Σάββατο, 13 Απρίλιος 2024

Ημέρες εθνικού πένθους...ως θέαμα

Την Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018, πάνω από καπνούς και στάχτες, ξεκίνησε από το πρωί η προπαγάνδα, η εργολαβία του μαζικού ντρεσαρίσματος. «Ξημερώνει δύσκολη μέρα για την κυβέρνηση...» ήταν το βασικό σχόλιο τηλεοπτικού σταθμού, «πρέπει να παραιτηθεί η κυβέρνηση...».

Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε πως από ημέρα της Δημοκρατίας μιλούσαμε για ημέρα εθνικού πένθους αφού, έως το βράδυ, οι νεκροί ήταν εβδομήντα έξι (το επόμενο πρωί της Τετάρτης έφτασαν τους ογδόντα), οι τραυματίες πολύ περισσότεροι από τους εκατόν πενήντα, με δεκάδες αγνοούμενους, δεδομένα που θεμελιώνουν -θεωρητικά- απουσία ετοιμότητας και προστατευτικών πολιτικών.

Σε μια κοινωνία ήδη εξασθενημένη από την οικονομική κρίση, την ηθική και τη δημοσιονομική φτώχεια, ήρθε να προστεθεί, για πολλοστή φορά, το φορτίο του θανάτου.

Ομως, το τραγικό της υπόθεσης δεν περιορίζεται στον αριθμό των θανόντων. Είναι η μετατροπή του θανάτου σε θέαμα. Γιατί είναι άλλο πράγμα η δουλειά των σωστικών συνεργείων και των ειδικών και άλλο το οπτικοποιημένο κυνήγι του θανάτου μέσω της παρακολούθησης των προσπαθειών εντοπισμού και διάσωσης ζώντων ή εντοπισμού πρόσθετων νεκρών σε 24ωρο εύρος.

Το τελευταίο οδηγεί σίγουρα στην αδυναμία της αναστοχαστικής σιωπηλής βίωσης αυτού που λέμε «εθνικό πένθος». Το χειρότερο είναι η αδυναμία διατύπωσης μιας απάντησης στα πολλά «γιατί και πώς» και, το ακόμα χειρότερο, η αδυναμία ανάπτυξης μηχανισμών πρόληψης, χειρισμού των μελλοντικών καταστροφών και άμβλυνσης των τραυμάτων τους.

Η μεγάλη κοινωνική μερίδα παρακολουθώντας την καταστροφή στους «τηλεμαραθώνιους ενημέρωσης», πίσω από το αίσθημα ασφάλειας του ιδιωτικού χώρου, πενθεί χωρίς να αφήνεται να πενθήσει. Γιατί ο πόνος ως εμπόρευμα καταπονεί και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ογκούμενη αλληλεγγύη.

Χρόνια πριν, στις 24 Ιουλίου του 1974, με την τραγωδία της Κύπρου, ίσχυαν περίπου τα ίδια. Τα ξημερώματα εκείνης της ημέρας, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων της καταρρέουσας χούντας και του αστικού πολιτικού κόσμου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε ορκιστεί πρωθυπουργός, ανοίγοντας την εποχή της Μεταπολίτευσης ή αλλιώς της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας. Και για να μην ξεχνιόμαστε, η μεταβολή εκείνη είχε σχεδόν προαναγγελθεί από τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος, δύο μέρες πριν, είχε μιλήσει για «... επικείμενη πολιτική αλλαγή στην Αθήνα».

Ομως, για την επερχόμενη καταστροφή της 24ης Ιουλίου 2018 και τις νέες ημέρες εθνικού πένθους δεν υπήρξε καμία προειδοποίηση. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού ουδέποτε είδαμε ότι οι προαναγγελίες είχαν ήδη γίνει σε όλες τις προηγούμενες τραγωδίες; Αν υποθέσουμε ότι είχε ναρκωθεί τότε η δημοκρατία μέσω πολιτικών ηρεμιστικών τη στιγμή που θα έπρεπε ν' αρχίσει η συζήτηση για την εδραίωσή της, το ίδιο ναρκώνεται ο πόνος και το πένθος, το ίδιο μπλοκάρεται η σκέψη για τον πόνο τη στιγμή που θα έπρεπε ν' αρχίσει πραγματικά.

Μήπως ο χαρακτήρας της μεταπολίτευσης, όσο κι αν δεν αρέσει σε αρκετούς, επέτρεψε την επίπλαστη ευημερία, τις νομιμοποιήσεις, τις οικοπεδοποιήσεις, τις αυθαιρεσίες, τα «αναπτυξιακά» δημοσιονομικά ελλείμματα, την αδιαφάνεια, τη διαπλοκή, τα χρέη, την αδυναμία αποπληρωμής, τη χρεοκοπία, τον πόνο, αλλά και τις προηγούμενες τραγωδίες;

Πέρυσι, ημέρες του Δεκαπενταύγουστου του 2017, από την ίδια στήλη, με αφορμή τις πυρκαγιές στον Κάλαμο, τα παραπάνω είχαν επισημανθεί χωρίς να αλλάξει κάτι. Οπως και σήμερα, έτσι και τότε είχαν υπερσχολιαστεί τα πάντα: είχαμε μάθει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες πώς διασχίζει η φωτιά τις εθνικές οδούς, πώς καίγεται το πεύκο και πώς το αυτοκίνητο κ.λπ.

Δεν είχαμε δώσει καμία απάντηση για την ποιότητα της δημοκρατίας μας ως επιλογής, για την προστασία των κοινόκτητων πόρων, του περιβάλλοντος∙ δεν είχαμε μιλήσει για σεβασμό στους κανόνες και τον συνάνθρωπο, για ρυθμιστικές αδυναμίες, για δυνητικές αλλαγές. Ούτε είχαμε απαντήσει σε μύρια ερωτήματα σχετικά με τις συνέπειες της επιλογής μας ανάμεσα σε ένα ατομικιστικό μοντέλο ευτυχίας και σε ένα περισσότερο κοινοτιστικό-συλλογικό μοντέλο.

«Γιατί στους παραθεριστικούς οικισμούς υπάρχουν τόσο στενοί δρόμοι που εμποδίζουν τα σωστικά μέσα στην κατάσταση ανάγκης; Πώς μερικές πολυόροφες ιδιοκτησίες βρέθηκαν καταμεσής του δάσους; Πώς εξηγείται το παράδοξο να θέλουμε -πολλοί μάλιστα πλήρωσαν γι' αυτό- την απουσία του κράτους και των ελεγκτικών μηχανισμών όταν χτίζουμε τις περιουσίες μας, αλλά να θέλουμε την παρουσία των κράτους και των σωστικών μηχανισμών όταν καίγονται οι περιουσίες μας;»

Είχαμε τονίσει ότι η πρωτιά της Ελλάδας στις παραβιάσεις των περιβαλλοντικών κανόνων, η έκταση και οι οικονομικές συνέπειες του περιβαλλοντικού εγκλήματος, η αδιαφάνεια και οι νομοθετικοί στροβιλισμοί εμβόλιμων φωτογραφικών διατάξεων εξυπηρέτησης συμφερόντων και η διαρκής προσπάθεια νομιμοποίησης βεβαιωμένων παρανομιών και άλλα συνήθη, μαζί με τις ευρείες συσκέψεις των αρμόδιων φορέων και παραγόντων για αναγκαίες δράσεις και θλιβερές αποτιμήσεις, δείχνουν για πολλοστή φορά ότι, στο τέλος, ο γυμνός άνθρωπος και το περιβάλλον, ως μη όφειλαν, παραμένουν οι κρίσιμοι παρίες της υπόθεσης. Θλίψη μόνο. Τι 'χες Γιάννη; Τι 'χα πάντα!

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 27/7/2018. 

Αιτήματα αλληλεγγύης σε μια Ευρώπη που παραπαίει

Σήμερα τα έθνη έχουν συντριβεί από τις επιταγές ενός παγκόσμιου καπιταλισμού υπό την καθοδήγηση χρηματοπιστωτικών αγορών χωρίς κανόνες. Το να αποτραβηχτούμε πίσω από τα σύνορά μας δεν μπορεί να είναι η απάντηση.

Δεν θα εξετάσω σε βάθος τα σημάδια δυσανεξίας που έρχονται από τη Βαυαρία, τα οποία έδωσαν το έναυσμα σε μια κυβερνητική κρίση απωθώντας το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή την απουσία διάθεσης συνεργασίας στο εσωτερικό της ΕΕ.
Η ευθύνη ανήκει σ' εκείνους τους ευρωπαϊστές, που δεν παραδέχονται ότι έχουν αμφιβολίες για μια αλληλέγγυα Ευρώπη. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ αντιπαράθεσε με εξαιρετικό τρόπο τη mauvaise foi (ΣτΜ κακή πίστη) στην bonne foi (ΣτΜ καλή πίστη). Ποιος από εμάς δεν έχει νιώσει αυτή την ελαφρά ανησυχία: δρούμε με καλή πίστη, αλλά σε πιο ήρεμες στιγμές μάς τρώει η αμφιβολία για τη συνέπεια των πεποιθήσεων που εκφράσαμε με τόση αδιαλλαξία.
Υπάρχει ένα κομβικό σημείο στο οποίο η ροή των επιχειρημάτων μας παραπαίει ανεπαίσθητα.
Η εμφάνιση του Εμανουέλ Μακρόν στην ευρωπαϊκή σκηνή αποτέλεσε το κρίσιμο στοιχείο, όσον αφορά τη γνώμη που έχουν οι Γερμανοί για τον εαυτό τους, οι οποίοι, την εποχή της κρίσης της ευρωζώνης ήταν κορδωμένοι και βέβαιοι ότι είναι ακόμη οι καλύτεροι, αυτοί που ξελασπώνουν όλους τους άλλους Ευρωπαίους.
Δεν συνδέω την αναγνώριση αυτής της mauvaise foi με καμία κριτική ηθικού τύπου. Γιατί όποιος έχει μια τέτοια πεποίθηση, σε ένα βαθμό σάπια στο εσωτερικό της, από μια άποψη δεν είναι εντελώς υπεύθυνος, από μια άλλη δεν είναι ούτε άμοιρος ευθυνών.

Οι ευθύνες της Γερμανίας

Υπό αυτή την έννοια υπάρχει μια αναλογία μεταξύ του ευρωπαϊσμού ημών των Γερμανών με το διαδεδομένο φαινόμενο στα κιστερσιανά μοναστήρια του 11ου αιώνα, όπου οι μοναχοί βασανίζονταν από αβεβαιότητες και έπεφταν σε μια μελαγχολική κατάσταση δυσανεξίας, με αποτέλεσμα να καταλήξουν στην αδράνεια.
Φυσικά, πολλοί κριτικοί της πολιτικής της λιτότητας που εμπνεύστηκε η Γερμανία, εκτός από το να τη θεωρούν λανθασμένη, υποψιάζονταν πάντα ότι πίσω από την αλληλεγγύη που η Γερμανία επιδείκνυε με καμάρι, κρυβόταν μια διάκριση. Όμως ο παραδοσιακός Τύπος για πολλά χρόνια έκανε τους Γερμανούς να πιστεύουν στον αλληλέγγυο ρόλο τους και τον καιρό της κρίσης, δηλαδή ότι ήταν ένας συνετός διαχειριστής της κρίσης και ένας γενναιόδωρος χρηματοδότης.
Η Γερμανία δεν είχε πάντα ως στόχο το καλό όλων των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης της ατυχούς προσπάθειας να δείξει την πόρτα στους Έλληνες; Απέναντι στις απροσδόκητες προκλήσεις που θέτει μια διεθνής κατάσταση αλλαγμένη ριζικά, αυτή η κολακευτική αυτοπροσωπογραφία εμφανίζει τις πρώτες ρωγμές.
Στην παλιά γερμανική ομοσπονδιακή δημοκρατία και μέχρι τον Κολ, η εικόνα των Γερμανών ως καλών ευρωπαϊστών είχε πραγματικούς λόγους ύπαρξης, που προέρχονταν και από μια κατάσταση πολιορκημένου έθνους, όχι μόνο υπό στρατιωτική έννοια. Η αίσθηση κανονικότητας ενός ευτυχισμένου, επιτέλους ενωμένου έθνους υπό τον Κολ, έδωσε σ' αυτή την ταυτότητα νέους τόνους ενισχύοντάς την.
Έπειτα από τις τραπεζικές και δημοσιονομικές κρίσεις, αυτή η εικόνα κατέληξε να γίνει όλο και πιο εγωιστική, λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά της mauvaise foi. Το κρίσιμο σημείο αυτής της αυταπάτης αποκαλύπτεται τη στιγμή κατά την οποία αναδύεται, αντίθετα, η έλλειψη εμπιστοσύνης μας στη διάθεση των άλλων εθνών, κυρίως εκείνων του ευρωπαϊκού Νότου, να συνεργαστούν.

Οι ατυχίες της αλληλεγγύης

Εάν ακούσουμε προσεκτικά όσα λέει, παρατηρούμε ότι η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ χρησιμοποιεί με ιδιαίτερο τρόπο τις εκφράσεις «ευσυνειδησία» και «αλληλεγγύη». Κατά τη διάρκεια μιας πρόσφατης συζήτησης με τη γερμανίδα δημοσιογράφο Άννε Βιλ, κάνοντας έκκληση για μια κοινή πολιτική δράση των ευρωπαίων εταίρων στο θέμα της πολιτικής ασύλου και του δασμολογικού πολέμου των ΗΠΑ, η καγκελάριος ζήτησε «ευσυνειδησία».
Σε γενικές γραμμές, ο εργοδότης είναι αυτός που περιμένει ευσυνειδησία από τους συνεργάτες του, ενώ η πολιτική δράση απαιτεί συνήθως περισσότερη αλληλεγγύη παρά ευσυνειδησία. Η επιλογή της καγκελαρίου να χρησιμοποιήσει σε αυτές τις περιπτώσεις τον όρο «ευσυνειδησία» εξηγείται από το γεγονός ότι εδώ και χρόνια χρησιμοποιεί την «αλληλεγγύη» με διαφορετική έννοια, περιορισμένη στο οικονομικό πλαίσιο.
«Αλληλεγγύη έναντι ευθύνης», λέει το σύνθημα που θέλει να χρυσώσει το χάπι της πολιτικής λιτότητας τα τελευταία χρόνια. Η έννοια της «αλληλεγγύης» αναφέρεται στη σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ φορέων που δεσμεύονται αυθόρμητα σε μια κοινή πολιτική ενέργεια. Αλληλεγγύη δεν σημαίνει αγάπη για τον πλησίον, αλλά άρνηση των εξαρτήσεων που ωφελούν ένα από τα μέρη.
Όποιος φέρεται με αλληλέγγυο τρόπο, είναι διατεθειμένος, τόσο για το μακροπρόθεσμο δικό του συμφέρον, όσο και λόγω της πίστης ότι οι άλλοι σε ανάλογες περιστάσεις θα φερθούν με τον ίδιο τρόπο, να βρεθεί σε μειονεκτική θέση βραχυπρόθεσμα. Αμοιβαία εμπιστοσύνη, στην περίπτωσή μας, που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. Στη στενή εξάρτηση που επιβλήθηκε από τις λεγόμενες υπηρεσίες αλληλεγγύης αποκαλύπτεται αντίθετα η έλλειψη σε εμάς τους Γερμανούς μιας τέτοιας βάσης εμπιστοσύνης και της συνεπαγόμενης κενότητας των αισθημάτων μας, σε εθνικό επίπεδο, ως καλών Ευρωπαίων.
Στις διαπραγματεύσεις για τις προτάσεις μεταρρύθμισης του Μακρόν, η Γερμανία και άλλες χώρες διστάζουν να μετασχηματίσουν ισχυροποιώντας τη νομισματική ένωση (που σήμερα λειτουργεί σε καθόλου άριστες συνθήκες) ώστε να γίνει πραγματική ευρωπαϊκή πολιτική ένωση.

Από τη σταθερότητα στη σύγκλιση

Θα χρειαζόταν να «θωρακιστεί» η δημοκρατική ευρωζώνη –όχι μόνο κατά των κερδοσκόπων- αλλά με μια αδιαφιλονίκητη τραπεζική ένωση, μια ασφάλεια των αποταμιεύσεων και ένα νομισματικό ταμείο, που να ελέγχεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Θα έπρεπε να είναι πάνω απ' όλα εφοδιασμένη με τις αρμοδιότητες και τα μέσα προϋπολογισμού, για να παρεμβαίνει και να καταπολεμά τις οικονομικές και κοινωνικές αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών. Το θέμα δεν είναι μόνο η δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά να επιτύχουμε σύγκλιση, αξιόπιστες πολιτικές προθέσεις εκ μέρους των ισχυρότερων κρατών μελών κάτω από ένα οικονομικό και πολιτικό προφίλ, να διατηρήσουμε τις προδομένες υποσχέσεις του ενιαίου νομίσματος, ότι θα παρήγε μια οικονομική ανάπτυξη με σύγκλιση.
Ο δεξιός λαϊκισμός μπορεί και να προκαλέσει μια κλιμάκωση προκαταλήψεων απέναντι στους μετανάστες και να εκμεταλλευτεί το φόβο που έχουν τα μεσαία στρώματα για τον εκσυγχρονισμό, όμως τα συμπτώματα δεν είναι η ίδια η αρρώστια. Η βαθύτερη αιτία της πολιτικής οπισθοδρόμησης είναι η απτή απογοήτευση για το γεγονός ότι από την ΕΕ με τη σημερινή μορφή της απουσιάζει η αναγκαία ικανότητα πολιτικής δράσης για να αντιταχθεί στις τάσεις αυξανόμενης κοινωνικής ανισότητας όχι μόνο στο εσωτερικό των κρατών μελών, αλλά και μεταξύ τους.
Ο δεξιός λαϊκισμός οφείλεται κατ' αρχήν στη διαδεδομένη συνειδητοποίηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων ότι από την ΕΕ λείπει η πολιτική βούληση να αναπτύξει μια πραγματική ικανότητα δράσης. Ο πυρήνας της Ευρώπης, που βρίσκεται σήμερα σε κίνδυνο, μετασχηματισμένος σε μια ευρω-ένωση ικανή να δράσει, θα ήταν η μοναδική νοητή δύναμη ενάντια στην περαιτέρω καταστροφή του κοινωνικού μας μοντέλου, που τόσο επικαλούμαστε. Αντίθετα, στην τρέχουσα μορφή της, η Ένωση δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο από το να επιταχύνει αυτή την αποσταθεροποίηση.
Η αιτία της «τραμπικής» κατάντιας της Ευρώπης είναι η εξαιρετικά ρεαλιστική αυξανόμενη συνειδητοποίηση εκ μέρους των ευρωπαϊκών πληθυσμών, ότι απουσιάζει μια αξιόπιστη πολιτική βούληση για να βγούμε απ' αυτόν τον φαύλο κύκλο. Αντίθετα, οι πολιτικές ελίτ καταπίνονται από τη δίνη ενός δειλού οπορτουνισμού, συνδεδεμένου με τις δημοσκοπήσεις, με σκοπό τη διατήρηση της εξουσίας βραχυπρόθεσμα. Είμαι της γνώμης ότι οι πολιτικές ελίτ –και πάνω απ' όλα τα αποθαρρυμένα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα- δεν έχουν αρκετή εμπιστοσύνη στις ικανότητες των ψηφοφόρων τους.

Σήμα κινδύνου η ιταλική κρίση

Η ιταλική κρίση είναι ίσως η πρώτη ευκαιρία για να σκεφτούμε πόσο χυδαία είναι να επιβάλεις αυστηρούς κανόνες στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση υπέρ των ισχυρότερων οικονομικά κρατών μελών, χωρίς να κάνεις σε αντιστάθμισμα ανοίγματα σε χώρους και αρμοδιότητες για μια κοινή ευέλικτη δράση.
Γι' αυτό, το πρώτο μικρό βήμα προς τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, που ο Μακρόν απέσπασε από τη Μέρκελ πριν από μερικές εβδομάδες, αποκτά μια τόσο μεγάλη συμβολική αξία. Είναι πολύ παράξενο ότι μια Γερμανία που βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο, πουλάει κομμάτι-κομμάτι την ισχυρή της αντίσταση απέναντι σε κάθε βήμα προς την ολοκλήρωση. Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω το γιατί η γερμανική κυβέρνηση πιστεύει ότι θα κατορθώσει να πείσει τους εταίρους για κοινές δράσεις στα ζητήματα της πολιτικής για τους πρόσφυγες, της εξωτερικής πολιτικής και του εξωτερικού εμπορίου (βλέπε αμερικανικούς δασμούς), που είναι για μας τόσο σημαντικά, όταν ταυτόχρονα εμποδίζει αυτές τις κοινές δράσεις στο ζωτικής σημασίας ζήτημα της πολιτικής ενίσχυσης της ευρωζώνης.
Η γερμανική κυβέρνηση βάζει σαν τη στρουθοκάμηλο το κεφάλι της στην άμμο, ενώ ο γάλλος πρόεδρος εκφράζει ξεκάθαρα την πρόθεση να καταστήσει την Ευρώπη έναν παγκόσμιο παράγοντα στο πλαίσιο μια φιλελεύθερης και θεμιτής παγκόσμιας τάξης. Επίσης, ο αντίκτυπος που είχε ο συμβιβασμός Γαλλίας- Γερμανίας στον γερμανικό Τύπο είναι παραπλανητικός: μοιάζει σαν ο Μακρόν με τη συναίνεση στον προϋπολογισμό της ευρωζώνης να είχε μια αναγκαία επιτυχία σε αντάλλαγμα της στήριξης που παρείχε στην πολιτική ασύλου της Μέρκελ. Αυτό αποκρύπτει το γεγονός ότι ο Μακρόν τουλάχιστον πέτυχε την πρόσβαση σε μια ατζέντα που πηγαίνει πέρα από τα συμφέροντα μιας μεμονωμένης χώρας, ενώ η Μέρκελ αγωνίζεται για την προσωπική της πολιτική επιβίωση.
Στον Μακρόν ασκείται δίκαιη κριτική στην πατρίδα του για τις ελάχιστα ισορροπημένες μεταρρυθμίσεις του, αλλά ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους ευρωπαίους ηγέτες, επειδή αξιολογεί κάθε σημερινό πρόβλημα από μια ευρύτερη οπτική και επομένως δεν περιορίζεται στην απλή δράση ως αντίδραση. Τον χαρακτηρίζει το θάρρος μιας σχεδιασμένης πολιτικής και οι επιτυχίες του διαψεύδουν τη θεωρία, σύμφωνα με την οποία η πολυπλοκότητα της κοινωνίας θα επέτρεπε μόνο να ενεργούμε αντιδρώντας στις συγκρούσεις για να τις αποφύγουμε.

Ο αφοπλισμός της πολιτικής

Η προοπτική της αιώνιας ανόδου και παρακμής των αυτοκρατοριών είναι εκτός του ιστορικού νεωτερισμού της σημερινής κατάστασης. Η όλο και πιο ενοποιημένη παγκόσμια κοινωνία είναι παρόλα αυτά ακόμη κατακερματισμένη. Ο αφοπλισμός της πολιτικής δημιουργεί μια αίσθηση ορίου, απέναντι στο οποίο οι πληθυσμοί σήμερα κρατάνε την ανάσα τους και απαρνούνται τις υπερεθνικές μορφές πολιτικής ολοκλήρωσης πέρα από τα εθνικά σύνορα. Οι υπερασπιστές του πολιτικού ρεαλισμού που εκφράζουν όλη την περιφρόνησή τους σ' αυτή τη στάση, ξεχνούν ότι η θεωρία τους για τον ψυχρό πόλεμο ήταν αντιληπτή μεταξύ δύο ορθολογικών φορέων.
Πού είναι ο ορθολογισμός της δράσης στο σημερινό σενάριο; Κάτω από το ιστορικό προφίλ, το αναγκαίο βήμα στην κατεύθυνση μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης ικανής για πολιτική δράση, αντιστοιχεί με τη συνέχιση μιας διαδικασίας εκμάθησης, που άρχισε τον καιρό της οικοδόμησης της εθνικής ταυτότητας τον 19ο αιώνα. Ακόμη και τότε η επίγνωση του να ανήκει κάποιος σε ένα έθνος, πέρα από τη χώρα, το κράτος και την περιφέρεια προέλευσης δεν ήρθε με φυσικό τρόπο. Προσαρμόστηκε από τις κυρίαρχες ελίτ στο ήδη υπάρχον λειτουργικό πλαίσιο των σύγχρονων κυρίαρχων κρατών και των οικονομιών.
Σήμερα οι εθνικοί πληθυσμοί έχουν συντριβεί από τις πολιτικά ανεξέλεγκτες εργαλειακές επιταγές ενός παγκόσμιου καπιταλισμού που καθοδηγείται από χρηματοπιστωτικές αγορές χωρίς κανόνες. Το να αποτραβηχτούμε πίσω από τα εθνικά μας σύνορα δεν μπορεί να είναι η σωστή απάντηση. Αυτό ισχύει πάνω απ' όλα για τις πολιτικές ασύλου, αν οι ευρωπαϊκές χώρες δεν θέλουν να βυθιστούν και πάλι στη δηλητηριασμένη νοοτροπία που χαρακτηρίζει τις αποικιακές δυνάμεις.

(Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς)

*Σημ: Η ομιλία του Γ. Χάμπερμας εκφωνήθηκε κατά την απονομή του βραβείου του Γαλλογερμανικού Συνδέσμου Μέσων Ενημέρωσης στο γερμανό φιλόσοφο. Δημοσιεύτηκε στην ιταλική Republica.

**Δημοσιεύτηκε στην "Εποχή" στις 22/7/2018. 

Το τέλος του ήσυχου κόσμου

Η αδρή περιγραφή του κόσμου ήρθε την εβδομάδα που πέρασε από τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα. Με μία συγκαλυμμένη επίθεση στον απρόβλεπτο Ντόναλντ Τραμπ, ο Ομπάμα μίλησε για «περίεργες και αβέβαιες εποχές»∙ για «πολιτικές του φόβου και της μνησικακίας». Τέλος, μίλησε για πολιτικούς ηγέτες «που λένε ψέματα χωρίς καμία απολύτως ντροπή και που, απλώς, περιφρονώντας τα γεγονότα, προσπαθούν να λένε και άλλα ψέματα».

Ο τέως πρόεδρος Ομπάμα στην περίοδο της παντοδυναμίας του απέτυχε να δει τον κόσμο του. Δεν είδε πως οι αμερικανικές αξίες δεν αποτελούσαν πανάκεια στο έλλειμμα δημοκρατίας της μεταμοντέρνας διεθνούς διακυβέρνησης. Ετσι, αρκέστηκε να μιλήσει περισσότερο σαν «αντικειμενικός παρατηρητής» ενός ταραγμένου κόσμου και, στην καλύτερη περίπτωση, σαν ένα αξιοσέβαστο μέλος ενός παλιομοδίτικου παγκόσμιου ρυθμιστικού δικτύου το οποίο, κάποια στιγμή, ονειρεύτηκε κάποια «δημοκρατική τάξη πραγμάτων» υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς αιματοχυσία κ.λπ., κ.λπ.

Αυτή η ιδέα τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα μοιάζει με σενάριο φαντασίας –μάλλον ανιαρό– που στοχεύει στη διάσωση του παλαιού δυτικού διεθνιστικού ονείρου υπό την ομπρέλα των λεγόμενων τεχνοκρατικών «βέλτιστων πρακτικών» αλλά και στη διάσωση των μεταπολεμικών ιδεών ειρήνης στο πλαίσιο ενός πολέμου που ουδέποτε έγινε, αφού δεν ήταν ακριβώς «κάποιος πόλεμος για να κερδηθεί», αλλά κάτι για να ισορροπεί τη διεθνή αταξία. Αντίθετα, ας θυμηθούμε ότι οι πολύ παλαιές γενεές των σημερινών Ευρωπαίων μεγάλωσαν δίχως να γνωρίζουν τίποτα άλλο εκτός από τον πόλεμο.

Στον βαθμό που μετέχουμε και μας ενδιαφέρει, είναι αλήθεια πως στην Ε.Ε. η αισιοδοξία και η αρχική φρεσκάδα της Ενωσης των Λαών έχει μετατραπεί σε αβεβαιότητα, ανησυχία και κούραση. Κατά το σχόλιο του ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ, ο ευρωπαϊκός διεθνισμός, έχοντας απολέσει τις ιδρυτικές του καταβολές, δεν αποτελεί πλέον πηγή ούτε πολιτικής ελευθερίας –όπως ήλπιζαν οι φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα– ούτε κοινωνικής ευημερίας –που ίσχυσε κατά την περίοδο της «χρυσής τριακονταετίας».

Αυτή καθ' εαυτή η πτώση της ευρωπαϊκής νομιμοποίησης στο εσωτερικό της Ε.Ε., χώρια τα προβλήματα της νομισματικής αρχιτεκτονικής που αναδείχθηκαν μετά την παγκόσμια κρίση του 2008, εξασθενεί περαιτέρω την Ε.Ε. Ταυτόχρονα, ενισχύει την αξίωση που απέκτησαν οι ΗΠΑ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο να εξαιρούν τον εαυτό τους από διεθνείς δεσμεύσεις και συμφωνίες, να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις της «γηραιάς ηπείρου» και να χρησιμοποιούν την υπόθεση των «αποτυχημένων κρατών» ως δικαιολογία διαμελισμών, εισβολών και, τέλος, εκτελεστικής επικυριαρχίας από μια ελεγχόμενη «ευρωπαϊκού τύπου» ή από διεθνείς συμμαχίες καθαρά made in USA.

