Τρίτη, 24 Σεπτέμβριος 2019

Από τον χώρο των ακινήτων/κατασκευών

Δύο είναι τα βασικά μέτωπα στην πρώτη γραμμή της συζήτησης για τις δυνατότητες μιας σοβαρότερης επανεκκίνησης της Ελληνικής οικονομίας στην μεταΜνημονιακή εποχή. Το ένα μέτωπο είναι εκείνο των επενδύσεων, της αντιστροφής της επικίνδυνης φάσης αποεπένδυσης που έφερε η κρίση. Η οικονομία μπορεί μεν να καταγράφει 9 διαδοχικά τρίμηνα με θετικό πρόσημο. πλην όμως... με 10 χαμένα χρόνια, ρυθμοί 1-2% είναι σούρσιμο. Το δεύτερο μέτωπο είναι εκείνο των κόκκινων δανείων, που τους τελευταίους μήνες – προεκλογικούς μήνες, όπως και να το κάνουμε! – έμενε ευγενικά παγωμένο, με τις προτάσεις ΤΧΣ και Στουρνάρα να έχουν μεν λάβει ένα χαλαρό ΟΚ από Βρυξέλλες αλλά να αναμένουν ουσιαστική επίσπευση/υλοποίηση.
Υπάρχει όμως ένα σημείο, ένας κοινός γεωμετρικός τόπος όπου οι δυο αυτές σημαντικές συζητήσεις – οι οποίες, αναμενόμενο, βρέθηκαν ως κεντρικό/προβεβλημένο πεδίο στα προγράμματα των δυο βασικών διεκδικητών της εξουσίας – έρχονται και συναντιώνται. Πρόκειται για τα ακίνητα/για τον τομέα των κατασκευών.
Όπου, για να δώσουμε δυο «εύκολα» όσο και δυσάρεστα στοιχεία (που όμως, αντιστρεφόμενα, μπορούν να αναδειχθούν σε ελπιδοφόρα) οι επενδύσεις σε κατασκευαστικά έργα είχαν υποχωρήσει το 2017 στο ¼ του επιπέδου που βρίσκονταν το 2007 (στα 9,6 δις ευρώ έναντι 34,1 δις: ζαλιστικό). και αντιπροσωπεύουν μόλις 5,3% του ΑΕΠ έναντι 10% μέσου όρου ΕΕ, 8% στην Ιταλία και Πορτογαλία, 8,9% στην Βουλγαρία, 9,3% στην Κύπρο. Την ίδια στιγμή, η οικοδομική δραστηριότητα στην Ελλάδα συμβάδισε την τελευταία 15ετία στενά με το ύψος και την διαθεσιμότητα της τραπεζικής χρηματοδότησης (μέσω στεγαστικών αλλά και επισκευαστικών δανείων) και τούτο τόσο στην εκρηκτική άνοδο του 2003-2007, όσο και στην καταβύθιση από το 2008 κι ακόμη περισσότερο από το 2012 και μετά. Το μερίδιο μη-εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων από κάπου 8% του συνόλου το 2009 εκτοξεύθηκε στο 26% το 2013, για να βρεθεί στο 44,3% το 2018. Τα τελευταία 3-4 χρόνια, το απόθεμα μη-εξυπηρετούμενων δανείων (προ προβλέψεων) κινείται γύρω στα 27,5 δις ευρώ: βαρίδι, όπως και να το δει κανείς!
Ενδιάμεσο συμπέρασμα: με δεδομένο και τον υψηλό πολλαπλασιαστή των κατασκευών – για κάθε ευρώ στις κατασκευές, κερδίζεται 1,8 ευρώ σε πρόσθετο ΑΕΠ (ενώ ο Προϋπολογισμός ενθυλακώνει 0,4 ευρώ – όσο κι αν, ιδίως στις επισκευές, πολύ μεγάλο ποσοστό του τζίρου γίνεται «γκρίζο», όμως και πάλι δεν λείπει από τον πολλαπλασιαστή στο επόμενο βήμα), μια ανάκαμψη στην κατασκευαστική δραστηριότητα θα μπορούσε /θάπρεπε να ξαναδιεκδικήσει ρόλο «οδηγού». Ενώ ένα εκτεταμένο ξεκοκκίνισμα στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, από μια άνοδο των αξιών των ακινήτων – που ήδη δείχνει και καταγράφεται, έστω και αργά-αργά – , θα μπορούσε να αλλάξει άρδην το τραπεζικό σκηνικό.
Δανειστήκαμε τα στοιχεία αυτά από την πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ «Αναπτυξιακές προοπτικές των κατασκευών στην Ελλάδα», η οποία λειτουργεί ως θησαυρός όχι μόνο στοιχείων και επεξεργασιών αλλά και ως πηγή προτάσεων για το πού θα μπορούσε να πάει, τώρα, μια συγκροτημένη προσπάθεια αναθέρμανσης της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Η αλήθεια είναι πως ορισμένα από τα στοιχεία αυτών των προτάσεων, τα βρήκαμε και στα προγράμματα/στις προθέσεις των κομμάτων. Τους λείπει το στοιχείο του συγκροτημένου: ένας τομέας που έχασε 61% της προστιθέμενης αξίας που συνεισέφερε στην οικονομία μέσα σε μια 10ετία, πέφτοντας από το 10% του ΑΕΠ σε περίπου 5%, χρειάζεται πολύ περισσότερο από αποσπασματικές προθέσεις.
Άμα δει κανείς τις προτεινόμενες παρεμβάσεις ΙΟΒΕ, θα καταγράψει ασφαλώς το αίτημα για ολοκλήρωση των εκκρεμών δημοσίων έργων. για επαναφορά του ΠΔΕ. για νέες διαδικασίες προκήρυξης και ανάθεσης έργων. για δοκιμή των unsolicited/αυτόκλητων προτάσεων για έργα. για ειλικρινή στροφή στα ΣΔΙΤ. Προτάσσουμε ωστόσο τις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα. Πολύτιμη θα ήταν η ενίσχυση, κυρίως με την άρση των διάχυτων αντικινήτρων παρά μέσω επιδοτήσεων, της ήδη εκφρασμένης ροπής προς ανακαίνιση και ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και κτιρίων γραφείων. Με περισσότερο από 50% του κτιριακού αποθέματος να έχει χτιστεί πριν το 1980, ενώ μόλις το 16% μετά το 2000, πεδίον δόξης λαμπρόν εδώ! Πέραν τούτου, στο ναρκοπέδιο της φορολογίας η μείωση του ΦΠΑ στις νέες οικοδομές που σήμερα αποδίδει μόλις 13 εκατ. ευρώ/έτος, κυρίως όμως η κατάργηση του «συμπληρωματικού φόρου» (γνωστού και ως double-jeopardy ΕΝΦΙΑ) θα μπορούσε να λειτουργήσουν άμεσα. Θετικά. Η εκτίμηση Νίκου Βέττα για το δεύτερο αυτό μέτωπο, είναι ότι το κόστος του που φθάνει τα 350 εκατ. ευρώ, σύντομα θα αντισταθμιζόταν από την πρόσθετη δραστηριότητα και από την αύξηση τιμών των ακινήτων («θα πληρώσει τον εαυτό του»).

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 28/6/2019. 

