Saturday, 13 July 2024

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Θα κάνουμε αυτές τις κάλπες, νάρκες;

Κ αι ξαφνικά - δηλαδή τίποτε δεν συμβαίνει "ξαφνικά" : απλώς είχε ξεφύγει η ματιά και γι αυτό τα γεγονότα δύσκολα χωνεύονται... - ήρθε ένας ορυμαγδός απο γεγονότα και από καταγραφές , που κάνουν αγνώριστο το βασικό σκηνικό.
Μετρήστε: σε λιγότερο απο μια βδομάδα, κι ενώ τρέχει η πολλαπλή εκλογική διαδικασία της 18ης/25ης Μαΐου, μαθαίνουμε όχι πια απο διαρροές όπως μέχρι τώρα, αλλά από καταθέσεις κεντρικών συντελεστών ποια υπήρξε η αλήθεια με την στάση της "Ευρώπης" και του διεθνούς συστήματος απέναντι στην Ελλάδα και το Grexit το 2011-12. Δηλαδή έχουμε τον Tim Geithner να καταθέτει εκείνο που γνωρίζουμε, που είχε διαρρεύσει και αναλυθεί αλλά απαγορευόταν να λέγεται: ότι η "Ευρώπη"/κακιά μητριά είχε την Ελλάδα όχι για πειραματόζωο διάσωσης - στα πλαίσια της "Ευρωπαϊκής αλληλεγγύης" - αλλά για πειραματόζωο παραδειγματικής εξόντωσης με το Plan Z. (Ναι, η Ελλάδα θα ενεργοποιούσε μόνη της τον εκρηκτικό μηχανισμό πατώντας την νάρκη, πείτε την δημοψήφισμα, πείτε την επαναδιαπραγμάτευση του Προγράμματος. Όμως και οι "εταίροι" της θα αρνούνταν, συνειδητά, κάθε συζήτηση/κάθε στήριξη, μελετώντας πώς διαλύεται εκείνος που πατάει νάρκη). Έχουμε το πυκνό αφήγημα των Financial Times, σε τρεις συνέχεις, που επανακαταθέτει και συνδέει όλα εκείνα που γνωρίζαμε γι τις Κάννες και όσα παίχτηκαν εκεί. (Ξανα)έχουμε τον Dominique Strauss-Kahn στην France 2 να θυμίζει πώς ξεκίνησε η πορεία της Ελλάδας του ΓΑΠ, πορεία προς το ΔΝΤ και μια Ευρωπαϊκή διάσωση/εγκλεισμό - "επιβάλαμε ένα ανυπόφορο Πρόγραμμα στην Ελλάδα" -, αλλά και να ξαναβλέπει τις σχέσεις των πρωταγωνιστών και το στήσιμο της πολιτικής της "Ευρώπης".
Κι απο δίπλα, έχουμε το πρωτεϊκό φαινόμενο του Βαγγέλη Βενιζέλου: κακώς τον νομίσαμε να γίνεται παθητικά Ιωάννης Ζίγδης (κάνοντας το πάλαι ποτέ διαλάμψαν ΠΑΣΟΚ κάτι σαν την φθαρμένη Ενωση Κέντρου/ΕΔΗΚ), καθώς παίζει έναν σαφώς πιο ενεργητικό και αποδιαρθρωτικό ρόλο καταστροφής εκ των έσω του παλιού σκηνικού. Αν μια φορά ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρούσε να προσδώσει δημοψηφισματικό περιεχόμενο στις πολλαπλές αυτές κάλπες, ο Β.Β. αυτό το πήρε και το πήγε παραπέρα. Δεν είναι μόνο η μελοδραματική επένδυση των αυριανών/μεθαυριανών γεγονότων με το ότι "θα πάει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας" άμα η κάλπη δεν τον δικαιώσει. (Δηλαδή θα ρίξει αυτήν την Κυβέρνηση, ζητώντας/επιβάλλοντας να γίνουν πάλι οι διερευνητικές εντολές σχηματισμού άλλης Κυβέρνησης απ' αυτήν την Βουλή. Και, αν δεν του/μας βγει, νέες εκλογές υπό συνθήκες απόλυτου αναβρασμού). Είναι και ο συνδυασμός αυτής της κίνησης με την υπόμνηση του πώς ξηλώθηκε η Κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου - εν πτήσει, μετά από τις εκρήξεις του νευρασθενικού Νικολά Σαρκοζί και το παρασκήνιο του ανύπαρκτου πλην χρησιμότατου, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρρόζο - και επιχειρήθηκε να στηθεί άνωθεν/έξωθεν το σχήμα ΠΑΣΟΚ/ΝΔ/ΛΑΟΣ, με τον Β.Β. να διεκδικεί δι εαυτόν ρόλο μεν, όχι όμως και ευθύνη. (Και με τον, λησμονημένο πια, Γιώργο Καρατζαφέρη να προσθέτει την δική του μαρτυρία για το πώς εκείνη η απόπειρα πήγε να εξοκείλει σε φαρσοκωμωδία τύπου Απόστολου Κακλαμάνη ή Φίλιππου Πετσάλνικου, προτού καταλήξει στο σχήμα Λουκά Παπαδήμου).

Ανέμελη πορεία στο ναρκοπέδιο
υπό το άγρυπνο βλέμμα των αγορών
Καθώς λοιπόν μ' αυτό το φόντο ζωντανού παρελθόντος η πολιτική μας τάξη οδηγεί τα βήματά μας, ανέμελα, στο σημερινό ναρκοπέδιο - προσέξτε την, σημειώστε την, αξιολογήστε την βουβαμάρα του "κεντρικού" Τύπου και των αντίστοιχων τηλεπαραθύρων: σαν να ξέρουν ότι οι δημοσκοπήσεις τους είναι αναντίστοιχες με ένα πιο βουβό ρεύμα, αλλά κυρίως σαν να φοβούνται με μιλήσουν γι αυτό - η πορεία γίνεται κάτω απο το άγρυπνο βλέμμα τίνος; Μα... των αγορών! Άρχισαν πάλι τα spreads του Ελληνικού χαρτιού να "τσιμπάνε" ανοδικά, πλησιάζοντας τις 550 bps/μονάδες βάσης, δηλαδή φθάνοντας απόδοση κοντά στο 7%. Στην ρίζα του προβλήματος μας είπαν πως βρισκόταν μια ακόμη εξυπνάδα/εγκύκλιος του υπουργείου Οικονομικών για την φορολόγηση των κερδών των ξένων που είχαν αγοράσει (πάλι...) Ελληνικά ομόλογα, εξυπνάδα που "απέδωσε" κύμα πωλήσεων, με αποτέλεσμα να φορτώσει 50 bps το Ελληνικό χαρτί μέσα σε μια μέρα. Όμως λίγο πιο πίσω βρίσκεται μια νέα διστακτικότητα απέναντι στην Ελληνική υπόθεση - και τούτο σε φόντο ενός γενικότερου sell-off των χαρτιών της περιφέρειας.
Πέρα από αυτό, το καλό μας το Χρηματιστήριο που άρχιζε να (ξανα)τρέχει και να φέρνει στον νου παλιές θύμησες, ταράχθηκε: μετά το πανηγύρι ανοιχτών πωλήσεων που πίεσε τις φρέσκιες μετοχές της ΑΜΚ της Eurobank, έκανε βουτιά και η μετοχή της Εθνικής μέχρι και κάτω από την τιμή στην οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, πάλι πριν αρχίσει η διαπραγμάτευση. Ακόμη και η τεχνική κίνηση της εξόδου μιας συμπαθητικής έως τώρα μετοχής - των Ελληνικών Πετρελαίων - απο τον MSCI, κόντεψε να την φέρει 9% κάτω μέσα σε μια συνεδρίαση. Συνολικά, πάντως, όταν σε μια μέρα το Χρηματιστήριο χάνει κάπου 4,5%, σου δίνεται η αίσθηση ότι "κάτι" τρίζει.
Προσθέστε σ' αυτό και την ελάχιστα καλυμμένη είδηση ότι η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΣΦΑ με πώληση προς την Αζέρικη Socar (την θυμόμαστε, την μοναχική εκείνη επιτυχία του ΤΑΙΠΕΔ "μας";) πάλι κόλλησε σε επίπεδο έγκρισής της "απο Βρυξέλλες", δηλαδή ακριβώς εκεί όπου είχε εκτροχιασθεί η πώληση της ΔΕΠΑ προς την Ρωσική Gazprom. Πάμε, ως φαίνεται, κάπου 6 ακόμη μήνες αργότερα. Το ζήτημα, εδώ, δεν είναι ότι θα λείψουν κάποια 400 εκατ. ευρώ απο τον λογαριασμό του όποιου διαδεχθεί τον Γιάννη Στουρνάρα - το ζήτημα είναι το τι θα απομείνει τελικά όρθιο απο τις άλλες διαγωνιστικές διαδικασίες του ΤΑΙΠΕΔ : ανοίξτε τα μάτια και τα αυτιά σας π.χ. για τα τελευταία στάδια της διαγωνιστικής διαδικασίας για το Ελληνικό - ελπίζουμε όχι και για τον Αστέρα...
Βέβαια, σ' αυτά τα δυσοίωνα σημάδια των αγορών, θα αντιπαρατηρηθεί - εύλογα - η αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης των συστημικών τραπεζών απο τις rating agencies, τις οποίες είχαμε μάθει να μισούμε, τώρα πάλι λατρεύαμε. Επίσης θα σημειωθεί ότι, ταυτόχρονα, οι αποδόσεις των εκδόσεων των εντόκων μένουν χαμηλά, ή και πέφτουν. Όμως η αίσθηση που υπήρχε ότι το βραχυπρόθεσμο Ελληνικό χαρτί θα τραβιόταν πλέον προεχόντως από ξένα σπίτια (απελευθερώνοντας έτσι πολύτιμη ρευστότητα στα χέρια των Ελληνικών τραπεζών, που έως τώρα λειτουργούσαν ως μονοψωνητές των εντόκων) σαν να υποχωρεί!
Οι ψυχραιμότεροι, ασφαλώς θα σημείωναν επιπρόσθετα πως όλα αυτά είναι φαινόμενα επιδερμικά. Ούτε το Χρηματιστήριο ασκεί κάποια ουσιαστικότερη έλξη (ή άπωση) στα μεγέθη της πραγματικής οικονομίας, πια, ούτε τα spreads των ομολόγων - γιατί... ποια και πόσα Ελληνικά ομόλογα "υπάρχουν" στην αγορά; - ασκούν κάποια άμεση επίδραση στην χρηματοπιστωτική ισορροπία. Δεν παύει όμως να μένει ενεργό το ότι η τωρινή πορεία μας, η τόσο πολιτική, γίνεται μπροστά στα μάτια των αγορών. Που τόσο, μα τόσο υπερήφανοι ήμασταν που ξαναγυρίσαμε σ' αυτές...

Θα μπορέσει κάποτε/κάπως
η Ελλάδα να μιλήσει σοβαρά στους "έξω";
Όπως κι αν έχει το πράγμα, το γεγονός και μόνο ότι τόσο πολλά (και τόσο στοχευμένα...) φώτα του διεθνούς ενδιαφέροντος στράφηκαν στην Ελλάδα λες και εδώ, σ' εμάς, βρίσκεται κάποια "εξήγηση" της συνεχιζόμενης Ευρωανασφάλειας, θάπρεπε να μας είχε κάνει προσεκτικότερους . Όλους.
Αντί γι αυτό, βλέπουμε σ' όλη την προεκλογική αυτή περίοδο που είναι (υποτίθεται) για δημάρχους και περιφερειάρχες - και για 21 πολυτελείς εξορίστους σε Βρυξέλλες /Στρασβούργο - έντονο τον πειρασμό να βγάλουμε τα μάτια μας αναμεταξύ μας. (Ναι, και να "χωνέψουμε" το διαφορετικά επικίνδυνο παιχνίδι της Χρυσαυγής απο την χθεσινή ήδη κάλπη).
Και ενώ στην αξιόλογη παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στο παράξενο, τύπου Eurovision αλλά όχι ασήμαντο, debate με τους πέντε υποψηφίους για την Προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής φάνηκε πόσο εύκολα μπορεί να στραφεί το ενδιαφέρον μιας "Ευρωσυζήτησης" στην ιδιαίτερη περίπτωση της Ελλάδας, αυτή ακριβώς η ευκαιρία δεν δείχνει να αδράχνεται! Όχι μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ: απ' όλο το Ελληνικό πολιτικό σύστημα. Και μένουμε με την μελαγχολική απορία: θα μπορέσει κάποτε η Ελλάδα να μιλήσει - κάπως σοβαρά, όμως - στους "έξω"; Να υπερασπισθεί τον εαυτό της; Να στηρίξει το αύριό της; Αυτά δεν γίνονται μόνον με ένα κόμμα, μ' έναν ηγέτη, με μια συμμαχία στενή ούτε καν με το "51%" που λέει και το ΠΟΤΑΜΙ. Αυτό χρειάζεται ευρύτερες συναινέσεις: αν όμως κάνουμε αυτές τις κάλπες νάρκες, τι θα απομείνει;

Δημοσιεύτηκε στην Ναυτεμπορική στις 20/5

Με τον Καμίνη και τον Μπουτάρη

Οι εκλογές είναι συχνά ένα δίλημμα ανάμεσα στο κακό και στο χειρότερο. Οχι όμως και για τους πολίτες των δύο μεγαλύτερων δήμων της χώρας. Υπάρχουν κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον τέσσερις λόγοι για τους οποίους Καμίνης και Μπουτάρης σαφώς υπερέχουν.
Α. Γιατί προέρχονται από την κοινωνία. Ηρθαν τον Νοέμβριο 2010 καβαλώντας ένα μεγάλο απροσδόκητο κύμα, κοινωνικό, φιλελεύθερο και προοδευτικό. Αποτέλεσαν την «εκδίκηση» του καλού, στο ζοφερότερο έτος. Κινητοποίησαν σκεπτόμενους πολίτες, συνένωσαν πρωτοβουλίες και κόμματα, από το φιλελεύθερο κέντρο, τη σοσιαλδημοκρατία, την οικολογία και τη δημοκρατική αριστερά. Υποστηρίχθηκαν από τη Δράση, το ΠΑΣΟΚ, τους Οικολόγους, τη ΔΗΜΑΡ, χωρίς κανένα κόμμα να δώσει τον τόνο ή να τους καπελώσει. Αντίθετα, ενεργός δεξαμενή τροφοδότησής τους παρέμειναν πρωτοβουλίες και ομάδες από την κοινωνία πολιτών.
Το αίτημα της βελτίωσης της καθημερινής ζωής των ανθρώπων είναι κεντρικό στην πολιτική, αλλά υπηρετείται καλύτερα τοπικά παρά κεντρικά. Η παρουσία των Καμίνη και Μπουτάρη έδωσε κύρος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ενέπνευσε δημιουργικούς ανθρώπους μέσα από την κοινωνία να εμπλακούν και αυτοί στα κοινά. Και τότε, και σήμερα, σηματοδοτούν κάτι σημαντικό: Σε μια συγκυρία όπου ο κομματικός φατριασμός των ελασσόνων διαφορών οδηγεί σε προκάτ αντιπαραθέσεις και κομματικούς εμφυλίους, υπάρχουν δύο δήμαρχοι (όπως και πολλοί άλλοι στη χώρα) που καταφέρνουν να ενώσουν.
Β. Για όσα έχουν κάνει και για όσα προγραμματίζουν να κάνουν. Στη δεινότερη περίοδο κρίσης, οι δύο δήμαρχοι κλήθηκαν να διαχειριστούν εκρηκτικά προβλήματα ακραίας φτώχειας, πολλαπλασιασμού των αστέγων, διάλυσης του κοινωνικού ιστού. Χρειάστηκε να κάνουν πολύ περισσότερα, με πολύ λιγότερα. Κυνήγησαν ευρωπαϊκούς πόρους, αναζήτησαν ιδιωτικές χορηγίες, εργάστηκαν με σοβαρές ΜΚΟ, δημιούργησαν συμπράξεις. Ανέπτυξαν ευρείες κοινωνικές δράσεις, χωρίς γραφειοκρατία, χωρίς να κόβουν κορδέλες και να χτίζουν δημόσιες σχέσεις πάνω στην ανθρώπινη δυστυχία. Ο Καμίνης ίδρυσε τον Κόμβο Αλληλοβοήθειας, που έχει στηρίξει 14.000 ανθρώπους. Επεξέτεινε το δίκτυο κοινωνικής προστασίας στην Αθήνα, με το Κέντρο Υποδοχής και Αλληλεγγύης, με τη χαρτογράφηση αστέγων, με την αναβάθμιση δημοτικών ιατρείων, το Κοινωνικό Παντοπωλείο, την Κοινωνική Κατοικία, το Πρόγραμμα Αλληλεγγύη στην Οικογένεια, παρέχοντας αθόρυβη στήριξη σε χιλιάδες οικογένειες. Ο Μπουτάρης δημιούργησε νέες δομές κοινωνικής προστασίας, ενίσχυσε τους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς μειώνοντας σημαντικά τα τροφεία. Στη Θεσσαλονίκη λειτουργούν ξενώνας κακοποιημένων γυναικών, στέγη για αστέγους, παρέχονται καθημερινά συσσίτια για απόρους και δεκατιανά γεύματα σε σχολεία.
Και οι δύο εξυγίαναν τα οικονομικά του δήμου τους, συρρίκνωσαν λειτουργικά κόστη, ισοσκέλισε το έλλειμμα ο Μπουτάρης, ελάττωσε το χρέος ο Καμίνης, χωρίς κανένα νέο δάνειο. Αντιστάθμισαν τη μείωση των κρατικών πόρων αυξάνοντας τους ευρωπαϊκούς. Βελτίωσαν αισθητά τις υποδομές καθαριότητας και τη διαχείριση των απορριμμάτων. Ακολούθησαν μια επιθετική πολιτική διαφάνειας και διάδοσης των ηλεκτρονικών δεδομένων, που μεταξύ άλλων διευκολύνει την αυτενέργεια πολιτών, τη λογοδοσία και την ανάπτυξη νεοφυών επιχειρήσεων. Καθοριστική εδώ ήταν η συμβολή στη Θεσσαλονίκη ενός ικανού συνεργάτη, του Αντώνη Καμάρα. Οι δύο δήμαρχοι κάνουν δουλειά υποδομής και εξυγίανσης, φυτεύουν δέντρα και όχι λουλούδια στα παρτέρια (κι αν το έκαναν, κακώς έκαναν).
Πήραν πρωτοβουλίες διεθνοποίησης, ιδίως ο Μπουτάρης, αναδεικνύοντας το εβραϊκό στοιχείο και την πολυπολιτισμική ιστορική κληρονομιά της Θεσσαλονίκης. Οχι μόνο χρειάστηκε θάρρος η σύγκρουση με τον ιδεολογικό επαρχιωτισμό και τον παρωχημένο εθνικισμό της περιόδου Ψωμιάδη-Παπαγεωργόπουλου, αλλά το άνοιγμα αυτό έφερε διεθνή προβολή και ακτινοβολία στη Θεσσαλονίκη. Μια στοχευμένη πολιτική προσέλκυσης τουριστών τριπλασίασε και τετραπλασίασε τους επισκέπτες από τη Ρωσία, το Ισραήλ, την Τουρκία, τα Βαλκάνια.
Γ. Για τους εχθρούς που έκαναν και για τους αντιπάλους που έχουν. Καμίνης και Μπουτάρης δεν προσπαθούν να γίνουν αρεστοί βυθιζόμενοι στην κοινοτοπία, χαϊδεύοντας προκαταλήψεις ή τοκίζοντας στις ανασφάλειες. Αντιθέτως, τόλμησαν να γίνουν δυσάρεστοι, να στοχοποιηθούν από διαφόρους έξαλλους και φανατικούς. Εξυγίαναν τη διαφθορά που παρέλαβαν στους δήμους τους χωρίς να φοβηθούν τους ύπουλους μηχανισμούς της φαυλότητας. Ανοιξαν μέτωπο με τους τραμπούκους της Χρυσής Αυγής, με μισαλλόδοξους ιεράρχες, αλλά και με τους μπαχαλάκηδες του αριστερισμού. Και σήμερα έχουν απέναντί τους στη διεκδίκηση της δημαρχίας πολιτικούς αντιπάλους που προσδοκούν στην επιστράτευση των κομματικών λεγεώνων για να διασωθούν. Αν οι αντίπαλοι σε προσδιορίζουν, Καμίνης και Μπουτάρης ευτύχησαν ξανά.
Δ. Γιατί είναι κανονικοί άνθρωποι. Δεν είναι προϊόντα κομματικού σωλήνα, δεν είναι χάρτινα δημιουργήματα των ΜΜΕ, ούτε παράγωγα παρασιτικών μηχανισμών εξουσίας. Δεν είναι άδεια κοστούμια ή ατσαλάκωτοι κομψευόμενοι, δεν είναι ξύλινοι πολιτικάντηδες και φοιτητοσυνδικαλιστές, ούτε αργόσχολοι ατακαδόροι και καβγατζήδες τηλεπαραθύρων, ούτε βετεράνοι των δημοσίων σχέσεων και της προσκολλήσεως σε ισχυρούς. Δεν έχουν σκελετούς στην ντουλάπα τους, ούτε κυβερνητικό παρελθόν μηδαμινού απολογισμού. Διαθέτουν ατομική διαδρομή, επάγγελμα και κανονική ζωή, στα οποία μπορούν πάντοτε να επιστρέψουν. Για πόσους από τους πολιτικούς μας μπορεί να πει κανείς το ίδιο;

Δημοσιέυτηκε στην Καθημερινή στις 17/5

Διεκδίκηση αλλά μη εμπλοκή στον κομματικό ανταγωνισμό είναι οι σταθερές αρχές μας (17 Ιουνίου 2012)

Η Ένωση Πολιτών για την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ένα μη κερδοσκοπικό σωματείο πολιτών, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής της το 1995 κράτησε την ίδια σταθερή θέση μη εμπλοκής στον κομματικό ανταγωνισμό σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις που διεξήχθησαν στην χώρα (1996, 2000, 2004, 2007, 2009, 2012). Την ίδια ακριβώς στάση θα τηρήσει και στις προσεχείς εκλογές της 17ης Ιουνίου ακολουθώντας τις πάγιες αρχές της που είναι:
1. Τήρηση αποστάσεων και μη εμπλοκή στον κομματικό ανταγωνισμό για την διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Πάγια θέση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ είναι ότι ένα από τα κεντρικότερα προβλήματα της χώρας είναι η γενικευμένη κομματικοκρατία που δεν πρέπει όμως να ταυτίζεται με την καθόλα θεμιτή κομματική διάρθρωση του πολιτικού συστήματος σε μία Σύγχρονη Δημοκρατία. Λέμε όχι στην κομματικοκρατία, ναι υπό όρους στην κομματική Δημοκρατία εντός των ορίων του Συντάγματος τονίζοντας ότι αυτή η τελευταία πρέπει να συμπληρωθεί με νέους Διαβουλευτικούς και Συμμετοχικούς θεσμούς υπέρ της ενδυνάμωσης του Πολίτη και της Κοινωνίας Πολιτών. Ειδικά για τις κρίσιμες εκλογές της 17ης Ιουνίου θεωρούμε ως κύρια κριτήρια επιλογής κάθε λογικού και ενεργού πολίτη τα ακόλουθα:
α) Τη διασφάλιση της παραμονής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ όπως και την αποτροπή κάθε πιθανότητας χρεωκοπίας του κράτους σε οποιαδήποτε μορφή. Η Παρέμβαση υποστηρίζει από την ίδρυσή της την προωθημένη ευρωπαϊκή ενοποίηση με την Ελλάδα στον κεντρικό πυρήνα των προοδευτικών δυνάμεων που θέλουν μια ισχυρή, παραγωγική, κοινωνική Ευρώπη θελκτικό παγκόσμιο πρότυπο ποιότητας ζωής στο πλαίσιο μιας ανισομερούς παγκοσμιοποίησης.
β) Την ανατροπή του γενικευμένου κομματισμού και της κομματικοκρατίας που οδήγησαν τα τελευταία χρόνια την χώρα στο χείλος της χρεωκοπίας.
γ) Την ποιότητα των προτάσεων και την σχετική αξιοπιστία δυνατότητας εφαρμογής τους προς μια νέα, αναγεννημένη Ελλάδα προς το 2021 που θα συνδυάζει ένα ριζικά διαφορετικό και ευέλικτα παραγωγικό κράτος και δημόσια διοίκηση, ένα καινοτομικό επιχειρηματικό τομέα με την προώθηση ενός «εξανθρωπισμένου» καπιταλισμού με εταιρική κοινωνική ευθύνη και μια δυνατή Κοινωνία Πολιτών με υψηλή ποιότητα ζωής για όλους τους πολίτες.
Επειδή κατανοούμε ότι καμία από τις βασικές πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούν άμεσα την εξουσία στις εκλογές της 17ης Ιουνίου δεν συνθέτει με επάρκεια και τα 3 προαναφερόμενα κριτήρια και έως ότου επιτέλους λυθεί το ουσιαστικό πολιτικό πρόβλημα της χώρας με πλήρη ανασύνθεση των πολιτών δυνάμεων, καλούμε τα μέλη, τους φίλους αλλά και κάθε ενεργό πολίτη να ακολουθήσει την «μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής» επιλέγοντας το «μικρότερο κακό» στις εξαιρετικά επείγουσες σημερινές συνθήκες. Αυτό σημαίνει διαφορική βαθμολόγηση των υπαρχουσών λύσεων. Βεβαίως υπάρχουν κάποιες προσπάθειες δημιουργικής πολιτικής σύνθεσης σε νεότερα κόμματα (κυρίως ΔΗΜΑΡ και Δράση) όπως και ισχυρές νησίδες πολιτικών στα κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ) που ενδεχομένως αποτελούν ψήγματα μιας αυριανής θετικής εκπροσώπησης των βαθύτερων αναγκών της χώρας και αυτό είναι κάτι που πρέπει επίσης να σταθμίζουν οι πολίτες ως ψηφοφόροι.

2. Διεκδικούμε το δικαίωμα να ακούγονται οι απόψεις μας στο Δημόσιο Διάλογο που κορυφώνεται στον προεκλογικό αγώνα. Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ήδη από το 1997 έχει εκπονήσει ένα «Δεκάλογο Θέσεων της Κοινωνίας Πολιτών προς υιοθέτηση από τα πολιτικά κόμματα και την κυβέρνηση» που σταθερά επικαιροποιεί και προβάλλει πριν και μετά τις εκλογές.

3. Αν και ως Ένωση Πολιτών δεν εκφράζουμε συλλογικά την προτίμησή μας για συγκεκριμένα πολιτικά κόμματα και δεν παίρνουμε μέρος ως ομάδα σε εκλογές εθνικού ή τοπικού χαρακτήρα εκφράζουμε όμως παγίως την προτίμησή μας για μεμονωμένα άτομα υποψηφίους όλων των πολιτικών χώρων που έχουν αποδεδειγμένα με πράξεις και λόγια υποστηρίξει την λογική της Κοινωνίας Πολιτών. Άλλωστε όπως συνέβη και στις 5 προηγούμενες εκλογές αρκετά μέλη και φίλοι της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ συμμετείχαν στους εκλογικούς συνδυασμούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων που έχουν γενικά εκφραστεί υπέρ της Κοινωνίας Πολιτών όπως επίσης και στους συνδυασμούς νέων κομμάτων (4 με τη ΔΗΜΑΡ, 2 με Δράση, 1 με ΣΥΡΙΖΑ).

4. Οι παραπάνω πάγιες αρχές της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ για την μη εμπλοκή στον κομματικό ανταγωνισμό θα παραμείνουν λογικά αμετάβλητες εκτός αν επισυμβούν α) κάποια ριζική αλλαγή πανευρωπαϊκού χαρακτήρα που θα επηρεάσει τη μορφή του πολιτικού παιχνιδιού είτε β) μία εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση απειλής της εθνικής επιβίωσης που θα απαιτούσε μια άμεση πανεθνική υπερκομματική συσπείρωση για την αποτροπή εθνικής καταστροφής. Η πρώτη πιθανότητα φαντάζει προς το παρόν εξαιρετικά απομακρυσμένη. Για την δεύτερη περίπτωση ελπίζουμε ότι οι εκλογές της 17ης Ιουνίου θα λύσουν βιώσιμα το πρόβλημα της εξόδου της χώρας από την κρίση και θα απομακρύνουν την ανάγκη ενός έκτακτου εθνικού συναγερμού.
Εάν όμως δεν το κάνουν, η Ένωση Πολιτών για την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ σε συνεργασία με άλλες ομάδες ενεργών πολιτών και πολιτικές δυνάμεις ανεξάρτητα σημερινής κομματικής ένταξης, θα κινηθεί προς την κατεύθυνση της ενεργού διαμεσολάβησης για την δημιουργία μιας γενικής πολιτικής κινητοποίησης διάσωσης και αναγέννησης της χώρας.

5. Τέλος είναι αυτονόητο ότι η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ πιστεύει ότι όλοι οι πολίτες πρέπει να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα που εκτός από δικαίωμα είναι υποχρέωση και ευθύνη. Η ψήφος παραμένει πάντα το μεγάλο όπλο του πολίτη. Θεωρητικά οι πολίτες για μια μέρα μπορούν να αλλάξουν τα πάντα. Ακόμα και μόνο στην θεωρία είναι μία δυνατότητα που βρίσκεται στην καρδιά της Σύγχρονης Δημοκρατίας.

Δέκα προτεραιότητες. Πώς μπορεί να ξαναμπεί στο παιχνίδι της προόδου η μεταμνημονιακή Ελλάδα

Καθώς η δανειακή σύμβαση εκπνέει και σε μικρό διάστημα και όροι όπως «Μνημόνιο» ή «τρόικα» μάλλον θα περάσουν στην Ιστορία, εμφανίζονται μπροστά μας σοβαρά ερωτήματα: Ποιο (κοινωνικό) κράτος θέλουμε; Τι θεσμούς πρέπει να έχουμε; Ποιο πολιτικό σύστημα μας αρμόζει; Ποια οικονομία; Αν δεν θέλουμε να μείνουμε πίσω πρέπει να επεξεργαστούμε ταχύτατα και να εφαρμόσουμε πολιτικές μεταρρύθμισης και ανάπτυξης.
Tέτοιες κατευθύνσεις ανά τομέα είναι οι εξής:
1. Οικονομία. Απαιτείται μια ουσιαστική Επιτροπή Ανταγωνισμού, που δεν επιτρέπει στα μονοπώλια και ολιγοπώλια να έχουν υπερκέρδη. Δεν επιτρέπει σε συνθήκες κρίσης κλειστές ολιγοπωλιακές δραστηριότητες. Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι τα λεγόμενα κλειστά επαγγέλματα. Εχουμε πολύ περισσότερους γιατρούς, δικηγόρους, φαρμακοποιούς, αρχιτέκτονες, ταξιτζήδες από ό,τι έχει οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο ανά 1.000 κατοίκους. Το ζητούμενο είναι η ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών και ο ανταγωνισμός στις τιμές.
2. Φορολογία. Χρειαζόμαστε σύγχρονο φορολογικό σύστημα, που όμως αποκλείεται να το φτιάξει ο μηχανισμός του υπουργείου Οικονομικών, που δεκαετίες τώρα παράγει δαιδαλώδεις φορολογικές νομοθεσίες. Τρεις καινούργιες προσεγγίσεις είναι οι εξής: α) Οποιος δημιουργεί έρευνα και ανάπτυξη στη χώρα και θέσεις εργασίας, πληρώνει λιγότερους φόρους. β) Διαφάνεια κατά περιοχή (κατά κεφαλήν φόρος), επάγγελμα, επιχειρηματικό κλάδο. Το μέσο γι' αυτό είναι ένας ιστότοπος όλων των περιοχών και των επαγγελμάτων. γ) Ο ίδιος ή άλλος ιστότοπος πρέπει να περιλάβει τις επιχειρήσεις: τζίρο, κέρδη, ζημίες, καθώς και τις δράσεις κοινωνικής ευθύνης, δηλαδή τι κάνει για όλους μας. Βοηθά μια εταιρεία σχολεία; Δίνει υποτροφίες σε παιδιά ανέργων; Επίσης, αν μια επιχείρηση έχει ζημίες 20 χρόνια και συνεχίζει να επιχειρεί, αυτό σημαίνει «δημιουργική λογιστική» και απόκρυψη κερδών.
3. Ασφαλιστικό. Πλήρως ανταποδοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, με φορολογικές απαλλαγές για μεγαλύτερη αποταμίευση και επενδύσεις για μελλοντική σύνταξη. Ταυτόχρονα, διακοπή επιδότησης ασφαλιστικών εισφορών με «κοινωνικούς» πόρους γιατί έτσι δημιουργούνται ανισότητες μέσω των ελαφρύνσεων που δίνει το ασφαλιστικό σύστημα υπέρ συγκεκριμένων ομάδων.
4. Διοικητική αποκέντρωση. Εχουμε 13 περιφέρειες με πάνω από 750 εκλεγμένους περιφερειακούς συμβούλους και, ταυτόχρονα, επτά αποκεντρωμένες διοικήσεις (κρατικές περιφέρειες) με ισάριθμα περιφερειακά συστήματα υγείας. Πρέπει η βάση να είναι οι μεγαλύτερες περιφέρειες: με μικρότερα περιφερειακά συμβούλια (επτά περιφέρειες, με 30 συμβούλους καθεμία) με περισσότερες αρμοδιότητες για τους συμβούλους, με περισσότερη αποκέντρωση πόρων και θέσπιση τοπικής φορολογίας, για να επιτευχθεί άμεση λογοδοσία των εκλεγμένων περιφερειαρχών στις τοπικές κοινωνίες. Αυτό βέβαια προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση.

5. Δημόσια εκπαίδευση. Εχουμε μαζική δημόσια εκπαίδευση, αλλά υστερούμε σε ποιότητα και αιμορραγούμε λόγω φοιτητικής μετανάστευσης. Αξιοποιώντας το ότι βρισκόμαστε σε ένα από τα καλύτερα σημεία του κόσμου και το ότι πολλοί Ελληνες έχουν σπουδάσει σε καλά πανεπιστήμια, πρέπει να κάνουμε την ανώτατη εκπαίδευσή μας ελκυστική ώστε η Ελλάδα να προσελκύει τη διανόηση, την παραγωγή γνώσης αλλά και ξένους φοιτητές. Αυτό προϋποθέτει αλλαγές στη διοικητική δομή, ορθολογικές συγχωνεύσεις και, κυρίως, στην εκλογή των πανεπιστημιακών, όπου πρέπει να πρυτανεύουν τα πιο υψηλά ακαδημαϊκά κριτήρια.
6. Υγεία. Σήμερα κυριαρχεί η πολυδιάσπαση. Εχουμε 130 νοσοκομεία και 2.000 κλινικές, που πολλές διατηρούνται λόγω πελατειακών κριτηρίων. Υπάρχουν νομοί με τρία και τέσσερα νοσοκομεία, ασυντόνιστα. Στις μεγαλύτερες μονάδες, η οργάνωση της Υγείας είναι πράγματι καλύτερη και αποτελεσματικότερη, γιατί έτσι οι γιατροί εκπαιδεύονται πληρέστερα και αποκτούν περισσότερη πείρα. Επομένως οι πολίτες καταλαβαίνουν καλύτερα και πιέζουν στην πράξη για συγχωνεύσεις, οι πολιτικοί είναι που περί άλλα τυρβάζουν.
7. Διοίκηση. Πρέπει να διατυπωθούν σοβαρά, αντικειμενικά και ανταποδοτικά κριτήρια για την αποκατάσταση της ιεραρχίας στον δημόσιο τομέα. Η ανάληψη των μεγάλων δημόσιων αξιωμάτων θα πρέπει να αποφασίζεται με απόλυτη αξιοκρατία από ένα Σώμα που θα υπερβαίνει την κυβέρνηση.
8. Δικαιοσύνη. Και εδώ πρέπει να ισχύει η επιλογή από ανεξάρτητα Σώματα, γιατί η επιλογή από τον υπουργό Δικαιοσύνης είναι εντελώς αναχρονιστική.
9. Πολιτικό σύστημα. Να θεσπιστεί το ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας ώστε να επέλθει πραγματικός διαχωρισμός της εκτελεστικής εξουσίας από τη νομοθετική, η Βουλή να δυναμώσει και ο ρόλος του κάθε βουλευτή να αναβαθμιστεί. Παράλληλα, να ψηφιστεί εκλογικός νόμος που θα μειώσει τις ανισότητες που δημιουργεί ο παρών.
10. ΜΜΕ. Πρέπει να επεξεργαστούμε μέτρα που να τα αναβαθμίζουν προς το ποιοτικότερο και το επαρκέστερο. Ζητείται πρώτα και κύρια μια ισχυρή δημόσια τηλεόραση, εξορθολογισμένη, πλουραλιστική, πολυφωνική και ορθολογική.
Oι πολίτες περιμένουν ουσιώδεις και συγκεκριμένες προτάσεις. Δεν υπάρχουν πια περιθώρια για διεκπεραίωση και διαχείριση, οι μεταρρυθμιστικές αλλαγές πρέπει να επέλθουν.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 26/3

Η διάκριση αριστερά-δεξιά (Μπόμπιο, Μάρσαλ, Γκίντενς)

Στη ημερινή συγκυρία η διάκριση αριστερά-δεξιά αμφισβητείται. Για πολλούς, κυρίως μεταμοντέρνους κοινωνικούς επιστήμονες, η διάκριση είναι τελείως άχρηστη και παραπλανητική. Για άλλους η διάκριση ήταν μεν χρήσιμη στην πρώιμη νεωτερικότητα αλλά όχι πλέον σήμερα. Άρα πρέπει να στοχεύουμε όχι στην κατάργηση αλλά στην «υπέρβασή της». Το επιχείρημα που θα αναπτύξω είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη για την ανάλυση του πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι όχι μόνο στην πρώιμη αλλά και στην τωρινή, ύστερη παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα. Ξεκινώ από τη θέση του Νόρμπερτ Μπόμπιο (2013) που προσπαθεί να δείξει τη σημασία της έννοιας της αριστεράς σήμερα συνδέοντάς την με τους συνεχιζόμενους αγώνες για τη μείωση της ανισότητας. Στη συνέχεια εξετάζω την ανάλυση του Μάρσαλ (1964) που δείχνει, με έναν πιο συγκεκριμένο τρόπο, τη μείωση των ανισοτήτων στην Μεγάλη Βρετανία χρησιμοποιώντας την έννοια της σταδιακής εξάπλωσης δικαιωμάτων (αστικών, πολιτικών και κοινωνικών) στον 20ο αιώνα. Τέλος, τοποθετούμαι κριτικά απέναντι στον Γκίντενς που υποστηρίζει την υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά στην ύστερη νεωτερικότητα (1994).

Μπόμπιο: Ισότητα και αριστερά

Α) Όπως τονίζει ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, η διάκριση αριστερά-δεξιά (αντίθετα με τις διάφορες μεταμοντέρνες επιχειρηματολογίες), από την Γαλλική Επανάσταση και μετά ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα βασικό εννοιολογικό εργαλείο. Μας βοηθάει να καταλάβουμε τον τρόπο συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών. Είναι για αυτόν ακριβώς το λόγο που όχι μόνο στον επιστημονικό αλλά και στον καθημερινό λόγο το δίπολο αριστερά-δεξιά χρησιμοποιείται ευρέως όταν προσπαθούμε να χαρακτηρίσουμε ένα κόμμα, ένα κίνημα, μια ιδεολογία ως «προοδευτική» ή συντηρητική. Για τον ιταλό διανοητή ή έννοια που συνδέεται άρρητα με την αριστερά είναι αυτή της ισότητας. Η αριστερά προσπαθεί να μειώσει τις ανισότητες των νεωτερικών κοινωνιών ενώ η δεξιά προσπαθεί να τις διατηρήσει ή και να τις εντείνει. Η πάλη για την ισότητα παίρνει βέβαια διαφορετικές μορφές ανάλογα με το χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως η ιδέα της ισότητας παραμένει ο βασικός προσανατολισμός των αγώνων της αριστεράς.

Β) Νομίζω πως όλα τα παραπάνω είναι σωστά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ο ιταλός φιλόσοφος αναπτύσσει τις πιο συγκεκριμένες πτυχές της θεωρίας του παρουσιάζει μια βασική δυσκολία. Ο Μπόμπιο αναφέρεται μεν σε διάφορα ιστορικά παραδείγματα. Αλλά, επειδή η μεθοδολογία που ακολουθεί είναι περισσότερο φιλοσοφο-αναλυτική και λιγότερο ιστορικο-κοινωνιολογική (2013: 55), δεν δείχνει με ένα διαφοροποιημένο τρόπο πώς η διάκριση δεξιά-αριστερά και οι αγώνες υπέρ ή κατά της ισότητας εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο, εξελισσόμενο μακροϊστορικό πλαίσιο. Και αυτό γιατί εννοιολογεί την ισότητα σαν ένα αδιάσπαστο όλο. Αναφέρεται πάντα στην ισότητα ή ανισότητα και όχι σε διαφόρων τύπου ισοτήτων ή ανισοτήτων. Έτσι οδηγείται σε μια αυστηρά διχοτομική προσέγγιση. Οι έννοιες αριστερά και δεξιά είναι «αμοιβαία αποκλειόμενες». Για παράδειγμα, ένα κόμμα είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, το να έχει και αριστερές και δεξιές στρατηγικές είναι κατά τον Μπόμπιο αδύνατον: «το γεγονός ότι η Δεξιά και η Αριστερά αντιπροσωπεύουν μια αντίθεση σημαίνει απλώς ότι δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δεξιός και αριστερός» (2013: 156).
Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί προβλήματα. Σε ένα πιο εμπειρικό, ιστορικό-εξελικτικό επίπεδο συχνά παρατηρούμε πως δεν υπάρχει μία αδιαφοροποίητη ανισότητα, αλλά πολλές ‒ οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές κτλ. Για να το πούμε διαφορετικά, η ανισότητα έχει πολλές διαστάσεις. Σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αυτές οι διαστάσεις δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Σε πολλές περιπτώσεις κόμματα και κυβερνήσεις χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό αυξανόμενων ανισοτήτων σε ένα θεσμικό χώρο και αμβλυνόμενων σε έναν άλλο. Σε αυτή την «υβριδική κατάσταση» η ανάλυση του Μπόμπιο δεν μας βοηθάει. Πιο συγκεκριμένα, αν ισότητα είναι ο κοινός παρανομαστής όλων των αγώνων της αριστεράς, πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κόμματα ή κυβερνήσεις που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες χρησιμοποιώντας αυταρχικά μέσα, μέσα που εντείνουν τις πολιτικές ανισότητες μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων;
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον περονισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Περόν ακολούθησε μια αριστερή κοινωνική πολιτική. Μείωσε τις κοινωνικές ανισότητες μεταφέροντας συστηματικά πόρους από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Συγχρόνως όμως για να πετύχει αυτή την αναδιανομή χρησιμοποίησε αυταρχικά μέσα όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες εν γένει, αλλά και σε ό,τι αφορά την αυτονομία των συνδικάτων. Κατά έναν τυπικά λαϊκιστικό και πατερναλιστικό τρόπο, κινητοποίησε το «λαό του» ενάντια σε έναν «κατεστημένο» καταργώντας με διάφορους τρόπους τις νομιμοποιητικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και κάτι παρόμοιο βλέπουμε περνώντας από τον «περονισμό» στον πιο πρόσφατο «τσαβισμό». Και σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε μια σημαντική μεταφορά πόρων προς τα κάτω. Η απόλυτη φτώχεια μειώθηκε και το κοινωνικό κράτος έφτασε στην περιφέρεια, σε αυτούς που ήταν αποκλεισμένοι από τα ευεργήματα του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας. Την ίδια στιγμή όμως η ανακατανομή πόρων επιτεύχθηκε με έναν αυταρχικό, «βοναπαρτικό» τρόπο, εντείνοντας τις πολιτικές ανισότητες και υποσκάπτοντας βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς. Μπορεί κάποιος βέβαια να προτιμά την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, ακόμα και αν αυτή οδηγεί στην ένταση των πολιτικών. Αλλά είναι αναγκαίο να κάνουμε σαφή το διαχωρισμό μεταξύ των δύο αν θέλουμε να αποφύγουμε τη γενικευμένη σύγχυση.
Με βάση τα δύο παραπάνω παραδείγματα είναι προφανές πως η μονοδιάσταση θέση του Μπόμπιο πως είτε είναι αριστερό είτε δεξιό ένα κόμμα η καθεστώς, δεν βοηθάει τον ερευνητή να αναλύσει υβριδικές καταστάσεις. Υπάρχει τρόπος να διατηρήσουμε τη διάκριση εννοιολογώντας το δίπολο αριστερά-δεξιά κατά ένα διαφορετικό τρόπο, έναν τρόπο που δεν καταργεί αλλά συμπληρώνει τη θεώρηση του Μπόμπιο; Νομίζω πως ναι.

Μάρσαλ: Η σταδιακή εξάπλωση των δικαιωμάτων προς την κοινωνική βάση

Α) Όπως έχει ήδη λεχθεί, η διάκριση αριστερά-δεξιά ανάγεται στην περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Από αυτή τη σκοπιά, συνδέεται άμεσα με τη νεωτερικότητα: με ένα είδος κοινωνικής οργάνωσης που κυριάρχησε στην Δύση μετά τη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία και την πολιτική επανάσταση του 1789 στην Γαλλία. Από μια λιγότερο πολιτισμική και περισσότερο κοινωνικοδομική προσέγγιση, ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας είναι η σταδιακή έκλειψη της μη διαφοροποιημένης παραδοσιακής κοινότητας και η μαζική κινητοποίηση και ένταξη του πληθυσμού σε αυτό που ο Μπένεντικτ Άντερσον (1994) έχει αποκαλέσει «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους έθνους.
Αυτή η ένταξη στο εθνικό κέντρο μπορεί να πάρει και αυτόνομες αλλά και ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση παρατηρούμε τη διάχυση δικαιωμάτων (πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών) από το επίπεδο των ελίτ σε αυτό των μη ελίτ. Στη δεύτερη περίπτωση, η πλειοψηφία του πληθυσμού εντάσσεται στις διαφοροποιημένες θεσμικές σφαίρες του κράτους έθνους αλλά χωρίς την ευρεία διάχυση δικαιωμάτων. Όπως στην περίπτωση της Πρωσίας στο 19ο αιώνα, ο πληθυσμός εντάσσεται στο κέντρο σε ό,τι αφορά τον εθνικό στρατό, την παιδεία κτλ. αλλά μένει «εκτός» σε ό,τι αφορά τα πολιτικά/δημοκρατικά δικαιώματα. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μια διαδικασία αυταρχικού εκσυγχρονισμού. Από την άλλη μεριά, στην περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας κατά την ίδια περίοδο παρατηρούμε διαδικασίες δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, διαδικασίες που οδηγούν στην εξάπλωση δικαιωμάτων προς τα λαϊκά στρώματα.

Β) Την εξάπλωση δικαιωμάτων προς την κοινωνική βάση την έχει περιγράψει με ενδιαφέρον τρόπο ο εκλιπών διάσημος βρετανός κοινωνιολόγος T.H. Marshall. Ο τελευταίος βάσισε την ανάλυσή του σε μια εξελικτική θεωρία της νεωτερικότητας. Κατά τον Μάρσαλ το κίνημα για την εξάπλωση δικαιωμάτων «προς τα κάτω» ξεκίνησε ήδη στο 17ο αιώνα. Στην περίοδο αυτή όμως λόγω της «συγχώνευσης» (δηλ. της μη διαφοροποίησης) των διάφορων θεσμικών χώρων, τα δικαιώματα ήταν και αυτά μη διαφοροποιημένα (1964: 73). Μόνο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όταν οι θεσμοί διαφοροποιήθηκαν, διακρίνουμε μια διαδικασία διαχωρισμού των δικαιωμάτων ‒ διαδικασία κατά την οποία κάθε κατηγορία δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά) αρχίζει να προσλαμβάνει τη δική της λογική και δυναμική τροχιά.
Πρώτα αναπτύχθηκαν οι ατομικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη. Τα ατομικά δικαιώματα που είχαν σχέση με την ιδιοκτησία, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Αυτά τα δικαιώματα σταδιακά κατεδάφισαν τις φεουδαρχικές αρχές της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και καθιέρωσαν σε πιο σταθερή βάση την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου. Επομένως, είναι στη σφαίρα του δικαίου και ιδιαίτερα στην αρένα των δικαστηρίων που διαπιστώνουμε την πρώτη στροφή από τον «υπήκοο» στον «πολίτη», από μια κατάσταση κατά την οποία διαφορετικοί νόμοι και δικαστικές διαδικασίες ίσχυαν για διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, σε μια κατάσταση όπου όλοι ήταν ίσοι ενώπιον των κυριότερων νομικών κωδίκων της εθνικής κοινότητας.
Το δεύτερο βήμα προς μια «αποφεουδαρχημένη» κοινότητα πολιτών συντελέστηκε στο 19ο αιώνα με την εξάλειψη περιορισμών σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου και της εκλογής στο Κοινοβούλιο. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής περιόδου η έμφαση μετατοπίστηκε από τη δικαστική σφαίρα στη νομοθετική, καθώς η πολιτική συμμετοχή αυξήθηκε και ενοποιήθηκε η κοινότητα των πολιτών όχι μόνο σε μια νομική αλλά και σε μια πολιτική βάση.
Τέλος, σύμφωνα με τον Μάσραλ, η τρίτη μεγάλη πρόοδος στην πορεία συγκρότησης μιας ενοποιημένης κοινότητας των πολιτών (civic community) συντελέστηκε τον 20ο αιώνα με την ανάπτυξη των κοινωνικών δικαιωμάτων ‒ το δικαίωμα του καθένα για αξιοπρεπή παιδεία, υγειονομική περίθαλψη και φροντίδα για τα γηρατειά. Κατά τη διάρκεια της φάσης αυτής η θεσμική εστίαση μετακινήθηκε πάλι, αυτή τη φορά όμως από την πολιτική στην κοινωνική σφαίρα, καθώς αποτέλεσε αντανάκλαση της μαζικής ανάπτυξης σχολείων, νοσοκομείων, κοινοτικών κέντρων παροχής υγειονομικής περίθαλψης κτλ. Η θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί κίνηση, αν και διστακτική, από την τυπική προς την ουσιαστική ισότητα, από τις ταξικές ανισότητες στη σχετική ισότητα των ατόμων ως πολιτών. Διότι, ενώ οι ταξικές ανισότητες εύκολα υπονομεύουν και την ισότητα έναντι του νόμου και την αρχή της ισότητας της ψήφου, η εξάπλωση των κοινωνικών δικαιωμάτων δίνει περισσότερη υπόσταση και νόημα στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Διασφαλίζει ότι η νομική και πολιτική συμμετοχή του λαού στην κοινότητα των πολιτών δεν αποτελεί μια απλή τυπική διαδικασία.
Φυσικά, το γεγονός αυτό δε σημαίνει ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών πτυχών της ιδιότητας του πολίτη εξαλείφει τις ταξικές ανισότητες. Αυτό που σημαίνει είναι ότι υπάρχει πλέον μια καλύτερη, πιο στέρεα ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισότητας/αλληλεγγύης, όπως εκφράζεται με την έννοια της ιδιότητας του πολίτη, και της ταξικής αρχής της ανισότητας/ανταγωνισμού (1964: 84). Με άλλα λόγια, υπό καπιταλιστικές συνθήκες, τα δικαιώματα των πολιτών δεν μπορούν να εξαλείψουν τις ταξικές ανισότητες, μπορούν όμως να μετριάσουν τις χειρότερες υπερβολές τους.
Μπορεί μεν ο Μάρσαλ να περιγράφει τα ευρύτερα μακρο-στάδια στη συγκρότηση της κοινότητας των πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ποιοι είναι όμως οι βασικοί μηχανισμοί που εξηγούν έναν τέτοιο μετασχηματισμό; Ως προς το ερώτημα αυτό, τα κείμενα του Μάρσαλ είναι λιγότερο διαφωτιστικά. Είναι σαφές, ότι κύριος στόχος του ήταν να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή μάλλον παρά μια εξήγηση του μετασχηματισμού αυτού. Στο βαθμό όμως που αναφέρεται στους μηχανισμούς μετασχηματισμού, η οπτική του γωνία είναι αυτή του φορέα δράσης. Η εξάπλωση των δικαιωμάτων έχει σχέση με συλλογικούς φορείς δράσης και τους αγώνες τους. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη δεν θα είχαν καταστεί δυνατές χωρίς την πρότερη απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων που επέτρεψαν στα λαϊκά στρώματα να οργανωθούν πολιτικά. Επιπλέον, μόνο όταν τα ατομικά δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ασκήθηκαν συλλογικά (με τη δημιουργία μαζικών εργατικών συνδικάτων και κομμάτων) δημιουργήθηκε η δυνατότητα κράτους πρόνοιας (1964: 111).

Γ) Η θεωρία του Μάρσαλ έχει μεν έναν εξελικτικό χαρακτήρα αλλά δεν είναι ντετερμινιστική. Δεν υπονοεί πως σε όλες τις νεωτερικές κοινωνίες η πορεία των δικαιωμάτων θα ακολουθήσει τον τύπο της δημοκρατικής εξέλιξης που ακολούθησε η Μεγάλη Βρετανία. Αν λάβουμε υπόψη μας τη διάκριση μεταξύ δημοκρατικού και αυταρχικού εκσυγχρονισμού που ανέφερα πιο πάνω, είναι προφανές πως όχι μόνο στο παρελθόν αλλά και σήμερα, σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα, βλέπουμε βήματα προς τα μπρος αλλά και βήματα προς τα πίσω. Βλέπουμε επίσης, σε μια συγκεκριμένη χώρα, πρόοδο σε έναν τύπο δικαιωμάτων και μη πρόοδο ή και οπισθοχώρηση σε έναν άλλο τύπο.
Αν πάρουμε σαν παράδειγμα την ανάπτυξη του καπιταλισμού σε μερικές ασιατικές χώρες, βλέπουμε έναν τύπο συνάρθρωσης πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων που είναι πολύ διαφορετικός και από το δυτικοευρωπαϊκό και από αυτόν της πλειοψηφίας των χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Για παράδειγμα, στην Νότια Κορέα (όπως και στην Ταιβάν) την ταχεία ανάπτυξη ξεκίνησε μια στρατιωτική χούντα με τη βοήθεια τεχνοκρατών. Τα συνδικάτα δεν είχαν καμιά αυτονομία, τα κόμματα εξουδετερώθηκαν και οι πολίτες δεν είχαν το δικαίωμα της ψήφου. Από την άλλη μεριά όμως η ταχεία ανάπτυξη, όχι μόνο μείωσε σημαντικά την απόλυτη φτώχεια, αλλά και οδήγησε στη διάχυση του παραγόμενου πλούτου προς τα κάτω. Το γενικό βιοτικό επίπεδο και ο μέσος όρος ζωής αυξήθηκε, ενώ συγχρόνως παρατηρούμε τη δημιουργία μιας μεσαίας τάξης που πίεσε για το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος, για το πέρασμα από τη δικτατορία σε ένα λιγότερο αυταρχικό καθεστώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το σύστημα παραμένει σε πολλά σημεία αυταρχικό, αλλά με τον κοινοβουλευτισμό παρατηρούμε μια σειρά πολιτικών δικαιωμάτων που δεν υπήρχαν στη δικτατορική περίοδο. Άρα, σε αυτή την περίπτωση, παρατηρούμε την εντυπωσιακή καλυτέρευση των κοινωνικών συνθηκών πριν από την ανάπτυξη πολιτικών δικαιωμάτων.
Κάτι παρόμοιο βλέπουμε σήμερα στο πλαίσιο του αυταρχικού εκσυγχρονισμού της Κίνας. Το καπιταλιστικό άνοιγμα της κινεζικής οικονομίας και η ένταξή της στις παγκόσμιες αγορές δεν οδήγησε, για τη στιγμή, στο δημοκρατικό άνοιγμα του πολιτικού συστήματος. Η κυριαρχία του κομμουνιστικού κόμματος, παρ' όλους τους σχετικούς τριγμούς παραμένει αλώβητη. Από την άλλη μεριά όμως, η ραγδαία καπιταλιστική ανάπτυξη της Κίνας οδήγησε στην εκπληκτική μείωση της απόλυτης φτώχειας. Έβγαλε από την πλήρη εξαθλίωση πάνω από 650 εκατομμύρια κινέζων, κυρίως στον πρωτογενή τομέα. Ανθρώπων που πέρα από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, πέθαιναν κυριολεκτικά από την πείνα όταν η σοδειά ήταν κακή. Από αυτή τη σκοπιά ο κινεζικός καπιταλισμός δεν έδωσε πολιτικά αλλά κοινωνικά δικαιώματα. Έδωσε σε ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρωπότητας όχι μόνο το δικαίωμα της οριακής διαβίωσης αλλά και το πιο βασικό δικαίωμα στην επιβίωση όταν οι καιρικές συνθήκες είναι δύσκολες ‒ και αυτό παρ' όλες τις τεράστιες οικονομικές ανισότητες που η ραγδαία ανάπτυξη επέφερε (κυρίως στον αστικό χώρο).
Τέλος, δεν είναι απίθανο οι μεσαίες τάξεις που ο κινεζικός καπιταλισμός δημιούργησε να πιέσουν, όπως και στην Νότια Κορέα, στο σταδιακό άνοιγμα του πολιτικού συστήματος, δηλαδή στη σταδιακή διάχυση πολιτικών δικαιωμάτων προς την κοινωνική βάση. Αν έτσι έχουν τα πράγματα η συστηματική κριτική της Δύσης για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην κινεζική επικράτεια είναι μονόπλευρη. Αγνοεί τα κοινωνικά επιτεύγματα/δικαιώματα και επικεντρώνεται στην έλλειψη πολιτικών δικαιωμάτων.
Συμπερασματικά: με βάση τη θεωρία της νεωτερικότητας και τη σχέση της με τη μαζική ένταξη του πληθυσμού στο έθνος κράτος, μπορούμε να αναδιατυπώσουμε τη διάκριση αριστερά-δεξιά κατά τρόπο που να είναι χρήσιμη και σήμερα. Η αριστερά είχε και εξακολουθεί να έχει σαν στόχο τη σχετικά αυτόνομη ένταξη του πληθυσμού στο εθνικό κέντρο. Δηλαδή τη διάχυση πολιτικών αλλά και κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων προς τα λαϊκά στρώματα. Από την άλλη μεριά η δεξιά έχει τον αντίθετο στόχο: την ετερόνομη ένταξη του πληθυσμού στο έθνος κράτος, την ένταξη χωρίς δικαιώματα, δηλαδή την ένταξη χωρίς την άμβλυνση των κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων. Από την παραπάνω σκοπιά, μερικά κόμματα ή κυβερνήσεις έχουν έναν υβριδικό χαρακτήρα. Έχουν και αριστερές και δεξιές στρατηγικές.

Γκίντενς: Πέρα από την αριστερά και δεξιά

Α) Οι απόψεις του Γκίντενς πάνω στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες μας έχουν ως θεωρητικό υπόβαθρο ένα ιδεοτυπικό μοντέλο τριών σταδίων. Αυτό επιχειρεί να διερευνήσει πώς μερικές πλευρές της κοινωνικής οργάνωσης, του πολιτισμού και της προσωπικότητας αλλάζουν καθώς οι κοινωνίες προχωρούν από μια παραδοσιακή φάση σε μια φάση πρώιμης και τελικά ύστερης νεωτερικότητας.
Σε παραδοσιακές καταστάσεις κώδικες με τυποποιημένες «αλήθειες» καθορίζουν αυστηρά το περιθώριο λήψης αποφάσεων του ατόμου. Από πρακτικές αποφάσεις που αφορούν τον γάμο, το μέγεθος της οικογένειας και την καθημερινή συμπεριφορά ως εκείνες που άπτονται θεμελιωδών υπαρξιακών προβλημάτων ζωής ή θανάτου, η παράδοση παρέχει συνταγές δράσης τις οποίες τα άτομα ακολουθούν λίγο-πολύ αυτόματα. Στην πρώιμη νεωτερικότητα, από την άλλη πλευρά, οι παραδοσιακές βεβαιότητες αντικαθίστανται από «συλλογικές». Η προοδευτικότητα (η πίστη του Διαφωτισμού στην απεριόριστη τελειοποίηση του ανθρώπου και της κοινωνίας), η συλλογική ταξική οργάνωση, η ταύτιση με το έθνος και την πατρίδα ‒ όλοι αυτοί οι μηχανισμοί δρουν στην πρώιμη νεωτερικότητα με τρόπο που προσομοιάζει αρκετά με αυτόν της παράδοσης. Παρέχουν στα κοινωνικά μέλη ένα νόημα για τη ζωή και καθαρές κατευθυντήριες γραμμές που μειώνουν δραστικά τα πεδία όπου πρέπει να ληφθούν αποφάσεις.
Με την παγκοσμιοποίηση ωστόσο τόσο οι παραδοσιακές όσο και οι συλλογικές βεβαιότητες υποχωρούν ή εξαφανίζονται. Η υπέρβαση της παραδοσιακής κοινωνίας δημιουργεί μια κατάσταση όπου οι ρουτίνες χάνουν τη σημασία τους και την αναμφισβήτητη ηθική τους βαρύτητα. Δημιουργεί μια κατάσταση όπου τα άτομα δεν μπορούν να καταφύγουν ούτε σε παραδοσιακές αλήθειες ούτε σε συλλογικές ιδεολογίες όταν λαμβάνουν αποφάσεις στην καθημερινή τους ζωή. Στερημένοι από την παραδοσιακή ή συλλογική καθοδήγηση καλούνται, με άλλα λόγια, να χειριστούν «κενά πεδία». Από το αν θα παντρευτούν ή όχι και το αν θα κάνουν ή όχι παιδιά μέχρι του ποιο τρόπο ζωής να υιοθετήσουν και τί είδους ταυτότητα να πλάσουν (ακόμη και τί είδους φυσική εμφάνιση να θέσουν ως στόχο μέσω δίαιτας, αισθητικής, χειρουργικής κτλ.) σε όλες αυτές τις περιοχές το άτομο πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αναστοχαστικό, πρέπει να κατασκευάσει τη δική του «βιογραφία». Αυτό σημαίνει ότι ο νέος ατομισμός που διαδίδεται ταχύτατα σήμερα έχει πολύ λιγότερο να κάνει με εγωισμό και περισσότερο με αναστοχασμό, με το γεγονός ότι έχουμε περάσει από «απλές» σε «αναστοχαστικές» μορφές εκσυγχρονισμού (1991).
Για τον Γκίντενς η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς λειτουργούσε ως μια βασική οργανωτική αρχή στην πολιτική της πρώιμης νεωτερικότητας. Ωστόσο, ενόψει των εξελίξεων στον τομέα του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, χρειάζεται κριτική επανεξέταση των δύο αυτών όρων. Ο Γκίντενς αρχίζει την ανάλυσή του αποδεχόμενος εν μέρει την άποψη του Μπόμπιο πως παρότι ο ορισμός της αριστεράς και της δεξιάς αλλάζει ανάλογα με το πλαίσιο, ένα θέμα που υπογραμμίζει όλες τις τομές αριστεράς-δεξιάς είναι αυτό της ισότητας: η αριστερά θέλει να προωθήσει την ισότητα, ενώ η δεξιά αντιτίθεται σε αυτήν. Ο άγγλος κοινωνιολόγος θεωρεί πως η άποψη του Μπόμπιο, παρότι βασικά σωστή, χρήζει δύο τροποποιήσεων.
Πρώτον, ο κύριος στόχος της αριστερής πολιτικής δεν είναι η ισότητα ως αυτοσκοπός. Η ισότητα είναι σημαντική διότι είναι μια αναγκαία (αν και όχι επαρκής) προϋπόθεση για μια ποικιλία σκοπών και αξιών στους οποίους στοχεύει η αριστερά, σκοπών όπως η εξαφάνιση της φτώχειας, η κοινωνιακή συνοχή, η αυτοεκπλήρωση και, ακόμη, η οικονομική ανάπτυξη. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι καλύτερα να συνδέσουμε την έννοια της αριστεράς με τη χειραφέτηση μάλλον παρά με την ισότητα, με τη χειραφέτηση όλων των πολιτών από τη φτώχεια, την πολιτική τυραννία, τις κοινωνικές διακρίσεις και την πολιτισμική χειραγώγηση.
Δεύτερον και πολύ σημαντικό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, ακόμη και όταν εκφράζεται με όρους χειραφέτησης, είναι πολύ περιοριστική. Εστιάζεται σε αυτό που ο Βέμπερ αποκαλούσε «ευκαιρίες ζωής» (life chances) ‒ ή, για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, εστιάζεται σε αγώνες για τη διάδοση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα. Στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό όμως οι πολιτικές ευκαιριών ζωής αντικαθίστανται σταδιακά από «πολιτικές ζωής» (life politics). Ο Γκίντενς αντιλαμβάνεται τις πολιτικές ζωής ως πολιτικές που σχετίζονται λιγότερο με την ισότητα ή τη χειραφέτηση και περισσότερο με το πώς θα πρέπει κανείς να οργανώσει τη ζωή του σε ένα πλαίσιο ραγδαίας υπέρβασης της παραδοσιακής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, έχει να κάνει με την κατασκευή ταυτοτήτων, με αντιθετικούς τρόπους ζωής, με το κατά πόσον η εργασία θα πρέπει ή όχι να εξακολουθήσει να είναι η βασική οργανωτική αρχή της ζωής μας, με αμφιλεγόμενες πρακτικές, όπως η άμβλωση, η εξωσωματική γονιμοποίηση, η γενετική μηχανική κτλ.
Με δεδομένη αυτή τη μετάβαση από τον προβληματισμό της «χειραφέτησης» στον προβληματισμό των «πολιτικών ζωής» οι παλαιές διαμάχες (π.χ. καπιταλιστές έναντι εργατών) έχουν σταδιακά λιγότερη βαρύτητα από τις διαμάχες της ύστερης νεωτερικότητας. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί τη δυνατότητα σφυρηλάτησης νέων συμμαχιών, νέων κοινωνικών συμφωνιών που διαπερνούν τους συμβατικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Αν πάρουμε υπόψη μας τα παραπάνω, το να υπερκεράσουμε το χάσμα αριστερά-δεξιά δεν οδηγεί στη μετανεωτερική θέση που πρεσβεύει ότι αυτοί οι όροι δεν έχουν νόημα. Η υπερκέραση σημαίνει απλώς ότι οι όροι δεν ισχύουν πλέον για τις εμφανιζόμενες νέες πολιτικές που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τρόπους ζωής από ό,τι με θέματα αναδιανομής.
Από αυτή την οπτική γωνία θα επιχειρηματολογήσω ότι θέματα ταυτότητας, πολλαπλότητας τρόπων ζωής κτλ. δεν βρίσκονται πέραν αλλά αποτελούν αναπόσπαστα μέρη των χειραφετικών πολιτικών. Θεωρώ πως στην περίοδο του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού η διάκριση αριστερά-δεξιά (παρότι, φυσικά, αλλάζει διαρκώς μορφή) είναι εξίσου σχετική όσο και στην εποχή της απλής ή πρώιμης νεωτερικότητας.

Β) Η θεωρία του Γκίντενς περί «υπέρβασης» της διάκρισης αριστερά-δεξιά παρουσιάζει δύο βασικές αδυναμίες. Η πρώτη έχει να κάνει με την ιδέα πως τα προβλήματα που σχετίζονται με ευκαιρίες ζωής είναι ποιοτικά διαφορετικά από αυτά των πολιτικών ζωής. Αυτό είναι αμφισβητήσιμο. Τα δεύτερα έχουν να κάνουν με την ισότητα όσο και τα πρώτα. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δικαιώματα. Στην περίπτωση των πολιτικών δικαιωμάτων, η αριστερά παλεύει για τον παραπέρα εκδημοκρατισμό, δηλαδή για τη μείωση ανισοτήτων μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων.
Στην περίπτωση της εξάπλωσης κοινωνικών δικαιωμάτων, οι αγώνες της αριστεράς στοχεύουν στη δημιουργία ενός κράτους πρόνοιας που θα αμβλύνει τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Τέλος, στην περάτωση των «πολιτικών ζωής» η αριστερά παλεύει για την άμβλυνση ανισοτήτων στον πολιτισμικό χώρο: ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων, μεταξύ αυτών που ακολουθούν συμβατικούς και αυτών που ακολουθούν μη συμβατικούς (αλλά νόμιμους) τρόπους ζωής, μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων εθνοτικών ομάδων κτλ. Με δυο λόγια, η αριστερά μάχεται για τη μείωση των ανισοτήτων όχι μόνο στον πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό αλλά και στον πολιτισμικό χώρο. Από αυτή την άποψη δεν υπάρχει ασυνέχεια αλλά συνέχεια μεταξύ δικαιωμάτων που σχετίζονται με «ευκαιρίες ζωής» και αυτών που σχετίζονται με «πολιτικές ζωής». Άρα η διάκριση αριστερά-δεξιά παραμένει χρήσιμη και στην περίοδο της ύστερης νεωτερικότητας. Όπως υποστηρίζει ο Μπόμπιο, το δίπολο αριστερά-δεξιά αλλάζει μεν ανάλογα με το χωροχρονικό πλαίσιο αλλά το βασικό χαρακτηριστικό της ισότητας παραμένει.
Σε ό,τι αφορά, τέλος, τη δεύτερη κύρια θέση του Γκίντενς πως διαμάχες που συνδέονται με πολιτικές ζωής παίζουν σήμερα κυριότερο ρόλο από αυτές που σχετίζονται με ευκαιρίες ζωής, και εδώ υπάρχει μια βασική αδυναμία. Η παραπάνω θέση υπονοεί πως το πέρασμα από τις πρώτες στις δεύτερες είναι μη αναστρέψιμο. Αυτό δεν ευσταθεί. Ο βρετανός κοινωνιολόγος καθώς και πολλοί άλλοι αναλυτές δεν σταθμίζουν σωστά την άρθρωση μεταξύ κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων. Δεν λαμβάνουν υπόψη τους πως στη νεωτερικότητα η άρθρωση αυτή συνδέεται άμεσα με το χρόνο, και πιο συγκεκριμένα με τον οικονομικό κύκλο. Έτσι, όταν ο Γκίντενς δημοσίευσε το Πέρα από την Αριστερά και την Δεξιά οι ευρωπαϊκές οικονομίες είχαν μια ανοδική τροχιά. Αυτή διακόπηκε απότομα λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008.
Στη σημερινή οικονομική συγκυρία της άγριας λιτότητας, της μαζικής ανεργίας (κυρίως των νέων) και της συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας τα κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα αναδιανομής παίζουν ξανά πολύ πιο σημαντικό ρόλο από τα πολιτιστικά. Η συντριπτική πλειοψηφία των νέων για παράδειγμα ενδιαφέρεται περισσότερο για την επιβίωση των ίδιων και των οικογενειών τους και λιγότερο για εναλλακτικούς, τρόπους ζωής, τη νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ομοφυλόφιλων ή για το δικαίωμα στην έκτρωση σε χώρες που είναι παράνομη κτλ. Με άλλα λόγια, η νέα γενιά στην τωρινή συγκυρία παλεύει για το δικαίωμα στην εργασία, στην υγειονομική περίθαλψη και στην αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού. Ενδιαφέρεται λιγότερο για τις «πολιτικές ζωής» στις οποίες ο Γκίντενς εκτενώς αναφέρεται.
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως προβληματισμοί γύρω από τις ταυτότητες, την πολυπολιτισμικότητα, την ανάγκη ενδυνάμωσης της ισότητας μεταξύ φύλων ή αυτή της καταπολέμησης του ρατσισμού κτλ. δεν είναι σημαντικοί ‒ αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, γιατί συνδέονται με τις ριζικές αλλαγές που η ολική διαφοροποίηση θεσμών έχει επιφέρει στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Η ολική διαφοροποίηση ρόλων και θεσμών οδηγεί αναπόφευκτα στην ευρεία εξατομίκευση και στην αναστοχαστικότητα. Οδηγεί σε μια κατάσταση όπου οι ταυτότητες του υποκειμένου (στον οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό θεσμικό χώρο) πολλαπλασιάζονται. Όπως κάθε ταυτότητα που συνδέεται με ένα διαφοροποιημένο θεσμικό χώρο αποκτά μια σχετική αυτονομία σε σχέση με τις άλλες ταυτότητες, εμφανίζεται ένα πρόβλημα συντονισμού των διάφορων ταυτοτήτων. Αυτού του είδους οι διαδικασίες εξατομίκευσης που δεν αφορούν σήμερα αποκλειστικά τις ελίτ τονίζουν τη σημασία των πολιτιστικών δικαιωμάτων. Παρόλα αυτά, όπως ήδη ανέφερα, η σχέση μεταξύ πολιτικοκοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων δεν είναι σχέση υπέρβασης αλλά επέκτασης. Επιπλέον, ανάλογα με τη συγκυρία τα πρώτα μπορούν να απασχολούν τα υποκείμενα περισσότερο από τα δεύτερα και αντίστροφα.

Συμπέρασμα

i) ‒ Σήμερα πολλοί θεωρούν τη διάκριση αριστερά-δεξιά ξεπερασμένη. Ο Μπόμπιο απορρίπτει αυτή τη θέση και υποστηρίζει πως το δίπολο αριστερά-δεξιά παραμένει χρήσιμο αν συνδέσουμε την έννοια της αριστεράς με αυτή της ισότητας. Οι αριστερές πολιτικές δυνάμεις μάχονται για μεγαλύτερη ισότητα ενώ οι δεξιές για τη διατήρηση ή και ενίσχυση των ανισοτήτων.
‒ Το παρόν κείμενο υποστηρίζει πως η βασική αδυναμία της θεωρίας του Μπόμπιο είναι πως βλέπει τις έννοιες αριστερά-δεξιά ως αμοιβαία αποκλειόμενες ‒ ένα κόμμα για παράδειγμα είτε είναι αριστερό είτε δεξιό. Αυτή η διχοτομική προσέγγιση αδυνατεί να αναλύσει «υβριδικές» περιπτώσεις όπου μια πολιτική δύναμη χαρακτηρίζεται από αριστερές πολιτικές (π.χ. μείωση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων) και συγχρόνως από δεξιές (ένταση των πολιτικών ανισοτήτων).
‒ Ένας τρόπος επίλυσης της παραπάνω δυσκολίας είναι να περάσουμε από τη φιλοσοφο-αναλυτική προσέγγιση του Μπόμπιο σε μια πιο μακροϊστορική. Αν θεωρήσουμε πως το πιο καθοριστικό δομικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι η σταδιακή έκλειψη της παραδοσιακής κοινότητας και η μαζική κινητοποίηση και ένταξη του πληθυσμού στο κράτος-έθνος, τότε παρατηρούμε πως αυτή η ένταξη μπορεί να πάρει αυτόνομες ή ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση, δικαιώματα (αστικά, πολιτικά, κοινωνικά) διαχέονται σταδιακά προς τα λαϊκά στρώματα. Στη δεύτερη έχουμε αυταρχική ένταξη, δηλαδή ένταξη χωρίς διάχυση δικαιωμάτων προς τα λαϊκά στρώματα. Από αυτή τη σκοπιά, η αριστερά αγωνίζεται για μια αυτόνομη ενώ η δεξιά για μια ετερόνομη είσοδο του πληθυσμού στο εθνικό κέντρο.
‒ Όσο για το πρόβλημα των υβριδικών περιπτώσεων, αυτό επιλύεται αν παραδεχθούμε πως η ισότητα έχει πολλές διαστάσεις που δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Μια πολιτική δύναμη μπορεί να έχει μια προοδευτική, αριστερή πολιτική σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα και συγχρόνως μια αυταρχική, δεξιά σε ό,τι αφορά τα πολιτικά δικαιώματα.

ii) ‒ Ο Μάρσαλ, στη βάση μιας μακροϊστορικής προσέγγισης της εξέλιξης των δικαιωμάτων στην Μεγάλη Βρετανία, δείχνει έμπρακτα πως αστικά, στη συνέχεια πολιτικά και τέλος κοινωνικά δικαιώματα πέρασαν από το επίπεδο των ελίτ σε αυτό των μη ελίτ.
‒ Η θεώρηση της νεωτερικότητας σαν ένταξη στο έθνος-κράτος και η ανάλυση του Μάρσαλ που εστιάζει στη σταδιακή διάχυση δικαιωμάτων προς την κοινωνική βάση προσφέρουν εννοιολογικά εργαλεία που βοηθούν να επιλύσουμε τα προβλήματα που η θεωρία του Μπόμπιο δημιουργεί.

iii) ‒ Τέλος, ο Γκίντενς θεωρεί πως η έννοια της αριστεράς ήταν χρήσιμη στην πρώιμη νεωτερικότητα όταν κυριαρχούσαν οι ταξικοί αγώνες για την ανακατανομή πόρων. Είναι λιγότερο χρήσιμη στην ύστερη, «αναστοχαστική» νεωτερικότητα όπου οι διαμάχες έχουν να κάνουν περισσότερο με προβλήματα κατασκευής ταυτοτήτων, με τον πολλαπλασιασμό των επιλογών σε ό,τι αφορά εναλλακτικούς και συχνά αντιφατικούς τρόπους ζωής, με την πολυπολιτισμικότητα κτλ. Έχουν, επίσης, να κάνουν με ηθικοφιλοσοφικά προβλήματα όπως το δικαίωμα στην έκτρωση, στην ευθανασία, στην τεχνητή γονιμοποίηση κτλ.
‒ Υποστηρίζω πως μπορούμε να δούμε τις παραπάνω διαμάχες ως αγώνες για τη διάχυση πολιτισμικών δικαιωμάτων. Άρα η διάκριση αριστερά -δεξιά δεν «υπερβαίνεται» αλλά προεκτείνεται από τους αριστερούς αγώνες για την προώθηση αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που ο Μάρσαλ μελέτησε, στα σημερινά πολιτισμικά δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η διάκριση αριστερά-δεξιά, με την αναδιατύπωση της θεωρίας του Μπόμπιο που προτάθηκε πιο πάνω, παραμένει αναγκαία για την κατανόηση εξελίξεων όχι μόνο στην πρώιμη αλλά και στην τωρινή, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα.

Νίκος Μουζέλης
Ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας LSE

Βιβλιογραφικές αναφορές

Anderson, B. (1991). Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. London: Verso.
Bobbio, N. (1987). The Future of Democracy: A Defence of the Rules of the Game. Cambridge: Polity.
Bobbio, N. (2013). Δεξιά και Αριστερά. Αθήνα: Πόλις.
Giddens, A. (1994). Beyond Left and Right: The Future of Radical Politics. Cambridge: Polity.
Giddens, A. (1991). Modernity and Self-identity: Self and Society in the Late Modern Age. Cambridge: Polity Press.
Marshall, T.H. (1964). Class, Citizenship and Social Development. New York, Garden City: Doubleday.

Δημοσιεύτηκε στο metarithmisi.gr στις 7/5

Ο περιττός "ήπιος εμφύλιος"

Το καημένο το Μεσοπρόθεσμο 2015-18, όπως κατατέθηκε μεν στην Βουλή, αλλά δεν ψηφίζεται τελικώς πριν το "ιστορικό/προεκλογικό" Eurogroup της 5ης Μαΐου όπου θα τεθεί - με Ελληνική δε πρωτοβουλία - το ζήτημα ελάφρυνσης του μη-βιώσιμου χρέους έχει μεγαλύτερο, πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ' εκείνο που αρχικά φάνηκε. Από το άν, δηλαδή, υπάρχει και πόσο δημοσιονομικό κενό και πώς θα καλυφθεί για το 2015-16, απο το πώς διαμορφώνονται τα στοιχεία για δυο διαδοχικές διετίες (2015-16 και 2017-18), απο το πώς δεν θα υπάρξουν "νέα μέτρα" δημοσιονομικού χαρακτήρα, ακόμη-ακόμη απο το πώς θα διεκδικηθούν φορολογικές ελαφρύνσεις όπως π.χ. στον ΕΦΚ του πετρελαίου θέρμανσης ή την διατήρηση του συντελεστή 13% στην εστίαση απο το φθινόπωρο.
Αντίστοιχα, η διπλή "διόρθωση στόχευσης" του ΣΥΡΙΖΑ - κυρίως με τοποθετήσεις του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και με προσπάθειες του εκπροσώπου Νίκου Παππά - που απο την μια κατεβάζει προσεκτικά τον πήχυ του τι μπορεί και πότε μπορεί να κάνει μια Συριζέϊκη διακυβέρνηση (ναι μεν θα επαναφέρει τους κατώτατους μισθούς στα 750 ευρώ και τις κατώτατες συντάξεις, όμως οι προσδοκίες για γενική επαναφορά στην "προ Μνημονίων" κατάσταση θα χρειαστεί να περιμένουν τόσο μια κλιμάκωση στον χρόνο όσο και την επαναφορά της οικονομίας...), ενώ απο την άλλη επαναπροσδιορίζει για μιαν ακόμη φορά το τι σημαίνει και τι όχι η διατύπωση "το ευρώ δεν είναι φετίχ" (περίπου: θα επιδιωχθεί επαναδιαπραγμάτευση, σοβαρή, σαφώς στα πλαίσια Ευρωζώνης - και βλέπουμε).
Μπορεί οι δυο πλευρές να είναι αδιανόητο να το παραδεχθούν, πάντως είναι αδύνατο να το καταλάβουν έτσι όπως βρίσκονται στην τελική ευθεία προεκλογικής περιόδου, όμως διεθνείς εξελίξεις τις φέρνουν σε μια πραγματική σύγκλιση στάσεων. Πώς αυτό; Δείτε:

Από την συζήτηση για βιωσιμότητα
του χρέους" νέας εποχής"...
Παρά την επιμελημένη τήρηση απορρήτου σχετικά με τον πυρήνα της συζήτησης των δυο "Σιδηρών Κυριών", Ανγκελας Μέρκελ και Κριστίν Λαγκάρντ, λίγο πριν τις Ευρωεκλογές/λίγο πριν και το Eurogroup της 5ης Μαΐου, υπάρχει η αίσθηση πως το ΔΝΤ και η Γερμανία (δηλαδή: η Ευρωζώνη) επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα νέο δόγμα σχετικά με το τι θα θεωρείται εφεξής "βιώσιμο χρέος". Όχι, δεν είναι η Ελλάδα το αντικείμενο της συζήτησης αυτής, όσο κι αν η Ελληνική περίπτωση (με το χρέος στο 175% του διαλυμένου της ΑΕΠ, χάρις στην... επιτυχία των διαδοχικών προγραμμάτων διάσωσης) είναι η πιο χαρακτηριστική σε σύγκριση με Ιρλανδία-Ιταλία-Πορτογαλία-Ισπανία και βλέπουμε.
Όμως το ΔΝΤ (δηλαδή οι πέραν ΗΠΑ και Ευρώπης χώρες "που μετράνε": Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Βραζιλία, Μεξικό, Ν. Κορέα, αλλά και ... Ελβετία) έχει πρόβλημα με την βιωσιμότητα του χρέους επειδή βλέπει τα πράγματα κάπως πιο μακροπρόθεσμα απ' ότι ο εκλογικός κύκλος των Ευρωπαίων. Αλλά και οι ΗΠΑ έχουν τις δικές τους επιφυλάξεις, χάρις στις οποίες... βρίσκεται ακόμη η Ελλαδα σε περιβάλλον Ευρωζώνης. Μπορεί σήμερα να θεωρείται το γεγονός ότι η Ιρλανδία ή η Πορτογαλία ξεπέρασαν την κρίση χρέους τους - και η Ιταλία δανείζεται με τα χαμηλότερα επιτόκια απο ιδρύσεως Ευρωζώνης - χάρις στην διεθνή πλημμυρίδα ρευστότητας που ανακατευθύνθηκε προς τις πλούσιες χώρες εγκαταλείποντας τις αναδυόμενες αγορές, όμως μια πιο ζυγιασμένη ανάγνωση δείχνει πως "ότι πέφτει, ξανανεβαίνει". Γι αυτό, ασκείται πίεση για μια μονιμότερη διευθέτηση των κρατικών χρεών απ' ό,τι με την (πειραματικά προτεινόμενη για την Ελλάδα) επιμήκυνση στην 50ετία - και συμπίεση των (κυμαινόμενων!...) επιτοκίων, απο το ιστορικά χαμηλά επίπεδα όπου βρίσκονται.
Απο την δική της πλευρά, η Ευρωζώνη (= η Γερμανία) επιμένει ότι περιθώρια για κούρεμα/OSI, δηλαδή ονομαστική μείωση των οφειλόμενων προς διεθνείς φορείς όπως ο ESFS, ήδη ESM ή προς Κράτη ή Κεντρικές Τράπεζες, δεν υπάρχουν. (Άλλωστε και το ΔΝΤ δεν δέχεται "δικό του" κόυρεμα, όχι;). Η επίκληση συνταγματικών κωλυμάτων όπως οι δισταγμοί του Bundesverfassungsgericht, ή κοινοβουλευτικών αρνήσεων όπως του Bundestag δεν είναι απέναντι στην διεθνή κοινότητα τόσο ασήκωτο βάρος όπως όταν επισείονται απέναντι στην Ελλάδα, ή άλλες χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης - όμως... πολιτικά υπάρχουν. Θα επιχειρηθεί μήπως η δημιουργία, με αφορμή την Ελληνική περίπτωση, μιας ιδιαίτερης κατηγορίας perpetual bonds, δηλαδή ομολόγων όχι απλώς εξαιρετικά μακροπρόθεσμων αλλά άληκτων χωρίς ημερομηνία λήξεως, σαν τα Βρετανικά consols παλαιότερων εποχών;
Και τι θα σήμαιναν παρόμοιες κινήσεις αναλαμβανόμενες σε μια φάση εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων; Τι θα σήμαιναν - προπαντός - για την ίδια την έννοια της εθνικής κυριαρχίας των χωρών που θα τα φορτώνονταν ως "λύση"; Τι θα σήμαιναν, ακόμη, για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα κληθεί, τελικά, να τα κουβαλήσει, να τα αξιολογήσει, να τα τιμολογήσει; Η οριστική έννοια της αποικίας χρέους, που τόσο άγαρμπα μπήκε στο πολιτικό λεξιλόγιο της Ελλάδας της κρίσης, δεν θα κινδύνευε να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο;
Πάντως, ας κρατήσουμε αυτήν την στιγμή ένα στοιχείο: μια διεθνής συζήτηση - σχηματικά: η συζήτηση Μέρκελ/Λαγκάρντ - θα πλανάται πάνω απο το τραπέζι του Eurogroup όταν, όπως έχει κατ' επανάληψιν διαρρεύσει/ειπωθεί/ήδη σχεδόν διατρανωθεί η Ελλάδα θα θέσει αυτοβούλως το θέμα της ελάφρυνσης του δικού της χρέους (σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της Κορυφής του Νοεμβρίου 2012, ήδη μετά το πρωτογενές πλεόνασμα και την "έξοδο στις αγορές, τα γνωστά) υπό την έννοια ακριβώς της επιμήκυνσης, συν της μείωσης των επιτοκίων (Δηλαδή, με τον Γιάννη Στουρνάρα να έχει αποδεχθεί το "Yannis, forget it!" του Βολφγκανγκ Σώϋμπλε για ενδεχόμενο ευθύ κούρεμα). Α, ναι, θα το σημειώσατε ότι διέρρευσε πως η Ελλάδα ίσως ζητήσει - πέραν της περικοπής των επιτοκίων - και μετάβαση σε καθεστώς σταθερών επιτοκίων στην συνολική ρύθμιση.

...στην επαναφορά της ενεργού ζήτησης
με αυξήσεις μισθών, τουλάχιστον
Αν αυτή η διεθνής ζύμωση υπόσχεται/απειλεί να οδηγήσει την συζήτηση για την βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους, μια άλλη μη-αναμενόμενη στροφή στην διεθνή ορθοδοξία θάξιζε επίσης να καταγραφεί. Αναφερόμαστε στην πρόσφατη δήλωση του Mark Carney, διοικητή της Bank of England, Καναδού που τον έφεραν στην ιστορική αυτή θέση οι Βρετανοί με διεθνή διαγωνισμό (άλλη μια ιδέα προς εισαγωγήν!), ο οποίος δήλωνε πρόσφατα ότι αν είναι να διατηρηθεί η ανάκαμψη - που στην Μεγάλη Βρετανία ξεκίνησε ήδη το 2013 - είναι απαραίτητες σημαντικές (substantial) μισθολογικές αυξήσεις!
Μουρμουρητά προξένησε διεθνώς μια τέτοια τοποθέτηση, προερχόμενη από κεντρικό Τραπεζίτη. Οσοι την σχολίασαν, την ανήγαγαν στην ανησυχία για αποπληθωρισμό - αν και η Μεγάλη Βρετανία ο τιμάριθμος βρίσκεται κοντά στο +2%, μ' εμάς π.χ. να προβλέπουμε γνήσια πτώση τιμών - 1% για το 2014.... Υπάρχει πράγματι το στερεότυπο οι κεντρικοί τραπεζίτες να ανησυχούν σαφώς περισσότερο για τους κινδύνους πληθωριστικής εκτροπής, άμα οι αμοιβές της εργασίας ζωηρεύουν. Μήπως λοιπόν οι απόψεις Σταθάκη/Δραγασάκη/ήδη Τσίπρα περί αναπτυξιακού περιεχομένου μιας αποκατάστασης της αγοραστικής δύναμης μέσα από την επαναφορά των κατωτάτων αμοιβών και συντάξεων, θα ωφελούνταν απο παρόμοια έμπνευση;
Αλλά και ευρύτερα, η επικέντρωση πλέον του ενδιαφέροντος στην επανεκκίνηση των οικονομιών μέσα από το κύκλωμα τόνωσης της ενεργού ζήτησης αρχίζει να διαδίδεται μετά τα χρόνια θεοποίησης της δημοσιονομικής ισορροπίας. Γι αυτό και ξεκινήσαμε λέγοντας ότι η δημοσιοποίηση του Μεσοπρόθεσμου, με το οποίο ναι μεν δεν "θα βγούμε απο την εποχή των Μνημονίων" (ηχεί βολικά ως προεκλογικό σύνθημα, όμως μάλλον ουδέν έχει λειτουργικό περιεχόμενο), πάντως ασφαλώς θα πορευθούμε σ' ένα διαφορετικό μέλλον αν δεν είναι η Ελληνική οικονομία να μείνει σε κατάρρευση/imploded όπως σήμερα, έχει πολύ πιο ουσιαστικά πράγματα μπροστά απο την συζήτηση περι δημοσιονομικού κενού και (μη-) νέων μέτρων. Άλλωστε, τα πλέον βίαια που έχουμε μπροστά μας - τα Κοινωνικοασφαλιστικά - δεν είναι νέα, είναι ήδη ηλικίας 3 ετών συμφωνημένα: τα κάνει αυτό λιγότερο επώδυνα; Μπροστά μας βρίσκεται μια αναγκαστική επαναδιαπραγμάτευση αρκετών πραγμάτων. Ακόμη και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους, στην Βουλή, προς τα εκεί οδηγεί τα συμπεράσματά του.
Εκείνο που θέλουμε να πούμε, είναι ότι τα όρια της μέχρι εδώ ορθοδοξίας/"μονόδρομης σκέψης" έχουν ήδη φανεί. όχι μόνο σ' εμάς, αλλά διεθνώς. Οπότε; Οπότε ο παράξενος αυτός ήπιος εμφύλιος που δείχνει να διεξάγεται στην Ελλάδα των μέσων του 2014 μπορεί και νάναι απολύτως περιττός! Όπως παρατηρεί (στο Επίμετρό του στο τελευταίο βιβλίο του Νίκου Θέμελη, "Η αναχώρηση") με την ματιά του ιστορικού ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, "η υπερπολιτικοποίηση, η "αγανάκτηση", η εμπρηστική δημοσιογραφία δεν είναι μόνο μορφές ενός ήπιου εμφυλίου πολέμου;"
Ίσως απ' αυτές να μας γλυτώσει βαθμιαία ο αναπτυσσόμενος στο πολιτικό σώμα μιθριδατισμός...

Δημοσιεύτηκε στην Ναυτεμπορική στις 6/5

Το πρόταγμα μιας συμβιωτικής κοινωνίας

«Συμβιωτική κοινωνία»:Μοιάζει με πλεονασμό κι όμως δεν είναι. Θα μπορούσε να είναι ένα σύνθημα, μια κραυγή. Κι όμως δεν βγαίνει, το ύφος των δύο αυτών λέξεων εκπέμπει στοχασμό κι αυτοσυγκράτηση. Τί είναι λοιπόν;
Η έκφραση κατ'αρχήν είναι του Μάουρο Μποναϊούτι και παρατίθεται στο βιβλίο του ισπανού συγγραφέα Κάρλος Τάϊμπο «η πρόταση της αποανάπτυξης», από τις «εκδόσεις των συναδέλφων». Βιβλίο τεκμηριωμένο, με ριζοσπαστικές προτάσεις, βιβλίο που σε κάνει να ξανασκεφτείς πολλά πράγματα. Ας γυρίσουμε στο θέμα μας : η συμβιωτική κοινωνία. «Η υλική αποανάπτυξη σύμφωνα με τον Μάουρο Μποναϊούτι «ή θα στηρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις, θα είναι συμβιωτική και πνευματική, ή δεν θα υφίσταται», γράφει ο ακριβώς ο Κάρλος Τάϊμπο.
Στην «Καθημερινή της Κυριακής», της 27ης Απριλίου 2014, σε ένα αφιέρωμα του Πάσχου Μανδραβέλη στο «παλιό αίτημα της ανανέωσης», με αναφορές στη γενιά του '30 και στον Γιώργο Θεοτοκά διαβάζω τη ρήση του Γ. Θεοτοκά: «Το πνεύμα πρώτα, ο άνθρωπος πρώτα κι όλα τα άλλα έρχουνται μετά».
Γιατί σήμερα όλα αυτά, γιατί αυτή η ανάγκη επιστροφής στον άνθρωπο; Τί μας κάνει σήμερα να ξανασκεφτόμαστε τα βασικά; Μα προφανώς το τραγικό αδιέξοδο που ζούμε. Ανοίξτε την οποιαδήποτε εφημερίδα ή περιοδικό, την όποια ισοσελίδα, κάντε μια ήρεμη συζήτηση με φίλους, με συγγενείς, θα δείτε ότι το κύριο αίτημα είναι πλέον η νέα ισορροπία, το αίτημα της δικαιοσύνης και της αξιοπρέπειας, μια νέα σχέση του ανθρώπου με την εξουσία, αλλά και με τη φύση και βεβαίως μια νέα σχέση μεταξύ μας. Μια νέα κοινωνία. Ολα τα άλλα είναι πάντα σημαντικά (οικονομία, ιδεολογία, οικογένεια, κοκ) αλλά το κύριο είναι ο άνθρωπος, ακριβώς αυτός που ξεχάστηκε. Χάριν της ευημερίας, της κατανάλωσης, της διαφήμισης, της εύκολης ζωής, της ανεμελιάς; Μάλλον, αλλά η κρίση που ζούμε έχει το θετικό ότι μας βάζει να ξανασκεφτούμε τα κύρια: χωρίς δικαιοσύνη, ισορροπία, αρχές, αξίες, ποιότητα ζωής, προστασία των κοινών αγαθών, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε. Αν δεν δράσουμε τώρα, η καταστροφή θα έλθει και θα είναι αποτέλεσμα της δικής μας απερισκεψίας. Ο καπιταλισμός είναι όντως δημιουργικός μέσα στην καταστροφική του μανία και διογκώνοντας συνεχώς τις ανισότητες, θέτει το ερώτημα: η οικονομία στην υπηρεσία της κοινωνίας ή συνέχιση αυτού του απαράδεκτου συστήματος που φτιάξαμε και μέσα στο οποίο ζούμε σήμερα; Δεν πρόκειται για επιστροφή στα παλαιο-κομμουνιστικά συνθήματα, πρόκειται αντίθετα για στροφή στον άνθρωπο και στον ανθρωπισμό, αφού είναι το μόνο που μπορεί να μας ενώσει, να μας κάνει να συζητήσουμε, να σκεφτούμε τους κανόνες που λείπουν ή που δεν εφαρμόζονται.

