Τρίτη, 20 Φεβρουάριος 2024

Τοπία του χειμώνα, εδώ και στην Ευρώπη

Το πρώτο αυταπόδεικτο είναι ότι η επιτυχία για την Ελλάδα δεν εξαρτάται από αυτό που βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων. Ούτε από τις ευαρέσκειες της καγκελαρίου Μέρκελ προς την κυβέρνηση για το έργο της, ούτε από την αναγνώριση των θυσιών του ελληνικού λαού εκ μέρους των δανειστών, ούτε καν από τα παραδεδεγμένα λάθη τους. Εξαρτάται από το πόσο ευτυχισμένοι και αισιόδοξοι είναι οι Ελληνες –και ως Ελληνες και ως Ευρωπαίοι.

Το δεύτερο μείζον έχει να κάνει με το ευρωπαϊκό τοπίο. Για όσο διάστημα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα λειτουργούν σε πολιτικό κενό με αποκλειστικό γνώμονα την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, δεν θα είναι ο λαϊκισμός και η ακροδεξιά που θα απειλεί την Ε.Ε., αλλά η ίδια η Ε.Ε. που θα δημιουργεί και θα διογκώνει τον ευρωπαϊκό λαϊκισμό. Η συνέπεια είναι ήδη ορατή: φαύλος κύκλος σε εθνικά επίπεδα που επιτίθεται συνεχώς στις ποιότητες της δημοκρατίας, στον χώρο μιας Ηπείρου που απέτυχε να κάνει τη δημοκρατία χειροπιαστή στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το 1989 η πτώση του Τείχους του Βερολίνου υποσχόταν άνοιξη και νέα περίοδο για την Ευρώπη το μέλλον της οποίας φάνταζε διαφορετικό, όπως διαφορετικό έδειχνε για κείνη την παγκόσμια στιγμή και το παρελθόν της ‒ παρά το γεγονός ότι το τελευταίο προέκυπτε ματωμένο από τα συντρίμμια του 1945 αλλά και από διαχωρισμούς που, εν τω μεταξύ, παγιώθηκαν στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και επικυρώθηκαν με την ανέγερση του Τείχους το 1961. Υστερα από τρεις δεκαετίες πολλά έχουν αλλάξει στον «ελεύθερο ευρωπαϊκό κόσμο».

Ομως, παρά το γεγονός του πολιτικού χειμώνα, η ευρωπαϊκή ιδέα παραμένει στο τραπέζι. Ο ιστορικός Τόνι Τζαντ αρχίζοντας τις πρώτες κι όλας σελίδες του magnum opus του «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (εκδ. Αλεξάνδρεια) με σκέψεις και παρατηρήσεις γύρω από τις μεταβολές του 1989, είχε εκφράσει ορισμένες επιφυλάξεις απέναντι στην άκρατη υπεραισιοδοξία που συνόδευε την πλανητική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου ευρωατλαντισμού, για τις οποίες, δυστυχώς, δεν διαψεύστηκε: «Αν η Ευρώπη ακολουθήσει "γερμανική" πορεία... θα παραμείνει απλώς και μόνο το άθροισμα και ο υψηλότερος κοινός παρονομαστής των ξεχωριστών συμφερόντων των μελών της».

Παρ' όλα αυτά, ως κεντροαριστερός, υποδείκνυε ως μείζον για την προοδευτική ευρωπαϊκή παρακαταθήκη, αυτό που συμβατικά αποκαλούσαμε «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο». Το μοντέλο αυτό, η δική μας τουλάχιστον γενιά Ευρωπαίων, το αντιπαρέθετε στον αμερικανικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και οικονομίας.

Αυτό το μοντέλο είναι που ενώνει τους Ευρωπαίους, ακόμη και όταν αμφισβητούν κριτικά τη μια ή την άλλη πλευρά του. Και αυτό το μοντέλο υπερασπίζεται αυτή τη στιγμή η Αριστερά. Εκ τούτου, η ενσωμάτωση της ευημερίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνον με απλή αναδιανομή εισοδημάτων από τους πλούσιους στους φτωχούς ή από τα πιο παραγωγικά τμήματα της οικονομίας σε λιγότερο παραγωγικούς τομείς.

Η ενάρετη πολιτική οικονομία του 21ου αιώνα, για να προχωρήσει, δεν θα πρέπει να έχει παγίδες ανισότητας. Κάποτε –όχι πριν από πολλά χρόνια‒ το σύνθημα στα ευρωπαϊκά γραφεία ήταν το «Εver closer union» (στενότερη Ενωση), μάλλον με την έννοια της διεύρυνσης – η οποία συνεχίζεται στις μέρες μας, ειδικότερα στις χώρες της γειτονιάς μας.

Σήμερα, προεκλογικά, στο κτίριο που βρίσκεται απέναντι από τα γραφεία της Κομισιόν στις Βρυξέλλες, κυριαρχεί με μεγάλα γράμματα το σύνθημα «The Future Is Europe» (Το μέλλον είναι η Ευρώπη). Πρόκειται περί πίστης σε έναν τύπο συλλογικής διακυβέρνησης που, στο πρόσφατο παρελθόν, δεν επέδειξε υψηλά επίπεδα πολιτικής υπευθυνότητας – ίσως επειδή, όπως και οι μεγάλες εταιρείες, δεν είναι υπόλογη κυρίως στους λαούς της Ευρώπης.

Αντίθετα, όπως φάνηκε με την Ελλάδα, με το Brexit, όπως φαίνεται με το κίνημα διαμαρτυρίας των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, αλλά και με το θέμα του προϋπολογισμού στην Ιταλία, οι γραμμές που αποκόπτουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και γεννούν τον εθνικισμό πυκνώνουν και δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται. Τούτων δοθέντων, δεν μένει άλλο παρά αυτή η πίστη να αποτυπωθεί στην πραγματική ευημερία και αυτό το μέλλον να συνοδευτεί από χειροπιαστές δράσεις τόσο στα εθνικά συμφραζόμενα όσο και στο κοινοτικό επίπεδο, σε πλαίσιο δημοκρατίας.