Όταν ο ΣΕΒ επανατοποθετείται

Πάντα έχει το ενδιαφέρον της η διοργάνωση της δημόσιας παρουσίας του ΣΕΒ, με αφορμή την ετήσια Γενική Συνέλευσή του. Γιατί άλλοτε πιο έμμεσα, άλλοτε πιο στοχευμένα λειτουργεί ως ένας δείκτης τόσο των εκτιμήσεων της επιχειρηματικής κοινότητας για την πορεία και τις προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας, όσο και της τοποθέτησής της απέναντι στην κρατική εξουσία. Ως προς την πρώτη παρατήρηση - του τι δηλαδή αντιπροσωπεύει ο ΣΕΒ – ας μην ξεχνούμε το πώς μετεξελίχθηκε από Σύνδεσμο Ελλήνων Βιομηχάνων σε Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών και αργότερα σε Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών.
Ως προς την δεύτερη, ας μην παραβλέπεται η σκηνοθεσία: στην πρωινή/κλειστή συνεδρίαση παραδοσιακά τοποθετείται ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, φέτος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ στην απογευματινή συνεδρίαση τον λόγο, επίσης παραδοσιακά, λαμβάνει ο Πρωθυπουργός, όπου φέτος ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγοντας να αντιπροσωπευθεί από τον Αντιπρόεδρο, και πιο χαμηλότονο, Γιάννη Δραγασάκη έκανε πολλούς να παρατηρήσουν την διαφορά από, ας πούμε, το 2014. Τότε που ο Αλέξης Τσίπρας (τότε επερχόμενος, έναντι του απερχόμενου ήδη - απεδείχθη - Αντώνη Σαμαρά) είχε μεν παραστεί ως αρχηγός της Αντιπολίτευσης στην πρωινή συνεδρίαση αλλά... είχε συγκεντρώσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και από τον τότε Πρωθυπουργό.
Προσπαθώντας ακριβώς να χτίσει μιαν εικόνα επόμενης μέρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην φετεινή Γενική Συνέλευση του ΣΕ (που είχε επιλέξει το σύνθημα #ElladaAllios, με λογική «Το αύριο σήμερα») ζήτησε από τους Έλληνες επιχειρηματίες «να δείξουν στους ξένους ότι πρώτοι αυτοί εμπιστεύονται την χώρα τους». Υποσχόμενος μείωση φόρων και εισφορών και ενίσχυση της ρευστότητας κάλεσε «να επενδύσετε στην χώρα, να πληρώνετε τους φόρους, να προστατεύετε το περιβάλλον, να είστε δίπλα στους εργαζόμενους». Αργότερα την ίδια μέρα, ο Γιάννης Δραγασάκης (απευθυνόμενος από μέρους του Πρωθυπουργού) μίλησε για ένα «δρόμο που δεν αναζητά τις εύκολες λύσεις που όμως συσσωρεύουν βάρη για το μέλλον, αλλά βιώσιμες λύσεις, διατηρήσιμα αποτελέσματα» Αποδέχθηκε την ύπαρξη υπερφορολόγησης, αλλά «για όσους πράγματι πληρώνουν φόρους», ενώ οι φοροελαφρύνσεις πρέπει να είναι στοχευμένες, με λογική δικαιοσύνης και βιώσιμης ανάπτυξης.
Όμως η φετεινή διοργάνωση είχε και μιαν άλλη διαφοροποίηση, που ενώ δείχνει εσωτερική/διαρθρωτική αξίζει να προσεχθεί. Είναι η αλλαγή αυτή η μετάβαση από 20μελές ΔΣ σε 25μελες – με την προσθήκη Περιφερειακών Συνδέσμων και Εξαγωγικού φορέα και με δημιουργία αντίστοιχων συμβουλευτικών οργάνων Βιομηχανίας, Εξαγωγών και Περιφερειακών/Τοπικών. Κι αν αυτή η διαρθρωτική πρωτοβουλία δείχνει μια τάση να αντισταθμιστεί η 3χρονη ήδη πορεία της «Ελληνικής Παραγωγής» - η οποία ακριβώς την επαναφορά έμφασης στην βιομηχανία/μεταποίηση είχε στο επίκεντρο της, αλλά και τους Περιφερειακούς Συνδέσμους κινητοποίησε – καθώς και η ανάδυση σε ρόλο θεσμοθετημένου κοινωνικού εταίρου του ΣΒΒΕ/Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδας, παραξενεύει κάπως το ότι από νέο άνοιγμα του ΣΕΒ «λείπει» μια άλλη πρωτοβουλία. Η οποία είχε μάλιστα ξεκινήσει δυναμικά πριν κάποιους μήνες δημιουργώντας αρκετές προσδοκίες: πρόκειται για την διαμόρφωση, μέσα στον Σύνδεσμο, δομών που έδιναν φωνή και ρόλο στις ΜΜΕ, τις πάντα σημαντικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Όσοι παρακολουθούν διαχρονικά τις φάσεις μετεξέλιξης του ΣΕΒ από αρκετά κλειστή «σχεδόν λέσχη» σε εργαλείο επεξήγησης και προβολής των θέσεων του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας - στοίχημα που από μόνο του έχει πολιτική λειτουργία - και εν συνεχεία σε πλατφόρμα συνδιαμόρφωσης εκείνου που (και λόγω ΕΕ) μάθαμε ως δράση των «κοινωνικών εταίρων», βλέπουν με προσεκτικό τρόπο τις μεταβολές κλίματος. Από την εποχή Θόδωρου Παπαλεξόπουλου, όταν έγινε η «υποδοχή» της διαρθρωτικής αλλαγής που έφερε η εποχή του ΠΑΣΟΚ α' περιόδου ή την προσπάθεια ανοίγματος επί Στέλιου Αργυρού, μέχρι τις πολιτικότερες φάσεις - διαδοχικά - Οδυσσέα Κυριακόπουλου, Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Θόδωρου Φέσσα (με τους δυο τελευταίους να έχουν «σηκώσει» τα χρόνια κρίσης/Μνημονίων) οι προσαρμογές, οι μεταλλάξεις, οι επανατοποθετήσεις του ΣΕΒ έπαιξαν άλλοτε τον ρόλο προάγγελλου επερχόμενων (πάλιν η έννοια...) εξελίξεων και άλλοτε προσπάθειας ανάσχεσης των επιλογών.
Καθώς αν σταθεί κανείς στις δημοσκοπικές αλλά και προγραμματικές προαναγγελίες ενόψει της κάλπης της 7ης Ιουλίου διαπιστώνει ότι «κάτι κινείται» θεωρούμε ότι τις παραπάνω διαρθρωτικές/οργανωτικές κινήσεις του Συνδέσμου χρήσιμο θα ήταν να τις δει κανείς (και) με το φόντο μιας συζήτησης περί «αξιών και αξίων» σε λογική «Το αύριο σήμερα» και #ElladaAllios που πήγε να ανοίξει. Αναφερόμαστε την επιλογή να στηρίξει ο ΣΕΒ την ανοιχτή/δημόσια συνεδρίασή του σε μια ανάδειξη περιπτώσεων επιτυχίας/best practices. Και μάλιστα τόσο από τον κυρίως επιχειρηματικό χώρο όσο και από την κοινωνία των πολιτών (έμμεση απονομή τιμής στα χρόνια Παπαλεξόπουλου, θα λέγαμε). Διάθεση επανατοποθέτησης;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/6/2019. 

Η νέα περιπέτεια

Τρεις παράλληλες εξελίξεις δημιουργούν, σε απόσταση αναπνοής από τις κάλπες της 7ης Ιουλίου, τις συνθήκες για μια νέα περιπέτεια της Ελληνικής οικονομίας.
Η πρώτη είναι η επαναβεβαίωση – από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ – του ότι η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας παραμένει απογοητευτική. Η «Ναυτεμπορική» της 4/6 ευγενικά την κατέγραφε ως ευρισκόμενη «σε χαμηλή πτήση», έχουμε όμως τον πειρασμό να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση που καταγράφει το α΄3μηνο του 2019 ως σούρσιμο. Aσφαλώς δεν πρέπει να αγνοήσουμε το ότι το +1,3% σε σχέση με το ίδιο περυσινό διάστημα προσθέτει ένα ακόμη 3μηνο με ανοδική καταγραφή, όμως αυτή η δυναμική ούτε στόχους 2,2-2,3% για το σύνολο της χρονιάς (αναλόγως αν πιστεύει κανείς τις προβλέψεις Βρυξελλών ή Αθηνών) επιβεβαιώνει, ούτε όμως και ως αξιόπιστη βάση για τα πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ λειτουργεί.
Περισσότερο κι από την σύγκριση με την δυναμική που είχε καταγραφεί πέρσι, και που δείχνει να εξαντλείται, θα σημειώναμε ως πεδίο ανησυχίας το ότι η καταναλωτική δαπάνη – η οποία, μας αρέσει/δεν μας αρέσει, είναι εκείνη που «φέρει» ακόμη και μετά την διόρθωση της κρίσης την Ελληνική οικονομία - έμεινε αναιμική. Ενώ υποτίθεται ότι οι επιδοματικού τύπου ενέσεις στο τέλος της χρονιάς θα τροφοδοτούσαν την κατανάλωση (το ίδιο υποτίθεται ότι θα συνέβαινε τώρα με την εαρινή «13 σύνταξη»), η συνολική καταναλωτική δαπάνη στο ξεκίνημα το 2019 πήγε ελαφρώς πίσω. Η αλήθεια είναι ότι αποθερμαντικά λειτούργησε η συμπίεση της δημόσιας δαπάνης προκειμένου να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος (προεκλογικά), όμως η τελική ισορροπία «βγήκε» άνευρη. Η ενάρετη εικόνα των επενδύσεων με ένα σχεδόν +8%, ιδίως συγκρινόμενη με την περσινή υποχώρηση α' 3μήνου – βέβαια, το παιχνίδι με τα πλοία/μέσα μεταφοράς κάθε φορά αλλοιώνει την εξίσωση – δεν αρκεί για να στηρίξει αισιοδοξία σε νέα βάση. Ούτε όμως και στο μέτωπο των εξαγωγών (συνολικά +4%,αλλά με τις εμπορευματικές πολύ χαλαρές) μπορεί να φορτωθεί αρκετή αισιοδοξία για την συνέχεια, έτσι όπως δείχνει ο ορίζοντας στην ΕΕ απ' όπου εξαρτάται η εξαγωγική μας πορεία.
Άμα κρατήσουμε, λοιπόν, αυτή την σκιά που εγκαθίσταται σε επίπεδο προβλέψεων για την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας, η δεύτερη εξέλιξη που θα δούμε να ξεδιπλώνεται όλες αυτές τις ημέρες όσο η προσοχή θα μονοπωλείται από τον προεκλογικό λόγο, νομιμοποιείται να δημιουργήσει ανησυχία. Σε τι αναφερόμαστε; Στο ότι έρχονται να προστεθούν τώρα οι απόψεις των «έξω» για τις προοπτικές της οικονομίας ξεκινώντας από την τρίτη αξιολόγηση της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης: μετά από μια κάποια ανάσχεση των επισημάνσεων και σχολίων λόγω προεκλογικής επιφυλακτικότητας από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής/ «Θεσμών» οι τοποθετήσεις των «έξω» θα συσσωρεύονται . Έχει και το ΔΝΤ την σειρά του μετά την Επιτροπή, ενώ η συνολική αξιολόγηση της μεταΜνημονιακής πορείας (που έχει ανατεθεί στο παλιό μας γνώριμο Χοακίν Αλμούνια, με ομάδα του ESM όμως) ξαναρχίζει μια γνώριμη διαδρομή.
Οι αναφορές που θα ξεδιπλώνονται γύρω από τα μέτωπα όπου καταγράφεται καθυστέρηση ή/και υπάρχουν αντιρρήσεις – πορεία «ξε-κοκκινίσματος» του χαρτοφυλακίου των τραπεζών, ανάσχεση στις ιδιωτικοποιήσεις, «κουλτούρα πληρωμών» με τις δίδυμες 120 δόσεις – είναι εν πολλοίς αναμενόμενες. Όμως άμα η διαφαινόμενη υπο-απόδοση της οικονομίας φανεί ότι υπονομεύει και την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων/τα υπεσχημένα πλεονάσματα, και τούτο την ίδια στιγμή που τα μέτρα προεκλογικών παροχών (τα οποία, σημειωτέον, έχουν δηλωθεί ως μόνιμου χαρακτήρα) «τρέφονται» από υπερπλεονάσματα χθεσινά και αυριανά, τότε η αποδοχή/στήριξη που υπήρχε τους τελευταίους μήνες σε επίπεδο Eurogroup δεν θα αργήσει να μεταστραφεί. Είχε αυτό ήδη διαφανεί σε επίπεδο Κλάους Ρέγκλινγκ και – χωριστά – ESM , τώρα θα βαρύνει κι άλλο το κλίμα.
Εδώ, όμως, χρειάζεται πρόσθετη προσοχή σε κάτι που η προεκλογική+προεκλογική βουή με τις αλληλοκαταγγείες των διεκδικητών της εξουσίας συνήθως μας το κρύβει. Οι τοποθετήσεις, οι αξιολογήσεις, οι υποδείξεις, ακόμη-ακόμη οι ήπιες απειλές των «εταίρων» δεν – ΔΕΝ – αφορούν την Κυβέρνηση της στιγμής. Αφορούν την Ελληνική Δημοκρατία, την οικονομία στο σύνολό της, την αυριανή διαχείριση.
Και εδώ μπαίνει στην μέση η τρίτη εξέλιξη. Η κίνηση της Κυβέρνησης να φέρει στην εκπνοή της θητείας της Βουλής, εντελώς «στο νήμα» και με τροπολογία, την μη-μείωση του αφορολόγητου (από 1/1/2020), με δημοσιονομικό κόστος από χέρι 1% του ΑΕΠ, θα δημιουργήσει με τους «έξω» νέο διαπραγματευτικό αδιέξοδο, ΚΙΝΑΛ και Ν.Δ. είχαν προ-καταθέσει δικές τους προτάσεις στην ίδια κατεύθυνση. Όπως είχαν ψηφίσει – με διαμαρτυρίες ασφαλώς – και τις 120 δόσεις και την «13η σύνταξη». Η συνέχεια επί της οθόνης. (Υπάρχει και ο νομοθετημένος «κόφτης» άλλωστε).

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 7/6/2019. 

Πού βρισκόμαστε;

Η προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, αναγκαστικά μετά τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών (βασικά την σχεδόν διψήφια διαφορά ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ) αλλά και το κλίμα στις Περιφερειακές/Δημοτικές, φέρνει τα πράγματα σε - νέα - φάση αναμονής.
Αν σταθεί κανείς στην ανταπόκριση των αγορών, θετικής αναμονής: η άμεση υποχώρηση των αποδόσεων του Ελληνικού χαρτιού - μέχρι και κάτω από 3% βρέθηκε το 10ετές, αφού με την αναγγελία των πρόσφατων μέτρων χαλάρωσης είχε κινηθεί ανοδικά από την περιοχή του 3,30% σε έως 3,58% , ύστερα είχε υποχωρήσει πάλι προ Ευρωεκλογών στο 3,4%. το 5ετές , πάλι, κινήθηκε σε απόδοση γύρω από το 2% - αλλά και στην ζωηράδα του ξέπνοου Χρηματιστηρίου. Μπορεί τις προηγούμενες φορές η ερμηνεία ότι παρόμοιες εξελίξεις ανάγονται στην προσδοκία πολιτικής αλλαγής - δηλαδή επέλευσης της Ν.Δ. στην εξουσία - να ακούγονταν σαν προσευχή των αγγέλων προς τα άστρα. Αυτή την φορά, όμως, το πράγμα προκύπτει αυταπόδεικτα. Αναμένεται - πάντα αυτό ισχύει προκειμένου περί αγορών! - η συνέχεια.
Καθώς όμως η πορεία προς τις εθνικές κάλπες θα καταναλώσει κάποιες 5 εβδομάδες, κι ο χρόνος καίτοι τεχνικά περιορισμένος θα μετρήσει πολιτικά πολύ, έχει χρησιμότητα να κάνει κανείς δυο βήματα πίσω, να δει πού αληθινά/μακροπρόθεσμα βρίσκεται η Ελληνική οικονομία στην στροφή αυτή των πραγμάτων. Πάμε λίγο στην πιο μακρινή ματιά. Δανειζόμαστε από παρουσίαση του ΙΟΒΕ μερικά θεμελιώδη στοιχεία (η παρουσίαση αφορούσε την φαρμακευτική/υγειονομική αγορά στην Ελλάδα, όμως ξεκινούσε με μια πολύτιμη γενική εικόνα.
Λοιπόν: η σωρευτική απώλεια ΑΕΠ της Ελλάδας στην δεκαετία 2007-2016 ήταν 26,4%. Από κει και πέρα, η Ελλάδα, που με δείκτη 100 το 2007 βρέθηκε στο 73,6 το 2016, πέρασε στο 76,2 το 2018 (εκτίμηση) και θα είναι στο 79,6 το 2020 (πρόβλεψη). Στην ίδια περίοδο, η διόρθωση στις «Νότιες χώρες ΕΕ» από 100 το 2007 είχε περάσει σε 96,0 το 2016, σε 99,7 το 2018 και αναμένεται να είναι στο 102,0 το 2020 [Για το σύνολο ΕΕ-28, το 100 του 2007 ήταν 106,0 το 2016 ενώ 110,6 το 2018 και αναμένεται στο 114,2 το 2020). Η στενάχωρη αυτή κοινωνικά - αλλά και επικίνδυνη διαρθρωτικά - εικόνα ακολουθείται από ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα που μετρήθηκε στο 25% το 2013, έπεσε στο 19,6% το 2017 και προσδοκάται να είναι στο 16,9% το 2020. Στις Νότιες χώρες ΕΕ αντίστοιχα καταγράφεται 17,8%, 11,9% και 10,5%. Στο σύνολο της ΕΕ-28 έχουμε 10,5%, 6,9%, 6,3%. Σκιά των δύο παραπάνω εξελίξεων είναι ο δείκτης φτώχειας, που στην Ελλάδα βρέθηκε το 2013 στο 35,7%, το 2017 στο 34,8%. στις Νότιες χώρες ήταν αντίστοιχα στο 28,4% και στο 27,3%.
Άλλο στοιχείο βάθους αποτελεί η επιδείνωση του ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων, που από 97.000 άτομα/έτος την δεκαετία του ΄60 έχει βουλιάξει κυριολεκτικά στα -36.000 άτομα/έτος το 2017, κινούμενη δηλαδή σε αρνητικό. έδαφος ήδη από το 2011 αλλά με σταθερή επιδείνωση. Αυτό δίνει σταθερή μείωση του πληθυσμού σε ορίζοντα 2030, καταβύθιση σε ορίζοντα 2050. Η αντίστοιχη αύξηση του μεριδίου των ατόμων άνω των 65 ετών (εδώ η Ελλάδα προπορεύεται αισθητά της ΕΕ-28...) οδηγεί σε «δείκτη εξάρτησης» 53% στην Ελλάδα: για κάθε δυο άτομα ενεργού πληθυσμού, αντιστοιχεί ένα άτομο ανενεργού πληθυσμού – κι αν τα στοιχεία είναι σήμερα οριακά καλύτερα στην Ελλάδα απ' ό,τι στις Νότιες χώρες και την ΕΕ-28, σε ορίζοντα 2040/2050 τα πράγματα επιδεινώνονται. Βλέπετε, το προσδόκιμο επιβίωσης σ' εμάς από 72 έτη το 1960 βρέθηκε στα 81,5 το 2016, ενώ από 68 το 1960 σε 80,8 το 2016 στις χώρες ΟΟΣΑ...
Εύλογα θα διερωτηθεί ο αναγνώστης τι μας έπιασε και περάσαμε – σ' αυτό το σημείωμα - από τα εντελώς βραχυπρόθεσμα (τις αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων) στα όλο και πιο μακροπρόθεσμα (τις προοπτικές ανάπτυξης, αλλά και πληθυσμιακής εξέλιξης σε βάθος χρόνου). Βλέπετε, στις πυκνές εβδομάδες προεκλογικής αντιπαράθεσης που μας έρχονται, η παρεξήγηση ελλοχεύει: παράδειγμα η νέα κόντρα περί την διατύπωση Γιάννη Στουρνάρα, ότι ο Προϋπολογισμός δύσκολα θα κουβαλήσει το συνταξιοδοτικό σε βάθος χρόνου – όθεν η ανάγκη σοβαρής αντιμετώπισης του συστήματος 3 πυλώνων. Δεν βράδυνε να εκδηλωθεί η συνήθης καταγγελία «Ασφαλιστικού Πινοσέτ» και τα σχετικά...
Όσο λοιπόν θα ξετυλίγεται η προεκλογική καμπάνια αγκαλιά με το εντελώς βραχυπρόθεσμο, τόσο τα στοιχεία βάθους του «πού βρισκόμαστε;» θα 'πρεπε να μην χαθούν. Δύσκολο.
Πάντως , αφού έχουμε 10ετές με απόδοση 3% και 5ετές στο 2%, γιατί να μην γινόταν η τρίτη έξοδος στις αγορές; Οι αγορές δεν έχουν πολιτικές συμπάθειες/αντιπάθειες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 31/5/2019.

Τα νέα Ευρω-μπλοκ – και η Ελλάδα

Υποσχεθήκαμε στην θέση αυτή ότι θα επενδύσουμε τα μέχρι τις Ευρωεκλογές σημειώματα με κάτι από την «Ευρωπαϊκή συζήτηση» – έτσι για το καλό! Και ως άμυνα στον τρόπο με τον οποίο είδαμε την δική μας δημόσια συζήτηση να εξελίσσεται στις προηγούμενες προεκλογικές εβδομάδες.
Δεν είναι απλό πράγμα, αυτή η αυτοπειθαρχία. όμως συνεχίζουμε την προσπάθεια! Σήμερα θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το πώς διαμορφώνονται στην Ευρώπη/Ευρωπαϊκή Ένωση τα ουσιαστικά μπλοκ, από τα οποία θα προκύψουν μετά τις Ευρωκάλπες οι συσχετισμοί που θα διαμορφώσουν τα θεσμικά όργανα (Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προφίλ/κατανομή χαρτοφυλακίων στην Επιτροπή, σύνθεση του Ευρωκοινοβουλίου, σκυλοκαβγάς για Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αλλά για την κορυφή της ΕΚΤ), καθώς και οι κεντρικές ισορροπίες πολιτικής. Πού θα πάει η καημένη εκείνη η συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης;», Πώς θα πορευθεί η Τραπεζική Ένωση/η Ένωση Κεφαλαιαγορών; Τι θα γίνει με τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης, που όλοι τα διεκτραγωδούν αλλά μένουν ουσιαστικά ανέγγιχτα; Πώς προδιαγράφεται το αύριο του Μεταναστευτικού/Προσφυγικού; Οι σχέσεις με ΗΠΑ και Κίνα;
Πρώτα-πρώτα, όμως, να έχουμε ξεκαθαρίσει μέσα μας πόσο έχουν ξεπεραστεί τα στερεότυπα με τα οποία πολλοί από μας έχουμε μεγαλώσει, με τις σειρήνες μιας υπεραπλουστευτικής Ευρωπαϊκής συζήτησης. Η ιδέα ότι υπήρχε, πολιτικά εκφραζόμενη αν μη αποκρυσταλλωμένη διάκριση Βορρά-Νότου στην ΕΕ έχει προ πολλού διαψευσθεί – ομοίως η σύλληψη μιας «συμμαχίας του Νότου» που θα δημιουργούσε ένα συνεχές Πορτογαλίας-Ισπανίας-Γαλλίας-Ιταλίας-Ελλάδας. Ναι μεν κατά καιρούς στήθηκε κάτι σαν μια τέτοια ομάδα πίεσης, όπως σε φάσεις της διαπραγμάτευσης των Διαρθρωτικών Ταμείων ή πάλι σε ορισμένους μαραθώνιους για τον Κοινοτικό Προϋπολογισμό. όμως κάποια δομή δεν προέκυψε. Η άλλη μεγάλη διχοτομία – μεταξύ μεγαλύτερων και μικρότερων Κρατών-μελών σαφώς διεμβόλιζε. Η Γαλλία, άλλωστε, μέχρι και πριν λίγα χρόνια λειτουργούσε με την λογική του άξονα Παρισίων-Βόννης, ύστερα Παρισίων-Βερολίνου, εν συνεχεία... Βερολίνου-Παρισίων, έως ότου φάνηκε (ήδη επί Σαρκοζί) ότι ο εν λόγω άξονας ήταν μακρινή ανάμνηση. Όμως και η Ιταλία είναι/αισθάνεται μεγάλη χώρα, αλλά και η Ισπανία.
Όμως και οι πιο πρόσφατες συσσωματώσεις Κρατών-μελών έχουν αφενός ρηχό, αλλά και ενδεχομένως πρόσκαιρο χαρακτήρα. Εκεί που είχαμε συνηθίσει να ζούμε με τις χώρες Βίζεγκραντ και τα αντιμεταναστευτικά/αντιΝότια αντανακλαστικά τους – Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Σλοβακία, με Αυστρία και Σλοβενία κατά καιρούς να συμπράττουν – μας προέκυψε στην ύστερη φάση της κρίσης η «νέα Χανσεατική Ένωση», γύρω από την δημοσιονομική πειθαρχία και την εμμονή με την τήρηση των (συμφωνημένων) κανόνων – Ολλανδία, Βαλτικές χώρες (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία με ακόμη αισθητή την μνήμη της βίαιης μετάβασης από τον υπαρκτό σοσιαλισμό), Σκανδιναβικές (εν μέρει Δανία, σίγουρα Σουηδία, από δίπλα και Φινλανδία, οι δυο τελευταίες με την δική τους μνήμη βίαιης προσαρμογής μετά από κρίσεις) και Ιρλανδία. Μια εκδοχή Hansa-plus, με την σύμπλευση χωρών όπως Πολωνία και Τσεχική Δημοκρατία, αλλά και Πορτογαλία ή Μάλτα τείνει να λειτουργήσει σαν λόμπι φιλελεύθερου προσανατολισμού. Μέχρις ότου δρομολογήσει το Brexit της, η Μεγ. Βρετανία λειτουργούσε πολλαπλά ως υποβολέας...
Αν, τώρα, υφάνει κανείς πάνω σ' αυτόν τον καμβά την παραδοσιακή διάκριση Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών (αμφότερες οι κυρίαρχες αυτές παρατάξεις θα είναι σε αισθητή υποχώρηση σ' αυτές τις Ευρωεκλογές), κι αν θελήσει να αναζητήσει τα πολιτικά-λειτουργικά τους αντανακλαστικά δίπλα στων παραδοσιακά μικρότερων αλλά διόλου αμελητέων Φιλελεύθερων (οι οποίοι πλέον κατέληξαν θετικά στο μακρόσυρτο valse hésitation με τους Μακρονιστές) ή πάλι των Πρασίνων (οι οποίοι έχουν μεν αποριζοσπαστικοποιηθεί, αλλά με την άνοδό τους στην Γερμανία και με την εκεί προοπτική βάθους για σχήμα Rot-Rot-Gruen αναζητούν νέες ισορροπίες) και της Αριστεράς (η οποία, Ευρωπαϊκά, όντως τείνει να καταστεί «πληθυντική»), βλέπει μιαν καθημερινή πολυπλοκότητα να έχει εγκατασταθεί.
Με αυτήν την πολυπλοκότητα θα κληθεί να αναμετρηθεί και των θεσμικών οργάνων η αυριανή ταυτότητα – είναι κάπως ρηχά τα αντανακλαστικά του τύπου «με Πρόεδρο της Επιτροπής τον Μάνφρεντ Βέμπερ θα μπούμε σε νέα εποχή», αλλά και η συζήτηση για το αν η Προεδρία της ΕΚΤ θα περάσει σε Γερμανό/Γενς Βάϊντμαν: Φινλανδός/Erkki Liikanen θα ήταν πιο διαλλακτικός; Ενώ σε μέτωπα όπως του Μεταναστευτικού/Προσφυγικού, εκείνο που θα παιχτεί είναι η αμφιθυμία (ιδίως των Χριστιανοδημοκρατών/του ΕΛΚ): να συνεχίσουν να επιχειρούν ενσωμάτωση/ «αφοπλισμό» ακραίων στοιχείων όπως του Fidesz του Όρμπαν, η να το αφήσουν στην αγκαλιά Ευρω-αρνητών του τύπου Λεπέν/Rassemblement National ή Σαλβίνι/Lega Nord (ήδη χωρίς το "Νοrd");
Έτσι θα παιχτούν τα Ευρωπαϊκά μετά τις κάλπες 23-26 Μαϊου. Κάπως έτσι.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 17/5/2019. 

Αξιολογήσεις και αγορές

Μας παρατηρήθηκε ότι «σπαταλήσαμε χώρο και προσπάθεια» αναδιφώντας προ ημερών τι λένε και πώς εξηγούν τις πρόσφατες αξιολογήσεις τους για την Ελλάδα οι τρεις Οίκοι αξιολόγησης/rating agencies – S&P, Moody's, Fitch - , καθώς και αυτών οι απόψεις συχνά-πυκνά έχουν χάσει (και μάλιστα με απόσταση) την ουσία των εξελίξεων. Και στην αξιολόγηση τα πιστοληπτικής ικανότητας χωρών, και σε εκείνην επιχειρήσεων και τραπεζών: δύσκολα θα ξεχαστεί η αστοχία της αξιολόγησης της Lehman Bros λίγες μόλις εβδομάδες προτού αυτή εξαχνωθεί πυροδοτώντας την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-9, ή πάλι την βαθμολόγηση με ΑΑΑ των suprimes στεγαστικών δανείων που έφεραν την μεγάλη κατολίσθηση. αλλά και η παρακολούθηση οικονομιών όπως της Ελλάδας το 2009-10, μέχρι και μήνες πριν την βύθιση και την «διάσωση», δύσκολα αντέχει σε όποια κριτική αποτίμηση.
Βέβαια... αυτές τις rating agencies έχουμε, αυτές παρακολουθούμε! Διόλου τυχαία αυτές παρακολουθούν και αυτές ακολουθούν, τις κρίσεις και τις αξιολογήσεις τους, οι ίδιες «οι αγορές», από την έμπρακτη αποδοχή των οποίων κρεμόμαστε εφεξής. (Όχι δηλαδή πώς – άμα είναι κανείς ειλικρινής – δεν θα δει και των θεσμικών παρακολουθητών τις άστοχες επιδόσεις, του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε προβλέψεις και αξιολογήσεις. Δύσκολα θα μείνει ενθουσιασμένος! Μην την ξαναρχίσουμε όμως αυτήν την συζήτηση). Άλλωστε, και η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην κρίση/βαθμολόγηση των S&P, Μoody's, Fitch στηρίζεται (άντε και στην μικρότερη Καναδέζικη DBRS...), βλέποντας πότε θα δώσουν investment grade/επενδυτική βαθμίδα, ώστε να ανοίξει τις πύλες του παραδείσου για τα ομόλογα μιας χώρας.
Πάντως, επειδή και οι θεσμικοί αυτοί παράγοντες τον έχουν δει τον κίνδυνο οι εξωτερικές αξιολογήσεις στις οποίες στηρίζονται να μην είναι και τόσο αξιόπιστες, πριν δυο χρόνια η ίδια η ΕΚΤ είχε δημοσιοποιήσει μια μελέτη – των Bruha-Karber-Pierluigi-Setzer, ως Working Paper Νο 2011 – με την οποία ακριβώς προσέγγιζε κριτικά την διασύνδεση των βαθμολογήσεων/ratings των κρατικών ομολόγων με τα μακροοικονομικά θεμελιώδη/fundamentals, τόσο για τις χώρες που υποβαθμίστηκαν μέσα στην θύελλα (Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία αλλά και Ιταλία) όσο και για εκείνες που την πέρασαν ξώφαλτσα (Βέλγιο, Γαλλία). Το βασικό συμπέρασμα – με ευγενική διατύπωση – είναι ότι οι μεταβολές στην βαθμολόγηση «κατά κανόνα ακολουθούν τις οικονομικές εξελίξεις, παρά λειτουργούν ως προπομπός των μελλοντικών εξελίξεων». Μόνον μετά την απότομη (και άγαρμπη) αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων στην περίπτωση της Ελλάδας το 2009-10, άρχισαν οι οίκοι αξιολόγησης να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στα θεμελιώδη των οικονομιών...
Ενώ λοιπόν παλαιότερα – για παράδειγμα στην κρίση της Νοτιοανατολικής Ασίας της δεκαετίας του ΄90 – υπήρχε μια τάση οι αξιολογήσεις των rating agencies να είναι υπερβολικά συντηρητικές, στην περίπτωση των χωρών κρίσης της Ευρωζώνης μάλλον είχε υπάρξει υπεραισιοδοξία (που εν συνεχεία «διορθώθηκε» απότομα). Για την περίπτωση που αυτό κάνει καλό στην ψυχή των ανθρώπων, το συμπέρασμα της μελέτης της ΕΚΤ ήταν ότι «στις περιπτώσεις των περισσότερων χωρών (Ευρωζώνης) η έκταση των υποβαθμίσεων ήταν ευθυγραμμισμένη με, ή – στην περίπτωση της Ελλάδας – ακόμη και πιο περιορισμένη από την επιδείνωση των θεμελιωδών/fundamentals». Οπότε η τελική απόφανση της μελέτης – ότι «είναι αμφίβολο αν η βαθμολόγηση θα επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα σε σύντομο διάστημα (anytime soon)» – παραμένει ως δυσοίωνη ηχώ. Αυτά, σε μελέτη Φεβρουαρίου του 2017.
Μιας και αναφερθήκαμε, πάντως, στο πώς/πόσο «οι αγορές» ακούνε τους οίκους αξιολόγησης, να έχουμε καταθέσει και μια δυσσεβή παρατήρηση. Η καθυστέρηση με την οποία προσαρμόζεται η βαθμολόγησή τους όσον αφορά την Ελληνική οικονομία και τις προοπτικές της, «βοηθάει» ώστε τα επιτόκια με τα οποία εκδίδονται – και θα εκδίδονται για κάμποσο καιρό ακόμη... - τα Ελληνικά ομόλογα να είναι κατά μια και δυο εκατοστιαίες μονάδες ακριβότερα για μας. Ή, άμα το δούμε αντίστροφα, κατά μια και δυο μονάδες αποδοτικότερα για όσους φορτώνουν Ελληνικό χαρτί (άμα όλα πάνε καλά μέχρι την εξόφληση, βέβαια). Αντίστοιχα αποδοτικότερη θα είναι η διακράτηση Ελληνικού χαρτιού για όσους το επέλεξαν νωρίτερα, στην δευτερογενή αγορά. Άμα λοιπόν το δει κανείς έτσι το πράγμα, είτε οι rating agencies λειτουργούν προειδοποιητικά μην μας μπει καμιά ιδέα χαλάρωσης (κάτι σαν ΔΝΤ, ας πούμε...), είτε πάλι λειτουργούν ως κράχτες (συγγνώμη για την λαϊκότροπη έκφραση!) για ακριβή αλλ' αποδοτική επένδυση σε Ελληνικό χαρτί στην τωρινή φάση, της μετάβασης προς «τις αγορές». Έτσι ή αλλιώς, οι μήνες που έρχονται θα δείξουν ποια λειτουργία θα επικρατήσει.
Όσο εμείς προσδοκούμε απόδοση του 10ετούς στο 3%, οι Κύπριοι π.χ. κινούνται με 1,5%. αυτά, δε, σε ένα κλίμα που ευνοεί τα ομόλογα της περιφέρειας...

