Κυριακή, 16 Ιούνιος 2019

Μετά τις Πρέσπες, ας δούμε τις ευκαιρίες

Η αντιπαράθεση γύρω από τη συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε πολιτικά τραυματική και κοινωνικά διχαστική. Μετά την κύρωση της συμφωνίας, η χώρα έχει ανάγκη να γυρίσει σελίδα και να καταστήσει τη νέα πραγματικότητα εθνικά επωφελή.
Μια αναπόφευκτη συνέπεια της κύρωσης είναι ότι αλλάζει το σημείο εστίασης. Πολλές περίπλοκες νομικές πτυχές απομένουν βέβαια να διευθετηθούν, με τον διάβολο να κρύβεται στις λεπτομέρειες. Όμως, η επέλευση των κύριων έννομων συνεπειών της συμφωνίας δεν μπορεί πλέον να αποτραπεί. Άρα αυτό που μένει ως σημείο εθνικής σύγκλισης είναι να αξιοποιήσουμε τις όποιες θετικές δυνατότητες, ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους.
Η μεγάλη εικόνα και η συνολική δυναμική μπορεί να υπερισχύσει των επιμέρους επώδυνων για μας παραχωρήσεων, όπως η αναγνώριση «μακεδονικής» ιθαγένειας και γλώσσας. Αλλά όχι από μόνη της, και όχι εάν δεν εργαστούμε γι' αυτό.
Τα θετικά της συμφωνίας προσφέρονται. Ο κόσμος θα σταματήσει να αναφέρεται επισήμως στη χώρα αυτή ως «Μακεδονία», η διμερής διένεξη μπορεί να λήξει, η γειτονική χώρα να αποκτήσει ευρωπαϊκή πορεία, που εγγυάται μεγαλύτερη σταθερότητα. Η «Βόρεια Μακεδονία» θα είναι μια μικρή χώρα εξαρτημένη από την Ελλάδα και στραμμένη προς τη Θεσσαλονίκη.
Όμως η όποια θετική δυναμική είναι ενδογενής και όχι δεδομένη. Τα αποτελέσματά της θα καθοριστούν κυρίως από τις πράξεις ή παραλείψεις του ισχυρότερου μέρους, που είμαστε εμείς. Έχουμε απέναντί μας μια χώρα της οποίας δεν είμαστε ο φτωχός συγγενής αλλά ο πλούσιος γείτονας.
Θα τους αντιμετωπίσουμε με γενναιοδωρία, θα τους αγκαλιάσουμε με την αυτοπεποίθηση που γεννά η υπεροχή; Ή θα κρατήσουμε μια φοβική και μίζερη στάση αδικημένου κακομοίρη που περιμένει την κατάλληλη στιγμή να πάρει το αίμα του πίσω; Θα λύσουμε λογαριασμούς του εικοστού αιώνα, ή θα αντλήσουμε τις ωφέλειες του εικοστού πρώτου;
Περιττεύει να πούμε ποια στάση ωφελεί περισσότερο τα εθνικά μας συμφέροντα. Και αυτό ισχύει εξίσου για όσους υποστήριξαν τη συμφωνία όσο και για κείνους που την απέρριψαν ως εθνικά ζημιογόνα.
Χρήσιμο είναι επίσης να ανακτήσουμε μια αίσθηση ιστορικού μέτρου. Αν ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1930 μπορούσε να υπογράψει σύμφωνο φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ, αν η Γαλλία του '50 μπορούσε να δημιουργήσει ευρωπαϊκή κοινότητα μαζί με τη Γερμανία, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς του Πολέμου νωπούς ακόμα στο έδαφός της, τότε σίγουρα μπορεί και η Ελλάδα, από θέση ισχύος, να εγκαινιάσει μια περίοδο στενής συνεργασίας με τον βόρειο γείτονά της.

Η ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ απομακρύνει (χωρίς να εξαλείφει) την αποσταθεροποιητική ρωσική επιρροή. Η Τουρκία θα εξακολουθήσει να επιδιώκει την εμπέδωση των ερεισμάτων της, όμως εμείς κρατάμε τα κλειδιά της ευρωπαϊκής τους προοπτικής. Πολύ σωστά υπενθύμισε ο Κ. Μητσοτάκης ότι η ευρωπαϊκή ενταξιακή πορεία του βόρειου γείτονα θα εξαρτάται από τη δική μας έγκριση.
Δεν είναι πρωτόγνωρο στην Ευρώπη οι ευεργετικές συνέπειες μιας διακρατικής σύμβασης να εξαρτώνται πλήρως από το πώς τα μέρη θα αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που δημιουργεί. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, που πυροδότησε την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, θα είχε ελάχιστη σημασία εάν οι επιχειρήσεις δεν είχαν ανοίξει τον δρόμο της ενοποίησης με διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, εάν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές δεν είχαν σπεύσει να ωφεληθούν, εάν οι Ευρωπαίοι πολίτες, φοιτητές και εργαζόμενοι δεν είχαν κινηθεί να αξιοποιήσουν τις ελευθερίες μετακίνησης και εγκατάστασης.
Έτσι κι εδώ. Αγαπά ή μισεί κανείς τη συμφωνία των Πρεσπών, θα μπορέσει να λειτουργήσει επωφελώς για την Ελλάδα εάν δουλέψουμε για να επεκτείνουμε την επιρροή μας στη χώρα αυτή. Εάν καλλιεργήσουμε τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας Μακεδονίας, του ελληνικού πολιτισμού στη γειτονική χώρα, προσελκύσουμε σπουδαστές τους στα ελληνικά πανεπιστήμια. Εάν εμπεδώσουμε εμπορικές συνεργασίες, που καθιστούν μονόδρομο τη θετική αλληλεξάρτηση και σύγκλιση συμφερόντων. Εάν προσεταιριστούμε αυτή τη χώρα ως σταθερό φίλο και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και (μελλοντικά) στην Ε.Ε. Εάν ξεπεράσουμε πικρίες του παρελθόντος χάριν των ευκαιριών του μέλλοντος. Και αυτά δεν είναι αφελείς Καντιανές φαντασιώσεις «αιώνιας ειρήνης», αλλά τα ιστορικά διδάγματα έξι δεκαετιών ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Και βέβαια τα Σκόπια δείχνουν αποφασιστικότητα στην προσέλκυση επενδύσεων και στη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις. Ο φορολογικός τους συντελεστής, όπως και στη Βουλγαρία, είναι 10%, ενώ στην Ελλάδα 29%. Η ελληνική κυβέρνηση απαντά στην πρόκληση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης με προεκλογικές αυξήσεις του ελάχιστου μισθού πέρα από τις αντοχές της οικονομίας – ενώ θα μπορούσε να συνδυάσει χαμηλότερη αύξηση με μείωση ασφαλιστικών εισφορών.
Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι μια αριστερή κυβέρνηση (με τρόπο ενίοτε αδίστακτο και κυνικό) πέρασε αυτή τη συμφωνία. Αλλά μια κυβέρνηση οικονομικά φιλελεύθερη θα είναι πολύ πιο κατάλληλη για να αξιοποιήσει και να διευρύνει τις εθνικές ευκαιρίες που δημιουργεί.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 3/2/2019. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση