Saturday, 14 March 2026

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

ΜΚΟ στις σύγχρονες κοινωνίες

Οι ΜΚΟ ή το «σώμα των πολιτών» ή, όπως είναι γνωστότερο, «κοινωνία των πολιτών», συγκροτούν μια αντίληψη για τις συλλογικότητες η οποία αντιδιαστέλλεται με μια παραδοσιακή αντίληψη της αριστεράς περί συλλογικότητας, όσο και με μια της δεξιάς. Στην ουσία, είναι μια αντίληψη που πατά περισσότερο σε μια λογική του πολιτικού φιλελευθερισμού των δικαιωμάτων και λιγότερο στη λογική των "συμφερόντων" που ωθούν τους ανθρώπους να συγκροτούν συλλογικότητες. Όμως, η ίδια η αριστερά, δια των Ν. Πουλαντζά και Κ. Τσουκαλά επιχείρησε να αντιμετωπίσει τον άνθρωπο όχι μονοδιάστατα μέσω της οικονομικής του θέσης στην κοινωνία, αλλά ως "πολυσθενές υποκείμενο", δηλαδή μέσα από μια ποικιλία ενδιαφερόντων, αντιλήψεων, προτιμήσεων, με βάση πολιτιστικά, εκπαιδευτικά ή άλλα διανοητικά χαρακτηριστικά. Ανάμεσα σε αυτά παίζει, ασφαλώς ρόλο και η οικονομική του θέση στην κοινωνία, αλλά αυτή δεν αρκεί να προσδιορίσει κυρίαρχα τον τρόπο που κοινωνικοποιείται και παίρνει μέρος στις δημόσιες κοινωνικές διεργασίες. Αν ισχύει το πρώτο, αυτό δηλαδή, της κυριαρχίας της οικονομικής του θέσης, τότε αυτό οδηγεί στην αντίληψη της συγκρότησης συλλογικοτήτων με βάση αυτά τα "ταξικά" χαρακτηριστικά και ως εκ τούτου, κυρίαρχη μορφή συλλογικοτήτων είναι τα συνδικάτα και όλα τα υπόλοιπα είναι συλλογικότητες - υποκατάστατα ή ευνουχιστικά και αποπροσανατολιστικά -άρα και ύποπτα για υπόγειες χρηματοδοτήσεις, χώροι διαπλοκής κλπ.
Πέραν μιας αγοραίας εμπλοκής του θέματος αυτού στην τρέχουσα συγκυρία και τις όποιες, εύκολες και γαργαλιστικές, προεκτάσεις σκανδαλοθηρικού τύπου έχει, αυτό είναι το υπόβαθρό της συζήτησης περί ΜΚΟ που κατά καιρούς έρχεται και επανέρχεται στην ελληνική δημόσια ζωή.
Η παραδοσιακή αντίληψη της αριστεράς για τη συλλογικότητα και τον ατομισμό, ισοπέδωσε το άτομο χάριν της συλλογικότητας.
Η αγοραία λογική της "αγοράς" θεοποίησε το «άτομο» και χλεύασε τις συλλογικότητες ή τις μετέτρεψε σε τραστ συμφερόντων.
Το ζητούμενο, όμως, είναι πάντα το «υπαρκτό» άτομο και όχι ο «ανύπαρκτος» μέσος άνθρωπος. Η διαφορά έγκειται στη διεργασία. Το άτομο για το άτομο ή διαμέσου της ομάδας στο άτομο. «Ο θάνατός σου η ζωή μου» ή «η ύπαρξή σου η ζωή μου»;
Η κοινωνία των πολιτών υπονοεί ότι οι συλλογικότητες θα εδράζονται στα ατομικά –και συλλογικά, ασφαλώς- δικαιώματα των πολιτών (που θα φτάνουν μέχρι τα δικαιώματα του «ενός» –του κάθε «ενός») και όχι στην ισοπεδωτική διαμεσολαβητική ασυδοσία των «συλλογικοτήτων» και των «πλειοψηφιών» (θρησκευτικών, φυλετικών, ταξικών ή άλλων).
Μόνον πολίτες με δικαιώματα (δικαιώματα νοούμενα όχι ως θεσμικές εγγυήσεις απλώς κάποιων συμπεριφορών αλλά ως αμοιβαίες ευθύνες ανάμεσα σε πολίτες, συμ-πολίτες και κοινωνία) μπορούν να συγκροτήσουν συλλογικότητες που θα τιμούν αυτήν την αναντικατάστατη μορφή κοινωνικότητας και κοινωνικοποίησης. Και μάλιστα πολλές, πολλές συλλογικότητες, πολλά «σώματα πολιτών» που θα εκφράζουν και θα διαφοροποιούν όλες τις επιλογές των ανθρώπων-πολιτών και όχι μία, «υπερ-συλλογικότητα» η οποία θα συμπυκνώνει –υποτίθεται- το σύνολο των επιλογών και των επιθυμιών των πολιτών.
Στη μία συλλογικότητα να είμαι με τον κ. Χ. για να αναδείξουμε τη σημασία, πχ., των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και από την άλλη να είμαι και σε μία συλλογικότητα η οποία θα αντιπαρατίθεται σε αυτήν του κ. Χ. για την ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης, έστω.
Μετέχοντας σε 1, 2, 5 ΜΚΟ και όχι απλώς σε ένα Κόμμα που τα ενοποιεί υποτίθεται όλα –ή τα συνθλίβει;- εκφράζομαι ως πολίτης με δικαιώματα-ευθύνες, πλήρως.
Η προσέγγιση αυτή για την Κοινωνία των πολιτών και τις ΜΚΟ, μέσω των οποίων εκφράζεται, είναι τεράστιας σημασίας για την ανανεωτική αριστερά, γιατί βρίσκεται στον αντίποδα της λογικής του «μαζικού κόμματος», που όλα τα ενοποιεί και όλα τα αφομοιώνει. Ως προέκταση αυτής της λογικής του μαζικού κόμματος, ουσιαστικά η μόνη συλλογικότητα που είναι νοητή, αλλά και μακρύς βραχίονας του κόμματος, είναι το συνδικάτο, δηλαδή η οικονομική και μονοδιάστατη υπόσταση του ανθρώπου. Το «πολυσθενές υποκείμενο», έχει ανάγκη ποικίλων μορφών κοινωνικής έκφρασης που ξεφεύγουν από τα στενά ταξικά και οικονομικά μυωπικά γυαλιά της παραδοσιακής αριστεράς.
Γι' αυτό θεωρώ πολύ εύκολη και απλοϊκή την προσέγγιση του θέματος ΜΚΟ μέσω της οπτικής της χρηματοδότησής τους, μόνο!
Είναι ο προνομιακός χώρος για μια εναλλακτική ανανεωτική αριστερά. Και αυτό, όχι φυσικά γιατί μπορεί, υποτίθεται, καλύτερα να τις «ελέγξει». Οι πολίτες που ολοκληρώνονται κοινωνικά μέσω της ελεύθερης συμμετοχής τους σε οργανώσεις που καλύπτουν ένα τεράστιο φάσμα ενδιαφερόντων, προβλημάτων, εθελοντικής δράσης, κοινωνικής υποστήριξης, αλληλεγγύης, ρευμάτων σκέψης, μελέτης, εκδοτικής προσπάθειας, παρατηρητήρια για δικαιώματα κάθε είδους κλπ, κλπ, αποτελούν τη μεγαλύτερη κοινωνική ομάδα, την προνομιακή ομάδα της κοινωνίας που –θα έπρεπε να- ενδιαφέρεται και να απευθύνεται. Έστω και αν πολλές από αυτές τις ΜΚΟ είναι αντιφατικές, «περίεργες», ελιτίστικες, ολιγομελείς ή μικρομεγαλίζουν.
Έστω κι αν δεν είναι πάντα διαφανείς οι πηγές χρηματοδότησης για κάποιες από αυτές, είναι ισοπεδωτικό, απαξιωτικό και υποτιμητικό για το συνολικό χώρο των ΜΚΟ η διάχυση μιας καχυποψίας που κάθε άλλο παρά αντανακλά μια πραγματικότητα.
Οικολογία και ΜΚΟ
Τα ανθρώπινα συστήματα είναι διαφορετικά από τα "βιολογικά" και κάθε εύκολη μεταφορά ενέχει πολλούς κινδύνους. Όμως, σίγουρα είναι εξίσου και μάλλον περισσότερο πολύπλοκα. Και οποιαδήποτε αναγωγή τους σε σταθερά, αυστηρά και περίπου αμετάβλητα –σε κάθε ιστορική περίοδο- συστήματα, παράγει ψευδή εικόνα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και αν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μετατρέπονται σε ένα πράγμα μόνον. Να αναχθούν, δηλαδή, σε μια «κυρίαρχη» αντίθεση η οποία και θα καθορίζει το χαρακτήρα των πιθανών κοινωνικών συγκρούσεων.
Η οικολογία, χώρος στον οποίο δραστηριοποιούνται πολλές ΜΚΟ, αναδεικνύει μια νέα «γενιά αντιθέσεων», αυτών που κατά κύριο λόγο προέκυψαν με την εμφάνιση της βιομηχανικής κοινωνίας και πιο πολύ στη φάση της ωρίμανσής της. Έρχεται να αναδείξει τη μεγάλη πολλαπλότητα και πολυπλοκότητα των αντιθέσεων και των συγκρούσεων και όχι να τα ανάγει όλα σε μια «κυρίαρχη» αντίθεση. Ή καλύτερα, να τονίσει τη σημασία και τον καθοριστικό ρόλο που ενίοτε παίζουν και οι «δευτερεύουσες» αντιθέσεις.
Η προσπάθεια να αναχθεί η πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων, οι μεταβαλλόμενες μορφές κοινωνικής σύγκρουσης σε ένα προκατασκευασμένο καλούπι ταξικής πάλης, οδηγεί σε μια επικίνδυνη απλοποίηση, σε μια χοντροκομμένη γενίκευση που αλλοιώνει πλήρως τα στοιχεία της αντίθεσης και το αντικείμενο της σύγκρουσης, κάθε φορά.
Η ποικιλία των αντιθέσεων οδηγεί και σε μια ποικιλία ανταγωνισμών, συγκρούσεων και αντιστάσεων. Ο περιορισμός τους σε μια εύκολη, εμπειρική αναγωγή στη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, πάντα, αποτελεί μια πολιτικά ασυγχώρητη σχηματοποίηση και απλούστευση.

Ένας περίπλοκος κόσμος ανταγωνισμών χρειάζεται μια πολιτικά ισοδύναμη προσέγγιση για να εκφραστεί. Δηλαδή, ο ένας –κυρίαρχος- ανταγωνισμός, μπορεί να είναι μια «πολλαπλότητα ανταγωνισμών». Να μην τοποθετούμε, έτσι απλά, δύο ομάδες ανθρώπων τη μία απέναντι από την άλλη με σκοπό την «ταξική πάλη», για να υποδηλώσουμε τον κοινωνικό ανταγωνισμό.
Η μεγάλη ποικιλία των κοινωνικών πρακτικών και του τρόπου που αυτές οι πρακτικές μετατρέπονται σε μορφές οργάνωσης, είναι αυτά που επηρεάζουν τους εκάστοτε ανταγωνισμούς και τα εκατέρωθεν «μέτωπα».
Τα οικολογικά και περιβαλλοντικά προβλήματα δεν φωτίζουν πάντα μια νέα πλευρά της «ταξικής πάλης», καμιά φορά μπορεί να την εμπλουτίζουν, κυρίως φέρνουν στο φως νέες αντιθέσεις, σύνθετες, παράλληλες ή συμπληρωματικές στις «γνωστές», οι οποίες συχνά ξεφεύγουν από τα στενά καλούπια της ταξικής οπτικής.
Τα πραγματικά επίδικα με τις ΜΚΟ, στο πρακτικό επίπεδο
Έχει γραφτεί ότι "ΜΚΟ στα τελευταία 20 τουλάχιστον χρόνια σημαίνει επάγγελμα". Διαφωνώ απολύτως με τη ισοπεδωτική αυτή διατύπωση.
Αυτή η γενικευμένη δυσφήμηση των ΜΚΟ (πιστεύω ότι είναι «δυσφήμηση», δηλαδή εντελώς λαθεμένη και άδικη), έχει κάποιους παραδοσιακούς εχθρούς.
Ένας τέτοιος «εχθρός», όπως προανέφερα, είναι η κομματοκρατία και ειδικά της αριστεράς.
Το ΚΚΕ, ένα μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ και σύμπας ο χώρος των αριστεριστών, μπερδεύονται, αποδιοργανώνονται από σχήματα έξω από το παραδοσιακό δίπολο κόμμα – συνδικάτο και τις πολεμούν χρησιμοποιώντας απαράδεκτους υπαινιγμούς και εύκολες κατηγορίες.
Ένας δεύτερος εχθρός, ειδικά στην Ελλάδα, είναι η καπατσοσύνη του Έλληνα αετονύχη που είδε φως και μπήκε. Το γεγονός ότι παρείχε κάποια πλεονεκτήματα στο άνοιγμα πορτών ο χαρακτήρας του «μη κερδοσκοπικού» και «μη κυβερνητικού», βάφτισε πολλές κερδοσκοπικές δραστηριότητες σε "μη" τέτοιες. Γι' αυτό, όμως, καμία απολύτως ευθύνη δεν φέρουν, ούτε θα μπορούσαν να το αποτρέψουν οι ...κανονικές ΜΚΟ και ΜΗ κερδοσκοπικές οργανώσεις, παρά μόνον ζητώντας να μπουν κανόνες από την πολιτεία, αλλά και μέσα από το ίδιο το έργο τους
Σε όλα αυτά, τα αναμενόμενα, έρχεται να προστεθεί μια δυσεξήγητη, για μένα, προκατάληψη και από όσους, λογικά, κινούνται στη λογική της «κοινωνίας των πολιτών». Όλα τα στραβά και στρεβλά χρεώνονται στις «αυθεντικές» ΜΚΟ και τις τσουβαλιάζονται με τις άλλες, επειδή δεν κατάφεραν, αυτές(!!!) να βάλουν τάξη σε ένα πεδίο που ο ίδιος ο χαρακτήρας τους τις καθιστά αδύναμες να οριοθετήσουν. Θαρρείς και οι ΜΚΟ έχουν τη δυνατότητα να βάλουν τους κανόνες χρηματοδότησης, αυτές και μόνον αυτές, και δεν το κάνουν!
Αλλά ας έρθουμε στην ίδια την πηγή αυτής της αμφισβήτησής τους, στη χρηματοδότηση.
Αν θεωρούμε ότι ΜΚΟ και κρατική χρηματοδότηση είναι ασύμβατες, τότε η κουβέντα σταματά εδώ ή μετατίθεται σε ένα άλλο πεδίο συζήτησης, πιο θεωρητικό.
Όμως, από πουθενά δεν προκύπτει ότι διεθνώς αντιμετωπίζονται ως ασύμβατες, εξ ορισμού. Όλοι οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί και οικονομικές ενώσεις (ΟΗΕ, ΟΟΣΑ, Συμβούλιο της Ευρώπης, ΕΕ κλπ) έχουν θεσπίσει είτε πεδία, είτε μηχανισμούς, είτε υποχρεώνουν τα κράτη μέλη τους να χρηματοδοτούν συγκεκριμένες δράσεις μέσω ΜΚΟ, αποκλειστικά. Πολλά εκπαιδευτικά, ανθρωπιστικά, αναπτυξιακής βοήθειας και άλλα προγράμματα πραγματοποιούνται μέσω ΜΚΟ.
Αν αυτό, στην κουβέντα μας, το θεωρούμε θεμιτό, ας πάμε και στο επόμενο βήμα. Πώς ορίζεται η ΜΚΟ και πώς χρηματοδοτείται! Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για όσους θέλουν να προσεγγίσουν και να ορίσουν, απολύτως συγκεκριμένα, τις έννοιες και τις διαδικασίες αυτές και ιδίως την πρώτη, δηλαδή ποιοι δικαιούνται να αυτοπροσδιορίζονται ως ΜΚΟ.
Είχα εμπλακεί σε μια προσπάθεια που είχε ξεκινήσει παλιότερα με πρωτοβουλία του αλησμόνητου Νικήτα Λιοναράκη, να καθοριστεί –μέσω των ίδιων των ΜΚΟ- κάτι σαν ISO για την έννοια της ΜΚΟ, αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (ο Ν. Λιοναράκης είχε καταγράψει 31.500 ΜΚΟ στην Ελλάδα!).

Φυσικά, για το δεύτερο θέμα, αυτό που συνδέεται με τη χρηματοδότηση δράσεων μέσω ΜΚΟ, οι διαδικασίες δηλαδή, τα πράγματα είναι πιο σαφή -όχι εύκολα!- να τεθούν κανόνες, παρόλο που δεν υπόκειται στην ευθύνη των ΜΚΟ να τους θέσουν και να τους τηρήσουν, αλλά στην πολιτεία, κυρίως. Μια πρώτη διασαφήνιση πρέπει να γίνει εδώ. Ως ΜΚΟ θα μπορούσε να αυτό-αποκαλείται οποιαδήποτε οργάνωση το επιθυμεί και να αξιολογείται από τη δράση της και από την κοινωνία. Το πρόβλημα του προσδιορισμού προκύπτει όταν από αυτόν απορρέει συμμετοχή σε χρηματοδοτήσεις που απευθύνονται σε ΜΚΟ. Κι εδώ χρειάζονται οι κανόνες.
Μικρή παρένθεση. Η ΜΚΟ που έχει λάβει τα περισσότερα χρήματα είναι η "Αλληλεγγύη" η ΜΚΟ της Εκκλησίας (έχει λάβει 60 εκατομμύρια ευρώ σε διάστημα 6 χρόνων!). Εδώ η μεγάλη μου ένσταση δεν είναι τόσο στις διαδικασίες μέσω των οποίων χρηματοδοτήθηκε (φυσικά, δεν υπονοώ ότι συμφωνώ), αλλά αν μπορεί μια κρατική οντότητα, η Εκκλησία της Ελλάδος, να δημιουργεί μια ΜΚΟ, δηλαδή, μια ΜΗ κυβερνητική οργάνωση. Αυτό είναι μεγάλο θέμα για την οριοθέτηση των ΜΚΟ.
Συναφές με αυτό είναι και το θέμα των «επαγγελματιών» στο χώρο των ΜΚΟ. Αν, λέγοντας ΜΚΟ, εννοούμε «πρωτοβουλίες κατοίκων» ή «πολιτιστικούς συλλόγους» μόνον, τότε πράγματι φαντάζει αντιφατικό νε έχουν ανθρώπους που αμείβονται για την εμπλοκή τους στη δράση μιας ΜΚΟ. Όμως, εκτός από αυτούς τους φορείς, υπάρχουν και πιο ...μεγάλες οργανώσεις που οι δράσεις τους απαιτούν ένα επίπεδο οργάνωσης που δεν νοείται χωρίς επαγγελματίες. Κι εδώ χωρούν, φυσικά, κανόνες, πλαφόν, δεοντολογία. Αν πάλι, οριοθετούμε τον χώρο των ΜΚΟ, σε αυτές, τις μικρές μόνον, ενώσεις προσώπων –θεμιτό βέβαια, να το πιστεύει κανείς αυτό- τότε η συζήτηση μετατίθεται πάλι αλλού, αλλά είναι εντελώς άδικο να ενοχοποιούνται, συλλήβδην, όσοι «δουλεύουν» σε ΜΚΟ.
Υπάρχουν ΜΚΟ που μονομερώς έχουν θέσει όρια στις πηγές χρηματοδότησής τους, κανόνες που συνδέονται με τις αντιλήψεις των μελών τους, αλλά και με το χαρακτήρα των δραστηριοτήτων τους (για κάποιες δραστηριότητες μπορεί να πιθανολογηθεί επηρεασμός από τον όποιο χρηματοδότη, για κάποιες άλλες ο παράγοντας αυτός μπορεί να είναι και ουδέτερος). Άλλες έχουν αποκλείσει την κρατική χρηματοδότηση, άλλες την ιδιωτική, άλλες και τις δύο και επιδιώκουν να βγάλουν τα έξοδά τους μόνο μέσα από τις συνδρομές μελών ή υποστηρικτών τους. Λογικά, θεμιτά και υπαρκτά όλα αυτά. Ο καθένας επιλέγει πού και με ποιους όρους θα εμπλακεί.
Επί αυτών χρειάζεται, νομίζω, μια κουβέντα -και αντιπαράθεση- για να πάμε ένα βήμα πιο μπροστά την συζήτηση και να μην μείνουμε σε μια γενική και, εύκολη πιστεύω, καχυποψία για έναν χώρο που είναι παρών, με δυναμική και έχει και πολλούς –...παραδοσιακούς- εχθρούς να αντιμετωπίσει ώστε να λειτουργήσει τιμώντας πλήρως το χαρακτήρα του.
"Είναι λάθος να σκεφτόμαστε την εξουσία υπό τους όρους ενός δυαδικού ανταγωνισμού, πρέπει μάλλον να τη σκεφτόμαστε υπό τους όρους μιας «πολλαπλότητας σχέσεων εξουσίας» (Φουκό).

Λένιν, Καστοριάδης και κεφαλοκλείδωμα

Θα το χαρακτηρίζαμε το απόλυτο media event, αν δεν ήταν κάτι πολύ σοβαρότερο.
Ο λόγος για τον ιδιότυπο ριζοσπαστισμό της πρωτοβουλίας να οργανωθεί μια συζήτηση, εξαιρετικά τηλεοπτικοποιημένη (8 κάμερες, 3 βαν με links), όπου αντιπαρατέθηκαν -ή αναζήτησαν κοινή βάση- Αλέξης Τσίπρας και Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Δύσκολα πράγματα γιατί, προκειμένου ο Τσίπρας να φτάσει στο σλόγκαν «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απειλή, είναι ελπίδα» και ο Δασκαλόπουλος να αποφανθεί ότι «η συζήτηση για ένα αναπτυξιακό -και άρα κοινωνικό- μοντέλο δεν (πρέπει να, δική μας η προσθήκη!) είναι θεολογική», χρειάστηκε να παλέψουν με το κοινό. Αληθινά: γιατί όταν τόλμησε ο Δασκαλόπουλος να αναφερθεί σε Καστοριάδη και Λένιν, ένας μεν γραφικός σηκώθηκε και άρχισε να βρίζει για την ασέβεια, αλλά και αρκετός κόσμος μουρμούριζε αν και οι περισσότεροι μάλλον χειροκρότησαν. Ο δε Τσίπρας χρειάστηκε, χαμογελαστά μεν αλλά και έντονα, να καθησυχάσει ότι «δεν πρόκειται το μεγάλο κεφάλαιο να κάνει κεφαλοκλείδωμα στον ΣΥΡΙΖΑ».
Πάμε όμως από την αρχή. Τέσσερα γράμματα είχε το ΕΚΚΕ, η αριστερίστικη μήτρα από την οποία προήλθε ο Στέλιος Κούλογλου. Τέσσερα γράμματα και το TVXS, το portal, με web tv και τα σχετικά, που διοργάνωσε τη συνάντηση, με αντικείμενο την «παραγωγική ανασυγκρότηση» -την οποία μόλις πρόσφατα ανακάλυψε ως έννοια το portal- με πρωτοβουλία του επίσης εξ ΕΚΚΕ Περικλή Βασιλόπουλου.
Ως σταρ της βραδιάς ο Τσίπρας δεν χρειάστηκε μόνο να αποκρούσει τον εξορκισμό όσων αρνούνταν την αναφορά στα εικονίσματα του σοσιαλισμού από έναν εκπρόσωπο των βιομηχάνων. Βρήκε και την ευκαιρία να αποδιώξει την υπεραπλουστευτική άποψη, ότι με τυχόν επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ «θα μας πάρουν τα σπίτια, θα μας πάρουν τις καταθέσεις». Αλλά και με κάποιον τρόπο εξήγησε την αξία του να «συνομιλήσει» η εκπροσώπηση της αστικής τάξης «με όσους λένε ότι η απορρύθμιση δεν είναι η λύση, αλλά η εξήγηση της ρίζας της κρίσης». Και ήταν και ουσιαστικότερα διαβασμένος ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, αφού προσήλθε με στοιχεία να εξηγήσει ότι -για πρώτη φορά μετά τον Πόλεμο- το απόθεμα παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα μειώθηκε τα τελευταία δύο χρόνια, επανερχόμενο σε σταθερές τιμές σε επίπεδα 1994...
Βέβαια, προηγουμένως έφερε η συζήτηση μαζί, σ' ένα τραπέζι, ανθρώπους διαφορετικής προσέγγισης όσο ο Γιώργος Σταθάκης και ο Προκόπης Παυλόπουλος, η Άννυ Ποδηματά και ο Θόδωρος Σκυλακάκης. Πώς προέκυψε η κατάρρευση; Μπορούσε κάτι/κάπως/κάποτε να έχει αποφευχθεί; Γίνεται να προχωρήσει η Ελλάδα/η ελληνική οικονομία, ανεξάρτητα από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις; Έχει σπάσει πλέον η ραχοκοκαλιά του ιδιωτικού τομέα; Όσα σήμερα θεωρούνται αυτονόητα, θα μπορούσαν να είχαν επιχειρηθεί νωρίτερα; Έχει υπονομευθεί (και πόσο οριστικά) η έννοια της ιδιοκτησίας μέσα στην κρίση; Τι σήμανε η κατάργηση του κοινωνικού κράτους; Τι το διαφορετικό φέρνει στην Ελλάδα η ακραία αδικία στον επιμερισμό του κόστους της κρίσης; Έχει νόημα για την Ελλάδα μια συζήτηση περί επαναβιομηχανοποίησης;
Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, τώρα, προσερχόμενος στην πρωτοβουλία, μίλησε για παραγωγική ανασυγκρότηση που «απαιτεί πραγματική αναγέννηση». Η αναγέννηση αυτή, έσπευσε να προσθέσει, «δεν μπορεί να προέλθει από κάποιον κεντρικό σχεδιασμό. Μόνη η επιχειρηματική δράση μπορεί να μετατρέψει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα (που διαθέτει η χώρα) σε εργασίες και πλούτο για την κοινωνία». Δεν παρέλειψε βέβαια να σημειώσει -noblesse oblige!- «δεν θεωρώ ότι η επιχειρηματικότητα είναι η πανάκεια για όλα τα προβλήματα». Πλην, έχοντας στρατεύσει και λίγον Λένιν για τον ρόλο που έχει «η ανάγνωση του στρατηγικού πεδίου», δηλαδή των προκλήσεων, των αντικειμενικών συνθηκών και των δυνάμεων της συγκυρίας, ζήτησε «ένα κράτος-πλαίσιο και όχι ένα κράτος-ογκόλιθο (που ξέρει μόνον να απαγορεύει και να υπαγορεύει)».
Ασφαλώς, είχε φροντίσει πρώτα να αποκηρύξει «το μοντέλο της Μεταπολίτευσης που κατέστησε τον πολίτη πελάτη κι έκανε το Κράτος λεία μιας πολιτικο-οικονομικής ολιγαρχίας».
Ε, μπήκαν στην μέση και τα γραφικά επεισόδια και μας προέκυψε το media event....

Μήπως όντως πορευόμασταν για Παγκόσμια Τράπεζα;

Μια χώρα τότε ξεκινά να πορεύεται προς το αληθινό περιθώριο, όταν οι άλλες χώρες - και ιδίως οι ισχυροί του κόσμου τούτου - αρχίζουν να αναφέρονται σ' αυτήν "στο περίπου", αγνοώντας βασικά στοιχεία που την αφορούν, αυτήν και τα προβλήματά της. Αυτό είναι το ασφαλέστερο δείγμα του αν μια χώρα παύει να είναι υποκείμενο των διεθνών σχέσεων και γίνεται αντικείμενο σ' αυτές.
Η πρόσφατη διπλή, ασύγγνωστη γκάφα της Κριστίν Λαγκάντ (γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ, με προηγούμενο πόστο της το υπουργείο Οικονομικών της Γαλλίας - επί εκείνου του χολερικού Νικολά Σαρκοζί - και με υψηλό προφίλ ούτως ή άλλως στην διεθνή σκηνή, έτσι;) γκάφα που αφορούσε το πλεόνασμα που εμφάνισε το καλό πειραματόζωο "Ελλας" μετά από πέντε χρόνια θεραπείας, θάπρεπε να έχει χτυπήσει καμπανάκι. Ή μάλλον μεγάλη και βαριά καμπάνα! Γιατί; Η κυρία Λαγκάρντ θέλησε να πει μια καλή λέξη για την Ελλάδα (μόλις μια βδομάδα αφότου είχε διαβεβαιώσει ότι "δεν δείχνεται καμιά ελαστικότητα προς την Ελλάδα") , οπότε διετύπωσε την ευχαρίστησή της που η χώρα αυτή εμφάνισε - για πρώτη φορά μετά το 1943 - πρωτογενές πλεόνασμα. Το λάθος διπλό: όντως για πρώτη φορά από την δεκαετία του ΄40 εμφανίσθηκε πλεόνασμα - αλλά ήταν πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, δηλαδή στις εξωτερικές σχέσεις της ελληνικής οικονομίας. Και αυτό το πρωτοφανές φαινόμενο, ενθαρρυντικό και επαινετέο κλπ. απεκλείετο να αφορούσε το 1943: αφορούσε το 1948 (τότε που οι αρχές του Σχεδίου Μάρσαλ ζήτησαν και πέτυχαν να υπάρξει στατιστική παρακολούθηση του καθημαγμένου ισοζυγίου, πράγμα που παρευθύς έπραξε η Τράπεζα της Ελλάδος - τα αφηγείται αυτά λαμπρά ο Μίνως Ζομπανάκης). Το 1943, για όνομα του Θεού, η Ελλάδα κειτόταν σε ερείπια - ήταν λοιπόν αδιανόητο να γίνεται οποιαδήποτε κουβέντα για ισοζύγιο ή για δημοσιονομική διαχείριση , πλην αν... για Γερμανικό αναγκαστικό δάνειο. Ήταν λίγο μετά που στην Γαλλία, για να μην έχουν ανάλογα φαινόμενα ακραίας καταστροφής και εξαθλίωσης του πληθυσμού, ζούσαν στο Παρίσι π.χ. την Rafle du Vel d' Hiv, δηλαδή την μαζική σύλληψη και εκτόπιση των Εβραίων της Γαλλικής πρωτεύουσας προς Αουσβιτς.
Και, καλά, Ιστορία ας μην πολυγνωρίζει μια 58χρονη Γαλλία, διεθνής προσωπικότητα - περίεργο, αλλά προφανώς αυτά τα δικαιώματα δίνει η υψηλή προβολή, το διεθνές κύρος κλπ. Όμως να μπλέκει το πρωτογενές (δημοσιονομικό) πλεόνασμα με το πλεόνασμα στις εξωτερικές συναλλαγές, αυτό σοκάρει - όσο κι αν το ΔΝΤ μας έχει συνηθίσει σε επιδερμικότητες μετά την ιστορία εκείνη του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή - προερχόμενο από μια από τις τρεις κορυφές της Τρόϊκας που συνεχίζει να πειραματίζεται με την Ελλάδα.

Από το δημοσιονομικό πλεόνασμα
σε εκείνο του ισοζυγίου
Πάμε όμως στην ουσία , γιατί... υπάρχει κι αυτή! Όντως για πρώτη φορά αφότου στην Ελλάδα τηρούνταν στοιχεία για τις εξωτερικές συναλλαγές , αποδεικνύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ότι το 2013 είχαμε πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Και μάλιστα όχι αμελητέο: 1,2 δις ευρώ – έναντι ελλείμματος 4,6 δις του 2012 – όπου ήδη το έλλειμμα είχε συμμαζευτεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Στο βάθος της κατολισθησης (2009) γράφαμε έλλειμμα 10,3% του ΑΕΠ και ... χαλούσαν τα διαγράμματα σύγκρισης των εξωτερικών συναλλαγών των χωρών της ΕΕ!
Η εντυπωσιακή αυτή βελτίωση οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κατάρρευση των εισαγωγών, που οδήγησε σε μείωση του εμπορικού ελλείμματος στα 2,4 δις: κύριο στοιχείο η μείωση των εισαγωγών καυσίμων. Επίσης ζωηρή άνοδος είχε σημειωθεί σ' εκείνο που καταγράφεται ως «ισοζύγιο τρεχουσών μεταβιβάσεων», όπου είχαμε πλεόνασμα 4,5 δις ευρώ – δηλαδή παραπάνω 3 δις από εκείνο του 2012 (αυτά είναι κυρίως κονδύλια ΕΟΚ: είχαν καθυστερήσει τραγικά το 2012, οπότε πήραν μπρος πέρσι). Μια τελευταία διάσταση, που ξέφυγε από τους περισσότερους: η καταβολή τόκων για το Ελληνικό χρέος το 2013 ήταν μια ανάσα πάνω από 6 δις ευρώ, την στιγμή που το 2011 απορρόφησε το κονδύλι αυτό 15 δις ευρώ, το 2009 είχε κινηθεί στα 12,5 δις (ποσό ίσο προς ένα ζαλιστικό 15% των καθαρών φορολογικών εσόδων της αμέριμνης εκείνης εποχής).
Αυτές οι παρατηρήσεις καλό θα ήταν να μην φεύγουν από τα μάτια μας, καθώς η πρώτη λέει κάτι δυσάρεστα απλό: ότι η λαμπρή εικόνα αυτού του πλεονάσματος στο ισοζύγιο ξεκινάει από το «κάθισμα» της ζήτησης, την καταβύθιση της αγοράς πολύ περισσότερο παρά από κάποια σταθερά ανάκτηση ανταγωνιστικότητας (οπότε, μόλις κάποτε έχουμε επανεκκίνηση, τότε η επαναφορά του προβλήματος κινδυνεύει να είναι άμεση...). Επίσης, ένας εξωγενής ετεροχρονισμός πληρωμών μέτρησε άλλο τόσο: το πώς λοιπόν θα "τρέξουμε" εφεξής τις σχέσεις με την ΕΕ, το ΕΣΠΑ που θα ονομάζεται ΣΕΣ, τις αγροτικές επιδοτήσεις κοκ., θα παίξει αντίστοιχα μεγάλο ρόλο.
Αν όμως σταθεί κανείς κριτικά και στο τι σημαίνει η ελάφρυνση κάποιων 9 δις (δηλαδή 5% του ΑΕΠ που μας έχει απομείνει...) λόγω μείωσης των τόκων, θα καταλήξει σε μια διπλή συνειδητοποίηση : πρώτον , ότι η ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους από τις διαδοχικές ρυθμίσεις είναι σημαντική, ότι "μετράει" (κι αυτό, προσοχή! , το καταγράφουν σταθερά οι δανειστές/εταίροι μας) και, δεύτερον, ότι καθώς τα περιθώρια να πάμε ακόμη πιο κάτω με μείωση επιτοκίων εξαντλούνται, η βελτίωση του ισοζυγίου απ' αυτήν την πηγή πάει, τέλειωσε (πλην haircut, που και γι αυτόν τον λόγο ξαναμπαίνει υποχρεωτικά στο τραπέζι, αλλά μην την ανοίγουμε περιττά αυτήν την συζήτηση...).
Την κάναμε την μακρά αυτή παρέκβαση με κίνδυνο να κουράσουμε τον αναγνώστη, διότι θεωρούμε αληθινά ότι η στρατηγική του υπερτονισμού του (δημοσιονομικού) πρωτογενούς πλεονάσματος, επειδή μπορεί να οδηγήσει στο εσωτερικό στην παλιοκαιρινή λογική της "διανομής του 70% σ' όσους το έχουν περισσότερο ανάγκη" αλλά και επειδή στο εξωτερικό επιβραβεύεται ρητορικά, κινδυνεύει να απομακρύνει την Κυβέρνηση Σαμαρά/Στουρνάρα απο την έμφαση στην διόρθωση του (εξωτερικού) ισοζυγίου. Η οποία θα αποτελούσε - ΑΝ μπορέσει να ριζώσει, να αποδειχθεί δηλαδή διατηρήσιμη - ακόμη μεγαλύτερη απόδειξη της αποκοπής της Ελλάδας από την εξάρτηση στην οποία έχει εγκατασταθεί.
Αυτό όμως, ακριβώς για να έχει διατηρησιμότητα, απαιτεί επανεκκίνηση της οικονομίας με εξωστρέφεια. Δηλαδή κάτι που να επιτρέψει εξαγωγές σε σταθερότερη βάση, οι οποίες ήδη σκόνταψαν. κάτι που να έχει τουρισμό επίσης πιο ριζωμένο, όχι επειδή η Τουρκία ή η Αίγυπτος πήραν-πέρσι-την κάτω βόλτα. κάτι που να φέρνει υποκατάστατη των εισαγωγών από γνήσια ζητούμενη εγχώρια παραγωγή, όχι απλώς μείωση των εισαγωγών λογω.... μη ζήτησης! Μια τέτοια συζήτηση, μας φέρνει από σπόντα στο επόμενο θέμα μας:

Σε τι (μπορεί να) παραπέμπτει
η συζήτηση περί Παγκόσμιας Τράπεζας
Πριν λίγον καιρό, ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας και Αντικαγκελλάριος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ (επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών στην Κυβέρνηση Μεγάλου Συνασπισμού, των Σοσιαλδημοκρατών εκείνων απο τους οποίους περιμέναμε ηπιότερη πολιτική έναντι της Ελλάδας κατά τα άλλα...) είχε πει ότι στην Ελλάδα "δεν υπάρχουν κρατικές δομές", σε τέτοιο σημείο ώστε "έπρεπε να έχει απασχολήσει την Παγκόσμια Τράπεζα και όχι το ΔΝΤ". (Ο Ζ. Γκάμπριελ μιλούσε σε ακροατήριο SPD, με τον Γιούργκεν Χάμπερμας να εξεγείρεται κατά της "πολιτικής απαξίωσης ολόκληρων εθνών" και της "πτώσεων γενεών και περιοχών". Άλλο αυτό). Η παρέμβαση Γκάμπριελ θεωρήθηκε εξαιρετικά αρνητική, αν μη προσβλητική, τότε.
Ήδη, ο Ολλι Ρεν, ο Φινλανδός Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με αρμοδιότητα για το Ελληνικό Πρόγραμμα Προσαρμογής (εκείνος με το "Καλό κουράγιο, Έλληνες!" όταν ξεκινούσε το πρώτο Μνημόνιο...), έθεσε κι αυτός ζήτημα των θεσμικών αδυναμιών που κρατούν στην Ελλάδα πίσω την ανάπτυξη. Είπε κάποια καλά λογάκια για την συνεργασία με την Task Force, (η οποία όμως δεν απέδωσε: δεν ήξερε; δεν μπόρεσε; είπε ότι "η Ελληνική οικονομία και διοίκηση στην έναρξη του προγράμματος ήταν σε κατάσταση που χρειάζονταν περισσότερο την Παγκόσμια Τράπεζα παρά το ΔΝΤ", για να καταλήξει ότι "είναι σημαντικό να εμπλακεί μελλοντικά στην Ελλάδα η Παγκόσμια Τράπεζα, ίσως και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανάπτυξης" [η οποία, θυμίζουμε, προοριζόταν να "τραβήξει" τις οικονομίες των Ανατολικών χωρών στην Δυτική αποτελεσματικότητα].
Άμα κανείς βγάλει το κεντρί της συγκαταβατικότητας (αν μη της περιφρονητικότητας) από παρόμοιες διατυπώσεις, μένει εκείνο που πρόσφατα εξηγούσε στην ιντερνετική "Ναυτεμπορική" ο Ζαφείρης Τζαννάτος, στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας που ήδη διδάσκει στην Βηρυττό: ότι η World Bank έρχεται σε χώρες που έχουν λυγίσει οικονομικά ως συμπαραστάτης - όχι μόνο/όχι τόσο με κεφάλαια, αλλά και με τεχνική βοήθεια, με θεσμική προσέγγιση/institution-building.
Πολύ ειλικρινά: Μήπως να αρχίζαμε να το σκεφτόμαστε - εμείς;

* Δημοσιεύτηκε στην Ναυτεμπορική στις 26-2-2014

Υποψηφιότητα Γιάννη Νικολαΐδη στις εκλογές Δ.Σ.Α

Αποφοίτησε το 1974 από την Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και από το 1977 είναι μέλος του ΔΣΑ. Το 1986 έγινε Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω. Το ακαδημαϊκό έτος 1978- 1979 έκανε μεταπτυχιακό στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με ειδίκευση στο Δίκαιο Ανταγωνισμού, στο Στρασβούργο. Ασκεί ενεργή μαχόμενη δικηγορία ως Νομικός Σύμβουλος Ελληνικών και αλλοδαπών Εταιρειών, με ειδίκευση στο Εμπορικό και Φορολογικό Δίκαιο, μαζί με την συνάδελφο και σύζυγό του Μαρία Παπαδοπούλου –Νικολαίδη. Το 2005 ίδρυσαν την Εταιρεία Δικηγόρων «ΝΟΜΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΑΘΗΝΩΝ-ΝΟΑ Γιάννης και Μαρία Νικολαίδη και Συνεργάτες» πιστεύοντας πάντοτε στην αξία της συλλογικής εργασίας. Έχουν δύο παιδιά τον συνάδελφο Νικόλα Ι. Νικολαίδη και τον Χαρίλαο Ι. Νικολαίδη (PhD in Law) επίσης ασκ. Δικηγόρο ΔΣΑ Πιστεύει ότι ο Σύλλογος χωρίς κομματικές σκοπιμότητες μπορεί να δραστηριοποιηθεί στα πλαίσια του νέου οικονομικού-κοινωνικού περιβάλλοντος για μιαν νέα, αξιοπρεπή δικηγορία, ώστε το επάγγελμα να ανακτήσει το κύρος που του αρμόζει. Υποστηρίζει το νέο δυναμικό του Συλλόγου, το οποίο μπορεί να δώσει νέα πνοή , ήθος και δυναμική στο επάγγελμα μας. Και φυσικά υποστηρίζει ανενδοίαστα τον εξαίρετου ήθους συνάδελφο Βασίλη Αλεξανδρή για την θέση του Προέδρου.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ
Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω
Αλεξάνδρου Σούτσου 24, 10671 Αθήνα Τηλ.: 210 36.05.506 - 36.42.871

noalaw.gr

 

Το ζητούμενο στη δημόσια ραδιοτηλεόραση: βιωσιμότητα και ανεξαρτησία

Αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν έδωσαν ένα άρθρο της κριτικού Π. Διαμαντάκου (Καθημερινή, 12.1.2014) και ένα Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Διατήρηση του ουσιώδους ρόλου των Μέσων στην Ψηφιακή Εποχή (Βελιγράδι, 7-8.11.2013). Με το βλέμμα στα ζητήματα και τις προκλήσεις της ψηφιακής σύγκλισης, το Ψήφισμα αναγνωρίζει την ανάγκη στήριξης «υγιώς χρηματοδοτούμενων, βιώσιμων και ανεξάρτητων δημόσιων Μέσων που διακρίνονται από υψηλή ποιότητα και ήθος». Σε μία μόνο πρόταση (πράγμα σπάνιο για επίσημο κείμενο) δίνεται το πλαίσιο λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης του μέλλοντος, αλλά και προσδιορίζεται το μοντέλο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης που πολλοί από εμάς θα επιθυμούσαμε για τη χώρα.

Η περίπτωση της πρώην ΕΡΤ σηματοδοτήθηκε από δύο αρνητικά φορτισμένες διαδικασίες. Η εν θερμώ διακοπή λειτουργίας του οργανισμού προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας, παρά τη μακρόχρονη απαξίωση του φορέα από μερίδα των πολιτών. Ομοίως, στο εξωτερικό αντιμετωπίστηκε με επικριτικά σχόλια. Η κίνηση αυτή, που μπορεί να νοηθεί ως η πρώτη μορφή άρνησης έναντι του πάσχοντος δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, κορυφώθηκε συμβολικά με την αιφνιδιαστική εκκένωση του κτιρίου λίγους μήνες αργότερα. Εάν αυτή η πράξη νοηθεί ως η δεύτερη μορφή άρνησης, προκύπτει το ερώτημα κατά πόσον δύο διαδοχικές αρνήσεις δημιουργούν αναγκαστικά μια κατάφαση. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση της πρώην ΕΡΤ, δύο αρνητικά φορτισμένες πολιτικές επιλογές μπορούν να λειτουργήσουν ως ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη δημιουργία των απαραίτητων δομών που θα θεμελιώσουν την κατάφαση της νέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στη χώρα;

Μάλλον όχι. Ούτε η κατάργηση του παλαιού φορέα αρκεί, ούτε η συρρίκνωση προϋπολογισμού και εργαζομένων, ούτε μόνο η τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου. Απαιτούνται περαιτέρω συγκεκριμένος στόχος εναρμονισμένος με τα δεδομένα της εποχής και εργαλεία ικανά να συμβάλουν στην πραγματοποίηση του στόχου αυτού. Η Π. Διαμαντάκου σωστά επισημαίνει ότι «η μεγάλη ευκαιρία» εντοπίζεται στους τομείς της ενημέρωσης και της παραγωγής προγραμμάτων μυθοπλασίας. Από την ποιότητα και την πολυμέρεια της ενημέρωσης θα εξαρτηθεί ο όντως δημόσιος (και όχι κρατικός) χαρακτήρας του νέου φορέα και συνακόλουθα η καταξίωσή του στη συνείδηση των πολιτών. Από την ποιότητα και την ποικιλομορφία των προγραμμάτων μυθοπλασίας θα εξαρτηθεί ο όντως ποιοτικά ανταγωνιστικός χαρακτήρας του και συνακόλουθα η εκπλήρωση των καταστατικών του στόχων.

Στον τομέα της ενημέρωσης, η νέα δημόσια ραδιοτηλεόραση χρειάζεται να ανταγωνιστεί όχι μόνο τους ιδιωτικούς φορείς, αλλά γενικότερα το σύγχρονο ψηφιακό διαδικτυακό περιβάλλον. Αυτό χαρακτηρίζεται από πληθώρα ειδήσεων, ποικιλομορφία, ταχύτητα, ανοιχτούς κώδικες επικοινωνίας, ελκυστική παρουσίαση, εύκολη προσβασιμότητα. Πάσχει, όμως, συχνά από μονομέρεια στην επιλογή και θεμελίωση των ειδήσεων, ανάδειξη αυτών με βάση το βαθμό εντυπωσιασμού και όχι το βαθμό σπουδαιότητας, έλλειψη διασταύρωσης στοιχείων και παραβίαση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Όσο για το σχολιασμό και την ανάλυση των γεγονότων, επικρατεί μάλλον ψηφιακό χάος, εφόσον ελάχιστες ειδήσεις σχολιάζονται επαρκώς και με εμβρίθεια.

Το τοπίο αυτό μπορεί και πρέπει να αναστρέψει η νέα δημόσια ραδιοτηλεόραση προσφέροντας ουσιαστική πολυμέρεια, ερευνητική δημοσιογραφία, πλουραλιστική θεματολογία. Για τη διασφάλιση όμως της «πολυφωνικής ανταλλαγής απόψεων» όπως ο ιδρυτικός νόμος της ΝΕΡΙΤ ορίζει (άρθρο 3 παρ. 1 γ΄ ν. 4173/2013), είναι απαραίτητο ο δημόσιος φορέας να μετασχηματιστεί σε θύλακα ερευνητικής δημοσιογραφίας που να προασπίζει και να προάγει την κριτική ανάλυση των γεγονότων σε συνδυασμό με την τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Η πολυφωνική ενημέρωση δεν ικανοποιείται με την παράθεση ειδήσεων, έστω και εάν εκπροσωπείται όλο το πολιτικό φάσμα. Χρειάζεται να ερευνηθούν και τα ακανθώδη θέματα, να παρουσιαστεί η γνώμη του κοινού, να δοθεί χώρος και χρόνος για ανάπτυξη ζητημάτων με ευρωπαϊκό ή διεθνή χαρακτήρα. Πολύ περισσότερο, η ενημέρωση δεν εξαντλείται στην πολιτική. Κοινωνικά προβλήματα, ζητήματα ευπαθών ομάδων του πληθυσμού, κυβερνητικές και μη δράσεις για θέματα σχετικά με τους νέους, την τρίτη ηλικία, το περιβάλλον, το ρατσισμό και την ξενοφοβία μπορούν να αναδειχθούν μέσα από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.

Ο τομέας της ψυχαγωγίας πάσχει επίσης, κυρίως ως προς την παραγωγή προγραμμάτων. Τα εμπορικά χαρακτηριστικά ενός προγράμματος δεν το καθιστούν ύποπτο εκ προοιμίου. Απλώς, δεν μπορούν να αποτελούν το βασικό κριτήριο παραγωγής ή επιλογής τους από το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα. Αντιστοίχως, ποιοτικό δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη βαρετό, δύσκολο και ξεπερασμένο. «Πολιτιστική πολυμέρεια» (άρθρο 3 παρ. 1 δ΄ ν. 4173/2013) σημαίνει πρόγραμμα σύγχρονο στη θεματολογία, το σχεδιασμό και την εκτέλεση, συμβατό με το νέο ψηφιακό περιβάλλον, τις προκλήσεις και τους προβληματισμούς της σημερινής κοινωνίας. Σημαίνει, επομένως, τηλεοπτικές σειρές και ψυχαγωγικές εκπομπές με ενδιαφέρουσα και ποικίλη θεματολογία, προσεγμένη παραγωγή και αξιόλογη εκτέλεση. Πρωτίστως απαραίτητη είναι, κατά τη γνώμη μου, η δημιουργία μίας νέας ζώνης παιδικού προγράμματος που θα καλύπτει ευρύ φάσμα ηλικιών και θα προσφέρει εγχώριες παραγωγές, καθώς και ξένο πρόγραμμα απαγκιστρωμένο από τη λογική των κινουμένων σχεδίων. Στο προϋπάρχον πρόγραμμα έλειπε η συνοχή, αλλά και η γέφυρα επικοινωνίας με τη μεταβατική προεφηβική ηλικία. Επίσης απαραίτητη είναι η δημιουργία προγραμμάτων μυθοπλασίας βασισμένων σε ελληνικές παραγωγές, και ψυχαγωγικών προγραμμάτων που θα εκφράζουν τις τάσεις της εποχής χωρίς να υποχωρούν στις πρακτικές του reality ή της μαζικής ψυχαγωγίας.

Ωστόσο, ότι η αποστολή του νέου φορέα δεν θα πραγματωθεί πλήρως εάν δεν συμπληρωθεί από δύο άλλες σημαντικές παραμέτρους: την πρωτοπορία σε θέματα κοινωνικών δράσεων και εταιρικής κοινωνικής ευθύνης αφενός και αφετέρου την πρωτοπορία σε ζητήματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Στην εποχή μας εγείρονται ερωτήματα για την ανάγκη ύπαρξης δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων με το επιχείρημα ότι η πολυφωνία των μέσων διασφαλίζεται εν πολλοίς με την πληθώρα των ιδιωτικών φορέων. Ως μόνη επαρκή δικαιολογητική βάση υπέρ του θεσμού της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης λειτουργεί ο κοινωνικός της ρόλος. Αρκεί, βεβαίως, να τον εκπληρώνει. Για το λόγο αυτό είναι άκρως απαραίτητο η νέα δημόσια ραδιοτηλεόραση να αναδείξει και να εμπλουτίσει τη συμβολή της σε ζητήματα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Να την αναδείξει πρώτον, εφόσον ήδη στην παλαιά ΕΡΤ υπήρχε και λειτουργούσε παραγνωρισμένος ένας τέτοιος μηχανισμός με αξιόλογο έργο. Να την εμπλουτίσει δεύτερον, εφόσον στις παρούσες συνθήκες η συμβολή αυτού του μηχανισμού θα είναι πολύτιμη για την προβολή και την αντιμετώπιση σωρείας ζητημάτων (ανεργία, εθελοντισμός, επιχειρηματικότητα, ρατσισμός και ξενοφοβία, προστασία του περιβάλλοντος, ψηφιακή παιδεία). Ο κοινωνικός αυτός ρόλος θα ενισχυθεί ιδιαιτέρως εάν συνοδευτεί από πρωτοπορία στα ζητήματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Με την ενίσχυση των μηχανισμών αυτοδέσμευσης και την υιοθέτηση συγκεκριμένων πρακτικών για επίκαιρα ζητήματα που όμως δεν ρυθμίζονται νομοθετικά, ο νέος φορέας θα επιτύχει να καταστεί κάτι περισσότερο από μέσο ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Θα λειτουργήσει ως παράγοντας διαμόρφωσης του δημόσιου ηλεκτρονικού διαλόγου στη χώρα, άρα και ως μοχλός των εξελίξεων όπως μπορεί και πρέπει να είναι.

Τι μάθαμε στα πέντε χρόνια της κρίσης

Πέντε χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας, η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ότι η μεγάλη προσαρμογή που επιχείρησε η Ελλάδα -το μεγαλύτερο μέρος της οποίας είχε ολοκληρωθεί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011- ήταν απαραίτητη.
Η ΝΔ κατάλαβε ότι χωρίς αληθινή δημοσιονομική προσαρμογή, τα ευχολόγια για άμεση ανάπτυξη δεν θα μπορούσαν να είχαν εφαρμοστεί, ούτε τα περίφημα «ισοδύναμα» να ισχύσουν, και γι΄ αυτό ξέχασε όλα τα «Ζάππεια», Ι, ΙΙ και ΙΙΙ. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει τώρα για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, χωρίς να λέει τι διαφορετικό θα είχε κάνει ή θα έκανε για να τους πετύχει, έχει σαφώς περιορίσει την αντιμνημονιακή του ρητορεία («κατάργηση μ΄ ένα νόμο κι ένα άρθρο») και, επιπλέον, η σοβαρή του πτέρυγα αναγνωρίζει ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του χρέους δεν ήταν «επαχθές».
ωστοσο, και τα δύο κόμματα δεν ολοκληρώνουν τη ρεαλιστική τους στροφή. Η κυβέρνηση επικαλείται συνεχώς ένα «Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης», που όμως αποτυγχάνει να το παρουσιάσει. Αντίθετα, στην πράξη δρα με τρόπο που πολλές φορές δεν συνάδει με την ανάπτυξη: παράδειγμα, το γεγονός ότι δίνεται έμφαση στην απορρόφηση του ΕΣΠΑ ως ποσοστού και όχι στη σύνδεσή του με πραγματικούς αναπτυξιακούς στόχους.
Εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ορθά μιλά για «μεγάλη διευθέτηση» κατά τη διαχείριση του ελληνικού χρέους - με την οποία δεν νομίζω να διαφωνεί ούτε η κυβέρνηση, διαφοροποιούμενη μόνο σε λεπτούς χειρισμούς και προσεκτικότερη ρητορική- βλέπει στελέχη του να μιλούν για «ρήτρα ευρωπαϊκής ανάπτυξης», συνδεμένη με τη μείωση του χρέους και με νέο παραγωγικό υπόδειγμα. Αλλά ρήτρα σημαίνει συναρτημένη υποχρέωση και συγκεκριμένες αναπτυξιακές προτάσεις. Ε, εκεί κάπου σταματά το πλαίσιο της σκέψης του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Πέντε χρόνια λοιπόν μετά το ξέσπασμα της κρίσης, και ενώ υπάρχουν οι γενικότερες συνειδητοποιήσεις, είναι παράδοξο ότι δεν έχει ζητηθεί από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ή από Ανεξάρτητη Επιτροπή να διερευνήσει τα πώς και γιατί το 2009 ξοδεύαμε 24 δισ. παραπάνω απ΄ όσα εισπράτταμε ως κράτος, και να κατονομάσει από ποια υπουργεία και ποιους υπουργούς ξέφυγε ο λογαριασμός κατά τη δεκαετία που προηγήθηκε πριν από το σκάσιμο της «φούσκας».
Το πόρισμα μιας τέτοιας έρευνας όχι μόνο θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, αλλά θα είχε και «παιδαγωγικό» χαρακτήρα, ώστε να μην επαναληφθεί στο μέλλον παρόμοια πορεία. Περιορίζομαι σ΄ ένα μόνο παράδειγμα: το διάστημα 2000-2009 στον τομέα του φαρμάκου πληρώσαμε 18 δισ. ευρώ παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε.
Η δημοσιονομική προσαρμογή πράγματι προχωρεί με τις τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού. Παραμένουν όμως απείραχτες πολλές από τις αιτίες που γέννησαν την κρίση και διατηρούνται πολλά προβλήματα άλυτα. Δεν είναι σαφές τι θα γίνει με το τραπεζικό σύστημα και την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, την ασφυκτική πίεση σε χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις από την απουσία χρηματοδότησης, την ανάγκη δημιουργίας ενός τραπεζικού συστήματος αποτελεσματικού και ταυτόχρονα διαφανούς. Το φορολογικό μας σύστημα εξακολουθεί να στηρίζεται στην υπερφορολόγηση και όχι στην πλάτυνση της βάσης του, ενώ γίνεται όλο και πιο πολύπλοκο. Η περίφημη επιτροπή Μαυραγάνη δεν έχει αποδώσει πορίσματα ακόμα. Η Δικαιοσύνη, αν και σαφώς χτυπάει πλέον ένα μέρος της διαφθοράς, κινείται ως ένας δυσκίνητος γραφειοκρατικός τομέας που καθυστερεί τόσο, ώστε να καταλήγει πολλές φορές σε αρνησιδικία.
Στο πεδίο του κοινωνικού κράτους, ενώ εξακολουθούμε να πληρώνουμε πολλά, οι αλλαγές είναι βραδείες, ενώ τα προνοιακά επιδόματα, για παράδειγμα, δεν έχουν εξυγιανθεί. Στην Υγεία οι προσαρμογές είναι ιδίως δημοσιονομικές κι όχι διαρθρωτικές. Στην Παιδεία υπάρχει σαφής οπισθοχώρηση, ως προς την πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση. Στη Δημόσια Διοίκηση, παρόλο που η κυβέρνηση διανύει τον 20ό της μήνα στην εξουσία, και με συμπυκνωμένο μάλιστα πολιτικό χρόνο, η έμφαση δίνεται στην κινητικότητα και απουσιάζει οποιοδήποτε Συνολικό Σχέδιο Αναδιάρθρωσης: ποια κρατική δομή προκρίνουμε, ποια υπουργεία και ποιους οργανισμούς θέλουμε, πώς τα στελεχώνουμε, τι κίνητρα δίνουμε, τι στόχους έχουμε. Στην Αγροτική Οικονομία οι μεγάλες τομές, όπως η σύνδεση της φορολόγησης με την παραγωγή ? παραγωγικότητα κι όχι με το? στρέμμα, καθυστερούν. Στον Τουρισμό, αν και έχουμε το γεωγραφικό πλεονέκτημα, έχουμε μείνει πίσω σε υποδομές και σε νευραλγικούς τομείς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι 100 μεγαλύτερες τουριστικές μας επιχειρήσεις έχουν λιγότερο από 10% του τζίρου στον κλάδο, πράγμα που δείχνει τον κατακερματισμό. Αλλά τουρισμό δεν κάνεις χωρίς σοβαρές τουριστικές επιχειρήσεις. Τελευταία ανακαλύφτηκε ο ιατρικός τουρισμός ως καινούργιο μεγάλο εθνικό σχέδιο, τη στιγμή που τα νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας δεν έχουν βρει τρόπο να χρεώνουν τις υπηρεσίες που παρέχουν το καλοκαίρι σε τουρίστες.
Η βασική αιτία είναι, φυσικά, το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Δεν αλλάζουν τίποτα (εκλογικός νόμος, λειτουργία του κοινοβουλίου, διορισμοί ημετέρων στους οργανισμούς του Δημοσίου), δίνοντας την εντύπωση ότι περιμένουν «να περάσει η μπόρα» για να ξαναρχίσουν τα ίδια.
Η Ελλάδα έχει τεράστιες δυνατότητες: γεωγραφική θέση, μορφωμένο ανθρώπινο δυναμικό (επειδή οι ελληνικές οικογένειες έχουν επενδύσει στα παιδιά τους), υπέδαφος, συμμετοχή στις βασικές δομές του δυτικού κόσμου. Δεν έχει όμως το πολιτικό σύστημα που της αξίζει, ώστε να είναι ένα σύγχρονο κράτος που κρατάει τον κόσμο του και ιδίως τους νέους. Κι αν δεν θέλει να γίνει Βουλγαρία (που από το 1990 έχασε 1,5 εκατομμύριο πληθυσμού, πέφτοντας από τα 8,8 εκατ. στα 7,3, και προβλέπεται ότι θα χάσει άλλο 1εκατομμύριο και θα πέσει στα 6,5 μέχρι το 2030, λόγω μαζικής εξόδου), πρέπει να το αλλάξει. Και μάλιστα πολύ γρήγορα.

*Δημοσιεύτηκε στην Ημερησία στις 8-2-2014

Όλα είναι μια διαπραγμάτευση

Ενώ, λοιπόν, θάλεγε κανείς ότι στην Ελλάδα των μέσων Φεβρουαρίου του 2014 η προσοχή της κοινής γνώμης θα πολωνόταν από τις Ευρωεκλογές-με-την-καινοτομία-του-σταυρού-σε-εκλογική-περιφέρεια 8.500.000 εκλογέων και από τις αυτοδιοικητικές (που προκύπτουν εντελώς πολιτικές, ίσως περισσότερο κι από τις Ευρωεκλογές του Μαΐου: θα επανέλθουμε), συν ότι η πιο τεχνικά προσανατολισμένη κοινή γνώμη θα «κολλούσε» στις εκλεπτύνσεις του πρωτογενούς πλεονάσματος (ταμιακού ή δημοσιονομικού, με βάση ορισμούς Eurostat ή Προγράμματος Προσαρμογής, της Γενικής Κυβέρνησης ή της Κεντρικής Κυβέρνησης, με τι δόση άσπρων τρυπών ή/και μη επαναλαμβανόμενων στοιχείων; κι εδώ θα επανέλθουμε), στην ουσία όλη η δημόσια σκηνή στρέφεται σ' ένα πολύπλοκο γύμνασμα διαπραγμάτευσης. Εσωτερικής και εξωτερικής, εξίσου! Και, όταν λέμε εσωτερικής, εννοούμε είτε ενδοκυβερνητικής ή/και ενδοκομματικής, είτε πάλι διαπραγμάτευσης «με την κοινωνία». ενώ όταν λέμε εξωτερικής, εννοούμε είτε διαπραγμάτευση δική μας «με τους έξω», είτε των έξω μεταξύ τους (σωστά το μαντέψατε: κι εδώ θα επανέλθουμε).