Τελικά, η Standard&Poor's δεν μας αξίωσε αναβάθμισης. Γι αυτήν, η Ελλάδα παραμένει στην βαθμίδα αξιολόγησης Β+, με θετική προοπτική/outlook ενώ ήδη εδώ και καιρό μια αναβάθμιση (σε ΒΒ-) είχε περίπου προεξοφληθεί. Μάλιστα πολλοί συνέδεαν – και – αυτήν την αναβάθμιση με νέα έξοδο στις αγορές αρχές Μαΐου/πριν τις κάλπες, καθώς οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων παραμένουν σε ενθαρρυντικά χαμηλά επίπεδα – σταθερά στην περιοχή του 3,3% το benchmark 10ετές.
Τον Ιανουάριο , η S&P είχε επιλέξει να αφήσει την Ελλάδα σε βαθμίδα Β+, με θετική όμως προοπτική. Τότε, ο δισταγμός της να «δώσει» αναβάθμιση οφειλόταν στο απαιτητικό μενού μεταρρυθμίσεων που υπήρχαν μπροστά μας, καθώς και στην διαφαινόμενη προβληματικότητα του τραπεζικού συστήματος. Τουλάχιστον η S&P είχε ήδη φροντίσει να κάνει λόγο για ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 2,4% ετησίως στο διάστημα 2019-2022 (με βάση τις εξαγωγές αλλά και την ζήτηση των νοικοκυριών) – πρόβλεψη που σήμερα ακούγεται μάλλον υπεραισιόδοξη.
Αφού πια «μάθαμε» να παρακολουθούμε από κοντά εκείνους που μας παρακολουθούν ας σταθούμε λίγο περισσότερο στο τι είχε να πει η S&P στο αιτιολογικό των δισταγμών της, αναπτύσσοντας ακριβώς την «θετική προοπτική». Το θετικότερο που είχε να πει αφορά τους αναπτυξιακούς ρυθμούς, τους οποίους ανεβάζει – σε μέσο όρο – σε 2,8% για την περίοδο 2019-22, εξειδικεύοντας μάλιστα σε εκκίνηση 2,3% για φέτος (με καταγραφόμενο το περσινό 1,9%) και φθάνοντας σε 3,2% το 2022: άλλη βαθμίδα υπεραισιοδοξίας. Αυτή η προβολή στηρίζεται σε προσδοκία αύξησης των ιδιωτικών επενδύσεων, και μάλιστα των άμεσων ξένων επενδύσεων, της οποίας το αναπτυξιακό αποτέλεσμα αξιοποιεί προκειμένου να προβλέψει συνέχιση της μείωσης του χρέους (συνεπώς, για ματιά rating agency, πρόοδο στον ενάρετο κύκλο βιωσιμότητάς του). Για να εξαντλήσουμε αυτήν την πτυχή, η S&P αξιοποιεί για την έκκεντρη πρόβλεψή της για μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη την συνεισφορά των εξαγωγών – κι ας αναγνωρίζει ότι η υποχώρηση της ζήτησης στην Ευρώπη μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά.
Καθώς όμως εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει στην στάση της S&P είναι το μετέωρο βήμα της αξιολόγησής της, αξίζει να σταθεί κανείς κάπως περισσότερο σε ό,τι αφορά τις επιφυλάξεις που διατυπώνει. Εδώ, την άμεση εντύπωση της δημοσιότητας κράτησε η αναφορά στο ρίσκο που δημιουργεί το προεκλογικό περιβάλλον/η πιθανή πολιτική πόλωση για Ευρωεκλογές και εθνικές εκλογές. Δείτε την αιτιολογία που δίνεται: μεταρρυθμιστική κόπωση, ιδίως στις ιδιωτικοποιήσεις και την πρόοδο στα κόκκινα δάνεια, αλλά και... στην βελτίωση της αποτελεσματικότητας της Δικαιοσύνης.
Και η μεν αναφορά στις δημοσιονομικές επιπτώσεις των δικαστικών αποφάσεων για τα αναδρομικά κοκ (που επίσης κάνει η S&P) έχει ασφαλώς νόημα: όμως το να έρχεται ένας παρατηρητής να συνδέει το προεκλογικό κλίμα με την μακροπρόθεσμη βελτίωση της Ελληνικής Δικαιοσύνης, δείχνει ότι οι rating agencies σαν να έχουν δει λιγάκι παράξενα τον ρόλο τους παρακολούθησης/αξιολόγησης/συγκράτησης των οικονομιών που, όπως η Ελληνική, ξαναβρίσκουν μεταΜνημονιακά τον δρόμο τους προς τις αγορές...
Αφήνουμε εδώ την S&P στους αναστοχασμούς της, να δούμε μια στιγμή προς σύγκριση κάποιες άλλες, αντίστοιχες απόψεις. Η αναβάθμιση από την Moody's στις αρχές Μαρτίου, κατά δυο βαθμίδες (από Β3 σε Β1 όπως τα μετράει η Moody's) είχε συνδυαστεί με αναφορά σε «σταθερή» προοπτική – πράγμα που σήμαινε ότι δεν αναμένεται κάποια ουσιώδης μεταβολή στα fundamentals της οικονομίας, ούτε άλλωστε κάποια άλλη «πολιτική» εκτίμηση/αξιολόγηση που να δημιουργεί προσδοκία μεταβολών.
'Έξη μήνες νωρίτερα, η ίδια Moody's είχε προτιμήσει να μην «δώσει» αναβάθμιση: απλώς τότε είχε μετακινήσει στην προοπτική/outlook σε θετική.
Να θυμίσουμε ότι η Moody's είχε συνδυάσει την ανοιξιάτικη αναβάθμισή της – ανάμεσα σε δυο «εξόδους» της Ελλάδας στις αγορές – με την δημοσιονομική υπεραπόδοση (ανάγνωθι: τα υπερπλεονάσματα) , με το «εδραιωμένο» πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων αλλά και με την συνεχιζόμενη επιτήρηση της οικονομίας (που αποτρέπει το ενδεχόμενο ανατροπής των μεταρρυθμίσεων).
Και για να κλείσουμε με τους Οίκους αξιολόγησης, να θυμηθούμε και την Fitch, που τον Φεβρουάριο δεν αναβάθμισε αλλά μας διατήρησε σε ΒΒ- με σταθερή προοπτική, βασιζόμενη στην «ισχυρότερη δημοσιονομική επίδοση» της χώρας, σε σύγκριση μάλιστα με άλλες τότε αξιολογούμενες. Και η Fitch έκανε λόγο για αύξηση των επενδύσεων και για προσδοκία επιτάχυνσης της ανάπτυξης (Φεβρουάριο, αυτό) με ορίζοντα το 2020 ένα 2,2-2,3%, αλλά «ζήτησε» με έμφαση να υπάρξει πρόοδος στο θέμα των κόκκινων δανείων ως προϋπόθεση για ουσιαστική βελτίωση στην χρηματοδότηση της οικονομίας.
Στην θάλασσα αυτή των αξιολογήσεων, συνεχίζεται λοιπόν η πλεύση της Ελλάδας προς την απέναντι ακτή – εκείνη των αγορών.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/5/2019. 

Συντάξεις, επενδύσεις, βιωσιμότητα

Θα είναι για πολύν καιρό μαζί μας η συζήτηση για το Ασφαλιστικό, όπως την άνοιξε η παρουσίαση της Έκθεσης-πρότασης του ΙΟΒΕ «Συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση και ανάπτυξη». Ή... θάπρεπε να είναι, όσο κι αν η εγκατάσταση τώρα σε εκλογικό χρόνο υπόσχεται/απειλεί η συζήτηση γύρω από το αν (ή μάλλον πόσο...) είναι απαραίτητη η ενσωμάτωση στο Ασφαλιστικό «μας» ενός κεφαλαιοποιητικού πυλώνα να περιορισθεί – και δεν θα 'ναι η πρώτη φορά! – σε αλληλοκαταγγελίες περί «συστήματος Πινοσέτ» ή περί «ευθύνης εκτροχιασμού Κατρούγκαλου».
Ήταν σημαντικό να σημειώσει κανείς πώς, στην ανάπτυξη της θέσης του ΙΟΒΕ, ο Νίκος Βέττας προέταξε μιαν υπενθύμιση του πόσο χαμηλά βρίσκονται – ακόμη και μετά την επαναφορά ρυθμών ανάπτυξης στην Ελληνική οικονομία – οι επενδύσεις. Σε μόλις 12% του ΑΕΠ βρίσκονταν ακόμη οι επενδύσεις το 2018,έναντι σχεδόν 26% του 2008 – με την κατάρρευση όμως του ΑΕΠ να σημαίνει ότι τα τότε σχεδόν 70 δις ευρώ έμειναν σήμερα μόλις 30 δις. Δεν χρειάζεται εν τω μεταξύ πολλές υπομνήσεις το ύψος της ανεργίας, στα 18% του εργατικού δυναμικού (έναντι 8% του μέσου όρου Ευρωζώνης), όμως ίσως αιχμηρότερη να είναι η διαπίστωση ότι η Ελλάδα παραμένει στα κατώτερα επίπεδα – μόνη η Ιταλία χειρότερη, από συγκρίσιμες χώρες – ως προς την συμμετοχή στην αγορά εργασίας: 68% έναντι 74% μέσου όρου ΕΕ, με Γαλλία στο 72%, Πορτογαλία/Ισπανία στο 75%. Ελάτε, σιγά-σιγά να μην έχουμε απότομες συγκινήσεις, να δούμε λίγο το δημογραφικό/ την γήρανση του πληθυσμού: περιττή η εικόνα του 1960, τότε που στις ηλικίες των 20-39 ετών βρίσκαμε 33%, σε εκείνην των 60+ μόλις 11%. Αλλά από τα σήμερα, όπου οι νέες ηλικίες έχουν το 23% και οι άνω των 60 το 28% (η μεσαία στρώση, των 40-59 είναι στο 30%) έχουμε προβολή στο 2060 με μόλις 18% στις νέες ηλικίες, 42% στις άνω των 60 (και 24% στις μεσαίες, τις πιο δραστήρια παραδοσιακά ηλικίες). Αν η εικόνα αυτή σας κάνει να μιλάτε για μελλοντική «χώρα συνταξιούχων», σκεφθείτε μήπως... το αύριο είναι σήμερα! Σχεδόν το 25% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας είναι άνω των 65 ετών, ήδη. Και – προσοχή! – αυτοί απορροφούν το 29% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης στην Ελλάδα.
Αυτή η απεικόνιση της πραγματικότητας, χωρίς καν την αναγωγή σε μνήμες Έκθεσης Σπράου και εγκατάλειψης του (σχεδίου) Νόμου Γιαννίτση ή, πιο άμεσα, θέσπισης Νόμου Κατρούγκαλου, αρκεί για να δείξει το που/πώς βρεθήκαμε. Είχε μεγάλο ενδιαφέρον η παραδοχή Βέττα/ΙΟΒΕ ότι οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις (υπό ακραία πίεση Τρόικας: δικό μας το παρένθετο σχόλιο) της περιόδου 2010-18/των Μνημονίων, με την ενοποίηση των Ταμείων, την εξίσωση εισφορών και την ενιαιοποιηση υπολογισμού παροχών, την αναγωγή των παροχών στο σύνολο του εργασιακού βίου, αλλά και οι παραμετρικές προσαρμογές με την αύξηση των ορίων ηλικίας, την αυστηροποίηση των πρόωρων συντάξεων, τις ίδιες τις περικοπές των συντάξεων, όλα αυτά έφεραν «εξορθολογισμό του συστήματος». Και – ναι! – βελτίωσαν, σύμφωνα με τις αναλογιστικές μελέτες, την βιωσιμότητα και την επάρκεια του συστήματος. (Ογκώδης λεπτομέρεια: τα σχετικά σενάρια δέχονται υψηλά ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας, αποκλιμάκωση της ανεργίας και αύξηση των γεννήσεων. Μην πάτε να τα επαληθεύσετε, καλύτερα).
Εκεί όμως που η προσέγγιση ΙΟΒΕ – όπως και νωρίτερα εκείνη του Τήνιου-Νεκτάριου – πάει την συζήτηση παραπέρα, είναι η σύνδεση της παγίως επανερχόμενης συζήτησης περί των κεφαλαιοποιητικών πυλώνων που λείπουν απελπιστικά από την Ελληνική περίπτωση - σήμερα έχουμε στην Ελλάδα μόλις 0,8% του ΑΕΠ σε επενδύσεις κεφαλαιοποιητικών και ιδιωτικών συντάξεων, στην Ιταλία 9,8% «γράφουν» , στην Γαλλία 10,1%, στην Πορτογαλία 11,4% στην Ισπανία 13,6% - με την ανάγκη συνεισφοράς στην ανάπτυξη. Και... την δυνατότητα αυτής της συνεισφοράς. Μάλιστα, την στιγμή που οι υποχρεωτικές, μη-κεφαλαιοποιητικές εισφορές για σύνταξη (στο 27%) είναι κορυφαίες για Ευρώπη – πλην Ιταλίας – και που η οριακή επιβάρυνση από φόρους και εισφορές, αθροιστικά, στην κλίμακα 40-80.000 ευρώ ετήσιου εισοδήματος είναι εξαιρετικά υψηλή, η δε ανταποδοτικότητα των συντάξεων ... άσε καλύτερα!
Όλα αυτά, πού οδηγούν; Σε πρόταση για κατάργηση των εισφορών για επικουρικές αναδιανεμητικού χαρακτήρα, με χαμηλότερο πλαφόν εισφορών γενικά ΚΑΙ με δημιουργία πλήρως κεφαλαιοποιητικής «νέας» επικουρικής, με ατομικούς λογαριασμούς αποταμίευσης και αφορολόγητο των εισφορών 6%. Αυτά μέσω Συνταξιοδοτικών Ταμείων, ιδιωτικού Ή δημοσίου χαρακτήρα, με αυστηρή εποπτεία και δικαίωμα επιλογής του ασφαλισμένου.
Εδώ κάπου εξαντλείται ο χώρος του σημειώματος. Θα επανέλθουμε με την συνέχεια, την Δευτέρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 18/4/2019. 

Η εποχή των μικρών βημάτων

Μας ήρθε το ερώτημα - ή μάλλον η απορία - και από τις δυο πλευρές: και από των διαμορφωτών πολιτικής στην Αθήνα (όχι των άμεσα εμπλεκομένων στην διαπραγμάτευση) αλλά και από «τις Βρυξέλλες»: πώς εξηγείται η ταραχή που πήγε να επικρατήσει στην δεύτερη μεταΜνημονιακή αξιολόγηση, επικεντρωμένη γύρω από την προστασία της πρώτης κατοικίας αλλά και με άλλα τζατζαρίσματα και ύστερα η απότομη/έγκαιρη «λήξη συναγερμού»; Που δεν είναι μόνο/δεν είναι τόσο ότι ξεκλείδωσε την δόση του 1 δις (θα καταλήξει βαθύτερη παθολογία της Ελληνικής δημόσιας ζωής, αυτή η συνεχής αναφορά σε δόσεις...) ή ότι άνοιξε τον δρόμο για την ενδεχόμενη πρόωρη εξόφληση δανείων του ΔΝΤ ή και για νέα έξοδο στις αγορές είναι κυρίως ότι δίδαξε μια διαφορετική προσέγγιση - που θα την δούμε να εξελίσσεται και με τις διαβόητες 120 δόσεις. Οι οποίες, όπως η προστασία πρώτης κατοικίας, τελικά θα ισχύσουν με όρους και περιορισμούς (και με διαδικασίες, που χρονικά θα σπρώξουν το αποτέλεσμα παρακάτω: πλατφόρμα Κουρμούση), έτσι και αυτές θα είναι ΜΕΧΡΙΣ 120 δόσεις, για Ταμεία και Εφορία, και αναλόγως κριτηρίων και πραγματικών καταστάσεων – τουλάχιστον όσον αφορά οφειλές σε Εφορία.
Πάντως, για να την δώσουμε την απάντηση στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε: έχει εγκατασταθεί μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και «εταίρων», ότι θα προχωράει κάθε φορά η διαπραγμάτευση μέχρις εκεί που αντέχει η κατάσταση. Πριν όμως προκληθεί πολιτική ζημιά ανεπίστροφη, θα έχουμε – και είχαμε! - συμβιβασμό με βάση rule of reason. Με μικρά βήματα και τήρηση ισορροπιών, να μην ξεφύγει το πράγμα. Η ίδια αυτή λογική των μικρών βημάτων, που την βλέπουμε άλλωστε να εξελίσσεται και με τις διαδοχικές «εξόδους» στις αγορές, την συναντούμε και στην άλλη σχέση της μεταΜνημονιακής Ελλάδας: εκείνη με το ΔΝΤ.
Έτσι που ετοιμάζεται το έδαφος για την - μερική, έστω - πρόωρη εξόφληση του υπολειπόμενου δανείου του Ταμείου προς την Ελλάδα, χρήσιμο να έχει κανείς κατά νουν και την πλευρά της Ουάσιγκτων/του Ταμείου. Ήδη γνωρίζουμε, ή θάπρεπε να γνωρίζουμε και να έχουμε συνειδητοποιήσει, ότι και στο ΔΝΤ δεν βλέπουν εδώ και καιρό με κακή διάθεση το ενδεχόμενο να αρχίσουν να αποκόπτονται από την Ελληνική υπόθεση. Δεν έκανε, άλλωστε, και τόσο καλό στην εικόνα του Ταμείου - ούτε η διάγνωση, ούτε η «συνταγή» με βάση τον λάθος πολλαπλασιαστή, ούτε η συμμετοχή στην εποπτεία ως σιδηρού βραχίονα της αλήστου μνήμης Τρόικας/ήδη Τετραμερούς, ούτε και η συνεργασία με την Επιτροπή/με τις Βρυξέλλες.
Το λιγότερο γνωστό είναι ότι - όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο - η μερική εξόφληση έστω 3,5-4 δις από τα 9,3 από μέρους της Ελλάδας θα χρησιμεύσει στην ισορροπία του ίδιου του Ταμείου. Πώς αυτό; Μετά την αποτυχία να ολοκληρωθεί η πρόσφατη απόπειρα αύξησης των κεφαλαίων του ΔΝΤ, λόγω κυρίως της αρνητικής στάσης των ΗΠΑ, δημιουργείται μια ζήτηση πόρων. Μπορεί άλλοι σημαντικοί παίκτες, όπως η Κίνα ή η Ιαπωνία, να προθυμοποιούνται να καλύψουν το κενό - την στιγμή που, π.χ., η Αργεντινή έχει συνεχείς ανάγκες..., - όμως ζητούν να αποκτήσουν πιο ευρύ ρόλο στην διαδικασία λήψης αποφάσεων. Πράγμα το οποίο αρνούνται, αναμενόμενο, οι ΗΠΑ.
Συνεπώς, ακόμη και η μικρή επιστροφή κεφαλαίων από την περιθωριακή Ελλάδα, διευκόλυνση θα ήταν!
Βέβαια, δεν τελειώνουν έτσι τα προβλήματα: μπορεί ήδη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο ESM να έχουν δώσει ευνοϊκή εισήγηση, μπορεί και το ίδιο το ΔΝΤ να ενδιαφέρεται για απεμπλοκή. Όμως... άμα θέλουμε να κάνουμε τώρα προ-πληρωμή στο ΔΝΤ, έστω και μερική, πρέπει κατά τα συμφωνημένα να επιστρέψουμε ίσου ύψους πόρους και στον ESM. Η αλήθεια είναι πως και όταν η Πορτογαλία - μάλλον και η Ιρλανδία, δεν το ΄χουμε σίγουρο - έκαναν αντίστοιχες κινήσεις πρόωρης εξόφλησης, τους δόθηκε το ελεύθερο να μην κάνουν το ίδιο βήμα.
«Μα δεν θα το δώσουν και στην Ελλάδα»; Και μάλιστα όταν από τον ESM έχουμε αντλήσει ούτως ή άλλως το cash buffer μας - οπότε θα ήταν περίπου παράδοξη μια τέτοια αρνητική κίνηση. Όμως, και αυτή η διευκόλυνση - και γενικά όλος ο χειρισμός - περνάει από Κοινοβούλια των δανειστών. Και μάλιστα από το Γερμανικό Μπούντεσταγκ (ή πάντως την αρμόδια Επιτροπή του). Κι αυτό... παραμονές Ευρωεκλογών. Γι αυτό και οι χρονικές καθυστερήσεις από την απόφαση σε Eurogroup μέχρι την γραμμή του τέλους....
Η εποχή των μικρών βημάτων και των ισορροπιών σε πλήρη εξέλιξη.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 12/4/2019. 

