Τρίτη, 28 Ιανουάριος 2020

Το 10ετές του Γιάννη Στουρνάρα

ypourgeio-oikonomikonΌταν ακούει κανείς, στην Ελλάδα, να γίνεται λόγος για Προγράμματα, για αναπτυξιακό σχεδιασμό και τα συναφή, εύλογα αισθάνεται να τον καταλαμβάνει ένα κύμα βαρεμάρας – αν όχι ένας εκνευρισμός. Όταν επιπροσθέτως ακούγονται εκκλήσεις για «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης» (σε αντιπαράθεση με το λαομίσητο Μνημόνιο κλπ) ο εκνευρισμός νομιμοποιείται να μετατραπεί σε πολιτική απόγνωση. Αμα μάλιστα αντί για τα ειθισμένα 5ετή γίνεται λόγος για 10ετές, δικαιολογείται κανείς να κουνήσει το κεφάλι: μνήμες δεκαετίας του ΄70 και του ΄80, κουβέντα στην κουβέντα, χαμένος χρόνος...

Αυτήν την φορά, όμως όταν ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας, μαζί με τον Ανάπτυξης Κωστή Χατζηδάκη, ανακοίνωσε ότι το ΙΟΒΕ και το ΚΕΠΕ θα συντάξουν μελέτη (μάλιστα με βαριά χρηματοδότηση από ΕΣΠΑ) που θα αναδεικνύει τους τομείς της οικονομίας στους οποίους μπορεί να βασισθεί «το αναπτυξιακό μοντέλο της επόμενης δεκαετίας» ένα αντανακλαστικό του τύπου «καλά, αυτά τα ξέρουμε» θα ήταν λάθος! Ειδικά υπό τις σημερινές συνθήκες, μια προσπάθεια προγραμματισμού με βάθος χρόνου είναι η μόνη διέξοδος για μιαν οικονομία γονατισμένη και με τον παραγωγικό ιστό αποσαθρωμένο σαν την Ελληνική. Μόνο σε αληθινά μακρό ορίζοντα – αυτό είναι το νόημα της 10ετίας, δηλαδή με δυο και τρεις «κανονικές» εκλογικές αναμετρήσεις μέσα στον σχεδιασμό και με την αληθινή μετεξέλιξη των Μνημονίων στο βάθος... - μπορεί να γίνεται σοβαρός λόγος για ξανακοίταγμα του παραγωγικού προτύπου. Ακόμη και η ριζική αναδιάρθρωση του χρέους, το OSI κλπ. μόνον στον μακρύ ορίζοντα έχει νόημα. Και μόνο σε τέτοιο ορίζοντα μπορούν να επιδιωχθούν γνήσιες κοινωνικές συναινέσεις. Υπάρχει όμως και το άλλο: ο νέος αυτός 10ετής σχεδιασμός (υποτίθεται ότι) θα αναδεικνύει και τους τομείς στους οποίους θα κατευθυνθούν οι πόροι του νέου ΕΣΠΑ για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

Αν δεν μας απατά η μνήμη μας, θα είναι η πρώτη φορά που το ΕΣΠΑ (δηλαδή τα Ευρωπαϊκά διαρθρωτικά κονδύλια) θα επιδιωχθεί να είναι μέσον του αναπτυξιακού σχεδιασμού και όχι οιονεί αυτοσκοπός, με όλες τις «δουλείες» που του επιβάλλουν οι εμμονές και ιδεοληψίες της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας – στις οποίες ήρθαμε εμείς και επισωρεύσαμε τις δικές μας αγκυλώσεις.

«Δουλείες», εμμονές, ιδεοληψίες ; Τι θέλει να πει ο ποιητής, θα αναρωτηθεί ενδεχομένως ο αναγνώστης. Ας γίνουμε σαφέστεροι λοιπόν. [Στην τεχνική στήριξη του επιχειρήματός μας δανειζόμαστε από την πείρα και την διαπραγματευτική γνώση του Αλέκου Κρητικού – που σήμερα λειτουργεί ως τραπεζίτης, όμως υπήρξε και στην Μόνιμη Αντιπροσωπεία στην ΕΟΚ και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τους πιο ουσιαστικούς συντελεστές αντιμετώπισης του «Ευρωπαϊκού» στην Ελλάδα].