Το μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε σε περιοχές της Αφρικής επαναχρησιμοποιήθηκε και στη Βαλκανική, όπως έγινε στην πρώην Γιουγκοσλαβία, με το Κοσσυφοπέδιο, ή όπως επιχειρείται σήμερα με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Ετσι, ως προς το θέμα της ΠΓΔΜ και τη Συμφωνία των Πρεσπών, καλό θα ήταν να αφήσουμε κατά μέρος τα απόλυτα «υπέρ» και τα απόλυτα «κατά», και να περιμένουμε να δούμε. Υπάρχει δρόμος και γεωπολιτική ουρά.

Και γιατί άλλο; Διότι το ζήτημα σχετικά με τη θέση και τον ρόλο της Ελλάδας στην ανήσυχη περιοχή θα πρέπει πρώτα να σχετιστεί με πραγματικές και λιγότερο με φανταστικές δυνατότητες: η Ελλάδα είναι μικρή για να μπορέσει να παίξει κάποιο σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα παραιτείται από τα πραγματικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα, ούτε από την ανάγκη του λαού για αυτεπίγνωση και πίστη στη δυνητική μελλοντική παρουσία του.

Επιπρόσθετα, ανεξάρτητα από την αφήγηση και την εικόνα που δίνουν η εγχώρια πολιτική ελίτ (κυβέρνηση και αντιπολίτευση) και τα παραπολιτικά των Μίντια, η εσωτερική και η εξωτερική πολιτική επικαθορίζεται σήμερα από το ότι το χέρι που παίρνει βρίσκεται πάντοτε κάτω από το χέρι που δίνει. Και η χώρα πήρε δανεικό χρήμα από τους θεσμούς της Ε.Ε., τους οποίους ελέγχει η λεγόμενη Λέσχη του Βερολίνου, και από έναν κατεξοχήν αμερικανικό πυλώνα εξαγωγής νεοφιλελευθερισμού και της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον, το ΔΝΤ.

Από την άλλη, ιστορικά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η ίδια η Ευρώπη ήταν ένα χέρι που πήρε χρήμα από τους Αμερικανούς, οι οποίοι επέβαλαν στους δυτικούς συμμάχους τους τη γενναία πράξη άφεσης υπέρ του λαού της ηττημένης χιτλερικής Γερμανίας – την οποία οι Γάλλοι και μια ισχυρή πολιτική μερίδα στην Αγγλία σκέφτονταν να εγκαταλείψουν στη μορφή μιας αφοπλισμένης, ερειπωμένης, ταπεινωμένης και υπανάπτυκτης μεταπολεμικής αγροτικής παραγκούπολης.

Αν κάτι θα πρέπει να παρηγορεί και να μας κάνει αισιόδοξους, εκτός από το καλοκαίρι, είναι ότι το «περίεργες και αβέβαιες εποχές» ίσχυε πάντα και ότι ποτέ δεν ησύχασε ο κόσμος. Ενας Ευρωπαίος σοφός, ο Εμίλ Ντιρκέμ, το είχε περιγράψει ως κατάσταση ανομίας, όπου το παλιό δεν έχει φύγει ακόμα εντελώς από το προσκήνιο, και το νέο δεν έχει ακόμα εγκατασταθεί εντελώς στα κοινωνικά πράγματα. Εδώ βρισκόμαστε... και όχι σε κάποιο τέλος του ήσυχου κόσμου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 21/7/2018. 

Τα σύγχρονα δημόσια ψέματα και τα θύματά τους

Η εσκεμμένη παραπληροφόρηση, με δύο στοχεύσεις, τον επηρεασμό α) των εκλογών και β) των πολιτικών για τη μετανάστευση, είναι οι βασικές κατηγορίες fake news (ψευδών ειδήσεων) που μπορούν να ζημιώσουν την κοινωνία, σύμφωνα με τις απαντήσεις στη δημόσια διαβούλευση που πραγματοποίησε η Κομισιόν την περίοδο Νοεμβρίου 2017- Μαρτίου 2018. Η διαβούλευση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο έρευνας της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων Υψηλού Επιπέδου, που ανέλαβε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διερευνήσει το φαινόμενο των fake news προκειμένου να ληφθούν μέτρα για την καταπολέμησή τους, ώστε να προστατευθούν οι πολίτες και η δημοκρατία.

Τι είναι fake news; Ο ορισμός: Η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων στην έκθεσή της επικεντρώνεται στα προβλήματα που συνδέονται με την «παραπληροφόρηση» στο Διαδίκτυο και όχι στις «ψευδείς ειδήσεις». Κι αυτό γιατί ο όρος «ψευδείς ειδήσεις» είναι ακατάλληλος για να αποτυπώσει τα περίπλοκα προβλήματα της παραπληροφόρησης, όπως π.χ. η συχνή ανάμιξη κατασκευασμένων στοιχείων με πραγματικά περιστατικά.

Η παραπληροφόρηση ορίζεται ως «ψευδείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες που κατασκευάζονται, παρουσιάζονται και προωθούνται με σκοπό το κέρδος ή για να ζημιώσουν το κοινό συμφέρον». Οι πληροφορίες αυτές, σύμφωνα με την Έκθεση, μπορούν να υπονομεύσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες και αξίες και να θέσουν στο στόχαστρο διάφορους τομείς, όπως π.χ. η υγεία, η επιστήμη, η εκπαίδευση και ο χρηματοπιστωτικός τομέας.

Πώς αντιμετωπίζονται τα fake news; Οι προτάσεις:

Ο διαρκώς παρών κίνδυνος της λογοκρισίας και ο φόβος πιθανής κρατικής παρέμβασης στο περιεχόμενο των ΜΜΕ με αφορμή ή πρόσχημα περιπτώσεις fake news, οδήγησε την Ομάδα Εμπειρογνωμόνων στην υιοθέτηση προτάσεων αυτορύθμισης και όχι καταστολής ή, ακόμα χειρότερα, πρόληψης. Η Έκθεση υπογραμμίζει την ανάγκη συμμετοχής όλων των ενδιαφερόμενων μερών και της λήψης μέτρων στις εξής κατευθύνσεις:

* Προώθηση του γραμματισμού (εκπαίδευσης) στα Μέσα Επικοινωνίας για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης.

* Ανάπτυξη εργαλείων που δίνουν στους χρήστες και στους δημοσιογράφους τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν την παραπληροφόρηση. (Ήδη η Ε.Ε. διερευνά εργαλεία λογισμικού για τον εντοπισμό των fake news, που προτείνουν τεχνικοί και εταιρείες).

* Διασφάλιση της πολυμορφίας και της βιωσιμότητας των ευρωπαϊκών, παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης.

* Συνέχιση των ερευνών σχετικά με τον αντίκτυπο της παραπληροφόρησης στην Ευρώπη.

* Κατάρτιση Κώδικα Αρχών (Δεοντολογία) τον οποίο θα πρέπει να δεσμευτούν ότι θα τηρούν οι διαδικτυακές πλατφόρμες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μία από τις 10 βασικές αρχές προβλέπει, π.χ., ότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες θα πρέπει να μεριμνούν για τη διαφάνεια των εργασιών τους, εξηγώντας πώς επιλέγονται από τους αλγορίθμους οι ειδήσεις που προβάλλονται.

* Οι πλατφόρμες του Διαδικτύου ενθαρρύνονται να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα σε συνεργασία με ευρωπαϊκά ειδησεογραφικά πρακτορεία ειδήσεων ώστε να βελτιωθεί η προβολή ασφαλών, αξιόπιστων ειδήσεων και να διευκολυνθεί η πρόσβαση των χρηστών σε αυτές.

* Η λήψη μέτρων είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά τη διάρκεια προεκλογικών περιόδων

* Παρακολούθηση της υλοποίησης των μέτρων και τακτική αναθεώρησή τους.

Η κλίμακα εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ. Το ελληνικό παράδοξο:

Η τελευταία έρευνα του Ευρωβαρόμετρου (Μάρτιος 2018) αλλά και προηγούμενες, διαπιστώνουν μια επίμονη δυσπιστία των Ελλήνων απέναντι στα «παραδοσιακά» ΜΜΕ, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες: μόλις 4 στους 10 εμπιστεύονται την ενημέρωση που παρέχει η τηλεόραση, σε αντίθεση (7/10) με τους Ευρωπαίους. Το 57% των Ελλήνων δεν εμπιστεύεται την τηλεόραση, έναντι 29% του αντίστοιχου κοινοτικού μέσου όρου. Παρόμοια εικόνα έλλειψης εμπιστοσύνης παρουσιάζουν και τα άλλα «παραδοσιακά» μέσα, όπως το ραδιόφωνο (Ευρώπη 70% εμπιστοσύνη - Ελλάδα 57%), εφημερίδες/περιοδικά (Ευρώπη 74% - Ελλάδα 51%), με αποτέλεσμα η χώρα να κατατάσσεται περί την 26η θέση στην Ε.Ε. ως προς την εμπιστοσύνη της στα ΜΜΕ.

Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες εμφανίζονται να έχουν ιδιαίτερα αυξημένη εμπιστοσύνη για ενημέρωση στις on line πλατφόρμες εικόνων και ήχων (Ευρώπη 27% - Ελλάδα 29%) αλλά και στα κοινωνικά δίκτυα και εφαρμογές μηνυμάτων (Ευρώπη 26% - Ελλάδα 31%), παρ' ότι θεωρούνται τα κατεξοχήν εργαλεία διάδοσης της παραπληροφόρησης.

Τυχαίο; Καθόλου. Στην Ελλάδα τα «παραδοσιακά ΜΜΕ» αποτελούν σημαντικούς φορείς παραπληροφόρησης και προπαγάνδας, ιδίως από την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης. Το Mega, παλαιότερα και ο ΣΚΑΪ σήμερα κρατούν τα σκήπτρα της παραπληροφόρησης. Για ποιο λόγο να τα εμπιστευτεί κάποιος; Στην ίδια απαξίωση έχουν περιέλθει και οι μεγάλοι τίτλοι παραδοσιακών εφημερίδων. Οι Έλληνες υποκύπτουν έτσι στη γοητεία της ενημέρωσης από τα social media, κάτι μεταξύ διαφημίσεων, πληρωμένων καταχωρίσεων και troll σχολιασμών.

*Δημσοιεύτηκε στην "Αυγή" στις 22/7/2018. 

Να καταργηθούν ή όχι οι Πανελλαδικές Εξετάσεις;

Καλύτερο εξεταστικό μοντέλο

Τ​​ο ζητούμενο είναι ποιος είναι ο κατάλληλος ψυχοπνευματικός χρόνος και τρόπος επιλογής. Σχεδόν όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα εξετάζουν και επιλέγουν. Οι αναφορές σε πρόσβαση στα ΑΕΙ «χωρίς εξετάσεις» είναι παραπλανητικές. Στοχεύουν στο κοινωνικό θυμικό. Πρόσβαση στα ΑΕΙ σημαίνει πρόσβαση στο σχεδιασμένο γνωστικό αποτέλεσμα της επίπονης και μακρόχρονης διαδικασίας φοίτησης. Οχι πρόσβαση στο πρώτο εισαγωγικό έτος. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι υψηλό αγαθό και κατακτημένο δικαίωμα. Η προηγούμενη φράση, έτσι γενικευτική, διατηρεί την αξία της, αλλά ενίοτε γίνεται παραπειστική. Είναι εφικτό η θέση στην εκπαίδευση να προσδιορίζεται κατά τη θέληση εκείνου που θα εκπαιδευθεί; Με τρόπο ελεύθερο και προσωπικά επιλεγμένο, ασφαλώς. Η γνώση μπορεί να κατακτηθεί με ποικίλους τρόπους. Με τις εξετάσεις, σε όποιο σημείο της εκπαιδευτικής πορείας κι αν τίθενται, επιτυγχάνονται τρεις στόχοι: η προσαρμογή των σπουδαστικών προθέσεων στις θεσμικές δυνατότητες, ο έλεγχος της ποιότητας των προαπαιτούμενων γνώσεων και η παιδαγωγική προτροπή που υποδεικνύει ότι μία διάκριση απαιτεί μόχθο και άμιλλα.

