Πέμπτη, 18 Ιούνιος 2026

200 χρόνια Μαρξ

Ο Καρλ Μαρξ γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1818. Αύριο κλείνουν τα 200 χρόνια που μας χωρίζουν από τον 19ο αιώνα. Εχουν, όμως, ισχύ οι ιδέες του στον 21ο αιώνα; Εως τα μισά του 19ου είχαν πεθάνει σχεδόν όλοι οι εκφραστές των πρώιμων ριζοσπαστικών ιδεών: ο Σεν-Σιμόν, ο Φουριέ, ο Οουεν, ο Ετιέν Καμπέ κ.ά.

Η ιδέα της εργατικής χειραφέτησης είχε σκιαγραφηθεί ήδη από τον Μπαμπέφ στο τέλος του 18ου αιώνα. Αλλά αν πριν από την επανάσταση του 1848 στη Γαλλία, με την οποία και καταλύθηκε η Ιουλιανή μοναρχία, το οικονομικό σύνθημα του Γκιζό ήταν: «Messieurs, enrichissez-vous!» –Πλουτίστε κύριοι!», η κατάσταση δεν απέχει πολύ από τη σημερινή αρπακτική και χρηματιστικοποιημένη οικονομία ή από τα συμπεράσματα του οικονομολόγου Τομά Πικετί ή του νομπελίστα Τζο Στίγκλιτζ για το κεφάλαιο και την ογκούμενη ανισότητα στον 21ο αιώνα.

Τα κείμενα και οι ιδέες του Μαρξ δημιούργησαν την πιο ριζοσπαστική παράδοση στην Ευρώπη με έναν μαξιμαλιστικό ρόλο: «Οχι απλά να εξηγήσουμε, αλλά να αλλάξουμε τον κόσμο». Οι μετέπειτα «μαρξισμοί» έδειξαν ότι είχε αστοχήσει στην προηγούμενη θέση ότι «η ανθρώπινη ουσία είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων» που αν άλλαζαν –αν μεταβαλλόταν η οικονομική βάση της κοινωνίας και κατέρρεαν οι σχέσεις εκμετάλλευσης– οι άνθρωποι στη νέα κοινωνία θα ήταν πολύ καλύτερα από ό,τι στον καπιταλισμό.

Βέβαια, όταν μιλάμε για «μαρξισμούς» -που πρώτος είχε αποκηρύξει ο Μαρξ- μιλάμε για πράγματα που δεν άλλαξαν τον κόσμο. «Ποιον μαρξισμό;» ρωτούσε ο Καστοριάδης. «Του Χρουστσόφ, του Μάο, του Τολιάτι, του Τορέζ ή για τον μαρξισμό του Κάστρο, των Γιουγκοσλάβων... ή μήπως για τον μαρξισμό των τροτσκιστών... Υπάρχει η τεράστια πολλαπλότητα αλληλοαποκλειόμενων παραλλαγών».

Το ζήτημα, ωστόσο, ήταν ιδρυτικό. Εξαιρουμένου του Ενγκελς, ο κύκλος των ταραξιών του 19ου αιώνα –αναφέρω τον Αύγουστο Μπλανκί, τον Λουί Μπλαν, τον Πιερ–Ζοζέφ Προυντόν, τον Φερντινάν Λασάλ, τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τον Ευγένιο Βαρλέν, τον Αύγουστο Μπέμπελ, τον Πέτρο Κροπότκιν ή τον Πολ Λαφάργκ- παρότι ομοτράπεζοι δημιουργούσαν σύνολο που είχε να κάνει, σχεδόν αποκλειστικά, με την αντίθεση του καθενός με όλους όσους θεωρούσε αντιπάλους του.

Ολοι τους ταραξίες, διωκόμενοι από τις επίσημες αρχές, μετακινούμενοι συνεχώς από χώρα σε χώρα είχαν γίνει πολίτες της Ευρώπης και κήρυκες μιας Νέμεσης κάτω από την οποία έζησε ο αιώνας τους: της κοινωνικής επανάστασης. Ετρεχαν από συνέδριο σε συνέδριο και από διάσκεψη σε διάσκεψη. Αντάλλασσαν μεταξύ τους γνωριμίες, ιδέες, βιβλία, επιστολές και συκοφαντίες. Για παράδειγμα, η ογκώδης αλληλογραφία Μαρξ και Ενγκελς είναι μια καλειδοσκοπική αναπαράσταση ιστορίας, κουτσομπολιού, πολιτικής οικονομίας και ύβρεων, υψηλών στόχων και ταπεινών λεπτομερειών της προσωπικής τους ζωής.

Ολοι τους ήταν ρομαντικοί, δογματικοί και ιδεολόγοι –γεγονός που το αρνούνταν κατηγορηματικά. Παρά τις ομοιότητές τους, τους κοινούς τους σκοπούς, τη συγγένεια στις θεωρητικές τους αναζητήσεις και τους πραγματικούς κοινούς τους αντιπάλους, όλοι τους υπήρξαν διαφορετικοί μεταξύ τους.

Αλλά για να προσγειωθούμε λίγο, το «Κεφάλαιο» του Μαρξ διαβάστηκε περισσότερο στην Αμερική από επιχειρηματίες που έψαχναν στις σελίδες του συνταγές για να πλουτίσουν, ενώ ο ίδιος παραπονιόταν ότι τα πούρα που κάπνισε για να το γράψει κόστισαν περισσότερο από όσα εισέπραξε ως συγγραφικά δικαιώματα. Λ.χ., στην κηδεία του Μαρξ το 1883 παρέστησαν έντεκα άτομα, ενώ στην κηδεία των Πολ Λαφάργκ και Λάουρα Μαρξ (γαμπρού και κόρης του Μαρξ), το 1911, συγκεντρώθηκαν πάνω από 20.000, με τον Β. Ι. Λένιν να εκφωνεί τον επικήδειο ως εκπρόσωπος των Ρώσων Κομμουνιστών.

Παρότι από το μυαλό του Μαρξ δεν έφυγε η ιδέα ότι η επανάσταση εκτός από τη Δυτική Ευρώπη ίσως θα ερχόταν από τον Νέο Κόσμο, η επανάσταση ήρθε από την υπανάπτυκτη Ρωσία το 1917. Και από το 1949, όταν οι κομμουνιστές του Μάο νίκησαν στον εμφύλιο της Κίνας, έως την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, σαράντα χρόνια μετά, η ιστορική επιρροή του Μαρξ ήταν αξεπέραστη.

Σχεδόν τέσσερις στους δέκα ανθρώπους στη Γη ζούσαν κάτω από κυβερνήσεις που ισχυρίστηκαν ότι είναι μαρξιστικές και σε πολλές άλλες χώρες ο μαρξισμός ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία της Αριστεράς, ενώ οι πολιτικές της καπιταλιστικής Δύσης συχνά βασίστηκαν στον τρόπο αντιμετώπισης του μαρξισμού.

Η κοινωνική επανάσταση που είχε ονειρευτεί ο Μαρξ δεν έγινε ούτε με την Α' Διεθνή, ούτε με την Παρισινή Κομμούνα, ούτε με τη Β΄ Διεθνή Ενωση Εργατών, ούτε με τους κρατικούς μαρξισμούς. Στην πράξη ο Μαρξ έπαθε αυτό που φοβόταν: έπεσε «θύμα των κακών κληρονόμων και βορά της τρωκτικής κριτικής». Αλλά οι περισσότερες από τις αναλύσεις του είναι ήδη ενσωματωμένες και ζώσες. «Οποιος προβληματίζεται με το ζήτημα της κοινωνίας θα συναντήσει άμεσα και αναπόφευκτα τον μαρξισμό» έλεγε ο Καστοριάδης. Ποιος είπε ότι πετάμε το μωρό μαζί με τα απόνερα της μπανιέρας; Αν κάτι μένει είναι η αξία της προφανούς σκέψης και οι αλήθειες της. Και είναι πολλά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/5/2018. 

How civil society must adapt to survive its greatest challenges

We live in a world of major geopolitical shifts and life-changing technological innovations. It's fair to wonder, then, what our biggest hopes are for society in the coming decades.

It's certain that the world has become a better place, according to nearly every measure of human well-being, and yet there is a need to acknowledge that new and looming challenges are looming. From the rise of nationalism, to increased demands for privacy, following widespread data leaks; from balancing growing human needs with planetary and environmental limits, to the impacts of sophisticated automation on people's lives.

The list is long, and there is undoubtedly space for all stakeholders – policy-makers, civil society, corporations, media, academia – to take responsible action that brings about a stable, sustainable and peaceful world.

In this context, the work of civil society has become of even greater importance.

Problem solving

Civil society is a dedicated and committed problem-solver, but it seems clear that it needs to step up its efforts to adapt to a new reality of rapidly changing interconnected problems. When we look at the numbers, it appears the sector has the size and scale globally to be able to robustly adjust to change.

In the past, civil society organizations have found it difficult to statistically measure the economic impact of their work and the size of their sector; but data and new research has changed that. Recent figures provide evidence of a far larger force than previously predicted, amounting to $2.2 trillion in operating expenditures, and employing the equivalent of an estimated 54 million full-time workers globally, along with over 350 million volunteers.

But adapting is not enough. Innovation, creativity and transformation are imperatives in the sector if it's to tackle the big challenges of our time.

So what's next for civil society? Here are four key considerations:

High ambitions and high expectations

The workload of civil society organizations has increased in the past few years, and with more work comes more responsibility and the need to manage expectations.

For example, civil society groups are being counted on to realize the United Nations Sustainable Development Goals (SDGs), and to work with other societal actors and decision-makers to transform the global development landscape over the next decade.

This is no small challenge. There are 17 goals covering a whole range of thorny societal issues to plan for, deliver and monitor – and new roles for the sector to operate in against a backdrop of blurring boundaries between civil society, governments and businesses.

This context of dramatically increasing demands is completed by larger-scale security, humanitarian, and climate-change-related challenges that are looming over the horizon. All this is forcing the civil society sector to find effective coping mechanisms by rethinking programmes, operations, mobilization strategies and partnership models.

Expectations on the sector to show its relevance and capabilities are high, but these expectations are accompanied by a generalized evaporation of trust in civil society institutions – as well as businesses, governments and media.

This collapse of trust means civil society needs to work harder, more effectively and more transparently, and to communicate better with current and prospective recipients, members and stakeholders.

The recent scandals that have hit some international NGOs, as well as the growth of right-wing, populist ideas, are further contributing to misperceptions and distrust in the sector, and damaging its credibility. This could create a potentially vicious cycle of decreased grassroots engagement and funding, ultimately threatening the whole sector.

Difficult legislative and operational environment

Across the globe, the general trend towards more restrictive regulatory measures, increased controls, and funding restrictions by governments is unquestionably making it more challenging for certain civil society institutions to carry out their activities.

While on the one hand this could be interpreted as an opportunity to introduce more transparency and rigour in the sector, on the other it is also contributing to a restrictive civic space, whereby civil society and citizens are limited in their civic freedoms and activities.

In some specific cases, government-promulgated anti-NGO regulations – mostly targeting non-governmental groups working in the human rights/corruption/governance spaces – create a narrative of repression and criminalization of the sector's work. This can make it impossible for civil society organizations to function independently, and forces them to quit their operations despite a growing need for their services.

The current landscape of legislative frameworks is at best only creating a greater bureaucratic workload; but at worst it is putting at risk the safety of committed individuals in the sector, and raising many questions about the cost-opportunity of operating at all in certain contexts.

Reworking the relationship with the private sector

Meanwhile, businesses have become more visibly engaged with the social and environmental agenda.

Multinational companies, and those operating on a global scale in particular, have been increasingly proactive in the field of sustainability. With 10% of publicly owned companies accounting for 80% of profits, the market dominance of a growing concentration of multinational corporate power – while worrisome in some regards – provides leverage to positively influence public policy and accelerate societal investments.

On an engagement spectrum ranging from bland PR to corporate activism and forceful campaigns addressing sensitive social and political issues, the corporate sector has emerged as a partner for change on social and environmental issues.

From the implementation of the Paris Agreements to the United Nations development goals, the international community is expecting businesses to be as responsible as government and civil society for progressing the sustainable development agenda. It expects business to contribute private-sector competences, such as innovation and efficiency, as well as resources, like assets and financial support, in the process.

In this respect, civil society's relationship with business has become more nuanced and sophisticated, with interesting examples of forward-looking collaborative partnerships and unlikely alliances emerging.

This relationship is helped by the increasingly online nature of political organizing and civic engagement. On the one hand, online tools make it easier for individuals and civil society actors to mobilize and join efforts; on the other hand, corporate ownership of these tools has implications for the ability to safeguard individuals' privacy and internet access rights.

Technology matters

Civil society is facing a dramatic transition as it moves into the Fourth Industrial Revolution. This raises key operational concerns and questions about its ability to stay agile, to understand and respond to the impact of technology on the communities civil society organizations have traditionally served.

Some of these transformations mean an enhanced role for civil society; others challenge the sector to define its responsibilities and contributions in the context of a hyper-connected world. The sector has built at least a decade of knowledge on engaging with information and communication technologies (ICTs); but digitization and the emerging proliferation of artificial intelligence, biotechnologies, 3D printing, blockchain and other technologies warrant a new level of preparedness, investment and adaptation for most of today's civil groups.

