Τρίτη, 18 Ιούνιος 2019

Η οικονομική διάσταση της ασφάλειας

Αφορμή για τις σκέψεις αυτού του σημειώματος αποτελεί η διαπίστωση ότι στην – πρόσφατη ακόμη – Διάσκεψη για την Ασφάλεια στο Μόναχο, που σ' εμάς περισσότερο «διαβάστηκε» μέσα από το βραβείο Ewald von Kleist στους Τσίπρα-Ζάεφ ή έστω μέσα από την αντιπαράθεση ΗΠΑ-Γερμανίας/Πενς-Μέρκελ, ένα μεγάλο μέρος της αντιπαράθεσης (διότι περί αυτού επρόκειτο) αφιερώθηκε στις οικονομικές πτυχές της ασφάλειας.
Η Γερμανίδα Καγκελάριος, την οποία στα παραλειπόμενα της Διάσκεψης του Μονάχου η κόρη του Ντόναλντ Τραμπ Ιβάνκα (τον Αμερικανό Πρόεδρο αντιπροσώπευε επισήμως ο Αντιπρόεδρος Πενς, όμως όλοι περίμεναν να ακούσουν και την «προεδρική κόρη») φρόντισε να επαινέσει διεξοδικά, αναφερόμενη μέχρι και στην «απίστευτη αίσθηση του χιούμορ» της, αφιέρωσε σε περισσότερα σημεία την ανάλυσή της σε οικονομικές πτυχές. Επέλεξε έτσι να «επιτεθεί» ευθέως στην επικείμενη πρωτοβουλία Τραμπ να επιβαρύνει με τιμωρητικούς δασμούς την Ευρωπαϊκή (=Γερμανική) αυτοκινητοβιομηχανία με νομική βάση/πρόσχημα «λόγους ασφαλείας» των ΗΠΑ. Σημείωσε ότι πολλά αυτοκίνητα της BMW «κατασκευάζονται στην Νότια Καρολίνα, και πολλά απ' αυτά τα εξάγουν στην Κίνα». Για να διερωτηθεί «Γιατί είναι λιγότερο επικίνδυνα τα αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στην Ν.Καρολίνα απ' εκείνα που κατασκευάζονται στην Βαυαρία;» (πρωτεύουσά της το Μόναχο) και να δηλώσει σοκαρισμένη με την επίκληση της ασφάλειας που έχει επιλέξει ως βάση για τον νέο-προστατευτισμό των ΗΠΑ ο Πρόεδρος Τραμπ.
Η αναφορά της Μέρκελ σε ένα άλλο ζήτημα όπου ασφάλεια και οικονομία βρίσκονται σε πολύ πιο άμεση/εύλογη συσχέτιση: εκείνο της προμήθειας της Ευρώπης (=Γερμανίας) σε ενέργεια, με βάση την συζήτηση για τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream-2 της Gazprom, που μόλις πήρε το πράσινο φως Βρυξελλών να προχωρήσει. Εδώ, η αρχική τοποθέτηση ξεκίνησε από τον Αντιπρόεδρο Πενς , ο οποίος επανέφερε στο προσκήνιο την δυσχέρεια να γίνεται λόγος για πολυμερή συνεργασία με την Ρωσία να προσεγγίζεται (από Αμερικανικής πλευράς) ως συντελεστής εξάρτησης – ιδίως των Ευρωπαίων. Όμως η Μέρκελ σήκωσε ευθέως κι εδώ το γάντι, παραδεχόμενη ότι «δεν θέλω να εξαρτόμαστε μονομερώς από την Ρωσία» (γι αυτό και η Γερμανία δήλωνε ότι «έχουμε ήδη αποφασίσει να προμηθευόμαστε LNG από τις ΗΠΑ») , αλλά και θυμίζοντας ότι η χώρα της «και κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου προμηθευόταν φυσικό αέριο από την Σοβιετική Ένωση», οπότε «πραγματικά δεν κατανοώ γιατί σήμερα αυτό θεωρείται αναξιόπιστο». Η Μέρκελ επανέλαβε την θεμελιώδη Γερμανική θέση, ότι ένα μείγμα ενεργειακών πόρων – με πράσινη ενέργεια, δίπλα στο φυσικό αέριο από πλείονες πηγές – θα αντικαταστήσει την ρυπογόνο χρήση λιγνίτη, αλλά και την (μετά-την-Φουκουσίμα) απόσυρση από την πυρηνική ενέργεια.
Μπορεί η συζήτηση αυτή να φαίνεται αρκετά απομακρυσμένη από «τα δικά μας». Πλην όμως και η μοίρα του άλλοτε τόσο πολυσυζητημένου South Stream αν διασυνδεόταν στο Ευρωπαϊκό δίκτυο με τον ΕλληνοΙταλικό Poseidon κατά νουν (κάθε φορά που αναφέρεται στις συζητήσεις Ελλάδας-Ρωσίας αυτό το ενδεχόμενο, καθώς για Ρωσικό φυσικό αέριο ο λόγος, όλοι θεωρούν ότι πρόκειται για υπόθεση λήξασα λόγω Ευρωπαϊκών αντιρρήσεων...), αλλά και η μεγάλη εναλλακτική του East Med από παρόμοια θα περάσει άμα έρθει η ώρα της. Συνολικά η ενέργεια ως οικονομική συζήτηση έχει πλέον την τάση να προσεγγίζεται υπό το πρίσμα της ασφάλειας. Και όχι μόνον/όχι τόσο εκείνο που εννοούμε ως ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού – όλοι θυμόμαστε τι έγινε όταν η Ρωσία «πάγωσε» την παροχή φυσικού αερίου μέσω Ουκρανίας – αλλά την κυρίως συζήτηση περί ασφάλειας. Περί της παραδοσιακής ασφάλειας, πολέμου και ειρήνης, τέτοια πράγματα!
Καθώς όλη πλέον η συζήτηση για την Ανατολική Μεσόγειο, με την αναζήτηση ενεργειακών πόρων από τους majors του πετρελαϊκού κόσμου της Δύσης και με την αγριωπή διεκδικητικότητα της Τουρκίας, μπορεί να μην τέθηκε ανοιχτά στην Διάσκεψη του Μονάχου αλλά ήταν περισσότερο από παρούσα. Και όσο, σ' εμάς, θα αναζητείται τι ακριβώς απασχόλησε την συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν στο πρόσφατο ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία, αυτή η διάσταση δεν θα ήταν καλό να φεύγει από τον νου.
Άλλωστε στον «καθαρό» τομέα της ασφάλειας, δεν πέρασε απαρατήρητη η ευθεία απειλή Πενς κατά τη Τουρκίας για τους S-400 στο Μόναχο ότι «δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια ενώ ένας σύμμαχος του ΝΑΤΟ αγοράζει όπλα από τους αντιπάλους μας». Με την συμπλήρωση μάλιστα ότι «δεν μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια της Δύσης, όταν οι σύμμαχοί μας εξαρτώνται από την Ανατολή». (Λίγες ώρες αργότερα, γινόταν γνωστό το μπλοκάρισμα/αναβολή της παράδοσης των F-35 στην Τουρκία με απόφαση του Αμερικανικού Κογκρέσου).
Βαρύς βηματισμός.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/2/2019. 

Αντανακλαστικά παρελθόντος

Είναι παράξενο να το βλέπει κανείς, όμως λίγο-πολύ όλοι όσοι εμπλέκονται με ρόλους στην δημόσια συζήτηση οσάκις προκύπτουν ζητήματα με την μεταΜνημονιακή παρακολούθηση της Ελληνικής οικονομίας συνεχίζουν να λειτουργούν με αντανακλαστικά παρελθόντος. Να το πούμε αλλιώς: δεν συνειδητοποιούν/δεν δέχονται ότι βρισκόμαστε σε μεταΤροϊκανή φάση, όπου η παλιά κατάσταση πραγμάτων με τις αξιολογήσεις και την σύνδεσή τους – μέσω προαπαιτούμενων – με δόσεις της χρηματοδοτικής βοήθειας των 3 διαδοχικών Μνημονίων είχε γίνει αναπόσπαστο μέρος των πολιτικών.
Ήδη φάνηκε αυτό με την θέση που επέλεξε να υποστηρίξει μετά τις ενημερώσεις σε επίπεδο EuroWorking Group – στο Eurogroup του Φεβρουαρίου «δεν είχε Ελλάδα» , μας το εξήγησαν σε κάθε τόνο: όμως κάθε Eurogroup έχει και παρασκήνιο και διαρροές – ο γνώριμός μας Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM («ο άνθρωπος που κουβαλάει στο δισάκι του το χρέος της Ελλάδας»): έκρινε αναγκαίο να αναφερθεί στην διακινδύνευση της πρώτης δόσης από την επιστροφή κερδών ΕΚΤ/Κεντρικών Τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα, SMPs/ANFAs. Eδώ, δυο παρατηρήσεις: η πρώτη δόση – είχαμε μάθει ότι θα υπάρχουν 6μηνιαίες εκταμιεύσεις, των 600 περίπου εκατομμυρίων – επρόκειτο να είχε εκταμιευθεί μετά την πρώτη έκθεση της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης, τέλη του 2018, όμως τότε κρίθηκε προτιμότερο (καθώς έμεναν ουρές) να πάει για μετά την δεύτερη έκθεση, της 27ης Φεβρουαρίου. Επίσης, το θέμα δεν είναι τόσο η έκθεση της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης per se, που θα ξεκλειδώσει την απόδοση της δόσης, αλλά η ανάγκη να ψηφισθεί σε Κοινοβούλια όπως το Ολλανδικό και το Γερμανικό (ξανανοίγοντας, παραμονές Ευρωεκλογών και εκεί, την συζήτηση περί Ελλάδας...). Το παράξενο είναι ότι, ίσως για να ανεβάσει την αίσθηση σασπένς, εκεί που γνωρίζαμε για δόση 600-620-640 εκατομμυρίων, κάποια στιγμή ακούγονταν και 750, ο καλός εκείνος Ρέγκλινγκ ανέβασε τον πήχη στο 1 δις ευρώ. Που επαναφέρει παλιές πρακτικές δόσεων και υπο-δόσεων, θυμάστε;
Αυτό το αντανακλαστικό παρελθόντος «έκρυψε» την ουσία της αναμενόμενης δεύτερης έκθεσης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης: που είναι η γενική πορεία της Ελλάδας/της Ελληνικής οικονομίας, συν τα 16 προαπαιτούμενα που κατά τραυματιστικό για την διαδικασία παρακολούθησης τρόπο έχουν προβλεφθεί (και η Ελλάδα τα έχει αποδεχθεί). Ο Ρέγκλινγκ επέμεινε στα «μερικά ακόμη ανοιχτά θέματα», πλην όλοι γνωρίζουν ότι η υπόθεση των «κόκκινων δανείων» είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο. Και αυτό είναι ζήτημα Φρανκφούρτης, ΕΚΤ/SSM και Βρυξελλών/DGComp... Μσοκοβισί και Σεντένο παρέμειναν εν τω μεταξύ σε διακριτική σιωπή.
Εκείνο πάντως που ήρθε ως επισήμανση, για τα κόκκινα δάνεια – όχι δε απλώς ως αντικατάσταση του Νόμου Κατσέλη, που ήδη εκπνέει η δίμηνη παράταση του βίου του, αλλά ως «συνεκτική, πειστική λύση»/coherent credible solution για το αύριο των Ελληνικών τραπεζών - ήταν η αποθάρρυνση του να επιδιωχθεί μια ακόμη παράταση.
Και αυτό μας φέρνει στην Ελληνική πλευρά της επανεγκατάστασης σε αντανακλαστικά παρελθόντος. Όλη η διαχείριση της απασφαλισμένης βόμβας των κόκκινων δανείων τους τελευταίους μήνες, με ΤΧΣ, διοικήσεις τραπεζών, ΤτΕ, Δραγασάκη-Φλαμπουράρη-Τσακαλώτο-Μαξίμου επί σκηνής, ήταν μια διαχείριση αναβολής/αποφυγής. Όλοι συνειδητοποιούμε ότι το τικ-τακ, τικ-τακ που ακούγεται από τα κόκκινα δάνεια κάνει ισχυρή αντήχηση στον χώρο λόγω προεκλογικής περιόδου: όμως ο πειρασμός μιας επιδεικτικής κόντρας με την Τρόικα είναι υπόθεση παρελθόντος. Ή... θάπρεπε να είναι! Ούτως ή άλλως, η έκθεση της 27ης Φεβρουαρίου, λίγες μέρες απόσταση από τους χρησμούς της Moody's μετά κι εκείνους της Fitch, πολύ περισσότερο ενδιαφέρει για την επίπτωσή της στις αγορές (οι οποίες έχουν εδώ και μήνες στοχοποιήσει τις συστημικές Τράπεζες ως βασικό αγκάθι στην Ελληνική περίπτωση), και μάλιστα ενόψει της ηρωικής προσπάθειας να πλεύσει 10ετές ομόλογο/Ελληνικό benchmark. Για όσους ενδιαφέρονται: η απόδοση 10ετούς, που μπήκε στον χρόνο άνω του 4,35%, είχε υποχωρήσει μέχρι και 3,88% - αλλά πάλι φλερτάρει με 4%.
Καθώς λοιπόν σε αρκετά πεδία των διαβόητων προαπαιτούμενων η Τρόικα λίγα έχει να πει πλην γκρίνιας – παράδειγμα: έπεσε έξω η διαδικασία πώλησης των λιγνιτικών, με ένα των διαγωνιζόμενων να προτείνει 25 εκατ. (με αποτίμηση ευλόγου τιμήματος στα 150...), τον άλλο να προτείνει κάπου 110 αλλά για ουσιαστικά διαφορετικό αντικείμενο – το θέμα των κόκκινων δανείων πολώνει όλη την προσοχή.
Βέβαια, συγκινητικά αντανακλαστικά παρελθόντος επιδεικνύει και η Αξιωματική Αντιπολίτευση, που σχεδόν περιμένει η μεταΜνημονιακή Τρόικα να «τραβήξει το αυτί» των κυβερνητικών για καθυστερήσεις. (Να πούμε την αλήθεια, μεγάλο μέρος και του μηντιακού κόσμου ανάλογο αντανακλαστικό έχει αναπτύξει).
Και τούτο, ενώ όταν φτάσει η ρύθμιση για μετά-τον-Νόμο-Κατσέλη στην Βουλή, όλοι θα οιμώζουν πόσο λίγη προστασία παρέχει...
Τα αντανακλαστικά παρελθόντος δύσκολα φεύγουν!

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/2/2019. 

«Χτίζοντας κάτι από μέλλον»

Μέσα στον θόρυβο των ημερών, πέρασε κάπως σαν «εξωτερική» ως προς τα Ελληνικά μας πράγματα η είδηση: με πρωτοβουλία της Γιάννας Αγγελοπούλου, ένα πρόγραμμα για Έρευνα, Τεχνολογία και Καινοτομία ξεκινάει στο Πανεπιστήμιο του Cambridge – και μάλιστα στο πρωτοπόρο Cavendish Laboratory στον χώρο των φυσικών επιστημών που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα αριθμώντας πλέον κάπου 30 Νομπελίστες στις τάξεις του.. – σε άμεση διασύνδεση με το εκεί ερευνητικό/επιχειρηματικό cluster, που τις τελευταίες δεκαετίες έχει τοποθετήσει το Cambridge εντελώς διαφορετικά στον χάρτη της διεθνούς καινοτομίας.
Ζώντας σε μια Ελληνική πραγματικότητα όπου με χίλιους-μύριους κόπους η διασύνδεση Πανεπιστημίου και βασικής έρευνας με την επιχειρηματική εφαρμογή προσπαθεί να προσπεράσει αγκυλώσεις και προβλήματα αποδοχής, και όπου η γνώριμη ανά την Ευρώπη και τον κόσμο αναζήτηση ταλέντων στον ακαδημαϊκό κόσμο από τις επιχειρήσεις ακόμη αργεί, η πρωτοβουλία αυτή ηχεί απόμακρη. Το θέμα είναι ότι το GAPSTI, ακρωνύμιο με το οποίο το Πρόγραμμα αυτό επιδιώκει να γίνει γνωστό, πηγαίνει πολύ πιο μακριά από μια απλή συνεργασία πανεπιστημιακής έρευνας-επιχειρηματικότητας. Τι κάνει; Επωφελείται από την παράδοση που έχει δημιουργηθεί στο Cambridge για την στενή σύνδεση και τον αλληλεπηρεασμό εκπαίδευσης στην αιχμή, βασικής έρευνας και αναζήτησης πρακτικών εφαρμογών: εκείνο που οι Financial Times βάφτισαν «το φαινόμενο Cambridge» έχει φτάσει πλέον να φιλοξενεί πάνω από 1500 επιχειρήσεις τεχνολογικής αιχμής με σχεδόν 60.000 ανθρώπους να δημιουργούν προϊόντα και εφαρμογές (γίνεται λόγος για σύνολο τζίρου άνω των 15 δις ευρώ ετησίως), κυρίως όμως να οδηγεί σε όλο και πιο προωθημένες περιοχές έρευνας. Και εφαρμογών που διεκδικούν την έννοια «disruptive» , που αλλάζουν δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα πράγματα.
Άμα κανείς επιχειρήσει να παραλληλίσει στους ανθρώπους του Cambridge την δράση τους με την Καλοφορνέζικη Silicon Valley, κινδυνεύει να εισπράξει είτε γενική ενόχληση, είτε όχι-και-τόσο ευγενική απόρριψη. Εκείνο που θεωρούν ότι ξεχωρίζει την δική τους προσέγγιση, είναι ότι δεν έρχονται απλώς επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν ή/και οι χρηματοδότες να στηρίξουν έρευνα που έχει ήδη γίνει και καταλήξει, αλλά και ούτε πηγαίνουν να επηρεάσουν, να κατευθύνουν ή(πολύ περισσότερο) να «παραγγείλουν» έρευνα. Αντί γι αυτό, αναπτύσσεται μια εξαρχής σχέση αλληλοενημέρωσης και αλληλεπίδρασης, όσο η έρευνα εξελίσσεται και ιχνηλατούνται προοπτικές, οι οποίες συγκεντρώνουν επιχειρηματικό ενδιαφέρον: αυτό, με την σειρά του, εξασφαλίζει όχι απλώς πόρους – ή σύγχρονη έρευνα και τεχνολογία απαιτεί συγκλονιστικούς οικονομικούς πόρους! – αλλά και οργανωτικότητα, χτίσιμο συνεργασιών, κινητοποίηση κεντρικής ακαδημαϊκής και δημόσιας /Ευρωπαϊκής στήριξης. Όσο τα αποτελέσματα ωριμάζουν, είτε ενσωματώνονται σε υφιστάμενα σχήματα, είτε ενθαρρύνονται (και στηρίζονται, πάλιν, οργανωτικά, νομικά, διοικητικά) ώστε να πάρουν τον δικό τους δρόμο σαν start-ups. Όμως – και εδώ είναι η ουσία! – σε παγκόσμια ανταγωνιστική κλίμακα.
Επιλέγοντας ως πρώτους κλάδους δραστηριοποίησης την υπολογιστική φυσική – Computational Multiphysics – και τα ενεργειακά υλικά – Energy Materials and Devices – το Πρόγραμμα GAPSTI θέλει να κάνει συνεχή διερεύνηση των αναγκών που δημιουργούνται στην εφαρμοσμένη τεχνολογία, στον επιχειρηματικό κόσμο αλλά και στην κοινωνική δομή, ώστε να «βλέπει» πού πηγαίνουν οι προωθημένες εφαρμογές. Από αεροναυπηγική μέχρι αυτοκίνηση (εδώ θα βρείτε από διαστημική τεχνολογία μέχρι νέες μορφές κυκλοφορίας στις πόλεις), από καθαρές και πιο αποτελεσματικές μορφές παραγωγής ενέργειας μέχρι μεταφορά χωρίς απώλειες ή και αποθήκευση της ενέργειας. Μεγάλες εταιρείες όπως η Boeing ή η Jaguar αλλά και πολυμελείς ομάδες όπως οι 250 ερευνητές του Maxwell Centre του Cavendish στην ενεργειακή έρευνα, συντρέχουν στην συνεργατική αυτή προώθηση της καινοτομίας. Ενώ η έρευνα, ακριβώς επειδή κινείται στην πρωτοπορία, βρίσκεται σταθερά στο ραντάρ τόσο των επιχειρήσεων (ο ανταγωνισμός τους πηγαίνει όλο και πιο πίσω, σε αρχικές φάσεις, όλο και πιο κοντά στην έρευνα) όσο και των χρηματοδοτικών σχημάτων ή/και των Ευρωπαϊκών μηχανισμών (στο ερώτημα "how big is this business?"/πόσο μεγάλες είναι αυτές οι δουλειές, η απάντηση είναι «the thing that matters is how deep it goes»/ εκείνο που μετράει είναι πόσο εις βάθος πηγαίνει). Πόσο θα «ανακαλύψει» ερευνητικό προσωπικό πρώτης γραμμής. πόσο θα αναδείξει την δουλειά του. πώς θα τα διασυνδέσει...
Και η Ελληνική διάσταση, σε όλα αυτά; Το GAPSTI υπόσχεται εξαρχής να αναζητήσει δυνατότητες διασύνδεσης με Ελλάδα – με το χτίσιμο δικτύων και με λειτουργία κοινών πρωτοβουλιών – και να φέρει τον κόσμο που θα κινητοποιήσει σε συνεχή διαβούλευση με πανεπιστημιακούς, ερευνητές και τον χώρο της διαμόρφωσης ερευνητικής πολιτικής.
Στην ακραία ρεαλιστική κόνιστρα της εφαρμοσμένης έρευνας, μπορεί η διατύπωση να ξενίσει. Όμως «χτίζοντας κάτι από μέλλον» είναι μια περιγραφή.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 6/2/2019.

Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά

Σημειώστε μια σύμπτωση: τις ώρες που «έτρεχε» η έκδοση του νέου 5ετούς ομολόγου, κάποιος μη-εμπλεκόμενος αν και αρκετά κεντρικός στην κατάσταση πραγμάτων της σημερινής Κυβέρνησης ρωτούσε «γιατί όχι 10ετές ακόμη;» - προφανώς έχοντας ακούσει ότι αυτό θα αποτελούσε την ουσιαστική έξοδο στις αγορές, αυτό θα λειτουργούσε ως Ελληνικό benchmark κλπ. Η απάντηση ήταν: «Σιγά-σιγά, σιγά-σιγά θα γίνουν όλα».
Περίπου αντίστροφη υπήρξε η λειτουργία στο μέτωπο της απόφασης για την σχεδόν κατά 11% (θυμίζουμε: είχε συζητηθεί ψαλίδα 5-10%) αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του βάρβαρου εκείνου «υποκατώτατου» (που ισοδυναμεί με αύξηση πάνω από 27%). Εκεί, στην διαδρομή είχε προταθεί μια κατανομή της αύξησης στον χρόνο – έστω και με αναγγελία υψηλότερου τελικού στόχου. Προκρίθηκε όμως η μονομιάς αύξηση – και μάλιστα με επιλογή ενός στρογγυλού νούμερου, των 650 ευρώ, άσχετα αν το καθαρό ποσό στον δικαιούχο είναι σαφώς χαμηλότερο (κάτι σαν 546 ευρώ), άσχετα αν το τελικό πρόσθετο κόστος στον εργοδότη είναι πολύ μεγαλύτερο...
Μ' αυτές τις παρατηρήσεις, δεν πάμε να αποφύγουμε μια τοποθέτηση επί της ουσίας. Πρώτα λοιπόν το 5ετές:
Περιμένοντας να δούμε πώς θα λειτουργήσει (και) αυτή η απόπειρα επαναπροσέγγισης των αγορών με το μικρό/λίγο-περισσότερο-από-δοκιμαστικό 5ετές ομόλογο που τελικά τόλμησε η Κυβέρνηση (το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών στο 3,75%-3,875% και η τελική διαμόρφωση απόδοσης στο 3,6% με κουπόνι 3,45% ενδιαφέρει ασφαλώς, αλλ' όχι καθοριστικά: το περσινό 7ετές είχε 3,5% απόδοση ενώ είχε ελπιστεί κάτι πλησιέστερο στο 3% όταν ξεκινούσε η έκδοση), χρειάζεται να έχουμε μια λίγο πιο μακροπρόθεσμη προοπτική. Τι εννοούμε; Ότι το καημένο εκείνο 7ετές, λίγες μέρες μετά την έκδοση του βρέθηκε με απόδοση 4,2%! Μάλιστα, τότε, σε περιβάλλον Eurogroup, είχε εκφρασθεί δυσοίωνα ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι, με αποτέλεσμα ο Ευκλείδης Τσακαλώτος να πει, διαφωνώντας, το μοναδικό: «Δεδομένης της κατάστασης στις αγορές, η έκδοση τα πήγε εξαιρετικά [...]. Τρέφω μεγάλο σεβασμό για τον επικεφαλής της ΕΚΤ [...]. Υπήρξαν διαφωνίες και στο παρελθόν, είμαι σίγουρος ότι θα υπάρξουν και στο μέλλον».
Ενώ λοιπόν θα παρακολουθούμε τώρα τον αναπόδραστο καυγά για το κατά πόσον η έκδοση του τωρινού 5ετούς υπήρξε ή όχι επιτυχής, να μεταφέρουμε μια παρατήρηση από την εντελώς πρόσφατη Τριμηνιαία Έκθεση του ΙΟΒΕ (4/18) για την Ελληνική Οικονομία. Και για τις άλλες «χώρες Μνημονίου», Ιρλανδία-Πορτογαλία-Κύπρο, χρειάστηκαν σχεδόν 3 χρόνια (Πορτογαλία 3,5 χρόνια) μέχρι να επανέλθουν σε investment grade /»επενδυτική βαθμίδα». Τσαλαβουτάμε λοιπόν εμείς, τσαλαβουτούσαν κι εκείνοι.
Αν τώρα πάμε στην αύξηση του κατώτατου μισθού, σχετική απουσία αντιδράσεων: η Αξιωματική Αντιπολίτευση διαμαρτυρήθηκε μάλλον για την καθυστέρηση, από ΣΕΒ/ΣΕΤΕ η ανακοίνωση ξεκίνησε με «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κατώτατος μισθός των εργαζόμενων πρέπει να βελτιωθεί» με εν συνεχεία μόνο αναφορά στις αντοχές της οικονομίας, την παραγωγικότητα, την αδήλωτη εργασία... Όποιος τυχόν παραξενεύθηκε, πλην ξένων (π.χ. Γίρκι Κατάινεν), ας διαβάσει αρχές 2012 δηλαδή όταν το Μνημόνιο-1 ήδη φαινόταν ότι είχε εκτροχιασθεί και λειτουργούσαμε με Κυβέρνηση Παπαδήμου, την ακόλουθη προσέγγιση: «Σε μιαν οικονομία με αγκυλώσεις και δυσκαμψίες όπως η Ελληνική, και με υπερβάλλουσα προσφορά στην αγορά προϊόντων και εργασίας, μια μείωση των μισθών οδηγεί σε άνοδο της ανεργίας και υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας, αφού περιορίζει τον κύριο καθοριστικό παράγοντα του επιπέδου παραγωγής: την ζήτηση». Άμα ξαναθυμηθεί κανείς τα πράγματα της εποχής, το ΙΟΒΕ ακόμη λειτουργούσε με σφραγίδα Γιάννη Στουρνάρα (αναλαμβάνει υπουργός Ανάπτυξης στην Κυβέρνηση Πικραμμένου, πριν την κεντρική ευθύνη στο ΥΠΟΙΚ επί Κυβέρνησης Σαμαρά/Βενιζέλου με βασική την ευθύνη διαπραγμάτευσης του Μνημονίου-2, που μας έκανε να μιλούμε για Κυβέρνηση Σαμαρά/Στουρνάρα).
Η θέση εκείνη, ως προς την σκοπιμότητα τού να αποφεύγονται οι μειώσεις μισθών βρέθηκε βαριά τραυματισμένη από την Τροϊκανή επιβολή στην συνέχεια , και μάλιστα η δι' υπουργικής αποφάσεως μείωση του βασικού μισθού (και καθιέρωση του υποκατώτατου) το 2013 υπό καθεστώς Μνημονίου-2 είναι θέση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον –επειδή προερχόταν από το ΙΟΒΕ. Για το οποίο, τότε ακριβώς, ο βετεράνος Τάκης Πολίτης του οποίου παρουσιαζόταν το βιβλίο «Το ΙΟΒΕ και η Ελληνική οικονομία», είχε πει: «Το ΙΟΒΕ δεν διστάζει σήμερα να περιλαμβάνει εκδοχές, για το περιβάλλον της Ελληνικής οικονομίας, που μέχρι πριν δύο χρόνια ήταν αδιανόητες».
Βέβαια, ήδη, τότε ο Στουρνάρας άφηνε την συζήτηση ανοιχτή σε μια λιγότερο Κεϋνσιανή ανάγνωση, λέγοντας: «Αν δυο λέξεις θα συνόψιζαν το πιστεύω μας, αυτές είναι μεταρρύθμιση και εξωστρέφεια». Ενώ ο Βασίλης Ράπανος, Καφαβικότερα, παρατηρούσε: «Το ταξίδι για όλους συνεχίζεται».
Όντως συνεχίζεται.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" την 1/2/2019. 

Σιωπές και χρησμοί Τρόικας

Για τρίτη συνεχή φορά αφιερώνουμε αυτήν την στήλη (μετά τα σημειώματα της 17/1 και 21/1) στο πέρασμα της μεταΜνημονιακής Τρόικας από την Αθήνα. Ο λόγος δεν – ΔΕΝ – είναι ότι πρόκειται για μια παρουσία ιδιαίτερα σημαντική, από την οποία θα κριθούν πολλά (όπως κατ' επανάληψιν είχε συμβεί τα χρόνια των Μνημονίου-2 και -3, με όλο το σασπένς των αξιολογήσεων, από τις οποίες κρίνονταν δόσεις και υπο-δόσεις από τις οποίες εξαρτάτο η μη-ασφυξία, με αυστηρό έλεγχο προαπαιτουμένων και με αμφισβήτηση στόχων πλεονασμάτων και προβολών ανάπτυξης – θυμόσαστε;), ή έστω η οποία θα συσχετίζεται εύλογα με πολιτικές εκτιμήσεις. Το αντίθετο: κανονικά αυτό το ολιγοήμερο πέρασμα της – να την λέμε έτσι; - μεταΤρόικας είναι πολύ περισσότερο ένα γενικό τσεκάρισμα προόδου παρά μια αντιπαραβολή των 14 ή 16 εκκρεμοτήτων»/ «προαπαιτούμενων», που τα είχε καταγράψει η (λησμονημένη, άλλωστε «ρηχή»...)πρώτη μετά-Μνημονιακή αξιολόγηση του Δεκεμβρίου, με ενδεχόμενο «κόκκινο φως» ή «κίτρινη κάρτα» ή άλλα θεματικά αυτού του τύπου.
Γι αυτό/ μ' αυτήν την λογική, άλλωστε, είχε ψιλο-συμφωνημένα στραφεί η προσοχή των συζητήσεων σε ζητήματα όπως τα εργασιακά/η αύξηση του κατώτατου μισθού (που θα επέτρεπε στην Ευρωπαϊκή πλευρά να δείξει κοινωνικότερο πρόσωπο), ή όπως η πρόοδος στην εξυγίανση του χρηματοπιστωτικού τομέα (σχήματα για επιτάχυνση της μείωσης των NPLs /NPEs, διόρθωση της προστασίας πρώτης κατοικίας). Ειδικά στην δεύτερη κατηγορία ανοιχτών θεμάτων, όλοι γνωρίζουν και αναγνωρίζουν ότι μόνον «βήματα» μπορούν να ζητούνται, να επιδιώκονται και να γίνονται – το να ζητά κανείς «λύσεις» δεν θα ήταν μόνον μάταιο, θα μπορούσε να είναι και αντιπαραγωγικό.
Ενώ λοιπόν κάπως έτσι στρωνόταν το τραπέζι, κι ενώ η προσοχή ήταν να μείνει περισσότερο στα κάποια καλά λόγια της Έκθεσης μετα-Μνημονιακής παρακολούθησης ώστε να διευκολυνθεί και το πείραμα επανόδου της Ελλάδας στις αγορές, ξαναβρέθηκε στην σκηνή το παλιό, δοκιμασμένο σενάριο της αντιπαράθεσης. Κι ενώ στο μέτωπο της αύξησης του κατώτατου μισθού των 586 ευρώ/μήνα γινόταν πλέον δεκτό ότι κάτι στην ψαλίδα των 5-10% αύξηση θα έδινε 35 ευρώ εκεί που νωρίτερα στην διαδικασία γινόταν λόγος για 20-25 (θυμίζουμε ότι η διαδικασία για τον επαναπροσδιορισμό του κατώτατου μισθού, ακόμη νομοθετικά και όχι με συλλογική διαπραγμάτευση, περιλαμβάνει σειρά βημάτων: διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, υπολογισμούς ΚΕΠΕ, εισήγηση τριμελούς από Πρόεδρο ΟΜΕΔ/ΥΠΟΙΚ/ΥΠ Εργασίας κλπ) αίφνης στοχοποιήθηκε η διάσταση κατάργησης του υποκατώτατου.
Ήταν ήδη γνωστή και δηλωμένη η κυβερνητική πρόθεση, ή μάλλον απόφαση, «να ξαποστείλει αυτό το τερατούργημα» του υποκατώτατου - η διατύπωση ακριβώς έτσι, σε εσωτερικές συζητήσεις... - αλλ' η Τρόικα οψίμως υπολόγισε ότι αυτή η εξίσωση από τα 511 ευρώ σε έναν (αυξημένο ήδη) κατώτατο ας πούμε 610+ ευρώ, θα σημάνει σχεδόν 20% αύξηση διαμιάς. Έτσι όμως, συνεχίζει το Τροϊκανό επιχείρημα, ένα μέτρο που (υποτίθεται ότι) πήγε να «σπάσει» την τρομακτική ανεργία των νέων – η οποία με κόπο προσπέρασε προς τα κάτω το αδιανόητο 45% - θα κινδύνευε τώρα να λειτουργήσει αντίστροφα. Συν, να δημιουργηθούν φαινόμενα νέας υποχώρησης προς την μαύρη εργασία, ακριβώς σ' αυτό το ιδιαίτερα ευαίσθητο μέτωπο του πληθυσμού. Ο αντίλογος, βέβαια, ήταν πώς όταν έχεις αποδιαρθρώσει την αγορά εργασίας όπως είδαμε (με την Τροϊκανή πίεση) τα μετά το 2012 χρόνια, παρόμοιες αναφορές θυμίζουν προφάσεις εν αμαρτία. Πάντως το κλίμα πήγε να χαλάσει.
Σοβαρότερα πάντως ήταν - και παραμένουν - τα πράγματα στο μέτωπο των χρηματοπιστωτικών. Όπου, όπως μας προκύπτει, το μήνυμα που επιδιώχθηκε να δοθεί σε επίπεδο Τρόικας ήταν πως είναι μεν σεβαστές οι ανάγκες προσεκτικού σχεδιασμού των μεθόδων αντιμετώπισης των κόκκινων δανείων (σχέδιο ΤτΕ, σχέδια ΤΧΣ, στήριξη με εγγυήσεις ή δημόσιους πόρους), λεπτορρύθμισης των οροφών υπαγωγής στον «νέο Νόμο Κατσέλη», συνεχών προσαρμογών του εξωδικαστικού κοκ, αλλά «πρέπει να προχωρήσετε πιο γρήγορα, πιο ουσιαστικά, πιο οριστικά». Σε σημείο που σχεδόν η Τρόικα να έδειξε προς την μονοδιάστατη κυριαρχία της Φρανκφούρτης, ΕΚΤ και SSM, όπου πορεύονται και πάλιν οι επικεφαλής των συστημικών τραπεζών με φρέσκιες τις προσλαμβάνουσες από την συνάντηση τους στο Μαξίμου (με απουσία ΤτΕ...). Η μεγάλη διστακτικότητα του νέου επικεφαλής το SSM Αντρέα Ενρία, διαδόχου της Ντανιέλ Νουί που την είχαμε συνηθίσει σε συχνά περάσματα στην Αθήνα και πχ στο Φόρουμ Δελφών, όπως άλλωστε και μέλη Εκτελεστικής Επιτροπής του ΔΣ της ΕΚΤ όπως ο Μπενουά Κερέ διστακτικότητα έστω και χρησμού, προξενεί σκέψεις. Με φόντο την συνεχιζόμενη επισήμανση του ΔΝΤ – που αποκρούεται από Ευρωπαϊκής πλευράς – για ανάγκη πρόσθετης κεφαλαιακής ενίσχυσης των συστημικών.
Σιωπές και χρησμοί.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 25/1/2019. 

