Saturday, 18 May 2024

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Ο δύσκολος δρόμος της χειραφέτησης

Για άλλη μία φορά ένα θέμα που αφορά τη μειονότητα στη Θράκη βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα. Για άλλη μία φορά όλοι γίνονται ειδικοί και εκφράζουν με πάθος βεβαιότητες. Για άλλη μία φορά ένα θέμα που διχάζει κεφαλαιοποιείται από τους εκατέρωθεν εθνικισμούς. Κατά τη γνώμη μου, η χειρότερη υπηρεσία προς τη μειονότητα, προς ολόκληρη την κοινωνία στη Θράκη και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της είναι τούτο: να γίνονται τα δύσκολα θέματα αρμονικής ένταξης συνθήματα, χάρτινο σημαιάκι και κομματικό καρφιτσάκι στο πέτο.
Για να ζήσουν αρμονικά στους κόλπους της κυρίαρχης κοινωνίας οι μειονότητες παντού στον κόσμο χρειάζεται να κατακτηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης. Αντί γι' αυτό όμως συνήθως η κάθε πλευρά ρίχνει το φταίξιμο της έλλειψης εμπιστοσύνης στον «άλλον» της αντίπερα όχθης. Ετσι τα χρόνια περνούν και τα προβλήματα, αντί να λύνονται, γίνονται ακόμη πιο δύσκολα. Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης προϋποθέτει την εγκατάσταση πρακτικών διαλόγου, τη δέσμευση σε μια μακρόχρονη διαδικασία εξεύρεσης λύσεων, όπου ο καθένας θα αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί και θα εργαστεί προς μια κατεύθυνση αμοιβαίων συμβιβασμών, χωρίς χαμένους και κερδισμένους.
Οι μειονότητες - και προφανώς και η μειονότητα στη Θράκη - δεν μπορούν να ενταχθούν αρμονικά στην κυρίαρχη κοινωνία αν απεμπολήσουν την ταυτότητά τους. Και οι ταυτότητες στην ύστερη νεωτερικότητα που ζούμε είναι πολλαπλές, αντιφατικές και συχνά αντικρουόμενες. Εξίσου όμως δεν μπορούν να ενταχθούν αν δεν ισχυροποιηθεί η ιδιότητα του πολίτη, με όλα τα δικαιώματα και όλες τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται.
Παντού στον κόσμο για τις κοινωνικές ομάδες που βιώνουν διχασμούς είναι απαραίτητες διαδικασίες επίλυσης των διαφορών, τόσο από πάνω προς τα κάτω με πολιτικές αποφάσεις, εξίσου όμως και από κάτω προς τα πάνω με τη συμμετοχή όλων στον διάλογο και στη διαπραγμάτευση. Στη Θράκη είναι πολλή ακόμη η δουλειά που πρέπει να γίνει και στα δύο αυτά πεδία, στο εσωτερικό της μειονότητας όσο και της πλειονότητας και παράλληλα στις μεταξύ τους σχέσεις.
Εχοντας δουλέψει πάνω από 15 χρόνια στη Θράκη με αντικείμενο τα θέματα εκπαίδευσης και ένταξης της μειονότητας, μπορώ να μιλήσω για το επίπεδο που αφορά τις από κάτω προς τα επάνω διαδικασίες και να διαβεβαιώσω τον κάθε δύσπιστο αναγνώστη ότι η εγκατάσταση πρακτικών διαλόγου μαθαίνεται από την πολύ μικρή ηλικία. Τα παιδιά μαθαίνουν να κάνουν γέφυρες ανάμεσα στις διαφορετικότητες και το πετυχαίνουν πολύ αποτελεσματικά. Αντλώντας από στοιχεία της σχολικής χρονιάς 2012-13, επτάμισι χιλιάδες παιδιά σχολικής ηλικίας (από σύνολο σχεδόν 14.000) συμμετείχαν σε μαθήματα ελληνικής γλώσσας και σε δημιουργικές δραστηριότητες που οργανώνει το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης των Παιδιών της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη. Πολλοί γονείς (κυρίως μητέρες των παιδιών) μετείχαν σε μαθήματα ελληνικών που τα ζήτησαν οι ίδιες. Η γνώση της γλώσσας του τόπου όπου ζουν είναι απαραίτητη ώστε οι μειονότητες να μπορούν να έχουν φωνή.
Τα παιδιά, όταν μάλιστα βρίσκονται σε κοινές δραστηριότητες μεταξύ μειονότητας και πλειονότητας, κάνουν πράξη τη συμβίωση. Πηγαίνουν πέρα από διχαστικά στερεότυπα, οξύνουν τον αναστοχασμό και την ενσυναίσθηση. Αυτές είναι ιδιότητες που αν δεν κατακτηθούν ποτέ μειονότητα και πλειονότητα δεν θα πορευθούν δημιουργικά μαζί. Θα ήθελα να δώσω ένα πολύ εύγλωττο παράδειγμα από αυτή τη διαδικασία εκμάθησης της συμβίωσης και της συνεργασίας. Στην κατασκήνωση που γίνεται το καλοκαίρι στις όχθες του Νέστου μετέχουν παιδιά και νέοι μειονότητας και πλειονότητας μαζί. Το πρόγραμμα το καταρτίζουν μαζί εμψυχωτές επίσης μειονότητας και πλειονότητας. Πολλοί από αυτούς έχουν συμμετάσχει σε μαθήματα και δραστηριότητες του Προγράμματος όταν ήταν παιδιά. Στις κατασκηνώσεις αυτές τα παιδιά κολυμπούν, κάνουν ομαδικά παιχνίδια, ανακαλύπτουν τη φύση, φτιάχνουν κατασκευές από φυσικά υλικά, παίζουν μουσική αλλά πάνω από όλα βιώνουν τη δημιουργική συμβίωση, τη συνεργασία και τη συμμετοχή. Στο τέλος της κατασκήνωσης το κάθε παιδί φτιάχνει από μια αποχαιρετιστήρια ζωγραφιά. Ενα κοριτσάκι της μειονότητας πέντε χρόνων ζωγράφισε πρόπερσι με πολλά χρώματα γραμμές και καμπύλες που αλληλοτέμνονται. Οταν τη ρώτησαν τι δείχνει η ζωγραφιά, απάντησε: «Το όλον».
Συμπέρασμα: Η ενδυνάμωση της μειονότητας, η χειραφέτησή της από τους εκατέρωθεν εθνικισμούς, η οικοδόμηση της εμπιστοσύνης και η αξιοποίηση των διαφορών είναι ο μόνος δρόμος που εξασφαλίζει το δημιουργικό μέλλον της Θράκης. Αυτό είναι έργο που δεν μπορεί να το κάνει ούτε η μειονότητα ούτε η πλειονότητα μόνη της. Είναι ένας χορός που χορεύεται από δύο.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 27/4

Ζητείται: αντιστροφή του Ελληνικού Παράδοξου

Κάτι λιγότερο από δυο 10ετίες έχουν περάσει από τότε που - στο Χάρβαρντ, με πρωτοβουλία της Γιάννας Αγγελοπούλου και του Kennedy School of Government - δυο ντουζίνες πανεπιστημιακών, πολιτικών, δημοσιογράφων προσπαθούσαν να αποκωδικοποιήσουν σε διεθνές περιβάλλον τι είναι (και πώς λειτουργεί, κι αν έχει πόρτα διαφυγής: εκεί ήταν και παραμένει η ουσία) το Ελληνικό Παράδοξο. Τι είναι αυτό; Ο καθένας δίνει λιγάκι διαφορετικό ορισμό, όμως η συνολική αίσθηση καταλήγει σε δυο βασικές διαστάσεις του φαινομένου: ότι οι ίδιοι οι Έλληνες που "έξω" διαπρέπουν σε κάθε τομέα, "μέσα" γυρνάμε γύρω-γύρω και μένουμε πίσω. ότι ενώ "το Ελληνικό φαινόμενο" δίνει συχνά απεριόριστη υπόσχεση/κουβαλάει μεγάλες προσδοκίες, κάθε τόσο απογοητεύει ως αποτέλεσμα.
Τότε, άνθρωποι σαν τον Νικηφόρο Διαμαντούρο και τον Joseph Nye, σαν τον Σταύρο Θωμαδάκη και τον Misha Glenny, σαν τον Δημήτρη Καιρίδη και τον Monteagle Stearns - αλλά και ο Μάϊκλ Δουκάκης, και ο Κωστής Στεφανόπουλος, και ο Αλέξης Παπαχελάς, και ο Λουκάς Τσούκαλης - είχαν αναλύσει την ελληνική εμπειρία επιχειρώντας να κοιτάξουν μπροστά προς το μέλλον. Αυτό το μέλλον έγινε ήδη σήμερα (ψέματα! εν πολλοίς έγινε ήδη χθες...). Και σήμερα, σε μια περίεργα αμφίθυμη συγκυρία, έχουμε την πρόσκληση μιας από τις πεισματικά αυτοεξόριστες φιγούρες της δημόσιας ζωής των τελευταίων χρόνων - της Γιάννας Αγγελοπούλου - να ξαναδιαβάσουμε εκείνες τις προσεγγίσεις του Ελληνικού Παράδοξου.
Το επιχειρήσαμε. Και αποκομίσαμε, όντως, πέρα από την γεύση του συνεχώς επιβεβαιούμενου déjà vu - γιατί οι ιδιότητες των ανθρώπων, μαζί και οι τοποθετήσεις μπορεί να αλλάζουν, όμως τα φαινόμενα κάτω από την επιφάνεια παραμένουν ανάλλαγα, αποκομίσαμε την αίσθηση, ότι η κύρια/η θεμελιακή πάλη των Ελλήνων είναι με τον εαυτό μας. Σ' όλα τα πεδία όπου αναμετριόμαστε με την πραγματικότητα: μα οικονομικό, μα διεθνοπολιτικό, μα κοινωνικής συνοχής, μα "πολιτικό" (γιατί τα εισαγωγικά; επειδή Έλληνες είμαστε, άρα όλα πολιτικά καταλήγουν - ακόμη και τα τεχνικότερα), με τον εαυτό μας παλεύουμε.
Υπ' αυτήν ακριβώς την έννοια, ένας τέτοιος αναστοχασμός γύρω απο την Ελληνική εμπειρία προκύπτει οδυνηρά επίκαιρος αυτήν την στιγμή. Πώς αυτό; Δείτε - και αναλογισθείτε:

Πώς χρειάζεται να προχωρήσει
πειστικά η ανάταξη της οικονομίας
Εχει ολοκληρωθεί, πάντως έχει γίνει δεκτό ότι ολοκληρώθηκε, το στοίχημα της δημοσιονομικής προσαρμογής της Ελλάδας μετά την (ας είμαστε ειλικρινείς) ελεγχόμενη χρεοκοπία του 2010-12 και την "επάνοδο" στο διεθνές σύστημα (με τους όρους του συστήματος...), πλην όμως με περιορισμένη κατανόηση του κόστους για τους Έλληνες (ο ίδιος ο Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ μίλησε για "υπερβολική κοινωνική σκληρότητα, επειδή δεν είχαμε ασχοληθεί προηγουμένως με τις επιτόπου καταστάσεις...").
Δηλαδή, τι ακριβώς; Η "Ευρώπη" που κάποια στιγμή το είχε αντιμετωπίσει σοβαρά το Grexit, δεν το προχώρησε - νουθέτησαν αυστηρά την Γερμανία και οι Αμερικανοί και οι Κινέζοι, πριν δυο χρόνια τέτοιον καιρό - κυρίως επειδή "εάν η Ελλάδα είχε αφεθεί να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη, τότε όλα της τα μέλη θα υποχρεούνταν να αφήσουν το κοινό νόμισμα αργότερα" (Άνγκελα Μέρκελ, εδώ). Η δε Ελλάδα, είτε συνειδητοποιώντας ότι "η μετάβαση σ' ένα νόμισμα χαμηλότερης αξίας, θα πυροδοτήσει μια μακρά διαδικασία μείωσης εισοδημάτων και [το σημαντικότερο: η προσθήκη δικιά μας] διαρκούς αβεβαιότητας, κατά πάσαν πιθανότητα πολύ μεγαλύτερης και απ' εκείνην που βιώνουν σήμερα οι Έλληνες" (αυτό είναι του Ν. Χριστοδούλακη, απο το "Ευρώ ή δραχμή"), είτε μέσα από την διαχείριση του φόβου στις εκλογές του 2012, δέχθηκε να προσπαθήσει - και το φέραμε το πράγμα έως εδώ.
Ο πειρασμός, τώρα, να το διαλύσουμε όλο εκείνο που με τόση πίεση χτίστηκε (ο ένας για να καυχηθεί προεκλογικά ότι το Πρωτογενές Πλεόνασμα θα το κάνει και Δημοσιονομικό, άρα... γυρίσαμε στον χαμένο παράδεισο του προ 2010. ο άλλος για να πολεμήσει το όποιο πλεόνασμα ως ανύπαρκτο και αντικοινωνικό, άρα εκείνος θα μας επαναφέρει στον Μιλτόνειο παράδεισο) είναι μεγάλος. Και γνήσια Ελληνικός, του τύπου "Ελληνικού Παραδόξου".
Τι θα πει αυτό; Θα πει πως ό,τι πληρώθηκε, πληρώθηκε. Ό,τι χάθηκε σε βιοτικό επίπεδο, χάθηκε. Τώρα επείγει (α) να ανακοπεί ο κατήφορος, να μην πάμε κι άλλο προς τα πίσω και (β) να ξαναπάρει μπρος, αληθινά, η μηχανή.
Το ξεκίνημα της συζήτησης, μετά το EuroWorking Group και από το Eurogroup της 5ης Μαΐου για την ελάφρυνση του χρέους, αν φορτωθεί μια νέα γενιά ΕλληνοΕλληνικής πολιτικής αντιδικίας θα στραβώσει διαπραγματευτικά . Αυτή τουλάχιστον η διαπραγμάτευση θάξιζε κάτι σαν μίνιμουμ ενιαίο μέτωπο. Ακόμη περισσότερο ισχύει αυτό προκειμένου περί του διαβόητου Εθνικού Σχεδίου για την Ανάπτυξη, που έστω ως executive summary (επί βάσεως McKinsey, ΙΟΒΕ και ΚΕΠΕ - fusion μαγειρική) κατατέθηκε στο EuroWorking Group με κάποιες βασικές επιλογές : φορολογικές, κλαδικές, χρηματοδοτικές. Επιμελώς απεφεύχθη κάθε προηγούμενη διαβούλευση! Αποτέλεσμα; Πέρα απο τις πολιτικές βολές απο την αντιπολίτευση, έχουμε και απο την βιομηχανία τις πρώτες αντιδράσεις/αντιρρήσεις/επιφυλάξεις...

Παραδείγματα: απο το μέτωπο του Ασφαλιστικού
έως την επιβίωση των μικρομεσαίων
Ακόμη πιο αιχμηρό υπόσχονται/απειλούν να είναι το μέτωπο που θα ανοίξει ευθύς μετεκλογικά με την Κοινωνική Ασφάλιση. Η δυσοίωνη μοίρα των επικουρικών δεν είναι τίποτε μπροστά στην συνολική επαναπαραμετροποίηση του Ασφαλιστικού, απο 1/1/2015. Γίνεται και αυτήν την φορά να πορευτούμε, χωρίς ένα μίνιμουμ συναίνεσης; Και πώς νοείται επιδίωξη συναίνεσης χωρίς - κάποιαν -συζήτηση;
Ή , πάλι, δείτε το μέτωπο των μικρομεσαίων. Ακόμη και μια επιφανειακή προσέγγιση φανερώνει πόσο ιδιαίτερα περιοριστική είναι η κατάσταση στην Ελλάδα : έρευνα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (το 2013) έδειξε ότι 85% των Γερμανικών ΜΜΕ είχαν από τις τράπεζές "τους" την πλήρη χρηματοδοτική στήριξη που ζητούσαν/χρειάζονταν. Σε χώρες σαν την Γαλλία ή την Αυστρία το ποσοστό αυτό ήταν 72-79%, στην Ιταλία 57%, στην Πορτογαλία 55%, στην Ισπανία 40%. Στην Ελλάδα; Μόλις 25%! Δεύτερη χειρότερη η Ολλανδία γύρω στο 32%. (Οι Ολλανδοί, δε, θεωρούν ότι αυτό οφείλεται στο ότι στην Γερμανία υπάρχει πλήθος τραπεζών, και μάλιστα περιφερειακών, με υψηλό βαθμό ανταγωνισμού, ενώ στην χώρα τους μόλις 3 συστημικές τράπεζες. Ε, εμείς έχουμε 4!).
Την ίδια στιγμή, πάνω από 70% της προστιθέμενης αξίας στην Ελλάδα προέρχεται από τις ΜΜΕ (έναντι 58%, στις χώρες της ΕΕ κατά μέσο όρο), ενώ παρέχεται πάνω από 85% της απασχόλησης που έχει απομείνει (έναντι 67,5% στην ΕΕ). Το να περιγράφει κανείς το πρόβλημα, όμως, δεν χρησιμεύει και τόσο. Από που μπορούν να προέλθουν λύσεις, διέξοδοι - προτού δηλαδή η πτώση απο τις κάπου 900.000 σε κάτω από τις 750.000 (απο τις 330.000 εμπορικές στις κάτω από 200.000) κάνει την κατάσταση ανεπίστροφη;
Η χρηματοδοτική πατέντα που τις κρατούσε ζωντανές ήταν επί δεκαετίες η.... μεταχρονολογημένη επιταγή (δηλαδή: η πίστη στον συναλλασσόμενο). Ο "εξορθολογισμός" που έφερε η εντός Ευρωζώνης ανάπτυξη (δηλαδή: η ανακάλυψη του τραπεζικού χρήματος) οδηγήθηκε μετά το 2010 σε ανώμαλη προσγείωση. Και η ταχύτητα/προσαρμοστικότητα που ήταν οι μεγάλες αρετές των ΜΜΕ, τώρα φθίνουν με επιταχυνόμενο ρυθμό.
Σίγουρα η χαλάρωση του φορολογικού και ασφαλιστικού κλοιού, που λειτουργεί πλέον τυφλά, είναι βασικό προαπαιτούμενο. Και αυτό, χρειάζεται να "πουληθεί" στην Τρόικα, υπό την όποια αυριανή της μετενσάρκωση. Χρηματοδοτικά όμως; Η ύπαρξη και λειτουργία, και η συνεχής νέα εξαγγελία εργαλείων σαν το JEREMIE ή το ΕΤΕΑΝ δεν βοηθάει και τόσο. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι και το - εδώ και 2 χρόνια στα σχέδια - Επενδυτικό Ταμείο/IfG θα κάνει κάτι καλύτερο: οι τράπεζες δυσπιστούν εναντίον του. Συνολικά, η διαδικαστικότητα των ρυθμίσεων, ο βραδύς ρυθμός ανταπόκρισης, η γραφειοκρατικοποίηση εκεί που χρειάζεται ακριβώς ταχύτητα, η αλληλεπικάλυψη, τραβάει προς τα κάτω.
Απο τα άλλα εργαλεία που συζητήθηκαν σε πρόσφατη διοργάνωση της Ευρωπαϊκής ΟΚΕ (επ' ευκαιρία της Ελληνικής Προεδρίας), λύσεις όπως ειδικά "παράθυρα" στο Χρηματιστήριο, συνεταιριστικές πιστωτικές ενώσεις, λύσεις crowd-financing ή βοήθεια από μεγαλύτερες επιχειρήσεις/business angels, δύσκολα θα ρίζωναν στην άνυδρη Ελληνική γη.
Πιο επείγον, να στραφούν/μεταστραφούν χρηματοδοτικά εργαλεία που σήμερα περιορίζονται στην στήριξη νέων επενδύσεων στην υποβοήθηση της κεφαλαιακής αναδιάρθρωσης των ΜΜΕ. Δηλαδή να διασωθεί κάτι που υπάρχει, και που πάει να σβήσει απο την πίεση των τραπεζών για απομόχλευση. Εχει άλλωστε ένα στοιχείο υποκρισίας να μιλάμε για επενδύσεις των ΜΜΕ, όταν οι υφιστάμενες πάνε φούντο... Ή, πάλι, ας μεταφερόταν και στην Ελλάδα κάτι σαν το βρετανικό σχήμα FLS/Funding for Lending Scheme, που τι κάνει; Δίνει φρέσκο χρήμα στις τράπεζες (και μάλιστα μοχλευμένο) αλίμονο άμα αποδεικνύουν ότι δανείζουν ήδη σε ΜΜΕ. "Δάνεισες; Αναχρηματοδοτείσαι!"
Αντιστροφή του Ελληνικού Παραδόξου: αυτό χρειάζεται η εποχή.

Δημοσιεύτηκε στην Ναυτεμπορική στις 29/4

Από την κρίση των πυραύλων στην ουκρανική κρίση

Η τωρινή διαμάχη Ρωσίας - Δύσης στο θέμα της Ουκρανίας θυμίζει πολύ τη διαμάχη ΗΠΑ - Σοβιετικής Ενωσης την εποχή της εγκατάστασης ρωσικών πυραύλων στην Κούβα. Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνει κανείς τις δύο καταστάσεις κρίσης στη βάση μιας σημαντικής διάκρισης που διατύπωσε ο Μαξ Βέμπερ, ένας από τους πατέρες της κλασικής κοινωνιολογίας. Ο Βέμπερ, αναλύοντας διάφορους τύπους κυριαρχίας, διακρίνει μεταξύ τυπικής και ουσιαστικής ορθολογικότητας (formal and substantive rationality). Στην πρώτη περίπτωση, στο πλαίσιο μιας διαμάχης, η επιχειρηματολογία της μιας πλευράς στηρίζεται σε κανόνες δικαιικούς που νομιμοποιούν/δικαιολογούν μια συγκεκριμένη στρατηγική. Στη δεύτερη περίπτωση, η τυπική ορθολογικότητα δίνει τη θέση της στην ουσιαστική. Στο επιχείρημα πως σοβαροί λόγοι αυτοσυντήρησης ή αυτοάμυνας οδηγούν στην επιλογή όχι του τυπικού, αλλά του ουσιαστικού.
Η κουβανική κρίση
Στην Κούβα οι ΗΠΑ, όπως η Ρωσία σήμερα, ακολούθησαν την ουσιαστική ορθολογικότητα, ενώ η Σοβιετική Ενωση την τυπική. Η τελευταία νομιμοποίησε τη στρατηγική της εγκατάστασης των πυραύλων σε κουβανικό έδαφος στη βάση του διεθνούς δικαίου: η Κούβα σαν ανεξάρτητη χώρα είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει από τη σύμμαχό της στρατιωτική βοήθεια υπό τη μορφή πυραύλων. Από την άλλη μεριά, η αμερικανική κυβέρνηση θεώρησε πως η ρωσική κίνηση έβαζε σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας. Επειδή η Κούβα βρίσκεται στο «κατώφλι» της αμερικανικής υπερδύναμης, ανεξαρτήτως του διεθνούς δικαίου, οι ρωσικές εγκαταστάσεις δεν ήταν με κανέναν τρόπο ανεκτές. Από την αμερικανική σκοπιά, αν η Σοβιετική Ενωση δεν έκανε πίσω, η στρατηγική της θα θεωρούνταν casus belli. Ευτυχώς ο Χρουστσόφ, ως πραγματιστής, λογικός άνθρωπος, έκανε πίσω - και αυτό ήταν το πρώτο σημαντικό βήμα που οδήγησε σταδιακά στην άμβλυνση του ψυχροπολεμικού κλίματος.
Η ουκρανική κρίση
Σε αυτή την περίπτωση η διαμάχη Δύσης (ΕΕ συν ΗΠΑ) - Ρωσίας έχει παρόμοια δομή με την προηγούμενη κρίση - με τη διαφορά πως εδώ οι ρόλοι αντιστρέφονται: η Ρωσία ακολουθεί επιχειρήματα ουσιαστικής ορθολογικότητας, ενώ η δυτική συμμαχία τυπικής. Κατά τους Δυτικούς, οι πρώην σοβιετικοί δορυφόροι, από τη στιγμή που κέρδισαν την εθνική ανεξαρτησία τους, με βάση το διεθνές δίκαιο, έχουν κάθε δικαίωμα να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ (έναν οργανισμό που οι μεν Δυτικοί θεωρούν ότι έχει καθαρά αμυντικό χαρακτήρα, ενώ οι Ρώσοι τον βλέπουν ως επιθετικό/επεκτατικό - αν όχι «ιμπεριαλιστικό»). Για τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους το γεγονός ότι στην Κριμαία η πλειονότητα του πληθυσμού είναι ρωσική δεν σημαίνει πως κάθε περιοχή μιας χώρας έχει το δικαίωμα (λόγω μιας «τοπικής» πλειονότητας) να αποσπασθεί από την ουκρανική επικράτεια και να ενταχθεί στη ρωσική.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία ακολουθεί την ουσιαστική ορθολογικότητα. Βλέπει την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ ως συνέχεια της ένταξης της Πολωνίας και των χωρών της Βαλτικής στο δυτικό στρατόπεδο. Και βέβαια, βλέπει κατά τον ίδιο τρόπο την εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων σε πολωνικό έδαφος. Κατά τους Ρώσους η πιθανή ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ αποτελεί ένα ακόμα επεκτατικό βήμα, αυτή τη φορά σε μια χώρα που βρίσκεται στο «κατώφλι» της ρωσικής υπερδύναμης. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που ο Πούτιν αποφάσισε να τραβήξει κόκκινη γραμμή στην περίπτωση της Ουκρανίας. Αψηφώντας το διεθνές δίκαιο και ακολουθώντας τη βεμπεριανή έννοια της ουσιαστικής ορθολογικότητας, αποφάσισε να βάλει ένα τέρμα στη σταδιακή συρρίκνωση της ρωσικής «σφαίρας επιρροής». Η ενσωμάτωση της Κριμαίας στη «μητέρα πατρίδα» είναι μια πρώτη αντίδραση στην υποτιθέμενη νατοϊκή περικύκλωση της ρωσικής επικράτειας.
Πίσω στον Ψυχρό Πόλεμο;
Πέρα από τις δυο ορθολογικότητες υπάρχει και η κοινή λογική. Είναι προφανές πως ένας δεύτερος Ψυχρός Πόλεμος δεν βλάπτει μόνο τα δυτικά και ρωσικά συμφέροντα. Δημιουργεί επίσης, παρ'όλο που είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνος από τον πρώτο, προβλήματα που θα εμποδίσουν την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας και τη σταδιακή επικράτηση της παγκόσμιας ειρήνης. Είναι γνωστό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται τη συνεργασία της Ρωσίας, αν όχι για να λύσουν, τουλάχιστον για να αμβλύνουν τα δραματικά αποτελέσματα του συριακού εμφυλίου πολέμου. Χρειάζονται επίσης τη συνεργασία σε ό,τι αφορά το Παλαιστινιακό, το Ιρανικό και την παγκόσμια άνοδο, κυρίως, αλλά όχι μόνο, του αραβικού φονταμενταλισμού. Από αυτή τη σκοπιά, και ο νατοϊκός μυωπικός επεκτατισμός και ο ρωσικός αντιδραστικός εθνικισμός μάς πάνε πίσω. Δημιουργούν μια νέα ψυχροπολεμική κατάσταση που κάνει τις δυο πλευρές να κοιτάνε προς τα πίσω, να ακολουθούν μια γεωπολιτική λογική του παρελθόντος. Πρέπει επιτέλους και οι δυο πλευρές να απαλλαγούν από τις εθνικιστικές, ψυχροπολεμικές παρωπίδες - για το καλό των ιδίων αλλά και της ανθρωπότητας.
Βέβαια, δεδομένου πως ούτε η Δύση ούτε η Ρωσία θέλουν να προχωρήσουν σε έναν ρωσοδυτικό πόλεμο, η ουκρανική κρίση δεν είναι τόσο σοβαρή όσο αυτή της Κούβας. Η τωρινή ψυχροπολεμική κατάσταση, σε σύγκριση με την προηγούμενη, είναι λιγότερο επικίνδυνη. Πρόκειται δηλαδή για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο «light». Οι κυρώσεις δεν πρόκειται να είναι αποτελεσματικές. Ηδη η Γερμανία είναι εξαιρετικά διστακτική σε αυτό το θέμα. Οσο για τις ΗΠΑ, παρ' όλες τις πολεμικές κραυγές μιας μερίδας των Ρεπουμπλικανών, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών δεν θέλει η χώρα να εμπλακεί, μετά το φιάσκο στο Ιράν και στο Αφγανιστάν, σε νέες πολεμικές περιπέτειες.
Συμπέρασμα
Hταν δυνατόν να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση της ουκρανικής κρίσης; Σαφώς ναι. Η μεν Ρωσία θα έπρεπε να σεβαστεί την ακεραιότητα της ουκρανικής επικράτειας, απαιτώντας μόνο μια μεγαλύτερη πολιτιστική και διοικητική αυτονομία της Κριμαίας, αυτονομία εντός των ουκρανικών συνόρων. Οσο για τους Δυτικούς, θα έπρεπε να αντιληφθούν πως χώρες όπως η Ουκρανία και η Γεωργία, που βρίσκονται στο «κατώφλι» της Ρωσίας, δεν πρέπει να γίνουν μέλη της νατοϊκής «οικογένειας». Μπορεί η ρωσική απαίτηση περί ουκρανικής ουδετερότητας να μη συνάδει με το διεθνές δίκαιο. Συνάδει, όμως, με τα ουσιαστικά συμφέροντα όχι μόνο της Ρωσίας, αλλά και με τα μακροχρόνια συμφέροντα της Δύσης. Πρόκειται για μια περίπτωση που η ουσιαστική ορθολογικότητα, όπως και στην περίπτωση της κουβανικής κρίσης, έπρεπε να υπερισχύσει της τυπικής. Στη Δύση τα ΜΜΕ και οι πολιτικές ελίτ μάς βομβαρδίζουν από το πρωί ως το βράδυ ότι ο «τσάρος» Πούτιν, στην περίπτωση της Κριμαίας, αγνόησε το διεθνές δίκαιο. Ξεχνούν, όμως, πως τη μεγαλύτερη ευθύνη για τον νέο Ψυχρό Πόλεμο την έχουν οι ΗΠΑ και η ΕΕ. Την έχει η κοντόφθαλμη νατοϊκή στρατηγική που ξεκίνησε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Η παραπάνω θέση δεν βασίζεται στον δογματικό ελληνικό αντιαμερικανισμό, βασίζεται στην πρόβλεψη πως από τη στιγμή που η αμερικανική κυβέρνηση εγκατέστησε πυραύλους στην Πολωνία, η Ρωσία θα αντιδρούσε επιθετικά όταν θα στεκόταν στα πόδια της.
ΥΓ.: Το κείμενο γράφτηκε πριν από τις πρόσφατες εξελίξεις στην ανατολική Ουκρανία. Οι τελευταίες όμως δεν αλλάζουν τη βασική επιχειρηματολογία του.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 27/4

Λάθος, πρωθυπουργέ!

Ο όρος «βαριά βιομηχανία», παραπέμπει κατά τον πρωθυπουργό κ. Σαμαρά, σε κάτι μουγκό, σε κάτι απρόσωπο. Έτσι ακριβώς αναφέρθηκε στο συνέδριο στο Μέγαρο Μουσικής, σε ομιλία του για τον τουρισμό, μπροστά σε εκπροσώπους τουριστικών επιχειρήσεων, την Τετάρτη, 30 Απριλίου.
Η έκφραση αυτή, από τα υπεύθυνα χείλη του πρωθυπουργού της Ελλάδος, είναι απαξιωτική για την όποια βιομηχανία έχει μείνει στην Ελλάδα, τρομάζει σαφώς και πιθανούς επενδυτές ή βιομήχανους Έλληνες, που ίσως σκέφτονται να επενδύσουν στην Ελλάδα, αλλά και Ευρωπαίους ή Ασιάτες βιομήχανους. Με ποια προοπτική να έρθουν στην Ελλάδα; ΄Οταν μια τέτοια δημόσια αναφορά του πρωθυπουργού στιγματίζει, κατά κάποιο τρόπο, την κοινωνία της βιομηχανίας;
Ο κύριος Σαμαράς μάλλον δεν έχει επισκεφθεί σύγχρονες βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Δεν είχε, ίσως, δυστυχώς, τη δυνατότητα να αποκτήσει σχετικές παραστάσεις. Παρόλο που ακόμα υπάρχουν και στην Ελλάδα πολύ αξιόλογες βιομηχανικές μονάδες αλλά και εργαζόμενοι εκεί. Αυτοί οι επιχειρηματίες, οι υπάλληλοι και εργάτες της ελληνικής βιομηχανίας, είναι το περιεχόμενο του απρόσωπου; Όχι βέβαια, και πρόσωπο έχουν και όνομα. Και υπόληψη.
Ε, λοιπόν ναι, ζηλεύω τους Γερμανούς, που η πρωθυπουργός τους, η κυρία Μέρκελ, πηγαίνει ανελλιπώς, κάθε έτος, στη βιομηχανική έκθεση του Αννόβερου, δίνει πρώτη το παρόν, συνομιλεί με ευρευνητές και με βιομήχανους για τις νέες τεχνολογίες, παίρνει μηνύματα για να τα περάσει στα υπουργεία της. Έτσι δημιουργείται πολιτικό και κοινωνικό κλίμα για την περιπόθητη ανάπτυξη. Έτσι μειώνεται η ανεργία, σε αντίθεση με την Ελλάδα.
Τι σήμα παίρνουν άραγε, από την αναφερθείσα φράση του πρωθυπουργού, τα νέα παιδιά που σπουδάζουν στα Πολυτεχνεία και σε Τεχνικές Σχολές, αλλά και σε Πανεπιστήμια, με τη θέληση να διαπρέψουν σε δοκιμασμένες, αλλά και σε νέες τεχνολογίες, οι οποίες, ναι, εφαρμόζονται και στη βιομηχανία; Ή να πάρουν τα ματια τους και να σηκωθούν να φύγουν;
Τι αποτυπώνει άραγε το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα της Ελλάδος, που συζητήθηκε έντονα στη Βουλή, σχετικά με τη βιομηχανία; Έχει εγκαταλειφθεί κάθε ιδέα ανάκαμψης και εκμοντερνισμού της ελληνικής βιομηχανίας; Έτσι φαίνεται. Καμία σχετική πινελιά αισιοδοξίας από τον πρωθυπουργό. Οι όποιες ελπίδες, λοιπόν, επαφίενται στις υπηρεσίες, και δη στον τουρισμό.
Η ιδέα ότι ένα κράτος μέσα στη Ευρώπη, με τη δομή και με τον πληθυσμό της Ελλάδος, δεν χρειάζεται βιομηχανική παραγωγή, είναι απατηλή. Μικρές και μεγάλες χώρες, εντός και εκτός του ευρώ, που ευημερούν, έχουν σοβαρή βιομηχανία. Από τη Δανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβενία, την Τσεχία μέχρι την Ελβετία, όλες. Για να μην αναφερθώ στη Νότιο Κορέα η στη Νότιο Αφρική.
Κλείνω με μια ιστορική αναδρομή στην Αγγλία, στο έτος 1980. Όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά, στην εκεί οικονομία, αρκετοί πολιτικοί είχαν προτείνει στροφή αποκλειστικά στις υπηρεσίες. Οι μάχες με τα συνδικάτα ήταν στο ζενίθ.
Αλλά ύψωσαν την φωνή τους, ευτυχώς για την Αγγλία, και άλλοι με αντίθετη γνώμη, όπως ο διοικητής της GEC, λόρδος Winstock.
«Τι θα κάνει ο τομέας παροχής υπηρεσιών, είπε, εάν δεν θα έχουμε βιομηχανική παραγωγή; Κατά πάσαν πιθανότητα θα γίνουμε υπηρέτες αυτών, που θα είναι σε θέση να παράγουν αξιόλογα προϊόντα. Εμείς θα ταΐζουμε τους φύλακες του Πύργου του Λονδίνου. Θα είμαστε γραφικοί».
Η Αγγλία άλλαξε ρότα. Με την κυβέρνηση της Θάτσερ. Η οποία έφερε αξιολογότατες επενδύσεις στη βιομηχανία της Αγγλίας από την Ιαπωνία αρχικά, και μετά και από τη Γερμανία.
Τα συμπεράσματα για την Ελλάδα, δικά σας.
Υποσημείωση: Κύριε Σαμαρά, εάν θέλετε να επισκευθείτε σύγχρονες, διόλου «μουντές», βιομηχανικές μονάδες στη Γερμανία, έχω άμεση πρόσβαση σε πολλούς τομείς. Μπορώ να σας βοηθήσω. Παρόλο που, μάλλον, δεν χρειάζεστε τη δική μου βοήθεια, υπάρχει και ο απεσταλμένος της κυρίας Μερκελ, ο κύριος Fuchtel, που πιστεύω πως θα σας εξυπηρετήσει σχετικά, εάν το θέλετε.

Δημοσιεύτηκε στο protagon την 1/5

«ΑΡΓΩ»-ναυτική εκστρατεία στις Βρυξέλλες - Οι Έλληνες στελέχη εταιρειών δικτυώνονται στις Βρυξέλλες

Δεκάδες Έλληνες στελέχη πολυεθνικών επιχειρήσεων, δικηγόροι σε μεγάλα διεθνή δικηγορικά γραφεία της Αμερικής, Μ. Βρετανίας, Γαλλίας κ.λπ, στελέχη ενώσεων, ΜΚΟ και, γενικά, του ιδιωτικού τομέα στο Βέλγιο σύστησαν την «ΑΡΓΩ – Δίκτυο Ελλήνων Βελγίου», στην πρώτη γενική τους συνέλευση, την περασμένη Τρίτη, σε γνωστό ξενοδοχείο των Βρυξελλών.
Στους δύσκολους καιρούς που διανύει η Ελλάδα, Έλληνες, διακεκριμένα στελέχη του ιδιωτικού τομέα που ζουν και εργάζονται στο Βέλγιο, αποφάσισαν να δικτυωθούν στις Βρυξέλλες, με σκοπό τη διάδοση θετικών μηνυμάτων για την Ελλάδα στον επαγγελματικό και κοινωνικό τους περίγυρο, καθώς και την αλληλοϋποστήριξή τους και την προώθηση των σχέσεων με συναφείς φορείς στο Βέλγιο και την Ευρώπη.

Η «ΑΡΓΩ – ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΕΛΓΙΟΥ» θα οργανώνει εκδηλώσεις με διακεκριμένους Έλληνες και ξένους προσκεκλημένους από τον χώρο της πολιτικής, των επιχειρήσεων, της επιστήμης και της διανόησης, οι οποίοι έχουν σημαντικό λόγο και απόψεις για τις δημόσιες υποθέσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Η πρώτη εκδήλωση αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον από τους Έλληνες των Βρυξελλών και, σύμφωνα με πληροφορίες, ο κεντρικός ομιλητής θα είναι κορυφαίο δημόσιο πρόσωπο που κινείται μεταξύ Αθήνας και Βρυξελλών.

Ήδη, στο γνωστό μέσο επαγγελματικής δικτύωσης Linkedin, συνδέονται δεκάδες ενδιαφερόμενοι γύρω από την ΑΡΓΩ-ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΕΛΓΙΟΥ, γεγονός που αποδεικνύει το ζωηρό ενδιαφέρον των Ελλήνων που διακρίνονται σε διάφορους επαγγελματικούς τομείς στις Βρυξέλλες και τη διάθεσή τους να ενώσουν τις δυνάμεις τους ως κατεξοχήν εξωστρεφείς Έλληνες που «άνοιξαν τα πανιά τους» σαν σύγχρονοι Αργοναύτες στον απαιτητικό διεθνή ανταγωνισμό εργασίας στο κέντρο της Ε.Ε. και των αποφάσεων, διατηρώντας ταυτοχρόνως την ελληνική τους ταυτότητα και την έννοια για τη δοκιμαζόμενη Ελλάδα.

Καλοτάξιδη, λοιπόν, η «ΑΡΓΩ – ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΕΛΓΙΟΥ»! Στις παρούσες δύσκολες περιστάσεις που περνάει η Ελλάδα, χρειαζόμαστε συνένωση δυνάμεων, αφού, εν τέλει, δεν υπάρχουν επιβάτες στη σύγχρονη ΑΡΓΩ, αλλά, με τον τρόπο μας ο καθένας, είμαστε όλοι πλήρωμα - είτε στην Αθήνα είτε στις Βρυξέλλες...

Τρεις πλάνες και μία αλήθεια

Εβδομάδες σύγχυσης οι τελευταίες για έναν σκεπτόμενο πολίτη. Από τη μια, οικονομικοί αναλυτές με αγελαία αντανακλαστικά τον καλούσαν να πανηγυρίσει την έξοδο στις αγορές. Από την άλλη, μια αντιπολίτευση σε υστερία τον εξόρκιζε να τα θεωρήσει όλα μια καλοστημένη κυβερνητική απάτη. Τι συμβαίνει λοιπόν;
1η πλάνη: Η χώρα βγήκε επιτυχώς στις αγορές διότι οι επενδυτές περιμένουν την ανάπτυξη.
Οχι. Οι ξένοι επενδυτές συνέρρευσαν μαζικά να αγοράσουν το πενταετές ομόλογο γιατί περιμένουν συμφέρουσες αποδόσεις στην επένδυσή τους, που έχει υψηλό επιτόκιο, ασφάλεια ισχυρού νομίσματος, χωρίς κίνδυνο χρεοκοπίας. Η ανάπτυξη είναι άλλο θέμα. Αλλά η Ελλάδα δεν θεωρείται πια οικονομία υψηλού κινδύνου, και αυτό είναι μεγάλη υπόθεση αν σκεφτεί κανείς από τι περάσαμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
2η πλάνη: Ηταν άχρηστη, αν όχι επιζήμια, η έξοδος στις αγορές.
«Μέρα πένθους και όχι χαράς», έγραψε κάποιος. Ούτε άχρηστη, ούτε επιζήμια, ούτε σωτήρια. Ομως αναμφίβολα θετική. Τέσσερα χρόνια τώρα, η διεθνής εικόνα της Ελλάδας ήταν συνώνυμη της αποτυχίας, αποκλεισμένη από τις αγορές, επιβιώνουσα χάρη στην έκτακτη αιμοδοσία των ξένων. Η εκδήλωση επενδυτικού ενδιαφέροντος αντιστρέφει το αρνητικό στερεότυπο. Τροφοδοτεί θετικές προσδοκίες. Και βοηθά στη γενική αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού. Δεν είναι η έξοδος από την κρίση, αλλά είναι η αρχή της εξόδου.
Βέβαια, ο εγχώριος παραλογισμός χτύπησε κόκκινο. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι κατέφυγε στις αγορές για να δανειστεί με επιτόκιο 4,9% – έναντι του 1,5% που μας δίνει η τρόικα. Ορισμένοι θέλουν να ακυρώσουμε το Μνημόνιο, αλλά να κρατήσουμε τη φθηνή χρηματοδότηση, να κηρύξουμε παύση πληρωμών στους εταίρους αφού όμως μας δώσουν πρώτα ένα σχέδιο Μάρσαλ, να διώξουμε την τρόικα αφού συμμαχήσουμε με το ΔΝΤ για να πιέσουμε τους Ευρωπαίους να μας «κουρέψουν» το χρέος.
3η πλάνη: Τώρα που έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα και πρόσβαση στις αγορές, μπορούμε να απειλήσουμε τους εταίρους με στάση πληρωμών.

Λάθος. Η σχέση με τους εταίρους είναι εμπεδωμένη σε βάθος χρόνου, σε πλαίσιο αμοιβαίων υποχρεώσεων και ωφελειών. Σκεφτείτε όσα πρόκειται η χώρα να λάβει από τον κοινοτικό προϋπολογισμό την επόμενη επταετία, αλλά και όσα μπορεί ακόμα να διεκδικήσει. Το ήθος της εταιρικής συνύπαρξης και ο ευρωπαϊκός ορίζοντας της χώρας αποκλείουν μονομερείς ενέργειες και συμπεριφορές Βαλκάνιου νταή.
Η διαπραγματευτική δύναμη της χώρας είναι σήμερα ισχυρότερη όχι επειδή μπορούμε να απειλήσουμε με χρεοκοπία, αλλά επειδή τηρήσαμε τα συμφωνημένα, εξαλείψαμε τα ελλείμματα, ματώσαμε για να μείνουμε στο ευρώ. Είναι πάντως απίστευτο πώς η ιδέα ενός καμικάζι εκβιασμού εξακολουθεί ακόμη να γαργαλάει τη φαντασία. Δεν μάθαμε τίποτε από τη δραματική εμπειρία της Κύπρου; Αυτό που μπορεί να πει η Ελλάδα δεν είναι: αν δεν μου διαγράψεις το χρέος, θα το διαγράψω μόνη μου. Είναι: στήριξε την ανάπτυξή μου, για να μπορώ να εξυπηρετώ και το χρέος μου. Οσο για την απειλή, δεν είναι ποτέ αξιόπιστη όσο η ενεργοποίησή της θα επέφερε πολλαπλάσια ζημία στον απειλούντα από ό,τι στον απειλούμενο.
Και μία αλήθεια: Η βελτίωση των οικονομικών μεγεθών δεν περιορίζει τις ανοησίες για τα τάχα πλεονεκτήματα εξόδου μας από το ευρώ.
Κι έχουμε ακούσει πολλές, ακόμα και από τους σοβαρότερους. Κάποιοι, όπως ο Κρούγκμαν που είχε προβλέψει επιστροφή στη δραχμή, παραδέχθηκαν το λάθος τους. Αλλοι πάλι όχι, όπως ο κορυφαίος σύμβουλος αμερικανικής τράπεζας, που το καλοκαίρι 2012 προφήτευε 90% πιθανότητα εξόδου από το ευρώ σε ένα χρόνο επειδή η Ελλάδα έχει κυβέρνηση συνεργασίας!
Η ατυχέστερη ανάλυση της εβδομάδας περιέκλειε πάντως μία μεγάλη αλήθεια. Ενας από τους καλύτερους αρθρογράφους των Financial Times, προφανώς σε πολύ κακή μέρα, περιγράφει το σενάριο μιας τάχα σωτήριας εξόδου από το ευρώ. Προσέξτε: «Η Ελλάδα κηρύσσει παύση πληρωμών στο σύνολο του εξωτερικού της χρέους. Εισάγει νέο νόμισμα, το οποίο αμέσως θα υποτιμάτο. Για να κλειδώσει την ανταγωνιστική ισοτιμία, μετατρέποντάς την σε πραγματική υποτίμηση, θα χρειαζόταν μια κεντρική τράπεζα με αξιόπιστη αντιπληθωριστική πολιτική και επαρκώς απελευθερωμένες αγορές προϊόντων και εργασίας. Αυτή δεν είναι εύκολη επιλογή, και θα απαιτούσε πολύ περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις από όσες έχει κάνει ώς τώρα η Αθήνα».
Δηλαδή, με απλά λόγια, μας λέει ο καλός αναλυτής: Επειδή πρέπει να κάνουμε ακόμα πολλά και δύσκολα για να γίνουμε ανταγωνιστικοί μέσα στο ευρώ, καλύτερα να γυρίσουμε στη δραχμή, όπου για να αποκτήσουμε ανταγωνιστικότητα θα πρέπει να κάνουμε ακόμα περισσότερα και δυσκολότερα!
Χρειάζονται ακόμα πολλά για να περάσουμε σε διατηρήσιμη ανάπτυξη και δημιουργία απασχόλησης. Αλλά όχι εύκολες λύσεις, παιχνίδια εκβιασμών, χρεοκοπίας και δραχμής. Η ανάπτυξη και οι δουλειές θα έρθουν από πλήθος διαρθρωτικών αλλαγών, όπως η προωθούμενη αξιολόγηση στο κράτος. Από αμέτρητες δράσεις που θα προσπαθούν να τοποθετήσουν όχι μόνο ελληνικά ομόλογα αλλά ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες σε ξένες αγορές, και να κρατήσουν τα καλύτερα μυαλά στη χώρα. Για να περάσουμε σε έναν ενάρετο κύκλο ανάπτυξης και απασχόλησης, με εξωστρεφείς επιχειρήσεις ποιότητας και προστιθέμενης αξίας. Οχι καφετέριες, αλλά εταιρείες υψηλής τεχνολογίας. Αυτά και πολλά ακόμη θα συναποτελέσουν ένα εθνικό σύμφωνο μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης, που θα δεσμεύει τη χώρα για τα επόμενα χρόνια. Και που θα έχουμε καταρτίσει εμείς και όχι η τρόικα.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 19/4

Τράπεζα της Ελλάδος. Κοιτώντας μπροστά

Η κυβέρνηση σύντομα θα λάβει μία σημαντικότατη πολιτική επιλογή που είναι καίριας σημασίας για όλους μας. Την επιλογή του νέου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας (αλλά και την θέση του υποδιοικητή).
Εξουσίες
O Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικο-οικονομικού συστήματος, κατοχυρωμένος με καταστατική ανεξαρτησία και σημαντικότατες (και λόγω κρίσης διευρυμένες) αρμοδιότητες για ιδιαιτέρως σημαντικά ζητήματα. Μερικές μόνο από τις αρμοδιότητες της ΤτΕ (δες αναλυτικότερα εδώ).
Εποπτεία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος (αλλά και των ασφαλιστικών εταιρειών), η οποία όπως τουλάχιστον φάνηκε σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξε ελλιπής κατά την τελευταία δεκαετία.
Έλεγχο της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών (σε συνεργασία με το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), κατά την οποία οι Έλληνες πολίτες –και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές- επωμίστηκαν ένα χρέος περίπου 40-45 δισεκατομμυρίων ευρώ για να διασώσουν τις τράπεζες.
Εκπροσώπηση της χώρας στο διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) που χαράζει τη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης, λαμβάνοντας υψίστης σημασίας αποφάσεις για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, όπως το ύψος των επιτοκίων, η παροχή ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, κ.λπ.
Συμβολή στον σχεδιασμό και εφαρμογή της Τραπεζικής Ένωσης, στην οποία η ΕΚΤ θα έχει κεντρικό ρόλο. Η Τραπεζική Ένωση (Banking Union) είναι ίσως το πιο μεγαλεπήβολο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία δεκαετία, καθώς θα σχεδιαστούν και εφαρμοστούν πολιτικές (α) για την εγγύηση των καταθέσεων μέσω ενός Ευρωπαϊκού Συνεγγυητικού Ταμείου (η σύσταση του οποίου έχει μετατεθεί για το μέλλον) , (β) την διαδικασία πτώχευσης και αναδιάρθρωσης τραπεζών, (γ) τον ρόλο κρατών και τραπεζών, (δ) του ρίσκου των καταθέσεων (μέσω την μόχλευσης των τραπεζών), και πολλά άλλα. Επιπλέον, η ΕΚΤ σύντομα αναλαμβάνει τον έλεγχο και την εποπτεία των μεγάλων (συστημικών) τραπεζικών ιδρυμάτων της Ευρώπης.
Εξαιτίας της κρίσης, της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους μέσω του PSI και της ανακεφαλαιοποίησης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, οι αρμοδιότητες της ΤτΕ έχουν επεκταθεί και σε τομείς που δεν άπτονται των παραδοσιακών αποστολών των κεντρικών τραπεζών και είναι ιδιαιτέρως πολιτικές.
Το Απευκταίο
Η επιλογή του επόμενου διοικητή της ΤτΕ δεν θα πρέπει να γίνει ούτε με τη λογική του μοιράσματος θέσεων 4-2-(1), ούτε ως αποκατάσταση (μερικά ή ολικά) αποτυχημένων πολιτικών. Και φυσικά ούτε βάσει κομματικών ενσήμων ή εντοπιότητας («το ίδιο ή το απέναντι χωριό», Καλαμάτα ή Θεσσαλονίκη...).
Ίσως το πιο σημαντικό, η επιλογή δεν θα πρέπει να γίνει από τους ίδιους τους ελεγχόμενους, δηλαδή τους τραπεζίτες, ούτε όμως και από τα ΜΜΕ, στα οποία η ΤτΕ ασκεί πλέον έμμεσα έλεγχο καθώς βασίζονται σε διαρκή αναχρηματοδότηση από τις τράπεζες. Ο νέος διοικητής (και υποδιοικητής) της ΤτΕ οφείλει να είναι πρόσωπο «εκτός συστήματος», ιδεατά κάποιος επιφανής, πετυχημένος και με αποδοχή τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό Έλληνας. Επιπλέον, η επιλογή πρέπει να γίνει με έναν τρόπο διαφανή, ανοικτό και όχι κρυφά στο παρασκήνιο. Ο έλεγχος των υποψηφίων απαιτείται να είναι ενδελεχής, αξιοκρατικός και ανοικτός.
Πρόταση
Καταθέτω λοιπόν μία –πιστεύω- ρεαλιστική πρόταση για την επιλογή του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδας, που θα μπορούσε να υιοθετηθεί -τουλάχιστον ως βάση- τόσο από τον κυβερνητικό συνασπισμό όσο και από τα τμήματα της αντιπολίτευσης που διακηρύσσουν την αξιοκρατία και την αντίθεσή τους στην διαπλοκή.
Η πρόταση είναι απλή. Ανοικτός διεθνής διαγωνισμός για την επιλογή του επόμενου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας με ανεξάρτητους (Έλληνες και αλλοδαπούς) κριτές.[1]
Η πρόταση αυτή μπορεί να αποτελέσει τη βάση και για άλλες επιλογές στο δημόσιο, όπως για παράδειγμα στις Ανεξάρτητες Αρχές (λ.χ. Επιτροπή Ανταγωνισμού, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς) καθώς και για το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Και η πρόταση αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί και για τις θέσεις των υποδιοικητών της ΤτΕ,.[2] Η διαδικασία αξιολόγησης αφορά και τους εν ενεργεία διοικητές-υποδιοικητές σε περίπτωση που επιθυμούν την ανανέωση της θητείας τους ή την «προαγωγή» τους.

Διαδικασία και Επιτροπή Αξιολόγησης.
Το Υπουργείο Οικονομικών συστήνει (τριμελή) επιτροπή που θα δεχθεί και θα αξιολογήσει προτάσεις για τη θέση του διοικητού της ΤτΕ. Στη επιτροπή μετέχει (ex officio) ο Υπουργός των Οικονομικών, στην παρούσα δηλαδή συγκυρία ο κύριος Γιάννης Στουρνάρας.[3] Για τις άλλες δύο θέσεις δεν υπάρχουν καλύτερες επιλογές από τον καθηγητή Sir Χριστόφορο Πισσαρίδη της London School of Economics and Political Science (εδώ), κάτοχο του βραβείου Νόμπελ Οικονομικής Επιστήμης το 2010 (βλέπε την ανακοίνωση εδώ) και τον καθηγητή Λουκά Παπαδήμο, πρώην διοικητή της ΤτΕ και υποδιοικητή για οκτώ χρόνια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Ο κύριος Παπαδήμος και ο κύριος Πισσαρίδης έχουν ιδιαίτερο κύρος στο εξωτερικό (σημαντικότατες επιστημονικές δημοσιεύσεις ο πρώτος, τεράστια εμπειρία στην κεντρική τραπεζική και στη διαχείριση κρίσεων ο δεύτερος), βαθιά γνώση της εγχώριας και παγκόσμιας οικονομικής συγκυρίας και των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει τόσο η Ελλάδα όσο και η ΕΚΤ, είναι ανεξάρτητοι από το εγχώριο πολιτικό, τραπεζικό και μιντιακό κατεστημένο, και μπορούν σαφέστατα να εγγυηθούν το αδιάβλητο της διαδικασίας. Μια άλλη πρόταση για την Επιτροπή Αξιολόγησης είναι ο καθηγητής Βασίλειος Ράπανος, με τεράστια προσφορά στην πατρίδα από διάφορες θέσεις, γνώση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, εμπειρία των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και βαθιάς εντιμότητας, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για το τωρινό οικονομικο-πολιτικό προσωπικό (βλ. το άρθρο των Financial Times εδώ).
Αφού εξετάσει τα βιογραφικά και τις συστατικές επιστολές (που θα κληθούν να προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι), η επιτροπή θα προχωρήσει στη σύνταξη της μικρής λίστας (short list) των υποψηφίων τους οποίους και θα καλέσει για συνέντευξη. Οι υποψήφιοι θα πρέπει να προσκομίσουν δηλώσεις που θα εξηγούν λεπτομερώς την προϋπηρεσία τους στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λ.χ. παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, σχέση εξαρτημένης εργασίας, ώστε να καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων (conflict of interest). Η λίστα αυτή θα πρέπει να ανακοινωθεί δημοσίως, πιθανόν με μια σύντομη επεξήγηση της προεπιλογής.
Για τους επιλεγμένους υποψήφιους η επιτροπή θα ζητήσει επιπλέον γράμματα αξιολόγησης από διεθνώς αναγνωρισμένους οικονομολόγους, τόσο από τον ακαδημαϊκό όσο και τον τραπεζικό χώρο, Έλληνες και αλλοδαπούς. Για παράδειγμα, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει γράμματα αξιολόγησης από καταξιωμένους πρώην Κεντρικούς Τραπεζίτες και ακαδημαϊκούς, όπως ο Ben Bernanke, ο Sir Mervyn King, τους προέδρους της Ευρωπαϊκής, της Βασιλικής-Βρετανικής και της Αμερικανικής Οικονομικής Εταιρείας, νομπελίστες οικονομολόγους με ειδίκευση στην μακρο-οικονομία και την χρηματο-οικονομική (όπως τον Robert Shiller, τον George Akerlof, τον Robert Lucas). [Σημειώνω εδώ ότι η διαδικασία αξιολόγησης από εξωτερικούς κριτές υψηλοτάτου κύρους, αν και απουσιάζει στη χώρα μας, είναι συνηθισμένη στα κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα όταν οι καθηγητές πρωτοβάθμιας βαθμίδας κρίνονται για την μονιμότητα (tenure) και την προαγωγή τους στον βαθμό του τακτικού καθηγητή]. Με την ολοκλήρωση των συνεντεύξεων και της αξιολόγησης των βιογραφικών και των «εξωτερικών» γραμμάτων αξιολόγησης, η επιτροπή συντάσσει έκθεση αξιολόγησης, στην οποία τεκμηριώνει την πρότασή της προς την κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο.
Η πρότασή μου αυτή βασίζεται στον τρόπο επιλογής της διοίκησης (διοικητού και υποδιοικητών) της Τράπεζας της Αγγλίας, αλλά και άλλων κεντρικών τραπεζών. Αξίζει να σημειωθεί ότι με μια παραπλήσια διαδικασία η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επέλεξε πρόσφατα έναν Καναδό υπήκοο, τον Μαρκ Κάρνεϋ (Mark Carney), για τη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας. Ο Carney, με προπτυχιακές σπουδές στο Harvard και διδακτορικό τίτλο από την Οξφόρδη ήταν ιδιαίτερα πετυχημένος υποδιοικητής και μετέπειτα διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Καναδά (σημ. Ο Κάρνεϋ ανέλαβε τα ηνία της Τράπεζας του Καναδά σε ηλικία 43 ετών).. Η κρίση του 2007-2009 είχε περιορισμένες επιπτώσεις στον Καναδά, καθώς οι Καναδικές τράπεζες ήταν ιδιαίτερα θωρακισμένες λόγω αυστηρού εποπτικού ελέγχου. Καθώς η επιλογή ήταν αδιάβλητη και η προϋπηρεσία του Carney ιδιαίτερα πετυχημένη, η αντιπολίτευση των Εργατικών συνεχάρη ανοικτά την κυβέρνηση Κάμερον και τον υπουργό οικονομικών Όζμπορν και δέχτηκε να αυξηθούν οι αποδοχές του κατά περίπου 100,000 λίρες σε σχέση με τον προκάτοχό του, Sir Mervyn King. [Οι αποδοχές του Mark Carney είναι περίπου 600,000 λίρες (725,000 ευρώ) με φορολογία περίπου 44%)].[4]
Παραδείγματα
Τόσο οι ανεπτυγμένες όσο και οι αναπτυσσόμενες-αναδυόμενες χώρες επιλέγουν μη κομματικά χρωματισμένους, ανεξάρτητους από τα εποπτευόμενα τραπεζικά ιδρύματα και γνώστες των μαθηματικών-οικονομετρικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται στην διεθνή μακρο-οικονομική υποψηφίους για τις Κεντρικές Τράπεζες. Μερικά παραδείγματα.
α) Η Τζάνετ Γέλλεν (Jannet Yellen), κορυφαία οικονομολόγος σε ζητήματα εργασίας και απασχόλησης, πρώην καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϋ (και νωρίτερα στο Harvard) επελέγη ως διάδοχος του Ben Bernanke για την ηγεσία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Federal Reserve.
β) Ο ίδιος ο Μπεν Μπερνένκε Ben Bernanke επελέγη για την ηγεσία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας ως ανεξάρτητος από το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα και ως ο πιο διακεκριμένος οικονομολόγος νομισματικής θεωρίας της εποχής μας. Ο Bernanke έχει δημοσιεύσει σημαντικότατη έρευνα για τις (λανθασμένες) πολιτικές της Fed κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης μετά το κραχ της Wall Street το 1929, ενώ έχει συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη των στοχαστικών δυναμικών υποδειγμάτων γενικής ισορροπίας (stochastic dynamic general equilibrium) και των οικονομετρικών τεχνικών πρόβλεψης που χρησιμοποιούν εκατοντάδες χρονοσειρές (dynamic factor models). Κατά γενική ομολογία, η βαθιά γνώση του Bernanke τόσο της οικονομικής ιστορίας όσο και των μαθηματικών και οικονομετρικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούν οι κεντρικές τράπεζες, υπήρξαν οι πλέον καθοριστικοί παράγοντες που οδήγησαν την Ομοσπονδιακή Τράπεζα στον περιορισμό της πρόσφατης οικονομικής κρίσης μέσω επιθετικής-επεκτατικής και ιδιαιτέρως δημιουργικής νομισματικής πολιτικής και παροχής ρευστότητας.
γ) Πρόσφατα η κυβέρνηση της Ινδίας κατάφερε να επαναπατρίσει τον πιο διακεκριμένο (και ιδιαιτέρως νέο) Ινδό οικονομολόγο για την διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας, τον Ραγκού Ρατζάν (Raghu Rajan), τακτικό καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο από την ηλικία των 32. Ο Rajan, όντας ο νεότερος επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), υπήρξε ίσως ο μόνος που προέβλεψε με ακρίβεια την κρίση του 2007-2008 σε μία διάσημη ομιλία του στο Jackson Hall μπροστά στον Alan Greenspan και άλλους τραπεζίτες, που τότε είτε τον επέπληξαν είτε τον αγνόησαν. Όντας στις ΗΠΑ ο Rajan συνέταξε μία ενδελεχή πρόταση για την αναμόρφωση του Ινδικού οικονομικού υποδείγματος -ιδιαίτερα στον τραπεζικό τομέα- μέσω ενός πλέγματος 100 «μικρών» μεταρρυθμίσεων (100 Small Steps). [5]
Δύο Συστάσεις ως Παραδείγματα
Ας γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι με δύο προτάσεις Ελλήνων που τιμούν την χώρα στο εξωτερικό και στους οποίους η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει -κάτι το οποίο φυσικά δεν συνεπάγεται ότι και θα επιλέξει-προτείνει. Τον Μάριο Αγγελέτο, καθηγητή Οικονομικών στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) και τον Δημήτρη Βαγιανό, καθηγητή Χρηματοοικονομικής στην London School of Economics and Political Science (LSE). [Σημείωση. Θεωρώ φίλους, αν και όχι πολύ στενούς, και τους δύο. Οι προτάσεις αυτές είναι ενδεικτικές και έχουν στόχο να παρουσιάσουν το προφίλ, τις επιτυχίες και τα προσόντα που ιδεατά θα πρέπει να έχει ο διοικητής και οι υποδιοικητές της ΤτΕ.
Τόσο ο Μάριος όσο και ο Δημήτρης εκφράζουν την «άλλη» (από αυτή που παρουσιάζουν τα τηλεοπτικά μέσα) Ελλάδα. Αυτή που με μόχθο, ταλέντο, δημιουργία και ιδιαιτέρως σκληρή δουλειά κατάφεραν να διαπρέψουν. Ο Μάριος τελείωσε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο με τον υψηλότερο βαθμό στην ιστορία. Ο Δημήτρης τελείωσε πρώτος την φημισμένη Ecole Polytechnique στην Γαλλία. Και οι δύο μετανάστευσαν στις Η.Π.Α για διδακτορικές σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ο Μάριος στο Harvard και ο Δημήτρης στο MIT. (σημ. για την επιλογή διδακτορικών φοιτητών αυτά τα πανεπιστήμια δέχονται γύρω στις 1200 αιτήσεις για την επιλογή 25 περίπου φοιτητών). Και οι δύο συμμετείχαν στην ιδιαιτέρως ανταγωνιστική αγορά εργασίας για οικονομολόγους με διδακτορικό (job market for academic economists), όπου για μία θέση βοηθού καθηγητή (assistant professor) τα κορυφαία τμήματα λαμβάνουν εκατοντάδες αιτήσεις για μία θέση. Ο Μάριος επιλέχθηκε αρχικά από το ΜΙΤ, ενώ ο Δημήτρης από το Stanford. Και οι δύο διέπρεψαν στον ακαδημαϊκό στίβο δημοσιεύοντες πολλές και ιδιαιτέρως σημαντικές εργασίες στα πιο έγκυρα και με prestige επιστημονικά περιοδικά με κριτές (peer-refereed journals) και μετά από εξονυχιστική εξωτερική αξιολόγηση προήχθησαν στην βαθμίδα του τακτικού καθηγητή (απ΄ όσο γνωρίζω ζητήθηκαν περισσότερα από 15 γράμματα από εξωτερικούς κριτές οι οποίοι αξιολόγησαν την ποιότητα και τις αναφορές στο έργο τους).[6]
Η έρευνά τους έχει εξετάσει ιδιαιτέρως σημαντικά ζητήματα της μακρο-οικονομίας και της χρηματοοικονομικής, που είναι καίριας σημασία για την Ελλάδα, όπως κερδοσκοπικές πιέσεις σε νομίσματα, πτωχεύσεις τραπεζών, ρόλος ασύμμετρης πληροφορίας στον οικονομικό κύκλο και σε χρηματιστηριακές «φούσκες», διαφθορά και θεσμοί, και πολλά άλλα. Εκτός από τις σημαντικότατες δημοσιεύσεις και τη μεγάλη επιρροή του έργου τους,[7] και οι δύο έχουν εκπαιδεύσει πολλούς ταλαντούχους φοιτητές που εργάζονται τώρα σε φημισμένα πανεπιστήμια, επενδυτικές και κεντρικές τράπεζες (λ.χ. στην Federal Reserve και στην Τράπεζα της Αγγλίας). Επιπλέον, έχουν εργασθεί ως εξωτερικοί, ανεξάρτητοι σύμβουλοι σε διάφορες κεντρικές τράπεζες και το έργο τους εφαρμόζεται στην πράξη από φημισμένους επενδυτικούς οίκους.
Εκτός του πλούσιου βιογραφικού τους ο Μάριος και ο Δημήτρης έχουν κάποια επιπλέον χαρακτηριστικά που θεωρώ ότι η θα πρέπει να αξιολογηθούν θετικά. Όχι μόνο είναι και οι δύο εκτός του εγχώριου πολιτικο-τραπεζικού συστήματος, αλλά μετά την (τυχόν) ολοκλήρωση της θητεία τους δεν θα χρειαστεί ούτε να βρουν εργασία στις τράπεζες που εποπτεύουν, ούτε να πολιτευτούν με τα κόμματα που τους επέλεξαν.
Επίλογος
Η κυβέρνηση συνεχώς διακηρύσσει την ανάγκη διαρθρωτικών μεγάλων μεταρρυθμίσεων. Η αντιπολίτευση διακηρύσσει ότι εναντιώνεται στο τραπεζικό κατεστημένο και στην πρακτική μοιράσματος θέσεων σε ημετέρους. Τι καλύτερο λοιπόν από το να προχωρήσει η χώρα μέσω ενός διεθνούς, ανοικτού και αξιοκρατικού διαγωνισμού για τη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδας; Όπως ανέφερε πρόσφατα ο πρωθυπουργός «η χώρα διαθέτει έμψυχο δυναμικό πολύ μεγάλης ακτινοβολίας». Ας περάσουμε, λοιπόν, από τα λόγια στις πράξεις.

Δημοσιέυτηκε στο protagon στις 22/4

Μανιφέστο για μια πολιτική ένωση του ευρώ

Το παρακάτω μανιφέστο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 16.2.2014 και υπογράφηκε αρχικά από τους: Φλοράνς Οτρέ, Αντουάν Μποζιό, Ζυλιά Καζέ, Ντανιέλ Κοέν, Αν-Λορ Ντελάτ, Μπριζίτ Ντορμόν, Γκυγιόμ Ντυβάλ, Φιλίπ Φρεμώ, Μπρυνό Παλιέ, Τιερρύ Πες, Τομά Πικετύ, Ζαν Κατρεμέρ, Πιερ Ροζανβαλόν, Ξαβιέ Τεμπώ και Λοράνς Τυμπιανά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει μια υπαρξιακή κρίση, κάτι που θα μας υπενθυμίσουν σύντομα, με βίαιο τρόπο, οι ευρωεκλογές. Αυτή η κρίση αφορά πρωτίστως τις χώρες της ευρωζώνης, που πλήττονται από ένα κλίμα δυσπιστίας και μια κρίση χρέους που απέχει πολύ από το να έχει αποσοβηθεί, την ίδια στιγμή που η ανεργία παραμένει στα ύψη και ο αποπληθωρισμός καραδοκεί. Θα ήταν τεράστιο σφάλμα να θεωρήσουμε ότι τα χειρότερα πέρασαν.
Γι' αυτό και στην παρούσα συγκυρία, υποδεχόμαστε με μεγάλο ενδιαφέρον τις προτάσεις που διατύπωσαν στα τέλη του 2013 οι γερμανοί φίλοι μας από τον όμιλο Γκλίνικερ για την ενίσχυση της πολιτικής και δημοσιονομικής ένωσης των χωρών της ευρωζώνης. Μόνες, οι δύο χώρες σύντομα δεν θα βαραίνουν πολύ στη σημερινή παγκόσμια οικονομία. Αν δεν ενώσουμε εγκαίρως τις δυνάμεις μας ώστε να προσαρμόσουμε το κοινωνικό μοντέλο μας στα πρότυπα της παγκοσμιοποίησης, θα επικρατήσει τελικά ο πειρασμός της αναδίπλωσης στα εθνικά μας σύνορα, που θα πυροδοτήσει ενορμήσεις και εντάσεις συγκριτικά με τις οποίες οι δυσκολίες της Ένωσης θα ωχριούν. Στη χώρα μας ο προβληματισμός για το μέλλον της ευρωπαϊκής δημοκρατίας δεν έχει ωριμάσει όσο στη Γερμανία. Εντούτοις, όλοι εμείς, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, δημοσιογράφοι, και πρωτίστως γάλλοι και ευρωπαίοι πολίτες, δεν δεχόμαστε την παραίτηση που παραλύει σήμερα τη χώρα μας. Με αυτό το μανιφέστο θα θέλαμε να συνεισφέρουμε στον διάλογο για το δημοκρατικό μέλλον της Ευρώπης, και να πάμε ένα βήμα παραπέρα τις προτάσεις του ομίλου Γκλίνικερ.
Ευρωζώνη: το αδιέξοδο της ουδετερότητας
Ήρθε η ώρα να αναγνωρίσουμε ότι οι υπάρχοντες ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι δυσλειτουργικοί και ότι πρέπει να ανοικοδομηθούν. Το κεντρικό διακύβευμα είναι απλό: τόσο η δημοκρατία όσο και οι δημόσιες αρχές πρέπει να ανακτήσουν τον έλεγχο, ώστε να ρυθμισθεί αποτελεσματικά ο παγκοσμιοποιημένος χρηματιστικός καπιταλισμός του 21ου αιώνα και να υλοποιήσουν τις πολιτικές κοινωνικής προόδου που απουσιάζουν εντελώς από τη σημερινή Ευρώπη. Το σύστημα του ενιαίου νομίσματος σε συνδυασμό με 18 διαφορετικά δημόσια χρέη, με τα οποία κερδοσκοπούν ανεμπόδιστα οι αγορές, και δεκαοκτώ διαφορετικά και συγχρόνως ανταγωνιστικά φορολογικά συστήματα, δεν λειτουργεί και δεν θα λειτουργήσει ποτέ. Οι χώρες της ευρωζώνης επέλεξαν να μοιραστούν τη νομισματική τους κυριαρχία, και επομένως να παραιτηθούν από το όπλο της μονομερούς υποτίμησης, χωρίς ωστόσο να εφοδιαστούν με νέα και κοινά οικονομικά, κοινωνικά, φορολογικά και δημοσιονομικά μέσα. Αυτή η ενδιάμεση κατάσταση είναι ό,τι χειρότερο.
Ζητούμενο δεν είναι η συνδιαχείριση του συνόλου των φορολογικών εσόδων και των δημόσιων δαπανών. Η σύγχρονη Ευρώπη έχει φανεί πολλές φορές αναίτια παρεμβατική σε δευτερεύοντα ζητήματα (όπως η μείωση του ΦΠΑ για τα κομμωτήρια και τους ιππικούς ομίλους) και παθητικά αμέτοχη σε σημαντικά ζητήματα (όπως οι φορολογικοί παράδεισοι και οι δημοσιονομικοί κανονισμοί). Οι προτεραιότητες της ευρωζώνης πρέπει να ανατραπούν: χρειάζεται λιγότερη Ευρώπη στα θέματα που διευθετούν πολύ καλά από μόνα τους τα κράτη-μέλη, και περισσότερη Ευρώπη εκεί που η συμβολή της είναι απαραίτητη.
Ένας κοινός φόρος για τις επιχειρήσεις
Συγκεκριμένα, η πρώτη πρότασή μας είναι να συνδιαχειρίζονται οι χώρες της ευρωζώνης ‒αρχίζοντας από τη Γαλλία και τη Γερμανία‒ τον φόρο εισοδήματος των νομικών προσώπων (ΦΕΝΠ). Μόνη της, κάθε χώρα εξαπατάται από τις πολυεθνικές της, που εκμεταλλεύονται τα «παραθυράκια» και τις διαφορές στις εθνικές νομοθεσίες για να φοροδιαφύγουν. Ως προς αυτό, η εθνική κυριαρχία είναι πλέον μύθος. Για να καταπολεμήσει αυτήν τη «φορολογική βελτιστοποίηση», μια κυρίαρχη ευρωπαϊκή αρχή θα πρέπει να μπορεί να εδραιώσει μια κοινή φορολογική βάση, όσο το δυνατόν πιο ευρεία και αυστηρά ελεγχόμενη. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε χώρα θα εξακολουθεί να ορίζει τον δικό της ΦΕΝΠ σύμφωνα με την καθορισμένη κοινή βάση, με ελάχιστο ποσοστό περίπου 20% και ένα επιπρόσθετο ποσοστό της τάξης του 10% που θα επιβάλλεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Με αυτόν τον τρόπο, η ευρωζώνη θα αποκτήσει έναν προϋπολογισμό της τάξης του 0,5% με 1% του ΑΕΠ.
Όπως πολύ σωστά επισημαίνουν οι φίλοι μας από τον όμιλο Γκλίνικερ, ένας τέτοιος προϋπολογισμός θα βοηθήσει την ευρωζώνη να υλοποιήσει προγράμματα τόνωσης και επενδύσεων, ιδίως στους τομείς του περιβάλλοντος, των υποδομών και της παιδείας. Ωστόσο, αντίθετα από τους γερμανούς φίλους μας, εμείς προτείνουμε αυτός ο προϋπολογισμός να μην προέρχεται από τις συνεισφορές των κρατών-μελών, αλλά απευθείας από έναν κοινό ευρωπαϊκό φόρο. Σε μια εποχή ισχνών προϋπολογισμών, η ευρωζώνη πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να επιβάλλει φόρους πιο δίκαια και πιο αποτελεσματικά από τα κράτη-μέλη. Ειδάλλως οι πολίτες δεν θα της επιτρέψουν να κάνει δαπάνες. Πέραν τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη να γενικευθεί άμεσα εντός της ευρωζώνης η αυτόματη ανταλλαγή τραπεζικών πληροφοριών και να τεθεί σε εφαρμογή μια ευρέως αποδεκτή πολιτική που θα επαναφέρει την αρχή της προοδευτικότητας στη φορολόγηση του εισοδήματος και του πλούτου. Συγχρόνως, είναι απαραίτητη η εφαρμογή μιας δραστικής πολιτικής καταπολέμησης των φορολογικών παραδείσων εκτός της ευρωζώνης. Η Ευρώπη πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε η φορολογική δικαιοσύνη και η πολιτική βούληση να επικρατήσουν στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης: αυτή είναι ουσιαστικά η πρώτη πρότασή μας.
Ένα κοινοβουλευτικό σώμα για την ευρωζώνη
Η δεύτερη και πιο σημαντική πρότασή μας απορρέει από την πρώτη. Για να ψηφιστεί η κοινή βάση του ΦΕΝΠ, και γενικότερα για να εγκαθιδρυθεί ένας δημοκρατικός διάλογος που θα οδηγεί στη δημοκρατική υιοθέτηση από μια κυρίαρχη πλειοψηφία των φορολογικών, χρηματοοικονομικών και πολιτικών αποφάσεων που θα τεθούν μελλοντικά από κοινού στο τραπέζι, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα κοινοβουλευτικό σώμα για την ευρωζώνη. Συμφωνούμε και ως προς αυτό το σημείο με τους γερμανούς φίλους μας από τον όμιλο Γκλίνικερ, οι οποίοι διχάζονται ωστόσο ανάμεσα σε δύο πιθανές επιλογές: είτε ένα κοινοβούλιο της ευρωζώνης που θα απαρτίζεται από τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τις ενδιαφερόμενες χώρες (ένας επιμέρους σχηματισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποκλειστικά για τις χώρες της ευρωζώνης) ή ένα νέο σώμα που θα βασίζεται στη συγκέντρωση μιας μερίδας των μελών των εθνικών κοινοβουλίων (π.χ. 30 γάλλοι βουλευτές της Εθνοσυνέλευσης, 40 γερμανοί βουλευτές της Μπούντεσταγκ, 30 ιταλοί βουλευτές, κ.λπ., ανάλογα με τον πληθυσμό κάθε χώρας και σύμφωνα με την απλή αρχή: ένας πολίτης, μία ψήφος). Η δεύτερη λύση, που αναπαράγει την ιδέα του «ευρωπαϊκού κοινοβουλευτικού σώματος», την οποία είχε διατυπώσει ο Γιόσκα Φίσερ ήδη από το 2001, είναι κατά την άποψή μας, η μόνη λύση που μπορεί να οδηγήσει στην πολιτική ένωση. Είναι αδύνατον να αφαιρεθεί πλήρως από τα εθνικά κοινοβούλια η δυνατότητα να ψηφίζουν τους φόρους. Αντιθέτως, η ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική κυριαρχία δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην εθνική κοινοβουλευτική κυριαρχία.
Μια γνήσια δημοκρατική αρχιτεκτονική
Σε αυτό το σχήμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει δύο κοινοβούλια: το υπάρχον Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που τα μέλη του θα εκλέγονται κατευθείαν από τους πολίτες των 28 χωρών, και το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα, όπου τα κράτη-μέλη θα εκπροσωπούνται μέσω των εθνικών κοινοβουλίων τους. Αρχικά, το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα θα αφορά μόνο τις χώρες της ευρωζώνης που επιθυμούν να κινηθούν προς μια πιο εκτεταμένη πολιτική, φορολογική και δημοσιονομική ένωση. Όμως θα σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί να υποδεχθεί όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα επιλέξουν αυτόν τον δρόμο. Ο υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης και τελικά μια επί της ουσίας ευρωπαϊκή κυβέρνηση θα είναι υπόλογοι σε αυτό το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα.

Μια τέτοια καινοτόμα δημοκρατική αρχιτεκτονική της Ευρώπης θα μας επιτρέψει να βγούμε από τη σημερινή αδράνεια και να ξεφύγουμε από τον μύθο σύμφωνα με τον οποίο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί να αποτελέσει το δεύτερο σώμα που θα αντιπροσωπεύει τα κράτη. Αυτός ο ψευδής μύθος αντανακλά την πολιτική αδυναμία της ηπείρου μας: είναι αδύνατον μία χώρα να εκπροσωπείται από ένα άτομο, εκτός αν παραδοθούμε στο μόνιμο αδιέξοδο της ομοφωνίας. Για να επιβάλουμε τελικά τον κανόνα της πλειοψηφίας στις φορολογικές και δημοσιονομικές αποφάσεις που θα λάβουν από κοινού οι χώρες της ευρωζώνης, πρέπει να δημιουργηθεί ένα γνήσιο ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα, στο οποίο κάθε χώρα θα εκπροσωπείται από βουλευτές που θα εκφράζουν όλες τις πολιτικές απόψεις, και όχι μόνο από τον αρχηγό του κράτους.
Η μερική αμοιβαιοποίηση του χρέους
Η τρίτη πρότασή μας αφορά ακριβώς την κρίση χρέους. Είμαστε πεπεισμένοι ότι ο μόνος τρόπος να ξεπεράσουμε οριστικά το πρόβλημα είναι να μπουν σε μια κοινή δεξαμενή τα χρέη των χωρών της ευρωζώνης. Χωρίς αυτό, η κερδοσκοπία με τα επιτόκια θα συνεχίζεται ες αεί. Είναι ακόμα ο μόνος τρόπος για να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να εφαρμόσει μια αποτελεσματική και υπεύθυνη νομισματική πολιτική, όπως κάνει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (που κι εκείνη θα δυσκολευόταν να επιτελέσει σωστά το έργο της αν κάθε πρωί έπρεπε να ενεργεί ως διαιτητής για τη ρύθμιση του χρέους του Τέξας, του Γουαϊόμινγκ και της Καλιφόρνιας). Η ομαδοποίηση του χρέους ξεκίνησε de facto με τον Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας, την επικείμενη τραπεζική ένωση, και το πρόγραμμα ΟριστικώνΝομισματικών Συναλλαγών(Outright Monetary Transactions, ΟΜΤ) της ΕΚΤ, που επηρεάζουν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο τους φορολογούμενους της ευρωζώνης. Ωστόσο, πρέπει να γίνουν τώρα κι άλλα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, και, συγχρόνως, να αποσαφηνιστεί η δημοκρατική νομιμότητα αυτών των μηχανισμών.
Πρέπει να εξελίξουμε την πρόταση για ένα «ευρωπαϊκό ταμείο εξαγοράς χρέους» (Europeandebt-redemptionfund) και να της προσδώσουμε πολιτική διάσταση. Αυτήν την πρόταση την υπέβαλε στα τέλη του 2011 το συμβούλιο των οικονομικών εμπειρογνωμόνων της γερμανικής κυβέρνησης και στόχος της ήταν να συγκεντρωθούν όλα τα χρέη που υπερέβαιναν το όριο του 60% του ΑΕΠ μιας χώρας. Είναι αδύνατον να προβλέψουμε με τι ρυθμούς θα μπορούσαν να μηδενιστούν τα αποθέματα ενός τέτοιου ταμείου σε έναν ορίζοντα εικοσαετίας. Μόνο ένα δημοκρατικό σώμα, και συγκεκριμένα το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα που θα το συνέθεταν τα εθνικά κοινοβούλια, θα μπορούσε να ορίζει κάθε χρόνο το επίπεδο του κοινού ελλείμματος, με βάση επακριβώς την κατάσταση της οικονομίας.
Οι αποφάσεις που θα λαμβάνει ένα τέτοιο σώμα θα είναι άλλοτε πιο συντηρητικές απ' ό,τι θα θέλαμε, και άλλοτε πιο φιλελεύθερες. Όμως θα έχουν προκύψει με δημοκρατικές διαδικασίες, βάσει του κανόνα της πλειοψηφίας, χωρίς σκοτεινά σημεία και παρασκηνιακές διαδρομές. Ορισμένοι προσκείμενοι στη δεξιά πτέρυγα θα ήθελαν αυτές οι δημοσιονομικές αποφάσεις να ανήκουν αποκλειστικά σε μεταδημοκρατικά σώματα ή να είναι χαραγμένες στις μαρμάρινες πλάκες του συντάγματος. Άλλοι, προσκείμενοι στην αριστερή πτέρυγα, θα ήθελαν να έχουν την εγγύηση ότι η Ευρώπη θα εφαρμόζει ες αεί την προοδευτική πολιτική των ονείρων τους, για να αποδεχθούν κάθε τρόπο ενίσχυσης της πολιτικής ένωσης. Θα πρέπει να ξεπεράσουμε αυτούς τους δύο σκοπέλους αν θέλουμε να βγούμε από τη σημερινή κρίση.
Πώς να προχωρήσουμε ακόμη παραπέρα
Ο διάλογος για τους πολιτικούς θεσμούς της Ευρώπης μπήκε πολλές φορές σε δεύτερο πλάνο ως «τεχνικός» ή «δευτερεύων». Ωστόσο, αρνούμενοι να συζητήσουμε το θέμα της οργάνωσης της δημοκρατίας, παραδεχόμαστε ουσιαστικά την παντοδυναμία των παραγόντων της αγοράς και του ανταγωνισμού, και εγκαταλείπουμε κάθε ελπίδα ότι η δημοκρατία μπορεί να ανακτήσει τον έλεγχο του καπιταλισμού στον 21ο αιώνα. Αυτός ο νέος πολιτικός χώρος είναι θεμελιώδους σημασίας για το μέλλον της ευρωζώνης. Πέρα από τα μακροοικονομικά και τα δημοσιονομικά ζητήματα, τα κοινωνικά μοντέλα μας είναι ένα κοινό αγαθό που πρέπει να διαφυλάξουμε και να διατηρήσουμε. Συγχρόνως, πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε για να αντεπεξέλθουμε με επιτυχία στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Αναφορικά με τη σύγκλιση των φορολογικών συστημάτων στον ολοένα πιο επιτακτικό στόχο της κοινωνικής επένδυσης, τόσο οι πρωτοβουλίες του ζεύγους Γαλλία-Γερμανία όσο και οι προσπάθειες ενισχυμένης συνεργασίας είναι πλέον ανεπαρκείς. Σε αυτά τα θέματα, η Ευρώπη των «28» αργεί να μεταφράσει τη συναίνεση σε νόμους, και πέφτει σε αντιφάσεις όταν καλείται να κινητοποιήσει οικονομικούς πόρους. Ένα ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα μπορεί να αποτελέσει τον τόπο λήψης τέτοιων αποφάσεων, αφού θα είναι ξεκάθαρα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αυτές οι αποφάσεις θα συνεπάγονται.
Το εύρος αυτών των αποφάσεων είναι μεγάλο και υπάρχει μια πληθώρα ζητημάτων που μπορούν να διευθετηθούν: το γερμανικό μοντέλο της εταιρικής συνδιαχείρισης (co-determination), που με την αυξημένη εκπροσώπηση των εργαζομένων, κατάφερε να διατηρήσει έναν συνεκτικό παραγωγικό ιστό παρά την κρίση, οι προσιτές σε όλους και ποιοτικές υπηρεσίες παιδικής φύλαξης και αγωγής, η δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση για όλους, η εναρμόνιση των κοινωνικών νομοθεσιών, η καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών με την επιβολή σημαντικού προστίμου για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, κ.λπ
Οι συνθήκες αλλάζουν
Οι περισσότερες αντιδράσεις στο εγχείρημά μας πηγάζουν από την άποψη ότι είναι αδύνατο να τροποποιήσουμε τις συνθήκες και ότι ο γαλλικός λαός δεν επιθυμεί την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτή η άποψη είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Οι συνθήκες τροποποιούνται διαρκώς. Η τελευταία τροποποίηση έγινε το 2012, χρειάστηκε λίγο παραπάνω από έξι μήνες και αποτέλεσε δυστυχώς μια κακή μεταρρύθμιση που ενίσχυσε περαιτέρω τον τεχνοκρατικό και αναποτελεσματικό φεντεραλισμό. Το να ισχυριζόμαστε από τη μία ότι η κοινή γνώμη δυσφορεί με τη σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη, και από την άλλη να αποφαινόμαστε ότι δεν θα πρέπει να επέλθει αλλαγή στη βασική λειτουργία και στους υπάρχοντες ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι μια καταστροφική αντίφαση. Όταν η γερμανική κυβέρνηση θα υποβάλει τις νέες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση των συνθηκών στους επόμενους μήνες, κανείς δεν εγγυάται ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα έχουν πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα από εκείνες του 2012. Όμως, αντί να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να αρχίσουμε σήμερα κιόλας έναν εποικοδομητικό διάλογο στη Γαλλία, ώστε να χτίσουμε τελικά μια Ευρώπη με κοινωνικό και δημοκρατικό χαρακτήρα.
Πρώτες υπογραφές
Florence Autret, συγγραφέας και δημοσιογράφος
Antoine Bozio, διευθυντής του Ινστιτούτου Δημόσιων Πολιτικών
Julia Cagé, οικονομολόγος στο Χάρβαρντ και στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού
Daniel Cohen, καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Εκπαιδευτικών (École normale supérieure) και στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού
Anne-Laure Delatte, οικονομολόγος στο CNRS, στο Πανεπιστήμιο Paris X και στο Γαλλικό Παρατηρητήριο Οικονομικών Συγκυριών (OFCE)

Brigitte Dormont, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Paris Dauphine
Guillaume Duval, αρχισυντάκτης του μηνιαίου περιοδικού Alternatives Economiques
Philippe Frémeaux, πρόεδρος του Ινστιτούτου Veblen
Bruno Palier, διευθυντής έρευνας του CNRS στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού (Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών)
Thierry Pech, γενικός διευθυντής της Terra Nova
Thomas Piketty, διευθυντής μελετών στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού (EHESS), καθηγητής στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού
Jean Quatremer, δημοσιογράφος
Pierre Rosanvallon, καθηγητής στο Κολλέγιο της Γαλλίας, διευθυντής μελετών στο EHESS
Xavier Timbeau, διευθυντής του Τμήματος Ανάλυσης και Πρόβλεψης του OFCE (Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού)
Laurence Tubiana, καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών, πρόεδρος τουΙνστιτούτουΒιώσιμης Ανάπτυξης και Διεθνών Σχέσεων (IDDRI).

Το γαλλικό Μανιφέστο, ο Όμιλος Γκλίνικερ και η Ελλάδα

Οι κρίσεις είναι αιτίες αλλαγών, βάσεις για αναθεώρηση των πάντων. Ετσι ήταν στην ιστορία και έτσι θα γίνεται πάντα. Σε καιρούς ήρεμους, ευμάρειας και ευδαιμονίας, έστω πλαστής, όλα μοιάζουν απλά. Οι πολίτες ασχολούνται με τα προσωπικά τους, οι κυβερνήσεις με το πώς θα ξανακερδίσουν στις εκλογές, οι επιχειρήσεις με το πώς θα αυξήσουν την κερδοφορία τους, κοκ. Kαι η Ευρώπη; Κι αυτή ακολούθησε την πεπατημένη, αλλοιώς δεν θα βρίσκονταν σήμερα σε κατάσταση βαθιάς κρίσης. Κάποιες προειδοποιήσεις, ναι υπήρξαν, αλλά χωρίς δραστικά μέτρα, χωρίς επίγνωση των κινδύνων, και χωρίς αλλαγή πορείας. Μέχρι που ήρθε η συστημική κρίση που ζούμε και μετά το 2008 ήρθαν τα πάνω-κάτω.
Η Ευρώπη ωστόσο προκαλεί πάντα το ενδιαφέρον των πολιτών. Παρά τις ατέλειές της. Με την πρόσφατη σηματικότατη πρωτοβουλία τους οι 11 κορυφαίοι γερμανοί διανοοούμενοι θέτουν αρκετά ζητήματα και μας θυμίζουν τα βασικά:(http://www.hertie-school.org/fileadmin/images/Downloads/enderlein_glienickergruppe/Towards_a_Euro_union__English_.pdf). Η επιθεώρηση Athens Review of Books είχε την καλή ιδέα να παρουσιάσει το κείμενο αυτό στα ελληνικά και εκεί διαβάζουμε: «Κανείς δεν πρέπει να υποπέσει στο ολίσθημα να πιστέψει ότι η κρίση θα περάσει και ότι οι μηχανισμοί σταθεροποίησης που τέθηκαν βιαστικά σε εφαρμογή αρκούν για να εγγυηθούν την μακροπρόθεσμη επιτυχία του ευρώ. Ο Ζαν Μονέ, ένας εκ των ιδρυτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είπε κάποτε: «L'Europe se fera dans les crises» (σε ελεύθερη μετάφραση: η Ευρώπη θα πραγματωθεί μέσα από τη διαχείριση των κρίσεων). Η σημερινή κρίση είναι πιθανότατα η πιο σοβαρή που αντιμετώπισε ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πώς θα αξιοποιήσουμε αυτήν την ιστορική ευκαιρία εξαρτάται πλέον από εμάς» (http://athensreviewofbooks.com/?p=1001).
Τί προτείνουν όμως οι γερμανοί διανοούμενοι (Glienicker Gruppe (Όμιλος Γκλίνικερ); Προτείνουν μια ευρω-ένωση, μια ένωση της ζώνης ευρώ, με νέα Συνθήκη, μέ όργανα της ευρω-ζώνης, π.χ. ευρω-κοινοβούλιο, ξεχωριστό προϋπολογισμό για την ευρω-ζώνη, διασφάλιση των δημόσιων αγαθών και εκτιμούν επίσης ότι «η Ένωση του Ευρώ χρειάζεται μια οικονομική κυβέρνηση με ουσιαστική δυνατότητα δράσης». Πιό συγκεκριμένα προτείνουν ακόμα μια θεμελιωμένη τραπεζική ένωση κι όχι απλή τραπεζική εποπτεία, έναν ελεγχόμενο μηχανισμό μεταβιβάσεων πόρων για σταθερότητα και αλληλεγγύη, ένα κοινό σύστημα ασφάλισης ανέργων, οργανωμένη κινητικότητα εργατών, ειδικό μηχανισμό κυρώσεων και μια «ευρω-κυβέρνηση» οικονομικής μάλλον φύσης.
Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα: μόνο με οικονομική διακυβέρνηση, με τραπεζική ένωση και μηχανισμού για αδύνατους ή απείθαρχους, δεν λύνεται το πρόβλημα. Πρέπει θαρρετά να πούμε ότι χρειάζεται Πολιτική Ενωση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η σημερινή αμηχανία και τα πολλά προβλήματα της ΕΕ αγγίζουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων όπως έλλειψη σύγχρονων θεσμών και κατάλληλων πολιτικών, αλλά και ζητήματα που άπτονται της ταυτότητας, της συμμετοχής, της ισοτιμίας.
Και καταλήγουν ότι «για να υλοποιηθεί αυτή η πολιτική ατζέντα, η Ευρωζώνη πρέπει να θεμελιωθεί σε μια νέα συμφωνία. Το ζητούμενο είναι να καταρτιστεί μια Ευρωσυνθήκη που θα αντικαταστήσει τις προηγούμενες αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις. Μια τέτοια συνθήκη θα αποτελέσει ισόβια παρακαταθήκη συλλογικών εμπειριών και εκτιμήσεων από την περίοδο της κρίσης».
Οι γάλλοι διανοούμενοι δεν άργησαν να απαντήσουν στη γερμανική πρωτοβουλία. Χαιρετίζουν την γερμανική πρωτοβουλία και διαπιστώνουν ότι «το κεντρικό διακύβευμα είναι απλό: τόσο η δημοκρατία όσο και οι δημόσιες αρχές πρέπει να ανακτήσουν τον έλεγχο, ώστε να ρυθμισθεί αποτελεσματικά ο παγκοσμιοποιημένος χρηματιστικός καπιταλισμός του 21ου αιώνα και να υλοποιήσουν τις πολιτικές κοινωνικής προόδου που απουσιάζουν εντελώς από τη σημερινή Ευρώπη». (http://athensreviewofbooks.com/?p=1024)
Προτείνουν ωστόσο να πάμε δυό βήματα πιο πέρα και να δημιουργήσουμε ένα κοινό φόρο για τις επιχειρήσεις, ένα δεύτερο κοινοβουλευτικό σώμα όπου θα εκπροσωπούνται αποκλειστικά και για ευνόητους λόγους τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, μέσα από εθνικά τους κοινοβούλια. (βλ. επίσης http://www.lemonde.fr/idees/article/2014/02/16/manifeste-pour-une-union-politique-de-l-euro_4366865_3232.html) και προτείνουν κι άλλα εργαλεία στον τομέα της οικονομικής διαχείρισης όπως είναι η μερική αμοιβαιοποίηση του χρέους. Ωστόσο παρά το ότι το κείμενό τους είναι περισσότερο συνολικό και πολιτικό, δεν απαντούν κι αυτοί στο επίμαχο θέμα της πραγματικής πολιτικής ένωσης, αφού η οικονομική διακυβέρνηση δεν λύνει τα γνωστά προβλήματα, κι είναι σαφές ότι εντός της ευρωζώνης παρατηρείται ασύμμετρη ανάπτυξη.
Πώς θα εκφραστεί τελικά η βούληση των λαών της Ευρώπης, αφού χωρίς αυτή όλα μοιάζουν ως ένα σύστημα κλασσικής φιλελεύθερης οικονομικής διαχείρισης; Πώς θα πεισθούν οι πολίτες ειδικά σήμερα, με την εμπειρία της κρίσης, την υψηλή ανεργία και το ψυχολογικό χάσμα που αυτή προκάλεσε ανάμεσα στον βορρά και στο νότο; Πώς θα επιστρέψει η πολιτική σε μια κοινωνία που έχει εθιστεί στη λογική της αναγωγής των πάντων σε θέματα ανταγωνιστικότητας....Πώς θα προκύψει μια νέα ισορροπία ανάμεσα στο πολιτικό, στο κοινωνικό, στο οικονομικό και πολιτιστικό στοιχείο;
Είναι κρίσιμο και χρήσιμο συνεπώς να συζητήσουμε το θέμα της πολιτικής ένωσης, και στην Ελλάδα, όπου η κρίση αφήνει πίσω της κοινωνικά συντρίμια. Η ΕΕ χρειάζεται σήμερα μια ριζική αναθεώρηση τόσο της λειτουργίας, όσο και των στόχων της. Παραδόξως, χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη, αλλά χρειαζόμαστε μια άλλη Ευρώπη. Μια Ευρώπη που θα απαντά στις προκλήσεις της εποχής:μετανάστευση, δημογραφικό, ανεργία, επιχειρηματικότητα και πραγματική οικονομία, σύγκλιση των οικονομιών, κοινωνική συνοχή, νέα εργαλεία οικονομικής παρέμβασης. Κι όλα αυτά σημαίνουν ανοιχτή συζήτηση γι αυτό που ηθελημένα ξεχάστηκε, την πολιτική ενοποίηση. Η οικονομική ενοποίηση, είναι λειψή, έφτασε το αποκορύφωμά της και τώρα οπισθοχωρεί: η κρίση κατέδειξε ότι η ΕΕ δεν ήταν έτοιμη για δύσκολες αποφάσεις, δεν είχε τις κατάλληλες πολιτικές ή τα εργαλεία και δεν είχε κυρίως την πολιτική βούληση να κάνει την ριζική αλλαγή. Νομίζει ότι κερδίζει χρόνο με την αδράνεια ή με ημίμετρα, αλλά η κρίση προχωρά ακάθεκτη. Παράλληλα ο κόσμος αλλάζει γρήγορα, η τεχνολογία δρα καταλυτικά σε όλα τα επίπεδα και η ΕΕ πρέπει να βρει ένα νέο εσωτερικό και διεθνή ρόλο.
Πρότεινα σχετικά τα εξής: «...επειδή η ΕΕ δεν μπορεί να γίνει υπερκράτος είναι καιρός να επεξεργαστούμε σχέδιο ευρωπαϊκής συνεργασίας ρεαλιστικό και βιώσιμο για την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία. Σε πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε μια νέα Συνθήκη και ένα νέο σχέδιο, την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των κρατών-εθνών του 21ου αιώνα. Μια ομοσπονδία που θα εκφράζει μια νέα σύνθεση και θα δώσει ένα νέο ρόλο στο κύριο συστατικό της στοιχείο, στο κράτος-έθνος και κατ'επέκταση στον πολίτη, στην περιφέρεια. Ενδεχομένως μια Ομοσπονδία νέου τύπου, δηλαδή βασισμένη κυρίως στα κράτη-έθνη κι όχι αναγκαστικά μια ομοσπονδία κλασσικού τύπου, ένα απρόσιτο υπερκράτος». (βλ. Αθ. Θεοδωράκη «Σ'ευχαριστούμε Αριστείδη», από τις Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις. Αθήνα 2013).
Για την Ελλάδα η πολιτική ενοποίηση και συγκεκριμένα η Πολιτική Ενωση της ευρωζώνης σημαίνει πρώτα απόλα μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία με κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική. Σήμερα, παρά τα σχέδια και διακηρύξεις, δεν υπάρχει τέτοια πολιτική κι έτσι, η δημιουργία κοινής αμυντικής βιομηχανίας όπως προτείνεται, χωρίς κοινή αμυντική πολιτική, δεν έχει για τη χώρα μας ειδικό ενδιαφέρον. Αυτό όμως είναι ένα κεντρικό ζήτημα, σχετίζεται με την προστασία των εξωτερικών συνόρων, με θέματα εθνικής ασφάλειας και πρέπει να απαντηθεί καθαρά.
Η ευκαιρία των ευρω-εκλογών του Μαίου 2014 είναι μοναδική. Τα κόμματα αλλά και οι πολίτες, τα κράτη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να αρχίσουν έναν έντονο, ειλικρινή διάλογο πάνω στα ουσιαστικά θέματα. Οι πολίτες θέλουν διάλογο ουσίας, επιχειρήματα, προτάσεις, λύσεις. Θεωρώ ότι η αναγκαιότητα προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως απάντησης στην βαθιά και συστημική κρίση είναι πασιφανής, υπό τον όρο της πολιτικής ενοποίησης. Το ζήτημα σήμερα είναι να δημιουργηθεί μια άλλη Ευρώπη, αφού το υπάρχον οικοδόμημα δεν έχει απάντηση. Εκφράζει μια κατάσταση πραγμάτων, ακολουθεί μια ξεπερασμένη αντίληψη, αλλά δεν έχει προοπτική. Το εύρος της οικονομικής κρίσης ανέδειξε την ανάγκη ουσιαστικής αλλαγής των ρόλων ανάμεσα στο κράτος και στις αγορές, ανάμεσα στην ίδια την ΕΕ και τα κράτη-μέλη,στους θεσμούς και τις πολιτικές της.
Η οικονομική κρίση ανέδειξε επίσης κι ένα νέο, πολιτικής φύσεως, ευρωπαϊκό έλλειμμα: η «κοινοτική μέθοδος» έχει εγκαταλειφθεί στην πράξη, οδηγούμαστε προς μια «μετα-κοινοτική» Ευρώπη, με λειτουργία πολλαπλών ταχυτήτων και έντονο το διακυβερνητικό σύστημα λήψης αποφάσεων. Εχει όμως νόημα για τους πολίτες που βιώνουν την ανεργία, την ανασφάλεια, την απογοήτευση να συνεχισθούν οι σημερινές πολιτικές; Δεν πρέπει να τεθούν στο νέο ευρω-κοινοβούλιο θέματα ουσίας, όπως είναι η πολιτική ενοποίηση, το νέο οικονομικό μοντέλο, οι ισότιμοι όροι ανάπτυξης, η διασφάλιση πρόσβασης στα δημόσια αγαθά;
Ενόψει των ευρωεκλογών του 2014, ας ανοίξει κι εδώ ένας διάλογος ουσίας, για το ποιά Ευρώπη θέλουμε, ποιά Ευρώπη προτείνουμε. Αυτό που έχει τώρα σημασία είναι η υπέρβαση της κρίσης, κι αυτό απαιτεί τη σύλληψη ενός νέου μοντέλου της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Μιας ενοποίησης που είτε θα είναι πολιτική, είτε δεν θα υπάρξει. Γι αυτό θεωρώ ότι χρειάζεται μια νέα ισορροπία ανάμεσα στο κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα και τα κράτη-έθνη. Αν το νέο ζητούμενο είναι η πολιτική εμβάθυνση και ενοποίηση της ΕΕ κι όχι η ατέρμονη διεύρυνση ως φυγή προς το άγνωστο, αυτό μας οδηγεί σε μια Πολιτική Ενωση, σε μια «νέου τύπου ευρωπαϊκή ομοσπονδία των κρατών-εθνών», (Ζακ Ντελόρ). Μια νέα σχέση μεταξύ μας, ένα νέο αποτελεσματικό και λειτουργικό μοντέλο πρέπει να προκύψει, ώστε το ισχυρό κοινοτικό οικοδόμημα να στηρίζεται πρωτίστως στα ίδια τα δημοκρατικά κράτη-έθνη που το απαρτίζουν. Να τα εκφράζει αλλά και να αντλεί από αυτά γενεσιουργό δύναμη. Να τα στηρίζει στο νέο τους ρόλο και όχι να επιζητεί την υπέρβασή τους. Δεν πρόκειται για επιστροφή στο κράτος-έθνος. Ούτε πρόκειται για δημιουργία υπερκράτους, η Ευρώπη εξάλλου δεν θα γίνει ποτέ ένα υπερκράτος που θα αφομοιώσει και θα εξαφανίσει τα μικρά ή μεγάλα, περήφανα όμως, ιστορικά, έθνη της. Η νέα Ευρώπη πρέπει να στηριχθεί ταυτόχρονα στα κράτη-έθνη και στους ευρωπαίους πολίτες, να στηριχθεί σε αυτούς που πραγματικά και βιωματικά συμμετέχουν, για να ενδυναμωθεί τόσο προς τα έξω (με κοινή άμυνα, με κοινή εξωτερική πολιτική), όσο και προς τα μέσα (ποιότητα ζωής με στροφή στον άνθρωπο, στήριξη της πραγματικής οικονομίας, μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα). Αυτή η επιλογή σημαίνει και εξεύρεση των μέσων, δηλαδή ομοσπονδιακό προϋπολογισμό με ισχυρές αναδιανεμητικές πολιτικές.
Χρειάζεται λοιπόν μια νέα ομοσπονδιακή μέθοδος, μια νέα λογική. Εδώ το πολιτικό στοιχείο θα είναι καθαρό και κυρίαρχο: Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ουσιαστικές αρμοδιότητες, Ευρωπαϊκή Επιτροπή με ρόλο κεντρικής κυβέρνησης, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για χάραξη στρατηγικών επιλογών και ενεργοί ευρωπαίοι πολίτες με αποφασιστικό ρόλο (τοπικές, εθνικές, ευρωπαϊκές εκλογές, γενικά και ειδικά δημοψηφίσματα, πρωτοβουλίες, αναφορές). Η νέα έννοια της κυριαρχίας θα είναι διττή και συμμετοχική, θα αφορά τόσο το εθνικό όσο και το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει με τη δημοκρατία: τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν νοείται υποχώρηση της δημοκρατίας, όπως είδαμε να γίνεται στη διάρκεια της κρίσης (έκθεση DEMOS). Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με βάση την αγορά απέτυχε, ευνοεί λίγους, υποσκάπτεται από τις πολυεθνικές. Η πολιτική έχει πλέον τον λόγο.
Η κρίση που ζούμε είναι πράγματι ευκαιρία που πρέπει αξιοποιήσουμε για να βγούμε σε μια άλλη λεωφόρο. Η Ευρώπη χρειάζεται τώρα μια νέα δυναμική και όχι γραφειοκρατική μέθοδο λειτουργίας, χρειάζεται δηλαδή την πολιτική, αφού η επιστροφή της πολιτικής στη δημόσια σφαίρα είναι προϋπόθεση υπέρβασης του αδιεξόδου. Το νέο όραμα, αυτό του «ευρωπαϊκού κοινωνικού συμβολαίου» ( Ulrich Beck) είναι υπό εκκόλαψη και πάνω σε αυτό θα χτιστεί η νέα Ευρώπη. Θα προσέθετα εδώ και το πολιτικό στοιχείο, δηλαδή το νέο «ευρωπαϊκό πολιτικό και κοινωνικό συμβόλαιο». Αυτό θα είναι το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, μια βιώσιμη οικονομία σε μια βιώσιμη ευρωπαϊκή δημοκρατία, όπου τα κράτη και οι πολίτες θα έχουν λόγο.
Ο έλεγχος της κρίσης, η δημιουργία νέου θεσμικού πλαισίου, οι νέες προτεραιότητες, η επιστροφή της πολιτικής, όλα αυτά αφορούν ταυτόχρονα την Ελλάδα και την Ευρώπη. Με την έννοια αυτή αναπόφευκτα η αλλαγή θα είναι διπλή. Δεν γίνεται σήμερα διαφορετικά, κράτη-μέλη και ΕΕ, ειδικά στην ευρωζώνη, είμαστε αλληλοεξαρτώμενοι. Θα προχωρήσουμε μαζύ, αλλά ως ισότιμοι εταίροι, αυτή είναι η μοίρα μας κι αυτή είναι και η επιλογή μας. Μπορούμε να δημιουργήσουμε αυτή την άλλη Ευρώπη, μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο αύριο. Αλλά η πολιτική πρέπει να επιστρέψει, η δημοκρατία να ενδυναμωθεί, η αλληλεγγύη να γίνεται πράξη στα μεγάλα, όπως και στα μικρά θέματα. Προτού λοιπόν μιλήσουμε για ένα « ελληνικό μανιφέστο για την Ευρώπη», προτού συλλέξουμε υπογραφές, ας κάνουμε έναν ουσιαστικό διάλογο. Τα ερωτήματα είναι αμείλικτα: τί Ευρώπη θέλουμε, πόσο μακρυά είμαστε διατεθειμένοι να πάμε, πως συνδέονται με σημαντικά θέματα περαιτέρω εκχώρησης εθνικής κυριαρχίας. Κι επειδή δεν πρόκειται μόνο για θέματα κοινής αγοράς, αύξησης εισροής πόρων ή δανείων, κοκ, τα θεσμικά, πολιτικά και στρατηγικά ανταλλάγματα της συμμετοχής αυτής πρέπει να είναι καθαρά και σημαντικά.
Ετσι μόνο έχει νόημα ο στόχος της Πολιτικής Ενωσης της Ευρωζώνης.