Οι εισαγωγικές εξετάσεις καθιερώθηκαν στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1920, εξαιτίας της αδυναμίας της ανώτατης εκπαίδευσης της εποχής να απορροφήσει τη ζήτηση. Επομένως, κάποτε η διάβαση στο πανεπιστήμιο γινόταν ανεμπόδιστα, μόνον με φίλτρο τη γυμνασιακή αποφοίτηση. Είχε σωρεύσει σοβαρά προβλήματα η πρακτική αυτή. Κυρίως, μετέθετε το βάρος της αξιολόγησης στα ΑΕΙ. Ηδη υδροκέφαλο θεσμό, που δεν μπορεί με τις σταθερές του δυνάμεις να φέρει σε πέρας και την πρόσθετη αυτή αποστολή. Το αντεπιχείρημα ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει αληθεύει. Αλλά έχουν γίνει συνθετότερα.

Είναι κρατούσα μία αντίληψη που μιλάει για τις δυνατότητες που διανοίγονται για τη νεολαία να αποφύγει την εξεταστική καταπίεση και να ζήσει την πραγματική ζωή. Υπάρχει υπερ-αισιοδοξία. Μάλλον παρατεταμένη αμηχανία θα κυριαρχήσει. Διεθνώς, σύγχρονα μεταπτυχιακά προγράμματα «συμφιλιώνουν» τα ειδικά ενδιαφέροντα μέσα σε διεπιστημονικό πλαίσιο. Βοηθούν την επιστήμη και τον επαναπροσδιορισμό των νέων, ταυτοχρόνως. Καλύτερα εξεταστικά μοντέλα, επίσης υπάρχουν.

Οφείλουμε να εξηγούμε εύστοχα και διαρκώς στα παιδιά μας την έννοια της εκπαίδευσης. Δεν το κάνουμε. Το πληρώνουμε: κυριολεκτικώς και μεταφορικώς.

* Ο κ. Παναγιώτης Γ. Κιμουρτζής είναι Kαθηγητής Παιδαγωγικών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες

Σ​​χολείο χωρίς κάποια μορφή εξέτασης δεν υπήρξε, δεν θα υπάρξει. Ακόμη και τα πιο φιλελεύθερα ή αντιαυταρχικά παιδαγωγικά συστήματα δεν είναι απαλλαγμένα από μορφές εξετάσεων και ελέγχου. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει εξέταση: οι μορφές της, η συχνότητα και το βάρος της στην παιδαγωγική διαδικασία. Στην παραδοσιακή παιδαγωγική η εξέταση είναι το παν: μέσο ελέγχου, αξιολόγησης, πιστοποίησης της γνώσης. Η μάθηση εδράζεται σε μία διπολική ιεραρχική σχέση. Τον δάσκαλο, απόλυτο φορέα της γνώσης και της μετάδοσής της, και τον μαθητή, παθητικό αποδέκτη. Στο πλαίσιο αυτό, η περιοδική εξέταση είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος μάθησης. Οσο συχνότερη και αυστηρότερη, τόσο ακριβέστερος είναι ο έλεγχος της γνώσης.

Στις σύγχρονες παιδαγωγικές, η παιδαγωγική σχέση είναι σύνθετη, πολυπολική με την εμπλοκή παραγόντων όπως η οικογένεια. Το παιδί δεν είναι παθητικός δέκτης αλλά σκεπτόμενο ον που αλληλεπιδρά, μαθαίνει από όλους τους φορείς παιδαγωγικής διαδικασίας και έχει λόγο. Ο δάσκαλος δεν είναι αυθεντία, οι εξετάσεις αποδυναμώνονται υπέρ συνθετότερων ενεργητικών μορφών μάθησης και αξιολόγησης όπως η συνολική παρουσία εντός και εκτός τάξης. Ερευνες, κυρίως στις ΗΠΑ, έδειξαν ότι η πρώτη προσέγγιση είναι βραχυπρόθεσμα αποτελεσματικότερη. Τα παιδιά «μαθαίνουν» περισσότερα, καλύτερα συγκρατούν περισσότερα. Αντίθετα, η δεύτερη προσέγγιση, που συμπυκνώνεται στη χουμπολτιανή ρήση «να μαθαίνουμε πώς να μαθαίνουμε», αποδεικνύεται μακροπρόθεσμα πολύ πιο αποτελεσματική. Τα παιδιά μαθαίνουν ενεργητικά διά βίου.

Παρά τις αλλαγές, κυρίως στη δεκαετία του 1980, το ελληνικό σχολείο διατηρεί χαρακτηριστικά της πρώτης προσέγγισης. Πολλές εξετάσεις με αποκορύφωμα το κατεξοχήν πρόβλημα, τις εισαγωγικές για τα ΑΕΙ. Από δω και η χρόνια παρεξήγηση με τους διεθνείς οργανισμούς ότι οι Ελληνες εκπαιδευτικοί διδάσκουν πολύ λιγότερο από τους συναδέλφους τους στις χώρες του ΟΟΣΑ. Γι' αυτό θεωρώ θετική τη συντελούμενη μείωση των εξετάσεων σε Γυμνάσιο και Λύκειο. Μένει το ζήτημα των Πανελλαδικών. Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Ξέρουμε ότι πρέπει να αποδυναμωθούν δραστικά, να μην εξαρτώνται όλα από τις τέσσερις - πέντε μέρες των εξετάσεων.

Προϋπόθεση για αυτό είναι η ύπαρξη «θέσεων» στα ΑΕΙ για όλους τους νέους, ένα σύστημα εισαγωγής που δίνει δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, και ΑΕΙ υψηλού επιπέδου.

* Ο κ. Παντελής Κυπριανός είναι Kαθηγητής Παιδαγωγικών στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

**Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 8/7/2018.