Τι θα λείψει από το μενού της μεταΜνημονιακής Τρόικας

Για μιαν ακόμη φορά, παρουσία στην Αθήνα του αρμόδιου για τα οικονομικά και τα δημοσιονομικά Αντιπροέδρου της (απερχόμενης, σιγά-σιγά) Ευρωπαϊκής Επιτροπής Πιερ Μοσκοβισί, του ανθρώπου που τεχνικά «κράτησε» από πλευράς Βρυξελλών τα ηνία των κυλιόμενων διαπραγματεύσεων, πιέσεων, διευκολύνσεων, απειλών, συμβιβασμών, καθησυχασμών της Τροϊκανής εμπειρίας της Ελλάδας – πάντως τα τελευταία 3 χρόνια – λειτουργεί ως προεισαγωγή στην εδώ παρουσία της ίδιας της Τρόικας. H οποία μας καταφθάνει από Δευτέρα, λίγες μέρες μετά την ψήφιση της εμπιστοσύνης στην Βουλή σε εκρηκτικό κλίμα, την επόμενη κυριολεκτικώς του σχεδιαζόμενου συλλαλητηρίου/λαοσύναξης για το Μακεδονικό στο Σύνταγμα: ενδιαφέρον πυρίκαυστο γενικό πλαίσιο.
Ευλόγως θα παρατηρήσει/διορθώσει ο προσεκτικός αναγνώστης ότι Τρόικα δεν υπάρχει πλέον, ότι έχει γίνει Τετραμερής – Quadriga εδώ και πολύ καιρό με την προσθήκη σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ και του εκπροσώπου του ESM, «του δανειστή» κατά κύριο λόγο αλλά και άλλαξε φύση/λειτουργία. Αυτό είναι άλλωστε που εγκατέστησε στην δημόσια σκηνή τον συμπαθή εκείνο Κλάους Ρέγκλινγκ, να συναγωνίζεται με τον εαυτό του (και με κάθε άλλον πρόθυμο) σχετικά με το αν το κόστος του τρίτου Μνημονίου είναι 60, 100 ή 200 δις ευρώ και για το ποιες δεσμεύσεις παραμένουν μεταΜνημονιακά – εκείνο δηλαδή που στην εσωτερική μας αντιδικία επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί ως «τέταρτο Μνημόνιο». Όμως, ο Πιερ Μοσκοβισί ο οποίος «τραβάει» προς την άλλη άκρια – εκείνην που λέει και διαβεβαιώνει ότι η εποχή των Μνημονίων έκλεισε, έφυγε, πάει ότι η κανονικότητα επανήλθε στην Ελλάδα (και στην ΕΕ ως προς την Ελλάδα...) – με αποτέλεσμα να επιχειρείται υποτίμησή του από ένα ολόκληρο τμήμα του Ελληνικού πολιτικού σκηνικού, δεν παύει να είναι εκφραστής της επίσημης άποψης της «Ευρώπης» για την Ελληνική περίπτωση.
Και – το πιο σημαντικό – εκφραστής του τι θα κάνει με την Ελληνική περίπτωση η διαβόητη μεταΜνημονιακή ομάδα της ενισχυμένης παρακολούθησης/enhanced surveillance για να μην τσακωνόμαστε με την ορολογία. Ενώ λοιπόν θα ασχολούμαστε όλοι με τα διαμειφθέντα κατά την επίσκεψη Μοσκοβισί, θα προτείνουμε σήμερα στον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει κυρίως τι ΔΕΝ θα περιλάβει το μενού της μεταΜνημονιακής Τρόικας ενόψει της (δεύτερης) Έκθεσής της που θα ωριμάσει κάπου Μάρτιο μεριά στο Eurogroup.
Πράγματι, από τις διαρθρωτικού χαρακτήρα δεσμεύσεις/commitments που είχαν περιληφθεί και που πολλοί τις θεωρούν σχεδόν milestones ενώ δεν είναι, όλοι γνώριζαν ότι θέματα όπως π.χ. η βελτίωση των διαδικασιών στον τομέα της Υγείας (πρωτοβάθμια περίθαλψη, προμήθειες) ή πάλιν η στελέχωση της ΑΑΔΕ, και ακόμη περισσότερο το ξύπνημα του Μεγάλου Ασθενούς (της Δικαιοσύνης...) θα κρατήσει 3μηνα και χρόνια, πολλά: απλώς... κινητικότητα αναζητείται. Στην διαχείριση του χρηματοπιστωτικού τομέα/κόκκινα δάνεια κοκ τρέχει η νέα-νέα προθεσμία Φεβρουαρίου, ενώ στις ιδιωτικοποιήσεις (λιγνιτικά ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, Εγνατία, επέκταση σύμβασης Ελ. Βενιζέλου, Ελληνικό) απλώς βήματα μπορεί να επιδειχθούν. Και να θεωρηθεί ότι έγιναν, ή να θεωρηθεί ότι αργούν, πάνε πίσω κοκ. Για δυο-τρία επιλεγμένα μέτωπα – σύμβαση Ελ. Βενιζέλου, ή πάλι νομοθέτηση κατώτατου μισθού – θα μας χρειαστεί και Βουλή εν λειτουργία: σημειώστε το κι αυτό.
Απ' εκεί και πέρα, τα αληθινά σημαντικά και μεγάλα δεν – ΔΕΝ – θα απασχολήσουν την μεταΜνημονιακή Τρόικα. Το αν, δηλαδή το μείγμα πολιτικής/το policy mix που έχει δημιουργηθεί με την τοτεμοποίηση και λατρευτική στάση έναντι του πρωτογενούς πλεονάσματος και του υπερπλενάσματος «βγαίνει πέρα» και αν είναι βιώσιμο – μην ξεχνούμε ότι ο Πιερ Μοσκοβισί είναι αρμόδιος για τα οικονομικά ΚΑΙ τα δημοσιονομικά: το 3,5% επι 5ετία είναι εκείνο που μπαίνει πρώτο στην οθόνη του κομπιούτερ του! – δεν έρχεται άμεσα στην συζήτηση. Ούτε καν το αληθινό δημοσιονομικό παγόβουνο, δηλαδή η μέσω δικαστικών αποφάσεων ανατίναξη του δεύτερου (ήδη!) Μνημονίου, μπορεί να τους απασχολήσει αληθινά – ενώ θα έπρεπε. Η χαμένη ευκαιρία της επίσκεψης Μέρκελ, η άρνηση των κυβερνητικών εδράνων να επωφεληθούν της προσέλευσης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης/του Κυριάκου Μητσοτάκη στην διαπίστωση Στουρνάρα, Χριστοδουλάκη, ακόμη και Σημίτη ότι το άδειασμα της οικονομίας με πρωτογενή πλεονάσματα επείγει να δώσει την θέση του σε δέσμευση μέρους των πλεονασμάτων για επενδυτική χρήση, αδειάζει και την συζήτηση ουσίας για την μεταΜνημονιακή παρακολούθηση της Ελληνικής οικονομίας.
Οπότε, το ακόμη πιο ουσιαστικό, δηλαδή η κάμψη του δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα στο πέρασμα από το 2018 στο 2019, μετά από πολλά 3μηνα βελτίωσης, κάμψη που υπονομεύει σιγά-σιγά την αναπτυξιακή προοπτική, επίσης δεν θα είναι στο μενού.
Όπως όμως θα εξηγούσε και ο Πιέρ Μοσκοβισί, αυτό σημαίνει το τέλος των Μνημονίων. Κάνεις την πολιτική σου, κάνεις τις επιλογές σου – θα δούμε το αποτέλεσμα...

*Δημοσιέυτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 18/1/2019. 

Βοήθεια ανάγνωσης

Όταν και η επίσκεψη της Καγκελαρίου Μέρκελ στην Ελλάδα του Ιανουαρίου 2019 - σχεδόν πέντε χρόνια μετά την ανάλογη επίσκεψη του Απριλίου 2014 - θα έχει ολοκληρωθεί, όταν θα έχουμε όλοι (;) διαβάσει και ακούσει τις τοποθετήσεις της για την οικονομική φάση στην οποία βρίσκεται η μεταΜνημονιακή Ελλάδα, ίσως χρειαστεί να κάνομε όλοι (πάλι) ένα βήμα πίσω. Να ξανασκεφθούμε.
Το 2014 από την Καγκελαρία είχε δοθεί «στήριξη στην συνεπή μεταρρυθμιστική πορεία της Κυβέρνησης»,, παράλληλα με μήνυμα ότι «η Γερμανική Κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει τα επιτυχή μέτρα λιτότητας της Ελλάδας» (μάλιστα εν συνεχεία υπήρξε διόρθωση της «λιτότητας» σε «εξυγίανση»). Δυο χρόνια αργότερα, στην επίσκεψη του - Πρωθυπουργού, ήδη - Αλέξη Τσίπρα στο Βερολίνο, η Καγκελάριος είχε φροντίσει να σφραγίσει την συνάντηση με την παρατήρηση «Θα συζητήσουμε και θα δούμε πώς εκτιμά (ο Έλληνας Πρωθυπουργός) την κατάσταση. Όμως εδώ (το Βερολίνο) δεν είναι ο τόπος που λαμβάνονται οι αποφάσεις. Οι διαβουλεύσεις γίνονται με τους Θεσμούς». Ήταν τότε η εποχή του «οι συνομιλίες μας δεν ήταν πάντα εύκολες, όμως διακρίνονται για την ειλικρίνεια και την σταθερότητά τους».
Το 2014, πάλι, η επίσκεψη Μέρκελ είχε ακολουθήσει κατά λίγες μέρες την δοκιμαστική έξοδο της Ελλάδας στις αγορές (του Απριλίου 2014, όταν είχαν σηκωθεί 3 δις για 5ετές, με 4,95%). Άλλωστε η Καγκελαρία είχε συνδέσει την επίσκεψη με την αναγνώριση της - τότε - επιτυχίας εξόδου, μάλιστα για 3 δις ενώ αρχικά ζητώντας 2,5 δις. Ακολούθησαν τρία πράγματα, βέβαια: οι Ευρωεκλογές που εισπράχθηκαν ως πλήγμα. ο «φιλολαϊκός» ανασχηματισμός Σαμαρά που έδιωξε τους τότε μεταρρυθμιστές (Χατζηδάκης - Σκορδάς) έναντι λαϊκής δεξιάς (Γιακουμάτος-Βούλτεψη) και η ταλαίπωρη δεύτερη απόπειρα εξόδου στις αγορές, τον Ιούλιο 2014 (ζητήσαμε 3 δις σε 3ετή ομόλογα με 3,5%, δόθηκαν μόλις 1,5 δις). Βέβαια τότε είχε συμπέσει το «τρακάρισμα» της Πορτογαλικής Banco Espirito Santo...
Γιατί το ταλαιπωρούμε, τώρα, το θέμα αφού – όπως ήδη σημειώσαμε – θα είναι σωστό να περιμείνουμε να ακούσουμε τι θα έχει να πει πάλι η Καγκελάριος Μέρκελ η ίδια – αντί για το γνώριμο σπορ, να προεξοφλούν οι δυο πλευρές της Ελληνικής προεκλογικής πολιτικής σκηνής, η καθεμιά αντιθετικά προς την άλλη, τι θα ειπωθεί και τι θα σημαίνει και τι θα συνεπάγεται; (Και παραβλέπουμε, εδώ, το βαρύτερο μενού του Μακεδονικού στην εδώ παρουσία Μέρκελ. Παραβλέπουμε και το Προσφυγικό/Μεταναστευτικό, που ήταν παρόν και το 2014. Παραβλέπουμε και το αγκάθι των πολεμικών επανορθώσεων, που η Καγκελαρία επεδίωξε να προ-εκτονώσει πριν καν ξεκινήσει η επίσκεψη). Πρώτα-πρώτα, διότι ακριβώς παράλληλα με την επίσκεψη Μέρκελ ξαναρχίζουν οι εργασίες της ενισχυμένης μετα-Μνημονιακής εποπτείας (μας): την ερχόμενη εβδομάδα ξαναέρχονται οι άλλοτε Τροϊκανοί – που, με αφοριστική του δήλωση, ο Στέφανος Μάνος τους κατακεραύνωνε προχθές για πλημμελή αν μη στρεβλή παρακολούθηση -, ενώ ήδη το EuroWorking Group ξανακοιτάζει τι έχει προχωρήσει από τα υπεσχημένα διαρθρωτικά. (Τίποτε το ουσιαστικό πάντως). Κυβερνητικοί που «ανακάλυψαν» την Άνγκελα Μέρκελ και κατεδαφιστές της Αντιπολίτευσης ας το ξαναθυμηθούν: ασφαλώς και ο λόγος του Βερολίνου έχει μεγάλο βάρος, η δε Mutti Άνγκελα καίτοι αποδυναμωμένη είναι ό,τι διαθέτει η «Ευρώπη» του 2019 από εξουσία – όμως το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις είναι άλλη ιστορία. Όχι δε μόνο/όχι τόσο για τα διαβόητα 620 εκατ. ευρώ/πρώτη δόση από τις επιστροφές κερδών ANFAs/SMPs , που είναι εν τέλει σταγόνα στον ωκεανό (π.χ.) των υπερπλεονασμάτων. Αλλά και, για το πολυπόθητο «σήμα προς τις αγορές».
Εδώ, κι άλλη αυτοσυγκράτηση! Καλά τα σήματα εμπιστοσύνης, αλλά δεν αρκούν ακόμη κι αν εκπορεύονται από Βερολίνο. Η επαναλαμβανόμενη υπενθύμιση – τελευταία, από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο – ότι το cash buffer των 25+ δις ευρώ δίνει στην Ελλάδα άνεση να αποφασίσει όποτε το κρίνει σκόπιμο να ξαναδοκιμάσει τις αγορές, δεν είναι βέβαιο ότι λειτουργεί θετικά. Τείνει να δείξει ότι η Ελλάδα του 2019 διαχειρίζεται δια της αναβολής – σας θυμίζει κάτι; Εν τω μεταξύ, η προοπτική 10ετούς φαίνεται να πηγαίνει ακόμη πιο πίσω έτσι όπως οι αποδόσεις έχουν εγκατασταθεί πάνω από το 4%, τα δε CDS/ασφάλιστρα κινδύνου σκαρφαλώνουν και πάλι (βέβαια σε χαμηλούς όγκους). Αναζήτηση ενός μικρού ποσού για 5ετές δεν θα αντιστοιχούσε με την επίσημη επιδίωξη για εξομάλυνση της καμπύλης των επιτοκίων του Ελληνικού χρέους. Ενώ επάνοδος (μνήμη του 2014...) σε «λύση» 3ετούς, το οποίο θα ήταν κάτω από την ομπρέλα της μεσοπρόθεσμης εγγύησης μέτρων χρέους, θα ήταν ανοιχτά προσχηματική. Χώρια που κάθε σύγκριση επιτοκίων θα λειτουργούσε παραπειστικά.
Αυτά, ως βοήθεια ανάγνωσης της επίσκεψης Μέρκελ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/1/2019.

Η υπερβολή δεν βοήθησε κανένα

Η πρώτη πρόγνωση/προβολή της χρονιάς, η πρώτη προσμονή και η πρώτη προσδοκία. Η τελευταία είναι η λιγότερο συζητημένη για την ώρα. η πρώτη έχει ήδη πολυσυζητηθεί, όμως ότι η έμφαση δεν δόθηκε σ' εκείνα τα στοιχεία της που έχουν μεγαλύτερη σημασία. η ενδιάμεση υπόσχεται/απειλεί ενδιαφέροντα πολιτικά πυροτεχνήματα.
Εκείνο που ονοματίσαμε πρόγνωση/προβολή μας ήρθε από το κλείσιμο της χρονιάς η οποία μόλις μας εγκατέλειψε – και είναι η δημόσια κατάθεση Κώστα Σημίτη, με την προ-Πρωτοχρονιάτικη συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ». Που περιέλαβε την δίκην προφητείας πρόγνωση ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί στο μέλλον (δεν διευκρινίστηκε ο χρονικός ορίζοντας, όμως αυτό είναι ίδιον των προφητειών: το φλου του χρονικού στοιχείου) να προσφύγει και πάλι για στήριξη - στον ESM αντί του ΔΝΤ αυτήν την φορά. Εκείνο που «κρατήθηκε» (από κάθε πλευρά με την δική της λογική: από Κυβέρνηση απόρριψη/ξορκισμός, από Αξιωματική Αντιπολίτευση αίσθηση δικαίωσης των δυσμενών διαγνώσεων, από ελάσσονα Αντιπολίτευση/ακραίο Κέντρο «εξ ημών το φως [...] λαμψάτω έμπροσθεν των ανθρώπων») ήταν το δυσοίωνο του σεναρίου. Εκείνο που, για μας, θ' άξιζε περισσότερο να προσεχθεί είναι ότι αυτή την φορά ο μηχανισμός στον οποίο γίνεται αναφορά – ο ESM με την ολοκληρωμένη διαδικασία στήριξης που αυτός διαλαμβάνει, με στοιχεία αυτοματισμού – είναι λιγότερο τραυματικός και συνεπάγεται λιγότερη αναστάτωση και απ' εκείνον του 2010/12 και απ' ό,τι ήταν διαθέσιμο το 2015/16. Α, ναι, και είναι διαθέσιμος όχι μόνο για στήριξη του Κράτους αλλά και για διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αν και εφόσον: κρατήστε το, αυτό, καθώς η Ισπανική εμπειρία αλλά και η Ιταλική εμπλοκή δείχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση.
Όμως, ειλικρινά, εκείνο που μας παραξένεψε το πόσο λίγο συζητήθηκε από την τοποθέτηση Σημίτη, είναι η έμφαση που έδωσε ο συλλογισμός του στο ανέφικτο των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, το 3,5+% μέχρι το 2022, το 2,2% μέχρι να μην υπάρχει αύριο.
Η ευθυγράμμιση του επιχειρήματος με εκείνο που έχουμε εδώ και καιρό ακούσει/διαβάσει από Γιάννη Στουρνάρα, από Νίκο Χριστοδουλάκη και τελευταίως από Κυριάκο Μητσοτάκη έχει το ενδιαφέρον της. Ακόμη περισσότερο όμως θα μετρούσε, κατά την άποψή μας, το ότι και η «Κιβωτός του Ευρωπαϊσμού» (έτσι λειτουργεί για την Ελλάδα του 2019 ο Κ. Σημίτης, όχι;) στοιχείται πίσω από την γραμμή του να διατίθεται μέρος του πλεονάσματος – το πάνω από 1-1,5% - σε επενδυτικούς σκοπούς. Αν είναι, δηλαδή, να ξεκολλήσει κάποτε η Ελληνική οικονομία! Αν, μάλιστα, προσέξει κανείς ότι ο Κ. Σημίτης ρητώς αναφέρεται σε επενδύσεις δημόσιες, κι αν περαιτέρω συσχετίσει με το κατατιθέμενο στο ίδιο «ΒΗΜΑ» σχέδιο/πρόταση Αλέκου Παπαδόπουλου για εθνικό πρόγραμμα 2020-2030, νομιμοποιείται κανείς να ανακαθίσει. Να ήταν εδώ η σπορά μιας – απαγορευμένη λέξη; - επαναδιαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους «εταίρους»; Εδώ θα επικεντρώναμε, και έτσι θα διαβάζαμε την άλλη επισήμανση Σημίτη, ότι δηλαδή τυχόν νέα προσφυγή στον ESM θα διελάμβανε νέες δεσμεύσεις οικονομικής πολιτικής για την Κυβέρνηση που θα χρειαστεί να την κουβαλήσει. (Δεν γίνεται να μην έχει σοκαριστεί ο ίδιος – όπως άλλωστε και ο Αλ. Παπαδόπουλος, για να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό – με την συγκινητική ομοψυχία Κυβέρνησης-Αξιωματικής Αντιπολίτευσης-ακραίου Κέντρου ως προς την πολιτική παροχών, την ινδαλματοποίηση των συντάξεων κοκ.).
Έτσι περνούμε σ' εκείνο που προαναγγίξαμε ως πρώτη προσμονή της χρονιάς. Αυτή είναι η υπεσχημένη/προεξαγγελλόμενη επίσκεψη Μέρκελ στην Αθήνα. Βέβαια ... πρώτα να την δούμε να επισυμβαίνει. Άμα η Ελλάδα του 2019 υποδεχθεί την Καγκελάριο «που κράτησε την χώρα στην Ευρωζώνη», θα ήταν ιδανικές οι συνθήκες για να ξεκινούσε -με την βάση βέβαια, ότι υπήρξε επιτυχής έξοδος της Ελληνικής οικονομίας από τα Μνημόνια – ένας de facto επαναπροσδιορισμός πολιτικής. Στην κατεύθυνση χαλάρωσης, σιγά-σιγά και με δεσμεύσεις, και στροφής προς την ανάπτυξη. Θεμελιωμένα και όχι διακηρυγμένα. Αντ' αυτού...
...Αντί αυτού, μάλλον θα έχουμε την δυσάρεστη αναφορά-με-τσακωμό γύρω από την (επαίσχυντη, κατάπτυστη κοκ) Συμφωνία των Πρεσπών, που αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα για τους Γερμανούς, συν την διαχείριση του προσφυγικού. Με τις άσοφες αιχμές περί συναλλαγής, αν μη «ξεπουλήματος» για τις συντάξεις κοκ. Σπατάλη, σπατάλη δυνάμεων. Τουλάχιστον... πορείες διαμαρτυρίας κατά Μέρκελ δεν αναμένονται.
Και έτσι φθάνουμε στο τρίτο βήμα, την προσδοκία. Την προσδοκία να υπάρξουν συνθήκες, στο πρώτο 3μηνο της χρονιάς, οι οποίες να επιτρέπουν μια μίνι-έξοδο στις αγορές. Με άγγιγμα ενός 4% σε απόδοση έκδοσης, ας πούμε, ενός ρηχού 5ετούς.
Σε όλα αυτά, από την Μήδεια, «Τα δ' υπερβάλλοντ' ουδένα καιρόν δύναται θνητοίς»/Η υπερβολή ουδόλως βοηθάει τους θνητούς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/1/2019.

Ετοιμάζοντας το άλμα στο 2019

Αναγνώστης της στήλης, τέλος χρονιάς που βρισκόμαστε/μέρες υποδοχής του 2019, μας ρωτούσε πώς και δεν σταθήκαμε τον τελευταίο καιρό στις προοπτικές έκδοσης ομολόγων της Ελλάδας, ως «απόδειξη» της επανόδου στην κανονικότητα. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι όλο και «κάτι» ζουζουνίζει γύρω από την θεματική αυτή: οι αποδόσεις των ομολόγων και η πρόσβαση ή μη στις αγορές κοντεύουν να γίνουν θέμα των πολιτικών αντιπαραθέσεων στην Βουλή και του καυγά στα τηλεπαράθυρα. Διστακτικά, ανταποκρινόμαστε:
Είναι πάντα παρακινδυνευμένο, να βγάζει κανείς συμπεράσματα – και μάλιστα να επιχειρεί προβολές σε έστω και κοντινό μέλλον – με βάση την κίνηση στις αγορές ομολόγων. Οι οποίες, ούτως ή άλλως, ενσωματώνουν περισσότερους παράγοντες απ' όσους συνήθως βλέπουμε να «αξιοποιούνται» από τους αναλυτές. (Και μάλιστα όταν πρόκειται για αγορές ρηχές και εύκολα επηρεάσιμες όπως εκείνες των Ελληνικών χαρτιών).
Όμως η – προσώρας – εκτόνωση της Ιταλικής κρίσης/αντιπαράθεσης με τις Βρυξέλλες, και η σχετικά γρήγορη αντανάκλαση στις αποδόσεις των Ιταλικών ομολόγων (τα 10ετή είχαν ξεπεράσει εκεί το 3,55% προ εβδομάδων ενώ ήδη «πέρασαν κάτω» από το 3%, γύρω στο 2,8% - με spread έναντι του γερμανικού Bund σχεδόν στα 250 bps, όταν είχαν βρεθεί και στα 310 bps) στρέφει όντως αναγκαστικά τα μάτια και στα Ελληνικά χαρτιά. Τα οποία, με μια σχετική διστακτικότητα, ακολούθησαν: πέρασαν τα 10ετή μας σε επίπεδα και κάτω από 4,3%, ενώ είχαν φθάσει και το 4,65%, με spread έναντι του Bund κάτω από 410 bps.Το κακότυχο 7ετές μας, που είχε εκδοθεί τον Φεβρουάριο στο 3,5%, αντλώντας 3 δις (εν μέρει από επενδυτές οι οποίοι διακρατούσαν τότε 10ετές που «έγραφε» 3,6% και πούλησαν προκειμένου να δοκιμάσουν το φρέσκο 7ετές...) ξαναγύρισε κάτω από το 4%, ενώ είχε κοντέψει μια στιγμή να πιάσει σε απόδοση ένα επικίνδυνο 4,40% - «τσουρουφλίζοντας» και εγκλωβίζοντας όσους το είχαν αποτολμήσει.
Ξαναλέμε ότι το να ψειρίζει κανείς τις αποδόσεις σε μια αγορά με περιορισμένο βάθος δεν είναι κάτι πολύ υπεύθυνο. Και ασφαλώς η πορεία που θα ακολουθήσει η διστακτική επάνοδος της Ελλάδας «στις αγορές, στις αγορές!» – όπως κοντεύει να γίνει το νέο πολιτικό σύνθημα – περιορισμένα μόνον εξαρτάται απ' αυτήν την όψη των πραγμάτων. Έναντι των κάπου 7 δις ευρώ που αναμένεται να σηκώσει η χώρα μέσα στο – προεκλογικό, σωστά; – 2019, κατά τον ΟΔΔΗΧ και την Rothschild, ανάλογο ποσό θα επιδιωχθεί να προκύψει από το πρωτογενές πλεόνασμα που χτίστηκε και προσδοκαται ότι θα συνεχίσει να χτίζεται. Ενώ, ροκανίζοντας το cash buffer (με πλήρη συναίνεση των δανειστών, σημειωτέον ), θα επισπευσθεί η εξόφληση του «ακριβού» δανεισμού από ΔΝΤ κατά 4 δις ευρώ για λήξεις μέχρι και 2020. Εδώ, θυμόμαστε κάτι: ότι η άντληση/draw-down από το cash buffer για εξόφληση χρέους προς ΔΝΤ (αλλά και προς την ΕΚΤ), έτσι όπως «σβήνει» οφειλές δεν αλλάζει την συνολική εικόνα του χρέους. Όμως μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης και αναπροσαρμόζει λήξεις.
Πάντως η συνολικότερη επιβάρυνση του κλίματος στις αγορές – η Ιταλία, που είχε συγκεντρώσει τους προβολείς, ή και η διατάραξη από το Brexit, αποτελεί μια μόνο πτυχή: η σταδιακή αλλαγή πλεύσης στο μέτωπο της ποσοτικής χαλάρωσης/ΕΚΤ (η περίοδος επανεπένδυσης δεν μας αφορά, αφού ο Μάριο Ντράγκι ούτε στην τελική ευθεία αγόρασε Ελληνικό χαρτί) αλλά και η έστω διστακτική κίνηση της FED στην σκακιέρα των επιτοκίων (παρά την αντίδραση Τραμπ, ο Τζερόμ Πάουελ έφτασε το βασικό επιτόκιο της Fed στο 2,5%. το Αμερικανικό 10ετές έχει εν τω μεταξύ απόδοση κάπου στο 2,5%) – ένα πάντως δείχνει: ότι η πίεση θα είναι βασικό παρακολούθημα στο ορατό μέλλον. Έτσι θα πορευόμαστε όλοι...
Ενώ λοιπόν ο ΟΔΔΗΧ θα οριστικοποιεί τους σχεδιασμούς για το ξεκίνημα του 2019, θα συνεχίζονται οι πιεστικές ερωτήσεις προς ΕΚΤ/SSM για το πότε θα αφεθούν οι Ελληνικές συστημικές τράπεζες να επενδύσουν περισσότερο σε εγχώριο χαρτί, πράγμα που θα διευκόλυνε αισθητά την πρώτη έξοδο στις αγορές. Η οποία, ούτως ή άλλως, μόνο «προ-κανονισμένη» θα επιχειρηθεί άμα όντως γίνει στο πρώτο δίμηνο του χρόνου. Επιπλέον, ενώ παλιότερα οι σχεδιασμοί επικεντρώνονταν στην έκδοση 10ετους, τώρα όλοι θα είναι ευτυχείς με ένα προσεκτικότερο 5ετές ως αρχική κίνηση.
Αν, λοιπόν – καταλήγουμε – θεωρεί κανείς ότι η συζήτηση γύρω από την επάνοδο «στις αγορές, στις αγορές!» είναι πρόσφορο θέμα για πολιτική συζήτηση, μάλλον λάθος κάνει. Αλλού/αλλιώς θα είναι το άλμα στο 2019, αν δεν είναι απλώς σούρσιμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 27/12/2018. 

Αντί Προϋπολογισμού, μια ματιά σε «μέλλον»

Κανονικά θα 'πρεπε τώρα, ημέρες Προϋπολογισμού (πέρασε με 154 έναντι 143, μετά από θυελλώδη άσχετη συζήτηση), να στεκόμαστε στο πώς θα καταλήξει η νέα αυτή φάση δικαστικού ακτιβισμού που διέλυσε το Δεύτερο Μνημόνιο (με πέντε χρόνια καθυστέρηση!). Κηρύσσοντας αντισυνταγματικές τις περικοπές δώρων Χριστουγέννων (μέρες που είναι..), Πάσχα και αδείας, επειδή έγιναν «μη- τεκμηριωμένα», δηλαδή χωρίς να εξετασθεί, «η ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών» αλλά και το αν οι εν λόγω περικοπές οδηγούν, αθροιζόμενες με προηγούμενες, σε «ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής κάτω του επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης». (Ποιων; Μα... των δημοσίων υπαλλήλων! Ποιών άλλων, νομίσατε;).
Αν τώρα η Ολομέλεια του ΣτΕ συμφωνήσει με το Τμήμα του και δεν επιβάλει κάποιου είδους «κόφτη», τότε οποιαδήποτε συζήτηση περί Προϋπολογισμού, περί πρωτογενών πλεονασμάτων κοκ χάνει κάθε νόημα.
Καλούμε λοιπόν τον αναγνώστη να κοιτάξει αλλού. Σε κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί «φορέας μέλλοντος»• μόνον που θα χρειαστεί αυτήν την φορά να διαβάσει αρκετά νούμερα: ποσοστά συμμετοχής και διαχρονικές μεταβολές και πολλαπλασιαστές και στόχους.
Πάμε λοιπόν: Ιούνιο του 2017, η νεόκοπη τότε «Ελληνική Παραγωγή: Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη» – είχε παρουσιάσει, μαζί με το ΙΟΒΕ, στοχευμένη μελέτη για τον ρόλο της μεταποίησης στην εφεξής πορεία της Ελληνικής οικονομίας, έτσι όπως αυτή βρισκόταν (και δεν έπαψε να βρίσκεται) σε αναζήτηση αληθινής επανεκκίνησης (γιατί το χλωμό 2 -2,5% δεν αρκεί). Φέτος λοιπόν το ΙΟΒΕ κατήρτισε πολύ πιο διεξοδική μελέτη «Προκλήσεις και προοπτικές του τομέα της μεταποίησης», σε αναζήτηση για «Στρατηγικές παρεμβάσεις για ανάπτυξη». Ώστε «να αντιμετωπισθούν τα μεγάλα εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα».
Να σημειωθεί ότι και η ίδια η ΕΕ στηρίζει εδώ και κάποια χρόνια την λογική μιας επαναβιομηχάνισης, ενώ η έμφαση επί δύο δεκαετίες είχε στραφεί στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς οι περιβαλλοντικές ευαισθησίες συμπίεζαν κάθε ιδέα στήριξης προς την μεταποίηση. Στην ΕΕ ο στόχος συμμετοχής της μεταποίησης βρίσκεται ήδη στο 20% του ΑΕΠ (με την διαμόρφωση, μάλιστα, και με την δημόσια στήριξη ολοκληρωμένης στρατηγικής, παράλληλα με εκείνην της μετάβασης στην ψηφιακή εποχή αλλά και στην «κυκλική οικονομία»...).
Σε εμάς, όπου επί χρόνια πολλά η ίδια αναφορά σε «βιομηχανική πολιτική» ήταν σχεδόν απαγορευμένη και είχε υποκατασταθεί - με επίνευση Βρυξελλών - από «οριζόντιες πολιτικές», όταν ξεκινούσε η κρίση, το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ βρισκόταν στο 9% (βέβαια... του τότε ΑΕΠ, που σήμερα έχει χαθεί κατά το 1/4). Στην συνέχεια προέκυψε υποχώρηση γύρω στο 8,5% - το κατώτατο, 8,1% ,παρατηρήθηκε το 2015 - ενώ το 2016/17 βρίσκεται πλέον στο 8,7%. Κατά καιρούς έχει ακουστεί ως στόχος της συμμετοχής της βιομηχανίας ένα 12% του ΑΕΠ έως το 2020, στόχος που μάλλον ήταν εξαρχής υπεραισιόδοξος• ενώ αναφερόταν και 15% σε μακρότερο, απροσδιόριστο για την ώρα ορίζοντα.
Άμα κανείς σταθεί - όπως είχε κάνει, διεξοδικά, η μελέτη του Ιουνίου 2017 - στο οικονομικό αποτύπωμα της συνεισφοράς της μεταποίησης στο σύνολο της οικονομίας, βρίσκει ότι ο πολλαπλασιαστής της σε μια σειρά από επίπεδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Έτσι, αν πάει κανείς απευθείας στο ΑΕΠ συναντά πολλαπλασιαστή 2,8 - που οδηγεί σε επίδραση επί του συνολικού ΑΕΠ 31%. Όσον αφορά την προστιθέμενη αξία, ο πολλαπλασιαστής είναι 2,7 αποδίδοντας 32% της συνολικής Π.Α. Σε επίπεδο απασχόλησης, πάλι, ο αντίστοιχος πολλαπλασιαστής είναι 3,5 – αποδίδοντας 30% του συνόλου της απασχόλησης: σε απόλυτα μεγέθη, αυτά είναι 1,2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας – 360 χιλιάδες σε άμεση, 459 χιλιάδες σε έμμεση και 429 χιλιάδες σε προκλητή απασχόληση. Παραδίπλα, στο καταγραφόμενο ως κοινωνικό προϊόν (δηλαδή σε μισθούς, φόρους, εισφορές, σχηματισμό παγίου κεφαλαίου), με πολλαπλασιαστή 3,0 η απόδοση της μεταποίησης είναι 27%. Τέλος, άμα στοχεύσει κανείς τις επενδύσεις, ο πολλαπλασιαστής σε επίπεδο σχηματισμού παγίου κεφαλαίου είναι 3,6 οπότε αποδίδει 26% του συνολικού αντίστοιχου μεγέθους στην Ελλάδα (μεγέθους που παραμένει επικίνδυνα λαβωμένο, ενώ όλοι συμφωνούν ότι «πρέπει» να φύγει μπροστά άμα είναι να υπάρξει ουσιαστική ανάπτυξη). Όταν μάλιστα οι εξαγωγές του κλάδου αυξάνουν με ρυθμό 5% τον χρόνο σ' όλο το διάστημα 2009-17 (στα τρόφιμα και τα βασικά μέταλλα, μάλιστα, η τελευταία τριετία έδωσε +26%), τότε ένα «ποντάρισμα» στην μεταποίηση φαίνεται περισσότερο παρά λογικό.
Μόνο που - όπως παρατηρούσε ο Μιχάλης Στασινόπουλος , ως «Ελληνική Παραγωγή» - θα 'πρεπε ο κλάδος «να αποτελέσει έμπρακτα, και όχι απλώς διακηρυκτικά, εθνική προτεραιότητα». Και, το κυριότερο , «να βρίσκει συνομιλητές»...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 21/12/2018. 

Υποκατηγορίες

  • Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας


    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο.


     

    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο. Όμως, έτσι, όπως επενδύθηκαν - με πολύ σώου, με πληθωρικές δηλώσεις, με πενιχρό πολιτικό περιεχόμενο πλην της διάθεσης κόντρας και τα κάποια στοιχεία αναδίπλωσης - οι ημέρες μετά το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών περιπλανήσεων Τσίπρα και (κυρίως!) Βαρουφάκη, αληθινά θυμίζουν το Se hace camino al andar/ Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας.
    Έτσι, με αναζήτηση ενός κάποιου περιεχομένου για την πληθωρική φόρμα, φθάσαμε στις Προγραμματικές Δηλώσεις, που κινδυνεύουν να είναι το πιο αστραπιαία μεταφραζόμενο κείμενο στην διεθνή σκηνή! Με το καημένο το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" να επιχειρείται να αποκτήσει αποτύπωση που και τους "έξω" να μην συνταράξει περισσότερο, κι εμάς τους "μέσα" να κρατήσει σε ενθουσιασμό.
    Ενώ όμως φαίνεται ότι τελικά θα καταλήξουμε και με Φόρο Επιδεικτικής Κατανάλωσης (αντί του πεζού Φόρου Πολυτελείας: ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δάκρυζε, βλέποντας υλοποίηση Thorstein Verblen) και με Ταμείο Εθνικού Πλούτου (αντί για ΤΑΙΠΕΔ: σοφή η ιδέα να συνδυαστεί η εκποίηση/αξιοποίηση με την υπόσχεση για διάσωση του Ασφαλιστικού), συν μια καμπάνια κατά των ολιγαρχών και της ("μεγάλης") φοροδιαφυγής, τα διαβολεμένα τα νούμερα δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στο EuroWorkingGroup η εξήγηση ήταν... οι Προγραμματικές που δεν είχαν αναγνωσθεί! Στο δίδυμο Eurogroup της 11ης/16ης Φεβρουαρίου, το ζήτημα κινδυνεύει να είναι σαφώς πιο δυσάρεστο (η Κορυφή της 12ης είναι ούτως ή άλλως "πολιτική"). Στην σταθερή πίεση των "εταίρων" για νούμερα, για ποσοτικοποίηση των πολιτικών όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και πειστική, η Ελληνική στάση είναι Βαρουφακική: "Give us time and give us space". Που στην πραγματικότητα έχει την ακόλουθη απόδοση: "Δώστε μας χρόνο να σκεφθούμε τι θέλουμε/Δώστε μας περιθώρια μέχρις ότου εσείς (οι "εταίροι") σκεφθείτε τι θα μπορούσατε να δώσετε/πού και πώς θα μπορούσατε να χαλαρώσετε ένα κακοσχεδιασμένο και εκ του αποτελέσματος αποτυχημένο Πρόγραμμα, στο οποίο εμείς ζούμε και πνιγόμαστε (και το βλέπετε) εδώ και 5 χρόνια".
    Στην πιεστική απαίτηση των "εταίρων" για νούμερα, για στοιχεία , η Ελληνική πλευρά αντιπαρατάσσει ενδιαφέρουσες διαβεβαιώσεις, όπως για δημοσιονομική ισορροπία, ή πάλι για (ήπιο) πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρόβλημα πού είναι; Έρχεται η δική μας διαβεβαίωση, π.χ. του τύπου: "Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα διαρρυθμιστεί χρονικά, αλλά δεν έχει και δημοσιονομική επίπτωση, άσε που θα σημάνει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, άρα... μείωση των απαιτήσεων του Ασφαλιστικού από τον Προϋπολογισμό". Η άλλη πλευρά σπεύδει να παρατηρήσει: "Ωραία, όμως έχετε υπολογίσει πόσο η αύξηση κατωτάτων θα σημάνει σε αύξηση π.χ. του επιδόματος ανεργίας; Και πόσο στα επιδόματα μητρότητας; Πόσο και πώς θα "περάσει" στον υπολογισμό των συντάξεων; Α, ναι, και με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, πώς την βλέπετε την εισπραξιμότητα;"
    Αυτού του είδους την προσέγγιση, πάτε την τώρα και απλώστε την σ' όλο το φάσμα των Προγραμματικών όπως θα μεταφράζονται σε Πρόγραμμα - όχι πλέον "Θεσσαλονίκης", αλλά "ηπίως ψαλιδισμένο" ώστε να φαντάζει συμβατό με μια συζήτηση Eurogroup...
    Ή δείτε πάλι, την προσέγγιση να ζητηθεί η συμβολική αντικατάσταση της Τρόικας - η οποία και μισήθηκε, αλλά και απέτυχε ως "ελεγκτής" - με κάτι "άλλο". Σαν στοιχείο αυτού του "άλλου" κάποια στιγμή συζητήθηκε (όχι δε μόνον στην Αθήνα) και ο ΟΟΣΑ. Τον οποίο, βέβαια, γνώρισε πρόσφατα η ελληνική κοινή γνώμη ως εμπνευστή του διαβόητου toolkit/της εργαλειοθήκης: έκανε περισσότερο κακό η συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, έτσι όπως έγινε, παρά ο,τιδήποτε άλλο στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
    Ο ΟΟΣΑ, οργανισμός με εγγενώς διακρατική υφή, ενώ έχει και γνώση και λόγο - και δεν διστάζει να εκφραστεί με σαφήνεια και ένταση - δεν έχει συσχετισθεί με την γεύση επιβολής του ΔΝΤ και των Βρυξελλών. Εχει δε πρόσφατα "γνωρίσει" (με αφορμή το toolkit) την Ελληνική πραγματικότητα απο κοντά, έχει παίξει ρόλο υποβοήθησης των συνεννοήσεων ο Γενικός Διευθυντής του Ανχελ Γκουρία, που θάναι (στις 11 Φεβρουαρίου, κι αυτός!) στην Αθήνα.
    Όμως , με εμάς να αναζητούμε τον όποιο δρόμο περπατώντας, χρειάζεται παρόμοιες τομές να τις προωθήσει η "άλλη πλευρά". Καθώς και να παρατείνει (με δική της πρωτοβουλία;) τον χρόνο που τελειώνει.
    Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

     

    Το κείμενο του Α.Δ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ  δημοσιεύτηκε στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 9.2.2015

    Καταμέτρηση Άρθρων:
    0