Ούτως ή άλλως, όπως έχουν εξελιχθεί τα πολιτικά πράγματα, πολλοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξυπνούν και νυχτώνουν σε τοπία πολιτικού χειμώνα, με κυρίαρχη την αίσθηση της εγκατάλειψης∙ νοιώθουν άβολα∙ αισθάνονται ευάλωτοι απέναντι στις αυξανόμενες περιβαλλοντικές, οικονομικές και πολιτικές απειλές, με αποτέλεσμα το σύνθημα «The Future Is Europe» να μοιάζει κούφιο και να αμφισβητείται, όσο ποτέ άλλοτε, από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Και τι θα μείνει τελικά στα τοπία της Ευρώπης όταν η δημοκρατία θα σταματήσει πρακτικά να είναι μια πολιτική επιλογή; Δυστοπίες και εθνικιστικές φαντασιώσεις. Οι Βρετανοί –και δεν μιλάμε για κάποιο τελείως ανυπόληπτο έθνος-κράτος‒ βασανίζονται αρκετά στις μέρες μας από την ιδέα ότι «θα είμαστε καλύτεροι μόνοι μας»!

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/1/2019. 

Τα καλύτερα και τα χειρότερα για το 2019

Πάντως, από τα μηνύματα για το έτος 2019 το πιο στρογγυλεμένο ήταν του Προέδρου της Δημοκρατίας. Για την Προεδρία, οι μεγάλοι στόχοι μας για το 2019 είναι η πρόοδος του τόπου, η υπεράσπιση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και η θωράκιση των εθνικών μας θεμάτων και δικαίων – με την υπόμνηση «να μην επαναλάβουμε επώδυνα λάθη του παρελθόντος, απώτερου και πρόσφατου».

Από κει και πέρα, ωσάν να απουσιάζει η νεότερη πολιτική και κοινωνική θεωρία περί «ορθών» κοινωνικοοικονομικών διευθετήσεων, τα μηνύματα των αρχηγών και οι σημειολογίες διέφεραν∙ θα περίμενε κάποιος πως, από τη διαφορετικότητα, θα μπορούσε να προκύψει μια σύνθεση – μια, έστω, αποδεκτή από όλους και αισιόδοξη για όλους. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ανέλπιδες ευχές, εγωισμοί, αυταρέσκειες με... ελάχιστη έως καθόλου πολιτική.

Ο μεν πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, έκανε θετική αποτίμηση για το 2018, αφού «οι αγώνες και οι θυσίες του λαού έπιασαν τόπο». Εκτίμησε ότι το 2019 θα είναι «μία χρονιά ελπίδας, αισιοδοξίας, προσδοκίας και δημιουργικότητας», εφόσον «κερδίσαμε ήδη τη μάχη της επιστροφής της κανονικότητας με 350.000 νέες θέσεις εργασίας...». Μίλησε για χρονιά των μεγάλων και αναγκαίων θεσμικών τομών και μεταρρυθμίσεων που κανείς δεν τόλμησε και για χρονιά μεγάλης αναβάθμισης του διεθνούς κύρους και του διεθνούς ρόλου της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές στερέωμα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανήλθε στη δική του αφήγηση του χειρότερου για το 2018: «... Πολλοί είδαν τη ζωή τους να γίνεται χειρότερη... πολλοί συμπολίτες μας έχασαν άδικα τη ζωή τους από την ανικανότητα του κράτους, οι φόροι εξακολουθούν να πνίγουν τους Ελληνες και ότι η ανομία γεμίζει με ανασφάλεια την καθημερινότητά τους...». Και έκλεισε με το προεκλογικό ότι «η χώρα δεν χρειάζεται άλλους διχασμούς, ούτε άλλη πόλωση. Χρειάζεται ενότητα, αλληλεγγύη και σχέδιο για το αύριο και ότι το 2019 θα πάμε μπροστά.

Το αξίζουμε και το μπορούμε» – υπονοώντας, με το κόμμα του στην εξουσία. Το ΚΚΕ, λ.χ., με την ίδια πίστη ότι για όλα ευθύνεται το προπατορικό αμάρτημα, μας θύμισε πως όλα τα δεινά είναι δημιούργημα του καπιταλισμού που θα εξαφανιστούν με την κατάργησή του.

Αυτά παθαίνει όποιος, από τα πρωτόκολλα και το επάγγελμά του ως παράγοντας της δημόσιας ζωής, είναι υποχρεωμένος να πει δυο ευχές στους συμπολίτες του∙ να πει πράγματα που δεν τα πολυπιστεύει και όταν, μάλιστα, αυτά τα δυο πράγματα δεν βγαίνουν από την καρδιά του ούτε καν από τη δική του σκέψη.

Τα λόγια και οι ευχές του καταλήγουν σε κοινοτοπίες. Τίποτα για τον φθίνοντα ελληνικό πληθυσμό και τις προβολές του, τίποτα για το περιβάλλον, τίποτα για την ανεργία, τίποτα για τη φτωχοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, τίποτα για την πολιτισμική έκπτωση. Τίποτα για τα δύσκολα, αλλά και τίποτα για τα θεμελιώδη: τι χρειαζόμαστε τον πλούτο; Πόσα χρειαζόμαστε για να ζούμε μια καλή ζωή;

Και ενώ τα καταστήματα ήταν γεμάτα από λογής εμπορεύματα, ενώ υπήρξε πληρότητα στους δημοφιλείς χειμερινούς προορισμούς και ενώ οι ειδήσεις είπαν κάτι για αναθέρμανση της αγοράς, ακούμε μαζί και τα παράπονα των εμπόρων για δουλειές που δεν πάνε καλά, ή ότι οι εφημερίδες έχουν χαμηλές πωλήσεις κ.λπ. κ.λπ, σε μια αγορά που ξέρει καλά ότι για να είναι κάποιος αγοραστής, θα πρέπει να έχει δουλειά και μισθό, να ζεσταίνεται και να χορταίνει.

Αλλά γι' αυτά ούτε κουβέντα, σαν να μην υπήρξαν πτήσεις από το «Δικαίωμα στην τεμπελιά» του Λαφάργκ στην Λευκή Βίβλο της ΕΟΚ (για την ευέλικτη απασχόληση κατά της ανεργίας), και από το φουτουριστικό «Οικονομικές δυνατότητες για τα εγγόνια μας» του Τζον Μέιναρντ Κέινς το 1930, στη φτώχεια και την απλήρωτη εργασία της σημερινής κρίσης.

Σε ένα διάσημο ποίημα του 20ού αιώνα –επηρεασμένο από το Τρίτο Ασμα της «Κόλασης» του Δάντη και εξίσου διάσημο όσο και η «Ερημη Χώρα»–, στο «Οι Κούφιοι Ανθρωποι», ο νομπελίστας Τ.Σ. Ελιοτ μιλάει για εκείνους που μένουν ξεροί μπροστά σε ηθικά προβλήματα∙ αναφέρεται στον θάνατο του ευρωπαϊκού πολιτισμού από αυτούς που καθόρισαν τη Συμφωνία των Βερσαλλιών, τους τραπεζίτες του Σίτι του Λονδίνου και τους δήθεν προοδευτικούς χωρίς ριζώματα στην κοινωνία. Οι τελευταίοι στίχοι του είναι και οι πιο γνωστοί στίχοι οποιουδήποτε αγγλόφωνου ποιητή: «Ετσι τελειώνει ο κόσμος / Οχι με έναν βρόντο / μα μ' ένα λυγμό».

Όμως, τελειώνει ο κόσμος; Μα και βέβαια όχι. Η ζωή συνεχίζεται μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, μεταξύ προσδοκιών και διαψεύσεων –όπως τότε στον Μεσοπόλεμο. Αλλά όπως έλεγε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ «οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο∙ αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ώς εδώ αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους» και, όπως έλεγε και κάποιος άλλος, «ας είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον της απαισιοδοξίας». Το βέβαιο είναι ότι το 2019 θα έχει και τα καλύτερα και τα χειρότερα κι ας σταθούμε εδώ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/1/2019.

Να φτιάξουμε ανάχωμα στην Ακροδεξιά...

Μαζί με το Brexit είναι οι κίνδυνοι που εγκυμονούν για την εξέλιξη της Ευρώπης - Πολ Μέισον: Χρειάζεται ευρεία συνεργασία του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη - Στρατηγικός στόχος θα πρέπει να είναι η μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας.

Υπέρ της ανάγκης για συγκρότηση μιας ευρείας συνεργασίας των κομμάτων του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη (από τους σοσιαλιστές και τους ριζοσπάστες αριστερούς έως τους πράσινους) με στόχο τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας τάχθηκε ο γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος και πολιτειολόγος Πολ Μέισον σε συνέντευξή του στην ισπανική ιστοσελίδα ctxt.es, υποστηρίζοντας πως μια τέτοια κίνηση θα μεταμόρφωνε την Ε.Ε. και θα ύψωνε ένα ανάχωμα στην άνοδο της Ακροδεξιάς.

Ο γνωστός για την υποστήριξή στον αγώνα της Ελλάδας κατά των Μνημονίων δημοσιογράφος και εκ των συντακτών του προγράμματος του ηγέτη των Βρετανών Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν στη μακροσκελή συνέντευξή του αναφέρθηκε στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη όχι μόνο από την επέλαση των νέων μορφών εργασίας και οικονομικής απορρύθμισης που μεταφέρουν στην εξάπλωσή τους η παγκοσμιοποίηση και χρηματοοικονομικοποίηση (financialization) της πολιτικής, αλλά και από τους κινδύνους που εγκυμονούν για την εξέλιξη της ηπείρου το Brexit και η άνοδος της Ακροδεξιάς - αμφότερα απόρροιες της άφρονος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που ακολούθησαν οι Βρυξέλλες στα χρόνια της κρίσης όπως λέει.

Οι Εργατικοί και το Brexit

Αναφορικά με την ερώτηση για το εάν η Ε.Ε. δυνητικά θα αντιστρατευόταν με κάθε δύναμη τα μέτρα που θα λάμβανε μια υποθετική κυβέρνηση του Τζέρεμι Κόρμπιν, με εθνικοποιήσεις και αποκατάσταση της δημόσιας περιουσίας και του κοινωνικού κράτους, ο Μέισον επεκτάθηκε τονίζοντας πως μια νίκη του Κόρμπιν, σε συνδυασμό με τη στήριξη των προοδευτικών κυβερνήσεων της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, θα μπορούσε να οδηγήσει στη μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας και σε έναν μετασχηματισμό της Ε.Ε. με περισσότερο κοινωνικό προσανατολισμό.

Συγκεκριμένα, ο Π. Μέισον τόνισε: «Υπάρχουν ψηφοφόροι των Εργατικών που υποστηρίζουν το Lexit (ένα είδος Brexit της Αριστεράς), όμως ο Τζέρεμι Κόρμπιν δεν είναι ένας από αυτούς. Εκείνος αντιλήφθηκε γρήγορα πως μια έξοδος από την Ε.Ε. θα ευνοούσε τους δεξιούς -που είναι υπέρ της απορρύθμισης, των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και φιλοατλαντιστές- για να οδηγήσουν τη Βρετανία υπό τον αμερικανικό μανδύα προστασίας. Αυτό θα ήταν ένα αντιδραστικό αποτέλεσμα.

Σχέδιο για δεύτερο δημοψήφισμα

"Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως το ένα τρίτο των ψηφοφόρων μας στήριξαν το Brexit και πως εξακολουθούν να το στηρίζουν. Οι πενήντα έδρες που έχει ανάγκη η Αριστερά για να κατακτήσει την εξουσία ψήφισαν υπέρ του Brexit. Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να πούμε: Ναι, θα κάνουμε το Brexit. Δεν μας αρέσει, όμως εσείς το ψηφίσατε. Αυτό θα τους ανοίξει την πόρτα.

Θα πάμε σε μια έξοδο που θα αφήσει ανέγγιχτες τις θέσεις εργασίας και τη βιομηχανία, αρκετά ηπιότερη από εκείνο που σχεδιάζει η Τερέζα Μέι. Αυτή δεν είναι ικανή να κλείσει μια συμφωνία με το Κοινοβούλιο, πράγμα που θα προκαλέσει επανάσταση στους κόλπους της Δεξιάς όταν θα χρειαστεί να συμπήξουν με την Ε.Ε. μια συμφωνία στα πρότυπα της Νορβηγίας, με ελεύθερη διακίνηση. Αυτή η διαίρεση θα προκαλέσει ένα δεύτερο δημοψήφισμα, όπου θα ψηφίσουμε να παραμείνουμε".

Συμμαχία για αναθεώρηση της Λισσαβώνας

"Εάν καταφέρουμε να φέρουμε εις πέρας τούτο το σχέδιο, το επόμενο βήμα θα είναι να πάμε στις Βρυξέλλες και να ζητήσουμε τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας. Κι ευελπιστώ πως και η κυβέρνηση της Ισπανίας, εάν συνεχίσει να υφίσταται η άτυπη συμμαχία του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ με τον ηγέτη των Unidos Podemos Πάμπλο Ιγκλέσιας, θα μας στηρίξει. Εάν υπολογίσουμε τον Κόρμπιν, ελπίζοντας και στον Σάντσεθ και αναμφίβολα αν οι Πορτογάλοι του Αντόνιο Κόστα και η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα ζητήσουν τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου, τότε θα έχουμε μια διαφορετική Ευρώπη».

Κύριος αντίπαλος η Ακροδεξιά

Ερωτηθείς για το ποια είναι η γνώμη του σχετικά με την ευρωπαϊκή πρόταση της Diem25 του Γ. Βαρουφάκη ως εναλλακτική παρουσία της Αριστεράς στις επερχόμενες ευρωεκλογές, ο Πολ Μέισον απάντησε: «Είναι μια ενδιαφέρουσα χειρονομία, αλλά δεν με ενθουσιάζει. Αυτό που πραγματικά θα με ενθουσίαζε θα ήταν μια συμμαχία της Αριστεράς του Ευρωκοινοβουλίου (GUE/NGL) με τα σοσιαλιστικά κόμματα και τους Πράσινους.

Ο κύριος αντίπαλος δεν είναι πλέον ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός. Είναι η
Ακροδεξιά. Και σε ορισμένες χώρες υπάρχει κίνδυνος να υπερισχύσουν. Κι όπως έχω πει, είναι ορατός ο κίνδυνος η Ακροδεξιά να συμμαχήσει με τους συντηρητικούς. Επίσης, είναι σύμμαχοι και με τη Ρωσία του Πούτιν, συνεπώς υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι για τη χειραγώγηση των ευρωεκλογών προκειμένου να δοθεί ώθηση στη Δεξιά και να προκληθεί θεσμική κρίση εάν ούτε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ούτε και οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές επιτύχουν αυτοδυναμία. Εκείνο που εγώ θα πρότεινα στους Σάντσεθ, Ιγκλέσιας, στον Κόρμπιν, στο Σιν Φέιν στην Ιρλανδία και στο Ολλανδικό Εργατικό Κόμμα -που έχει δύναμη μόλις 4%-, είναι να συμπήξουν μια κόκκινο/πράσινη συμμαχία».

*Δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" στις 18/12/2018. 

Η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου

Κληρονόμος της κριτικής θεωρίας της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο 89χρονος σήμερα Γιούργκεν Χάμπερμας θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους ζώντες φιλοσόφους. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Χάμπερμας τον περασμένο Μάιο στην ισπανική εφημερίδα El Pais.

Καθηγητή Χάμπερμας, θεωρείτε ότι η παρακμή της μορφής του δημόσιου διανοούμενου είναι μια πραγματικότητα ή είναι απλώς ένα θέμα συζήτησης μεταξύ διανοουμένων; Δεν υπάρχει μια ορισμένη δόση μελαγχολίας όταν γίνεται λόγος γι' αυτήν;

Η μορφή του διανοούμενου, όπως τη γνωρίζουμε παραδειγματικά στη Γαλλία, από τον Ζολά ώς τον Σαρτρ και τον Μπουρντιέ, αναδύθηκε σε μια δημόσια σφαίρα της οποίας οι εύθραυστες δομές σήμερα διαλύονται.
Κακώς τίθεται το νοσταλγικό ερώτημα «γιατί δεν υπάρχουν πλέον διανοούμενοι;». Δεν μπορούν πλέον να υπάρχουν, αφού δεν υπάρχει ένα κοινό αναγνωστών στο οποίο να απευθυνθούν με τα επιχειρήματά τους.

Θεωρείτε ότι το διαδίκτυο έχει αποδυναμώσει εκείνη τη δημόσια σφαίρα την οποία εξασφάλιζαν τα παραδοσιακά μεγάλα μέσα επικοινωνίας και ότι αυτό είχε «πραγματικές» (και όχι προσωρινές ή φαινομενικές) επιπτώσεις στους φιλοσόφους, τους στοχαστές κ.λπ.;

Ναι, η ιστορική μορφή του διανοούμενου αναπτύχθηκε, από τον καιρό του Χάινριχ Χάινε, με την κλασική διαμόρφωση ενός φιλελεύθερου κοινού. Αυτή η μορφή όμως ζει υπό δυσεύρετες πολιτισμικές και κοινωνικές προϋποθέσεις. Αυτές περιλαμβάνουν ένα ολόκληρο σύστημα θεσμών, αλλά κυρίως την ύπαρξη μιας δημοσιογραφίας που επαγρυπνεί, αξιόπιστων μέσων επικοινωνίας και ενός μαζικού τύπου ικανού να προσανατολίζει το ενδιαφέρον της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών προς τα λίγα θέματα που είναι σημαντικά για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Περιλαμβάνουν επίσης ένα κοινό που ενδιαφέρεται για την πολιτική, καλά μορφωμένο, εκπαιδευμένο στη συγκρουσιακή διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, ένα κοινό που διαθέτει χρόνο για να διαβάζει τις ανεξάρτητες και ποιοτικές εφημερίδες. Σήμερα αυτή η υποδομή δεν είναι πλέον ακέραιη. Ο κατακερματισμός που προκαλεί το διαδίκτυο έχει περιθωριοποιήσει τον ρόλο των παραδοσιακών μέσων, τουλάχιστον στις νεότερες γενιές.

Ήδη προτού εκδηλωθούν οι κεντρόφυγες και διαλυτικές τάσεις των νέων μέσων, η αποδιάρθρωση του πολιτικού κοινού είχε αρχίσει με την εμπορευματοποίηση της δημόσιας προσοχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την αποκλειστική κυριαρχία της ιδιωτικής τηλεόρασής τους, είναι ένα προειδοποιητικό παράδειγμα. Στο μεταξύ, τα νέα μέσα επιδιώκουν μια πολύ πιο δόλια εμπορευματοποίηση. Ο στόχος δεν είναι ευθέως η προσοχή των καταναλωτών, αλλά η οικονομική εκμετάλλευση των ιδιωτικών προφίλ των χρηστών. Από τους «πελάτες», χωρίς αυτοί να το συνειδητοποιούν, κλέβουν τα προσωπικά τους δεδομένα, έτσι ώστε να μπορούν να τους χειραγωγούν καλύτερα, μερικές φορές ακόμη και για πολιτικά «μαφιόζικους» σκοπούς, όπως μάθαμε πρόσφατα από το σκάνδαλο του Facebook.

Δεν νομίζετε ότι το διαδίκτυο, πέρα από τα αναμφισβήτητα πλεονεκτήματά του, ευνόησε μια νέα μορφή αναλφαβητισμού;

Εννοείτε τις πομφόλυγες και τα fake news των tweets του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν μπορούμε καν να πούμε ότι αυτό το πρόσωπο είναι κάτω από το επίπεδο πολιτικής κουλτούρας της χώρας του. Απλώς αυτός καταστρέφει διαρκώς αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, από την εφεύρεση της τυπογραφίας, που κατέστησε όλα τα πρόσωπα δυνητικούς αναγνώστες, χρειάστηκαν αιώνες προκειμένου να μάθει να διαβάζει όλος ο πληθυσμός.

Το διαδίκτυο, που μας μετατρέπει όλους σε δυνητικούς συγγραφείς, υπάρχει εδώ και λίγες δεκαετίες. Είναι πιθανό με τον καιρό να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με πολιτισμένο τρόπο. Το διαδίκτυο έχει ήδη ανοίξει εκατομμύρια χρήσιμους ιστότοπους, όπου είναι δυνατό να ανταλλάσσονται αξιόπιστες πληροφορίες και τεκμηριωμένες γνώμες.

Σκεφτείτε τα blogs επιστημόνων που εντατικοποιούν με αυτόν τον τρόπο την ακαδημαϊκή τους εργασία, αλλά και τους πάσχοντες από μια σπάνια ασθένεια που επικοινωνούν με άλλους ομοιοπαθείς από τη μια ήπειρο στην άλλη, για να βοηθηθούν με την ανταλλαγή συμβουλών και εμπειριών. Πρόκειται αναμφίβολα για σημαντικά επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, που δεν χρησιμεύουν μόνο για να αυξάνουν την ταχύτητα των συναλλαγών και της κερδοσκοπίας στις χρηματιστηριακές αγορές.

Το διαδίκτυο αυτό καθεαυτό είναι μια πρόοδος. Με την επινόηση της γραφής γεννήθηκαν αναπτυγμένοι πολιτισμοί, με την επινόηση της τυπογραφίας η προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η γενική εκπαίδευση και η αστική δημόσια σφαίρα. Είμαι πολύ γέρος για να κρίνω την πολιτισμική ώθηση που θα πυροδοτήσουν τα νέα μέσα. Αυτό που με ενοχλεί είναι το γεγονός ότι αυτή είναι η πρώτη μιντιακή επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας που υπηρετεί κυρίως οικονομικούς και όχι πολιτισμικούς σκοπούς.

Ποια ίχνη απομένουν από την παλιά μαρξιστική σας ένταξη; Ο Γιούργκεν Χάμπερμας θεωρεί ακόμα τον εαυτό του αριστερό;

Η πολιτική οικονομία δεν είναι το θέμα των ερευνών μου, αλλά εργάστηκα και πάλεψα υποστηρίζοντας αριστερές θέσεις στο πανεπιστήμιο και στη δημόσια σφαίρα επί εξήντα πέντε χρόνια.

Αν εδώ και είκοσι πέντε χρόνια υποστηρίζω μια πολιτική εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το κάνω με την ιδέα ότι μόνον αυτό το ηπειρωτικό καθεστώς θα μπορούσε σοβαρά να αποκτήσει τη δύναμη να δαμάσει έναν καπιταλισμό που έχει γίνει άγριος.

Δεν εγκατέλειψα ποτέ την κριτική του καπιταλισμού, αλλά διατηρούσα πάντα την επίγνωση ότι οι γενικευτικές διαγνώσεις της εποχής μας, που διατυπώνονται μάλιστα αβασάνιστα, δεν αρκούν. Δεν είμαι ένας από εκείνους τους διανοούμενους που πυροβολούν χωρίς να σκοπεύουν.

Βρίσκω θαυμαστή τη δική σας υπεράσπιση του «συνταγματικού πατριωτισμού». Με αυτή την έννοια εσείς θεωρείτε τον εαυτό σας πατριώτη;

Αισθάνομαι πατριώτης μιας χώρας η οποία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, επιτέλους εγκαθίδρυσε μια σταθερή δημοκρατία και στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών πολιτικής πόλωσης εδραίωσε μια φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα. Το λέω με δισταγμό και το κάνω για πρώτη φορά, αλλά με αυτή την έννοια είμαι ένας Γερμανός πατριώτης.

Θα μου προξενούσε έκπληξη αν, στο εξωτερικό, δεν αναγνωριζόμουν εκ πρώτης όψεως ως ένα προϊόν της γερμανικής κουλτούρας, με τη δική μου διανοητική σφραγίδα και όλες τις πνευματικές μου συνήθειες. Είμαι μάλιστα υπερήφανος γι' αυτή την κουλτούρα, όταν η δεύτερη ή η τρίτη γενιά Τούρκων, Ιρανών, Ελλήνων ή όποιας άλλης εθνικής προέλευσης μεταναστών εμφανίζονται ξαφνικά στη δημόσια σφαίρα ως οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικοί παρουσιαστές, ως οι πιο ικανοί ηγέτες και γιατροί ή οι καλύτεροι συγγραφείς, πολιτικοί, μουσικοί ή δάσκαλοι.

Πρόκειται για μια χειροπιαστή απόδειξη της δύναμης και της αναγεννητικής ικανότητας της κουλτούρας μας. Μια κουλτούρα παραμένει ζωντανή μόνον όσο πείθει τις μελλοντικές γενιές ότι αξίζει τον κόπο να οικειοποιηθούν ερμηνευτικά το παρελθόν και να την προεκτείνουν στο μέλλον.

Παίρνοντας υπόψη μας τις αμοιβαίες αδιαλλαξίες, έχουμε μια (νέα) σύγκρουση πολιτισμών;

Νομίζω ότι αυτή είναι μια εντελώς εσφαλμένη θέση. Οι αρχαιότεροι και ισχυρότεροι πολιτισμοί διαμορφώθηκαν από τη μεταφυσική και από τις παγκόσμιες θρησκείες, που μελέτησε ο Μαξ Βέμπερ.

Όλοι τους διέθεταν ένα οικουμενικό δυναμικό και επομένως ασπάζονταν το άνοιγμα και τη συμπερίληψη. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι ένα νεότερο φαινόμενο και ανάγεται στον κοινωνικό ξεριζωμό που συντελέστηκε -και συνεχίζεται ακόμα- εξαιτίας της αποικιοκρατίας, της αποαποικιοποίησης και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. 

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/12/2018. (Απόδοση: Θανάσης Γιαλκέτσης). 

Ένα Μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης. Μία πρωτοβουλία του Τομά Πικετί

Ο Τομά Πικετί και μια ομάδα Ευρωπαίων ακαδημαϊκών, διανοουμένων και ερευνητών καταθέτουν μια πρόταση-μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό των ευρωπαϊκών θεσμών και των ασκούμενων πολιτικών, με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τον δικαιότερο καταμερισμό των δημοσιονομικών βαρών και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της προσφυγικής και περιβαλλοντικής κρίσης.

To Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ αναδημοσιεύει μεταφρασμένη την εισαγωγή του 50σέλιδου κειμένου, που μπορεί να διαβαστεί σαν μια ενδιαφέρουσα συμβολή στον ευρύτερο διάλογο για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης.

Το ΕΝΑ επικοινώνησε με το Γάλλο Aναπληρωτή Καθηγητή του Berkeley και έναν εκ των υποστηρικτών του Μανιφέστου, Gabriel Zucman. «Εάν θέλουμε να σώσουμε τα ευρωπαϊκά ιδεώδη, τότε πρέπει να εκδημοκρατίσουμε τώρα την Ευρώπη. Αυτό το Μανιφέστο περιλαμβάνει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Διαβάστε το, σκεφτείτε και υπογράψτε το!» ήταν το μήνυμα που έστειλε.

Μανιφέστο για τον Εκδημοκρατισμό της Ευρώπης

Εμείς, οι Ευρωπαίοι πολίτες, με διαφορετικό υπόβαθρο και από άλλες χώρες, εκκινούμε σήμερα αυτή την έκκληση για τη σε βάθος αναμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών και πολιτικών. Αυτό το Μανιφέστο περιέχει συγκεκριμένες προτάσεις, ειδικότερα ένα σχέδιο Συνθήκης Εκδημοκρατισμού (Democratization Treaty) και ένα Σχέδιο Προϋπολογισμού (Budget Project), τα οποία μπορούν να υιοθετηθούν και να εφαρμοστούν από τις χώρες που το επιθυμούν, χωρίς καμία να μπορεί να μπλοκάρει όσες θέλουν να προχωρήσουν. Μπορεί να υπογραφεί διαδικτυακά (www.tdem.eu) από όλους τους Ευρωπαίους πολίτες που ταυτίζονται με αυτό. Μπορεί να τροποποιηθεί και να βελτιωθεί από οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα.

Μετά το Brexit και την εκλογή αντιευρωπαϊκών κυβερνήσεων ως επικεφαλής αρκετών κρατών-μελών, δεν είναι πλέον δυνατόν να συνεχίσουμε όπως πριν. Δεν μπορούμε απλώς να περιμένουμε τις επόμενες αποχωρήσεις ή την περαιτέρω διάλυση χωρίς να κάνουμε θεμελιώδεις αλλαγές στη σημερινή Ευρώπη.

Σήμερα η ήπειρός μας βρίσκεται ανάμεσα, από τη μία, σε πολιτικά κινήματα των οποίων το πρόγραμμα περιορίζεται στην εκδίωξη αλλοδαπών και προσφύγων, ένα πρόγραμμα που έχουν αρχίσει να θέτουν σε ισχύ, και, από την άλλη, σε κόμματα τα οποία ισχυρίζονται ότι είναι ευρωπαϊκά αλλά στην πραγματικότητα συνεχίζουν να θεωρούν ότι ο σκληρός πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού και η διάδοση του ανταγωνισμού παντού (κράτη, επιχειρήσεις, επικράτειες και άτομα) αρκούν για να καθορίσουν ένα πολιτικό σχέδιο. Δεν αναγνωρίζουν με κανέναν τρόπο ότι ακριβώς αυτή η έλλειψη κοινωνικής προοπτικής οδηγεί στο αίσθημα της εγκατάλειψης.

Υπάρχουν κάποια κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που προσπαθούν να σταματήσουν αυτόν το θανάσιμο διάλογο, κινούμενα στην κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού θεμελίου για την Ευρώπη. Έπειτα από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης δεν λείπουν αυτές οι κρίσιμες, ειδικά ευρωπαϊκές, καταστάσεις: Ανεπαρκείς διαρθρωτικές επενδύσεις στον δημόσιο τομέα -ιδιαίτερα στους τομείς της κατάρτισης και της έρευνας, αύξηση της κοινωνικής ανισότητας, επιτάχυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και κρίση στην υποδοχή μεταναστών και προσφύγων. Αυτά τα κινήματα όμως έχουν συχνά δυσκολία στο να διαμορφώσουν ένα εναλλακτικό εγχείρημα και να περιγράψουν το πώς θα ήθελαν να οργανώσουν την Ευρώπη του μέλλοντος, καθώς και τη συγκεκριμένη υποδομή λήψης αποφάσεων γι' αυτή.

Εμείς, οι Ευρωπαίοι πολίτες, δημοσιεύοντας αυτό το Μανιφέστο, τη Συνθήκη και τον Προϋπολογισμό, προχωρούμε σε συγκεκριμένες προτάσεις, δημόσια διαθέσιμες σε όλους. Δεν είναι τέλειες, αλλά έχουν την αξία της ύπαρξης. Το κοινό μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές και να τις βελτιώσει. Βασίζονται σε μια απλή πεποίθηση: Η Ευρώπη πρέπει να χτίσει ένα πρωτότυπο μοντέλο που να διασφαλίζει τη δίκαιη και διαρκή κοινωνική ανάπτυξη των πολιτών της. Ο μόνος τρόπος για να τους πείσει είναι να εγκαταλείψει τις αόριστες και θεωρητικές υποσχέσεις. Εάν η Ευρώπη θέλει να αποκαταστήσει την αλληλεγγύη με τους πολίτες της, μπορεί να το κάνει μόνο παρέχοντας συγκεκριμένες αποδείξεις ότι είναι σε θέση να καθιερώσει μια συνεργασία μεταξύ των Ευρωπαίων, κάνοντας αυτούς που έχουν κερδίσει από την παγκοσμιοποίηση να συμβάλουν στη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών που λείπουν σήμερα από την Ευρώπη. Αυτό σημαίνει να κάνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις να εισφέρουν περισσότερα προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τους πλουσιότερους φορολογούμενους να πληρώνουν περισσότερα από τους φτωχότερους. Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα.

Οι προτάσεις μας βασίζονται στη δημιουργία ενός Προϋπολογισμού για τον εκδημοκρατισμό ο οποίος θα συζητηθεί και θα ψηφιστεί από μια κυρίαρχη Ευρωπαϊκή Συνέλευση (European Assembly). Αυτό θα επιτρέψει επιτέλους στην Ευρώπη να εξοπλιστεί με ένα δημόσιο θεσμικό όργανο που θα είναι σε θέση να αντιμετωπίζει άμεσα τις κρίσεις και να δημιουργεί ένα σύνολο θεμελιωδών δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών στο πλαίσιο μιας διαρκούς και βασισμένης στην αλληλεγγύη οικονομίας. Με αυτόν τον τρόπο, η υπόσχεση που έχει δοθεί ήδη από τη Συνθήκη της Ρώμης για «βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας» θα αποκτήσει τελικά νόημα.

Αυτός ο Προϋπολογισμός, εάν το επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Συνέλευση, θα χρηματοδοτηθεί από τέσσερις βασικούς ευρωπαϊκούς φόρους, έμπρακτες ενδείξεις αυτής της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Οι φόροι αυτοί θα ισχύουν για τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, για τα υψηλότερα εισοδήματα (άνω των 200.000 ευρώ ετησίως), τους ιδιοκτήτες/κατόχους του μεγαλύτερου πλούτου (άνω του 1 εκατ. ευρώ) και τις εκπομπές άνθρακα (με κατώτατη τιμή 30 ευρώ ανά τόνο).

Εάν καθοριστεί στο 4% του ΑΕΠ, όπως προτείνουμε, ο Προϋπολογισμός αυτός θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την έρευνα, την κατάρτιση και τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα για την αλλαγή του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, καθώς και την υποδοχή και ενσωμάτωση των μεταναστών και των συμμετεχόντων στη λειτουργία του μετασχηματισμού. Θα μπορούσε να δώσει επίσης κάποιο περιθώριο στα κράτη-μέλη ώστε να μειώσουν την αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση (regressive taxation) που επιβαρύνει τους μισθούς ή και την κατανάλωση.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι η δημιουργία μιας «Ευρώπης μεταβιβαστικών πληρωμών», η οποία θα επιδίωκε να πάρει χρήματα από τις «ενάρετες» χώρες για να τα δώσει στις λιγότερο ενάρετες. Το εγχείρημα για μια Συνθήκη Εκδημοκρατισμού (www.tdem.eu) το εκφράζει αυτό ρητά, περιορίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στις εκπίπτουσες δαπάνες και στο εισόδημα που καταβάλλεται από μια χώρα στο όριο του 0,1% του ΑΕΠ της. Αυτό το όριο μπορεί να αυξηθεί μόνο στην περίπτωση που υπάρξει συναίνεση για το σκοπό αυτό, αλλά το πραγματικό ζήτημα είναι αλλού: Είναι πρωτίστως ζήτημα περιορισμού των ανισοτήτων στις διάφορες χώρες και επένδυσης στο μέλλον όλων των Ευρωπαίων, αρχίζοντας βεβαίως από τους νεότερους, χωρίς να προτιμάται κάποια συγκεκριμένη χώρα. Αυτός ο υπολογισμός αποκλείει τις δαπάνες που ωφελούν εξίσου όλες τις χώρες, όπως οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Επειδή θα χρηματοδοτεί ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά προς όφελος όλων των χωρών, ο Προϋπολογισμός για τον εκδημοκρατισμό ενισχύει de facto τη σύγκλιση μεταξύ αυτών.

Επειδή πρέπει να δράσουμε γρήγορα αλλά και να βγάλουμε την Ευρώπη από το σημερινό τεχνοκρατικό αδιέξοδο, προτείνουμε τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Συνέλευσης. Αυτή θα επιτρέψει στους νέους ευρωπαϊκούς φόρους να συζητηθούν και να ψηφιστούν, όπως και ο Προϋπολογισμός για τον εκδημοκρατισμό. Η Ευρωπαϊκή αυτή Συνέλευση μπορεί να ιδρυθεί χωρίς να αλλάξουν οι ισχύουσες ευρωπαϊκές Συνθήκες.

Θα πρέπει ασφαλώς να επικοινωνεί με τα σημερινά θεσμικά όργανα λήψης αποφάσεων (ιδιαίτερα με το Eurogroup, στο πλαίσιο του οποίου οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συνεδριάζουν άτυπα κάθε μήνα). Αλλά σε περιπτώσεις διαφωνίας, η Συνέλευση θα έχει τον τελικό λόγο. Σε διαφορετική περίπτωση, η ικανότητά της να αποτελέσει τόπο για έναν νέο διεθνικό, πολιτικό χώρο, όπου κόμματα, κοινωνικά κινήματα και ΜΚΟ θα μπορέσουν επιτέλους να εκφραστούν, θα ετίθετο σε κίνδυνο. Θα διακυβευόταν εξίσου η πραγματική αποτελεσματικότητά της, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι να εξαλείψουμε από την Ευρώπη την αιώνια αδράνεια των διακυβερνητικών διαπραγματεύσεων. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο κανόνας της δημοσιονομικής ομοφωνίας που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εμποδίσει εδώ και χρόνια την υιοθέτηση οποιουδήποτε ευρωπαϊκού φόρου και διατηρεί την αιώνια καταφυγή στο δημοσιονομικό ντάμπινγκ από τους πλουσίους και τους πιο ευέλικτους, μια πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παρ' όλες τις διακηρύξεις. Αυτό θα συνεχιστεί εάν δεν δημιουργηθούν άλλοι κανόνες λήψης αποφάσεων.

Με δεδομένο ότι αυτή η Ευρωπαϊκή Συνέλευση θα έχει την ικανότητα να υιοθετεί φόρους και να μπαίνει στον πυρήνα του δημοκρατικού, οικονομικού και κοινωνικού συμβολαίου των κρατών-μελών, είναι σημαντικό να εμπλέξουμε πραγματικά τα μέλη των εθνικών και του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Παρέχοντας κεντρικό ρόλο στα εθνικά εκλεγμένα μέλη, οι εθνικές βουλευτικές εκλογές θα μετατραπούν de facto σε ευρωπαϊκές. Τα εθνικά εκλεγμένα στελέχη δεν θα μπορούν πλέον να αποδίδουν την ευθύνη στις Βρυξέλλες και δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τα σχέδια και τους προϋπολογισμούς που προτίθενται να υπερασπιστούν στη Συνέλευση. Συγκεντρώνοντας τους βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων και τους ευρωβουλευτές σε μία Συνέλευση, θα δημιουργηθεί μια κουλτούρα συγκυβέρνησης, η οποία αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο μεταξύ των αρχηγών κρατών και των Υπουργών Οικονομικών.

Γι' αυτό προτείνουμε στη Συνθήκη Εκδημοκρατισμού, που είναι διαθέσιμη διαδικτυακά (www.tdem.eu), το 80% των μελών της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να προέρχεται από μέλη των εθνικών αντιπροσωπειών των χωρών που θα υπογράψουν τη Συνθήκη (σε αναλογία με τον πληθυσμό των χωρών και των πολιτικών ομάδων) και το 20% από το σημερινό Ευρωκοινοβούλιο (αναλογικά προς τις πολιτικές ομάδες). Αυτή η επιλογή αξίζει περαιτέρω συζήτηση. Συγκεκριμένα, το σχέδιό μας θα μπορούσε να λειτουργήσει με μικρότερο ποσοστό εθνικά εκλεγόμενων βουλευτών (π.χ. 50%). Αλλά κατά την άποψή μας, η υπερβολική μείωση του ποσοστού αυτού θα μπορούσε να περιορίσει τη νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να περιλαμβάνει όλους τους Ευρωπαίους πολίτες στην κατεύθυνση ενός νέου Κοινωνικού και Δημοσιονομικού Συμφώνου, ενώ οι συγκρούσεις δημοκρατικής νομιμοποίησης μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών εκλογών γρήγορα θα υπονόμευαν το εγχείρημα.

Τώρα πρέπει να δράσουμε γρήγορα. Παρόλο που θα ήταν επιθυμητό όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμμετάσχουν χωρίς καθυστέρηση στο εγχείρημα και ενώ θα ήταν προτιμότερο οι τέσσερις μεγαλύτερες χώρες της Ευρωζώνης (οι οποίες, μαζί, αντιπροσωπεύουν πάνω από το 70% του ΑΕΠ και του πληθυσμού) να το υιοθετήσουν ολοκληρωτικά, το εγχείρημα στο σύνολό του έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι νομικά και οικονομικά αποδεκτό και να εφαρμόζεται από οποιοδήποτε υποσύνολο χωρών το επιθυμεί. Αυτό το σημείο είναι σημαντικό, επειδή επιτρέπει σε χώρες και κοινωνικά κινήματα που το επιθυμούν να εκφράσουν την προθυμία τους να σημειώσουν πολύ συγκεκριμένη πρόοδο, υιοθετώντας το εγχείρημα ή μια βελτίωσή του, αυτή τη στιγμή. Καλούμε κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα να αναλάβει τις ευθύνες του/της και να συμμετάσχει σε μια ενδελεχή και εποικοδομητική συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

* Το Μανιφέστο δημοσιεύθηκε στις 9/12/2018, παράλληλα σε Guardian, Le Monde, Der Spiegel, La Vanguardia, Gazeta Wyborcza, La Repubblicaκαι Politiken.

** Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 14/12/2018.