It is not simply a matter of integrating innovations and capacities in services, products and programmes. The widespread use of big data across sectors has ushered in new challenges associated with accountability, fairness, trust and transparency that could negatively affect societies by engendering discrimination, injustice and the exclusion of vulnerable populations.

The sector needs to develop a nuanced understanding of the Fourth Industrial Revolution, its implications for society and, consequently, its impact on how civil society champions human rights, delivers services for sustainable development, and fosters dialogue on society's values.

Civil society leaders should develop a vision of their role in influencing the development and deployment of emerging technologies in the market to ensure these are harnessed for social good, and that beneficiaries – and humanity in general – are protected from harm.

Innovation is the new normal

Innovation has become even more critical in the non-profit sector in recent years. This applies in all contexts, whether it is devising new ways to deliver services, adapting to difficult legislation, creating new partnership models with the private sector, setting new benchmarks for workers' rights in the digital revolution, or rethinking the relationship with technologies and their governance.

New responsibilities are falling on the shoulders of civil society leaders, and the sector needs to show its ability to remain agile and adaptive, and to pioneer new approaches and solutions to social development through responsible innovation and inclusive technology. It needs to do this the civil society way.

Working with innovative organizations committed to improving the state of the world is at the heart of the World Economic Forum, as the international institution for public-private cooperation. Over the next few days we will be featuring on our blog platform, Agenda, inspiring stories of how civil society is transforming itself and embracing and influencing a technology-enabled world.

*Δημοσιεύτηκε στο World Economic Forum. 

Θεοκρατία ή Δημοκρατία;

Η πρόσφατη απόφαση 660/2018 της «Ολομέλειας» του Συμβουλίου Επικρατείας (ΣτΕ) για το μάθημα των θρησκευτικών αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις χειρότερες στιγμές του.
Εν πρώτοις, είναι απορίας άξιον γιατί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, το οποίο έχει απασχολήσει επανειλημμένα και έντονα την κοινή γνώμη, κρίθηκε από την μικρότερη δυνατή σύνθεση της Ολομέλειας (συνολικά 17 σε σύνολο 64 Συμβούλων!!!). Ας όψεται βεβαίως ο πρόεδρος του ΣτΕ, που επιλέχθηκε, ελαφρά τη καρδία, από την παρούσα κυβέρνηση, παρά τις πανταχόθεν προειδοποιήσεις...
Από τους 17 την απόφαση ψήφισαν μόλις 9 Σύμβουλοι (του προέδρου, βεβαίως, συμπεριλαμβανομένου...). Οι 3 κράτησαν επαμφοτερίζουσα –και ασαφή– στάση, ενώ 5 μειοψήφησαν τεκμηριωμένα, σώζοντας την τιμή του ΣτΕ. Όλως τυχαίως, πουθενά η πλειοψηφία δεν μνημονεύει ούτε το Πρακτικό Επεξεργασίας 347/2002 του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ (υπό την προεδρία του μετέπειτα προέδρου του, Κώστα Μενουδάκου), που είχε ήδη τάμει εύστοχα και νηφάλια το ζήτημα, αλλά ούτε και την μνημειώδη απόφαση 2280/2001 της Ολομέλειας του ΣτΕ για τις ταυτότητες (που λήφθηκε από διπλάσιους -35- Συμβούλους...), παρότι σε πολλά σημεία αποτελούσε νομολογιακό προηγούμενο.
Ως προς την ουσία, η θέση της πλειοψηφίας είναι όχι μόνον ανερμάτιστη αλλά και ανατριχιαστική, διότι αφ'ενός μεν απομακρύνεται εμφανώς από τις αρχές και τις αξίες μιας σύγχρονης –ανοιχτής και δημοκρατικής– ευρωπαϊκής κοινωνίας αφ'ετέρου δε μηρυκάζει τις πλέον ακραίες θεοκρατικές αντιλήψεις (παρεμφερείς με αυτές των φονταμενταλιστών του Ισλάμ), που κυκλοφορούν, δυστυχώς, στους κόλπους της Ιεραρχίας...
Το χειρότερο είναι ότι η πλειοψηφία αντιμετωπίζει την εκπαίδευση σαν προέκταση των κατηχητικών σχολείων της Εκκλησίας, επανεισάγοντας, εν τέλει, μια εκδοχή απροκάλυπτου θρησκευτικού ολοκληρωτισμού, η οποία, βέβαια, είναι συμβατή μόνο με τις αντιλήψεις που συνοψίζονταν στο –αλήστου μνήμης– διαβόητο σύνθημα: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» (ενώ κάτι ανάλογο ήταν, θυμίζω, και η υποχρεωτική αθεϊστική προπαγάνδα στα σταλινικά καθεστώτα...).
Είναι εύλογο, στο πλαίσιο ενός τέτοιου άρθρου, να μην υπάρχουν περιθώρια για αναλυτικά συνταγματικά επιχειρήματα (τέτοια, για όποιον ενδιαφέρεται, περιέχονται εκτενώς στην μονογραφία μου: «Θρησκεία και Εκπαίδευση, κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία», 1993/1998, εκδόσεις Σάκκουλας, ενώ, σχεδιάζεται και σχετική επιστημονική εκδήλωση στις 9 Μαΐου στον ΔΣΑ). Ωστόσο, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι θεωρώ αδιανόητο η πλειοψηφία του Δικαστηρίου:
Πρώτον, να αποκόπτει πλήρως την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης», που προβλέπει το άρθρο 16.2 του Συντάγματος, από την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (του άρθρου 5 παρ. 1) και από την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (του άρθρου 13 παρ. 1), επικαλούμενη αυθαίρετα μια θεοκρατική ερμηνεία της «επικρατούσας θρησκείας» (άρθρο 3) και δεύτερον, να επικαλείται εντελώς παραπλανητικά και ψευδεπίγραφα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όταν είναι γνωστό ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που την εφαρμόζει, έχει υπογραμμίσει, σε όλους τους τόνους, ότι η θρησκευτική εκπαίδευση δεν επιτρέπεται επ'ουδενί να αποσκοπεί στην «δογματική επιβολή θρησκευτικών δοξασιών» («indoctrination») και γι αυτό πρέπει να παρέχεται «με κριτικό, αντικειμενικό και πλουραλιστικό τρόπο»...

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 18/4/2018. 

Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ και τα ατελέσφορα μέτωπα

Ε​​δώ και καιρό ισχυρίζομαι πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εισέλθει σε φάση μετασχηματισμού. Από ριζοσπαστικό κόμμα μετατρέπεται σε σοσιαλδημοκρατικό. Δηλαδή μετασχηματίζεται σε φιλοευρωπαϊκό κόμμα που ιδεολογικά και πολιτικά αποδέχεται (προς στιγμήν ανόρεχτα) τους κανόνες της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της μεικτής οικονομίας. Η αλλαγή γίνεται «στα τυφλά», μέσω της τριβής του με τις απαιτήσεις της διακυβέρνησης, χωρίς προγενέστερη σοβαρή θεωρητική επεξεργασία, υπό την πίεση της επιθυμίας για παραμονή στην εξουσία και της διάθεσης να παίξει κεντρικό ρόλο στη συνέχεια.

Η πορεία αυτή είναι χωρίς επιστροφή. Κατά τη διάρκειά της θα αναπτυχθούν εσωτερικές αντιθέσεις και θα επιχειρηθεί η νεκρανάσταση της ριζοσπαστικότητας του ΣΥΡΙΖΑ από κομμάτια του που φέρουν βαρέως τον «ιστορικό συμβιβασμό». Μακροπρόθεσμα, καμιά από αυτές τις προσπάθειες δεν θα αποδώσει. Οι δυνάμεις του ρεαλισμού θα παραμείνουν, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, ισχυρότερες.

Απέναντι σε αυτή μου τη θέση, αναπτύσσεται ένας αντίλογος, που συνοψίζεται στα παρακάτω: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναζητεί μια νέα σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα. Προσποιείται τον ρεαλιστικό συμβιβασμό ενώ συνειδητά διατηρεί ζωντανό τον ακραίο ριζοσπαστισμό του, «που λειτουργεί ως υφέρπουσα απειλή ή προσδοκία, ανάλογα με το ακροατήριο». Σύμφωνα με τη θέση αυτή είναι αφελείς και επικίνδυνοι «όσοι νομίζουν ότι θα πάμε ως παιδική εκδρομή στις εκλογές, επειδή είμαστε στο πλαίσιο μιας συμβατικής εναλλαγής ευρωπαϊκών δυνάμεων στην εξουσία». Πολιτικό συμπέρασμα των παραπάνω είναι η επιδίωξη δημιουργίας «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μετώπου, προκειμένου αυτός να απομονωθεί και να ηττηθεί στρατηγικά.

Η παραπάνω προσέγγιση είναι λανθασμένη. Πεισματικά προσκολλημένη στο παρελθόν, αναλύει τις εξελίξεις στατικά αδυνατώντας να αντιληφθεί τις συνέπειες του καλοκαιριού του 2015 στη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, που απώλεσε τότε τη μισή σχεδόν οργανωμένη βάση του. Επιπλέον, κουβαλώντας έναν βαθιά ελληνικοκεντρικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων, αδυνατεί να αντιληφθεί τη δύναμη που έχουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και το διεθνές πλαίσιο στη διαμόρφωση των εσωτερικών ζητημάτων.

Τέλος, η οπτική αυτή είναι ζημιογόνος για τη χώρα, καθώς συνεχίζοντας να παίζει στο (ξένο) γήπεδο του «αυτοί ή εμείς», αναπαράγει ένα είδος ακήρυκτου πολιτικού εμφυλίου και συντελεί στην άγονη πόλωση. Εχουμε ανάγκη από έναν νέο πολιτικό πολιτισμό, όχι από «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» κακέκτυπα του ΣΥΡΙΖΑ.

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τον ρεαλισμό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα βεβαίως. Στην ιστορία του σοσιαλισμού τα παραδείγματα διεθνώς είναι αναρίθμητα. Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως αυτό της Γερμανίας, έζησαν δεκαετίες έντονων εσωτερικών τριβών για να απαρνηθούν τον επαναστατικό μαρξισμό και την πάλη των τάξεων στα τέλη του '50. Οι Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες, που μεταπολεμικά θεωρήθηκαν πρωταθλητές της συναινετικής δημοκρατίας, τη δεκαετία του '30 διέθεταν «μπαρουτοκαπνισμένες» ένοπλες πολιτοφυλακές που αντάλλασσαν πυρά στους δρόμους της Βιέννης.

Σταδιακά η φιλελεύθερη δημοκρατία επικράτησε και πιο αριστερά. Στις αρχές του '70 κομμουνιστικά κόμματα, όπως το ιταλικό ή το ισπανικό με παρελθόν ισχυρής αφοσίωσης στη Μόσχα και στις αρχές της «προλεταριακής επανάστασης», αποδέχτηκαν πλήρως τον κοινοβουλευτισμό και απομακρύνθηκαν από την επιρροή της ΕΣΣΔ.

Πιο πρόσφατα, το 1990, οι σκληροί κομμουνιστές της Ανατολικής Ευρώπης, στα Βαλκάνια και αλλού μεταμορφώθηκαν σε δημοκράτες και εντάχθηκαν στην ευρωπαϊκή σοσιαλιστική οικογένεια. Ακόμη πιο κοντά μας χρονικά, στην Πορτογαλία το αριστερό Bloco, ένα κόμμα που μοιάζει με τον ΣΥΡΙΖΑ και εθεωρείτο πριν από λίγα χρόνια αντισυστημικό, σήμερα στηρίζει μαζί με τους κομμουνιστές μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, η οποία αποτελεί υπόδειγμα μετριοπαθούς πολιτικής και αφοσίωσης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η ζωή είναι ένα ατελείωτο πεδίο συμβιβασμών. Οπως στους ανθρώπους, έτσι και στα κόμματα πραγματοποιούνται αλλαγές και προσαρμογές, που δεν είχαν σχεδιαστεί προγενέστερα και συνήθως είναι αποτέλεσμα εξωτερικών καταναγκασμών και επιδράσεων. Η απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 να συνθηκολογήσει δεν ήταν απλώς μια στιγμιαία κίνηση τακτικής χωρίς συνέπειες στη φυσιογνωμία του. Η επιλογή της ηγεσίας του να μη διακινδυνεύσει την παραμονή στην εξουσία υποχρέωσε το κόμμα να ακολουθήσει τον δρόμο του ρεαλισμού μέσα στην αγκαλιά των ευρωπαϊκών θεσμών.

Από τη μια, αυτή η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μου προκαλεί κανένα διανοητικό ενδιαφέρον. Η παλιομοδίτικη σοσιαλδημοκρατικοποίησή του δεν συγκινεί έναν προοδευτικό φιλελεύθερο σαν κι εμένα. Εχω εξάλλου συστηματικά υποστηρίξει πως η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία με τα χαρακτηριστικά που ανέπτυξε στον 20ό αιώνα πεθαίνει. Η δυναμική της έχει από καιρό εξαντληθεί και το εκλογικό σώμα της γεράσει. Το μέλλον της προοδευτικής πολιτικής βρίσκεται πέραν αυτής (χωρίς αυτό να σημαίνει πως η κληρονομιά της δεν αφήνει σημαντική παρακαταθήκη, ιδιαίτερα σε θέματα καταπολέμησης ανισοτήτων).

Από την άλλη όμως, η εξέλιξη αυτή μου γεννά ηθική ικανοποίηση και πολιτική αισιοδοξία. Γενικότερα, κάθε φορά που ένα ριζοσπαστικό, αντισυστημικό κόμμα αφομοιώνεται από τους θεσμούς της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας, συνιστά νίκη της ίδιας της Δημοκρατίας. Ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, η λογική του «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μετώπου είναι ατελέσφορη πολιτικά και άγονη ιδεολογικά. Η δαιμονοποίηση του «άλλου» βολεύει ίσως την εκλογική συσπείρωση και όσους στήνουν καριέρες πάνω στον φανατισμό των αφελών ή ιδιοτελών, αλλά βλάπτει τη χώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 22/4/2018. 

Η τεχνοκρατική δημαγωγία

«Μπροστά στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και την τεχνητή νοημοσύνη, στις τεχνολογικές αλλαγές που θα σαρώσουν τα πάντα, για ποια δικαιώματα μας μιλάτε;». Συχνά ακούμε παρόμοια επιχειρήματα. Εχουν βάση;

Κάθε καινοτομία παρουσιάζεται συνήθως με ουτοπικό φωτοστέφανο και κάθε επιστήμη έχει το όραμά της για τον κόσμο. Στον 19ο αι. λ.χ., η χημεία θα εξαφάνιζε την πείνα από την ανθρωπότητα γιατί θα εξασφάλιζε θρεπτικά χάπια για όλους, αντί τροφής, και φτηνή χημική ενέργεια για τα σπίτια τους. Τα χωράφια θα μετατρέπονταν σε ανθόκηπους, γεωργοί και κτηνοτρόφοι σε ανθοκαλλιεργητές. Οι άνθρωποι θα γίνονταν πιο ειρηνικοί, χωρίς άγχος και ανταγωνισμό για τον επιούσιο.

Ο ηλεκτρισμός έφτασε ως μια άλλη μεσσιανική δύναμη. Θα προμήθευε καθαρή ενέργεια στις πόλεις που σκιάζονταν από την καπνιά του κάρβουνου, θα δημιουργούσε μια νέα μορφή ευημερίας γιατί θα έβαζε στην υπηρεσία των ανθρώπων μια μεγάλη αφανή δύναμη. «Ηλεκτρισμός + σοβιέτ = εξηλεκτρισμός», έλεγε ο Λένιν. Με την ίδια ασύγγνωστη αθωότητα η κοινή γνώμη υποδέχτηκε τη ραδιενέργεια.

Ο τηλέγραφος άνοιξε μια άλλη ιστορία προσδοκιών. Η ταχύτητα της τηλε-μεταβίβασης πληροφοριών μάγεψε τους ανθρώπους, τους έκανε να σκεφτούν ότι η αμέσως επόμενη εξέλιξη θα ήταν η κατευθείαν, από μυαλό σε μυαλό, μεταβίβαση της σκέψης. Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής πυροδότησε τη συζήτηση για την παρακμή του πολιτισμού, αλλά ενίσχυσε και τους ευγονιστές που ζητούσαν επεμβάσεις για την αναστολή του εκφυλισμού και τη βελτίωση των «ευγενών» φυλών.

Η επιστημονική εκπαίδευση υποσχόταν να αλλάξει τους ανθρώπους, να τους κάνει εξυπνότερους, πιο ηθικούς, καλύτερους από κάθε άποψη. Το κακό, η άγνοια και οι προλήψεις θα εξορίζονταν από την επιστημονικά διαμορφωμένη κοινωνία του μέλλοντος. Οι τεχνολογικές καινοτομίες επαγγέλλονταν συνεννόηση, διαφάνεια και συνεργασία πάνω από σύνορα, την κατάργηση των πολέμων ως άχρηστων. Χρυσή εποχή θα ανέτελλε στον πλανήτη χάρη στις προόδους των φυσικών επιστημών. Ολα αυτά θα ήταν εφικτά όχι στο πολύ μακρινό μέλλον, αλλά στον εικοστό αιώνα! Τον πιο αιματηρό αιώνα, όπως γνωρίζουμε.

Ως προς την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η συζήτηση δεν άρχισε τώρα, αλλά γύρω στο 1948. Τότε εισήχθη και η σχετική περιοδολόγηση. Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση εξαρτιόταν από τον ατμό και τον σίδηρο. Η δεύτερη από τη χημεία και τον σιδηρόδρομο. Η τρίτη από τον ηλεκτρισμό, την αεροπορία, τον αυτοματισμό. Και η τέταρτη, όπως την ονειρεύονταν στα μέσα του 20ού αιώνα, θα βασιζόταν στην ατομική ενέργεια, στην ηλεκτρονική τεχνολογία και στη διαστημική μετακίνηση.

Οι αλλαγές που θα έφερναν η πληροφορική και το διαδίκτυο δεν είχαν έως και τη δεκαετία του 1960 προβλεφθεί. Αλλά κι όταν άρχισαν να κάνουν τον δρόμο τους, το φωτοστέφανο που τις συνόδευε ήταν εκείνο της μετατροπής του κόσμου στο μικρό χωριό του Μακ Λιούαν, στον ειρηνικό διασυνδεμένο κόσμο, στη μεταβιομηχανική εποχή. Καθόλου βέβαια στις βαθιές διαιρέσεις του κόσμου όπως πραγματικά είναι σήμερα. Θα συνοψίσω την επιχειρηματολογία μου σε τρία σημεία:

Πρώτο, πρέπει να σκεπτόμαστε την τεχνολογία από την άποψη της χρήσης της. Αυτό μας δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τη συνάρθρωση τεχνολογίας και πραγματικότητας, γιατί χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα πολλά στάδια τεχνολογικής ανάπτυξης. Π.χ., σήμερα το βιβλίο έχει ξεπεραστεί από την ψηφιακή τεχνολογία.

Ποτέ όμως δεν παράγονταν τόσα βιβλία όσα σήμερα, και με τη βοήθεια αυτής της τεχνολογίας. Ο αιώνας του κάρβουνου ήταν ο 19ος. Αλλά στον 21ο αιώνα παράγεται και καταναλώνεται πολύ περισσότερο κάρβουνο απ' ό,τι τον 19ο. Ο αιώνας του ηλεκτρισμού πέρασε, αλλά ψηφιακή τεχνολογία χωρίς ηλεκτρικό δεν γίνεται.

Δεύτερο, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας τη συνάρθρωση της τεχνολογίας με τις κοινωνικές πραγματικότητες. Τεχνολογία και κοινωνία τροποποιούνται αμοιβαία, καθώς συναρθρώνονται. Πρόκειται για συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές προοπτικές. Π.χ. η πυρηνική ενέργεια που περιορίζεται στη Γερμανία αλλά αναπτύσσεται σε χώρες όπως η Τουρκία, η Βόρεια Κορέα, το Ιράν. Οι προσανατολισμοί της έρευνας σχετίζονται με κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης. Π.χ. η εξάρτηση της ιατρικής έρευνας από τη βιομηχανία φαρμάκων.

Τρίτο, η τεχνοεπιστήμη βελτίωσε και άλλαξε τη ζωή των ανθρώπων. Δεν γίνεται όμως να αγνοείς τις απρόβλεπτες συνέπειες, την ετερογονία σκοπών και αποτελεσμάτων. Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι και πολλές αιματηρές συγκρούσεις του 20ού αιώνα σχετίζονται στενά με τις τεχνοεπιστημονικές αλλαγές και τις μετατοπίσεις ισορροπιών που προκάλεσαν σε ένα πολιτικό περιβάλλον επιθετικό, ασταθές και ανασφαλές.

Οπως και το σημερινό. Και να μην ξεχνάμε ότι ο τεχνολογικός ντετερμινισμός χρησιμοποιήθηκε ως βασικό επιχείρημα στον Μεσοπόλεμο για να δηλώσει ότι η δημοκρατία ήταν ξεπερασμένη. Ο Μουσολίνι έλεγε ότι η ιδεολογία που ταιριάζει στον (τεχνολογικά ανεπτυγμένο) εικοστό αιώνα είναι ο φασισμός. Κάπως έτσι και σήμερα η τεχνοεπιστημονική καινοτομία χρησιμοποιείται ως σημαία ευκαιρίας από νεοφιλελεύθερους «μεταρρυθμιστές».

Η σύνθετη σχέση επιστήμης – κοινωνίας – δημοκρατίας είναι από τα πιο ζόρικα ζητήματα των σύγχρονων κοινωνιών. Δεν είναι πασαρέλα επίδειξης.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 16/4/2018.