Η αναπόφευκτη αλλαγή της οικονομίας, της κοινωνίας, των προτεραιοτήτων, της πολιτικής ζωής συνδέεται με την αναγκαιότητα ειλικρινούς απάντησης στην κρίση. Συνεπώς η προσπάθεια ανασυγκρότησης δεν μπορεί να θεωρηθεί μια διαδικασία ξεκομμένη από το τεράστιο αυτό θέμα. Δεν είναι όλα περασμένα-ξεχασμένα. Εδώ που φτάσαμε, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να μιλούμε για κάτι το πραγματικά νέο, ριζοσπαστικό, αυθεντικό και γνήσιο. Το ποιοί θα το εκφράσουν θα φανεί , οι καιροί απαιτούν τεκμηριωμένες προτάσεις, ενώ οι κρίσεις συνήθως δημιουργούν απρόβλεπτες καταστάσεις.
Το νέο πρόταγμα θα είναι αυτό, πρώτα απόλα ο άνθρωπος. Κι αυτό σημαίνει εμπιστοσύνη, συμπόνια, κατανόηση, ενδιαφέρον για τον διπλανό χωρίς διακρίσεις. Να συζητούμε αλλά και να ακούμε τον άλλον, είναι σημαντικό να ακούμε όταν μας μιλά κάποιος: «Του λόγου μέτρον ουχ ο λέγων, αλλ' ο ακούων» έγραφε ο Πλάτωνας και ορθά μας το θυμίζει ο Ε. Σπύρου στο περιοδικό «ΝΑΙ»
«Εκούσια απλότητα», όπως λέει ο Κάρλος Τάϊμπο, συνολική αναθεώρηση και μεταμόρφωση. Ζούμε όντως μια μετάβαση και η τεχνολογία κάθε μέρα αλλάζει τα δεδομένα. Θεωρώ ότι «το παλιό σύστημα πεθαίνει και το νέο θα γεννηθεί μέσα από κρίσεις και ταραχές. Μια μεγάλη αλλαγή νοοτροπιών και αντιλήψεων είναι αναγκαία για να παράσουμε στη νέα μορφή της κοινωνικής οργάνωσης που θα βασίζεται σε μια άλλη ισορροπία ανάμεσα στο είναι και στο έχω. Η «ανθρώπινη διάσταση» τίθεται πλέον στο κέντρο του κοινωνικού ενδιαφέροντος, η παγκοσμιότητα, η ανθρωπότητα έχει σίγουρα περισσότερο μέλλον από την ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση που ζούμε και η ποιότητα της ανάπτυξης πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης αφού το αδιέξοδο είναι ορατό. Στη νέα της εργασία η αμερικανίδα φιλοσόφος Martha Nussbaum προτείνει μια «ζωή ανθρωπίνως αξιοπρεπή» και μια σειρά από σημεία που μπορούν να αποτελέσουν σχετικά θεσμικά ερείσματα. (βλ. Le Monde, 31 Αυγούστου 2012, βιβλιοπαρουσίαση του νέου της βιβλίου με τίτλο «Creating capabilities. The Human Development Approach »(βλ. Αθανάσιος Θεοδωράκης, «Εξαιρετικώς επείγον. Πολιτεία και δημοκρατία ανιθρωπιάς», εκδόσεις Μανιφέστο).

Δημοσιεύτηκε στο metarithmisi.gr stiw 30/4

Άμεση Παραγωγική Επανάσταση παντού. Σε όλα τα προϊόντα και κλάδους

Άμεση Παραγωγική Επανάσταση παντού. Σε όλα τα προϊόντα και κλάδους. Η ανάγκη μια Αριστεράς της Παραγωγής και της Δημιουργικότητας
Περπατώντας τις προάλλες στους δρόμους της Πάτρας είδα σε ένα εμπορικό κατάστημα που πουλούσε από πλεκτά μέχρι παιχνίδια, ένα καλάθι με σκόρπια πουκάμισα σε μια εντυπωσιακά χαμηλή αναγραφόμενη τιμή: 7 (επτά) ευρώ. Σκέφτηκα ότι πρόκειται για τις γνωστές «κινεζικές» εισαγωγές αλλά τράβηξε το βλέμμα μου ένα θαυμάσιο medium γαλάζιο χρώμα που ένας Γάλλος φίλος και συμφοιτητής μου που ζει στο Παρίσι ισχυρίζεται ότι μόνο στην Ελλάδα έβρισκε αυτή την απόχρωση και γι' αυτό το έψαχνε κάθε φορά που ερχόταν για διακοπές. Tα πουκάμισα από κοντά έδειχναν να έχουν μια αξιοπρεπέστατη ποιότητα, ήσαν τυλιγμένα με προσοχή και με sophisticated τρόπο αν και χωρίς φίρμα και σε περιτύλιγμα μιας απλής ζελατίνας. Όλα ήσαν ετερογενώς παράδοξα σε αυτό το προϊόν.
Ρωτώντας την συμπαθέστατη νεαρή και μοντέρνα επιχειρηματία του καταστήματος, κατάλαβα το «ελληνικό δράμα» αυτού του τόσο ταπεινού και φτηνού πουκάμισου. Γιατί πίσω από κάθε προϊόν, κάθε εμπόρευμα, υπάρχουν άνθρωποι και συσσωρευμένες δεξιότητες. Όχι δεν είναι κινέζικα, ούτε από τη Σρι Λάνκα τα πουκάμισα, είναι «στοκ ξεπουλήματος» από μια βιομηχανία της Λάρισας που έκλεισε πέρυσι.
Η ίδια γνωστή επαναλαμβανόμενη ιστορία. Η βιομηχανία έκανε και κάποιες εξαγωγές αλλά με την πίεση της φορολογίας (τις πιέσεις του πελατειακού κράτους για «επιπλέον» συνεισφορά θα έλεγα εγώ), το παράρτημα μιας συστημικής τράπεζας που πίεζε για ανάκτηση χρεών, ίσως και κάποια λάθη του επιχειρηματία, οδήγησαν στο κλείσιμο της βιομηχανίας. 60 εργαζόμενοι οδηγήθηκαν στην ανεργία ενώ ο επιχειρηματίας και η οικογένεια του παλεύουν με τις κατασχέσεις. Και όμως ακόμα και με τριπλάσια ή τετραπλάσια τιμή (20- 30 ευρώ), σε συνεργασία με κάποιον designer για βελτίωση του στυλ μιας ήδη καλής ποιότητας ένα καλύτερο packaging (συσκευασία), ένα μικρό marketing φίρμας και υποστήριξη από κάποιες κρατικές δομές προώθησης εξαγωγών, η βιομηχανία ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ και μάλιστα να επεκτείνεται. Με λίγη προσπάθεια, θα υπήρχαν καταστήματα στο Παρίσι, το Λονδίνο ή αλλού στην Ευρώπη, που θα μπορούσαν να πουλάνε τα πουκάμισα αυτής της βιομηχανίας από την Λάρισα. Αγόρασα τρία για να στείλω τα δύο στο φίλο μου και να του εξηγήσω με απλά λόγια τι παραγωγικό έγκλημα συντελείται αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα.
Επισήμως η κυβέρνηση παλεύει για τη Δημοσιονομική Προσαρμογή και το πρωτογενές πλεόνασμα- αναγκαίο και χρήσιμο ως προϋπόθεση- την διάσωση του τραπεζικού συστήματος- χρησιμότατη αλλά με άλλους υπέρ της παραγωγής όρους- και την ίδια στιγμή 1200 μεσαίες βιομηχανίες παλεύουν στο χείλος του γκρεμού, άλλες τόσες έχουν κλείσει η έχουν μεταναστεύσει, χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις ασφυκτιούν με κίνδυνο η ανεργία να ανέβει και να μείνει στο 30% κι αυτή να χτυπήσει ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ παραγωγικής ΔΙΑΣΩΣΗΣ για ό,τι μπορεί ΤΩΡΑ να ΣΩΘΕΙ αναπτύσσονται φιλολογίες για τις αφηρημένες προοπτικές ανάπτυξης μέσω των νεοφυών επιχειρήσεων (start- ups). Θαυμάσιες οι νεοφυείς επιχειρήσεις, άλλωστε το πρώτο μου δημοσιογραφικό άρθρο στον Οικονομικό Ταχυδρόμο (26/2/1984) ήταν μια ανταπόκριση από το Παρίσι που αφορούσε το Venture Capital (κεφάλαια κινδύνου) και τις επενδύσεις στις νεοφυείς επιχειρήσεις. Σοφός ο –τότε- Διευθυντής του εντύπου Γιάννης Μαρίνος παρόντος και του αγαπητού συναδέλφου Θανάση Παπανδρόπουλου, θυμάμαι ότι μου είχε πει «μα κύριε Βασιλόπουλε γράφετε πράγματα, που αν ποτέ γίνουν θα γίνουν μετά από 20 χρόνια». Σωστός, με λάθος μια ακόμα δεκαετία. Σήμερα όμως το άμεσο είναι να φτιάξουμε μια νέα συμμαχία των πραγματικών παραγωγικών δυνάμεων του τόπου που θα προωθήσει ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ μια ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΑΝΤΟΥ, σε όλα τα προϊόντα που παράγουμε και μπορούμε να παράγουμε. ΠΑΝΤΟΥ, σώζοντας πρώτα τις επιχειρήσεις που κατορθώνουν να παράγουν ακόμα. Αυτό θα είναι το ελληνικό αμυντικό «θαύμα», οι start-ups θα ακολουθήσουν και πολλές θα αναπτυχθούν από τις επιχειρήσεις που θα διασωθούν.
Σκεφτόμουν ακριβώς αυτό διαβάζοντας στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας Le Monde της ίδιας μέρας που έλεγε ότι ο Arnaud Montebοurg, Υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης της Γαλλίας, χτενίζει με το επιτελείο του την επικράτεια για την υποστήριξη των μικρομεσαίων βιομηχανιών και επιχειρήσεων που κινδυνεύουν από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Φαντάζεστε τον περίπου αντίστοιχο Έλληνα Υπουργό Κωστή Χατζηδάκη να κάνει το ίδιο; Όχι βέβαια. Δεν φταίει ατομικά ο κ. Χατζηδάκης- ίσα ίσα προσπαθεί ο άνθρωπος να έχει κάποιο ορθολογισμό στο πιο ετερογενές «τρελό» Υπουργείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- φταίει η συνολική κυβερνητική λογική και των δύο κομμάτων στην καρδιά του πελατειακού κράτους που είναι απολύτως ξεκομμένο και τυραννικά κυρίαρχο πάνω στην πραγματική οικονομία. Εάν προσθέσουμε το ότι το σύνολο σχεδόν των Υπουργών είναι εντελώς ξένοι από τους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, έχουμε την πλήρη εικόνα.
Εις μάτην, φωνάζει εσχάτως ο ΣΕΒ και ο πρόεδρος του Δημήτρης Δασκαλόπουλος για την απαράδεκτη υποβάθμιση της βιομηχανίας (Ανακοίνωση ΣΕΒ 5/9/2013) από την δήθεν νέα «αναπτυξιακή» πολιτική προσθέτοντας μαζί με τους εξαγωγείς, τις δυνατότητες άμεσης εξωστρέφειας αν υπάρξουν κάποιες λίγες χρηματοδοτικές δράσεις (Ανακοίνωση ΣΕΒ 18/11/2013) την ίδια στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί την νέα βιομηχανική επανάσταση. Εις μάτην γιατί αυτό το πελατειακό κράτος με τη σημερινή του στελέχωση, αποκλείεται να δράσει παραγωγικά και είναι αυτό που εξηγεί ίσως και την αυστηρότητα των ευρωπαίων εταίρων- δανειστών μας απέναντι τους (εκτός βέβαια από τις δογματικές τους στρεβλώσεις περί περιοριστικής λιτότητάς). Εδώ δεν έχουν οι ίδιοι εμπιστοσύνη στον εαυτό τους γιατί να έχουν οι άλλοι που παίζουν και τα λεφτά των δικών τους φορολογούμενων;
Κάτω στους δρόμους όμως, στα καταστήματα, στα εργοστάσια στα γραφεία, υπάρχουν εκατομμύρια Έλληνες που προσπαθούν, εργάζονται, ζορίζονται αλλά είναι ακόμα εκεί. Εξουθενωμένοι αλλά εκεί. Είναι αυτό που λέμε στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ η Κοινωνία Πολιτών είναι αδύναμη εξαιτίας της κομματικοκρατίας και του πελατειακού κράτους αλλά αντιστέκεται και είναι εδώ. Η Ελλάδα παράγει, όχι αρκετά, όχι τόσο ανταγωνιστικά αλλά παράγει και μπορεί μετά από μια ριζική αλλαγή να παράξει γρήγορα πολλαπλάσιο προϊόν. Με αύξηση των εξαγωγών στο 50% του ΑΕΠ το 2020 από 26% σήμερα (κάτι που έκανε η Ισπανία από το 2009 έως σήμερα) με νέα προϊόντα παντού, με ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ στο εμπορικό ισοζύγιο, τις υπηρεσίες, την τέχνη και τον πολιτισμό.
Μια μικρή απόδειξη γι' αυτό έρχεται από την νεαρή επιχειρηματία στην Πάτρα που προανέφερα. Το εμπορικό κατάστημα ασχολείται με την λιανική αλλά πίσω του υπάρχει μια οικογενειακή βιοτεχνία πλεκτών που προσπαθεί με δυσκολίες να επεκταθεί. Ζήτησα να δω τα προϊόντα της βιοτεχνίας. Ποιοτικά πλεκτά (περίπου στα 50 ευρώ) που είχαν όμως κουμπιά της δεκαετίας του '60 ειδικά για συνταξιούχους αστυνομικούς (εφοριακούς, οτιδήποτε). «Είστε νέα και μοντέρνα» της είπα «γιατί δεν λέτε στο πατέρα σας να αλλάξει τα κουμπιά;». «Έχετε δίκιο», μου είπε, «το σκεφτόμαστε αλλά ξέρετε είναι όλα τόσο δύσκολα». Σωστά αλλά με μικρές αλλαγές ξεκινούν οι μεγάλες διαφορές. Γιατί να μην συνεργαστείτε με νεαρούς designers ή ανθρώπους της μόδας στην Πάτρα και άλλα πολλά. Έχει έλθει πότε κάποιος υπάλληλος αναπτυξιακής υπηρεσίας του κράτους να σας βοηθήσει ή να σας μιλήσει για εξαγωγές;» τη ρώτησα. «Αστειεύεστε» μου είπε «δεν συμβαίνουν αυτά στην Ελλάδα». Λάθος. Θα μπορούσαν να συμβούν σε πέντε ημέρες αν υπήρχε μια ευσυνείδητη και αξιοπρεπής κυβέρνηση που σοβαρολογεί για την παραγωγική ανάπτυξη της χώρας. «Από το στόμα σας...» είπε και είναι αυτή η γνωστή επωδός που πρέπει κάποτε να τελειώσει. Η τρέλα είναι ότι η Πάτρα έχει ήδη ένα σχετικά επιτυχημένο Innovation Forum, το Corallia, για νεοφυείς επιχειρήσεις ενώ αυτό το Σαββατοκύριακο γίνεται και εκδήλωση με τίτλο Innovation Export Forum με συμμετοχή δεκάδων δημοσίων φορέων και επιχειρήσεων. Το πρόβλημα είναι ότι όλοι στην Ελλάδα μιλούν ΓΕΝΙΚΑ και όχι στην εφαρμογή του ΕΙΔΙΚΑ που μπορεί να αξιολογηθεί και να βελτιωθεί. Χρειαζόμαστε άμεσα ένα Έλληνα Υπουργό τύπου Arnaud Montebοurg, που θα καταγράψει λεπτομερώς σε όλη την επικράτεια τις βιομηχανίες και επιχειρήσεις που πρέπει και μπορούν να ΣΩΘΟΥΝ και να τους δώσει άμεση ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ απέναντι στις απαιτήσεις των δανειστών και τραπεζών για την προστασία του παραγωγικού ιστού της χώρας.
Και ίσως περισσότερο κι από αυτό χρειαζόμαστε αυτό που ο Νίκος Μουζέλης, ομ. καθηγητής κοινωνιολογίας LSE και Πρόεδρος της Ένωσης πολιτών για την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, αναφέρει σε πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «Νεωτερικότητα και Αριστερά» (ΒΗΜΑ 17/11/2013) για την ανάγκη ανασυγκρότησης μιας αριστεράς της ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ και της ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ που θα στοχεύει στον περιορισμό του δογματικού νεοφιλελευθερισμού και την προώθηση ενός δεύτερου «εξανθρωπισμού του καπιταλισμού» σε Ευρώπη και Ελλάδα. Μιας σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς που αναγνωρίζει την ανάγκη της παραγωγικής ανασυγκρότησης, που θα εναντιωθεί στην ελληνική κομματικοκρατία και το πελατειακό κράτος και σε συζήτηση με την Αριστερά των Δικαιωμάτων και την Κοινωνία Πολιτών θα αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης Συμμαχίας των Παραγωγικών Δυνάμεων του τόπου που θα οδηγήσει σε ριζική αναγέννηση της χώρας. Αυτή η Αριστερά μπορεί να μην υπάρχει σήμερα με αυτά τα συγκροτημένα χαρακτηριστικά αλλά από ότι φαίνεται όλα στην Ελλάδα θα γίνουν ξαφνικά και όπως πάντα την τελευταία στιγμή πριν το άλμα στο κενό.
Το βασικό κριτήριο μιας τέτοιας συμμαχίας σε μια χώρα υπό καθεστώς επιτήρησης και 30% ανεργία, δεν μπορεί παρά να είναι ένα και μόνο: ΠΑΡΑΓΩΓΗ, ΠΑΡΑΓΩΓΗ, ΠΑΡΑΓΩΓΗ. Βιώσιμη και πράσινη Ανάπτυξη, υγιής επιχειρηματικότητα, όχι στα ολιγοπώλια και ναι σε ένα καινούργιο Αναπτυξιακό κράτος που επενδύει έξυπνα και κυρίως στηρίζει τη δημιουργικότητα των Ελλήνων. Άλλωστε όπως έγραψε και ο Martin Wolf στους Financial Times (20/11/2013) σε άρθρο του για την παγκόσμια οικονομία, ο μόνος δρόμος για την έξοδο από την κρίση δεν είναι η περιοριστική πολιτική λιτότητας και η συνακόλουθη καταστροφή του παραγωγικού ιστού, αλλά οι ιδιωτικές και κυρίως οι έξυπνες δημόσιες επενδύσεις. Για την Ελλάδα η συνταγή είναι πιο απλή. Διάσωση από την καταστροφή των υπαρχουσών ιδιωτικών και δημοσίων επενδύσεων και άμεση παραγωγική αξιοποίηση τους. Μετά βλέπουμε.
Και ας αφήσουν μερικά υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη σε αγαστή συνεργασία με μερικά εξίσου υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη τα υπονοούμενα του τύπου «τι να κάνουμε, ο καπιταλισμός και ο εκσυγχρονισμός έχουν απώλειες». Τα πουκάμισα της Λάρισας και τα πλεκτά της Πάτρας όπως και χιλιάδες άλλες μικρές και μεσαίες παραγωγικές επιχειρήσεις, πρέπει και μπορούν να επιζήσουν και η ελληνική κοινωνία και πολιτεία πρέπει να κάνουν τα πάντα γι αυτό. Σε μια χώρα που ακόμα και οι σερβιτόροι αναγκάστηκαν να έχουν μεταπτυχιακό δίπλωμα, αν υπάρχει κάποιος που πρέπει πρώτα να κάνει θυσίες, είναι αυτοί οι ίδιοι που εκτός των άλλων οδήγησαν την χώρα σε χρεωκοπία ως διευθύνουσα ελίτ και κατεστημένο. Η μετάθεση των βαρών μόνο στους άλλους και τους πολλούς σε λίγο θα είναι αδύνατο να συνεχιστεί. Το ελπίζω.

Το κλειδί για λύση στη Θράκη

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, εκτυλίσσεται (ή, ορθότερα, μαίνεται) στα media μια συζήτηση για τη μειονότητα της Θράκης. Δυστυχώς η συζήτηση αυτή, από πλευράς όσων την υποκινούν, πρωτοστατούσης της ΝΔ, διεξάγεται με όρους επικίνδυνους και βλάπτει όλους: τη μειονότητα, τα δικαιώματα, τον δημόσιο διάλογο, τη δημοκρατία.
Η άποψή μου, την οποία έχω διαμορφώσει και εκφράσει εδώ και χρόνια, μπορεί να συνοψιστεί, επί του πρακτέου, στο εξής: Αν γίνουν μερικές διορθωτικές κινήσεις σχετικά με τα μειονοτικά στη Θράκη, η Ελλάδα θα μπορέσει να αφήσει πίσω της πολλά από τα προβλήματα για τα οποία είναι συνυπεύθυνη μαζί με την Τουρκία και το μέλλον να είναι καλύτερο, σε καιρούς χαλεπούς για όλους τους πολίτες της, μειονοτικούς και μη.
Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει το ελληνικό κράτος να πάψει να αντιλαμβάνεται τη μειονότητα ως πεδίο άσκησης πολιτικών «εκτάκτου ανάγκης» ή ειδικού χειρισμού και να την εντάξει σταδιακά στις κανονικές δημόσιες πολιτικές ενός ευνομούμενου κράτους.
Τα βασικά πεδία στα οποία χρειάζονται επιτακτικά αλλαγές είναι τα εξής:
1. Η μειονοτική εκπαίδευση, η οποία, παρά τα κεκτημένα του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων, συνεχίζει να βρίθει αναχρονισμών. Ουσιαστικά πρέπει να την ξαναστήσουμε σχεδόν από την αρχή με ένα νέο, σύγχρονο νομικό πλαίσιο· η κεκτημένη εμπειρία, μέχρι σήμερα, δίνει αυτή τη δυνατότητα.
2. Ο θρησκευτικός αρχηγός της μειονότητας, ο μουφτής, ο οποίος διορίζεται με δεκαετή θητεία από την κυβέρνηση. Την ίδια στιγμή, λειτουργούν οι δύο εκλεγμένοι από τη μειονότητα μουφτήδες, φορείς ακραίων τουρκικών εθνικιστικών και συντηρητικών θέσεων. Μοναδική διέξοδος, εδώ, είναι η διάκριση των λειτουργιών μεταξύ ιερωμένου και δικαστή με νόμο του κράτους. Δεν γίνεται και τα δύο σε ένα πρόσωπο, για ένα σύγχρονο κράτος. Καθαρές κουβέντες... Η διάκριση αυτή θα δώσει τη δυνατότητα στην κοινότητα να εκλέγει τον θρησκευτικό της αρχηγό, ο οποίος δεν θα μπορεί να είναι δικαστής. Οι δικαστές δεν εκλέγονται στα σύγχρονα πολιτεύματα.

3. Τρίτο ζήτημα, παρεπόμενο του προηγουμένου. Στη Θράκη πρέπει να βρούμε τον πιο πρόσφορο τρόπο να καταργηθεί ο ισλαμικός νόμος, η Σαρία. Σήμερα, ο (διορισμένος) μουφτής -ως ιεροδίκης - δικάζει υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, σύμφωνα με διατάξεις του ισλαμικού δικαίου, με αποκρουστικά αποτελέσματα σε βάρος της αρχής της ισότητας των φύλων και των δικαιωμάτων του παιδιού. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί.
4. Τα μειονοτικά βακούφια. Τα κοινοτικά ιδρύματα - η περιουσία της μουσουλμανικής κοινότητας - διέπονται από το απόλυτο θεσμικό χάος με μόνο στόχο να μην ελέγχονται από τη μειονότητα. Το αποτέλεσμα είναι απολύτως αδιαφανείς διαδικασίες και ακροβασίες σε ό,τι αφορά τη διαχείρισή τους. Το καθεστώς αυτό πρέπει να αλλάξει άμεσα.
5. Τέλος, υπάρχει το ζήτημα των μειονοτικών σωματείων: την ίδια στιγμή που τα ελληνικά δικαστήρια απαγορεύουν την εγγραφή του καταστατικού τους εξαιτίας του επιθέτου «τουρκικός-ή» στον τίτλο τους, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αποφανθεί ότι τα σωματεία πρέπει να εγγραφούν ως έχουν. Η κατάσταση αυτή οξύνει τα πνεύματα στη Θράκη. Ας εφαρμοστούν επιτέλους οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ετσι δεν μπορεί να συνεχίζουμε.
Το βασικό συνολικό πρόβλημα στη Θράκη, η επίλυση του οποίου θα απελευθερώσει δυναμικές χειραφέτησης στα παραπάνω επιμέρους, είναι η αλλεργία που προκαλεί στο ελληνικό κράτος η χρήση του όρου «τουρκικός» από τους μειονοτικούς που το επιθυμούν και είναι η πολύ μεγάλη πλειοψηφία της μειονότητας. Αυτή αποδίδεται στο ότι η Ελλάδα νιώθει την απειλή πως τυχόν αναγνώριση της δυνατότητας των ανθρώπων να αυτοπροσδιορίζονται όπως θέλουν ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για την αναγνώριση «εθνικής μειονότητας». Για τον λόγο αυτόν υπάρχει χαρά όταν κάποιος αυτοαναγνωρίζεται ως «Πομάκος» ή «Τσιγγάνος» και κατήφεια όταν αυτοαναγνωρίζεται ως «Τούρκος».
Ο φόβος αυτός, όταν έχεις απέναντί σου την Τουρκία, είναι σε έναν βαθμό κατανοητός. Ομως αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αναγνωρίσει νομικά καμία εθνική ή τουρκική μειονότητα, και για τον λόγο αυτόν δεν τίθεται κανένα ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης. Αλλο είναι το κρίσιμο, το οποίο καμία Λωζάννη δεν απαγορεύει: κάθε άνθρωπος να προσδιορίζεται όπως θέλει, χωρίς φραγμούς, και να ονομάζει όπως θέλει τα σωματεία του, αρκεί φυσικά αυτά να σέβονται τους νόμους και το Σύνταγμα.
Αυτό είναι και το κλειδί για τη λύση του μειονοτικού στη Θράκη. Οι άνθρωποι να αυτοπροσδιορίζονται όπως νομίζουν - Τούρκοι, Τσιγγάνοι, Πομάκοι - και θα είναι ικανοποιημένοι για (το γεγονός ότι δεν στριμώχνονται για) αυτό. Να αυτοπροσδιορίζονται όμως, όχι επειδή έτσι χρηματοδοτεί το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής, το τοπικό γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων του ΥπΕξ ή διάφοροι μανδαρίνοι και τα δημιουργήματά τους ένθεν και ένθεν, αλλά επειδή έτσι το ζητάει η ψυχή τους.
Ετερον εκάτερον...

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 27/4

Μπράβο στον ΣΥΡΙΖΑ!

Μπορεί οι απόψεις του ΣΥΡΙΖΑ στα οικονομικά να βρίσκονται κάπου στις παρυφές της Λίθινης Εποχής, όμως οι απόψεις του στα μειονοτικά θέματα βρίσκονται στο mainstream της δυτικοευρωπαϊκής κουλτούρας -κάτι που, δυστυχώς, δεν μπορεί να ειπωθεί για τα υπόλοιπα ελληνικά κόμματα και ιδιαίτερα για την Νέα Δημοκρατία.
Δεν θα σχολιάσω το θέμα της τοποθέτησης και μετά απόσυρσης της υποψηφιότητας της κ. Σουλεϊμάν Σαμπιχά.
Εκεί υπεισέρχονται διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτές, όμως, που ήταν εντυπωσιακές για Έλληνα πολιτικό, ήταν οι δηλώσεις του υποψηφίου του ΣΥΡΙΖΑ καθηγητή Δημήτρη Χριστόπουλου για τα μειονοτικά θέματα. Όπως πολύ σωστά παρατήρησε στις δηλώσεις του, η πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων όλα τα χρόνια δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά ήταν πάντοτε η έκφραση των κρατικών συμφερόντων, έτσι όπως τα προσδιόριζε η ΕΥΠ και το ΥΠΕΞ.
Το πιο χαρακτηριστικό, φυσικά, ήταν ο τραγέλαφος της ονομασίας. Όταν για πολλά χρόνια ο κυριότερος εχθρός της Ελλάδας ήταν η κομμουνιστική απειλή και οι σχέσεις με την Τουρκία ήσαν εξαιρετικές, τότε το ελληνικό κράτος επέβαλλε δια ροπάλου την ονομασία «Τούρκος» στους μειονοτικούς. Όταν αργότερα, λόγω Κυπριακού κυρίως, οι σχέσεις με την Τουρκία χάλασαν, η μειονότητα αίφνης μεταβλήθηκε σε «μουσουλμανική», με την περαιτέρω απίστευτη διάκριση σε «τουρκογενείς, πομάκους και τσιγγάνους»!
Ανασύρθηκε, με άλλα λόγια, από το οπλοστάσιο της μεσαιωνικής ρητορικής ο όρος «γένος», προκειμένου να αποφευχθεί ο χαρακτηρισμός, απλά και ξάστερα, «Τούρκος» για τον μειονοτικό της Θράκης. Όσο δε για τα άλλα «γένη» που συνιστούν τη «μουσουλμανική» μειονότητα, το όλο θέμα θα μπορούσε να είχε λυθεί με τον απλούστερο τρόπο, δηλαδή με μία απογραφή στην οποία θα δινόταν στους ερωτώμενους η επιλογή του προσδιορισμού της εθνοτικής τους ταυτότητας. Όμως κάτι τέτοιο φυσικά θα ήταν αδιανόητο για ένα κράτος όπως το ελληνικό, το οποίο έχει a priori αποφανθεί ότι στην επικράτεια του δεν ζουν άλλες εθνότητες .
Φυσικά η χρήση «γενεαλογικών» μεσαιωνικών προσδιορισμών, έτσι ώστε να αποφευχθεί το πικρό ποτήρι του εθνοτικού πρσδιορισμού, είναι κάτι που το ελληνικό κράτος εφαρμόζει εξαιρετικά επιλεκτικά. Δεν το εφαρμόζει π.χ. ποτέ για τις ελληνικές μειονότητες που ζουν εκτός των συνόρων της χώρας. Έτσι δεν γίνεται ποτέ λόγος για τους «ελληνογενείς» της Αλβανίας. Αυτό που ακούμε πάντα -και πολύ σωστά- είναι για τους «Έλληνες μειονοτικούς» της Αλβανίας.

Πόσες, αλήθεια, καταδίκες ακόμα θα χρειαστούν από το ευρωπαϊκό δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και πόσοι ακόμα εξευτελισμοί των Ελλήνων διπλωματών σε διεθνή συνέδρια, προτού το ελληνικό κράτος υιοθετήσει μία σύγχρονη, λογική και πεφωτισμένη πολιτική στο θέμα των εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που ζουν στη χώρα;
Προς το παρόν, μας παρηγορεί το γεγονός ότι ένα ελληνικό κόμμα δίνει περίοπτη θέση και προβάλλει τις απόψεις ενός εξαιρετικού επιστήμονα και γνώστη του θέματος, όπως του Δημήτρη Χριστόπουλου -κάτι που δυστυχώς δεν τόλμησε να κάνει ούτε καν το Ποτάμι, όταν προέκυψε κάποιο ανάλογο θέμα με τις δηλώσεις του Νίκου Δήμου.

Δημοσιεύτηκε στο protagon στις 23/4