Το ΕΣΠΑ ακολουθεί κανόνες επιλεξιμότητας –δηλαδή τι είδους έργα και δράσεις επιτρέπεται να χρηματοδοτηθούν – ενιαίους για όλη την ΕΕ. Τώρα, πόση σχέση έχουν τα προς αντιμετώπιση προβλήματα και οι δυνατότητες της σημερινής Ελλάδας της κρίσης με αυτά της Γερμανίας, ου μην αλλά και της Σουηδίας, είναι ερώτημα όχι για δυνατούς λύτες αλλά για δυνατά ...νεύρα. Μα, θα αντείπει ο υποψιασμένος αναγνώστης, δεν ισχύουν άλλα κριτήρια για τον «φτωχό» Νότο από αυτά που ισχύουν για τον ανεπτυγμένο Βορρά της Ευρώπης; Η απάντηση είναι όχι, δεν ισχύουν διαφορετικά κριτήρια! Επειδή ως βάση κατάταξης των Ευρωπαϊκών περιφερειών από άποψη προτεραιότητας παρέμβασης θα ληφθούν στοιχεία (κυρίως το ΑΕΠ) όχι πρόσφατα αλλά τα μετρηθέντα προ τριετίας –δηλαδή προ κρίσης για να εξηγούμαστε – οι ελληνικές περιφέρειες εξομοιώνονται κατ' αυτό με τις γερμανικές και τις σουηδικές.

«Εδώ τον πιάσαμε τον λύκο

κι εμείς ψάχνουμε ακόμη για το ντορό»

Αυτή η εμμονική αντίληψη ( λαμβάνονται υπ' όψιν μόνο τα «εναρμονισμένα» σε ευρωπαϊκό επίπεδο στατιστικά στοιχεία, και τέτοια στοιχεία δεν είναι διαθέσιμα για τα τρία τελευταία χρόνια) – θυμίζει την λαϊκή παροιμία «εδώ πιάσαμε τον λύκο κι εμείς ψάχνουμε ακόμα για το ντορό» – (ντορός=η μυρωδιά που αφήνει στο έδαφος το πέρασμα ενός ζώου), δεν έχει επίπτωση μόνο στο –πολύ – χαμηλότερο επίπεδο χρηματοδότησης των ελληνικών περιφερειών, άρα και της χώρας συνολικά, αλλά και στην επιλεξιμότητα των δράσεων, δηλαδή των επιμέρους έργων και ενεργειών που «επιτρέπεται» να χρηματοδοτηθούν!

Δηλαδή, στην κατηγορία περιφερειών στην οποία κατατάσσεται πλέον και η μεγάλη πλειονότητα των ελληνικών περιφερειών, επιτρέπονται περισσότερο «soft» ενέργειες (καινοτομία, πολλή επαγγελματική κατάρτιση- το Κοινωνικό Ταμείο πρέπει να καταλαμβάνει το 40% των προγραμμάτων) και ελάχιστα έως καθόλου υποδομές.

Υπάρχει όμως και μια άλλη επίπτωση της ίδιας «εμμονικής αντιμετώπισης». Η επιτρεπόμενη ένταση των προβλεπόμενων ενισχύσεων του (ιθαγενούς) Επενδυτικού Νόμου. Στις περιφέρειες αυτές –δηλαδή, επαναλαμβάνουμε,στην πλειονότητα των ελληνικών περιφερειών - τα ανώτατα επιτρεπόμενα ποσοστά ενίσχυσης είναι πολύ χαμηλότερα από αυτά που (θα) ισχύουν για τις περιφέρειες προτεραιότητας ( πιο γνωστές άλλοτε ως περιφέρειες «στόχου1», δηλαδή τις περισσότερο ενισχυόμενες). Τώρα, αν στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης έχουμε τέτοιες πολυτέλειες, αυτό είναι μάλλον δευτερεύον για τους συντάκτες των σχετικών Κανονισμών και εφαρμοστικών διατάξεων: προέχει βλέπετε το statistically correct!

Ας επιστρέψουμε όμως στα δικά μας: ορθότατα αναλαμβάνεται η πρωτοβουλία ενός γενικότερου αναπτυξιακού σχεδιασμού που θα ξεπερνά και θα εμπεριέχει το ΕΣΠΑ χωρίς όμως να περιορίζεται σε – και να δεσμεύεται από - αυτό. Αρκεί βέβαια, να τις εννοούμε αυτές τις προθέσεις προγραμματισμού. Να τις ακολουθήσουμε στην πράξη. Να μην αποτελέσουν απλώς «επικοινωνία»...