 

Κραδασμοί ή: Σε ποιον ανήκει ο χρόνος;

Ενόσω θα επιχειρείται λίγο-πολύ απ' όλους στην (προεκλογική) Ελλάδα να υποταγεί ο χρόνος στις επιμέρους πολιτικές ανάγκες – θα το εξηγήσουμε τι εννοούμε ευθύς στην συνέχεια – οι κραδασμοί των ημερών θα ακούγονται όλο και περισσότερο. Έντονα και ξεκάθαρα.
Σε ποιον ανήκει ο χρόνος; Το μόνιμα επανερχόμενο ερώτημα έχει παγιδεύσει αυτήν την στιγμή την διαχείριση και της Κυβέρνησης και της (Αξιωματικής τουλάχιστον) Αντιπολίτευσης. Ισχύει αυτό στην μεγάλη, γεωπολιτική σκακιέρα που εκφεύγει του αντικειμένου αυτής της στήλης, όπως είναι η διαχείριση των Ελληνοτουρκικών (οι Τουρκικές τοπικές-αλλά-με-ευρύτερη-επίπτωση εκλογές είναι εδώ δίπλα, όμως η διαχείριση του οικονομικού αδιεξόδου Ερντογάν λίγο παρακάτω...) . Στην διαχείριση αυτή η Κυβέρνηση θα 'θελε να εκμεταλλευθεί άμεσα το θετικό κλίμα από την Κορυφή «3+1» στην Ιερουσαλήμ, η Αξιωματική Αντιπολίτευση να φύγουν οι εξελίξεις για αργότερα στην δική της (προσδοκώμενη) θητεία. Όμως ο χρόνος, εδώ/και εδώ, ανήκει αλλού: για παράδειγμα στις Ισραηλινές εκλογές του Απριλίου. στην Αμερικανική αναθεώρηση στάσης στην Εγγύς και Μέση Ανατολή.
Πιο κοντά, όμως, στα θέματα που μας απασχολούν στην στήλη βρίσκουμε την άνευ τέλους διελκυστίνδα γύρω από τα «κόκκινα δάνεια» και συνολικά τα timelines της ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης. Ενώ εμείς μετράμε από EuroWorking Group σε Eurogroup και πάλι από την αρχή, οι Βρυξελλιώτες ήδη «γράφουν» στην στάση τους την εγγύτητα των Ευρωεκλογών: έχουμε κι εμείς, έχουν όμως π.χ. και οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί κάλπες. Όμως «γράφουν» και οι εσωτερικές προθεσμίες π.χ. στην DGComp, απ' όπου όλο και μια έγκριση θα χρειαστεί για να περάσει η όποια ρύθμιση!
Έτσι, σιγά-σιγά, περνούμε στους κραδασμούς στους οποίους ήδη αναφερθήκαμε ξεκινώντας. Σκεφτείτε για παράδειγμα ποιο κλίμα επικρατεί και τι προτεραιότητες επικρατούν στις αρχές ανταγωνισμού των Βρυξελλών, όταν η απόφαση των υπηρεσιών της Μαργκρέτε Βεστάγκερ (η οποία μέχρι και Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «από καραμπόλα» μπορούσε να μας προκύψει, πριν τον τωρινό κραδασμό/σεισμό...) να μπλοκάρουν την μείζονα συγχώνευση των σιδηροδρομικών κλάδων Siemens-Alstom έχει φέρει Γερμανία και Γαλλία σε ευθεία αντιπαράθεση με την τεχνοδομή των Βρυξελλών. Ενώ λίγο παραπέρα – εκεί όπου Βρυξέλλες/Επιτροπή έρχονται σε άμεση τριβή με Φρανκφούρτη/ΕΚΤ – ακούγονται οι τριγμοί της, υπό πίεση Βερολίνου επιχειρούμενης συγχώνευσης Deutsche Bank-Commerzbank. Εκείνο που ευθέως προκύπτει και στην υπόθεση Siemens-Alstom και σε εκείνην Deutsche-Commerzbank είναι ότι και στην καρδιά του συστήματος κανόνων της ΕΕ τα δίχτυα είναι για να πιάνουν τα μικρότερα ψάρια: όταν μπλεχτούν τα μεγαλύτερα, αμηχανία! Τι συνέπειες θα έχει για θέματα Ελληνικού ενδιαφέροντος η ταραχή στα θέματα ανταγωνισμού;
Αυτά στα «Ευρωπαϊκά». Ήδη δείξαμε προς την άλλη κατεύθυνση/πηγή κραδασμών δίπλα μας: εκεί, η προσδοκία ότι η Τουρκική επιδεικτική ένταση περί τις θαλάσσιες ζώνες θα πήγαινε πίσω μετά την εκλογική αναμέτρηση της επόμενης Κυριακής κινδυνεύει να προσαράξει – γιατί; Επειδή μόλις προσπεραστούν οι κάλπες, θα χρειαστεί ως φαίνεται ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (ο οποίος έκπαλαι διατηρεί παράξενες απόψεις περί οικονομίας) να προχωρήσει σε δυσάρεστα μέτρα σταθεροποίησης της οικονομίας τα οποία ανέβαλε προεκλογικά. Τι κάνει όποιος επιβάλλει δυσάρεστα μέτρα στο εσωτερικό; Εξάγει την δυσαρέσκεια...
Για να μην μείνουμε όμως μόνο στην δική μας στενότερη ή ευρύτερη περιφέρεια, κρατήστε μια στιγμή την ματιά σας στο τι συμβαίνει/τι ακούγεται ως κραδασμός στις μεγάλες , τις αληθινές αγορές – εκείνες των ομολόγων. Όπου στην μεν Γερμανία επενδυτές δανείζουν στο Δημόσιο ευθέως με αρνητικό επιτόκιο. αλλά και στις ΗΠΑ, όπου η απόδοση των βραχυπρόθεσμων χαρτιών (ήδη του 3μηνου paper, σιγά-σιγά και των 2ετών) βρέθηκε στο κλείσιμο της προηγούμενης εβδομάδας υψηλότερη από των 10ετών Treasuries. Ύστερα επανήλθε, και βλέπουμε. Όμως... τι υποδηλώνει η αντεστραμμένη καμπύλη αποδόσεων; Νευρικότητα/ανησυχία για τις προοπτικές. «Φταίει» η αίσθηση ότι οι Κεντρικές Τράπεζες – ακόμη και η συνήθως επιφυλακτική ΕΚΤ – διακόπτουν την τάση απόσυρσης των προγραμμάτων ενίσχυσης των οικονομιών, ακριβώς γιατί βλέπουν «κάτι» στον ορίζοντα; Μήπως μια προεξόφληση οικονομικής ύφεσης; Ιστορικά, inverted yield curve είχε εμφανισθεί το 2007, λίγο προτού ζαλιστεί το Αμερικανικό Χρηματιστήριο. Και όταν η Ουώλ Στρητ αισθάνεται αδιαθεσία, οι αγορές γενικώς τραντάζονται.
Δεν τα αναφέρουμε αυτά μόνο επειδή υποτίθεται ότι τώρα σχεδιαζόταν νέα προσπάθεια πρόσβασης της Ελλάδας «στις αγορές». Αλλά επειδή, άμα επιβεβαιωθεί και απ' αυτό το σημάδι, ότι περνάμε σε φάση κάμψης διεθνώς και Ευρωπαϊκά, τότε οι σχεδιασμοί για τους επόμενους μήνες μπορεί να βρεθούν απειλημένοι. Και εδώ, ο χρόνος δεν είναι καθόλου σαφές ότι ανήκει σε όσους πιστεύουν ότι τον διαφεντεύουν: «εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν»;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 30/3/2019. 

Λίγα Ευρωπαϊκά, πάλι

Μας παρατηρήθηκε ότι στοχοπροσηλωθήκαμε τον τελευταίο καιρό σε συζητήσεις γύρω από τις διάφορες Εκθέσεις και αξιολογήσεις κοκ για την πορεία την οικονομίας, που τελικά-τελικά δεν οδηγούν σε κάποιο σταθερότερο έδαφος. Και τούτο ενώ – μας ειπώθηκε – η προσέγγιση προς τις Ευρωεκλογές θα «έπρεπε» να μας είχε οδηγήσει σε συχνότερη συζήτηση γύρω από τις εισηγήσεις (τύπου Μακρόν) για τα Ευρωπαϊκό αύριο, για την μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, τέτοια πράγματα. Που – υποτίθεται – θα βρίσκονται στον νου των ψηφοφόρων όταν, σε δυο μήνες και κάτι, θα πορεύονται προς τις Ευρωκάλπες.
Το αμφισβητούμε το επιχείρημα. Και όχι μόνον επειδή, στην Ελλάδα πάντως, όλη η συζήτηση για τις Ευρωεκλογές υπόσχεται/απειλεί να αναλωθεί σε καθαρά εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεση. (Μην νομίζουμε βέβαια ότι και στην Γαλλία ή την Ιταλία, ή στις χώρες Βίσεγκραντ ή και την ίδια την Γερμανία, η «Ευρωπαϊκή» συζήτηση είναι λιγότερο εσωστρεφής εν τέλει...).
Πάντως «λίγο από Ευρωπαϊκά» δεν κάνει ποτέ κακό. Μόνο που η περασμένη βδομάδα έκανε να βρεθεί στην Αθήνα – στα πλαίσια των συναντήσεων του LSE – ένας παλιός γνώριμος τού πώς η συζήτηση για την Ευρωζώνη και την ανάγκη μεταρρύθμισής της αν είναι να έχει μέλλον, συνδέεται με τα δικά μας. Πρόκειται για τον Paul de Grauwe, ο οποίος και άλλες φορές έχει «δει» την Ελληνική υπόθεση τα χρόνια της κρίσης: τώρα στο European Institute του LSE, παλιότερα με θητεία στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ αλλά και ως σύμβουλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (βέβαια επι Μπαρόζο; κανείς δεν είναι τέλειος!), συν με διδασκαλία και μελέτες περί τα Ευρωπαϊκά, ο de Grauwe «γνώρισε» την Ευρωζώνη ήδη όταν αυτή στηνόταν. Και διατήρησε μιαν στάση κριτική αν και ανεπίληπτης φιλοΕυρωπαϊκότητας.
Τον de Grauwe έχουμε παρακολουθήσει υπό διάφορες συνθήκες, πιο πανεπιστημιακές ή πιο εκλαϊκευτικές σε Βρυξέλλες, Αθήνα, ακόμη και Δουβλίνο. Η κριτική που κάνει στις σχεδιαστικές αδυναμίες της Ευρωζώνης – κριτική «εκ των έσω», επαναλαμβάνουμε – παραμένει σε γενικές γραμμές η ίδια. Και τούτο παρά τις διάφορες παρεμβάσεις που έχουν γίνει στην Ευρωζώνη, υπό την πίεση της ίδιας της κρίσης. Απώλεια των σταθεροποιητών σε εθνικό επίπεδο, ανυπαρξία δανειστού έσχατης προσφυγής όταν μια συγκεκριμένη εθνική οικονομία πλησιάζει σε αδιέξοδο (η ΕΚΤ είναι άλλης λογικής/άλλης λειτουργίας), εξάρτηση των οικονομιών από την αξιολόγηση που κάνουν γι αυτές οι αγορές, με απόσυρση της ρευστότητας και άρνηση αναχρηματοδότησης του χρέους τους ακριβώς όταν αυτή χρειάζεται – αποτέλεσμα: η κρίση ως αυτεπιβεβαιούμενη προφητεία.
Ασφαλώς ο de Grauwe δεν αρνείται ότι έγιναν βήματα αφότου η Ευρωζώνη τραντάχτηκε: και θεσμοί όπως του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου καθιερώθηκαν, και η ΕΚΤ/ο Μάριο Ντράγκι «έσωσε την κατάσταση» με την δέσμευση να κάνει «whatever is needed"» Όμως, η επισώρευση προϋποθέσεων/conditionality στις δράσεις «διάσωσης», προϋποθέσεων με κεντρικό ρόλο να δίνεται στις επιλογές λιτότητας ή η έμφαση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να επιτευχθεί ανταγωνιστικότητα στις τραυματισμένες οικονομίες, φθάνει πλέον στα όριά της. Αν στις χώρες Μνημονίων διαγιγνώσκεται μεταρρυθμιστική κόπωση, σε επίπεδο Ευρωζώνης καταγράφεται «κόπωση ενοποίησης». Για τον de Grauwe, το μέλλον της Ευρωζώνης θα απαιτούσε δημοσιονομική ενοποίηση – που ουσιαστικά σημαίνει πολιτική ενοποίηση. Συνεπώς οι προτάσεις Μακρόν, που κι αυτές βρήκαν έντονα αρνητικά αντανακλαστικά, και η συζήτηση για ασφαλιστικό μηχανισμό ανεργίας που να δρα αντικυκλικά, δεν είναι παρά ενδιαφέροντα, μικρά όμως βήματα.
Αρκεί αυτό ως «λίγο από Ευρωπαϊκά»; Πάντως, σε μια κοινή διοργάνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΙΟΒΕ, επιχειρήθηκε την Τετάρτη 20 Μαρτίου κάτι το ενδιαφέρον: να «ξεναγηθεί» η Ελληνική κοινή γνώμη στην νέα εκδοχή, της μεταΜνημονιακής κανονικότητας για την Ελληνική οικονομία, όπως αυτή διαμορφώνεται με την επανένταξή της στο πλαίσιο του λεγόμενου Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Μια διμοιρία από κοινοτικούς αξιωματούχους, από την μετενσάρκωση της Task Force για την Ελλάδα (την θυμάστε;) αλλά και από επιμέρους υπηρεσίες των Βρυξελλών ή/και τον ΟΟΣΑ, συζήτησαν με ομολόγους τους στην Ελλάδα, αλλά και με πανεπιστημιακούς ή/και φορείς «βέλτιστων πρακτικών». Για τι; Για το πώς η από δω και πέρα προώθηση των συνεχώς επανερχόμενων στην συζήτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ή τα πάγια ζητούμενα της Ελληνικής πραγματικότητας (όπως η δημιουργία ενός φιλο-επιχειρηματικού περιβάλλοντος που να αξιοποιεί την καινοτομία, ή ακόμη πως ο περιορισμός των διοικητικών βαρών) θα βρουν στην Ελλάδα μια εφαρμογή. Ακούσια πλέον. Και όχι με τις πιέσεις και τα σπρωξίματα και τις κλωτσιές των προαπαιτούμενων των αξιολογήσεων. Όμως και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο έχει τις δεσμεύσεις του. κρατήστε το!
Ας πούμε την ατμόσφαιρα εποικοδομητική. Ενδιαφέρουσα γέφυρα, κι αυτή...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/3/2019. 

Υποκατηγορίες

  • Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας


    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο.


     

    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο. Όμως, έτσι, όπως επενδύθηκαν - με πολύ σώου, με πληθωρικές δηλώσεις, με πενιχρό πολιτικό περιεχόμενο πλην της διάθεσης κόντρας και τα κάποια στοιχεία αναδίπλωσης - οι ημέρες μετά το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών περιπλανήσεων Τσίπρα και (κυρίως!) Βαρουφάκη, αληθινά θυμίζουν το Se hace camino al andar/ Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας.
    Έτσι, με αναζήτηση ενός κάποιου περιεχομένου για την πληθωρική φόρμα, φθάσαμε στις Προγραμματικές Δηλώσεις, που κινδυνεύουν να είναι το πιο αστραπιαία μεταφραζόμενο κείμενο στην διεθνή σκηνή! Με το καημένο το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" να επιχειρείται να αποκτήσει αποτύπωση που και τους "έξω" να μην συνταράξει περισσότερο, κι εμάς τους "μέσα" να κρατήσει σε ενθουσιασμό.
    Ενώ όμως φαίνεται ότι τελικά θα καταλήξουμε και με Φόρο Επιδεικτικής Κατανάλωσης (αντί του πεζού Φόρου Πολυτελείας: ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δάκρυζε, βλέποντας υλοποίηση Thorstein Verblen) και με Ταμείο Εθνικού Πλούτου (αντί για ΤΑΙΠΕΔ: σοφή η ιδέα να συνδυαστεί η εκποίηση/αξιοποίηση με την υπόσχεση για διάσωση του Ασφαλιστικού), συν μια καμπάνια κατά των ολιγαρχών και της ("μεγάλης") φοροδιαφυγής, τα διαβολεμένα τα νούμερα δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στο EuroWorkingGroup η εξήγηση ήταν... οι Προγραμματικές που δεν είχαν αναγνωσθεί! Στο δίδυμο Eurogroup της 11ης/16ης Φεβρουαρίου, το ζήτημα κινδυνεύει να είναι σαφώς πιο δυσάρεστο (η Κορυφή της 12ης είναι ούτως ή άλλως "πολιτική"). Στην σταθερή πίεση των "εταίρων" για νούμερα, για ποσοτικοποίηση των πολιτικών όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και πειστική, η Ελληνική στάση είναι Βαρουφακική: "Give us time and give us space". Που στην πραγματικότητα έχει την ακόλουθη απόδοση: "Δώστε μας χρόνο να σκεφθούμε τι θέλουμε/Δώστε μας περιθώρια μέχρις ότου εσείς (οι "εταίροι") σκεφθείτε τι θα μπορούσατε να δώσετε/πού και πώς θα μπορούσατε να χαλαρώσετε ένα κακοσχεδιασμένο και εκ του αποτελέσματος αποτυχημένο Πρόγραμμα, στο οποίο εμείς ζούμε και πνιγόμαστε (και το βλέπετε) εδώ και 5 χρόνια".
    Στην πιεστική απαίτηση των "εταίρων" για νούμερα, για στοιχεία , η Ελληνική πλευρά αντιπαρατάσσει ενδιαφέρουσες διαβεβαιώσεις, όπως για δημοσιονομική ισορροπία, ή πάλι για (ήπιο) πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρόβλημα πού είναι; Έρχεται η δική μας διαβεβαίωση, π.χ. του τύπου: "Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα διαρρυθμιστεί χρονικά, αλλά δεν έχει και δημοσιονομική επίπτωση, άσε που θα σημάνει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, άρα... μείωση των απαιτήσεων του Ασφαλιστικού από τον Προϋπολογισμό". Η άλλη πλευρά σπεύδει να παρατηρήσει: "Ωραία, όμως έχετε υπολογίσει πόσο η αύξηση κατωτάτων θα σημάνει σε αύξηση π.χ. του επιδόματος ανεργίας; Και πόσο στα επιδόματα μητρότητας; Πόσο και πώς θα "περάσει" στον υπολογισμό των συντάξεων; Α, ναι, και με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, πώς την βλέπετε την εισπραξιμότητα;"
    Αυτού του είδους την προσέγγιση, πάτε την τώρα και απλώστε την σ' όλο το φάσμα των Προγραμματικών όπως θα μεταφράζονται σε Πρόγραμμα - όχι πλέον "Θεσσαλονίκης", αλλά "ηπίως ψαλιδισμένο" ώστε να φαντάζει συμβατό με μια συζήτηση Eurogroup...
    Ή δείτε πάλι, την προσέγγιση να ζητηθεί η συμβολική αντικατάσταση της Τρόικας - η οποία και μισήθηκε, αλλά και απέτυχε ως "ελεγκτής" - με κάτι "άλλο". Σαν στοιχείο αυτού του "άλλου" κάποια στιγμή συζητήθηκε (όχι δε μόνον στην Αθήνα) και ο ΟΟΣΑ. Τον οποίο, βέβαια, γνώρισε πρόσφατα η ελληνική κοινή γνώμη ως εμπνευστή του διαβόητου toolkit/της εργαλειοθήκης: έκανε περισσότερο κακό η συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, έτσι όπως έγινε, παρά ο,τιδήποτε άλλο στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
    Ο ΟΟΣΑ, οργανισμός με εγγενώς διακρατική υφή, ενώ έχει και γνώση και λόγο - και δεν διστάζει να εκφραστεί με σαφήνεια και ένταση - δεν έχει συσχετισθεί με την γεύση επιβολής του ΔΝΤ και των Βρυξελλών. Εχει δε πρόσφατα "γνωρίσει" (με αφορμή το toolkit) την Ελληνική πραγματικότητα απο κοντά, έχει παίξει ρόλο υποβοήθησης των συνεννοήσεων ο Γενικός Διευθυντής του Ανχελ Γκουρία, που θάναι (στις 11 Φεβρουαρίου, κι αυτός!) στην Αθήνα.
    Όμως , με εμάς να αναζητούμε τον όποιο δρόμο περπατώντας, χρειάζεται παρόμοιες τομές να τις προωθήσει η "άλλη πλευρά". Καθώς και να παρατείνει (με δική της πρωτοβουλία;) τον χρόνο που τελειώνει.
    Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

     

    Το κείμενο του Α.Δ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ  δημοσιεύτηκε στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 9.2.2015

    Καταμέτρηση Άρθρων:
    0