Πώς η πολιτικοποίηση των εκλογών
του Μαΐου φέρνει νέα φάση ανασφάλειας
Γιατί ξεκινούμε με το θέμα των αυτοδιοικητικών εκλογών και των Ευρωεκλογών, που ταχύτατα εξελίσσονται σε κεντρικές πολιτικές εκλογές; Επειδή η όλο και πιο έντονη, άγαρμπη θάλεγε κανείς πολιτικοποίηση των εκλογών του Μαΐου ανεβάζει κατακόρυφα τον ρόλο της ανασφάλειας, της πολιτικής αβεβαιότητας.
Όσον αφορά τις Ευρωεκλογές, η τακτική κίνηση της οργάνωσής τους με σταυρό προτίμησης «διέλυσε» τις εσωτερικές ισορροπίες, όσο κι αν βόλεψε τις ηγεσίες: ο Αντώνης Σαμαράς δεν θα χρειαστεί να εξηγήσει ποιον θα βάλει (και ποιοι δεν χωρούν...) στο ζηλευτής εξασφάλισης ψηφοδέλτιο του Στρασβούργου, σε εκλόγιμη εννοείται θέση. ο Βαγγελης Βενιζέλος έχει πλέον το ελεύθερο να ανακατέψει την τράπουλα και των «58», και των δικών του (;) στο ΠΑΣΟΚ και όποιου άλλου προσέλθει στους συντεταγμένους (;;) Ευρωσοσιαλιστές.
Όμως, η προοπτική του σταυρού υπόσχεται/απειλεί μιαν καμπάνια Ευρωεκλογών απείρου κάλλους, με απλοϊκές Ευρωφοβικές ή Ευρωλατρευτικές θέσεις, συν ακμή των «μεγάλων» /κατεστημένων/αναγνωρίσιμων ονομάτων.
Στις «αυτοδιοικητικές» πάλι κάλπες, είχαμε εξαρχής την πολιτική αστοχία που προέκυψε στον ΣΥΡΙΖΑ με την διεκδίκηση από την ηγεσία Τσίπρα λόγου/ρόλου στην ανάδειξη προσώπων, ακόμη περισσότερο επικαθορισμού της διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ του 4% σε κάτι – διάβολε! – διεκδικητικό του κέντρου του πολιτικού σκηνικού με την υπόθεση Βουδούρη. (Τον Καρυπίδη αφήστε τον ήσυχο αγκαλιά με τους ψεκασμούς, τον αντισημιτισμό του και τα άλλα χειρότερα). Ο αυτοτραυματισμός του ΣΥΡΙΖΑ μένει να δούμε πόσο θα λειτουργήσει ως ανάσχεση της πολιτικής προσγείωσής του.
Πιο κοντά στο κέντρο, η υπερκομματική στην ρίζα της υποψηφιότητα Καμίνη για την δημαρχία της Αθήνας δεν κράτησε πολύ: «υποδέχθηκε» επίσκεψη αρχηγού κόμματος (του Φώτη Κουβέλη, της ΔΗΜΑΡ, που όντως υπήρξε ο πρώτος σχηματισμός που είχε στηρίξει την υποψηφιότητά του το 2010: ακολούθησε και Σκυλακάκης της ΔΡΑΣΗΣ....) στο Δημαρχείο για επισημοποίηση στήριξης, αλλά και κοινές δηλώσεις στο γραφείο του Δημάρχου. Στις δημοσκοπήσεις «πρώτης γεύσης», αυτό έδειξε να τον βοηθάει. Πού θα το πάει τώρα;
Παράξενες/υπαινικτικές δηλώσεις υπήρξαν από μέρους του διστακτικού υποψήφιου για την Περιφέρεια Αττικής Γιάννη Σγουρού απέναντι στην Ρένα Δούρου, δηλώσεις που σαν να έλεγαν ότι θα σκεφθεί να το σκεφθεί να κατέβει υποψήφιος (πάντως ευχαριστούσε ή/και χαιρέτιζε την έμπρακτη στήριξη από την Ν.Δ. στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του έως τώρα). Πιο περίεργη προθυμία αποδοχής στήριξης/εκμαίευσης στήριξης, δύσκολα θα έβρισκε κανείς! Βέβαια... την ίδια στιγμή ψιλοέτρεχε η υποψηφιότητα Α. Παχατουρίδη (νυν δημάρχου Περιστερίου) για την Περιφέρεια ως στηριζόμενου από ΝΔ – πλην με την διευκρίνιση ότι και «αντιμνημονιακός» και «ανεξάρτητος» είναι/θα παραμείνει.
Ένα ακριβώς βήμα πιο πίσω, είχαμε την διπλή υποψηφιότητα – για τον Δήμο Αθηναίων – από την ενιαία μήτρα της ΝΔ: του Νικήτα Κακλαμάνη (ως εκπροσώπου, υποθέτει κανείς, της λαϊκής δεξιάς, με ρητό και ντόμπρο άνοιγμα σε όσους θα σκέφτονταν να ψηφίσουν Χρυσαυγή) και του Άρη Σπηλιωτόπουλου (εκπροσώπου της – ας πούμε – εκσγυχρονιστικότερης πτέρυγας της ΝΔ).
Μην προχωρούμε άλλο: το σκηνικό μιας «μέχρι τελικής πτώσεως» αντιπαράθεσης θα σφραγίσει επί τρεις μήνες το πολιτικό σκηνικό.

Το παράξενο μείγμα φορτικής αισιοδοξίας
και παιχνιδιού με τους αριθμούς
Την ίδια στιγμή, η κεντρική κατεύθυνση της πολιτικής που εκφράζει η Κυβέρνηση έγκειται στο να υποβάλει την κοινή γνώμη σε ενέσεις – ταυτόχρονα – αισιοδοξίας και παιχνιδιού με τους αριθμούς. Αν η φορτικότητα προβολής των όποιων σημαδιών ανάκαμψης δεν ήταν τόσο έντονη, στοιχηματίζουμε ότι η συνταγή θάπιανε καλύτερα! Είναι αλήθεια ότι η χρονιά που πέρασε – και τώρα κατασταλάζει -, στην επαρχία «έγραψε» σε πολλές περιοχές θετικά αποτελέσματα, απολογιστικά. Και όχι μόνον στα τουριστικά: ισορροπίες ανακτήθηκαν και στην πρωτογενή παραγωγή. Στην δε κατακαημένη Αθήνα, ακόμη και το ιστορικό κέντρο δίνει σημάδια αργής αλλά απτής αναζωογόνησης.
Αυτό όμως, προδήλως, δεν αρκούσε στους κυβερνητικούς – και επιδίδονται με μπρίο σ' ένα παιχνίδι γύρω από το διαβόητο πρωτογενές πλεόνασμα που έχει αναχθεί σε τοτεμικό σύμβολο του «η επιτυχία είναι δικό μας απόκτημα». Εκεί στηρίχθηκε πλέον, ευθέως, ο Αντώνης Σαμαράς προκειμένου να τάξει μειώσεις φορολογικών συντελεστών και αυξήσεις στους ενστόλους, πέρα από την διανομή του πλεονάσματος στους πιο πιεσμένους. Τις βδομάδες που έρχονται – όσο τελειώνει ο Φεβρουάριος, θα κλείσουν και τα στοιχεία που πιστώνονται στο 2013 - θα απογειωθεί το παιχνίδι της κολοκυθιάς με το πρωτογενές πλεόνασμα. Καθώς (άρθρα 3 και 4 του τελευταίου Μνημονίου) εκείνο το δημοσιονομικό αποτέλεσμα που λαμβάνεται υπόψη είναι μεν το Γενικής Κυβέρνησης – που, συνεπώς, επιτρέπει τα γνώριμα παιχνίδια με τις άσπρες τρύπες Ασφαλιστικών Ταμείων (πώς; μα, μια νέα παραμετροποίηση εισφορών ή συντάξεων ή ορίων ηλικίας «ελευθερώνει» εκατοντάδες εκατομμύρια) ή πάλι ΔΕΚΟ – είναι όμως το «κατά Τρόικα» και όχι κατά Eurostat (με τα εφάπαξ κονδύλια, θετικά ή αρνητικά, όπως π.χ. επιστροφή οφέλους από Κεντρικές Τράπεζες, ή αντίθετα κόστος ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών να αφαιρούνται), εύκολα βλέπει κανείς γιατί «κυκλοφορούν» μισή ντουζίνα εκδοχές πρωτογενούς ελλείμματος. Σκέφτονται, άραγε, οι υπεύθυνοι πόσο πριονίζουν το ίδιο το κλαρί όπου κάθονται;

Παντού διαπραγμάτευση, αλλά
με γνώση των τεχνικών της
Όπως σωστά παρατηρούσε προ καιρού – τηλεοπτικά – ο Γιώργος Κύρτσος, η αποδοχή – από Βρυξέλλες /Ουάσιγκτον/ Βερολίνο – της ύπαρξης σημαντικού πρωτογενούς πλεονάσματος (μετά απ' όλη την κολοκυθιά...) θα αποτελέσει προπαντός... διπλωματική επιτυχία για την Κυβέρνηση. Δηλαδή την βάση για μια άρρητη διαπραγμάτευση αγοράς πολιτικού χρόνου (για τους «εταίρους» μας) μέχρι να φύγει το φάσμα και των Ευρωεκλογών, με αντάλλαγμα μη-ακραία αντιπαράθεση της Τρόικας με την οικονομική διαχείριση Σαμαρά/Στουρνάρα.
Βέβαια, συνολικά στην Ευρώπη όλα με διαπραγμάτευση – συχνά βουβή, αδιαφανή – προχωρούν. Δείτε το πώς κρίθηκε στο Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, το αγέρωχο Bundesverfassungsgericht της Φρανκφούρτης, το μέχρι που «επιτρέπει» το Γερμανικό Σύνταγμα και η αντίληψη της προστασίας των συμφερόντων του Γερμανού πολίτη τους νομισματικούς εκείνους χειρισμούς που έχει εξαγγείλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με το πρόγραμμα ΟΜΤ, προκειμένου να αποφύγει το παραπέρα ξήλωμα της Ευρωζώνης. Προσέξτε τον χειρισμό: παρέπεμψε το ζήτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ώστε αυτό να κρίνει πλην ήδη στην δική του κρίση, είπε το BVerfG ευθέως ότι το πρόγραμμα ΟΜΤ του φαίνεται να ξεπερνάει τα όρια των εξουσιών της ΕΚΤ. Επιδιώχθηκε έτσι να «νουθετηθεί» η Ευρώπη, να πιεσθεί – και μάλιστα στο ανεξάρτητο, «υπεράνω» κλπ. επίπεδο – να ενσωματώσει τις Γερμανικές απόψεις στην όποια αυριανή πορεία.
Δείτε όμως και την περίπτωση του Ελβετικού δημοψηφίσματος: Γνωστή η απώθηση των Ελβετών προς την μετανάστευση, τώρα αποφάσισαν ότι θα μπει και νομικά όριο στην εισροή ξένων. Η στάση αυτή των Ελβετών, έρχεται σε απλή και ξεκάθαρη και απροσχημάτιστη αντίθεση με την ελεύθερη κυκλοφορία που έχουν συμφωνήσει με την ΕΕ. Ταραχή στις Βρυξέλλες. Ασάφεια στο αν υπάρχει έδαφος για αναζήτηση Σολομώντειας λύσης, μουρμουρητά ακόμη και για «αντίμετρα». Οι Ελβετοί; Αυτοί... παραπέμπουν στην ξεκάθαρη απόφανση της λαϊκής κυριαρχίας.
Διαπραγμάτευση, λοιπόν! Όμως... με στοιχείο της ισχύος πάντα στην πρώτη γραμμή. Και με επίγνωση των διαπραγματευτικών τακτικών.
Σ' εμάς, είδαμε ήδη πώς π.χ. η Ν.Δ. διαπραγματεύεται με τον εαυτό της στα αυτοδιοικητικά. Όμως, μήπως και ο ΣΥΡΙΖΑ όταν θέλησε να περάσει, στην μηντιακή συνάντηση Τσίπρα-Δασκαλόπουλου το «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απειλή, είναι ελπίδα» με συνεισφορά της λογικής «η συζήτηση για ένα αναπτυξιακό – και άρα κοινωνικό – μοντέλο δεν είναι θεολογική» από τον Δασκαλόπουλο διαπραγμάτευση δεν έκανε;. Όμως όταν ο Δασκαλόπουλος τόλμησε να αναφερθεί σε Καστοριάδη και Λένιν, ένας μεν γραφικός σηκώθηκε και άρχισε να βρίζει για την ασέβεια, αλλά και αρκετός κόσμος μουρμούριζε. Οπότε οΤσίπρας χρειάστηκε να καθησυχάσει ότι «δεν πρόκειται το μεγάλο κεφάλαιο να κάνει κεφαλοκλείδωμα στον ΣΥΡΙΖΑ»: άλλη διαπραγμάτευση, εσωτερική εδώ!

*Δημοσιεύτηκε στην Ναυτεμπορική στις 18-2-2014

Δημόσιο ή ιδιωτικό σύστημα υγείας;

Το ερώτημα είναι ερεθιστικό και το συζητάμε συχνά στις παρέες - μάλιστα πολλές φορές φορτισμένο και ιδεολογικά -, δεν είμαι όμως βέβαιος ότι νοηματοδοτούμε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο τις λέξεις.
Ας αρχίσω από δύο επιμέρους ερωτήματα. Πρώτο, ποιος πληρώνει για το σύστημα υγείας. Και δεύτερο, ποιος και πώς παρέχει τις υπηρεσίες του.
Αξιόπιστες έρευνες δείχνουν ότι το 1% των ασθενών αντιστοιχεί στο 30% του κόστους (το 10% αντιστοιχεί με τη σειρά του στο 70% του κόστους) ενώ για το υπόλοιπο 90% ξοδεύεται μόνο το 30%. Κι αυτό γιατί οι «ακριβοί» ασθενείς είναι συνήθως μεγάλης ηλικίας και με πολλαπλά νοσήματα (διαβήτης, καρδιοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια), ενώ το κόστος τους προσαυξάνεται από την έλλειψη συντονισμού, που τους στέλνει συνεχώς από τον Αννα στον Καϊάφα.
Ως προς τη χρηματοδότηση, ένα σύστημα που θα απέκλειε το «ακριβό» 10% θα ήταν φαινομενικά αποτελεσματικό. Αλλά τι θα γινόταν αυτό το 10%; Το ιδιωτικό σύστημα θα τους άφηνε στην τύχη τους, αυτό όμως θα ήταν αδιανόητο στο Δημόσιο.
Τα συστήματα ιδιωτικής ασφάλισης συνδέουν το ύψος των εισφορών με την πιθανότητα της αρρώστιας. Οι ιδιωτικές εταιρείες ή δεν ασφαλίζουν καθόλου τους «επικίνδυνους» πελάτες (π.χ. διαβητικούς) ή τους ζητούν πολύ ψηλά ασφάλιστρα. Για τον λόγο αυτό στη Γερμανία, για παράδειγμα, ένας στους πέντε ασφαλισμένους έχει τη δυνατότητα να μεταπηδήσει σε ιδιωτική ασφάλιση, παίρνοντας μαζί και τις εισφορές του, αλλά μόνο το 40% απ' αυτούς το κάνουν.
Η χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος εκτελείται είτε μέσω του προϋπολογισμού είτε μέσω ασφαλιστικών ταμείων. Ετσι, το επίπεδο υγείας και το είδος των νοσημάτων αποσυνδέονται από την πληρωμή, η οποία αντιστοιχεί στο εισόδημα και μόνο. Τα συστήματα αυτά αναδιανέμουν χρηματοδοτικές εισφορές και φόρους: από υγιείς σε ασθενείς, από νέους σε ηλικιωμένους, από πλουσιότερους σε φτωχότερους. Και βεβαίως, δεν αποκλείουν «επικίνδυνους» ασθενείς. Από κοινωνική άποψη, υπερέχουν ως προς τα ιδιωτικά.
Άλλη παράμετρος είναι η αντιστοίχιση επαγγέλματος - Ταμείου, που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές ανισότητες λόγω διαφορετικών πακέτων παροχών. Γι' αυτόν τον λόγο οι χώρες της Δυτ. Ευρώπης κατήργησαν τα Ταμεία αυτά και δημιούργησαν δημόσια ανταγωνιστικά μεταξύ τους ώστε ο κάθε ασφαλιζόμενος να επιλέγει το επιθυμητό Ταμείο ανεξάρτητα από το επάγγελμά του. Η επιλογή εξασφαλίζει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Στην Ελλάδα η χρηματοδότηση είναι μεικτή: τα 2/3 των πόρων προέρχονται από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές (με σχέση 2 προς 1) και το 1/3 από άμεσες πληρωμές των ασθενών, ιδίως για πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας ή οδοντιατρική φροντίδα και δευτερευόντως για φάρμακα ή νοσοκομειακή περίθαλψη.
Εδώ όμως δεν υφίσταται ανταγωνισμός μεταξύ των Ταμείων. Από τα πάμπολλα επαγγελματικά Ταμεία περάσαμε στον υδροκέφαλο ΕΟΠΥΥ, που τον συναποτελούν Ταμεία - συλλέκτες προκαθορισμένων και ανελαστικών εισφορών. Τα Ταμεία και οι εισφορές θα μπορούσαν να καταργηθούν πλήρως εφόσον, πρώτο, τα 4 δισ. ευρώ των ασφαλιστικών εισφορών (περισσότερο από 2% του ΑΕΠ) εξασφαλίζονταν από άλλους πόρους και, δεύτερο, υπήρχε δικαιότερη φορολόγηση (π.χ. ελεύθερων επαγγελματιών ή αγροτών). Αλλά η αλλαγή του Φορολογικού έχει παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Τώρα, όσον αφορά την παροχή, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, όταν υπάρχει ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο, τότε η συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τους ασθενείς. Ο στόχος είναι η εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, ειδικά για τους ευπαθείς και «ακριβούς» ασθενείς, ανεξάρτητα αν αυτές είναι δημόσιες ή ιδιωτικά παρεχόμενες.
Για να γίνει όμως αυτό, το Δημόσιο εκεί παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας ως ρυθμιστής. Καθορίζει κανόνες επαρκούς λειτουργίας, μετράει την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, καθορίζει ενιαίο τιμολογιακό πλαίσιο και συνδέει την αμοιβή με την ποιότητα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δυο γιατροί της ίδιας ειδικότητας που δουλεύουν στο Δημόσιο δεν παίρνουν την ίδια αμοιβή αν έχουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα.
Παράλληλα, εξασφαλίζεται ότι ο ιδιωτικός τομέας δεν μεταφέρει «δύσκολες» περιπτώσεις ασθενών στο Δημόσιο ούτε προκαλεί μεγάλη τεχνητή ζήτηση και ότι συνολικά το σύστημα δεν παρέχει υπηρεσίες που δεν είναι αποτελεσματικές.
Αυτή η έννοια όμως του δημόσιου τομέα δεν ισχύει στην Ελλάδα όπου ο κανόνας είναι η ισοπέδωση στον δημόσιο τομέα και η ανεξέλεγκτη λειτουργία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Στην παροχή των υπηρεσιών τα δύο συστήματα λειτουργούν παράλληλα, δεν είναι συνδεμένα. Δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός ούτε συντονισμός δραστηριοτήτων στο πλαίσιο ενιαίου στρατηγικού - ρυθμιστικού πλαισίου για την υγεία.
Το αποτέλεσμα του κρατισμού, αλλά και της λειτουργίας ενός ανεξέλεγκτου ιδιωτικού τομέα είναι δραματικό στο ελληνικό σύστημα υγείας, που είναι πανάκριβο και μη αποτελεσματικό. Βρισκόμαστε στην πρώτη δεκάδα του κόστους υγείας παγκοσμίως, πρώτοι στην Ευρώπη σε αναλογία φαρμακείων - πληθυσμού, πάντα στις πρώτες θέσεις σε γιατρούς, οδοντιάτρους, μαγνητικές - αξονικές τομογραφίες, ενώ ταυτόχρονα είμαστε πρώτοι σε καισαρικές τομές, κατανάλωση αντιβιοτικών, σε υπέρβαρα παιδιά, δεύτεροι σε κάπνισμα - τροχαία, πολύ ψηλά σε κατανάλωση ποτών - ναρκωτικών και, παρά την πολύ ψηλή φαρμακευτική δαπάνη, πολύ χαμηλά στην παραγωγή φαρμάκων.
Για να απαντήσω στο ερώτημα του τίτλου, είναι σαφές ότι το δημόσιο σύστημα χρηματοδότησης υπερτερεί των ιδιωτικών συστημάτων ενώ στην παροχή ένα μεικτό σύστημα είναι καλύτερο εφόσον εξασφαλιστεί υγιής ανταγωνισμός προς όφελος των ασθενών. Στη χώρα μας δεν υπάρχει τίποτα από αυτά. Έχουμε από τη μια ισοπεδωτικό κρατισμό κι από την άλλη έναν ανεξέλεγκτο ιδιωτικό τομέα με ευθύνη του Δημοσίου.
Το ζητούμενο είναι ένα αληθινά δημόσιο σύστημα υγείας με εισαγωγή των στοιχείων της διαφάνειας και του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να μειωθεί το κόστος του και να γίνει καλύτερο γι' αυτόν που υποτίθεται ότι πρέπει πάντα να υπηρετεί: τον ασθενή.

Ο Ηλίας Μόσιαλος είναι καθηγητής των Οικονομικών της Υγείας στη London School of Economics, πρώην υπουργός

Η μπουλντόζα, ο πυροσβεστήρας και ο χάρακας

Τρεις βασικές επιλογές για την Ευρώπη αναμετρούνται στις προσεχείς ευρωεκλογές. Ετερόκλητες οι πολιτικές ομάδες που τις εκφράζουν, θα αποτυπωθούν στη σύνθεση του επόμενου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Η Επιλογή 1 λέει: «Οπισθεν ολοταχώς στο εθνικό κράτος». Η Ευρώπη τράβηξε πολύ μακριά. Το ευρώ ήταν ένα λάθος που δεν έπρεπε να συμβεί. Η Ε.Ε. είναι μια φενάκη, δημιούργημα των οικονομικών συμφερόντων. Να φύγουμε από την Ε.Ε. Να ανακτήσει πλήρως κάθε κράτος τον έλεγχο της οικονομικής πολιτικής και των συνόρων. Να αναστείλουμε την ενιαία αγορά στην κίνηση αγαθών, υπηρεσιών, ανθρώπων και κεφαλαίων.
Εδώ συστεγάζεται η παρέα με τα πιο κακόφημα μέλη. Εδώ συγκατοικεί απρόθυμα ο σκυθρωπός Αλαβάνος με τον θορυβώδη Φάρατζ, η ακροδεξιά Λεπέν με τον κομμουνιστή Κουτσούμπα, ο αριστερός Λαφαζάνης με τον εθνικιστή Βίλντερς. Εδώ ανταμώνουν οι οπαδοί του ολλανδικού Nexit με τους θιασώτες του βρετανικού Brexit και του ελληνικού Grexit. «Η έξοδος της Ολλανδίας από την Ε.Ε. σημαίνει ότι δεν θα χρειάζεται πια να πληρώνουμε δισεκατομμύρια στις Βρυξέλλες και τις αδύναμες χώρες του Νότου (...) Θα σταματήσουμε τη μαζική μετανάστευση και θα πάψουμε να πληρώνουμε επιταγές κοινωνικής πρόνοιας στους Ρουμάνους και τους Βουλγάρους» λέει ο Βίλντερς, σκιαγραφώντας τον γενναίο νέο κόσμο του λαϊκισμού, όπου η μικροψυχία ζευγαρώνει με τη μικρόνοια. Στην ίδια ευρύτερη παρέα και κάποιοι ακόμα σκοτεινότεροι τύποι, από κείνους που πρώτα δέρνουν και μετά κάνουν ερωτήσεις. Οι μαύρες μπλούζες της Χ.Α. και του Γιόμπικ υποχρέωσαν ακόμα και τη Λεπέν να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί καμία σχέση μαζί τους. Κομμουνιστές, λαϊκιστές και ακροδεξιοί συναντώνται στην κοινή επιθυμία διάλυσης της Ε.Ε. Σύμβολό τους: μια μπουλντόζα κατεδάφισης.
Η Επιλογή 2 λέει: «Αρκετά προχωρήσαμε. Ούτε πίσω αλλά ούτε και πολύ πιο πέρα. Θα κάνουμε μόνο τα απολύτως αναγκαία και τα ελάχιστα δυνατά». «Η κρίση ξεπεράστηκε» – κι ας έχει βαλτώσει στη στασιμότητα η Ευρωζώνη, κι ας μαίνεται η ανεργία στον Νότο. «Η Ευρωζώνη έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει». Οι χώρες του Νότου θα ανακάμψουν αποκλειστικά με δικές τους προσπάθειες. Η Ευρώπη θα στέκει σε απόσταση, επεμβαίνοντας μόνο για να αποτρέψει την καταστροφή. Ο καθένας μόνος του. Η Ευρώπη του διακυβερνητισμού και της υπολειμματικής αλληλεγγύης.

Η Επιλογή 2 είναι το κουρασμένο τέκνο ενός ευρωπαϊσμού που εξαντλήθηκε. Αποφάσισε ότι μέχρι εκεί ήταν και πιο πέρα δεν μπορεί. Τώρα πρέπει απλώς να προστατεύσουμε το υπάρχον οικοδόμημα για να μην καταρρεύσει. Επιασε φωτιά η νότια πτέρυγα; Θα φέρουμε τους πυροσβεστήρες. Αδιόρθωτες οι κυβερνήσεις στην περιφέρεια; Θα τους τυλίξουμε σε ένα πλαίσιο περιορισμών. Μέχρι εκεί. Πιο πέρα συνεπάγεται αναδιανομή πόρων που οι πλουσιότεροι δεν θέλουν, και παραχώρηση οικονομικής κυριαρχίας που οι φτωχότεροι δεν θα δεχτούν. Η προσέγγιση αυτή είναι κραταιή στη συντηρητική πολιτική οικογένεια. Μια Ευρώπη περιορισμένων οριζόντων και εμβαλωματικών αντιδράσεων. Σύμβολό της, ένας ταπεινός πυροσβεστήρας.
Η Επιλογή 3 αντιλαμβάνεται ότι τα προβλήματα στο ευρώ δεν λύνονται με πυροσβεστήρες και μερεμέτια. Οι κρίσεις απορρέουν από τη στρεβλή δομή μιας ΟΝΕ χωρίς «Ο». Η Ευρώπη απαιτεί άλματα ενοποίησης, ανασχεδιασμό, ισχυρά υποστυλώματα. Σύμβολο της επιλογής 3: ο χάρακας του σχεδιαστή, το κλιμακόμετρο του αρχιτέκτονα.
Εδώ είναι οι πραγματικοί συνεχιστές του ευρωπαϊκού οράματος. Εδώ και οι αληθινοί πραγματιστές, που βλέπουν ότι χωρίς ανακατασκευή η Ευρωζώνη δεν θα μακροημερεύσει. Γι' αυτό προωθούν υπερεθνική τραπεζική ένωση, δημοσιονομική και οικονομική ενοποίηση, προϋπολογισμό Ευρωζώνης, ευρωομόλογο, εργαλεία Συνοχής για την αντιμετώπιση τοπικών υφέσεων και μεγάλης ανεργίας. Υπερασπίζονται ισχυρούς υπερεθνικούς θεσμούς και πολιτικές, με αμοιβαία από όλους παραχώρηση κυριαρχίας στους υπερεθνικούς αυτούς θεσμούς. Επειδή υπόσχεται αλληλεγγύη και συνοχή, η Επιλογή 3 έχει το δικαίωμα να απαιτεί από τα κράτη εθνική υπευθυνότητα και μεταρρυθμίσεις.
Η ευρωπαϊκή κεντροδεξιά προέρχεται από την Επιλογή 3, αλλά πιεζόμενη από τα δεξιά κατατείνει στην Επιλογή 2. Οι φιλελεύθεροι είναι κι αυτοί διχασμένοι. Εχουν τη δύναμή στους στις βόρειες πλεονασματικές οικονομίες, γι' αυτό αντιδρούν σε πολιτικές συνοχής. Δείτε τον γκρίζο Ολι Ρεν σε σχέση με τον ευρωπαϊστή Φερχόφσταντ. Σχετικά πιο συμπαγείς στην Επιλογή 3 είναι οι σοσιαλιστές και οι πράσινοι. Και εδώ όμως υπάρχουν αποκλίσεις. Οι Γάλλοι σοσιαλιστές τείνουν στον οικονομικό εθνικισμό και διακυβερνητισμό, οι Γερμανοί έχουν πολλές φωνές. Ομως η Ευρώπη τους έχει ένα ισχυρό πρόσημο στήριξης των επενδύσεων και της απασχόλησης στη συγκυρία της ύφεσης και της ανεργίας. Η Ευρωπαϊκή Αριστερά παλινδρομεί μεταξύ 1 και 3. Ζητά αναδιανομή χωρίς εχέγγυα αξιοπιστίας. Περιφρονεί τις κοινές βάσεις της δημοσιονομικής πειθαρχίας, της ανταγωνιστικότητας, της ενιαίας αγοράς. Η ουτοπική της Ευρώπη θα είχε καταρρεύσει ταχύτατα στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, παρασέρνοντας το κοινωνικό της μοντέλο.

Ζούμε στην Ευρώπη τα τελευταία τέσσερα χρόνια την αγωνιώδη αναμέτρηση του χάρακα με τον πυροσβεστήρα, με την παρέα της μπουλντόζας να καιροφυλακτεί χαμογελώντας υποχθόνια στο φόντο.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέλος της ευρωπαϊκής ομάδας εκπόνησης του New Pact for Europe.

Πώς μεθοδεύτηκε ο πλήρης έλεγχος της τηλεόρασης

 

Στις 30 Ιανουαρίου έληξε η προθεσμία υποβολής προσφορών στον διαβόητο διαγωνισμό για τη διάθεση του φάσματος συχνοτήτων της ψηφιακής τηλεόρασης και την ανάδειξη του παρόχου δικτύου για τα επόμενα 15 χρόνια. Ο διαγωνισμός ήταν (υποτίθεται) διεθνής πλειοδοτικός (δημοπρασία) και είχε προκηρυχθεί από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), λίγες μόνον ημέρες μετά την αλλαγή της διοίκησής της. Την ίδια ημέρα, η ΕΕΤΤ με μια λιτή ανακοίνωση, ενημέρωνε ότι στη δημοπρασία εμφανίστηκε μόνον μία εταιρεία, η DIGEA, η οποία μετά τον τυπικό έλεγχο της προσφοράς της θα αναδειχθεί ο πάροχος δικτύου ψηφιακής τηλεόρασης για το σύνολο των διαθέσιμων συχνοτήτων (εθνικής και περιφερειακής εμβέλειας) με την τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού, δηλαδή έναντι 18.336.000 €, για 15 έτη.
Οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, αλλά και όσοι έχουν παρακολουθήσει το σημαντικό αυτό θέμα, δεν ένοιωσαν καμία έκπληξη. Αντιθέτως, αμέσως μετά το λουκέτο της ΕΡΤ , είχαμε προβλέψει την κατάληξη αυτή. Είχαμε καταγγείλει από τότε ότι το κλείσιμο της ΕΡΤ αποτελούσε μέρος ενός σχεδίου πλήρους ελέγχου του τηλεοπτικού τοπίου από τα δύο γνωστά διαπλεκόμενα μέρη: Την κυβέρνηση και τους ιδιοκτήτες των έξι μεγαλύτερων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών που έχουν συγκροτήσει ως κοινοπραξία την DIGEA (MEGA, ANT1, STAR, ALPHA, SKAI και ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV με βασικούς μετόχους τους Μπόμπολα, Ψυχάρη, Κυριακού, Βαρδινογιάννη, Κοντομηνά και Αλαφούζο).
Την επερχόμενη έλευση της ψηφιακής τηλεόρασης, που πολλαπλασιάζει τα τηλεοπτικά προγράμματα που μπορούν να φιλοξενηθούν στις ίδιες συχνότητες, την είδαν ως απειλή εμφάνισης νέων τηλεοπτικών σταθμών που δεν θα ανήκουν στο διαπλεκόμενο γκρουπ και αποφάσισαν να την κάνουν ευκαιρία εδραίωσης της δεσπόζουσας θέσης που κατείχαν. Έπρεπε λοιπόν αφενός να ελέγξουν την επαπειλούμενη εισβολή νέων ανεπιθύμητων καναλιών και αφετέρου να εξαφανίσουν την ΕΡΤ, που –παρά τον κυβερνητικό έλεγχο- ενίοτε ξέφευγε από την απολύτως κατευθυνόμενη ενημέρωση, ενώ ενοχλούσε αποσπώντας μερίδιο της διαφήμισης ή προπορευόμενη σε τεχνολογικές εξελίξεις (π.χ. High Definition). Το δεύτερο το επεδίωξαν με το πραξικοπηματικό λουκέτο της 11ης Ιουνίου 2013 δημιουργώντας ένα κυβερνητικά ελεγχόμενο μικρομάγαζο, κακέκτυπο της ΥΕΝΕΔ. Το πρώτο μεθοδεύτηκε συστηματικά με μια σειρά ενεργειών που κάποια στιγμή θα απασχολήσουν τη δικαιοσύνη.
Ήταν υποχρεωμένοι να προχωρήσουν σε δημοπρασία για τη 15ετή εκμετάλλευση του σπάνιου και πολύτιμου δημόσιου πόρου των συχνοτήτων, αλλά έπρεπε να φροντίσουν να αποκλείσουν οποιονδήποτε άλλον επενδυτή. Παρακολουθήστε τις μεθοδεύσεις αυτές:
- Βγάζουν τις προδιαγραφές της δημοπρασίας σε διαβούλευση (όπως είχαν υποχρέωση) έως τις 19 Ιουνίου 2013. Από τις 32 συμμετοχές στη διαβούλευση περισσότερες από 20 καταγγέλλουν τις προδιαγραφές ως φωτογραφικές για να δοθεί ο διαγωνισμός στην DIGEA. Η DIGEA καταθέτει απόρρητη πρόταση και η ΕΕΤΤ το αποδέχεται, παρότι υποτίθεται ότι η διαβούλευση είναι δημόσια.
- Πριν τη λήξη της διαβούλευσης κλείνουν την ΕΡΤ (11 Ιουνίου) για να την εμποδίσουν να εκφράσει θέσεις ως ο αρμόδιος δημόσιος φορέας.
- Ετοιμάζουν διαγωνισμό για πάροχο δικτύου, χωρίς να έχουν αδειοδοτήσει τους πελάτες του (τηλεοπτικούς σταθμούς) οι οποίοι λειτουργούν με προσωρινές άδειες. Έτσι, οποιοσδήποτε σοβαρός επενδυτής αποθαρρύνεται να συμμετάσχει αφού δεν έχει νόμιμους πελάτες. Λίγες ημέρες πριν την προκήρυξη, ανανεώνουν τις προσωρινές άδειες με μοναδικό κριτήριο ότι εξέπεμπαν στις 31 Αυγούστου 2013. Στα εθνικής εμβέλειας κανάλια περιλαμβάνονται μόνον δύο επί πλέον εκείνων που είναι μέτοχοι της DIGEA (E TV και ART TV)
- Λίγες ημέρες πριν την προκήρυξη του διαγωνισμού αλλάζουν τον τρόπο διορισμού της διοίκησης της ΕΕΤΤ, υποτιθέμενης ανεξάρτητης αρχής. Ενώ διοριζόταν από την διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, τώρα διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η νέα διοίκηση που διορίζεται προκηρύσσει τον διαγωνισμό.
- Αποδέχονται να συμμετάσχει η DIGEA στο διαγωνισμό ως πάροχος δικτύου, ενώ είναι κοινοπραξία παρόχων περιεχομένου (τηλεοπτικών σταθμών). Έτσι, ο προμηθευτής της υπηρεσίας θα είναι και πελάτης. Για τα μέλη της DIGEA τα χρήματα απ' τη μια τσέπη θα βγαίνουν και στην άλλη θα μπαίνουν. Ένας τρίτος επενδυτής, όμως, εμποδίζεται να πάρει μέρος στο διαγωνισμό, αφού κατά την αναγκαία έρευνα αγοράς θα διαπίστωνε ότι η πλειονότητα των πελατών του αποτελούν και ανταγωνιστή του, με δεσπόζουσα θέση στο πελατολόγιο της υπηρεσίας, πράγμα που δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό.
- Εξαναγκάζουν από τις προδιαγραφές τον ανάδοχο, αν είναι άλλος από την DIGEA, εντός 91 ημερών από τη χορήγηση των δικαιωμάτων να έχει εγκαταστήσει τους απαραίτητους πομπούς, σε όλα τα σημεία που έχει ήδη εγκαταστάσεις η DIGEA, ως προσωρινός έως τώρα πάροχος δικτύου (Παράρτημα Ε, άρθρο 6, παρ. 4). Θα έπρεπε δηλαδή αυτό που έκανε η Digea σε 4 έτη, να το επιτύχει ο νέος πάροχος σε 91 ημέρες.
Μετά τον αποκλεισμό όμως οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου έπρεπε να εξασφαλίσουν την έναντι πινακίου φακής διάθεση του φάσματος στους υπερχρεωμένους μετόχους της DIGEA, αλλά και τη διασφάλιση ότι δεν θα ακυρωθεί ο διαγωνισμός όπως γίνεται πάντοτε όταν εμφανιστεί ένας μόνον υποψήφιος.
- Ορίζουν μια εξαιρετικά χαμηλή τιμή εκκίνησης (18.336.000 € για 15 έτη, διαθέτοντας φάσμα στο οποίο μπορούν να φιλοξενούνται περισσότερα από 40 τηλεοπτικά προγράμματα), πληρωτέα με το 30% προκαταβολή και το υπόλοιπο 70% σε 7 ετήσιες δόσεις, με την πρώτη καταβλητέα την 1η Μαρτίου 2017!
- Ορίζουν μια αστεία εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης (100.000 €). Αν δηλαδή ρίξει διαρκές μαύρο η DIGEA σε όλη τη χώρα θα τιμωρηθεί με το αστείο αυτό ποσό.
- Διασφαλίζουν, ανεξάρτητα από το πλήθος των πελατών της, να πληρώνεται όλα τα έξοδά της πλέον ενός σίγουρου κέρδους 15,16% ετησίως, πράγμα που θα εκτοξεύσει στα ύψη το κόστος τρίτων καναλιών που θα θελήσουν να «φιλοξενηθούν».
- Διαθέτουν προς χρήση από την DIGEA όλες τις υποδομές της ΕΡΤ στα Κέντρα Εκπομπής (Κτήρια, ρευματοδότηση, γεννήτριες, ιστούς κεραιών, κεραίες)
- Προέβλεψαν σ τις προδιαγραφές της υποτιθέμενης δημοπρασίας ότι αν εμφανιστεί ένας υποψήφιος δεν ακυρώνεται ο διαγωνισμός αλλά του παραχωρείται το σύνολο των συχνοτήτων με την τιμή εκκίνησης (τεύχος προκήρυξης, παρ. 7.1.1). Κάτι τέτοιο, είναι αντίθετο με κάθε κανονισμό προμηθειών, και δεν μπορεί να τίθεται στις προδιαγραφές. Στους διαγωνισμούς με έναν υποψήφιο, γίνεται επανάληψη με τροποποίηση των προδιαγραφών για να επιτευχθεί ευρύτερη συμμετοχή, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.
Ίσως θεωρήσει κανείς ότι πρόκειται για ένα αριστουργηματικά εκτελεσμένο σχέδιο, που θα οδηγήσει σε πλήρη σκοταδισμό την τηλεόραση. Εν τούτοις, οι παραβιάσεις της νομοθεσίας που έχουν γίνει στις μεθοδεύσεις τους είναι τέτοιες που αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθούν και θα ανατραπούν.

Του Νίκου Μιχαλίτση, Μηχανικού – εργαζόμενου στην ΕΡΤ