Οι παραπάνω διαπιστώσεις οδηγούν και στη σκέψη μήπως θα έπρεπε να επιδιωχθεί ως κεντρική διαπραγματευτική τακτική η χρηματοδότηση από την ΕΕ ενός «παράλληλου ΕΣΠΑ» για την Ελλάδα. Ενός «ΕΣΠΑ κρίσης» - περιέργως, το ενέταξε αυτό στον χειμαρρώδη λόγο του ο Βαγγέλος Βενιζέλος – στη βάση ενός ξεχωριστού και απλουστευμένου Κανονισμού (που θα μπορούσε /θα ώφειλε να συμπεριλάβει και άλλες «χώρες κρίσης»). Προκειμένου δε να μην προσκρούσει στις –λογικές – αντιδράσεις των άλλων επωφελούμενων από τη Συνοχή κρατών-μελών, αυτό το «παράλληλο» ΕΣΠΑ θα έπρεπε/μπορούσε να χρηματοδοτηθεί «εκτός προϋπολογισμού Συνοχής», δηλαδή από άλλες γραμμές του Προϋπολογισμού της ΕΕ. Ο τρόπος αυτός είναι ο μόνος που θα επέτρεπε, αν όχι να διατηρήσουμε, τουλάχιστον να προσεγγίσουμε ικανοποιητικά το ύψος χρηματοδότησης του ΕΣΠΑ 2007-2013, ενώ ταυτόχρονα θα επέτρεπε την συμφωνημένη παράκαμψη των αγκυλώσεων επιλεξιμότητας, κατάταξης περιφερειών κλπ. Γίνονται αυτά; Άμα ακούσει κανείς τους διάφορους Μπαρόζο, Χάαν, Ράϊχενμπαχ, κλπ. μπορούν τουλάχιστον να επιχειρηθούν...

«Η μάταιη προσπάθεια

δεν είναι και άχρηστη προσπάθεια»

Το επόμενο βήμα στην προγραμματική προσέγγιση είναι ο Επενδυτικός Νόμος. Αρκεί να απαλλαγεί –και αυτός- αφ' ενός από τις «δουλείες» του ευρωπαϊκού χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων και αφ' ετέρου από τα κατάλοιπα περί προτεραιότητας που έως τώρα δίνεται στην προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης. Τι θα πεί αυτό;

Στη σημερινή συγκυρία το σύνολο της χώρας πρέπει να αντιμετωπισθεί ως μία, ενιαία περιφέρεια. Σε μια περίοδο που θα τρέχει – λέμε, τώρα – το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, που θα συνεχίζουμε τον αγώνα προσέλκυσης ξένων επενδύσεων (αν το εννοούμε και αυτό...) σε τάξη μεγέθους γύρω στα 10 δις τον χρόνο, που θα κυνηγούμε και την τελευταία δυνατότητα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, δεν νοείται να παίζουμε με τις στατιστικές δολιχοδρομίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που θα συνεχίσουν να βασίζονται σε προ κρίσης στοιχεία και θα θέτουν εξωπραγματικά «ανώτατα επιτρεπτά όρια ενισχύσεων». Θα πρέπει να μπορεί να ενισχυθεί κάθε αξιόπιστη επένδυση ανεξαρτήτως του τόπου υλοποίησής της: τόσο απλά. Όταν επιτύχουμε την ανάπτυξη της χώρας, τότε και μόνο τότε θα ξαναδούμε και την επί μέρους και ανάπτυξη των περιφερειών της.

Σοβαρό, τέλος, μέλημα του νέου αναπτυξιακού σχεδιασμού πρέπει να είναι η ανάδειξη της σημασίας του χωρικού του σκέλους. Με άλλα λόγια, η χωροταξία θα πρέπει να είναι επίσης ένα από τα βασικά εργαλεία της ανάπτυξης, όχι όμως υπό τη σημερινή κρατούσα στην Ελλάδα αντίληψη που την περιορίζει σε οικιστικό και περιβαλλοντικό όρο (και σε πεδίο άσκησης μαξιμαλισμού του Συμβουλίου Επικρατείας, με το χαζοχαρούμενο χειροκρότημα ημών των μέσων ενημέρωσης). Ο χωροταξικός σχεδιασμός, ως εγγραφή της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής στο χώρο, πρέπει να ενταχθεί – ως αντίληψη αλλά και διοικητικά - στην ενιαία «ομπρέλλα» της συνολικής προσπάθειας που θα αναληφθεί με το 10ετές (να θυμηθούμε τη γαλλική DATAR και την υπαγωγή της απ' ευθείας στον Πρωθυπουργό;). Μας χρειάζεται ένας σοβαρός χωροταξικός σχεδιασμός που θα συνοδεύει και θα ενισχύει το πρόγραμμα αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.

«Γίνονται αυτά;» θα ρωτήσει και πάλι ο υποψιασμένος αναγνώστης. Ο μακαρίτης Δημήτρης Τσάτσος συνήθιζε να λέει ότι « η μάταιη προσπάθεια δεν είναι άχρηστη προσπάθεια». Επομένως, ακόμη και μάταιη αν αποδεικνυόταν η προσπάθεια που αναλαμβάνεται για το νέο «10ετές», δεν θα ήταν άχρηστη!

*Δημοσιεύτηκε στη Ναυτεμπορική στις 04-02-2013.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση