Tuesday, 27 February 2024

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Διαφωτισμός και νεωτερικότητα

Ο Διαφωτισμός ήταν ένα διανοητικό κίνημα με καταβολές στην Βρεταννία (Αγγλία και ιδίως Σκωτία). Έλαβε μαχητική μορφή και κυριάρχησε στην πνευματική ζωή της Γαλλίας κατά τον 18ο αιώνα. Από εκεί διαδόθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη, συνοδεύοντας τις σεισμικές αναταράξεις που προκάλεσε η Γαλλική Επανάσταση και οι κατακτήσεις του Ναπολέοντα. Ο Διαφωτισμός σηματοδότησε την νεώτερη εποχή, απορρίπτοντας τις θεμελιώδεις παραδοχές του φεουδαλικού μεσαίωνα και διαμορφώνοντας τις καινούργιες γνωσιολογικές μεθόδους και αξιακές στάσεις που κρηπίδωσαν τον σημερινό πολιτισμό: ελευθερία της συνείδησης αντί για την παραδεδομένη αυθεντία, ισότητα αντί για την μεταφυσικά κατακυρωμένη ιεραρχία.

Οι ιδέες του Διαφωτισμού αντιμετώπισαν από την πρώτη στιγμή ισχυρούς αντιπάλους. Κατά την προεπαναστατική περίοδο στην Γαλλία ήταν η ασφυκτική λογοκρισία της δημόσιας ζωής και η κατασταλτική δύναμη της βασιλικής απολυταρχίας που έβαζαν τους πιο δύσκολους φραγμούς. Κατά την διάρκεια όμως και μετά την Επανάσταση αναπτύχθηκε και μια αξιόλογη διανοητική αντεπίθεση, με σχηματικά δύο αιχμές, μια συντηρητική και μια αντιδραστική. Σημαιοφόρος της συντηρητικής κριτικής των ιδεών του Διαφωτισμού υπήρξε ο Βρεταννός Έντμουντ Μπέρκ (Edmund Burke), ο οποίος επικαλούμενος την ιστορικότητα των θεσμών που είχε ανατρέψει η επανάσταση (εκκλησία και μοναρχία) τόνιζε ότι οι παραδόσεις και τα κοινά συναισθήματα είναι το συγκολλητικό του κοινού βίου, και ότι ο ψυχρός λόγος που επικαλείται μόνο την ιδιωτική ωφέλεια δεν είναι σε θέση να εμπνεύσει συλλογική δράση. Εκφραστής της αντιδραστικής τάσης ήταν ο Γάλλος Ζοζέφ ντε Μαίστρ (Joseph de Maistre), ο οποίος απέδιδε ένα θεοκρατικό θεμέλιο στην πολιτική κοινωνία, χωρίς το οποίο δεν μπορούσε κατ' αυτόν να υπάρξει ηθική υποταγή του ατόμου στην ολότητα, και ζητούσε την επιστροφή στην πνευματική και πολιτική τάξη που υπήρχε στην Γαλλία πριν από την επανάσταση.

Ο αντιδιαφωτισμός ήταν λοιπόν η σύνοψη όλων των πολιτικών και φιλοσοφικών αντιλήψεων που απέρριπταν την έννοια της προόδου και υπερασπίζονταν τα προνόμια των ιστορικά εδραιωμένων εξουσιών. Και σαν τέτοιος ήταν ανάθεμα για το ογκούμενο δημοκρατικό και σοσιαλιστικό κίνημα του 19ου αιώνα. Στην Γαλλία ιδίως καθ' όλην αυτήν την περίοδο, και ιδίως μετά το 1871, οι ιδέες του Διαφωτισμού υπήρξαν το λάβαρο του δημοκρατικού στρατοπέδου, των υπερασπιστών της κληρονομιάς του 1789, ενάντια στην «άλλη Γαλλία» των νοσταλγών του μοναρχικού δεσποτισμού και της κληρικοκρατίας.

Ο 20ος αιώνας σφραγίστηκε από αιματηρές καταρρεύσεις, που ρίζα τους είχαν την άρνηση ή την καταπάτηση της κληρονομιάς του Διαφωτισμού. Μέσα στο ιστορικό αυτό πλαίσιο η συζήτηση για την σημασία των ιδεών του στη διαμόρφωση του σύγχρονου κόσμου αναζωπυρώθηκε με ιδιαίτερη ένταση. Οι ολοκληρωτισμοί που πρωτοστάτησαν στο δολοφονικό όργιο του περασμένου αιώνα έκαναν χρήση τεχνολογικών μέσων για την ισοπέδωση της κοινωνίας και την εξόντωση εκείνων των τμημάτων της που δεν εντάσσονταν στον ολοκληρωτικό σχεδιασμό. Αυτό οδήγησε στην αμφισβήτηση και της ίδιας της διαφωτιστικής παρακαταθήκης, με δεδομένο ότι η ιδέα της επιστήμης ήταν ο ακρογωνιαίος της λίθος.

Η πρώτη ριπή σ' αυτήν την νέου τύπου αντιδιαφωτιστική ομοβροντία ρίχτηκε το 1931 με την δημοσίευση του έργου του Αμερικανού ιστορικού Carl Becker με τίτλο Η επουράνια πολιτεία των φιλοσόφων του 18ου αιώνα (The Heavenly City of the Eighteenth-Century Philosophers). Βασική θέση εδώ είναι ότι οι διαφωτιστές, παρ' όλο το μένος τους κατά της δεισιδαιμονίας και του κληρικαλισμού, στην πραγματικότητα ζητούσαν να πυργώσουν την δική τους ουτοπία στην θέση εκείνης του θεοκρατικού μεσαίωνα. Θεός τους τώρα ήταν ο Καθαρός Λόγος και οι ενοράσεις του, οι οποίες και αυτές έχτιζαν μιαν ιδεώδη πολιτεία στον ουρανό. Μια καινούργια πίστη, λοιπόν, ερχόταν να αντικαταστήσει την απαξιωμένη χριστιανική. Και από αυτήν την σκοπιά ο 18ος αιώνας μόνο στην ορολογία και την ρητορική διέφερε από τον 13ο.

Η θεωρητική αυτή επίκριση συνοδεύτηκε είκοσι περίπου χρόνια αργότερα από μιαν άλλη πολιτική, και ως εκ τούτου πολύ πιο εκρηκτική. Διατυπώθηκε το 1952 στο βιβλίο του Jacob Talmon με τίτλο The Origins of Totalitarian Democracy (Οι απαρχές της ολοκληρωτικής δημοκρατίας). Το έργο αυτό αποδίδει στον διαφωτισμό όχι την εννοιολογική θεμελίωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά αντίθετα τις αξιολογικές παραδοχές που οδήγησαν στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό. Πρωταγωνιστής στην ερμηνεία αυτή είναι ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ, στην σκέψη του οποίου η κοινωνία της ισότητας που χτίζει το Κοινωνικό Συμβόλαιο προϋποθέτει την απεμπόληση από τον πολίτη της ατομικότητάς του και την ολοκληρωτική του υποταγή στα κελεύσματα μιας «γενικής βούλησης» που είναι αμάχητη. Μόνο έτσι μετουσιώνεται από κτητικό άτομο σε ηθικό υποκείμενο. Το διαβόητο σύνθημα ότι η δημοκρατική εξουσία έχει το δικαίωμα να μας «καταναγκάσει να γίνουμε ελεύθεροι» είναι κατά τον Talmon το υπόβαθρο κάθε ολοκληρωτικής ιδεολογίας. Η μαζική κινητοποίηση των πολιτών-στρατιωτών (levee en masse) κατά την Γαλλική Επανάσταση, αλλά κυρίως η τρομοκρατία του Ροβεσπιέρρου ήταν οι πολιτικές πραγματώσεις των ρουσσωικών προταγμάτων, και από αυτές παραδειγματίστηκαν οι ολοκληρωτισμοί του 20ου αιώνα. Το αντιδιαφωτιστικό επιχείρημα του Talmon υιοθετεί την ιδεολογική σκοπιά της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της οποίας πατρίδα θεωρεί την Βρεταννία και όχι την Γαλλία. Και από την οπτική αυτή υποβαθμίζει δραστικά τους Γάλλους στοχαστές όπως ο Βολταίρος και ο Μοντεσκιέ που είχαν ακριβώς την Βρεταννία ως πολιτικό τους πρότυπο.

Μια τρίτη απόρριψη του διαφωτιστικού ιδεώδους, αυτήν την φορά από μαρξίζουσα οπτική γωνία, ήταν η διαβόητη Διαλεκτική του Διαφωτισμού των Αντόρνο και Χόρκχάιμερ, η οποία είχε ευρύτατη απήχηση. Γραμμένη κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στην Αμερική, και υπό την επήρεια του Ολοκαυτώματος, το έργο αυτό που δημοσιεύθηκε το 1944 απηχεί κυρίως την αδυναμία των συγγραφέων του να ενταχθούν στην αμερικανική πολιτιστική και κοινωνική ζωή. Βασική του ιδέα είναι ότι ο διαφωτισμός ορίζεται από την έννοια του «εργαλειακού λόγου», την τεχνοκρατική δηλ. διεύθυνση και ομογενοποίηση της κοινωνίας που ξερριζώνει κάθε διάθεση κριτικότητας. Από την σκοπιά αυτή και ο ναζισμός και ο σταλινισμός και ο «ύστερος καπιταλισμός» είναι απολήξεις του διαφωτισμού. Το έργο αυτό περιέχει μια οξεία ανάλυση της σύγχρονης «μαζικής κουλτούρας», που είναι και το μόνο τμήμα του που έχει πραγματική κοινωνιολογική αξία. Κατά τ' άλλα απουσιάζει εδώ η παραμικρή αναφορά, πολλώ δεν μάλλον διεξοδική ανάλυση της σκέψης των πρωτεργατών του διαφωτισμού.

Απέναντι στις αμφισβητήσεις αυτές υψώθηκε κατ' αρχήν η εμπνευσμένη υπεράσπιση του διαφωτιστικού ιδεώδους από τον Ernst Cassirer στο εμβληματικό έργο του Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού που δημοσιεύθηκε το 1932. Μπροστά στην παλίρροια της ναζιστικής βίας, που απειλούσε να καταλύσει την δημοκρατία της Βαϊμάρης, θαρραλέος υπερασπιστής της οποίας υπήρξε, ο Κασσίρερ ανατρέχει στην έννοια της αυτόνομης συνείδησης, ιδίως στην επεξεργασία της από τον Καντ, που είναι το πολυτιμότερο κεκτημένο του Διαφωτισμού. Αυτήν θεωρεί και το ισχυρότερο έρεισμα του δημοκρατικού ανθρωπισμού απέναντι στην επερχόμενη βαρβαρότητα.

Στα ίχνη του Κασσίρερ περπατάει και ο πιο σημαντικός μελετητής του Διαφωτισμού μετά τον πόλεμο, ο Peter Gay, μετανάστης και αυτός στις Ηνωμένες Πολιτείες από την χιτλερική Γερμανία. Αφετηρία της ερμηνείας του, στο έργο Enlightenment: An Interpretation (Διαφωτισμός: μια ερμηνεία) του 1966, είναι η απόρριψη των θέσεων του Becker που κυριαρχούσαν λίγο πολύ στην Αμερικανική ακαδημαϊκή συζήτηση μέχρι τότε. Μέσα από μια εξονυχιστική ανάλυση των βασικών ιδεών και διανοητών του διαφωτιστικού κινήματος ο Gay δείχνει ότι δεν υπάρχει καμμία σχέση ανάμεσα στην μεσαιωνική θεολογία και τον επιστημονικό λόγο. Η κρίσιμη διαφορά έγκειται στην προϋπόθεση της κριτικότητας που διαποτίζει την διαφωτιστική αντίληψη της θεωρίας. Ο λόγος εδώ υπόκειται στον έλεγχο της αισθητηριακής εμπειρίας και δεν υπηρετεί προϋπάρχουσες κοσμοθεωρητικές δεσμεύσεις. Ο όρος «πίστη» στην επιστημονική έρευνα δεν έχει καμμία σχέση με το υπέρλογο, αλλά αναφέρεται στην αξιοπιστία των ευρημάτων της πειραματικής διαδικασίας. Συνεπώς ο Διαφωτισμός εξοβελίζει κάθε υπερφυσική αυθεντία από την σφαίρα του στοχασμού, αναδεικνύει την φυσικότητα του ανθρώπου και προκρίνει την πρακτική αυτεξουσιότητα της αυτόνομης συνείδησης. Ο Διαφωτισμός είναι ένας «νεωτερικός παγανισμός» και ο καθαρισμός αυτός της πολιτιστικής σφαίρας από κάθε θεοκρατική ποδηγέτηση είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την διεκδίκηση της πολιτικής ελευθερίας.

Οι θέσεις του Gay αποτέλεσαν σημείο αναφορά της σύγχρονης συζήτησης, δέχθηκαν όμως και διεξοδική κριτική γύρω από δύο κυρίως άξονες. Ο πρώτος είχε να κάνει με την Γαλλοκεντρική προσέγγιση του Gay, ο δεύτερος με τον ισχυρισμό του ότι ο διαφωτισμός έβαλε τα θεμέλια της σύγχρονης δημοκρατίας. Σημαντικές εστίες διαφωτιστικής σκέψης όμως υπήρχαν και σε άλλες χώρες, πρωτίστως στην Αγγλία και την Σκωτία, και η Βρεταννική κληρονομιά ήταν προϋπόθεση για την ανάπτυξη του Διαφωτισμού στην Γαλλία. Ο Βρεταννικός διαφωτισμός δεν ήταν ριζοσπαστικός και ανατρεπτικός, επειδή δεν στόχευε σε μια μελλοντική επανάσταση. Αντίθετα εδραζόταν ιστορικά σε μια επανάσταση που είχε ήδη λάβει χώρα, την Ένδοξη Επανάσταση του 1688, η οποία είχε θεμελιώσει ένα συνταγματικό καθεστώς περιορισμένης μοναρχίας το οποίο ερχόταν εκ των υστέρων να δικαιώσει θεωρητικά η πολιτική φιλοσοφία. Ο Αγγλικός συνταγματισμός ήταν και το πρότυπο των Γάλλων διαφωτιστών, όπως ο Βολταίρος και ο Μοντεσκιέ. Οι στοχαστές αυτοί δεν ζητούσαν με κανένα τρόπο την ανατροπή της μοναρχίας, αλλά την μεταρρύθμισή της και ήταν επικριτές της «δημοκρατίας» (republique). Ταυτόχρονα οι σχέσεις τους με τα καθεστώτα της «πεφωτισμένης απολυταρχίας» στην Πρωσσία και στην Ρωσία ήταν στενές. Το πολιτικό όμως μέλλον της Ευρώπης, σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, ήταν οι δημοκρατικοί θεσμοί που ξεπήδησαν μέσα από την εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή, και όχι ο Διαφωτισμός, έθεσε το υπόβαθρο της νεωτερικής κοινωνίας. Όμως ούτε και οι επικριτές του Gay ήταν διατεθειμένοι τελικά να αρνηθούν ότι η κριτική του παλαιού καθεστώτος από τους διαφωτιστές συνέβαλε στην δυσφορία με τις καταπιεστικές του τακτικές, η οποία τροφοδότησε ιδεολογικά το πολιτικό κίνημα που απέφερε την επανάσταση. Η καταδίκη ιδίως του δεσποτισμού από τον Μοντεσκιέ ήταν αποφασιστική προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η θέση όμως ότι ο Γαλλικός διαφωτισμός, που υπήρξε ένα «εξημερωμένο» ρεύμα κριτικής του σαλονιού από ανθρώπους που κυκλοφορούσαν άνετα στους διαδρόμους του παλαιού καθεστώτος, ήταν αντιπροσωπευτικός του Διαφωτισμού γενικά αμφισβητήθηκε κατηγορηματικά από τον πιο σημαντικό συνεχιστή του Gay, τον Jonathan Israel. Σύμφωνα με την ερμηνεία του Israel, ο Διαφωτισμός είχε πολύ ευρύτερη έκταση απ' ό,τι αφήνει να εννοηθεί η Γαλλοκεντρική ανάγνωσή του. Η Βρεττανία ήταν όντως η πηγή της μετριοπαθούς εκδοχής του που επηρέασε τους Γάλλος στοχαστές. Όμως στην Ολλανδία του τέλους του 17ου αιώνα αναπτύχθηκε μια εναλλακτική και άκρως πιο ριζοσπαστική θεώρηση, που πήγασε από την σκέψη του Μπαρούχ Σπινόζα. Ο Israel δείχνει ότι ο υπόρρητος αθεϊσμός και οι δημοκρατικές ιδέες του Σπινόζα είχαν πλατύτατη εμβέλεια. Στην ίδια την Γαλλία συνέτειναν στην ριζοσπαστικοποίηση του διαφωτιστικού επιχειρήματος όπως αυτή εμφαίνεται μέσα από την σκέψη του Ντενί Ντιντερό. Ο Israel συμφωνεί με την εκτίμηση του Gay ότι ο Διαφωτισμός είναι το θεμέλιο της νεωτερικότητας, ακριβώς όμως λόγω του δημοκρατικού ριζοσπαστισμού που αναβλύζει από το σπινοζικό ρεύμα.

Οι έρευνες του Israel συνέβαλαν στην διεύρυνση της ιστορικής οπτικής, ανιχνεύοντας διαφωτιστικές τάσεις και στην απομακρυσμένη περιφέρεια της Ευρώπης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αναφερθεί και η καθοριστική συμβολή του Π. Κιτρομηλίδη, το πολυσύνθετο έργο του οποίου έδωσε στον νεοελληνικό διαφωτισμό την κεντρική θέση που του αξίζει μέσα στο ευρύ ανανεωτικό κίνημα της Ευρωπαϊκής διανοητικής πρωτοπορίας.

2.
Προπομπός του Διαφωτισμού υπήρξε η Αναγέννηση, οποία έβαλε πάλι τον άνθρωπο ως φυσική οντότητα στο κέντρο του προβληματισμού της. Κοσμοϊστορική εφαρμογή του νέου αυτού ανθρωπισμού ήταν η νέα φυσική επιστήμη, που αποτίναξε την θεολογική αυθεντία και έβαλε ένα καινούργιο θεμέλιο στην γνώση. Από δω και πέρα πηγή της αλήθειας θεωρείται αποκλειστικά η εμπειρική παρατήρηση και η μαθηματική επεξεργασία των πειραματικών ευρημάτων: esperienze sensate και μαθηματικά μοντέλα, όπως το εκφράζει ο μέγας Γαλιλαίος. Στην ρήση του ότι «το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο στην γλώσσα των μαθηματικών» αντηχεί ξανά η πυθαγόρεια-πλατωνική αντίληψη για τον κόσμο, μια ιδέα που έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην φιλοσοφική ανατροπή του μεσαιωνικού σχολαστικισμού και της αριστοτελικής τελολογικής αντίληψης για το φυσικό σύστημα. Η σύγκρουση του Γαλιλαίου με την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία σηματοδοτεί την απαρχή της νεώτερης εποχής.

Ο πρώτος σημαδιακός φιλοσοφικός καρπός της νέας επιστήμης ήταν η γνωσιολογία του Καρτεσίου. Εδώ η μεθοδολογική αρχή της καθολικής αμφιβολίας (de omnibus dubitandum) θεμελιώνει τελικά ένα σύστημα διανοητικού ενορατισμού (intuitionismus) που πρότυπό του έχει την αξιωματική μέθοδο των μαθηματικών. Η ιδέα των «εμφύτων ιδεών» συνδυάζεται εδώ με την μηχανιστική περιγραφή του φυσικού συστήματος, η οποία επίσης εδράζεται σε ορθολογικά αξιώματα, όπως π.χ. ότι «η ύλη ταυτίζεται με την έκταση». Το φυσικό σύστημα του Καρτεσίου διαψεύσθηκε από την κοσμολογία του Νεύτωνα. Όμως ο σκεπτικισμός που εισηγείται η σκέψη του, αλλά κυρίως η εκρηκτική διακήρυξη του «σκέπτομαι άρα υπάρχω» (cogito ergo sum) τον τοποθετούν δικαιωματικά ανάμεσα στους προπάτορες του Διαφωτισμού.

Στην φιλοσοφία του Καρτεσίου και των οπαδών του πάντως επικρατεί τελικά ένας ορθολογικός δογματισμός, η πεποίθηση δηλ. ότι «ο γεωμετρικός τρόπος», όπως τον ονομάζει ο Σπινόζα, επιτρέπει την τέλεια γνώση των πάντων έως τις πρωταρχικές τους αιτίες (εδώ καταλέγεται ο Θεός). Η γνώση αυτή είναι δυνατόν να οργανωθεί με την μορφή ενός ολοκληρωμένου «συστήματος» που περιλαμβάνει τις πρώτες αρχές και όλες τις λογικές τους συνέπειες. Αυτό είναι και το περίφημο «συστηματικό πνεύμα» (esprit de système) που κυριαρχεί κατά τον 17ο αιώνα. Αυτήν ακριβώς την δογματική προκατάληψη διέλυσε η επιστημολογία του Νεύτωνα, ο οποίος είναι και ο πραγματικός θεμελιωτής του πνεύματος του Διαφωτισμού που επεκράτησε κατά τον 18ο αιώνα, στην Βρεταννία αλλά και στην Γαλλία.

Με τον Νεύτωνα ολοκληρώνεται η επανάσταση στην φυσική επιστήμη που άρχισε με τον Κοπέρνικο και τον Γαλιλαίο. Το κρίσιμο όμως εδώ είναι, από φιλοσοφικής σκοπιάς, ότι μαζί με την ολοκληρωμένη κοσμολογική θεωρία εκτίθενται με σαφήνεια και οι επιστημολογικές της προϋποθέσεις. Οι φυσικοί νόμοι, λέει ο Νεύτων, δεν είναι παρά «γενικεύσεις» (inductions) από το συλλεγέν παρατηρησιακό υλικό, οι οποίες στην συνέχεια επαληθεύονται πειραματικά, καθώς επιτρέπουν την εξήγηση όλο και περισσότερων φαινομένων αλλά και την πρόβλεψή τους. Οι φυσικοί νόμοι εξηγούν τα φαινόμενα και μόνο, και δεν στοχεύουν να διεισδύσουν στις «πρώτες αρχές» τους –όπως φιλοδοξούσαν οι μεγάλοι μεταφυσικοί του 17ου αιώνα. Σύμφωνα με την εμβληματική διακήρυξη του Νεύτωνα στην επιστήμη hypotheseis non fingo: δηλ. δεν επινοώ θεωρίες apriori, δεν διατυπώνω εξηγητικές υποθέσεις που δεν στηρίζονται στην παρατήρηση, μ' άλλα λόγια δεν χρησιμοποιώ την ορθολογική ενόραση.

Πάνω στα κεκτημένα της νευτώνειας επιστήμης ορθώθηκε το καθαυτό φιλοσοφικό οικοδόμημα του Διαφωτισμού, δηλαδή η ανάλυση της ανθρώπινης γνωστικής δύναμης από τον Τζών Λόκ και τον Νταίηβιντ Χιούμ. Το μέλημα που ενώνει τους δυο αυτούς πρωτεργάτες του επιστημονικού εμπειρισμού είναι ο καθορισμός των ορίων της ανθρώπινης διάνοιας. Και οι δυό απορρίπτουν την δογματική πρόφαση της απόλυτης γνώσης. Ο θεωρητικός νους δεν έχει από την φύση του την ικανότητα να εισχωρήσει στην ουσία των φυσικών πραγμάτων όπως είναι αυτά καθαυτά. Ό,τι γνωρίζουμε για τον κόσμο βασίζεται επάνω στις «εντυπώσεις» (impressions) που προκαλούν επάνω στα αισθητήρια όργανά μας τα όντα που προσπίπτουν σ' αυτά και τα ερεθίζουν. Μέσα από την συστηματική ταξινόμηση των εντυπώσεων αυτών σχηματίζουμε τις σχετικά σταθερές «ιδέες» (ideas) που σχηματίζουμε για τα πράγματα, ιδέες που συνενώνουν τις ουσιώδεις ιδιότητες του κάθε πράγματος όπως αυτές έχουν φανερωθεί μέσα από την συλλογική μας εμπειρία. Ο ανθρώπινος νους, λέει ο Λοκ, προτού αρχίσουν να γράφουν ούτως ειπείν επάνω του τα εξωτερικά αντικείμενα, είναι μια «άγραφη δέλτος» (tabula rasa). Οι «έμφυτες ιδέες» του Καρτεσίου είναι ένα συνεπώς ένα μύθευμα, που ενδεχομένως κολακεύει τον άνθρωπο εκτρέφει όμως την δογματική οίηση που βραχυκυκλώνει την κριτική σκέψη. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει μόνο μέχρι εκεί που πηγαίνουν οι αισθήσεις του. Οτιδήποτε βρίσκεται εκτός του πεδίου της παρατήρησης δεν είναι δυνατόν να γίνει γνωστό. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας απογοητεύει. Επειδή για όλους τους ζωτικούς μας στόχους η εμπειρία παρέχει ικανές γνώσεις για την πρακτική υπερπήδηση των εμποδίων και για την συνεχή βελτίωση των συνθηκών της ζωής μας. Η «βαθειά μεταφυσική», εκτός από αδύνατη, είναι συνεπώς και αχρείαστη και για την επιστήμη και για τον κοινωνικό βίο. Οτιδήποτε τεκμαίρεται από την εμπειρία είναι η πλέον πιθανή αλήθεια για τον υλικό, εξωτερικό κόσμο. Πάνω σ' αυτήν προσωρινά πατάμε για να επιβιώσουμε, μέχρις ότου η ίδια πάλι εμπειρία να την τροποποιήσει κ.ο.κ. επ' άπειρον.

Ο Χιούμ συντάσσεται πλήρως με την ως άνω εμπειρική ανάλυση της γνώσης. Η γνωσιοθεωρία του όμως την επεκτείνει τόσο δραστικά που αφαιρεί και το τελευταίο υπόβαθρο, πιθανολογικής και προσωρινής έστω, βεβαιότητας. Ο Λόκ πίστευε ότι η ποσοτική διάσταση των πραγμάτων, δηλ. τα μαθηματικώς μετρήσιμα χαρακτηριστικά τους (οι λεγόμενες «πρωτεύουσες ιδιότητες», primary qualities), πάνω στα οποία χτίζεται η επιστημονική γνώση, παρέχουν πρόσβαση στην «ουσία» των πραγμάτων. Αυτή παραμένει σταθερή στον χρόνο, όσο κι αν δεν γνωρίζουμε τον βαθύτερη, πρωταρχική αιτία που «συγκρατεί» αυτήν την συγκεκριμένη δέσμη γνωρισμάτων στο διηνεκές, και κάνει ένα πράγμα αυτό που είναι κι όχι άλλο. Ο Χιουμ έρχεται να διαλύσει και την τελευταίο αυτό ίζημα ορθολογικού δογματισμού που επεβίωνε στην εμπειριστική γνωσιολογία. Ακόμα και τα ποσοτικά χαρακτηριστικά των πραγμάτων δεν είναι παρά γενικεύσεις από την συνεχή παρατήρηση, και δεν μας λένε τίποτε άλλο από την συχνότητα με την οποία έχει παρατηρηθεί ο συγκεκριμένος όγκος και βάρος ενός μήλου, η φωτιά να καίει κτλ. Το ότι θεωρούμε αυτήν και όχι άλλη την «ουσία» ενός πράγματος δεν είναι τίποτε άλλο από μια υποκειμενική συνήθεια, μια συλλογική προσδοκία του είδους βασισμένη στην μνήμη, και δεν οφείλεται σε οποιαδήποτε πρόσβαση στην αντικειμενική του κατασκευή. Ακόμα και αυτή η κρίσιμη επιστημονικά κατηγορία της αιτιότητας δεν είναι τίποτε άλλο από μια συνήθεια που την στηρίζει μια υποκειμενική πεποίθηση και τίποτε άλλο. Η εμπειρική γενίκευση (induction) για να στηρίξει μια πρόβλεψη, βασίζεται στην προπαραδοχή ότι στο μέλλον η φύση θα λειτουργεί με τις ίδιες νομοτέλειες όπως στο παρελθόν. Αλλά για την πίστη αυτή δεν υπάρχει, και ούτε μπορεί ποτέ να υπάρξει, η παραμικρή εμπειρική επιβεβαίωση. Προφανώς στην καθημερινή ζωή (όταν «παύουμε να είμαστε φιλόσοφοι») στηριζόμαστε πάνω στις μνήμες μας από το χθες, και όταν σκεφτόμαστε το αύριο το φανταζόμαστε όπως το σήμερα. Όμως αυτό, από αυστηρή θεωρητική σκοπιά, είναι μια απλή εικασία που εναρμονίζεται με την ιδέα του κόσμου που μας είναι οικεία από το παρελθόν. Δεν έχει συνεπώς καμμιά σχέση με βέβαιη γνώση. Βεβαιότητα δεν υπάρχει όταν αναφερόμαστε στα φυσικά γεγονότα (matters of fact). Υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό μας όταν συνδυάζουμε ιδέες (relations of ideas) σύμφωνα με τους κανόνες της μαθηματικής λογικής. Αλλά τα μαθηματικά δεν αναφέρονται στην εμπειρική πραγματικότητα. Είναι απολύτως βέβαιο εκ των προτέρων ότι σήμερα ή βρέχει ή δεν βρέχει. Όμως λέγοντας αυτό δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το τι καιρό κάνει σήμερα, τουτέστιν καμμιά απολύτως γνώση για την εμπειρική πραγματικότητα.

Από την συλλογιστική αυτή προκύπτει ένα ριζοσπαστικό συμπέρασμα: ότι ο επιστημονικός (και μαθηματικός λόγος) δεν είναι το ηγεμονικό στοιχείο στην ζωή. Ο λόγος δεν κυβερνάει, αλλά κυβερνάται από την βούληση. Η βούληση θέτει τους ζωτικούς στόχους για το άτομο και το είδος μέσα στο φυσικό περιβάλλον, και ο λόγος κινητοποιείται για να επιλέξει τα μέσα για την επίτευξη του βουλητικού τέλους. Από μόνος του ο λόγος είναι παντελώς ανίκανος να κινητοποιήσει για δράση. Είναι ένα (αποτελεσματικό) εργαλείο υποτεταγμένο σε άλλες κυρίαρχες ψυχικές δυνάμεις. Ο λόγος, λέει ο Χιουμ, είναι «δούλος των παθών».

Η άτεγκτη, λοιπόν, λογοκρατία του Διαφωτισμού που επικαλούνται οι εχθροί του, τότε και σήμερα, δεν είναι παρά ένα βολικό μύθευμα. Ο Διαφωτισμός δεν ταυτίζεται με την κυριαρχία του στεγνού και αφηρημένου Λόγου, με ένα δογματισμό που ξερριζώνει το συναίσθημα και αρνείται την δημιουργική φαντασία. Ο διαφωτιστικός εμπειρισμός, αντίθετα, όργωσε το έδαφος πάνω στο οποίο φύτρωσε αργότερα η ποιητική του ρωμαντισμού.

3.
Ο Διαφωτισμός έχει καταγραφεί στην πεπαιδευμένη κοινή γνώμη ως ένα κατ' εξοχήν Γαλλικό διανοητικό κίνημα. Και σ' αυτό έχουν συμβάλει ερμηνείες όπως του Κασσίρερ και του Γκαίυ οι οποίες τείνουν να υποβαθμίσουν τις Βρεταννικές του καταβολές. Όμως οι πρωτεργάτες του Διαφωτισμού στην Γαλλία είχαν τάξει στον εαυτό τους το καθήκον να μεταλαμπαδεύσουν στη χώρα τους τις Βρεταννικές επιστημονικές και γνωσιοθεωρητικές αντιλήψεις τις οποίες θεωρούσαν ως προϋπόθεση για την πολιτική ελευθερία που επικρατούσε στην άλλη όχθη της Μάγχης. Ο Βολταίρος, ο Νταλαμπέρ και ο Μοντεσκιέ ύψωναν ως πρότυπο την Αγγλική κοινοβουλευτική μοναρχία και την εκρηκτική άνθιση των επιστημών στη χώρα αυτή για να επικρίνουν τον δεσποτισμό του γαλλικού «παλαιού καθεστώτος» που κύριο χαρακτηριστικό του ήταν ο δραστικός περιορισμός της ελευθερίας του λόγου και της συνείδησης. Το χαρακτηριστικό βολταιρικό σύνθημα écrasez l'infâme («συντρίψτε, εξαλείψτε την ντροπή») στόχευε τον Ρωμαιοκαθολικό κλήρο και την στραγγαλιστική του κυριαρχία στην παιδεία και στην κοινωνική ζωή. Ο αγώνας του Βολταίρου για την δικαστική αποκατάσταση του Καλάς, ενός προτεστάντη που κάτω από την πίεση του θρησκόληπτου όχλου είχε εκτελεστεί στον τροχό μετά από φρικτά βασανιστήρια για φόνο τον οποίο δεν διέπραξε μόνο και μόνο επειδή ήταν προτεστάντης, παραμένει ένα από τα φωτεινότερα ορόσημα του αγώνα για την ελευθερία στην Ευρώπη. Ο Βολταίρος μαχόταν για να επικρατήσουν στην Γαλλία οι αρχές της θρησκευτικής ελευθερίας (της «ανοχής») που είχαν διακηρυχθεί από τον Τζών Λόκ και είχαν επικρατήσει στον αγγλικό δημόσιο βίο.

Ο Λόκ και ο Νεύτων, πράγματι, ήταν οι δάσκαλοι του Βολταίρου και η φιλοσοφική αποστολή που ανέλαβε ήταν η εκλαΐκευση και η διάδοση των ιδεών τους ανάμεσα στους συμπατριώτες τους. Προϋπόθεση γι' αυτό ήταν όχι μόνο η καταπολέμηση του εκκλησιαστικού σκοταδισμού, αλλά και εκείνου του πιο εκλεπτυσμένου μυστικισμού που εκπορευόταν από ένα μεγάλο όντως πνεύμα όπως ο Πασκάλ, ο οποίος ξεχώριζε τον μαθηματικό λογισμό (esprit géométrique) από την υπέρτερη πνευματική ενόραση (esprit de finesse) που μόνη φανερώνει τα έσχατα μυστήρια της ζωής. Η θεωρία των «εμφύτων ιδεών» του Καρτεσίου ήταν μια ορθολογικότερη εκδοχή ενός κατά βάσιν θεολογικού δόγματος περί του χωρισμού σώματος και ψυχής, το οποίο επίσης πολεμούσε αδιάλλακτα ο Βολταίρος. Ως αντίδοτο, λοιπόν, στην συνεχιζόμενη ολέθρια επιρροή της θεολογικής δεισιδαιμονίας στην φιλοσοφία ο Βολταίρος προέτασσε την «σοφή και μετριοπαθή» (sage et modeste) επιστημολογία του Λόκ. Ο σοφός αυτός, μας πληροφορεί, τόλμησε να γράψει την «ιστορία της ανθρώπινης ψυχής» ενώ όλοι οι προ αυτού φιλόσοφοι έγραφαν το «μυθιστόρημά» της:
Tant de raisonneurs ayant fait le roman de l'âme, un sage est venu qui en a fait modestement l'histoire.
Και η ιστορία αυτή βασιζόταν στην εύλογη εικασία ότι ο Θεός κάλλιστα θα μπορούσε να είχε πλάσει ένα κομμάτι ύλης με την εγγενή ιδιότητα του σκέπτεσθαι, μια ιδέα που σκανδάλισε όλους τους παραδοσιακούς θεολόγους. Παράλληλα, καταλήγει ο Βολταίρος, ένας άλλος Άγγλος σοφός κατέρριπτε το φυσικό σύστημα του Καρτεσίου, που κι αυτό όπως προείπαμε στηριζόταν στην «διανοητική ενόραση» αντί για την εμπειρία, και αυτός ήταν ο Νεύτων.

Το κείμενο που συμπυκνώνει την μεθοδολογία και την διανοητική στόχευση του Γαλλικού Διαφωτισμού είναι ο Προεισαγωγικός λόγος στην Εγκυκλοπαίδεια του Ντ' Αλαμπέρ. Και στην ευσύνοπτη αυτή έκθεση αποτυπώνεται αδρά η επιρροή της επιστημολογίας του Βρεταννικού εμπειρισμού και της νευτώνειας επιστήμης. Ο Ντ' Αλαμπέρ θεωρεί ότι έχει φθάσει η στιγμή για την ολοσχερή αναδιάταξη των νόμων της νόησης και της ζωής μετά από το μακρύ σκοτάδι του θεοκρατικού μεσαίωνα. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι η αναγνώριση ότι πηγή όλων των γνώσεών μας είναι οι αισθήσεις. Κατατάσσει τα επιτεύγματα της διάνοιας σε τρείς μεγάλες κατηγορίες: α) στην ιστορία που πηγή της είναι η συσσωρευμένη παρατήρηση, ήτοι η μνήμη, β) στην φιλοσοφία ή επιστήμη, που απορρέει από την ορθολογική επεξεργασία των παρατηρησιακών δεδομένων και γ) στην τέχνη που στηρίζεται στον κατά βούλησιν συνδυασμό των παρατηρήσεών μας, ήτοι στην φαντασία όπως την είχε ορίσει ο Λόκ. Όσον αφορά στην επιστήμη, η γνώση παράγεται μέσα από την εμπειρική γενίκευση ή επαγωγή, και όχι στη βάση αυθαιρέτων υποθέσεων του νου:
«Επομένως τη φύση δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα την γνωρίσουμε με ασαφείς και αυθαίρετες υποθέσεις, αλλά με τη στοχαστική μελέτη των φαινομένων, με την μεταξύ τους σύγκριση...»
Πρόκειται για την επαναβεβαίωση της μεθοδολογίας του Νεύτωνα μαζί με την συνακόλουθη απόρριψη της θεωρίας των εμφύτων ιδεών του Καρτεσίου. Η επιστήμη, λέει ο Ντ' Αλαμπέρ, είναι ασύμβατη με το « πνεύμα του συστήματος» που είχε κυριαρχήσει κατά τον 17ο αιώνα. Η φιλοσοφία πρέπει να ξαναθυμηθεί ότι δημιουργήθηκε όχι για ν' αρέσει, αλλά για να διδάσκει. Και αυτός είναι ο λόγος «για τον οποίο η έφεση προς τα συστήματα, που μάλλον κολακεύει τη φαντασία παρά φωτίζει τον ορθό λόγο, έχει σήμερα εντελώς σχεδόν εξοβελιστεί από τα καλά συγγράμματα».

Η επικράτηση των νέων αυτών διανοητικών προσεγγίσεων σηματοδοτεί την απελευθέρωση του Ευρωπαϊκού πνεύματος από τον μεσαιωνικό σχολαστικισμό. Στην πρωτοποριακή ιστορία του φωτισμού, δηλ. της πνευματικής προόδου, που σκιαγραφεί ο Ντ'Αλαμπέρ πρωτομάχος είναι «ο αθάνατος Καγκελλάριος της Αγγλίας Francis Bacon», ο κήρυκας της απελευθέρωσης του νου από την τυραννία των χωρίς νόημα λέξεων και της επιστροφής στην απροκατάληπτη μελέτη της φαινομένων, στην «φυσική ιστορία». Στον Καρτέσιο αναγνωρίζει την επιστημολογική αξία της αρχής της αμφιβολίας, που ανέτρεψε τον ζυγό «των προκαταλήψεων και της βαρβαρότητας». Του καταλογίζει όμως τελικά υπέκυψε στον ορθολογικό δογματισμό: «Μπορεί να κατέληξε να πιστεύει ότι μπορούσε να εξηγήσει τα πάντα, πάντως ξεκίνησε αμφιβάλλοντας για τα πάντα». Από τα τελευταία κατάλοιπα του μεσαιωνικού ενορατισμού στην επιστήμη μας απελευθέρωσε ο Νεύτων:
«Αυτή η μεγάλη διάνοια διαπίστωσε ότι είχε έρθει η ώρα να εξοβελιστούν από τη φυσική οι εικασίες και οι ασαφείς υποθέσεις.....κι ότι αυτή η επιστήμη έπρεπε να λειτουργεί αποκλειστικά με βάση τα πειράματα και την γεωμετρία....Ό,τι και να πούμε για να εγκωμιάσουμε αυτόν τον μεγάλο φιλόσοφο, θα είναι πολύ κατώτερο από την οικουμενική αποδοχή που απολαμβάνουν σήμερα οι σχεδόν αναρίθμητες ανακαλύψεις του και η ευρύτατη, ορθότατη και βαθύτατη διάνοιά του».

Η πιο κατηγορηματική και αδιάλλακτη όμως διακήρυξη του «τέλους των συστημάτων» στην φιλοσοφία είναι το άρθρο Εκλεκτικισμός στην Εγκυκλοπαίδεια που συνέγραψε ο στενός συνεργάτης του Ντ' Αλαμπέρ, ο Ντενί Ντιντερό. Στο κείμενο αυτό το πιο ριζοσπαστικό πνεύμα στην χορεία των Γάλλων φωτιστών του 18ου αιώνα επιμένει ότι κεντρικό καθήκον του νεωτερικού στοχασμού είναι η αποκαθήλωση των παλαιών φιλοσοφικών ειδώλων και η άρνηση κάθε ισχυρισμού απόλυτης αλήθειας με την οποία έχουν επενδυθεί από τους οπαδούς τους. Η ελεύθερη σκέψη επιλέγει κριτικά ό,τι διατηρεί ορθολογικό κύρος από τα παραδεδομένα συστήματα και συνδυάζει τα ψήγματα αυτά της αλήθειας με σκοπό και μόνο την ριζική ανακαίνιση της σημερινής κοινωνίας:
«Ο οπαδός μιας (φιλοσοφικής) αίρεσης (le sectaire) είναι ένας άνθρωπος που έχει αγκαλιάσει το δόγμα ενός φιλοσόφου. Ο εκλεκτικός αντίθετα είναι ένας άνθρωπος που δεν αναγνωρίζει
καμμιά δεσποτική αυθεντία (point de maitre)».

Η αναφορά στην «ιστορία», δηλ. στην εμπειρική μέθοδο των φυσικών επιστημών, που απαντάμε στον Βολταίρο και στον Ντ' Αλαμπέρ δεν είναι καθόλου τυχαία. Γιατί η εφαρμογή της στα κοινωνικά πράγματα απέφερε ακριβώς την αναβίωση της ιστορικής συνείδησης με την ειδικότερη έννοια, που κι αυτή είχε ταφεί κάτω από τα σκύβαλα των «ιερών αφηγήσεων» του μεσαίωνα. Η ανακάλυψη της ιστορικότητας είναι και αυτή ένα από τα επιτεύγματα του Διαφωτισμού. Κι αυτό διαψεύδει έναν άλλο ισχυρισμό των εχθρών του, ότι δήθεν ο Διαφωτισμός περιφρόνησε την ιστορική ρίζα των εννοιών, των αξιών και των θεσμών ανεγείροντας ένα υπερβατικό πρότυπο «καθαρού λόγου».

Στην πραγματικότητα μια φιλοσοφία της ιστορίας υπό την έποψη της προόδου είναι κι αυτή κληροδότημά του. Το Δοκίμιο περί των ηθών του Βολταίρου ήταν η πρώτη λαμπρή εκτέλεση αυτού του προγράμματος. Στον Λόγο του Ντ' Αλαμπέρ είδαμε επίσης μιαν ιστορική αναπαράσταση της κατίσχυσης της επιστημονικής σκέψης πάνω στην δεισιδαιμονία. Στο Σχεδιάγραμμα δύο λόγων για την οικουμενική ιστορία του Τυργκό διατυπώνεται για πρώτη φορά η διαλεκτική ιδέα ότι η πρόοδος των κοινωνικών μορφών δεν είναι μια γραμμική αναγκαιότητα, αλλά μία πάλη ανάμεσα στην πλάνη και τον κριτικό λόγο που περιλαμβάνει και τις αναπόφευκτες οπισθοδρομήσεις. Και το καθοδηγητικό πρότυπο που δεσπόζει πάνω από όλες αυτές τις διερευνήσεις είναι το σημαδιακό Δοκίμιο περί της ιστορίας της πολιτικής κοινωνίας του Άνταμ Φέργκιουσον που εκδόθηκε το 1767. Στο έργο αυτό ο μεγάλος Σκώτος διαφωτιστής αποδίδει την εξέλιξη των μορφών του παγκόσμιου πολιτισμού στην κοινή ανθρώπινη φύση, όπως αυτή φανερώνεται από την προσεκτική παρατήρηση και μόνο. Η εμπειρία δείχνει την «μεικτή προδιάθεση» (mixed disposition) της ανθρώπινης ψυχολογίας, την συνύπαρξη της εγωιστικής με την κοινωνική ροπή. Από την πάλη ανάμεσα στις έμφυτες αυτές τάσεις πηγάζουν όλα τα επιτεύγματα του πολιτισμού, όταν το διαφέρον της συνεργατικότητας υπερισχύει της αρπακτικής ιδιοτέλειας. Δεν υπάρχει καμμία αντίφαση ανάμεσα στην « φύση» και την «τέχνη», ανάμεσα στην φυσική κατάσταση και την πολιτική κοινωνία. Ο πολιτισμός είναι η εκδίπλωση εγγενών φυσικών ικανοτήτων. Την ιδέα αυτή θα ακολουθήσει και ο Άνταμ Σμιθ. Η φιλοσοφία του πολιτισμού του Φέργκιουσον άσκησε καταλυτική επιρροή στην σκέψη αργότερα του Χέγκελ.

Μέσα στο ρωμαλέο αυτό ρεύμα της ιστορικής κριτικότητας θα ξεχωρίσουμε όμως την συνεισφορά του Μοντεσκιέ. Το Πνεύμα των νόμων (1748) είναι ως γνωστόν μια βαθυστόχαστη ανάλυση της καταγωγής των πολιτικών μορφών από την «φύση» των πραγμάτων, δηλ. από το οικονομικό, κοινωνικό και γεωγραφικό υπόβαθρο της κάθε ανθρώπινης κοινωνίας. Η εγελιανή έννοια του «πνεύματος» προδιαγράφεται πάλι αδρά εδώ. Όμως ο ιστορισμός του Μοντεσκιέ έχει μιαν άλλη ριζοσπαστικότερη ίσως διάσταση: κατεδαφίζει τις προφάσεις ανωτερότητας ενός πολιτισμού απέναντι στους άλλους. Σε ένα έργο ορόσημο όπως οι Περσικές επιστολές (1721) ο Μοντεσκιέ τολμά να ανατάμει κριτικά την Γαλλική κοινωνία του καιρού του από την σκοπιά ενός μορφωμένου Πέρση ταξιδιώτη. Υπό το πρίσμα αυτό αναδεικνύονται οι παραλογισμοί μιας σαπισμένης απολυταρχίας που καταπατά την στοχαστική ελευθερία και υποδουλώνει τους ανθρώπους στην παρωχημένη παράδοση. Κι αυτό χωρίς να εξιδανικεύεται ο ανατολίτικος τρόπος. Όπως και στον Φέργκιουσον αναδεικνύεται εδώ ένας οικουμενικός ανθρωπισμός. Ευρωπαϊκές και μη ευρωπαϊκές κοινωνίες στέκονται δίπλα πλέον ως ίσος προς ίσον με τα προτερήματα και τα ελαττώματά της η κάθε μια, τα οποία προέρχονται από μια κοινή ανθρώπινη υπόσταση.

Στον φωτισμένο αυτό δρόμο της κριτικής παγκοσμιότητας θα ακολουθήσει και ο Ντιντερό με το έργο Παράρτημα στο ταξίδι του Μπουγκαινβίλ (1772) με την οξύτατη αντικληρικαλική αιχμή του. Εδώ περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα η αφύσικη (και υποκριτική) καταπίεση της σωματικότητας από την μεσαιωνική θεοκρατία και επαινείται ο αχαλίνωτος αισθησιασμός των μη ευρωπαϊκών κοινωνιών ως έκφραση στοιχειακής ελευθερίας. Υπό την έποψη αυτή διαφαίνεται τώρα η ιδέα ότι οι δήθεν πρωτόγονες κοινωνίες υπερέχουν των «πολιτισμένων». Την προσέγγιση αυτή θα κεφαλαιοποιήσει στο έπακρο ο Ρουσσώ, με το επιχείρημα ότι πολιτισμός δεν είναι οι εξωτερικοί τρόποι αλλά η εκφραστική ειλικρίνεια και η συναισθηματική αυθορμησία όπου οι λεγόμενοι «άγριοι» υπερέχουν αναφανδόν.

Αυτή η καταδίκη του ευρωκεντρισμού και το κήρυγμα για την ισότητα και την αδελφότητα των λαών είναι η κληρονομιά του Διαφωτισμού που παραμένει στις ημέρες μας επιτακτικότερη από ποτέ.

4.
Ο Γερμανικός Διαφωτισμός είναι μια ιδιαίτερη, και εξαιρετικά καινοτόμος, εκδοχή του γενικότερου ρεύματος που εξετάσαμε στα παραπάνω. Κορυφαίος εκπρόσωπός του θεωρείται ο Καντ, επειδή κατόρθωσε να συναρθρώσει σε ένα συνεκτικό θεωρητικό σχήμα την Βρεταννική και την Γαλλική παράδοση. Τους προσέθεσε όμως μιαν αιχμηρή απόληξη ενεργού αυτοσυνειδησίας, η οποία αν και δεν έλειπε, τουλάχιστον δεν είχε αποκτήσει την επιτακτικότητα που της προσδίδει ο σοφός της Καινιξβέργης. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Καντ, ήταν ο Χιούμ που τον «ξύπνησε από τους δογματικούς ύπνους» του. Από τον μεγάλο Σκώτο έμαθε την ματαιότητα της «υπερβατικής» μεταφυσικής, του λόγου δηλ. που επιχειρεί να ξεπεράσει τα όρια της εμπειρίας. Η καντιανή επιστημολογία, η «κριτική θεωρία» όπως ο ίδιος την ονομάζει, συμμερίζεται απολύτως το μέλημα του Βρεταννικού εμπειρισμού, τουτέστιν να χαραχθούν τα όρια της γνώσης. Τα όρια αυτά είναι ακριβώς η εμπειρία: χωρίς εμπειρική αναφορά οι καθαρές έννοιες παραμένουν «κενές». Όμως σε αντιδιαστολή προς την επιστημολογία της tabula rasa, η ανθρώπινη διάνοια κατά τον Καντ δεν είναι παθητικός δέκτης εξωτερικών ερεθισμών, αλλά ενεργός διαμορφωτής της εμπειρίας. Εμπειρία παράγεται όταν η διάνοια εφαρμόζει στα περιεχόμενα που δέχεται εκ των έξω τους αντιληπτικούς και γνωστικούς τύπους που προϋπάρχουν μέσα της (είναι, δηλ. apriori): τις μορφές του χώρου και του χρόνου, και τις κατηγορίες της ουσίας και της αιτιότητας. Με τον τρόπο αυτό ο Καντ διασώζει την καθολικότητα και την αναγκαιότητα της (νευτώνειας) επιστήμης, την οποία ο σκεπτικισμός του Χιούμ είχε αναγάγει σε μια υποκειμενική έξη βασισμένη στην συλλογική μνήμη.

Ο Διαφωτισμός έτσι μετουσιώνεται στην Γερμανία σε ένα περίπλοκο και φιλόδοξο θεωρητικό οικοδόμημα που εξηγεί την ανθρώπινη αυτοσυνειδησία. Κι αυτή είναι μια κρίσιμη μετατόπιση πέρα από τα πρακτικά, πολιτικά μελήματα της Γαλλικής εκδοχής. Η μετακίνηση αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι στο τέλος του 18ου αιώνα η Γερμανική διανόηση δουλεύει υπό την σκέπη μιας «πεφωτισμένης απολυταρχίας», του καθεστώτος του Φρειδερίκου του Μεγάλου, ενός φιλόσοφου-μονάρχη που δήλωνε ότι συμμερίζεται τα ιδεώδη του Διαφωτισμού. Η Πρωσσική αυτή εξουσία από την μια αναγνωρίζει το δικαίωμα των φιλοσόφων στην απεριόριστη κριτική χρήση του λόγου. Από την άλλη όμως προσδοκά από αυτούς την υπακοή στις πολιτικές της αποφάσεις, επειδή τους θεωρεί υπηρέτες του κράτους το οποίο εξασφαλίζει τις θεσμικές συνθήκες για τις θεωρητικές τους αναζητήσεις. «Ασκείτε όσο ριζοσπαστική κριτική επιθυμείτε, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπακούετε»: αυτή ήταν η προμετωπίδα του φρειδερίκειου συστήματος.

Το παράδοξο τούτο σφραγίζει τα δύο διασημότερα δοκίμια για την έννοια του Διαφωτισμού που βγήκαν από την πέννα των δύο κορυφαίων εκπροσώπων της Γερμανικής εκδοχής του, του Μωυσή Μέντελσον και του Ιμμάνουελ Καντ. Ο Μέντελσον διαχωρίζει την «καλλιέργεια», με την έννοια της πρακτικής αξιοσύνης, από τον «διαφωτισμό» που είναι η συστηματική εμβάθυνση στα θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης υπόστασης και κοινωνίας. Η πρώτη αφορά όλους, στον δεύτερο ειδικεύονται κάποιοι με ιδιαίτερη κλίση. Διαχωρίζει επίσης τον άνθρωπο ως πολίτη, και τον άνθρωπο καθαυτό, δηλ. με αναφορά στην βαθύτερη ουσία του. Από τις εννοιολογήσεις αυτές προκύπτει η βασική δυνητική αντίφαση που διακρίνει: υπάρχει περίπτωση ο «διαφωτισμός», η ελεύθερη φιλοσοφική διερεύνηση, να παραγάγει συμπεράσματα που υπονομεύουν τις συλλογικές παραδοχές πάνω στις οποίες εδράζεται η κοινωνική συμβίωση. Στην περίπτωση αυτή είναι προτιμότερο να μείνουν άθικτες κάποιες «προλήψεις» για να προστατευθεί το αξιολογικό και θεσμικό πλαίσιο της κοινής ζωής. Η βασική «πρόληψη» που υπονοείται εδώ είναι η πίστη στον Θεό. Ήταν ένα θέμα για το οποίο οι Πρωσσικές αρχές είχαν επιδείξει άκρα ευαισθησία. Εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει, κατά τον Μέντελσον, κάποιο απόλυτο πρωτείο της φιλοσοφίας στον ανθρώπινο βίο. Η θεωρητική αναζήτηση πρέπει να ενταχθεί στο ευρύτερο φάσμα των σκοπών του κοινωνικού βίου και οι αξιώσεις να ελέγχονται πάντα από ευρύτερη σκοπιά.

Η ίδια αντίληψη διαποτίζει και το φημισμένο κείμενο του Καντ, με τον εμβληματικό ορισμό του διαφωτισμού ως έξοδο του ανθρώπου από την πνευματική κηδεμονία στην οποία ο ίδιος όμως έχει υποτάξει τον εαυτό του. Sapere aude: τόλμα να γνωρίζεις, τόλμα να σκέφτεσαι αυτόνομα υπό το φως του έμφυτου κριτικού λόγου και της ηθικής συνείδησης. Το σύνθημα είναι διεγερτικό, πολεμικό σχεδόν, κατά κάθε κατεστημένης διανοητικής εξουσίας, συνεχίζοντας έτσι τις καλύτερες παραδόσεις του κριτικού πνεύματος του αιώνα των φώτων. Η ανατρεπτική του αιχμή αμβλύνεται όμως μόλις έρχεται αντιμέτωπη με την ίδια αντίφαση που είχε διαγνώσει ο Μέντελσον. Έχει ο κριτικός στοχασμός δικαίωμα να αμφισβητήσει τις αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας; Ο Καντ εισάγει εδώ τον διαχωρισμό ανάμεσα στην ιδιωτική και την δημόσια χρήση του λόγου. Ο στοχαστής ως τέτοιος είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει την πορεία του λογισμού του όπου κι αν αυτή οδηγήσει. Στην εκτέλεση όμως κάποιων καθηκόντων που του έχει αναθέσει η νόμιμη πολιτική εξουσία, και τα έχει αποδεχθεί, η διάνοιά του υπηρετεί το έργο που του έχει ανατεθεί και δεν δικαιούται να αμφισβητήσει τους στόχους που έχουν τεθεί εκ των άνω. Στο πλαίσιο αυτό η εξουσία δικαιούται ακόμη και να του απαγορεύσει την δημοσίευση των πορισμάτων των φιλοσοφικών του ερευνών, αν κρίνει ότι ενδέχεται να βλάψουν τους πολιτικούς στόχους της.

Προσοχή: η εξουσία δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει στον στοχαστή να διανοείται όσο ρηξικέλευθα και ανατρεπτικά αυτός επιλέγει, αλλά μόνο να του απαγορεύει την δημόσια ανακοίνωση των συμπερασμάτων του. Ο Καντ αποδέχεται τον περιορισμό αυτό, που κρίνει ότι δεν θίγει την αυτονομία του λόγου. Ήταν μια ρύθμιση η οποία επρόκειτο να θίξει και τον ίδιον όταν το Πρωσσικό υπουργείο παιδείας του απαγόρευσε να δημοσιεύει πραγματείες περί θρησκείας μετά την δημοσίευση του έργου Η θρησκεία εντός των ορίων του λόγου (1794), το οποίο εκρίθη ότι έβαλε κατά των δογμάτων της επίσημης προτεσταντικής εκκλησίας.

Ο συμβιβασμός ανάμεσα στη ελευθερία του φιλοσοφικού στοχασμού και των αξιώσεων της πολιτικής εξουσίας που επιχειρούν ο Μέντελσον και ο Καντ είναι βέβαια δυσχερής και τελικά βλαπτικός για την αυτονομία της συνείδησης. Το γραφειοκρατικό και στρατοκρατικό καθεστώς της Πρωσσίας, παρά τις διαφωτιστικές του προφάσεις, ήταν τελικά εχθρικό προς τις βλέψεις του φιλελευθερισμού που εξέφραζε ο Καντ υπό την επήρεια του Ρουσσώ και της Γαλλικής Επανάστασης. Η φίμωση του Καντ στο τέλος του 18ου αιώνα, στην οποία αναγκάστηκε να συναινέσει και ο ίδιος, προδιαγράφει της διαρκή αδυναμία των φιλελεύθερων δυνάμεων στην Γερμανία καθ' όλον τον επόμενο αιώνα, την ήττα των επαναστάσεων του 1848 και βέβαια στην μακρά προοπτική τις καταστροφικές εξελίξεις του 20ου. Οι δολοφονικοί ολοκληρωτισμοί του καιρού μας δεν ήταν εφαρμογές, αλλά ριζική άρνηση των αξιών του Διαφωτισμού.

Νεωτερικότητα, δικαιώματα και η διάκριση Αριστερά- Δεξιά

Η νεωτερική κοινωνική οργάνωση χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τη σταδιακή έκλειψη του παραδοσιακού τοπικισμού και τη μαζική ένταξη ενός πληθυσμού στο εθνικό κέντρο. Η διαδικασία ένταξης μπορεί να πάρει αυτόνομες ή ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση βλέπουμε τη διάχυση δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας (δημοκρατικός εκσυγχρονισμός). Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε ένταξη στις διευρυμένες αρένες του κράτους έθνους χωρίς ή με ελάχιστα δικαιώματα (αυταρχικός εκσυγχρονισμός). Από την παραπάνω σκοπιά, ένας τρόπος ορισμού της διάκρισης αριστερά-δεξιά μπορεί να βασιστεί στην έννοια των δικαιωμάτων όπως εξελίσσονται στη μετάβαση από την προνεωτερικότητα στη νεωτερικότητα. Έτσι, ενώ η αριστερά στη θεωρία και στην πράξη, παλεύει για μια αυτόνομη ένταξη, η δεξιά μάχεται για μια ένταξη χωρίς δικαιώματα (κυρίως πολιτικά δικαιώματα, αλλά όχι μόνο).
Ως γνωστό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, αμφισβητείται σήμερα από μια σειρά αναλυτές που έχουν «μεταμοντέρνο» προσανατολισμό. Το βασικό επιχείρημα του κειμένου είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη σήμερα για την κατανόηση των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών. Αυτό όμως με την προϋπόθεση πως μερικές δυσκολίες, που κυρίως η κλασσική θεωρία του Νορμπέρτο Μπόμπιο (1987) περί αριστεράς-δεξιάς δημιουργεί, ξεπεραστούν. Με άλλα λόγια, η θεωρία του ιταλού διανοητή δεν πρέπει να απορριφθεί αλλά να αναθεωρηθεί.
Θα ξεκινήσω με μια σύντομη, κριτική ανάλυση της προσέγγισης του Ν. Μπόμπιο στο θέμα. Θα συνεχίσω με τη θεωρία του Τ. Μάρσαλ (1964) πάνω στην εξέλιξη των αστικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στην Μεγάλη Βρετανία, καθώς και με τη γενίκευση αυτής της θεωρίας από τον Τ. Πάρσονς (1964, 1971). Τέλος, θα ασχοληθώ με την πιο πρόσφατη θεωρία του Α. Γκίντενς (1994) που υποστηρίζει πως πρέπει όχι να καταργήσουμε αλλά, στην ύστερη, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα, να πάμε πέρα από το δίπολο αριστερά-δεξιά.

1. Αριστερά: οι κοινωνικοί αγώνες για ισότητα

Κατά τον Μπόμπιο, η διάκριση αριστερά-δεξιά (αντίθετα με τις διάφορες μεταμοντέρνες επιχειρηματολογίες), από την Γαλλική Επανάσταση και μετά ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα βασικό εννοιολογικό εργαλείο. Μας βοηθάει να καταλάβουμε τον τρόπο συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνιών. Είναι για αυτόν ακριβώς το λόγο που όχι μόνο στον επιστημονικό αλλά και στον καθημερινό λόγο η διάκριση χρησιμοποιείται ευρέως όταν προσπαθούμε να χαρακτηρίσουμε ένα κόμμα, ένα κίνημα, μια ιδεολογία ως «προοδευτική» ή συντηρητική. Για τον ιταλό διανοητή ή έννοια που συνδέεται άρρητα με την αριστερά είναι αυτή της ισότητας. Η αριστερά προσπαθεί να μειώσει τις ανισότητες των νεωτερικών κοινωνιών ενώ η δεξιά προσπαθεί να τις διατηρήσει ή και να τις εντείνει. Η πάλη για την ισότητα παίρνει βέβαια διαφορετικές μορφές ανάλογα με το χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως η ιδέα της ισότητας παραμένει ο βασικός προσανατολισμός των αγώνων της αριστεράς.
Νομίζω πως όλα τα παραπάνω είναι σωστά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ο ιταλός φιλόσοφος αναπτύσσει τις πιο συγκεκριμένες πτυχές της θεωρίας του παρουσιάζει μια βασική δυσκολία. Ο Μπόμπιο αναφέρεται σε διάφορα ιστορικά παραδείγματα. Αλλά, επειδή η μεθοδολογία που ακολουθεί είναι περισσότερο φιλοσοφο-αναλυτική και λιγότερο ιστορικο-κοινωνιολογική (2013: 55), δεν δείχνει με ένα διαφοροποιημένο τρόπο πώς η διάκριση δεξιά-αριστερά και οι αγώνες υπέρ ή κατά της ισότητας εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο, εξελισσόμενο μακροϊστορικό πλαίσιο. Και αυτό γιατί εννοιολογεί την ισότητα σαν ένα αδιάσπαστο όλο. Αναφέρεται πάντα στην ισότητα ή ανισότητα και όχι σε διαφόρων τύπου ισοτήτων ή ανισοτήτων. Έτσι οδηγείται σε μια αυστηρά διχοτομική προσέγγιση. Οι έννοιες αριστερά και δεξιά είναι «αμοιβαία αποκλειόμενες». Για παράδειγμα, ένα κόμμα είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, το να έχει και αριστερές και δεξιές στρατηγικές είναι κατά τον Μπόμπιο αδύνατον: «το γεγονός ότι η δεξιά και η αριστερά αντιπροσωπεύουν μια αντίθεση σημαίνει απλώς ότι δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δεξιός και αριστερός» (2013: 156).
Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί προβλήματα. Σε ένα πιο εμπειρικό, ιστορικό-εξελικτικό επίπεδο συχνά παρατηρούμε πως δεν υπάρχει μία αδιαφοροποίητη ανισότητα, αλλά πολλές - οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές κτλ. Για να το πούμε διαφορετικά, η ανισότητα έχει πολλές διαστάσεις. Σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αυτές οι διαστάσεις δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Σε πολλές περιπτώσεις κόμματα και κυβερνήσεις χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό αυξανόμενων ανισοτήτων σε ένα θεσμικό χώρο και αμβλυνόμενων σε έναν άλλο. Σε αυτή την «υβριδική κατάσταση» η ανάλυση του Μπόμπιο δεν μας βοηθάει. Πιο συγκεκριμένα, αν ισότητα είναι ο κοινός παρανομαστής όλων των αγώνων της αριστεράς, πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κόμματα ή κυβερνήσεις που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες χρησιμοποιώντας αυταρχικά μέσα, μέσα που εντείνουν τις πολιτικές ανισότητες μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων;
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον περονισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Περόν ακολούθησε μια αριστερή κοινωνική πολιτική. Μείωσε τις κοινωνικές ανισότητες μεταφέροντας συστηματικά πόρους από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Συγχρόνως όμως για να πετύχει αυτή την αναδιανομή χρησιμοποίησε αυταρχικά μέσα όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες εν γένει, αλλά και σε ό,τι αφορά την αυτονομία των συνδικάτων. Κατά έναν τυπικά λαϊκιστικό και πατερναλιστικό τρόπο, κινητοποίησε το «λαό του» ενάντια σε έναν «κατεστημένο» καταργώντας με διάφορους τρόπους τις νομιμοποιητικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και κάτι παρόμοιο βλέπουμε περνώντας από τον «περονισμό» στον πιο πρόσφατο «τσαβισμό». Και σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε μια σημαντική μεταφορά πόρων προς τα κάτω. Η απόλυτη φτώχεια μειώθηκε και το κοινωνικό κράτος έφτασε στην περιφέρεια, σε αυτούς που ήταν αποκλεισμένοι από τα ευεργετήματα του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας. Την ίδια στιγμή όμως η ανακατανομή πόρων επιτεύχθηκε με έναν αυταρχικό, «βοναπαρτικό» τρόπο, εντείνοντας τις πολιτικές ανισότητες και υποσκάπτοντας βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς. Μπορεί κάποιος βέβαια να προτιμά την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων - ακόμα και αν αυτή οδηγεί στην ένταση των πολιτικών. Αλλά είναι αναγκαίο να διατηρήσουμε το διαχωρισμό των δύο διαφορετικού τύπου ανισοτήτων αν θέλουμε να αποφύγουμε τη γενικευμένη σύγχυση.
Με βάση τα δύο παραπάνω παραδείγματα, είναι προφανές ότι η μονοδιάσταση θέση του Μπόμπιο πως ένα κόμμα, είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, δεν βοηθάει τον ερευνητή να αναλύσει υβριδικές καταστάσεις. Υπάρχει τρόπος να διατηρήσουμε τη διάκριση εννοιολογώντας το δίπολο αριστερά-δεξιά κατά ένα διαφορετικό τρόπο, έναν τρόπο που δεν καταργεί αλλά συμπληρώνει τη θεώρηση του Μπόμπιο; Νομίζω πως ναι.

2. Η ιστορική εξέλιξη των δικαιωμάτων

Περνώντας από τον Μπόμπιο στον Μάρσαλ, κατά τον τελευταίο, το κίνημα για την εξάπλωση δικαιωμάτων «προς τα κάτω» ξεκίνησε ήδη στο 17ο αιώνα. Στην περίοδο αυτή όμως λόγω της «συγχώνευσης» (δηλ. της μη διαφοροποίησης) των διάφορων θεσμικών χώρων, τα δικαιώματα ήταν και αυτά μη διαφοροποιημένα (1964: 73). Μόνο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όταν οι θεσμοί διαφοροποιήθηκαν, διακρίνουμε μια διαδικασία διαχωρισμού των δικαιωμάτων - διαδικασία κατά την οποία κάθε κατηγορία δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά) αρχίζει να προσλαμβάνει τη δική της λογική και δυναμική τροχιά .
Πρώτα αναπτύχθηκαν οι ατομικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη. Δηλαδή τα ατομικά δικαιώματα που είχαν σχέση με την ιδιοκτησία, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Αυτά τα δικαιώματα σταδιακά κατεδάφισαν τις φεουδαρχικές αρχές της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και καθιέρωσαν σε πιο σταθερή βάση την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου. Επομένως, είναι στη σφαίρα του δικαίου και ιδιαίτερα στην αρένα των δικαστηρίων που διαπιστώνουμε την πρώτη στροφή από τον «υπήκοο» στον «πολίτη», από μια κατάσταση κατά την οποία διαφορετικοί νόμοι και δικαστικές διαδικασίες ίσχυαν για διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, σε μια κατάσταση όπου όλοι ήταν ίσοι ενώπιον των κυριότερων νομικών κωδίκων της εθνικής κοινότητας.
Το δεύτερο βήμα προς μια «αποφεουδαρχημένη» κοινότητα πολιτών συντελέστηκε στο 19ο αιώνα με την εξάλειψη περιορισμών σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου και της εκλογής στο Κοινοβούλιο. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής περιόδου η έμφαση μετατοπίστηκε από τη δικαστική σφαίρα στη νομοθετική, καθώς η πολιτική συμμετοχή αυξήθηκε και ενοποιήθηκε η κοινότητα των πολιτών όχι μόνο σε μια νομική αλλά και σε μια πολιτική βάση.
Τέλος, σύμφωνα με τον Μάσραλ, η τρίτη μεγάλη πρόοδος στην πορεία συγκρότησης μιας ενοποιημένης κοινότητας των πολιτών (civic community) συντελέστηκε τον 20ο αιώνα με την ανάπτυξη των κοινωνικών δικαιωμάτων - το δικαίωμα του καθένα για αξιοπρεπή παιδεία, υγειονομική περίθαλψη και φροντίδα για τα γηρατειά. Κατά τη διάρκεια της φάσης αυτής η θεσμική εστίαση μετακινήθηκε πάλι, αυτή τη φορά όμως από την πολιτική στην κοινωνική σφαίρα, καθώς αποτέλεσε αντανάκλαση της μαζικής ανάπτυξης σχολείων, νοσοκομείων, κοινοτικών κέντρων παροχής υγειονομικής περίθαλψης κτλ. Η θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί κίνηση, αν και διστακτική, από την τυπική προς την ουσιαστική ισότητα, από τις ταξικές ανισότητες στη σχετική ισότητα των ατόμων ως πολιτών. Διότι, ενώ οι ταξικές ανισότητες εύκολα υπονομεύουν και την ισότητα έναντι του νόμου και την αρχή της ισότητας της ψήφου, η εξάπλωση των κοινωνικών δικαιωμάτων δίνει περισσότερη υπόσταση και νόημα στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Διασφαλίζει ότι η νομική και πολιτική συμμετοχή του λαού στην κοινότητα των πολιτών δεν αποτελεί μια απλή τυπική διαδικασία.
Φυσικά, το γεγονός αυτό δε σημαίνει ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών πτυχών της ιδιότητας του πολίτη εξαλείφει τις ταξικές ανισότητες. Αυτό που σημαίνει είναι ότι υπάρχει πλέον μια καλύτερη, πιο στέρεα ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισότητας/αλληλεγγύης, όπως εκφράζεται με την έννοια της ιδιότητας του πολίτη, και της ταξικής αρχής της ανισότητας/ανταγωνισμού (1964: 84). Με άλλα λόγια, υπό καπιταλιστικές συνθήκες, τα δικαιώματα των πολιτών δεν μπορούν να εξαλείψουν τις ταξικές ανισότητες, μπορούν όμως να μετριάσουν τις χειρότερες υπερβολές τους.
Μπορεί μεν ο Μάρσαλ να περιγράφει τα ευρύτερα μακρο-στάδια στη συγκρότηση της κοινότητας των πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ποιοι είναι όμως οι βασικοί μηχανισμοί που εξηγούν έναν τέτοιο μετασχηματισμό; Ως προς το ερώτημα αυτό, τα κείμενα του Μάρσαλ είναι λιγότερο διαφωτιστικά. Είναι σαφές, ότι κύριος στόχος του ήταν να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή μάλλον παρά μια εξήγηση του μετασχηματισμού αυτού. Στο βαθμό όμως που αναφέρεται στους μηχανισμούς μετασχηματισμού, η οπτική του γωνία είναι αυτή του φορέα δράσης. Η εξάπλωση των δικαιωμάτων έχει σχέση με συλλογικούς φορείς δράσης και τους αγώνες τους. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη δεν θα είχαν καταστεί δυνατές χωρίς την πρότερη απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων που επέτρεψαν στα λαϊκά στρώματα να οργανωθούν πολιτικά. Επιπλέον, μόνο όταν τα ατομικά δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ασκήθηκαν συλλογικά (με τη δημιουργία μαζικών εργατικών συνδικάτων και κομμάτων) δημιουργήθηκε η δυνατότητα κράτους πρόνοιας (1964: 111).

3. Από τον Μάρσαλ στον Πάρσονς

Όταν ο Πάρσονς, ο πατέρας της σύγχρονης κοινωνιολογικής θεωρίας, ενσωμάτωσε στοιχεία της θεωρίας του Μάρσαλ για την ιδιότητα του πολίτη, τα τοποθέτησε εντός μιας ευρύτερης εξελικτικής και συγκριτικής προοπτικής (Πάρσονς 1971). Όπως έχω ήδη επισημάνει, στην ανάλυση του Μάρσαλ η θεωρία του πάνω στους μηχανισμούς που εξηγούν την εξέλιξη των δικαιωμάτων της κοινωνικής διαφοροποίησης ούτε σαφής είναι, ούτε έχει κάποια ισχυρή εξηγητική λειτουργία. Από την άλλη μεριά, στην ανάλυση του Πάρσονς το νεο-εξελικτικό πλαίσιο της κοινωνικής διαφοροποίησης καταλαμβάνει κεντρική θέση. Το πλαίσιο αυτό του επιτρέπει και να περιγράφει με θεωρητικά πιο εκλεπτυσμένο τρόπο τη μακρόχρονη εξελικτική πορεία της ιδιότητας του πολίτη στις σύγχρονες κοινωνίες και να εξηγεί την τάση αυτή από μια λειτουργιστική (αλλά όχι τελεολογική, ντετερμινιστική), συστημική σκοπιά (1966, 1977).

Α) Για τον Πάρσονς, η πρώτη μεγάλη καινοτόμος ρήξη στη μετάβαση από μια λιγότερο σε μια περισσότερο διαφοροποιημένη κατάσταση συντελέστηκε με την Αγγλική Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτός ο μεγάλος μετασχηματισμός οδήγησε στη συγκρότηση ενός οικονομικού υποσυστήματος το οποίο σαφώς διαχωρίζεται από τα άλλα τρία κύρια
παρσονικά υποσυστήματα (το πολιτικό, το κοινωνικό και το πολιτισμικό). Η κοσμογονική βιομηχανική αλλαγή απελευθέρωσε τους τρεις «συντελεστές της παραγωγής» (δηλαδή τη γη, το κεφάλαιο και την εργασία) από παραδοσιακούς περιορισμούς. Δημιούργησε έτσι έναν οικονομικό χώρο από κανόνες και αξίες διαφορετικές, διακριτές από αυτές των τριών άλλων θεσμικών υποσυστημάτων.
Είναι μέσα σε αυτόν το διαφοροποιημένο χώρο που ο αμερικανός θεωρητικός τοποθετεί την αντίληψη του Μάρσαλ για την ανάπτυξη των ατομικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για ατομικά δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιοκτησία, με τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, με την ελευθερία όλων να πωλούν την εργατική τους δύναμη ως εμπόρευμα σε αυτόν που δίνει περισσότερα. Πρόκειται για όλα εκείνα τα δικαιώματα που καθιερώνουν την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου αλλά και ενώπιον της αγοράς, η οποία σαφώς διαφοροποιεί το οικονομικό από το κοινωνικό υποσύστημα (Πάρσονς 1971: 36).
Η δεύτερη μεγάλη ρήξη στη μακρόχρονη διαδικασία διαφοροποίησης συντελέστηκε με την Γαλλική Επανάσταση. Αυτή οδήγησε στη διακριτή ανάδυση μιας εθνικής κοινότητας που περικλείει όλα τα μέλη, όχι μόνο σε μια επιμεριστική αλλά σε μια καθολική βάση. Επομένως, μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η έμφαση δόθηκε λιγότερο στην οικονομική ελευθερία και περισσότερο στην πολιτική ισότητα, όπως αυτή εκφράστηκε στην Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εδώ, η ιδιότητα του πολίτη γίνεται η βασική έννοια: το αίτημα ολόκληρου του πληθυσμού για ένταξη στη βάση του δικαιώματος της ατομικής ψήφου (1971: 80). Επιπλέον, τα άτομα θεωρούνται όχι μόνο ελεύθερα και ίσα αλλά «επίσης δένονται με τους δεσμούς της εθνικής αυτόνομης κοινότητας» (1971: 83-4).
Με αυτή τη δημοκρατική επανάσταση η επιμεριστική αλληλεγγύη των προ-νεωτερικών κοινοτήτων (που βασίζονταν στην οικογένεια, στην εθνότητα, τη γλώσσα, τη θρησκεία κτλ.) παραχώρησε τη θέση της σε μια αλληλεγγύη που προσδιορίζεται πλέον κατά έναν καθολικό τρόπο, οδηγώντας σε μια μη κατακερματισμένη, εθνικά ενοποιημένη σύγχρονη κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο η αντίληψη του Μάρσαλ για την εξέλιξη των πολιτικών δικαιωμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο γενικεύεται και τοποθετείται από τον Πάρσονς σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο εστιάζει στη διαφοροποίηση των νεωτερικών κοινωνιών.
Τέλος, εάν η πρώτη καινοτόμος ρήξη συντελέστηκε στην Αγγλία και η δεύτερη στην Γαλλία, η τρίτη συντελέστηκε στο άλλο άκρο του Ατλαντικού Ωκεανού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η ανάπτυξη των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων συμπληρώθηκε, αν και με υποτυπώδη τρόπο, με το κοινωνικό δικαίωμα στην Παιδεία. Εδώ έλαβε χώρα η τρίτη επανάσταση: η εκπαιδευτική επανάσταση, η οποία ως προς τις συνέπειές της, έμελλε να αποδειχτεί τόσο κρίσιμης σημασίας όσο η βιομηχανική και η δημοκρατική που προηγήθηκαν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πριν από την εκπαιδευτική επανάσταση, η πρόσβαση στην εκπαίδευση περιοριζόταν σε μια μικρή ελίτ. Η μάζα του πληθυσμού παρέμενε αγράμματη: «Η προσπάθεια παροχής εκπαίδευσης σε ολόκληρο τον πληθυσμό αποτέλεσε ένα ριζοσπαστικό ξεκίνημα [...] Επομένως, το κίνημα αυτό σήμαινε μια τεράστια επέκταση της ισότητας ευκαιριών [...] Η σχετικά σταθερή κατάσταση που επικρατούσε προς τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ευρώπη επέτρεπε την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια μικρή ομάδα ελίτ, που ποτέ δεν ξεπέρασε το 5% της ηλικιακής αυτής ομάδας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έσπασαν αποφασιστικά το φράγμα αυτό. Το ποσοστό των νέων που λαμβάνουν κάποια ανώτατη μόρφωση υπολογίζεται στο 40% και συνεχώς αυξάνεται» (1971: 95).

Β) Εξετάζοντας τα κοινά στοιχεία που υπάρχουν στον Πάρσονς και στον Μάρσαλ για την εξέλιξη και την ανάπτυξη των δικαιωμάτων, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι και οι δυο θεωρητικοί μας έδωσαν μια υπεραισιόδοξη άποψη για την εξάπλωση των δικαιωμάτων και την ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη κατά τον 20ο αιώνα. Γράφοντας σε εποχή (πριν την κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στη δεκαετία του 1970) που η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη φαινόταν να είναι συμβατή με χαμηλά επίπεδα ανεργίας και παραδοσιακές, σοσιαλδημοκρατικές μορφές κράτους πρόνοιας, θεώρησαν ότι η απόκτηση δικαιωμάτων από τα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα αποτελούσε μια σωρευτική, οιονεί μη αναστρέψιμη διαδικασία.
Η απότομη απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η άνοδος των νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών δημιούργησαν ένα μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ισορροπία κεφαλαίου και εργασίας ανατράπηκε σε βάρος της εργασίας. Πρόκειται για ένα πλαίσιο όπου ταξικά πολιτικά κόμματα και ιδεολογίες βρίσκονται σε παρακμή και όπου η απειλή του κομμουνισμού δε λειτουργεί πλέον ως κίνητρο για τη βελτίωση της τύχης των περιθωριοποιημένων τμημάτων του πληθυσμού στον Τρίτο ή/και στον Πρώτο κόσμο. Κατά μια έννοια, η σημερινή κατάσταση, από άποψη σχέσεων εργασίας-κεφαλαίου, θυμίζει αυτήν που επικρατούσε στα πρώτα στάδια εκβιομηχάνισης, όπου η καχεκτική οργάνωση του βιομηχανικού προλεταριάτου που μόλις είχε κάνει την εμφάνισή του στο προσκήνιο, καθώς και ο μη παρεμβατικός χαρακτήρας του κράτους είχαν οδηγήσει σε ακραίες μορφές εκμετάλλευσης (βλ. Τόμσον 1963). Μια τέτοια ανισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας διαπιστώνουμε και σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εκπληκτική κινητικότητα του πολυεθνικού κεφαλαίου, οι δυσκολίες οργάνωσης σε παγκόσμιο επίπεδο που αντιμετωπίζει η εργασία, και η απουσία παγκόσμιας διακυβέρνησης με κοινωνικό προσανατολισμό οδηγούν σε νέες μορφές υπερεκμετάλλευσης τόσο στο επίπεδο του κράτους-έθνους όσο και στο επίπεδο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και κοινωνίας. Σε αυτή τη νέα κατάσταση που ούτε ο Μάρσαλ ούτε ο Πάρσονς προέβλεψαν, τα ατομικά πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που φάνηκαν τόσο αμετάκλητα εδραιωμένα έχουν σοβαρά υπονομευθεί.
Για να είμαστε δίκαιοι, ούτε η αντίληψη του Μάρσαλ ούτε αυτή του Πάρσονς για την εξέλιξη και ανάπτυξη των δικαιωμάτων είναι, με την ακριβή έννοια του όρου, ντετερμινιστική/τελεολογική. Όμως, σε αυτό το σημείο, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στους δύο θεωρητικούς. Ο πολύ διστακτικός εξελικτισμός του πρώτου τον οδήγησε να θεωρήσει τους μηχανισμούς που οδηγούν στην ανάπτυξη των δικαιωμάτων από τη σκοπιά των φορέων δράσης. Για αυτόν, ο παράγοντας που εξηγεί όχι μόνο τις διαδικασίες του αυξανόμενου εκδημοκρατισμού αλλά και της διάχυσης των κοινωνικών δικαιωμάτων προς τα κάτω ήταν κυρίως η απόκτηση του δικαιώματος της ψήφου από την εργατική τάξη. Επομένως, ο Μάρσαλ δεν θα είχε καμιά δυσκολία να αποδεχτεί, χωρίς ριζική μετατροπή του εννοιολογικού του πλαισίου, τη σημερινή πρόκληση που αντιμετωπίζει η εξάπλωση των δικαιωμάτων.
Για τον Πάρσονς η κατάσταση είναι διαφορετική. Στην περίπτωσή του το αισιόδοξο σενάριο είναι ενσωματωμένο στο εννονολογικό σχήμα που χρησιμοποιεί. Αυτά που συμβαίνουν σήμερα όχι μόνο δεν είχαν προβλεφθεί από αυτόν, αλλά αμφισβητούν επίσης το υπερσυστημικό, λειτουργιστικό του πλαίσιο. Ο Πάρσονς, τοποθετώντας την ανάπτυξη των δικαιωμάτων εντός της θεωρίας του περί κοινωνικής διαφοροποίησης, κατέστησε δυνατή τη σύγκριση της διαδικασίας εξάπλωσης των δικαιωμάτων σε διάφορες ανεπτυγμένες κοινωνίες και της διασύνδεσής της με τις ευρύτερες μακρο-ιστορικές εξελίξεις. Από την άλλη μεριά, το λειτουργιστικό του σχήμα είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο που δεν είναι σε θέση να «χωρέσει» το γεγονός ότι η διαφοροποίηση μπορεί, σε συνθήκες ύστερης νεωτερικότητας, να θεσμοποιηθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: ορισμένοι εξ αυτών ενθαρρύνουν, ενώ άλλοι αποθαρρύνουν ή ορθώνουν εμπόδια στην εξάπλωση των δικαιωμάτων προς τα κάτω. Με άλλα λόγια, το νεο-εξελικτικό πλαίσιο του αμερικανού θεωρητικού εμποδίζει το μελετητή της νεωτερικότητας να συνειδητοποιήσει ότι ο συντονισμός θεσμικών, διαφοροποιημένων χώρων μπορεί να πάρει και ισόρροπες και μη ισόρροπες μορφές, ή ότι η ένταξη των λαϊκών στρωμάτων στην εθνική κοινότητα μπορεί, σε ό,τι αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων, να είναι αυτόνομη αλλά και ετερόνομη.
Αυτή η αδιαφορία απέναντι στη δυνατότητα ύπαρξης άκρως διαφοραποιημένων αλλά συγχρόνως άνισων, μη ισόρροπων, αυταρχικών κοινωνικών διευθετήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι ο παρσονικός λειτουργισμός, όπως έχουν επισημάνει πολλοί επικριτές του, δίνει υπερβολική έμφαση στο σύστημα, ενώ υποτονίζει τους φορείς δράσης. Στο μέσο και ύστερο έργο του, η υπερσυστημική παρσονική εννοιολόγηση οδήγησε στο να δοθεί περισσότερο βαρύτητα στο πώς ρόλοι και θεσμικά υποσυστήματα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των φορέων δράσης και λιγότερο στο πώς οι φορείς αυτοί κατασκευάζουν, αναπαράγουν και μετασχηματίζουν τις θεσμικές δομές (Μουζέλης 1995: 69-81). Με άλλα λόγια, έδωσε υπερβολική έμφαση στους κοινωνικούς φορείς ως παράγωγα παρά ως παραγωγούς του κοινωνικού τους κόσμου.
Σαν αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης, τα τέσσερα παρσονικά υποσυστήματα (το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό) διαφοροποιούνται κατά τέτοιο τρόπο που υπάρχει μια σαφής τάση ισόρροπου συντονισμού τους. Το καθένα, στη διαδικασία του εκσυγχρονισμού, διατηρεί την αυτονομία του, την ιδιαίτερη λογική του. Δεν υπάρχει κυριαρχία της μια λογικής πάνω στις άλλες. Βέβαια δεν χρειάζεται να τονίσω πως η παρσονική θεωρία περί αρμονικής, ισόρροπης ανάπτυξης μεταξύ σχετικά αυτόνομων θεσμικών χώρων δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε τον αυταρχικό κινεζικό εκσυγχρονισμό, ούτε τον λιγότερο αυταρχικό, τωρινό νεοφιλελεύθερο δυτικό εκσυγχρονισμό όπου η λογική της αγοράς αμβλύνει τις λογικές και αξίες των άλλων θεσμικών χώρων.

4. Πέρα από τη δεξιά και την αριστερά

Όπως ήδη ειπώθηκε, σήμερα η διάκριση αριστερά-δεξιά αμφισβητείται. Για πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες, η διάκριση είναι τελείως άχρηστη και παραπλανητική. Για άλλους η διάκριση ήταν μεν χρήσιμη στην πρώιμη νεωτερικότητα αλλά σήμερα έχει λιγότερη ευριστική χρησιμότητα. Άρα πρέπει να στοχεύουμε όχι στην κατάργηση αλλά στην υπέρβασή της. Το επιχείρημα που θα αναπτύξω εδώ είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη για την ανάλυση του πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι όχι μόνο στην πρώιμη αλλά και στην τωρινή μεταβιομηχανική νεωτερικότητα. Θα αναπτύξω αυτή τη θέση ασκώντας κριτική στο βιβλίο του γνωστού κοινωνιολόγου Α. Γκίντενς, βιβλίο που έχει ως τίτλο Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς (1994).

Α) Από την παράδοση στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό

Οι απόψεις του Γκίντενς πάνω στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες μας έχουν ως θεωρητικό υπόβαθρο ένα ιδεοτυπικό μοντέλο τριών σταδίων. Αυτό επιχειρεί να διερευνήσει πώς μερικές πλευρές της κοινωνικής οργάνωσης, του πολιτισμού και της προσωπικότητας αλλάζουν καθώς οι κοινωνίες περνούν από μια παραδοσιακή φάση σε μια φάση πρώιμης και τελικά ύστερης νεωτερικότητας.
Σε παραδοσιακές καταστάσεις κώδικες με τυποποιημένες «αλήθειες» καθορίζουν αυστηρά το περιθώριο λήψης αποφάσεων του ατόμου. Από πρακτικές αποφάσεις που αφορούν τον γάμο, το μέγεθος της οικογένειας και την καθημερινή συμπεριφορά ως εκείνες που άπτονται θεμελιωδών υπαρξιακών προβλημάτων ζωής ή θανάτου, η παράδοση παρέχει τυποποιημένες συνταγές δράσης τις οποίες τα άτομα ακολουθούν λίγο-πολύ αυτόματα. Στην πρώιμη νεωτερικότητα, από την άλλη πλευρά, οι παραδοσιακές βεβαιότητες αντικαθίστανται από «συλλογικές». Η «προοδευτικότητα» (π.χ. η πίστη του Διαφωτισμού στην απεριόριστη τελειοποίηση του ανθρώπου και της κοινωνίας), οι γραφειοκρατίες του εθνικού κράτους που επιβάλλουν «εσωτερική ειρήνευση» και ασκούν διάχυτη επιτήρηση, η συλλογική ταξική οργάνωση, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί δρουν στην πρώιμη νεωτερικότητα με τρόπο που προσομοιάζει αρκετά με αυτόν της παράδοσης. Παρέχουν στα κοινωνικά μέλη ένα νόημα για τη ζωή και καθαρές κατευθυντήριες γραμμές ή κανόνες που μειώνουν δραστικά τα πεδία όπου πρέπει να ληφθούν αποφάσεις.
Με την παγκοσμιοποίηση ωστόσο τόσο οι παραδοσιακές όσο και οι συλλογικές βεβαιότητες υποχωρούν ή εξαφανίζονται. Η υπέρβαση της παραδοσιακής κοινωνίας δημιουργεί μια κατάσταση όπου οι ρουτίνες χάνουν τη σημασία τους και την αναμφισβήτητη ηθική τους βαρύτητα. Δημιουργεί μια κατάσταση όπου τα άτομα δεν μπορούν να καταφύγουν ούτε σε παραδοσιακές αλήθειες ούτε σε συλλογικές ιδεολογίες/βεβαιότητες όταν λαμβάνουν αποφάσεις στην καθημερινή τους ζωή. Στερημένοι από την παραδοσιακή ή συλλογική καθοδήγηση καλούνται, με άλλα λόγια, να χειριστούν «κενά πεδία». Από το αν θα παντρευτούν ή όχι και το αν θα κάνουν ή όχι παιδιά μέχρι του ποιον τρόπο ζωής να υιοθετήσουν και τί είδους ταυτότητα να πλάσουν (ακόμη και τί είδους φυσική εμφάνιση να θέσουν ως στόχο μέσω δίαιτας, αισθητικής χειρουργικής κτλ.), σε όλες αυτές τις περιοχές το άτομο πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αναστοχαστικό, πρέπει να κατασκευάσει τη δική του «βιογραφία». Αυτό σημαίνει ότι ο νέος ατομισμός που διαδίδεται ταχύτατα σήμερα έχει πολύ λιγότερο να κάνει με εγωισμό και περισσότερο με αναστοχασμό, με το γεγονός ότι έχουμε περάσει από «απλές» σε «αναστοχαστικές» μορφές εκσυγχρονισμού (1991).

Β) Η υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά

Για τον Γκίντενς η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς λειτουργούσε ως μια βασική οργανωτική αρχή στην πολιτική της πρώιμης νεωτερικότητας. Ωστόσο, εν όψει των εξελίξεων στον τομέα του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, χρειάζεται κριτική επανεξέταση των δύο αυτών όρων. Πρώτον, κατά τον άγγλο κοινωνιολόγο, ο βασικός στόχος της αριστερής πολιτικής δεν είναι η ισότητα ως αυτοσκοπός. Η ισότητα είναι σημαντική διότι είναι μια αναγκαία (αν και όχι επαρκής) προϋπόθεση για μια ποικιλία σκοπών και αξιών στους οποίους στοχεύει η αριστερά - σκοπών όπως η εξαφάνιση της φτώχειας, η κοινωνιακή συνοχή, η αυτοεκπλήρωση κτλ. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι καλύτερα να συνδέσουμε την έννοια της αριστεράς με τη χειραφέτηση μάλλον παρά με την ισότητα. Με τη χειραφέτηση όλων των πολιτών από τη φτώχεια, την πολιτική τυραννία, τις κοινωνικές διακρίσεις και την πολιτισμική χειραγώγηση.
Δεύτερον, και πολύ σημαντικό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, ακόμη και όταν εκφράζεται με όρους χειραφέτησης, είναι πολύ περιοριστική. Εστιάζεται σε αυτό που ο Βέμπερ αποκαλούσε «ευκαιρίες ζωής» (life chances): για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, εστιάζεται σε αγώνες για τη διάδοση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα. Στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό όμως οι πολιτικές ευκαιριών ζωής αντικαθίστανται σταδιακά από «πολιτικές ζωής» (life politics). Ο Γκίντενς αντιλαμβάνεται τις πολιτικές ζωής ως πολιτικές που σχετίζονται λιγότερο με την ισότητα και περισσότερο με το πώς θα πρέπει κανείς να οργανώσει τη ζωή του σε ένα πλαίσιο ραγδαίας υπέρβασης της παραδοσιακής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, έχει να κάνει με την κατασκευή ταυτοτήτων, με εναλλακτικούς και συχνά ανταγωνιστικούς τρόπους ζωής, με το κατά πόσον η εργασία θα πρέπει ή όχι να εξακολουθήσει να είναι η βασική οργανωτική αρχή της ζωής μας, με αμφιλεγόμενες πρακτικές, όπως η άμβλωση, η εξωσωματική γονιμοποίηση, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων κτλ.
Με δεδομένη αυτή τη μετάβαση από τον προβληματισμό της «χειραφέτησης» στον προβληματισμό των «τρόπων ζωής» οι παλαιές διαμάχες (π.χ. καπιταλιστές έναντι εργατών) αμβλύνονται. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί τη δυνατότητα σφυρηλάτησης νέων συμμαχιών, νέων κοινωνικών συμφωνιών που διαπερνούν τους συμβατικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Αν πάρουμε υπόψη μας τα παραπάνω, το να υπερβούμε τη διάκριση αριστερά-δεξιά δεν οδηγεί στη μετανεωτερική θέση που πρεσβεύει ότι αυτοί οι όροι δεν έχουν νόημα. Η υπέρβαση σημαίνει απλώς ότι οι όροι είναι λιγότερο χρήσιμοι για την κατανόηση εμφανιζόμενων νέων πολιτικών που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τρόπους ζωής και κατασκευής ταυτοτήτων από ό,τι με θέματα ανακατανομής. Με άλλα λόγια, στην εποχή του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού οι πολιτικές ζωής παίζουν πιο κεντρικό ρόλο από τους αγώνες για τα αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που ο Μάρσαλ εξέτασε.

Γ) Δικαιώματα και η ένταξη στο κράτος-έθνος

Η κριτική μου στην άποψη του Γκίντενς περί υπέρβασης της διάκρισης αριστερά-δεξιά βασίζεται στη θεωρία περί νεωτερικότητας που ανέπτυξα πιο πάνω. Όπως ήδη αναφέρθηκε εκεί, το πιο βασικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι μια διαδικασία πρωτοφανούς κοινωνικής κινητοποίησης η οποία περιθωριοποίησε ή κατέστρεψε τελείως τους παραδοσιακούς τοπικισμούς και υποχρέωσε τα άτομα να ενταχθούν στις διευρυμένες εθνικές αρρένες (οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές) του κέντρου. Αυτή η μαζική ένταξη/εισδοχή ανθρώπων στη «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους έθνους (Άντερσον 1991) μπορεί να πάρει και αυτόνομες και ετερόνομες μορφές.
Στην περίπτωση της σχετικά αυτόνομης ενσωμάτωσης, για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα τα οποία σε προνεωτερικά πλαίσια περιορίζονταν σε ομάδες ελίτ διαχέονται «προς τα κάτω». Στην περίπτωση του ετερόνομου εκσυγχρονισμού υπήρξε ταυτόχρονα «εισδοχή» και «αποκλεισμός» των λαϊκών τάξεων. «Εισήχθησαν» με την έννοια ότι εντάχθηκαν αναπόδραστα στους συγκεντρωτικούς μηχανισμούς του έθνους-κράτους, της εθνικής αγοράς και της εθνικής εκπαίδευσης. Αποκλείονταν όμως σε ό,τι αφορά τη διάχυση των δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, στην Γερμανία του Μπίσμαρκ οι πολίτες, μέσω της καθολικής στρατολόγησης, εισάχθηκαν οριστικά στους μηχανισμούς επιτήρησης του εθνικού κράτους. Σε ό,τι όμως αφορά πολιτικά δικαιώματα ήταν αποκλεισμένοι.
Η αντίληψη του Γκίντενς για τη νεωτερικότητα, παρότι μη εξελικτική με την αυστηρή έννοια του όρου, δεν λαμβάνει υπόψη της τους διαφορετικούς τύπους εκσυγχρονισμού σε ό,τι αφορά τη διάδοση των δικαιωμάτων. Επομένως δεν προκαλεί έκπληξη ότι συνδέει με έναν μάλλον παραπλανητικό τρόπο τη δεξιά με εκείνους που αρνούνται τη νεωτερικότητα κατά τη φάση του πρώιμου εκσυγχρονισμού και την αριστερά με εκείνους που την προωθούν. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι ο πολιτικός συντηρητισμός πήρε συχνά τη μορφή αντίστασης στην έλευση της νεωτερικότητας (π.χ. η αριστοκρατική αντίδραση στο βιομηχανικό καπιταλισμό). Από τη στιγμή όμως που η νεωτερικότητα έγινε μη αναστρέψιμη, και πολύ πριν από την έλευση του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, ο συντηρητισμός έτεινε να επιλέγει ετερόνομες μορφές ένταξης των πολιτών στο εθνικό κέντρο (εξ ού και ο όρος αυταρχικός ή αντιδραστικός εκσυγχρονισμός).
Με βάση τα παραπάνω δεν υπάρχει υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά στην ύστερη, αναστοχαστική νεωτερικότητα. Δεν υπάρχει δηλαδή ασυνέχεια μεταξύ «ευκαιριών ζωής» και «πολιτικών ζωής». Στο βαθμό που και στις δυο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δικαιώματα (κυρίως πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά στην πρώτη και πολιτισμικά στη δεύτερη) η διάκριση αριστερά-δεξιά είναι και σήμερα εξίσου χρήσιμη. Για παράδειγμα, η αριστερά σήμερα είναι υπέρ και των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων αλλά και των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων ή των δικαιωμάτων των γυναικών στην άμβλωση. Με άλλα λόγια, ο Γκίντενς δεν «υπερβαίνει» τον Μάρσαλ, απλώς τον συμπληρώνει . Για να το επαναλάβω, η διάκριση αριστερά-δεξιά, στο βαθμό που έχει να κάνει με τη διάχυση δικαιωμάτων προς τα κάτω, είναι χρήσιμη για την κατανόηση των κοινωνικών διαμαχών και στην πρώιμη και στην ύστερη νεωτερικότητα.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην ύστερη νεωτερικότητα τα πολιτισμικά δικαιώματα, σε περίοδο οικονομικής κρίσης όπως η σημερινή, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με τα οικονομικοκοινωνικά. Ο άνεργος, περιθωριοποιημένος οικογενειάρχης σήμερα ενδιαφέρεται λιγότερο για τον προβληματισμό γύρω από την τεχνητή γονιμοποίηση ή τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και περισσότερο για την οικονομική εξαθλίωση και την κοινωνική περιθωριοποίηση στην οποία βρίσκεται η οικογένειά του. Με άλλα λόγια, η σχέση μεταξύ ευκαιριών ζωής και τρόπων ζωής δεν είναι γραμμική. Εξαρτάται άμεσα από τον κύκλο ύφεσης/ανάπτυξης.

Γενικό συμπέρασμα

Με βάση τη σύντομη ανάλυση των θεωριών των Μπόμπιο, Μάρσαλ, Πάρσονς και Γκίντενς, νομίζω πως ο πιο χρήσιμος τρόπος ορισμού του τί είναι αριστερά και τί δεξιά, καθώς και αν η διάκριση έχει ξεπεραστεί ή όχι, είναι να εξετάσουμε πώς οι δύο αυτές έννοιες συνδέονται με τα δικαιώματα και τη σχέση που έχουν με τις κοινωνικές δομές της νεωτερικότητας (πρώιμης και ύστερης). Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, γιατί πρωτοχρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν έχει νόημα να μιλάμε π.χ. για αριστερά και δεξιά όταν αναφερόμαστε στις πολιτικές διαμάχες μεταξύ «δημοκρατικών» και ολιγαρχικών κομμάτων στην αρχαία αθηναϊκή πολιτεία, όταν η πλειοψηφία του ενήλικου πληθυσμού όχι μόνο ήταν εκτός της πολιτικής αρένας αλλά και γιατί οι κομματικές διαμάχες δεν είχαν να κάνουν με τη σταδιακή έστω ένταξη των αποκλεισμένων (δούλων και γυναικών) στην πολιτική αρένα. Δεν έχει, με άλλα λόγια, νόημα να μιλάμε για αριστερά και δεξιά στο πλαίσιο της αρχαιότητας ή της προνεωτερικότητας πιο γενικά. Σε ένα πλαίσιο όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ενός κοινωνικού σχηματισμού είναι πλήρως ενταγμένος σε παραδοσιακού τύπου, μη δομικά διαφοροποιημένες κοινότητες.
Η διάκριση αριστερά-δεξιά έχει νόημα όταν αναφερόμαστε λιγότερο σε γενικές/καθολικές έννοιες όπως η ισότητα ή η χειραφέτηση και περισσότερο στο ιστορικά συγκεκριμένο πλαίσιο της διαδικασίας ένταξης ενός πληθυσμού στο εθνικό κέντρο - ένταξη που μπορεί να πάρει αυτόνομες ή και ετερόνομες μορφές. Για να το επαναλάβω, στην πρώτη περίπτωση η ένταξη οδηγεί στη διάχυση δικαιωμάτων (αστικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών) προς την κοινωνική βάση. Όταν η ένταξη παίρνει αυταρχικό χαρακτήρα, όταν οι «εισερχόμενοι» στο κέντρο έχουν υποχρεώσεις χωρίς δικαιώματα, τότε μιλάμε για μια αντιδραστική, συντηρητική, δεξιά διαδικασία. Με άλλα λόγια ο δημοκρατικός εκσυγχρονισμός συνδέεται με την αριστερά ενώ ο αυταρχικός με την αντιδραστική δεξιά.

Δημοσιεύτηκε στο "The book's Journal" (Ιούλιος 2014- τεύχος 45)

Η Γιάννα και το δικαίωμα στον λόγο

Υπάρχει ένα διήγημα του σερ Κόναν Ντόυλ, που όλη του η πλοκή στήνεται -και η λύση προκύπτει- γύρω από τον σκύλο που δεν γάβγισε. Φέτος, μέσα στο μεγάλο ελληνικό καλοκαίρι όπου τα πράγματα δεν λένε να ησυχάσουν, ένα μικρό μυστήριο συζητιέται γύρω από... μια συνέντευξη που δεν δημοσιεύτηκε.

Ο λόγος για τη συνέντευξη που ζήτησε «ΤΟ ΒΗΜΑ» από την Γιάννα Αγγελοπούλου, αφού πριν μια βδομάδα δημοσιεύθηκε μια εκτεταμένη αναφορά στο «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» βασισμένη σε κουβέντα που είχε η, επανελθούσα με ιδιότυπους τρόπους στη δημόσια συζήτηση, Γιάννα με δημοσιογράφους (για να μιλήσει σχετικά με την πρωτοβουλία της να επανακυκλοφορήσει ένα βιβλίο/συλλογικό τόμο -το «Ελληνικό Παράδοξο», το οποιο ασχολείται με το γιατί οι Έλληνες όταν βρεθούμε στο εξωτερικό διαπρέπουμε με κάθε τρόπο και σε κάθε τομέα, ενώ πίσω στην Ελλάδα βράζουμε στο ζουμί μας...). Η δημοσιογραφική κουβέντα πήγε σε διάφορα, ανόμοια θέματα απ' εκείνα που λέμε «της επικαιρότητας», από την Προεδρία της Δημοκρατίας όπου παίζεται η κολοκυθιά με το ποιος θα προταθεί -και όπου η Γιάννα διετύπωσε την άποψη ότι οι φήμες πως η ίδια θα προτεινόταν δεν ευσταθούν καθώς το πολιτικό σύστημα δεν αισθάνθηκε ποτέ ότι του ανήκει- μέχρι το τι το νέο εκφράζεται από τον ανερχόμενο ΣΥΡΙΖΑ ή το νεόκοπο ΠΟΤΑΜΙ -όπου είχε την ατάκα ότι όταν πολιτικοί χώροι συγκεντρώνουν αιφνίδια την ψήφο πολλών, δεν γίνεται, όλο και κάτι νέο θα εκφράζουν. Ύστερα, η δοκιμασία στην πράξη θα δείξει τι εκφράζουν...

Αυτά, καθώς η κουβέντα δεν ήταν off-the-record, αποτύπωσε στο «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» ο Γ. Μακρυγιάννης· ανάλογα μπορεί να εικάσει κανείς συζητήθηκαν και με «ΤΟ ΒΗΜΑ». Καθώς στον μικρό μας δημοσιογραφικό κόσμο όλα κυκλοφορούν με ταχύτητα αστραπής (άλλοτε, βέβαια, με ταχύτητα χελώνας) η μη-δημοσίευση της συνέντευξης έγινε αφ' εαυτής είδηση, άναψαν Κυριακάτικα τα sites και τα blogs, μέχρι και το κέντρο της εξουσίας ως φαίνεται ενδιεφέρθη, όχι τόσο για το περιεχόμενο όσο για τον λόγο της μη-δημοσίευσης. Ακόμη και συσκέψεις χρειάστηκαν για να προσδιοριστεί το «γιατί»: από το ότι η δεύτερη κουβέντα δεν είχε καινοτομικά στοιχεία σε σχέση με την πρώτη (πράγμα που, για όποιον μελετά με κάποια επιμέλεια τον σημερινό Τύπο, ακόμη και τη ναυαρχίδα της κατά δήλωσιν δημοκρατικής παράταξης, φέρνει χαμόγελο με την μικρή τραγωδία της επανάληψης και έλλειψης πρωτοτυπίας των καιρών) και έως την πολιτική ενόχληση, ακριβώς, από την αναζήτηση του «νέου» από μια φιγούρα σαν της Γιάννας.

Δημοσιεύτηκε στο Protagon στις 14/7/2014

Αν ζούσαμε στην Αμερική, θα είχαν ξαμολυθεί -αντιδεοντολογικά- να εξασφαλίσουν αντίγραφο της συνέντευξης-που-δεν-δημοσιεύθηκε, προκειμένου να αναλωθούν ύστερα σε αναλυσεις και αναζητήσεις, ακριβώς της ερμηνείας της μη δημοσίευσης. Ζούμε όμως στην γλυκιά Ελλάδα -και μάλιστα του προεκλογικού 2014- οπότε, χωρίς να έχουμε ζηλώσει τη δόξα του Σέρλοκ Χολμς, θα στοιχηματίζαμε ότι εκείνο που «χτύπησε» η Γιάννα (πάλι) είναι με την επιμονή του «μιλάω και θα μιλάω, γράφω και θα γράφω». Ακούγεται ωραία αλλά, τότε, ποια θα ήταν η ευχαρίστηση, ποιος εν τέλει ο ρόλος, των πυλωρών/των gatekeepers της δημοσιότητας; Για μιαν ακόμη φορά, ο καβγάς είναι για το ποιος έχει το δικαίωμα στον λόγο. Που είναι, εν τέλει, το κεντρικό ερώτημα της πολιτικής.

 

Γιάννης Μηλιός- «Ασκώ τα δικαιώματα μου» (4/7/2014) Θέμα: «Εναλλακτικοί τρόποι διαχείρισης του ελληνικού Δημοσίου Χρέους»

ΕΡΩΤΗΣΗ: Διάβασα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο σας στα «Νέα» που αφορούσε τους εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης του ελληνικού δημοσίου χρέους ως τμήμα της ευρωπαϊκής υπόθεσης χρέους και στο οποίο λέτε ότι υπάρχει ένας τρόπος-που μπορεί να μην συζητείται ανοιχτά- που είναι να αναλάβει η ΕΚΤ , να κάνει συμφωνίες ανταλλαγής (swaps), να ανοίξει έναν λογαριασμό με κάθε κράτος και συγκεκριμένα με την Ελλάδα και να γίνει η αποπληρωμή του χρέους μετά από 50-60 χρόνια χωρίς να καταπατείται καμία συνθήκη. Λέτε επίσης ότι αυτό δεν συζητείται διότι οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ε.Ε. θέλουν τη λιτότητα. Είναι περίπου έτσι τα πράγματα;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι περίπου έτσι αλλά θα ήθελα αν μου επιτρέπετε να πάμε λίγο πιο πίσω. Υπάρχει μία ιδιομορφία με την ΕΚΤ και την ευρωζώνη και αυτή έγκειται στο ότι η ΕΚΤ δεν λειτουργεί ως δανειστής τελευταίας καταφυγής. Δεν δανείζει απευθείας τα κράτη αλλά μόνο τις τράπεζες. Είτε αγοράζει ομόλογα, είτε ανταλλάσσει άλλους χρηματοπιστωτικούς τίτλους με κρατικά ομόλογα. Η Ιαπωνία για παράδειγμα έχει χρέος μεγαλύτερο από την Ελλάδα γύρω στα 200% χωρίς να δημιουργεί πρόβλημα κρίσης χρέους διότι οι δανειστές που μπορεί να είναι το πλατύ κοινό, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή οι ασφαλιστικές εταιρείες ξέρουν ότι δεν υπάρχει ζήτημα αναξιοπιστίας διότι εγγυάται η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας. Η απόφαση για την Ε.Ε. είναι πολιτική. Αν εφαρμόσουμε την ευρωπαϊκή λογική στην Ιαπωνία αυτό θα σήμαινε ότι θα απαγόρευαν στην Τράπεζα της Ιαπωνίας να δανείζει κατευθείαν το δημόσιο αλλά να το δανείζει μόνο έμμεσα, μέσω των εμπορικών τραπεζών. Όπως ακριβώς κάνει η ΕΚΤ μέσω των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Οι τράπεζες δανείζουν το δημόσιο έχοντας δανειστεί πρώτα από την ΕΚΤ. Η δική μου θέση είναι ότι αυτό είναι μία πολιτική απόφαση η οποία βάζει αυτόν τον μηχανισμό ως μέσο προώθησης και διατήρησης της λιτότητας διότι αφήνει στις κυβερνήσεις μόνο τη δυνατότητα να δανείζονται από τις αγορές και αυτές υπό αυτήν την απειλή λένε ότι η μόνη λύση είναι οι περικοπές ή η αναστολή χρεωστικών υποχρεώσεων (default). Επομένως το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι αυτό αποτελεί μία πολιτική απόφαση να έχει αυτή τη λειτουργία η ΕΚΤ και αυτή τη δομή η ευρωζώνη. Μία κατηγορία κριτικής η οποία προέρχεται κυρίως από τις Η.Π.Α., από ερευνητικά ινστιτούτα -καθόλα συστημικά- τα οποία προβληματίζονται με το θέμα της λιτότητας και πολλά από αυτά μάλιστα θεωρούν ότι η κρίση του 2008/2009 είχε ως βασική αιτία τη διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων όλη την προηγούμενη περίοδο. Το σκεπτικό είναι για να το θέσω λίγο λαϊκά ότι ο πλούσιος ικανοποιεί τις ανάγκες και ό,τι του περισσεύει το επενδύει σε χρηματοπιστωτικούς τίτλους ενώ ο φτωχός το καταναλώνει και επομένως πριμοδοτεί άμεσα την πραγματική οικονομία.
ΕΡ: Ποιος είναι ο μηχανισμός που εσείς προτείνετε; Με αλλαγή πολιτικής θεωρείτε ότι μπορούν να υπάρξουν οι ομολογίες επιτοκίου διηνεκούς διάρκειας (perpetual bonds);
ΑΠ: Βεβαίως. Υπάρχει μία λύση όπου ακόμα και αν δεν εκδίδονται ευρωομόλογα ή δεν δανείζει κατευθείαν το κράτος δεν θα δημιουργούσε προβλήματα στην Ε.Ε. Παραδείγματος χάριν η υπερχρέωση της Ιταλίας είναι αυτή τη στιγμή το μεγάλο πρόβλημα διότι από τα 9.3 τρις συνολικό χρέος της ευρωζώνης τα 2.1τρις είναι της Ιταλίας. Τα 320 δις της Ελλάδας είναι πάρα πολλά αλλά πολύ λίγα για την ευρωζώνη. Έτσι δεν θα απαιτούσε να επιβαρυνθούν οι γερμανοί φορολογούμενοι ούτε να πληγούν οι τράπεζες αλλά θα μπορούσε να λειτουργήσει η λύση της ανταλλαγής (swaps). Αυτή τη λύση πρώτη φορά διατύπωσαν πρόσφατα δύο πολύ σημαντικά ευρωπαϊκά ερευνητικά ινστιτούτα με τους αντίστοιχους επικεφαλής και σκέφτηκαν ότι θα μπορούσε το χρέος να «θαφτεί» μόνο με ένα μικρό κόστος για την ΕΚΤ. Το ανταλλάσσει μέσω μίας συμφωνίας ανταλλαγής, το αναλαμβάνει και προσφέρει μία διηνεκή ομολογία με έναν χρηματοπιστωτικό τίτλο με μηδενικό επιτόκιο.
ΕΡ: Και απεριορίστου λήξης γιατί αυτό είναι λίγο διαφορετικό. Στην εκπομπή είχαμε τον κ. Βαρουφάκη πριν από δύο εβδομάδες ο οποίος είπε ότι μπορεί να γίνει αποπληρωμή του χρέους με ρήτρα ανάπτυξης και επίσης με ομολογίες (bonds) οι οποίες θα είναι 25 χρόνων και συγκεκριμένης λήξης.
ΑΠ: Υπάρχουν πολλές παραλλαγές και τεχνικές αυτής της λύσης.
ΕΡ: Δεν θέλω να πάω στο πολιτικό κομμάτι το οποίο είναι πολύ σοβαρό, αλλά γιατί πιστεύετε ότι οι ευρωπαίοι θα έκαναν αυτή τη μεγάλη αλλαγή γραμμής; Γιατί φοβούνται ένα συστημικό αδιέξοδο, για να σώσουν μία μεγάλη χώρα (Ιταλία) ή για να σώσουν την ακραία περίπτωση της Ελλάδας; Τι ρόλο θα έπαιζε εάν η αριστερά θα είχε την εξουσία; Μήπως είναι και θέμα πολιτικού συσχετισμού και πόσο ρεαλιστικό είναι αυτό και πόσο μπορεί να είναι χρήσιμο σε μία ενδεχόμενη αλλαγή στην Ελλάδα τον επόμενο χρόνο;
ΑΠ: Καταρχήν εάν αυτό είναι μία λύση ανάγκης για να μην έχουμε αναστολή χρεωστικών υποχρεώσεων στην Ιταλία. Η διάλυση της ευρωζώνης είναι ένα ζήτημα αλλά πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ μακρινό. Έχει αποδειχθεί ότι και με τις ασκούμενες πολιτικές και με αυτά που κάνει ο Ντράγκι έχει ελεγχθεί αυτή η περίπτωση, επομένως δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Δεύτερον είναι πράγματι θέμα κυρίως πολιτικό, αλλαγής συσχετισμού δυνάμεων και γι' αυτό κατά την άποψη μου ενώ γράφεται και υποστηρίζεται από συστημικά ινστιτούτα δεν περνάει στον επίσημο δημόσιο διάλογο και δεν το αναλαμβάνουν οι κυβερνήσεις. Αυτό εμένα μου δείχνει ότι υπάρχει μία συμμαχία όλων των ευρωπαϊκών ελίτ, δεν είναι μόνο θέμα Γερμανίας αλλά είναι θέμα και Γαλλίας, Πορτογαλίας και Ελλάδας και ότι οι κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις θέλουν τη συνέχιση αυτής της πολιτικής της οποίας κύρια όψη είναι το άνοιγμα των κοινωνικών ανισοτήτων, η λιτότητα με την έννοια ότι η πλειοψηφία χάνει την ισχύ της.

Παλιά αντανακλαστικά σε (εντελώς) νέες συνθήκες

Με την δημόσια συζήτηση να πορεύεται προς την καρδιά του πελώριου Ελληνικού καλοκαιριού, το πολιτικό σύστημα πασχίζει να σεβασθεί (κατ' επιταγήν του - αποδεικνύεται - γενάρχη ολόκληρης της πολιτικής τάξης της Μεταπολίτευσης, του Ανδρέα Παπανδρέου) "τα μπάνια του λαού". Πλην όμως, να, η πραγματικότητα της οικονομίας δεν τους αφήνει ν' αγιάσουν!
Εμείς πάντως, προσπαθώντας να συμμορφωθούμε μ' αυτήν την λογική, δεσμευόμαστε να ... μην χρησιμοποιήσουμε νούμερα, αριθμούς, ποσοστικές ενδείξεις σ' αυτό το σημείωμα. Κι ας ξανασκύβουν πάνω στα στοιχεία των δημοσιονομικών και των εξωτερικών συναλλαγών (αλλά και των κεφαλαιακών αναγκών) της Ελλάδας του δεύτερου 6μήνου του 2014 απο τους Τροϊκανούς και τους μεταμελημένους του ΔΝΤ μέχρι τους ανθρώπους "της εποχής Χαρδούβελη" στο ΥΠΟΙΚ ή τους συμμετέχοντες του brainstorming του Economist που (μεσοκαλόκαιρα!) καλούν να αναζητήσουμε "το μεγάλο σημείο καμπής (big turning point) για την Ελλάδα στο μεγάλο νέο αναστοχασμό (big rethink) για την Ευρώπη".

Από την αυτοδικαίωση των δικαστικών
στην κατάληξη του ΕΜΠ και το σώου της ΔΕΗ
Λοιπόν: ζώντας κάτω από τον ήπιο εκτροχιασμό των δημοσιονομικών απαιτήσεων όπως προκύπτουν απο τις δικαστικές αποφάσεις οι οποίες - για να δικαιολογήσουν την άποψη του Μισθοδικείου περί "ευπρεπούς επιπέδου διαβίωσης", το οποίο αποτελεί δικαίωμα των δικαστών μας - επαναφέρουν στο 2012 τα εισοδήματα όλου του "σκληρού πυρήνα" του Δημοσίου, έχοντας να κάνουν και με την πολύ πιο ουσιαστική κατολίσθηση που υπόσχεται/απειλεί να ρθει το φθινόπωρο με το Ασφαλιστικό, η Κυβέρνηση Σαμαρά/Βενιζέλου χρειαζόταν έναν αντιπερισπασμό. Τον βρήκε - σχεδόν ιδεώδη! - με τις κινήσεις ανοίγματος μετώπων απο "αιχμηρές" συνδικαλιστές ομάδες, τις οποίες έκρινε πολιτικά επωφελές να στηρίξει ο ΣΥΡΙΖΑ. Όμως... να, οι πραγματικές συνθήκες έχουν αλλάξει, έχουν μετακινηθεί.
Τι θα πει αυτό; Με την γνώριμη λογική του meum est, της ιδιοκτησίας επί των θεσμών στους οποίους (υποτίθεται) εργάζονται, οι απειλούμενοι με διαθεσιμότητα διοικητικοί υπάλληλοι του ΕΜΠ σήκωσαν ψηλά το μπαϊράκι της κατάληψης του Ιδρύματος. Έχοντας, όπως ακριβώς οι δικαστικοί, την βαθιά πεποίθηση ότι είναι "διαφορετικοί" απο τον όχλο, απο το vulgum pecus ανέργων, απροστάτευτων εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα, ακόμη-ακόμη "άλλων" απειλούμενων του δημοσίου τομέα (σχολικοί φύλακες, καθαρίστριες, δημοτικοί αστυνομικοί: δηλαδή... λαουτζίκος!), οι άνθρωποι του ΕΜΠ κράτησαν ομήρους τους φοιτητές προκειμένου να επωφεληθούν της εσωτερικής αμφιθυμίας της Κυβέρνησης - Λοβέρδος έναντι Αρβανιτόπουλου, "προοδευτικό πρόσημο" ΠΑΣΟΚ έναντι ΝΔ - και να κερδίσουν ό,τι μπορούν. Πέτυχαν το στοιχείο εκείνο ειδικής μεταχείρισης που "δικαιούνται". πάντως ήθελαν/απαιτούσαν/χρειάζονταν ευθύτερη υποχώρηση των "απέναντι": πλην όμως, ευθύς ως ενεφανίσθη εισαγγελική έρευνα για τις πρακτικές καταλήψεις στο ΕΜΠ, έκαναν πίσω και οι ίδιοι και όσοι φοιτητές υλοποιούσαν την κατάληψη. "Το εξάμηνο δεν θα χαθεί".
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα η κατάσταση με την "μικρή ΔΕΗ", όπου με την θεωρία περί ηλεκτρισμού ως κοινωνικού αγαθού άνθισε η γνώριμη βαθιά αντικοινωνική πρακτική της απεργίας που οδηγεί σε διακοπές ρεύματος μέσα στο καλοκαίρι, την τουριστική σαιζόν, τα γνωστά και καθιερωμένα. Για να ανοίξει η πόρτα στην επιστράτευση/επίταξη: γνώριμο το αντανακλαστικό. Βέβαια έλλειψε η γραφική και μηντιακά πολύτιμη επιθετικότητα ενός Νίκου Φωτόπουλου (των ημερών ομηρίας Τάκη Αθανασόπουλου, όταν όλα ήταν πολύ πιο μελετημένα και σταδιακά), όμως και πάλι ξεθάφτηκαν τα τσεκούρια του πολέμου. Εδώ η στήριξη ΣΥΡΙΖΑ ήταν πιο άμεση, καθώς "έπαιξε" ο χειρισμός του δημοψηφίσματος υπέρ ή κατά της περαιτέρω ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ, με τον πρόσθετο χειρισμό ΚΚΕ για δημοψήφισμα υπέρ ή κατά του συνολικού πλαισίου της ενεργειακής οικονομίας να ανοίγει προοπτικές συμφωνημένης διαφωνίας στα πλαίσια διακυβέρνησης "για πρώτη φορά Αριστερά" - χειρισμοί που σε κάνουν να ρεμβάζεις - όμως και πάλιν η μαχητικότητα υπήρξε πολύ πολύ πιο χαμηλότονη απ' όσο θυμόμασταν. Χαρακτηριστικά, όταν κρίνονταν τα ασφαλιστικά μέτρα για την κήρυξη της απεργίας ως παρανόμου/καταχρηστικής (ως γνωστόν μια απεργία ελάχιστα ενδιαφέρει αν είναι νόμιμη ή παράνομη "υπό Ελληνικές συνθήκες": ενδιαφέρει αν θα είναι επιτυχημένη ή αποτυχημένη) οι ίδιοι οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι των εργαζόμενων βρέθηκαν να υποστηρίζουν ότι με τίποτε η απεργία δεν θα οδηγούσε σε περικοπές ηλεκτροδότησης! Ενώ άλλοι σχεδίαζαν υψηλότερο προσωπικό ασφαλείας μην και εκτονωθεί η ένταση....

Η νέα ψευδαίσθηση περι χρέους -
Γιάννης Στουρνάρας και Γιάννης Μηλιός
Ενώ έτσι τρέχει η άμεση επικαιρότητα θυλάκων της οικονομίας που οδηγεί την πολιτική αντιπαράθεση , η "μεγάλη λευκή ελπίδα" του φθινοπώρου - που είχε προδιαγαφεί ότι θα ήταν αν όχι η (στην λαϊκή φαντασία) επαναδιαπραγμάτευση του χρέους με τους Ευρωπαίους, με Γιάννη Στουρνάρα σε ρόλο λευκού ιππότη κοκ - πηγαίνει ταυτόχρονα πιο πίσω αλλά και πιο ψηλά. Τι σημαίνει πάλιν αυτό; Με τις αγορές να συνεχίζουν να βλέπουν θετικά την περίπτωση "Ελλάδα" - όθεν και η νέα έκδοση ομολόγων, που επιταχύνεται, με τους διάφορους μεγάλους του διεθνούς τραπεζικού κατεστημένου όλο και να κάνουν μια περατζάδα απο Αθήνα! - οι Ευρωπαίοι "εταίροι" τείνουν να εντάξουν την ιδιαίτερη Ελληνική συζήτηση σε μια σαφώς ευρύτερη Ευρωπαϊκή αναθεώρηση/νέα θεώρηση των πραγμάτων.
Αυτό βοηθάει την Ελλάδα; Ναι και όχι. Ναι, διότι η προσέγγιση του Ελληνικού προβλήματος, απο μόνο του, δεν θα πήγαινε τα πράγματα και πολύ μακριά. Είτε ο λευκός ιππότης ήταν ο Γ. Στουρνάρας, είτε όποιος τυχόν πρόωρες εκλογές θάφερναν στην πρώτη γραμμή απο πλευράς ΣΥΡΙΖΑ. (Πύκνωσαν πάντως πάλιν οι ενδείξεις ότι οι "εταίροι" αποθαρρύνουν το σχήμα Σαμαρά-Βενιζέλου να αυτοφυγαδευθεί όπως ο Κώστας Καραμανλής).
΄Οχι, διότι οι συνολικές συζητήσεις στην "Ευρώπη" - δηλαδή: η ωρίμανση των πραγμάτων στην Γερμανία... - πηγαίνουν προς στιγμήν προς άλλη κατεύθυνση. Πριν απο κάποιους μήνες, μια Ελληνίδα ερευνήτρια - δημοσιογράφος, η Μαριαννα Tόλια, είχε συγκεντρώσει σ' ένα μικρό βιβλίο ("Το ευρώ, ο Νότος και η Ελλάδα - Έρευνες και Προσεγγίσεις για την κρίση στον Ευρωπαϊκό Νότο και ο ρόλος του ευρώ") μια σειρά απο μελέτες - από το ίδιο το ΔΝΤ, απο την Banque de France, από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα... - που έδειχναν πώς το αδιέξοδo του Ευρωπαϊκού Νότου δεν προήλθε απο την αύξηση του εργατικού κόστους όπως έχει περάσει στην κοινή γνώμη του Βορρά η επικρατούσα γερμανική προπαγάνδα. Αντιθέτως, προέκυψε απο το κυριολεκτικό ξεπάτωμα του παραγωγικού μοντέλου του Ευρωπαϊκού Νότου με τον συνδυασμό (α) της έγκαιρης μείωσης του εργατικού κόστους στην ίδια την Γερμανία, (β) της στρεβλής αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης που έχει εγκαταστήσει τον μεν Βορρά σε χαμηλά πραγματικά επιτόκια, τον δε Νότο σε πολύ υψηλότερα και (γ) το πλέγμα εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων της "Ευρώπης" με την βαριά παραγωγική μηχανή καταναλωτικών αγαθών της Κίνας.
Ήδη, λοιπόν, μελέτη της Deutsche Bank έρχεται να "αξιοποιήσει" με τον δικό της τρόπο παρόμοιες τοποθετήσεις ερευνητών. Αξιοποιεί το επιχείρημα με τέτοιον τρόπο, ώστε να προκύπτει πώς ο νέος "κακός" μπορεί να μην είναι οι σπατάλες, αναποτελεσματικές, ακριβές στο εργατικό κόστος παραγωγής χώρες του Νότου, αλλά είναι ... η Κίνα. Έχει, βλέπετε, προηγηθεί κάτι που θορύβησε την Γερμανική πλευρά: η απο μέρους της (απερχόμενης) Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανακίνηση θέματος ευθύνης της ίδιας της Γερμανίας για τις μακροοικονομικές ισορροπίες στα πλαίσια της ΕΕ - πώς; Μέσα από τα παραγόμενα υπερβολικά εμπορικά πλεονάσματά της, που φθάνουν αισίως το 7,5% του ΑΕΠ της χώρας. "Φυσικά" η Γερμανία ουδέποτε θα το δεχθεί, αυτό...
Πολύ πιο πρόσφατα, ο Γιάννης Μηλιός ως υπεύθυνος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, εξηγούσε - πρώτα στα ΝΕΑ, ύστερα πολύ πιο διεξοδικά και θεμελιωμένα στην εκπομπή "Ασκώ τα δικαιώματά μου" στην ERTOPEN - πώς οι συζητήσεις για μείωση του χρέους της Ευρωπαϊκής περιφέρειας (και μπορεί τα 300+ δισ ευρώ "μας" να είναι για μας συνθλιπτικά, όμως τα 2+ τρισ της Ιταλίας είναι το αληθινό βουνό...) δεν αποτελούν για την ¨Ευρώπη" το πραγματικό ενδιαφέρον. Θα μπορούσε - όπως είχε εξηγηθεί και απο τον Νικολα Οικονομίδη προ εβδομάδων, τον ίδιο που κινδύνευσε να "τιμωρηθεί" γι αυτό με το να γίνει... υπουργός Οικονομικών αντί του Γκίκα Χαρδούβελη... - να υπάρξει μια ακραία μακροπροθεσμιοποίηση του χρέους, ένα "θάψιμο του χρέους" στην αγκαλιά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για 5 ή 6 δεκαετίες, χωρίς να θιγεί η θεσμική τιμή της Ευρωζώνης. Όμως, όπως πρόσφατα σημείωνε ευθέως η Έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα πριν λιγότερο απο δυο μήνες "μια μείωση του χρέους στην Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει την χώρα να χαλαρώσει τις μεταρρυθμίσεις. Το μεγάλο χρέος θεωρείται μοχλός πίεσης προς την κυβέρνηση, την αναγκάζει να δρα".
Δύσκολη υπόθεση να δρας με παλιά αντανακλαστικά.

Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 8/7/2014

"Ασκώ τα δικαιώματα μου"-Σταύρος Μαυρουδέας

Ακούστε την εκπομπή "Ασκώ τα δικαιώματα μου" (20/6/2014) με καλεσμένο τον Σταύρο Μαυρουδέα Καθ. Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονία.

ΑΣΚΩ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΟΥ ertopen 20-06-14 - ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΥΡΟΥΔΕΑΣ/ ΑΝΤΩΝΗΣ ΡΕΛΛΑΣ/ ΔΗΜ. ΧΑΛΑΖΩΝΙΤΗΣ by Paremvassi on Mixcloud

H ομιλία του Σταύρου Θεοδωράκη στο ιδρυτικό συνέδριο του Ποταμιού

"Τέτοια μέρα τον Φλεβάρη, μαζί με λίγους φίλους, αναρωτιόμουν «μπορεί να υπάρξει πολιτική χωρίς κομματικό παρελθόν»;
Μπορούμε να βγούμε μόνοι μας, χωρίς προστάτες και να ζητήσουμε από τον κόσμο, τους πολίτες, να ενωθούν μαζί μας και να τα αλλάξουμε όλα;
Αξίζει να διακόψουμε τα προσωπικά μας σχέδια;
Δεν είναι εύκολο, το ξέραμε. Αλλά δεν υπήρχε άλλος δρόμος για να αλλάξουμε ζωή.
Τέτοια μέρα λοιπόν τον Φλεβάρη είπαμε «Ξεκινάμε»!
Και σήμερα η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας έχει θετική γνώμη για το Κίνημα μας.
Το πρωταρχικό στοίχημα το έχουμε κερδίσει: ναι, είχε νόημα να κάνουμε το Ποτάμι,
ναι έχει νόημα που είμαστε σήμερα εδώ.
Έχουμε όμως τις λύσεις;
Ένα κίνημα 120 ημερών έχει τις λύσεις για μια χώρα που βρίσκεται σε τόσο μεγάλη κρίση;
Και γιατί δεν αρκεστήκαμε σε αυτό που υπήρχε;
Γιατί δεν μπήκαμε σε κάποιο από τα παλιά κόμματα;
Στο Ποτάμι είναι οι μόνοι καλοί; Οι μόνοι ικανοί;
Οι μόνοι που νοιάζονται για το καλό της χώρας;
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τα παλιά μας κόμματα.
Το παλιό μας κομματικό σύστημα.
Τα προπύργια του εθνικού μας λαϊκισμού.
Ένα σύστημα που προσπαθεί με ψέματα και μισές αλήθειες να κρατηθεί στην εξουσία.
Κόβουν σε φέτες την αλήθεια με τον τρόπο που βολεύει το καθένα και την παρουσιάζουν ως την μοναδική αλήθεια.
Πως ένα παιδάκι σχεδιάζει ένα μισοφέγγαρο και σου λέει αυτό είναι το φεγγάρι... Κάπως έτσι. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει αθωότητα.
Δεν είσαι αθώος στην πολιτική όταν υπόσχεσαι ιδανικές λύσεις.
Θυμηθείτε τι υποσχέσεις έδιναν οι περισσότεροι Πρωθυπουργοί και τι από όλα αυτά έκαναν.
Οι μάγοι που θα μεταμόρφωναν τα άδεια ταμεία, σε γεμάτα.
Αλλά και οι καινούργιοι εραστές της εξουσίας, αυτοί που έγιναν ισχυροί μέσα στην απελπισία της κρίσης, ακολουθούν την ίδια συνταγή.
Θα αυξήσουν δια νόμου τον κατώτατο μισθό.
Δια νόμου μπορείς να αυξήσεις ότι θες. Αλλά δεν μπορείς δια νόμου να γεννήσεις τα χρήματα που θα το πληρώσουν.
Χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται ήδη στα πρόθυρα του λουκέτου.
Αυτές θα δώσουν τις αυξήσεις;
Μήπως έτσι, αντί για αυξήσεις, θα έχουμε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη ανέργους;
Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη διαφορά μας από το παλιό σύστημα:
Δεν θέλουμε ένα νόμο για τις αυξήσεις , θέλουμε αυξήσεις.
Δεν θέλουμε ένα νόμο για την απασχόληση, θέλουμε απασχόληση.
Δηλαδή, δεν θέλουμε κενές περιεχομένου διακηρύξεις , θέλουμε ριζοσπαστικές, αποτελεσματικές πολιτικές.
Για να μιλήσουμε λοιπόν για λύσεις πρέπει να δούμε πρώτα τα αληθινά προβλήματα.
Ο μαθητής για να λύσει την άσκηση πρέπει πρώτα να καταλάβει την εκφώνηση.
Και στην περίπτωσή μας πρέπει να πάμε πολύ παλιά.
Τα προβλήματα που ακόμα και σήμερα μας κατατρέχουν γεννήθηκαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Και πριν καλά καλά σταθούμε στα πόδια μας, ήρθε η δολοφονία του Καποδίστρια, η πρώτη πράξη του δράματος.
Μετά από λίγες δεκαετίες ηττήθηκαν και οι τολμηρές πολιτικές του Χαρίλαου Τρικούπη και του Ελευθέριου Βενιζέλου.
Ο εκσυγχρονισμός της παραγωγής και της κοινωνίας εγκαταλείφθηκαν.
Η κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνικού κράτους έγινε ο τοπικισμός και το ρουσφέτι.
Προστατευμένη οικονομία και χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης.
Παραμερίσαμε τις αρχές και ενισχύσαμε το «αντί».
Τον αντί-βενιζελισμό διαδέχτηκε ο αντί-κομμουνισμός, ο οποίος μετά τον πόλεμο έγινε δόγμα: «αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι εχθρός μας».
Τα κόμματα, οι ελίτ, και κατά συνέπεια ο κόσμος αναπαρήγαγαν μία αρνητική ρητορική και όχι μια θετική προσέγγιση.
Βιώσαμε έναν εθνικό διχασμό, έναν καταστροφικό εμφύλιο,
η πολιτική ατζέντα όμως εξακολουθεί να είναι κατά βάση αρνητική – και επομένως οπισθοδρομική.
Έτσι φτάσαμε σήμερα στον «αντι-ευρωπαϊσμό».
Το Ποτάμι θέλει να αλλάξει αυτό το μοντέλο, αυτή την τρέλα – επιτρέψτε μου.
Οι προτάσεις μας θέλουμε να πηγάζουν από αρχές και αξίες και να είναι πρακτικές, θετικές, να συμβάλουν στον διάλογο και στο μπόλιασμα διαφορετικών – θετικών όπως είπα – προτάσεων.
Πως έχουν καταφέρει όμως να κυριαρχήσουν σε μια κοινωνία, να την διασπάνε για να μην βλέπει το κοινό καλό ;
Η λέξη είναι μια. Ρουσφέτι!
Το ρουσφέτι εξακολουθεί να είναι και σήμερα ο συνεκτικός ιστός – η κόλα – του οπισθοδρομικού, λαϊκίστικου συστήματος.
(το οποίο ομοιάζει επικίνδυνα με τον ποπουλισμό της Λατινικής Αμερικής).
Τα Ελληνικά κόμματα και οι ηγεσίες τους διαφωνούν για τα πάντα, υπάρχει όμως μία σιωπηρή συμφωνία στην διαιώνιση του τωρινού διεφθαρμένου, άδικου και αναποτελεσματικού στάτους κβο.
Ακόμα και οι τολμηροί και ρηξικέλευθοι στην αφετηρία τους πολιτικοί σχηματισμοί γίνονται σίγα σιγά συντηρητικοί.
Το ρουσφέτι συμφέρει πολύ λίγους, ξεγελάει όμως πάρα πολλούς που ελπίζουν ότι μπορεί να είναι οι επόμενοι τυχεροί που θα πάρουν τα λίγα ψίχουλα.
Τι σημασία έχει λοιπόν αν δηλώνεις «δεξιός» ή «αριστερός», αν τάζεις κοινωνία «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», όταν μέσα σου κυριαρχεί ο πολιτικός κοτζαμπάσης και όλους τους βλέπεις σαν ψηφοφόρους –πελάτες ή σαν ψηφοφόρους – εχθρούς;
Όταν η βάση της πολιτικής πράξης είναι το «δώσε την ψήφο σου, να σου κάνω το ρουσφέτι», είτε προσωπικό, είτε συντεχνιακό, πώς να φτιάξεις σωστή πολιτεία;
Επί δεκαετίες το πολιτικό σύστημα σπατάλησε δισεκατομμύρια φόρων, από τον ιδρώτα των πολιτών, δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων, και ατελείωτα δισεκατομμύρια δανείων για να παγιώνει το ρουσφέτι και το κομματικό κράτος, δηλαδή το κράτος-παρακράτος.
Πώς να πάει λοιπόν μπροστά ο τόπος;
Το Ποτάμι, φίλες και φίλοι, θέλει να αντικαταστήσει το παλαιοκομματικό σύστημα του ρουσφετιού με ένα σύστημα αξιοκρατίας.
Αν δεν επιβληθεί αξιοκρατία, η Ελλάδα δεν θα βγει ποτέ από την κρίση. Ακόμα και να ανακάμψει πρόσκαιρα η πορεία θα είναι καθοδική. Και αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος για τα χρόνια που έρχονται.
Μία αργή καθίζηση, μία στασιμότητα με μικρούς-μηδαμινούς ρυθμού ανάπτυξης, με μεγάλη ανεργία, με το ελληνικό ταλέντο να αποχωρεί για τα ξένα...
Μια κοινωνία που θα χάσει κάθε διάθεση για αλλαγή θα κλειστεί στον εαυτό της και θα απομονωθεί από το παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Και αυτή είναι η σκέψη που πρέπει να κάνουμε όλοι μας.
Το συμφέρον των πολλών πρέπει να μπει πάνω και από το συμφέρον της οικογένειας ή της πολιτικής φαμίλιας μας.
Ακούγεται δύσκολο αλλά αν οικοδομήσουμε σχέσεις εμπιστοσύνης θα τα καταφέρουμε.
Η Ελλάδα πρέπει να ζήσει τον Διαφωτισμό που δεν πρόλαβε.
Να φτιάξει την δική της Αναγέννηση.
Παιδεία, ανθρωπισμός, άνοιγμα στον κόσμο, εδραίωση κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων. Ορθολογισμός.
Πρέπει να συγκρουστούμε με το σάπιο καθεστώς των μετρίων, της αναξιοκρατίας, του φόβου, της κλειστής κοινωνίας.
Να δημιουργήσουμε ένα πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία, που θα σαρώσει όλους τους χώρους δημιουργίας.
Αλλιώτικα θα χαθούμε.
Θα είμαστε οι χρεοκοπημένοι που δεν μπορέσαμε να σηκώσουν κεφάλι.

Κάποιοι μιλούν αυτές τις μέρες για την Ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς.
Κάποιοι άλλοι μιλούν για την Ανασυγκρότηση της Κεντροδεξιάς.
Εμείς πάλι θέλουμε να μιλήσουμε για την Ανασυγκρότηση της Ελλάδας.
Γι αυτό και ιδρύσαμε Το Ποτάμι.
Για να αλλάξουμε την ξύλινη ατζέντα της δημόσιας σφαίρας.
Για να φέρουμε την Μεγάλη Αλλαγή, που δεκαετίες εξαγγέλλεται και ποτέ δεν έρχεται.
Για να διορθώσουμε την πορεία της πατρίδας.
Να ανασυγκροτήσουμε το παραγωγικού μας μοντέλο, την εργασία και την παιδεία, για την οποία όλοι μιλούν, αλλά όλοι ξεχνούν.
Και κυνηγούν μόνο το εφήμερο μικροπολιτικό κέρδος.
Για να αποδώσουμε Δικαιοσύνη!

Από την αρχή είπα ότι ο τσακωμός περί Δεξιάς και Αριστεράς, στην Ελλάδα της κρίσης, είναι και λίγο εκτός θέματος. Στο κάτω κάτω, η δημοκρατία στηρίζεται σε μία και μόνη ιδεολογία, τον ανθρωπισμό.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης πριν είκοσι χρόνια έλεγε πως «στις μέρες μας η διαμάχη μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς έχει χάσει το νόημα της – όχι επειδή δεν υπάρχει υλικό, για να τροφοδοτηθεί μια πολιτική διαμάχη, αλλά επειδή τόσο η Δεξιά όσο και η Αριστερά, λίγο έως πολύ, λένε τα ίδια πράγματα».
Κάτι ανάλογο είπε πρόσφατα και ο Ντανιέλ Κον Μπεντίτ ότι «η εμμονή στον διαχωρισμό Δεξιά – Αριστερά οφείλεται σε διανοητική τεμπελιά».
Δεν θέλουν να επεξεργαστούν λύσεις. Δεν θέλουν να πουν την αλήθεια. Και καταφεύγουν στα εικονίσματα και στον μεσσιανισμό.
Και όταν αυτά δεν πιάνουν επιστρατεύουν –τόσο οι μεν όσο και οι δε- συνθήματα του εμφυλίου.
Η αδυναμία τους να ετοιμάσουν λογικές προτάσεις και να μιλήσουν καλοπροαίρετα για το καλό της χώρας, κρύβεται πίσω από ένα επιθετικό λόγο, που δηλητηριάζει κάθε προσπάθεια αναζήτησης μίας κοινής συνισταμένης.

Φίλες και φίλοι,
στη χώρα έχει συσσωρευτεί πολλή δυστυχία, πολύ θυμός.
Και οι λαϊκίστικες κορώνες – που πρόσφατα μεταφέρθηκαν από τα παρα-μπλογ και τις εθνικιστικές μεταμεσονύκτιες εκπομπές ακόμα και στην κυβέρνηση- απομακρύνουν ολοένα και περισσότερο την πολιτεία από τον δρόμο του ορθολογισμού.
Και πρέπει να υπάρξει γρήγορα πράξη – δράση – αποτέλεσμα.
Αυτή η δυστυχία, και αυτός ο θυμός, στο μεγαλύτερο βαθμό του δικαιολογημένος δε θα εξαφανιστεί αν δεν πάψουν να πολλαπλασιάζονται τα θύματα των κρίσεων.
Το πρώτο μεγάλο θύμα: οι άνεργοι.
Οι άνεργοι που δούλευαν σε επιχειρήσεις που έβαλαν λουκέτα.
Οι άνεργοι που έκλεισαν τις μικρές, προσωπικές τους δουλειές, που είχαν φτιάξει με κόπο και μεράκι.
Οι άνεργοι νέοι, οι απόφοιτοι πανεπιστημίων και σχολών που δεν έχουν καμία ευκαιρία.
Το κράτος δεν κάνει το παραμικρό για να βοηθήσει τη δημιουργία, την επιχειρηματικότητα, την πρωτοβουλία, ενώ κάνει ότι μπορεί για να περισώσει τα προνόμια των πολιτών κυκλωμάτων.
Υπάρχουν πολιτικοί που είναι διατεθειμένοι να υπερασπιστούν ακόμη και επίορκους υπαλλήλους, ακόμη και καταχραστές του δημοσίου χρήματος , αρκεί να είναι οι δικοί τους άνθρωποι.
Και κάποιοι από αυτούς γίνονται και υπουργοί όπως μας έδειξε και ο τελευταίος ανασχηματισμός.
Έλεγα όμως για τα θύματα.
Είναι οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, που αναγκάζονται να κάνουν συνεχώς υποχωρήσεις για να κρατήσουν με το ζόρι τις δουλειές τους.
Είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι που πρέπει να παράγουν μέσα σε ένα καθεστώς αναξιοκρατίας. Αυτοί που βλέπουν ότι σπρώχνουν ακόμη και σήμερα όποιον έχει την εύνοια του πολιτικού ή της κλαδικής.
Είναι οι μικρομεσαίοι που πνίγονται από την υπερφορολόγηση που τους επιβάλουν για να σωθούν οι πελάτες του κομματικού συστήματος.
Είναι οι τίμιοι επιχειρηματίες που έχουν να ανταγωνιστούν συμφέροντα επιδοτούμενα από το κράτος, συμφέροντα με πολιτικούς προστάτες.
Είναι οι αγρότες που προσπαθούν να παράγουν στην πιο γόνιμη χώρα με την πιο άγονη πολιτική.
Γιατί όμως μετά από τόσα χρόνια στερήσεων, μειώσεων μισθών, υπερβολικών φόρων, χαρατσιών, απολύσεων, κλεισίματος επιχειρήσεων, η χώρα δεν έχει αλλάξει και η οικονομία δεν έχει αναστηθεί;
Μόλις την Τετάρτη ανακοινώθηκε ότι το έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου αυξάνεται και πάλι και οι εξαγωγές μας συρρικνώνονται. 20% σε σχέση με την περσινή χρονιά .
Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς οικονομολόγος για να καταλάβει ότι όσο η οικονομία μειώνεται και όσο το κράτος αρνείται να περιορίσει τις σπατάλες του, η μόνη η λύση θα είναι οι περισσότεροι φόροι στους ίδιους και τους ίδιους.
Και δεν είναι ανάγκη να είναι εργατολόγος για να καταλάβεις ότι όσο η ανεργία δεν μειώνεται, τα ασφαλιστικά ταμεία θα χρεοκοπούν.
Και όσο δεν δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και δεν υπάρχει αύξηση του εθνικού εισοδήματος, άρα και της κατανάλωσης, η κρίση θα είναι εδώ.

Τί εμποδίζει όμως το παλιό πολιτικό σύστημα να πάρει τις σωστές αποφάσεις έστω και τώρα που η χώρα έχει γονατίσει;
Είναι τα συμφέροντα. Tα μικρά και τα μεγάλα παράσιτα που έχουν κολλήσει πάνω στους αρμούς της ελληνικής κοινωνίας και δεν την αφήνουν να κινηθεί.
Τα παράσιτα βέβαια δεν ζουν μόνα τους. Χρειάζονται ένα σώμα να τα τρέφει.
Αυτό το σώμα στην Ελλάδα, ήταν και είναι, το κομματικό κράτος.
Ο υπάλληλος που τακτοποιεί με το αζημίωτο μια παρανομία, η επαγγελματική ομάδα που διαιωνίζει τα προνόμιά της και ο μεγαλοεπιχειρηματίας που εξασφαλίζει δουλειές από «πολιτικούς φίλους».
Ο κορμός πάντως είναι κοινός. Το κομματικό κράτος.
Και μετά είναι το σαράκι που διαπερνά οριζόντια το πολιτικό σύστημα της χώρας.
Ο λαϊκισμός.
Αυτός μας κρατά εκτός του πεδίου της πραγματικότητας.
Αυτός διευκολύνει τους πολιτικούς να είναι ευχάριστοι στο ακροατήριό τους αλλά βλαβεροί στο κοινωνικό σύνολο.
Και δυστυχώς όταν οι πολιτικοί ομνύουν στον λαϊκισμό, στο τέλος θεριεύει ο πιο ακραίος, ο πιο βίαιος, ο λαϊκισμός του φασισμού.

Ο κυβερνητικός λαϊκισμός θα σου πει, ότι για το χάλι της χώρας φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι και ο συνδικαλισμός.
Οι πολίτες που έπαιρναν δάνεια και τα έκαναν κατανάλωση. Οι ανάπηροι μαϊμού και οι κλεμμένες επιδοτήσεις.
Ξεχνούν βέβαια να πουν ότι αυτοί διόριζαν. αυτοί διαφήμιζαν τα δάνεια, αυτοί μπούκωναν τις συντεχνίες, αυτοί προστάτευαν τους κλειστούς κλάδους κρατώντας τις τιμές στα ύψη.
Αυτοί σπατάλησαν αντιπαραγωγικά τον πλούτο της χώρας και τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Και από την άλλη είναι ο αριστερός λαϊκισμός.
Γι αυτόν φταίνε οι μίζες των πολιτικών, η φοροδιαφυγή των πλουσίων και βέβαια οι τοκογλύφοι δανειστές.
Οι ξένοι που έχουν βάλει στόχο να αγοράσουν φτηνά την Ελλάδα.
Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια τα ίδια λένε και αρκετοί από τους νέους υπουργούς της κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου.
Ένα συνονθύλευμα λαϊκών δεξιών, παρωχημένων πολιτευτών που καταψηφίζουν τον προϋπολογισμό αλλά μετά τον εφαρμόζουν και πρώην υμνητών τις δικτατορίας.
Οι λαϊκιστές της αριστεράς όμως, για να επανέλθω, δεν είχαν ποτέ ενστάσεις για την εκτίναξη του χρέους.
Το χρέος ακόμα και όταν είναι βιώσιμο, είναι μία βίαιη αναδιανομή από τη νέα γενιά που καλείται να παράγει και να φορολογηθεί για να αποπληρώσει τα χρέη μιας προηγούμενης γενιάς.
Η Αριστερά – ή επιτρέψτε μου η δήθεν Αριστερά – ακόμη και στις εποχές της μεγαλύτερης ευμάρειας και σπατάλης μιλούσε για προϋπολογισμούς λιτότητας. Αλλά ποτέ για ελλειμματικούς προϋπολογισμούς.
Ποτέ δεν έδωσε μάχη για τα εκατοντάδες εκατομμύρια που στοιχίζει στον ελληνικό λαό το πολιτικό σύστημα.
Για τα δισεκατομμύρια που σπαταλούσαμε στην φαρμακευτική δαπάνη (όσα σχεδόν και η Ισπανία των 50 εκατομμυρίων κατοίκων).
Για τα δισεκατομμύρια των πολεμικών δαπανών. Για τα 2 δισεκατομμύρια ετήσιο έλλειμμα αγροτικών προϊόντων.
Για τις προσλήψεις χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα.
Για τα ψεύτικα κοινωνικά επιδόματα.
Το πάγωμα το 2001 της μεταρρύθμισης Γιαννίτση για τις συντάξεις, συσσώρευσε στο δημόσιο χρέος μας, περίπου 100 δις.
Σχεδόν δηλαδή το 1/3 του χρέους.
Αναρωτήθηκε ποτέ ο δεξιός, ο κεντροαριστερός και ο ... αριστερός λαϊκισμός, γιατί το 2009 το δημόσιο χρειάστηκε 24 δις παραπάνω από όσα εισέπραξε;
Και που θα βρούμε αυτά τα 24 δις όταν επαναπροσλάβουμε τους απολυμένους, αφαιρέσουμε τους πρόσθετους φόρους και επαναφέρουμε μισθούς και συντάξεις με ένα νόμο;
Είναι αλήθεια ότι οι κυβερνήσεις που εκλήθησαν να διαχειριστούν την κρίση δεν ήξεραν άλλο δρόμο από το να κόβουν μισθούς και συντάξεις και να βάζουν φόρους.
Ακόμα και οι αξιωματούχοι των Βρυξελλών είπαν «εμείς τους είπαμε να περιορίσουν το κράτος και να συλλάβουν τη φοροδιαφυγή και αυτοί έκοβαν μισθούς και έβαζαν φόρους».
Η γενιά των πολιτικών που οδήγησε τη χώρα στην πιο μεγάλη μεταπολεμική της κρίση δεν ξέρει άλλον τρόπο από την οριζόντια φορολόγηση και τις οριζόντιες περικοπές.
Και είναι πρόκληση στην κοινή λογική, να επιμένουν ότι θα είναι οι ίδιοι που θα μας βγάλουν από το αδιέξοδο.
Ακόμη και ορισμένες αποφάσεις εξορθολογισμού και νοικοκυρέματος που επιβλήθηκαν από το εξωτερικό και την κοινωνία χτυπήθηκαν από τους κομματικούς -κρατικούς μηχανισμούς.
Οι μεταρρυθμίσεις εγκαταλείφθηκαν μόλις ο επιτηρητής, μας γύρισε
την πλάτη.
Αυτά ξέρουν, αυτό κάνουν. Είναι εγκλωβισμένοι σε μια διαχειριστική λογική χωρίς γενναίες ιδέες, χωρίς τομές, χωρίς διάθεση για πραγματικές αλλαγές, με αποτέλεσμα να πληρώνουν την κρίση τα ίδια υποζύγια, οι μισθωτοί και οι πολίτες που επιμένουν να επενδύουν στην Ελλάδα.
Φόροι... φόροι, περικοπές μισθών και συντάξεων, εξάρθρωση και όχι ορθολογικοποίηση των εργασιακών δικαιωμάτων, ψαλίδισμα των εισοδημάτων, εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, ποινικοποίηση της κατοχής ακίνητης περιουσίας, επιλογές που μόνο αποτέλεσμα έχουν την ύφεση και την ανεργία.
Και από την άλλη έχουμε αυτούς που αμφισβητούν και δαιμονοποιούν την Ευρώπη.
Ναι η Ευρώπη δεν είχε όλες τις λύσεις για μας.
Ναι υπάρχει ανισότητα στους κόλπους της.
Η απόσταση που χωρίζει τον Βορρά από τον Νότο αυξάνεται αντί να μειώνεται.
Ναι έχει χάσει έδαφος ο φεντεραλισμός και η πολιτική ενοποίηση.
Η Ευρώπη όμως εξακολουθεί να είναι το πιο σίγουρο λιμάνι του κόσμου.
Δεν υπάρχουν ιδανικές επιλογές, δεν είναι ρόδινος ο κόσμος.
Μπορούμε όμως να παλέψουμε για μια πιο δίκαιη Ευρώπη.
Να κάνουμε συμμαχίες με τους Ιταλούς, τους Γάλλους, τους Ισπανούς και με όσους άλλους έχουμε κοινά συμφέροντα .
Άλλο όμως η συμμαχία του Νότου και άλλο το σύμπτωμα μειονεξίας του Νότου. Πρέπει να βρούμε κοινή γλώσσα με όλους τους Ευρωπαίους.
Υπάρχει τρόπος να επιβάλουμε και τα δικά μας πλάνα, φτάνει όμως να τα έχουμε πρώτα σχεδιάσει.
Εκεί όμως είναι η θέση μας. Να είμαστε υγιές κύτταρο μιας δίκαιης Ευρώπης. Ούτε ζητιάνοι, ούτε εκβιαστές.
Να αποκτήσουμε συναίσθηση των δυνατοτήτων μας.
Ότι δεν μπορούμε να αποφασίζουμε μονομερώς σαν αποσυνάγωγοι. Γιατί αν αρνηθούμε τις υποχρεώσεις σας θα κάνουμε τους κινδύνους μεγαλύτερους.

Κάποιοι φίλοι μας προτείνουν να αφήσουμε την οικονομία να λειτουργήσει ελεύθερα και τα πάντα θα ρυθμιστούν από την ανταγωνιστικότητα. Δεν ισχύει. Με την κρίση της Λήμαν Μπράδερς μάθαμε ότι και η πιο αναπτυγμένη αγορά δεν αυτορρυθμίζεται πριν καταστραφεί και μαζί της καταστρέψει εκατομμύρια πολιτών. Η Ευρώπη έχει ξοδέψει από το 2008 το 37% του ΑΕΠ της, για να διασώζει μεγάλα τραπεζικά σπίτια, η κατάρρευση των οποίων θα μας οδηγούσε πίσω στο 1930.
Πρέπει λοιπόν να πούμε όχι στη θεοποίηση της αγοράς και στην άποψη ότι οι άγραφοι νόμοι της ανταγωνιστικότητας και του κέρδους μπορούν να ρυθμίσουν τα πάντα.
Αυτός ο μύθος έχει καταρρεύσει, όπως αντίστοιχα έχει καταρρεύσει και αυτός της κρατικοδίαιτης οικονομίας.
Είναι γεγονός ότι τα κέρδη των επιχειρήσεων παγκοσμίως μεγαλώνουν πιο γρήγορα από την οικονομία και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την διόγκωση των ανισοτήτων.
Τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο μηχανισμούς που θα οδηγούν σε συνεχή αναδιανομή του πλούτου, που πάει να πει «δίκαιη κατανομή βαρών και υποχρεώσεων» όχι για να κοντύνουμε τις επιχειρήσεις αλλά για να μεγαλώνει η συνολική οικονομία γρηγορότερα από τον ιδιωτικό πλούτο.

Στην Ελλάδα πρέπει να εκμεταλλευτούμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα και να εγκαταλείψουμε αδιέξοδες επιλογές ανάπτυξης.
Να αναζητήσουν τρόπους οι μεγάλες εταιρίες, να συνεργαστούν με τις δικές μας, στον τόπο μας!
Να δημιουργήσουμε θερμοκοιτίδες καινοτομίας σε όλες τις Περιφέρειες.
Να πάρουμε τα καλύτερα σχέδια και τις καλύτερες ιδέες από άλλες χώρες που μας ξεπερνούν πολύ στην επιχειρηματικότητα. Να πάρουμε αλλά να μην μιμηθούμε.
Να φέρω ένα παράδειγμα.
Έχουμε από τα καθαρότερα νερά σε όλον τον κόσμο. Μεταφέραμε αμάσητη την επιχειρηματικότητα άλλων χωρών με κακή ποιότητα νερού και μέσα σε λίγες δεκαετίες αναπτύξαμε την κουλτούρα του εμφιαλωμένου. Κάνοντας παράλληλα πανάκριβες αφαλατώσεις για τα μπάνια των ξενοδοχείων. Ποτέ δεν ασχοληθήκαμε σοβαρά με τη διαχείριση των υδάτινων πόρων, με δημιουργία ταμιευτήρων νερού.
Το αποτέλεσμα είναι να χύνεται το καλό νερό στη θάλασσα, να πίνουμε όλοι νερό από το πλαστικό μπουκάλι και περιοχές με τρεχούμενο νερό να έχουν προβλήματα λειψυδρίας.
Σε μια χώρα που θα έπρεπε να πίνει νερό μόνο από τη βρύση και να χρησιμοποιεί το εμφιαλωμένο μόνο για εξαγωγή. Εκτός από τη μεγάλη οικονομική ζημιά σκεφτείτε την απίθανη επιβάρυνση στο περιβάλλον με τόνους πλαστικού.

Φίλες και φίλοι,
Είναι λίγοι οι παλιοί πολιτικοί που είπαν την αλήθεια ενώ την ήξεραν ή όφειλαν να την ξέρουν.
Όσοι δεν την ήξεραν δεν έπρεπε να βρίσκονται στην πολιτική λόγω ανεπάρκειας. Και όσοι την ήξεραν έχουν τις ευθύνες του συνεργού.
Και βέβαια υπήρχαν πολλοί που έβλεπαν το διπλανό τους πολιτικό να πλουτίζει και δεν μίλαγαν. Βοούσε ο κόσμος με τις συμβάσεις τους, τις μίζες τους, τις σπατάλες τους αλλά αυτοί συνέχιζαν.
Και πάντα υπήρχε ένα κοκαλάκι για τον λαό. Προσλήψεις και αντιπαραγωγικές επιδοτήσεις.
Και η Δικαιοσύνη; Ναι δεν αποδόθηκε Δικαιοσύνη. Η Βουλή κάλυπτε τα τέκνα της και τα κόμματα, τους συντρόφους τους και τους συναδέλφους τους.
Και είναι ντροπή για το πολιτικό σύστημα ότι οι περισσότερες δικογραφίες που έφτασαν στην Βουλή δεν επέστρεψαν ποτέ στην Δικαιοσύνη.
Ευθύνη λοιπόν για την σημερινή κατάσταση έχουν πολλοί.
Κι αυτοί που διαχειρίστηκαν την κεντρική εξουσία και τα κόμματα της αντιπολίτευσης και οι συνδικαλιστές και οι δήμαρχοι και οι δημοσιογράφοι.
Και η αστική τάξη της χώρας που έμαθε να σιτίζεται από τον κρατικό κορβανά.

Ο Τύπος, το ραδιόφωνο, η Τηλεόραση.
Επιτρέψτε μου γιατί το ερώτημα με αφορά και προσωπικά.
Φταίμε! Υπάρχουν πράγματι κάποιοι που αντιστάθηκαν. Που δεν έγιναν υπάλληλοι και διεκπεραιωτές . Που υπερασπίστηκαν αξίες.
Όμως υπήρχαν και αυτοί που απλώς χειροκροτούσαν .
Τα κόμματα δημιούργησαν ή ενίσχυσαν μέσω κρατικών κονδυλίων διάφορους Βαρόνους στην λογική «να έχουμε δικά μας Μέσα». Ακόμα και λούμπεν στοιχεία πήραν εκατομμύρια των εκατομμυρίων κρατικής διαφήμισης για να στηρίξουν υπουργούς και κόμματα.
Υπήρξαν δημοσιογράφοι που όχι μόνο δεν συγκρούστηκαν με τον μικρό και μεγάλο παρασιτισμό αλλά πολλές φορές λειτούργησαν ως εκφραστές του.
Οι αυλές των κομμάτων απέκτησαν πρόθυμους υποστηρικτές ενώ αρκετοί έστρωσαν το δρόμο για τους θηριώδεις εξοπλισμούς δημιουργώντας φοβικό κλίμα εθνικών κινδύνων κάθε φορά που οι εξοπλιστικές εταιρίες και οι πολιτικοί τους, το είχαν ανάγκη.
Το 2.000 θέλαμε επειγόντως 4 υποβρύχια γιατί ο εχθρός θα έμπαινε στον Πειραιά και το 2011 παραλάβαμε το ένα. Οι μίζες όμως πληρώθηκαν και για τα τέσσερα.
Έτσι χωρίς αντιστάσεις χωρίς σοβαρό αντίλογο από τα Μέσα, οικοδομήθηκε το κράτος πατερούλης που είχε πάντα λεφτά για τα δικά μας παιδιά και τα παιδιά των κομμάτων.
Όποιος είχε φίλους στα υπουργεία κέρδιζε.
Υπάλληλος και Επιχειρηματίας.
Έτσι φτάσαμε απόφοιτοι γυμνασίου να παίρνουν μισθούς διπλάσιους από διευθυντές του ΕΣΥ.
Μητέρες ανηλίκου με 15ετία να παίρνουν σύνταξη μεγαλύτερη από τον μισθό γυμνασιάρχη.
Και όλα αυτά να τα χρηματοδοτούν βέβαια οι φορολογούμενοι.
Οι σπουδές, οι ικανότητες, η παραγωγικότητα ισοπεδώνονται από πολιτικούς που δεν θέλουν να κάνουν καμία αξιολόγηση. Όλοι καλούνται να λειτουργήσουν με βάση τον ελάχιστο κοινό παρανομαστή.

Για εμάς όμως είναι άλλο ο άνεργος και άλλο ο βολεμένος που ξεβολεύτηκε.
Άλλος ο επιχειρηματίας που ρισκάρει και άλλος αυτός που ζει μοναχά από τις κρατικές προμήθειες.
Δεν λέμε ναι σε όλα τα αιτήματα. Και όποιος φωνάζει δεν έχει πάντα δίκιο.
Άλλο ο μισθωτός των 600 ευρώ που του τρώνε το σπίτι τα χαράτσια και οι φόροι και τα δάνεια κι άλλο ο φοροφυγάς που θέλει να συνεχιστεί η ασυλία του.
Άλλο ο δάσκαλος και άλλο ο συνταξιούχος ορισμένων ΔΕΚΟ με τις πενταπλάσιες απολαβές.
Άλλο ο ιδιωτικός υπάλληλος με τις δύο δουλειές για να τα βγάλει πέρα και άλλο τα γκόλντεν μπόις του συστήματος που έχασαν λίγα από τα προνόμια τους.
Και κάποιοι πολιτικοί πρέπει επιτέλους να πουν ότι δεν υπάρχουν λεφτά για όλες τις σπατάλες και όλα τα αιτήματα.
Αν τα λεφτά τα πάρει ο ένας δεν θα τα πάρει ο άλλος. Και αν τα πάρει και ο άλλος που δεν τα δικαιούται , κάποια στιγμή θα τα ζητήσουν από όλους μας.
Ασχολήθηκε ποτέ ο αριστερός λαϊκισμός με αυτές τις αδικίες του ανατολίτικου μας συστήματος; Όχι! Αντιθέτως φτάσαμε στο παράδοξο πολιτικοί της αριστεράς να υπερασπίζονται τους κομματικούς στρατούς όσων κυβέρνησαν τις τελευταίες δεκαετίες. Να γίνεται η αριστερά το προπύργιο στήριξης του πελατειακού κράτους.

Φίλες και φίλοι,
Πώς ξεκινήσαμε μετά τη δικτατορία για την Ευρώπη και επιστρέφουμε σήμερα στα Βαλκάνια, την ώρα μάλιστα που κάποιες βαλκανικές χώρες κάνουν μεγάλα βήματα μπροστά;
Πώς εμείς που θέλαμε να διεκδικούμε τις δάφνες των πρωτοπόρων στην ιστορία της Ευρώπης , βρισκόμαστε ξαφνικά να αγωνιζόμαστε να διατηρήσουμε μια θέση στην ευρωπαϊκή οικογένεια;
Πνιγμένοι σε αναξιοκρατία, ρουσφέτια, και σκάνδαλα.
Με ένα πανάκριβο, δυσλειτουργικό, αναξιοκρατικό δημόσιο.
Με σημαδεμένη τράπουλα στην επιχειρηματική δραστηριότητα.
Μα δεν υπήρξε κανείς καλός όλα αυτά τα χρόνια; Υπήρξαν. Κάποιοι τόλμησαν να πουν αλήθειες . Οι μεταρρυθμιστικές τους παρεμβάσεις όμως έμειναν ατελείς ή εγκαταλείφθηκαν.
Τέσσερα μόνο πρόσφατα παραδείγματα. Το πρώτο νομοσχέδιο της κυβέρνησης ήταν η αναίρεση της μεταρρύθμισης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που τα ίδια κόμματα είχαν ψηφίσει δύο χρόνια πριν.
Η μηχανογράφηση της Δικαιοσύνης, έργο απαραίτητο τόσο για την επιτάχυνση της απονομής όσο και τον έλεγχο, εγκαταλείπεται καθώς η έλλειψη διαφάνειας συντηρεί το τωρινό άθλιο σύστημα.
Ακόμα και στο θέμα της Ιθαγένειας κάναμε πίσω.
Η διαύγεια και η αξιοκρατία στις προσλήψεις εγκαταλείπονται και αυτές. Ανακαλύπτουμε ξανά τους «συγχωριανούς» και τους «συμφοιτητές» και τους μοιράζουμε θέσεις ευθύνης αδιαφορώντας για την επάρκειά τους.
Αρκεί η υπακοή τους.

Και τώρα τι κάνουμε λοιπόν;
Να πάψουμε κατ' αρχήν να μιλάμε με όρους παράδεισου και κόλασης.
Απ τα ποδοσφαιρικά μέχρι τα πολιτικά.
Και η κόλαση βέβαια είναι πάντα οι άλλοι.
Παλιά είχαμε έναν εμφύλιο. Τώρα έχουμε πολλούς μικρούς, καινούργιους, που ανακαλύπτουν τα κόμματα, της κυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης.
Και εδώ θα πρέπει να μάθουμε από το μεγάλο σχολείο της Ευρώπης.
Να δούμε ότι λαοί ολόκληροι που σφάζονταν επί αιώνες, είναι τώρα μαζί, σε κοινές προσπάθειες, με κοινά βιβλία. Σε μια ενότητα του διαφορετικού. Και εμείς δεν μπορούμε να τα βρούμε ακόμη μεταξύ μας.
Πρέπει μετά να ξαναδώσουμε νόημα στις λέξεις.
Να δούμε πέρα από τις ταμπέλες και τα συνθήματα. Γιατί αν δεν το κάνουμε αυτό, δε θα χτίσουμε ποτέ.
Δε θα συναντηθούν ποτέ τα λόγια με τις πράξεις.

Στην παλιά πολιτική, υπερεκπροσωπούνται αυτοί που έμαθαν τη ζωή από τα βιβλία ή στα κομματικά γραφεία.
Αν τους αφήσεις στην Ομόνοια , θα ζητήσουν χάρτη για να βγουν στο Σύνταγμα.
Η χώρα λοιπόν έχει ανάγκη από αυτούς που έχουν χτίσει στη ζωή τους, αυτούς που κουβαλούν την τρέλα της δημιουργίας.
Και δεν θα πάει μπροστά ο κόσμος αν συμβιβαστούμε με αυτό που έχουμε.
Αν κάθε μέρα, κάθε πρωί κάνουμε όλοι το ίδιο δρομολόγιο. Η πολιτική όπως και η ζωή χρειάζεται τους παράτολμους και τους οραματιστές.

Κοινωνική δικαιοσύνη και αξιοκρατία λοιπόν.
Νέο Δημόσιο – νέο παραγωγικό μοντέλο.
Αλλά με ποιούς συμμάχους;
Το Ποτάμι είναι ένα κίνημα με νέους ανθρώπους και πολίτες που έχουν δράσει και έχουν δημιουργήσει εκτός κομμάτων.
Οι νέοι ακούνε για αριστερά και δεξιά και γυρίζουν την πλάτη. Δεν τους ενδιαφέρει να προσδιορίζονται με βάση τις εμπειρίες των παππούδων τους.
Και για αυτό οι παλιοί πολιτικοί τους βρίζουν ως απολιτίκ.
Ναι υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στους «ήρωες» του παλιού συστήματος και τους νέους.
Οι μεν μαλώνουν για τα εικονίσματα, οι νέοι θέλουν να συζητούν για τις λύσεις.
Δεν βρίσκουν όμως συνομιλητές όπως δεν βρίσκουν και λύσεις. Προχωρούν σε ατομικές επιλογές.
Οι πιο ανήσυχοι, οι πιο τυχεροί και πολλές φορές τα καλύτερα μυαλά, φεύγουν.
Το αρνητικό ισοζύγιο μυαλών αρχίζει να μας απειλεί περισσότερο και από το αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο.
Η πολιτική κάστα όμως που κυβερνά δεν νοιάζεται. Και όποτε μπορεί και όπως μπορεί μετακυλύει τα βάρη στις επόμενες γενιές. Ο δανεισμός, το χρέος, οι μαύρες τρύπες του Ασφαλιστικού...
Αλήθεια όλα αυτά τι είναι; Είναι αριστερό ή δεξιό να δανείζεσαι συνεχώς από τα παιδιά σου;
Η χώρα όμως ανήκει στα παιδιά της. Δεν ανήκει στους μαθουσάλες της πολιτικής.
Στους γερασμένους λειτουργούς του κράτους, στο ακίνητο τοπίο που δεν θέλει να παραδεχθεί την ήττα του και αρνείται να παραδώσει τα ηνία στην πιο αξιόλογη ίσως γενιά Ελλήνων.
Μία από τις πιο μορφωμένες γενιές της Ευρώπης, που περιφέρεται στο εξωτερικό γιατί εδώ δεν υπάρχει ελπίδα.
Και προσέξτε δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων είναι και η αίσθηση ότι το παιγνίδι είναι σημαδεμένο.
Γι αυτό λοιπόν φτιάξαμε το Ποτάμι. Το κίνημα-Δούρειος ίππος για να μπουν νέοι άνθρωποι στο απόρθητο αραχνιασμένο κάστρο.
Να συναντηθούμε με πολιτικούς που έχουν τολμήσει να διαφοροποιηθούν.
Πρόσωπα με γνώση και ικανότητα, που είναι έτοιμα να δώσουν την μάχη πραγματικών μεταρρυθμίσεων χωρίς φοβίες και επαρχιωτισμούς.
Γιατί αυτό που σήμερα προέχει είναι μια ισχυρή πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία.
Στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στο δημόσιο, την αγορά, στην γη, στην τεχνολογία, στις τέχνες, πρέπει να δημιουργήσουμε ένα νέο πολιτισμό.
Η οικονομική κρίση που ξέσπασε πριν 4 χρόνια κυοφορείτο επί δεκαετίες στην πολιτική, την κοινωνία, την παιδεία, τον πολιτισμό.

Μόνο ένα πατριωτικό σχέδιο δράσης που θα εμπνεύσει την κοινωνία θα βγάλει τη χώρα από την κρίση.
Ένα σχέδιο που πρέπει να γίνει το νέο μας Κοινωνικό Συμβόλαιο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να συναντήσουμε το μέλλον. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να φανούμε χρήσιμοι για τα παιδιά μας, για τα αδέλφια μας.

Τέλειωσαν οι εποχές των διαπιστώσεων και της μεμψιμοιρίας και ήρθε η εποχή της δημιουργικής αισιοδοξίας.
Η εποχή του σχεδίου, του δυναμισμού, της εξωστρέφειας και της καινοτομίας.
Οι νέοι άνθρωποι που είναι εδώ σήμερα, όλοι αυτοί οι ανήσυχοι που έχουν βγει μπροστά, με κάνουν πολύ αισιόδοξο.
Αυτή η μικρή μεγάλη χώρα έχει πολύτιμες εφεδρείες που μπορούν να την οδηγήσουν ξανά στο φώς.
Η κατάρρευση του παλιού μεταπολιτευτικού συστήματος επιβάλει να είμαστε έτοιμοι για λύσεις διακυβέρνησης.
Με ποιους; Πότε; πως;
Με αυτούς που θα συμφωνήσουμε για τις μεγάλες αλλαγές.
Ας το ξέρουν όμως όλοι. Το Ποτάμι δεν χρωστάει πουθενά. Δεν έχει βαρίδια. Δεν έχει προστάτες. Δεν έχει συμφέροντα να εξυπηρετήσει.
Γι αυτό η κυβερνητική μας πρόταση όταν έρθει η ώρα θα εξυπηρετεί μόνο το δημόσιο συμφέρον.
Όμως το Ποτάμι δεν είναι με όλους, ούτε λιγουρεύεται καρέκλες. Αν κάποιοι θέλουν την βοήθεια μας θα πρέπει να ξέρουν ότι έχουμε και θέσεις και αξίες.
Θέλουμε ένα νέο εκλογικό σύστημα. Αναλογικότερο, με μικρότερες περιφέρειες για να μην έχουν μέλλον στη πολιτική μόνο όσοι έχουν χρήματα.
Τα προνόμια και οι παροχές στο πολιτικό σύστημα πρέπει να επανεξεταστούν από το μηδέν.
Όπως και τα προνόμια και οι παροχές σε εκδότες και καναλάρχες. Οι συχνότητες είναι εθνική περιουσία και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπίζονται.
Οι θέσεις των υπουργών και των αναπληρωτών τους να γίνουν οι μισές.
Σε κρίσιμους τομείς (Παιδεία- Υγεία –Ασφαλιστικό- Εξαγωγές) να επιλεγούν άνθρωποι οικουμενικής αποδοχής που δεν θα ανασχηματίζονται και δεν θα κάνουν τα χατίρια των κομματικών επιτελείων.
Η Ελλάδα από την Ευρώπη ζητάει δίκαιη μεταχείριση. Έχει υποχρεώσεις – το κράτος έχει συνέχεια – αλλά στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης θέτει και την ανάπτυξη και το χρέος.
Δίκαιη αντιμετώπιση σημαίνει να πάρει το «αναπτυξιακό μέρισμα» που δικαιούται ως ισότιμο μέλος της Ευρωζώνης και αυτό θα πρέπει να το διεκδικήσει με κάθε τρόπο.
Ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Κανείς στο δρόμο, κανείς χωρίς τροφή, εκπαίδευση και περίθαλψη.
Σταθερό και δίκαιο, αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα. Που να ενισχύει την πρωτοβουλία, την επιχειρηματικότητα και ταυτόχρονα να ανταμείβει τους έντιμους και συνεπείς φορολογούμενους με ισχυρά κίνητρα.
Να αποδοθεί δικαιοσύνη. Οι πρωταγωνιστές των σκανδάλων θα πρέπει να δικαστούν. Είναι πρώτη προτεραιότητα να τελειώνουμε με την ασυλία των ανθρώπων που καταχράστηκαν το δημόσιο χρήμα ή πλούτισαν με μίζες.
Αξιολόγηση και αξιοκρατία σε όλες τις δημόσιες θέσεις.
Να επιστρέψουμε στο επαναστατικό Σύνταγμα, της Επιδαύρου του 1822.
«Όλοι οι Έλληνες, εις όλα τα αξιώματα και τιμάς
έχουν το αυτό δικαίωμα.
Δοτήρ δε τούτων, μόνη η αξιότης εκάστου»
Ισχυρές και πραγματικά ανεξάρτητες Αρχές.
Αποκέντρωση έτσι ώστε να αποφασίζουν οι δήμοι και οι περιφέρειες από τους φόρους μέχρι τα σκουπίδια.
Μητροπολιτικοί Δήμοι για να οργανώσουμε τη ζωή μας με βάση την πραγματικότητα και όχι τα τοπικά φέουδα.
Οι Περιφέρειες δεν είναι για να δοξάζουν τα κόμματα και να ασκούν εξωτερική πολιτική. Τα σκουπίδια είναι πρώτη προτεραιότητα και να το πούμε.
Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια και τα παιδιά μας. Όχι στις δεκάδες ανεξέλεγκτες χωματερές που καταλήγουν τελικά στην θάλασσα.
Ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι ατέλειωτος αλλά η έκταση του εξαρτάται – και θέλω να είμαι ειλικρινής – από το εκλογικό αποτέλεσμα.
Άλλα πράγματα μπορεί να επιβάλει ένα Κίνημα του 7% και άλλα ένα Κίνημα του 14 ή του 21%.
Και ο λαός θα πρέπει να αποφασίσει.
Θέλει να αφήσει μόνα τους τα δύο κόμματα εξουσίας;
Θέλει να τους προσφέρει δεκανίκια ή θέλει κάποιος να τους συνεφέρει;
Το Ποτάμι είναι εδώ.
400 χιλιάδες πολίτες το ψήφισαν.
Πολύ λίγοι για να αλλάξει αυτή η χώρα
αλλά πάρα πολλοί για να ποτίσουμε το άνυδρο πολιτικό μας τοπίο.
Πάρα πολλοί για να μπούμε μπροστά.
Να ενωθούμε με τους σιωπηλούς παραπόταμους που υπάρχουν χρόνια σε αυτή τη κοινωνία και να δημιουργήσουμε το πλειοψηφικό ρεύμα που θα τα αλλάξει όλα".

Χαιρετισμός του δημάρχου Αθηναίων Γιώργου Καμίνη στο ιδρυτικό συνέδριο του Ποταμιού

"Ποθούμε ένα Ποτάμι αλλαγών. Δεν έχουμε χρόνο για να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη. Είτε με μνημόνια είτε με αντιμνημόνια. Έχω όμως ελπίδα και πίστη γι' αυτό είμαι εδώ. Έχετε τεράστια δύναμη. Έχετε αναλάβει μια μεγάλη υποχρέωση για τη χώρα".

Αυτά τόνισε μεταξύ άλλων ο Δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης μιλώντας στο
Ιδρυτικό Συνέδριο του Ποταμιού που γίνεται στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου.

Ολη η ομιλία του Δημάρχου Αθηναίων Γιώργου Καμίνη έχει εξής:

"Αγαπητοί σύνεδροι, φίλες και φίλοι,

Χαιρετίζω το συνέδριο σας. Χαιρετίζω σημαίνει χαίρομαι : που υπάρχετε και που προσπαθείτε για να ανοίξετε ένα δρόμο.
Ναι. Χρειαζόμαστε έναν καινούργιο δρόμο, με την ορμή, την καθαρότητα, την αέναη κίνηση του νερού. Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος στη χώρας μας που ποθεί και πασχίζει για ένα ποτάμι αλλαγών.

Ο τρόπος για να βγούμε από την κρίση είναι να αλλάξουμε. 'Ομως, τί Ελλάδα θέλουμε;

Ζήσαμε μετά το 1974 μια περίοδο, όπου η δημοκρατία θεμελιώθηκε και κατοχυρώθηκε αδιαμφισβήτητα. Σήμερα λ.χ. μας φαίνονται ακατανόητα τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Κι όμως υπήρξαν. Οταν εγώ ήμουν φοιτητής, δεν έβγαζες διαβατήριο και δεν έπιανες δουλειά, αν δεν είχες πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης.

Μας μοιάζει σήμερα αδιανόητο το ότι πριν από το 1981 μια χωρισμένη γυναίκα χρειαζόταν επίτροπο για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Αλλά έτσι ήταν.
Δεν θυμόμαστε πια πώς ήταν ο κόσμος χωρίς κινητά, ιντερνέτ και τρισδιάστατες οθόνες. Αλλά έτσι ήταν η ζωή μας, μόνον 20 χρόνια πριν. Δεν αναπολούμε, αλλά μετράμε το χρόνο και ζυγίζουμε τις αλλαγές που μεσολάβησαν. Δεν νοσταλγούμε, αλλά αναστοχαζόμαστε.

Οι πολιτειακοί θεσμοί της Δημοκρατίας κατοχυρώθηκαν. Όμως, τα θεμέλια της δημοκρατίας διαβρώθηκαν: από τη διαφθορά, την πελατειακή συναλλαγή, τη γραφειοκρατία του δημοσίου, την καρκινοβατούσα απονομή της δικαιοσύνης.

Δεν ήταν όμως κι εύκολο να αντιμετωπισθούν οι ιλιγγιώδεις αλλαγές μετά το 1989 και την πτώση του Τείχους. Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα και η τεχνολογική έκρηξη λες και ξεπάγωσαν τον κόσμο, που άρχισε να κινείται σαν τα σωματίδια, με ακανόνιστες τροχιές σε απρόβλεπτες πορείες.

Η Ελλάδα στην πραγματικότητα, παρά την ευφορία της ένταξης στον πυρήνα της Ευρώπης και το ευρώ, παρά το Ολυμπιακό πανηγύρι, δεν άντεξε αυτή την κοινωνική επιτάχυνση.

Έτσι χρεοκοπήσαμε.

Η χρεοκοπία είναι η λύση της συνέχειας, είναι από μόνη της η εκκίνηση ενός νέου κύκλου. Δεν είναι αλλαγή, είναι όμως αφετηρία για αλλαγή.

Θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ, με την ιδιότητα του δημάρχου, σε αλλαγές που σχετίζονται με τις δομές της διοίκησης και τα ζητήματα διακυβέρνησης.

Μπορεί οι δήμοι να μην κυβερνούν τον κόσμο, ωστόσο η παγκοσμιοποίηση συντελείται στο οικουμενικό δίκτυο των μεγαλουπόλεων. Οι γειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, του Άμστερνταμ και της Νέας Υόρκης έχουν περισσότερα κοινά βιώματα και προβλήματα να μοιραστούν απ΄ ό,τι έχει να μοιραστεί η πρωτεύουσά μας με τις μικρότερες πόλεις μέσα στην ίδια τη χώρα μας. Ειδικά στην ΕΕ, οι μεγάλες πόλεις έρχονται να καλύψουν το κενό που αφήνουν οι αναποτελεσματικές διακυβερνητικές μέθοδοι. Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΕ προτάσσει τις πόλεις στην πολιτική της για την κοινωνική συνοχή και ανάπτυξη.

Αυτό που επείγει σήμερα είναι μια μεγάλη, μια πραγματική μεταρρύθμιση στις σχέσεις του Κράτους με την τοπική αυτοδιοίκηση. Να αφήσουμε στην κεντρική διοίκηση την ευθύνη του συντονισμού, του θεσμικού ελέγχου και των νομοθετικών ρυθμίσεων. Στην αυτοδιοίκηση θα μεταφέρουμε αρμοδιότητες. Παράλληλα, θα τονώσουμε και τη δημοκρατική ευθύνη των τοπικών αρχόντων απέναντι στους εκλογείς τους. Η φορολογία στα ακίνητα πρέπει να απλουστευθεί και να παραχωρηθεί στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ο κάθε δήμος θα καθορίζει ο ίδιος το ύψος φορολογίας των κατοίκων του. Μόνον έτσι θα ενηλικιωθούν οι δήμοι, μόνον έτσι θα απογαλακτισθούν από την κεντρική εξουσία.

Η τεχνολογία όμως σήμερα μας βοηθά να καταργήσουμε την απέραντη, την αφόρητη τριβή του πολίτη με τις δημόσιες υπηρεσίες. Στην Αθήνα, δημιουργήσαμε τοπικά ΚΕΠ. Τα Σημεία Εξυπηρέτησης του Δημότη (ΣΕΔ) στα επτά δημοτικά διαμερίσματα της πόλης. Πραγματικές πύλες εισόδου, ηλεκτρονικές και μοναδικές στην εξυπηρέτηση του πολίτη, καταργώντας την πελατειακή συναλλαγή και το "γρηγορόσημο".

Να ρίξουμε όμως στο πυρ το εξώτερο και τον ασφυκτικό κομματικό εναγκαλισμό της τοπικής αυτοδιοίκησης. Είδαμε προεκλογικά ένα σωρό νομοθετικά τερτίπια, με τα οποία η κυβέρνηση γύρευε να νοθεύσει τους κανόνες του παιχνιδιού, προκειμένου να επικρατήσουν εκλογικά οι εκλεκτοί της. Τί κατάφεραν; Τίποτα. Δεν θα ήταν καλλίτερο για όλους όμως να αλλάξουν κάποιους εξώφθαλμους αναχρονισμούς του "Καλλικράτη"; Γιατί λ.χ. να απαγορεύει ο νόμος να γίνει αντιδήμαρχος ένας εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης;

Όμως η μεγαλύτερη ομολογία της χρεοκοπίας του πολιτικού συστήματος, ήταν η ίδια η διαχείριση της οικονομικής χρεοκοπίας. Με τα οριζόντια μέτρα του Προκρούστη, με έναν απροκάλυπτα οπισθοδρομικό αυταρχισμό, με τα εύκολα κλισέ άλλων εποχών, αυτό που κατόρθωσαν τελικά να επιτύχουν, ήταν η απαξίωση κάθε έννοιας μεταρρύθμισης, η επιβεβαίωση της ακινησίας. Κυρίως όμως η πανηγυρική επιβράβευση της μεγάλης αδικίας που κυριάρχησε καθ'όλη της διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Την αδικία που παρήγαγε ο κρατισμός και οι παρασιτικές συντεχνίες που ο ίδιος εξέθρεψε. Αυτές που με τη σειρά τους τον υπερασπίζονται πια λυσσαλέα. 'Οποιος σήμερα δεν ανήκει σε κάποια κρατικοδίαιτη συντεχνία, φαίνεται πως δεν έχει στον ήλιο μοίρα. Κατά τα λοιπά, ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Οι δικαστές φροντίζουν για τους μισθούς και τις συντάξεις τους, οι βουλευτές για τους λεγόμενους ένστολους που φέρνουν συντεταγμένα ψηφοφόρους, οι συνδικαλιστές για τα προνόμιά τους. 'Οποιος σε αυτή τη χώρα κατέχει μερίδιο δημόσιας εξουσίας, αντί να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, μεριμνά για το συνάφι του. Την ίδια στιγμή όμως ενάμιση εκατομμύριο άνεργοι του ιδιωτικού τομέα έχουν αφεθεί στην τύχη τους, έχουν αφεθεί στην τύχη τους, αφού βεβαίως οι συντεχνίες διαγούμισαν και ξεχαρβάλωσαν και το κράτος πρόνοιας που συντηρούσαν οι συνήθεις φορολογούμενοι μισθωτοί.

Εάν λοιπόν οι ηγεσίες της χώρας συνεχίσουν να πορεύονται, αυτιστικά και απρόσκοπτα, σε αυτόν τον δρόμο που μας χρεοκόπησε, όποιο χρώμα και αν έχει το σημαιάκι που θα μας κουνήσουν, η Ελλάδα όχι μόνο δεν θα ξεκολλήσει από το τέλμα όπου τη βύθισαν, αλλά θα μπει και σε νέες περιπέτειες.

Λέμε ότι οι πολίτες στρέφουν πια την πλάτη στα κόμματα. Αυτή όμως η απόρριψη δεν Αυτή όμως η απόρριψη δεν είναι είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Οι έλληνες δεν ψάχνουν μόνο νέα κόμματα. Πάνω από όλα γυρεύουν άλλους τρόπους να ζούν και να συνυπάρχουν. Ψάχνουν άλλο κράτος, νέους δημοκρατικούς θεσμούς, ένα καινούργιο νόημα συμμετοχής στα κοινά.

Φίλες και φίλοι, σας απευθύνομαι με την αγωνία του πολίτη που ανησυχεί για το αν θα προφτάσουμε. Για το πώς θα προχωρήσουμε, όχι μόνο στον Δήμο της Αθήνας, αλλά στην κεντρική διακυβέρνηση, στην αναγκαία κατανόηση και συνεννόηση. Έχω αγωνία γιατί πιστεύω πως ο χρόνος λιγοστεύει. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να επαναλαμβάνουμε αενάως τα ίδια λάθη. Είτε με μνημόνια είτε με αντιμνημόνια.

Έχω όμως ελπίδα και πίστη, γι' αυτό βρίσκομαι εδώ. Υπάρχει ένα μεγάλο δυναμικό στις πόλεις μας, δηλαδή στα πραγματικά εργαστήρια ζωής και πολιτισμού. Όλο και περισσότεροι πολίτες αλλάζουν τον εαυτό και τη ζωή τους. Δεν κάνουν θεαματικά πράγματα με την έννοια του να μεταμορφώσουν την πόλη. Όμως τετράγωνο με τετράγωνο, γειτονιά με γειτονιά, αναγνωρίζεις νέους δεσμούς. Αυτοί που δεν έχουν, δίνουν. Ανακαλύπτουν τρόπους ώστε η έλλειψη αγαθών να γίνει πλούτος σχέσεων, επινοούν κοινές δρασεις για να ομορφύνει ο χώρος τους, έξυπνες πρακτικές ώστε να χαίρονται πιο συχνά, να απασχολούνται δημιουργικά.
Αναπτύσσεται έτσι μια νέα κοινή συνείδηση, που είναι πιο λειτουργική και βιώσιμη, γιατί είναι ανταλλακτική και συνεργατική, δηλαδή δικτυακή.
Αυτούς τους δεσμούς θέλουμε, τους δεσμούς αυτούς θα τους κάνουμε θεσμούς. Στη δημοτική διακυβέρνηση χωρίς περιορισμούς. Αλλά και στις προσπάθειες και πρωτοβουλίες μας για νομοθετικές αλλαγές, για μια ριζική μετατροπή του τοπίου.

Φίλοι και φίλες. Θέλουμε επειγόντως, όχι μόνο ένα αλλά πολλά διαφορετικά ποτάμια. Το καθένα με τις πηγές του και τη διαδρομή του. Που δεν θα χάνονται όμως μοναχικά, αλλά θα συναντιούνται για να ανακατέψουν τα νερά των ιδεών τους και να πολλαπλασιάσουν την ορμή τους.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας"

 

Ημέρες και έργα των Ελλήνων του Λονδίνου

Στο βιβλίο του ο καθηγητής Ψυχιατρικής στο King's College, δρ Νίκανδρος Μπούρας, καταγράφει τη δράση της ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου από το 1974 έως το 2004, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πολυπολιτισμική πρωτεύουσα δεν εξακολουθεί να προσελκύει κατά χιλιάδες Ελληνες νεο-μετανάστες.

Στο βιβλίο του ο καθηγητής Ψυχιατρικής στο King's College, δρ Νίκανδρος Μπούρας, καταγράφει τη δράση της ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου από το 1974 έως το 2004, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πολυπολιτισμική πρωτεύουσα δεν εξακολουθεί να προσελκύει κατά χιλιάδες Ελληνες νεο-μετανάστες.

«Ηταν ένα φθινοπωρινό απόγευμα του 1982, όταν με κάλεσε εμπιστευτικά και εσπευσμένα στο σπίτι της η Ελένη Cubitt εκ μέρους του Σπύρου Μερκούρη, για να συζητήσουμε το αίτημα της επιστροφής των λεγόμενων Ελγίνειων Μαρμάρων στην Ελλάδα». Eτσι περιγράφει στην «Κ» την έναρξη της εν λόγω εθνικής διεκδίκησης ο 68χρονος καθηγητής Ψυχιατρικής στο King's College, δρ Νίκανδρος Μπούρας. «Η πρόταση που επικράτησε ήταν να συγκροτηθεί μια βρετανική επιτροπή προσωπικοτήτων, χωρίς ελληνική συμμετοχή, που θα αναλάμβανε την ενημέρωση της κοινής γνώμης. Αλησμόνητη έμεινε η φράση της Μελίνας στον τότε διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, Sir David Wilson: "Αν θες το όνομά σου να μείνει στην ιστορία, πρέπει αυτό να συνδεθεί με την επιστροφή των Μαρμάρων, αλλιώς μετά τη συνταξιοδότησή σου, θα σε ξεχάσουν όλοι". Oπως, τελικά, συνέβη».

Πριν από λίγες μέρες ο διακεκριμένος ψυχίατρος παρουσίασε τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου του «Ελληνες του Λονδίνου», όπου καταγράφει με ακρίβεια ιστοριοδίφη τα έργα και τις ημέρες της ακμάζουσας ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου από το 1974, εποχή κατά την οποία ως ειδικευμένος γιατρός μετανάστευσε, έως το 2004. «Στόχος μου δεν ήταν να γράψω ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, αλλά να παραδώσω στους νεότερους ένα ιστορικό ντοκουμέντο». Η προσπάθειά του έρχεται να καλύψει ένα υπαρκτό κενό, καθώς δεν έχει ακόμα σημειωθεί συγγραφική δραστηριότητα από την πρώτη γενιά Ελλήνων μεταναστών στην Ευρώπη – πέρα από κάποιες δειλές απόπειρες αυτοβιογραφικού χαρακτήρα στη Γερμανία.

Η πρώτη έκδοση

Πριν από ένα χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη έκδοση των «Ελλήνων στο Λονδίνο», σε έντυπη αλλά και ηλεκτρονική μορφή (e-book), με αποτέλεσμα ο συγγραφέας να έχει άμεση ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό. «Το e-book επιλέγουν πολλοί νέοι με εμπειρία από το Λονδίνο, που θέλουν να ανακαλύψουν το παρελθόν του». Αντίστοιχα μεγάλη ανταπόκριση εισπράττει και από «παραδοσιακούς» αναγνώστες, μεγαλύτερους μεν σε ηλικία, αλλά κατ' ουσίαν πρωταγωνιστές του βιβλίου. «Είναι εκείνοι που με οδήγησαν στη δεύτερη, επαυξημένη έκδοση, χάρη στις επιπλέον πληροφορίες που μου προσέφεραν».

Αλλωστε, ουκ ολίγοι Ελληνες έχουν «θητεύσει» στη βρετανική μητρόπολη. Κατά τη δικτατορία πολλοί διέφυγαν στη βρετανική πρωτεύουσα, εν συνεχεία πολλοί Κύπριοι την έκαναν δεύτερη πατρίδα τους μετά την εισβολή, αργότερα, τη δεκαετία του '80, χιλιάδες νέοι άδραξαν την ευκαιρία για σπουδές σε βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ σήμερα το πολυπολιτισμικό Λονδίνο εξακολουθεί να προσελκύει κατά χιλιάδες Ελληνες νεο- μετανάστες. Στο βιβλίο του δρος Μπούρα «παρελαύνουν» γνωστές προσωπικότητες, ενώ παρακολουθούμε την εξέλιξη «από την πόλη με τον αυστηρό βρετανικό χαρακτήρα στο πολυπολιτισμικό μωσαϊκό του 2000», όπως και την «επανάσταση» στον χώρο της ψυχιατρικής μέσω της αποασυλοποίησης.

«Σε αυτή την ατμόσφαιρα η κοινότητά μας δρούσε με μεγάλη σύμπνοια, μέσα από πλήθος επιστημονικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων προσδοκούσαμε και να διατηρούμε ζωντανό το ενδιαφέρον των ομογενών για την πατρίδα τους αλλά και να προβάλλουμε την Ελλάδα θετικά στη Μ. Βρετανία», σημειώνει ο δρ Μπούρας. Δεν έλειψαν, βέβαια, οι συγκυρίες, κατά τις οποίες αναγκάστηκαν οι Ελληνες του Λονδίνου να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. «Ξαφνικά, την Κυριακή το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου 1989, η μεγάλης κυκλοφορίας εβδομαδιαία εφημερίδα Observer δημοσίευσε ένα μεγάλο άρθρο στο πρωτοσέλιδο συνοδευόμενο από φωτογραφίες για τις άθλιες συνθήκες στο ψυχιατρείο της Λέρου. Κανείς απ' όσους παρακολουθούσαμε το θέμα δεν είχε ενημερωθεί για την επικείμενη δημοσίευση. Επειτα από λίγες μέρες, κλήθηκα στο μεγάλης ακροαματικότητας κύριο δελτίο ειδήσεων του Channel Four, στις 7 το βράδυ, για να εξηγήσω στο βρετανικό κοινό τα καθέκαστα», διηγείται ο καθηγητής.

Οι ομογενείς

Το νήμα μεταξύ Αθήνας και Λονδίνου γινόταν όλο και πιο δυνατό. Λάμψη από τους ομογενείς, που στο μεταξύ καταλάμβαναν θέσεις-κλειδιά, προσπαθούσαν να «κλέψουν» οι Ελληνες πολιτικοί. «Υπουργοί και βουλευτές ζητούσαν επιτακτικά να συναντηθούν μαζί μας χωρίς συγκεκριμένο αίτημα. Μας έδιναν την εντύπωση ότι κυρίως τους ενδιέφερε να καταγραφεί η παρουσία τους σε κάποια δεξίωση». Το φθινόπωρο του 1983 στο Λονδίνο μετέβη και ο Γεώργιος Γεννηματάς για να αποκτήσει προσωπική αντίληψη για το βρετανικό ΕΣΥ. «Ο Ελληνας υπουργός μονολογούσε όλο το βράδυ περιγράφοντας το βρετανικό ΕΣΥ, χωρίς καν να ενδιαφερθεί να ακούσει τη δική μου γνώμη», σχολιάζει ο δρ Μπούρας. «Ηταν πεπεισμένος ότι το υπό δημιουργία ελληνικό ΕΣΥ θα υπερτερούσε του βρετανικού».

Η γεωγραφική απόσταση αλλά και η επιστημοσύνη των μελών της διασποράς είχε ως τελικό αποτέλεσμα να ξεκινούν στο Λονδίνο ζυμώσεις για όλα τα ακανθώδη ζητήματα που στην Ελλάδα ακόμα δεν «αγγίζαμε». «Το πρώτο συνέδριο για τον εμφύλιο («Ελλάδα: Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος» 1978 στο LSE), για την ανάπτυξη («Ανάπτυξη ή Υπανάπτυξη: η περίπτωση της Ελλάδας» 1979, LSE) ή τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις («Ελλάδα: προοπτικές εκσυγχρονισμού» 1994, LSE) έλαβαν χώρα στο Λονδίνο και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία» υπογραμμίζει ο δρ Μπούρας. «Εδώ λέγονταν αλήθειες που κανείς δεν τολμούσε να ξεστομίσει στην Ελλάδα». Για του λόγου το αληθές, στο τελευταίο συνέδριο εν έτει 1994 οι ομιλητές διαπίστωναν ότι «ο κόμπος είχε φθάσει στο χτένι» και ότι η Ελλάδα είχε βυθιστεί σε «κατάσταση ανομίας, διαφθοράς και αδιαφάνειας».

Στο βιβλίο παρουσιάζονται πλήθος χαμένων ευκαιριών για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, τη στελέχωση των πανεπιστημίων με ακαδημαϊκούς από το εξωτερικό, τον εξευρωπαϊσμό των θεσμών κ.ά., που «ενορχηστρώνονταν» επί βρετανικού εδάφους αλλά δεν έπαιρναν τελικά σάρκα και οστά στη «μαμά πατρίδα». Ωστόσο, ο αναγνώστης δεν μένει (μονάχα) με μια γεύση πικρίας, καθώς ο συγγραφέας δεν εμφορείται από ηττοπάθεια, αντίθετα εξακολουθεί να πιστεύει στο ελληνικό «κεφάλαιο». «Οι δυο σημαντικότερες προσπάθειες για την αξιοποίηση των ομογενών, το Ιδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού και το Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού, υπήρξαν αντικειμενικά πολυέξοδες αποτυχίες. Υπερτερούμε, όμως, της Πορτογαλίας σε αριθμό επιστημόνων ανά κάτοικο, πλησιάζοντας την Ισπανία και την Ιρλανδία. Με την τεχνογνωσία που διαθέτουμε η μετάβασή μας σε μια κοινωνία της γνώσης είναι εφικτή...».

Δημοσιέυτηκε στην Καθημερινή στις 29/6/2014

Στην Ευρώπη Κέινς, στην Ελλάδα μεταρρύθμιση

Ν​​α μη μαθαίνεις από τα λάθη είναι πρόβλημα. Να τα επαναλαμβάνεις ακόμα χειρότερο. Να το κάνεις όταν έχουν ήδη στοιχίσει πολύ ακριβά, είναι ασυγχώρητο.

Ελπίζω ότι κάνω λάθος, αλλά η κυβέρνηση δείχνει να ετοιμάζεται για ένα γύρο χαλάρωσης. Ενδεχομένως να τον βαφτίσει κοινωνική στροφή. Πιθανόν να τον ντύσει και με τα χρώματα της εθνικής ομάδας. Μεταρρυθμιστική κόπωση; Εξοικονόμηση δυνάμεων ενόψει της μεγάλης διαπραγμάτευσης του φθινοπώρου; Ή η τυπική αγωνία κυβέρνησης που βλέπει στον ορίζοντα εκλογές; Ο,τι και να 'ναι, αν είναι, θα έχει κόστος.

Δεν είναι μόνο ο φαύλος κύκλος του μπρος-πίσω, που πληρώσαμε ακριβά με ελλείμματα, αναξιοπιστία, υπερχρέωση και κρίση. Είναι ότι είμαστε στη φάση που η κυβέρνηση θα έπρεπε να σκέφτεται στρατηγικά και να δρα γενναία – γιατί ο μπούσουλας των εξωτερικά επιβεβλημένων αλλαγών πλησιάζει στο τέλος του. Να σκέφτεται στρατηγικά, δηλαδή να σχεδιάζει πώς η διάθεση των περιορισμένων δημόσιων πόρων θα έχει τη μέγιστη πολλαπλασιαστική επίδραση σε ανάπτυξη και θέσεις εργασίας. Να δρα γενναία, δηλαδή να αρνείται στα στελέχη της τη δυνατότητα να σπαταλήσουν τους πολύτιμους πόρους σε σπασμένες δαπάνες και πελατειακές διευθετήσεις.

Κάποια στιγμή, πέρα από τις δραματικές απώλειες, θα γραφτεί και ο αφανής θετικός απολογισμός της τελευταίας τετραετίας. Το κράτος έμαθε πόσους απασχολεί και πόσα ξοδεύει, διεφθαρμένοι υπάλληλοι απολύθηκαν, η χώρα απέκτησε σύγχρονη φορολογική διοίκηση και βρέθηκε τόσο κοντά στο να αποκτήσει μια ανεξάρτητη Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων. Οι κρατικές υπηρεσίες διασυνδέθηκαν ηλεκτρονικά, δημιουργήθηκαν δομές ελέγχου προϋπολογισμών νοσοκομείων και ΟΤΑ, κλειστά επαγγέλματα άνοιξαν, πολυτελή περιουσιακά στοιχεία φορολογήθηκαν, άρθηκε το τραπεζικό απόρρητο, η κρατική περιουσία εξορθολογίστηκε. Η αξιολόγηση φορέων και προσωπικού θεσμοθετήθηκε στον δημόσιο τομέα, το ασφαλιστικό σύστημα μπήκε σε παρακολουθούμενη πορεία εξυγίανσης, κυνηγήθηκε η είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών. Αυτά και εκατοντάδες συναφή μέτρα περιλαμβάνονται στις δεσμεύσεις που ανέλαβαν οι κυβερνήσεις μετά το 2010 να υλοποιήσουν. Το θετικό είναι ότι αυτά έγιναν σε μόλις τέσσερα χρόνια και δημιουργούν προϋποθέσεις (αναγκαίες αλλά όχι επαρκείς) επιστροφής σε διατηρήσιμη ανάπτυξη. Το θλιβερό είναι ότι ελάχιστα θα είχαν γίνει χωρίς την εξωτερική πίεση. Το ανησυχητικό είναι ότι μένουν πολλά ακόμη να γίνουν, όταν η ευρωπαϊκή πίεση θα έχει ατονήσει.

Ομως, τα θύματα της κρίσης είναι επίσης παντού ορατά. Η μακροχρόνια ανεργία και η συρρίκνωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού έχουν κάψει ανθρώπινο κεφάλαιο και παραγωγικό δυναμικό. Την τελευταία πενταετία, το ποσοστό συνολικών επενδύσεων στην οικονομία έπεσε από 26% στο 13% του ΑΕΠ. Οι δημόσιες επενδύσεις θυσιάστηκαν για να εξαλειφθεί το έλλειμμα, σε μια περίοδο που και οι ιδιωτικές επενδύσεις κατέρρεαν.

Υστερα από μια τεράστια προσαρμογή, η χώρα θα έπρεπε να βρίσκεται σε θέση επενδυτικής επανεκκίνησης. Οι παραγωγικές δυνάμεις του τόπου θα έπρεπε να καταρτίζουν επενδυτικά σχέδια, κυβέρνηση και περιφέρειες να αναλύουν προτάσεις, κοιτώντας πώς θα μεγιστοποιήσουν την αναπτυξιακή επίδραση. Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, κοινωνικοί εταίροι και αρμόδιοι φορείς θα έπρεπε να εργάζονται για το εθνικό σχέδιο ανάπτυξης της χώρας. Τα γραφεία θα έπρεπε να βουίζουν από κίνηση, τα κόμματα να αντιπαρατίθενται στη βάση των δικών τους προτάσεων και στρατηγικών για την προσέλκυση επενδύσεων.

Είναι θετικό ότι ο πρωθυπουργός έχει πάρει το θέμα ζεστά. Και ο απελθείς υπουργός Κ. Χατζηδάκης έκανε πολλά για την άρση των κανονιστικών εμποδίων. Ομως το κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί σε ληθαργικούς ρυθμούς, η υλοποίηση ενός έργου ΕΣΠΑ απαιτεί 64 βήματα, επενδυτές με σχέδια που θα έφερναν κεφάλαια και θέσεις εργασίας περιμένουν μήνες και χρόνια για την πολυπόθητη νιοστή υπογραφή, παραπέμπονται από υπηρεσία σε υπηρεσία, και αυτό εάν έχουν την τύχη να μην μπλέξουν με ένα από τα βραδύτερα συστήματα απονομής δικαιοσύνης στην Ευρώπη. Στο τέλος, αποθαρρυμένοι συνήθως τα μαζεύουν και τραβάνε για πιο φιλόξενα κλίματα. Γραφειοκρατία, υπηρεσίες, εφορίες, πολεοδομίες, τελωνεία, πολυνομία, συναρμοδιότητες, δικαστήρια, εμποδίζουν την οικονομία να σταθεί στα πόδια της.

Να το πω, λοιπόν, κωδικοποιημένα. Στη στασιμότητα και την ύφεση, η κυβέρνηση έχει συμφέρον σε μια κεντροαριστερή-κεϊνσιανή στροφή στην Ευρώπη, ενώνοντας τη φωνή της με τους σοσιαλδημοκράτες και τον Νότο, που ζητούν μακροοικονομική τόνωση και μια μεγάλη επενδυτική ώθηση στην Ε.Ε. Πρέπει ταυτόχρονα να παραμείνει μεταρρυθμιστική στο κράτος και φιλελεύθερη στην επιχειρηματικότητα, για να είναι σε θέση να μεγιστοποιήσει τις επενδυτικές ευκαιρίες που ανοίγει η διεθνής προσφορά κεφαλαίων για τη χώρα. Μόνο ο παράγοντας ανάπτυξη θα μπορεί να απλώσει αποτελεσματικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας και ευκαιριών προς όσους μένουν πίσω. Και όχι μοιράζοντας ξανά αυξήσεις σε επιλεγμένες ομάδες, που απολαμβάνουν ούτως ή άλλως εργασιακή ασφάλεια.

Η κυβέρνηση πλαγιοκοπείται από τους λαϊκιστές «εκτός», που έχουν πειστεί ότι η σωτηρία της χώρας ξεκινά με την αποπομπή της τρόικας και τη διαγραφή του χρέους. Και από τους λαϊκιστές «εντός», που τίποτα δεν έμαθαν και τίποτα δεν ξέχασαν από τα παλιά κόλπα. Οι πρώτοι βαφτίζουν «αριστερό» τον «αναξιόπιστο». Οι δεύτεροι «κοινωνικό» τον «πελατειακό». Η έκβαση της αναμέτρησης αναμένεται με αγωνία.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 29/6/2014