγγελία παράτασης (κατά 1 μήνα) και οι μικρο-διαρρυθμίσεις (π.χ. μείωση της ελάχιστης μηνιαίας δόσης στα 20 ή 15 ευρώ), ή πάλιν η ήπια αντιπαράθεση με την Τρόικα/τους Θεσμούς για την παράταση αλλά και για το τι θα συμβαίνει άμα χάνεται μια δόση (δυσανάλογα μεγάλο κόστος επανυπαγωγής). Όμως τίποτε από αυτά δεν βοηθάει – αληθινά – στην εξυγίανση της κατάστασης αβεβαιότητας που έχει προκύψει.
Πρακτικές πτυχές, όπως το αν όσοι είχαν αρχικά υπαχθεί σε ρύθμιση (προεκλογικά, ας το πούμε έτσι) χρειάζονταν να επανυποβάλουν προκειμένου να έχουν την δυνατότητα επίτευξης κουρέματος των προσαυξήσεων, με χρήση της ευχέρειας προκαταβολής, δεν επεξηγήθηκαν αποτελεσματικά στις εκατοντάδες χιλιάδες των ενδιαφερομένων. Ακόμη πιο λειτουργικές πλευρές, όπως π.χ. η δυσχέρεια καθορισμού των οφειλόμενων ποσών από ασφαλιστικές εισφορές, στο σκέλος ΕΦΚΑ, όταν τα ηλεκτρονικά συστήματα «δεν μιλούν μεταξύ τους», ή και η παραπομπή στην Εφορία αντί της πλατφόρμας) για την ρύθμιση φορολογικών, έχουν μπλοκάρει πολύν κόσμο. Ενώ τα παράπονα για τραπεζικούς λογαριασμούς που δεν ξεμπλοκάρουν παρόλο που η ρύθμιση έχει γίνει – η απάντηση ότι υπάρχουν μπλοκαρισμένοι συνδικαιούχοι δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις – έχουν δηλητηριάσει την φήμη της ρύθμισης. Και τούτο ενώ οι αντιρρήσεις της Τρόικας (που μιλούσε για μαύρη τρύπα/διαρροή άμεσων εσόδων) έχουν πάει πίσω...
Προηγούμενες φάσεις της «πλατφόρμας Κουρμούση» , την εποχή του εξωδικαστικού, είχαν συνδυαστεί με εκτεταμένες καμπάνιες πληροφόρησης/ευαισθητοποίησης. (Άλλο αν ο εξωδικαστικός πήγε μέτρια, λόγω απροθυμίας των Τραπεζών). Στην περίπτωση των «120 δόσεων» η επεξήγηση έλλειψε.
Ας περάσουμε τώρα σ' ένα ακόμη πιο σημαντικό μέτωπο: προωθείται η νομοθετική βάση, που θα επιτρέψει να γίνουν ουσιαστικά βήματα στον αφοπλισμό της εναπομένουσας βόμβας η οποία κάνει τικ-τακ, τικ-τακ στα θεμέλια της Ελληνικής οικονομίας μετά την έξοδο από τα Μνημόνια. Φυσικά αναφερόμαστε στα κόκκινα δάνεια – τα οποία περισσότερο συζητιούνταν και διεκτραγουδούνταν τα τελευταία χρόνια, παρά προχωρούσε σε έκταση η ρύθμισή τους. Τώρα, με SSM και DGComp να έχουν δώσει (;) τελικό πράσινο φως σε σχήμα APS/Asset Protection, με εγγύηση του Δημοσίου για ένα τμήμα (το ασφαλέστερο) των υπό προτεινόμενη τιτλοποίηση δανείων των συστημικών – εγγύηση για ένα 18μηνο, δε, άρα με περιορισμένο ορίζοντα ως φαίνεται – εκείνο που πάει να γίνει γνωστό ως «λύση Ζαββού» αναμένεται να προχωρήσει. Άμεσα.
Εκείνο που χρειάζεται να επεξηγηθεί εδώ, για να παρακολουθήσουμε την συνέχεια η οποία θα παίξει κεντρικό ρόλο και στην 4η μεταΜνημονιακή αξιολόγηση, είναι ότι το σχήμα αυτό θα χρειαστεί (α) την ψήφο εμπιστοσύνης των αγορών, που θα εκδηλωθεί με τα επιτόκια τα οποία θα ζητηθούν, αλλά και (β) την προσέλευση των συστημικών τραπεζών στο σχήμα. Τίποτε δεν θα είναι εύκολο: τουλάχιστον ας μην δαπανήσουμε χρόνο στο... γιατί προκρίθηκε το σχήμα ΤΧΣ/Τσακαλώτου/εγγυήσεων από το cash buffer αντί για εκείνο ΤτΕ/αναβαλλόμενου φόρου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 25/9/2019. 

Υποκατηγορίες

  • Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας


    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο.


     

    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο. Όμως, έτσι, όπως επενδύθηκαν - με πολύ σώου, με πληθωρικές δηλώσεις, με πενιχρό πολιτικό περιεχόμενο πλην της διάθεσης κόντρας και τα κάποια στοιχεία αναδίπλωσης - οι ημέρες μετά το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών περιπλανήσεων Τσίπρα και (κυρίως!) Βαρουφάκη, αληθινά θυμίζουν το Se hace camino al andar/ Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας.
    Έτσι, με αναζήτηση ενός κάποιου περιεχομένου για την πληθωρική φόρμα, φθάσαμε στις Προγραμματικές Δηλώσεις, που κινδυνεύουν να είναι το πιο αστραπιαία μεταφραζόμενο κείμενο στην διεθνή σκηνή! Με το καημένο το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" να επιχειρείται να αποκτήσει αποτύπωση που και τους "έξω" να μην συνταράξει περισσότερο, κι εμάς τους "μέσα" να κρατήσει σε ενθουσιασμό.
    Ενώ όμως φαίνεται ότι τελικά θα καταλήξουμε και με Φόρο Επιδεικτικής Κατανάλωσης (αντί του πεζού Φόρου Πολυτελείας: ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δάκρυζε, βλέποντας υλοποίηση Thorstein Verblen) και με Ταμείο Εθνικού Πλούτου (αντί για ΤΑΙΠΕΔ: σοφή η ιδέα να συνδυαστεί η εκποίηση/αξιοποίηση με την υπόσχεση για διάσωση του Ασφαλιστικού), συν μια καμπάνια κατά των ολιγαρχών και της ("μεγάλης") φοροδιαφυγής, τα διαβολεμένα τα νούμερα δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στο EuroWorkingGroup η εξήγηση ήταν... οι Προγραμματικές που δεν είχαν αναγνωσθεί! Στο δίδυμο Eurogroup της 11ης/16ης Φεβρουαρίου, το ζήτημα κινδυνεύει να είναι σαφώς πιο δυσάρεστο (η Κορυφή της 12ης είναι ούτως ή άλλως "πολιτική"). Στην σταθερή πίεση των "εταίρων" για νούμερα, για ποσοτικοποίηση των πολιτικών όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και πειστική, η Ελληνική στάση είναι Βαρουφακική: "Give us time and give us space". Που στην πραγματικότητα έχει την ακόλουθη απόδοση: "Δώστε μας χρόνο να σκεφθούμε τι θέλουμε/Δώστε μας περιθώρια μέχρις ότου εσείς (οι "εταίροι") σκεφθείτε τι θα μπορούσατε να δώσετε/πού και πώς θα μπορούσατε να χαλαρώσετε ένα κακοσχεδιασμένο και εκ του αποτελέσματος αποτυχημένο Πρόγραμμα, στο οποίο εμείς ζούμε και πνιγόμαστε (και το βλέπετε) εδώ και 5 χρόνια".
    Στην πιεστική απαίτηση των "εταίρων" για νούμερα, για στοιχεία , η Ελληνική πλευρά αντιπαρατάσσει ενδιαφέρουσες διαβεβαιώσεις, όπως για δημοσιονομική ισορροπία, ή πάλι για (ήπιο) πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρόβλημα πού είναι; Έρχεται η δική μας διαβεβαίωση, π.χ. του τύπου: "Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα διαρρυθμιστεί χρονικά, αλλά δεν έχει και δημοσιονομική επίπτωση, άσε που θα σημάνει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, άρα... μείωση των απαιτήσεων του Ασφαλιστικού από τον Προϋπολογισμό". Η άλλη πλευρά σπεύδει να παρατηρήσει: "Ωραία, όμως έχετε υπολογίσει πόσο η αύξηση κατωτάτων θα σημάνει σε αύξηση π.χ. του επιδόματος ανεργίας; Και πόσο στα επιδόματα μητρότητας; Πόσο και πώς θα "περάσει" στον υπολογισμό των συντάξεων; Α, ναι, και με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, πώς την βλέπετε την εισπραξιμότητα;"
    Αυτού του είδους την προσέγγιση, πάτε την τώρα και απλώστε την σ' όλο το φάσμα των Προγραμματικών όπως θα μεταφράζονται σε Πρόγραμμα - όχι πλέον "Θεσσαλονίκης", αλλά "ηπίως ψαλιδισμένο" ώστε να φαντάζει συμβατό με μια συζήτηση Eurogroup...
    Ή δείτε πάλι, την προσέγγιση να ζητηθεί η συμβολική αντικατάσταση της Τρόικας - η οποία και μισήθηκε, αλλά και απέτυχε ως "ελεγκτής" - με κάτι "άλλο". Σαν στοιχείο αυτού του "άλλου" κάποια στιγμή συζητήθηκε (όχι δε μόνον στην Αθήνα) και ο ΟΟΣΑ. Τον οποίο, βέβαια, γνώρισε πρόσφατα η ελληνική κοινή γνώμη ως εμπνευστή του διαβόητου toolkit/της εργαλειοθήκης: έκανε περισσότερο κακό η συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, έτσι όπως έγινε, παρά ο,τιδήποτε άλλο στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
    Ο ΟΟΣΑ, οργανισμός με εγγενώς διακρατική υφή, ενώ έχει και γνώση και λόγο - και δεν διστάζει να εκφραστεί με σαφήνεια και ένταση - δεν έχει συσχετισθεί με την γεύση επιβολής του ΔΝΤ και των Βρυξελλών. Εχει δε πρόσφατα "γνωρίσει" (με αφορμή το toolkit) την Ελληνική πραγματικότητα απο κοντά, έχει παίξει ρόλο υποβοήθησης των συνεννοήσεων ο Γενικός Διευθυντής του Ανχελ Γκουρία, που θάναι (στις 11 Φεβρουαρίου, κι αυτός!) στην Αθήνα.
    Όμως , με εμάς να αναζητούμε τον όποιο δρόμο περπατώντας, χρειάζεται παρόμοιες τομές να τις προωθήσει η "άλλη πλευρά". Καθώς και να παρατείνει (με δική της πρωτοβουλία;) τον χρόνο που τελειώνει.
    Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

     

    Το κείμενο του Α.Δ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ  δημοσιεύτηκε στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 9.2.2015

    Καταμέτρηση Άρθρων:
    0

Σελίδα 1 από 32