Ελπίδα πρώτης Ανάστασης για την Ευρώπη Η σημασία του γαλλικού «Μανιφέστου για πολιτική ένωση του ευρώ»

Οι επερχόμενες ευρωεκλογές θα αναδείξουν με κάθε βεβαιότητα το βαρύ δίλημμα της Ευρώπης. Είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές που σε μια πρώτη φάση θα είναι η πολιτική ένωση του ευρώ με κοινωνικό πρόσωπο, είτε θα μπει σε πορεία επανόδου προς μια χαλαρή ενιαία αγορά με αναδυόμενους νεοεθνικισμούς και κραυγαλέα υποβάθμιση του διεθνούς ρόλου της. Οι μεθεπόμενες ευρωεκλογές τον Ιούνιο του 2019 θα δώσουν την δημοκρατική απάντηση στο δίλημμα και θα είναι οι σημαντικότερες στην πορεία της Ε.Ε. Η πενταετία 2014-2019 θα είναι μία καυτή περίοδος σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και αν δεν υπήρχε η Μεγάλη Κρίση 2008-9 που «διάλυσε» κυριολεκτικά τον ανέτοιμο και υπερχρεωμένο Ευρωπαϊκό Νότο και γονάτισε την Ελλάδα θα μπορούσαμε να πούμε γι 'αυτήν το γνωστό μαοϊκό απόφθεγμα «Μεγάλη Αναταραχή, Θαυμάσια Κατάσταση». Ουσιαστικά αυτό που διακυβεύεται ξεπερνά κατά πολύ το ευρωπαϊκό πλαίσιο και έχει παγκόσμιες διαστάσεις. Θα βρεθεί άραγε μία δημοκρατική νέα ρύθμιση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που θα εγγυάται τη διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου ενώ θα απαντά με επιτυχία στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης τιθασεύοντας παράλληλα τις άγριες ανισότητες και την ανεργία; Το «Μανιφέστο για μία πολιτική ένωση του ευρώ» 250 Γάλλων πολιτών και προσωπικοτήτων που δημοσιεύουμε σήμερα από το Athens Review of Books χτυπάει δυνατά την καρδιά του προβλήματος και αποτελεί συνέχεια και επέκταση αντίστοιχης γερμανικής πρωτοβουλίας του Ομίλου Γκλίνικερ. Είναι ένα εξαιρετικό κείμενο άμεσης δράσης. Σε συνδυασμό με την πρόταση του οικονομολόγου Thomas Piketty- που υπογράφει το κείμενο- για την καθιέρωση ενός παγκόσμιου φόρου για το μεγάλο Κεφάλαιο με συμφωνία Ε.Ε. και ΗΠΑ το κείμενο προδιαγράφει έναν από τους δύο ρεαλιστικά δυνατούς δρόμους για την Ε.Ε. την προσεχή πενταετία. Ο άλλος είναι η διατήρηση με μικρές προσαρμογές του σημερινού status quo με την κυριαρχία του «εθνικού» νεοφιλελευθερισμού γερμανικής έμπνευσης που βεβαίως θα οδηγήσει την Ε.Ε. στον τελικό διχασμό με έναν προσωρινά ευημερούντα Βορρά και έναν Νότο με μακρόχρονη στασιμότητα «ιαπωνικού» τύπου, ύφεση, αποπληθωρισμό και την Ελλάδα σε πιθανή κατάρρευση. Βάσιμες ενδείξεις για την ανάδειξη αυτών των δύο κατευθύνσεων που κονταροχτυπιούνται ήδη στην Ευρώπη έχουμε από την σημερινή διαμάχη για τον κίνδυνο του Αποπληθωρισμού (deflation) στην Ευρωζώνη. Ενώ η Eurostat κατέγραψε αρνητικό πληθωρισμό σε 8 χώρες της ευρωζώνης (η Έλλάδα στην δεύτερη θέση) και μέσο πληθωρισμό 0,5% την στιγμή που ο στόχος «λογικού» πληθωρισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας βρίσκεται «περίπου στο 2% ετησίως», τη στιγμή που οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ασφυκτιούν από έλλειψη ρευστότητας- οι ελληνικές «στραγγαλίζονται» καθημερινά- γιατί οι τράπεζες «παρκάρουν» τα διαθέσιμα στην ΕΚΤ παρότι το επιτόκιο είναι μόνον 0,25%, την στιγμή που η ύφεση καραδοκεί ο Jürgen Stark,γερμανός πρώην μέλος της ΕΚΤ σε πρόσφατο άρθρο του «Ο Μάριο Ντράγκι να μην ακούσει τα γεράκια του Αποπληθωρισμού» (Financial Times 14/4/2014) θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, όλα βαδίζουν σύμφωνα με το πρόγραμμα και ότι είμαστε σε μία περίοδο γενικής σταθερότητας των τιμών. Υπάρχει απλά ένας «Ενάρετος Αποπληθωρισμός» στις χώρες της περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία, Κύπρος) που ολοκληρώνει την λογική της «εσωτερικής υποτίμησης» και των διαρθρωτικών αλλαγών, ίσως και η τεχνολογία που μειώνει τις τιμές και αύριο πιθανά να έχουμε στην ευρωζώνη πρόβλημα πληθωρισμού και όχι αποπληθωρισμού. Πολλοί αναλυτές τονίζουν ότι αυτά που λέει ο Jürgen Stark εκπροσωπούν με κρυστάλλινη σαφήνεια τις απόψεις της σημερινής γερμανικής ελίτ και ισχύουν εν μέρει σχεδόν μόνο για την Γερμανία και για κανέναν άλλο στην ευρωζώνη. Σίγουρα όχι για τον ευρωπαϊκό Νότο και απολύτως όχι για την Ελλάδα που δεν έχει απλά ύφεση και αποπληθωρισμό (deflation) αλλά βρίσκεται στα όρια της εξουθενωτικής ύφεσης (depression) με στοιχεία εξόδου από καταστάσεις τύπου Μεγάλης Ύφεσης του 1929, με βαριά σωρευτική πτώση του ΑΕΠ κατά 25%, ανεργία 27%, χρέος 177% του ΑΕΠ, συνεχιζόμενη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και σταμάτημα της προσωρινής ανόδου των εξαγωγών. Το όποιο πρωτογενές πλεόνασμα, η μερική έξοδος στις διεθνείς αγορές με το πενταετές ομόλογο, κάποια στοιχεία προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων στις τράπεζες με προσδοκία βεβαίως θεαματικών αποδόσεων σε προοπτική εξαμήνου (και πιθανή έξοδο μετά;;) αποτελούν κάποια θετικά βήματα αλλά η «μεγάλη εικόνα» για την ελληνική πραγματική οικονομία είναι ότι βρίσκεται ακόμα στο χείλος του γκρεμού.
Η αξία των απόψεων του Jürgen Stark έγκειται στο ότι ξεκαθαρίζει με σαφήνεια τις απόψεις και τις διαθέσεις του σημερινού κυρίαρχου δρόμου στην ευρωζώνη και την Ε.Ε. διευκολύνοντας έτσι και την ανάπτυξη του εναλλακτικού δρόμου που μια εκδοχή του αποτελεί το «Μανιφέστο για την πολιτική ένωση του ευρώ». Δημιουργούνται έτσι εξίσου σταδιακά οι νέες προδιαγραφές για την εναλλαγή της Δεξιάς με την Αριστερά σε ευρωπαϊκό επίπεδο πέρα και πάνω από τα σημερινά πολιτικά κόμματα που είναι σχεδόν στο σύνολό τους ανέτοιμα να συνθέσουν με έναν νέο τρόπο το εθνικό με το ευρωπαϊκό. Η βοή των επερχόμενων γεγονότων στην Ευρώπη την προσεχή πενταετία είναι βέβαια ακόμα ασαφής. Αλλά στο βάθος όλοι το διαισθάνονται και προετοιμάζονται γι αυτό. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ελληνική περίπτωση. Στην ουσία σ' αυτές τις ευρωεκλογές μπορεί τα καθαυτό ευρωπαϊκά θέματα να μην φαίνονται με την πρώτη ματιά αλλά υπάρχουν στο βάθος παντού. Μία από τις αιτίες που δεν είναι ορατά βρίσκεται στο ότι η ελληνική κοινωνία με αφορμή τις ευρωεκλογές αναζητά επειγόντως νέα πρόσωπα (όχι αναγκαστικά νεαρά στην ηλικία), νέους σχηματισμούς ή κυρίως νέες συνθέσεις πολιτικών σχηματισμών που θα ανταγωνιστούν για την ψήφο στις αναγκαστικά επερχόμενες εθνικές εκλογές. Με καθυστέρηση έξη ετών μπαίνουμε αργά, σταδιακά, με σύγχυση μέσα από ένα μάλλον «δημιουργικό χάος» σε μια νέα περίοδο. Γι αυτό ας ελπίσουμε ότι θα έχουμε μία διπλή πρώτη Ανάσταση σε Ελλάδα και Ευρώπη. Για την μεγάλη και πραγματική Ανάσταση μάλλον θα περιμένουμε κάποια χρόνια. Η ομάδα ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ 2021 και η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ φιλοδοξούν πέρα και πάνω από τους σημερινούς κομματικούς ανταγωνισμούς να συντελέσουν στην συναινετική επιτάχυνση αυτής της αλλαγής σε Ελλάδα και Ευρώπη. Γι αυτό θα αναλάβουν πρωτοβουλίες μαζί με άλλους ανεξάρτητους φορείς, δίκτυα, περιοδικά και κινήσεις να πλαισιώσουν και να συνεισφέρουν σε μία δυνατή ελληνική συμμετοχή στη λογική του «Μανιφέστου για μια πολιτική ένωση του ευρώ». Τα μέλη της ομάδας Π2021 Θανάση Θεοδωράκης και Αντώνης Παπαγιαννίδης συνεισφέρουν με τα άρθρα τους που ακολουθούν στην ανάπτυξη ενός πρώτου προβληματισμού.


Περικλής Βασιλόπουλος
Συντονιστής ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ 2021
Α/δρος Ένωσης Πολιτών για την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