Friday, 19 April 2024

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Οι αλήθειες της Πρωταπριλιάς

Δεν την έχουν οι "εταίροι μας" την τόσο τονισμένη όσο εμείς συνήθεια να αξιοποιουν την Πρωταπριλιά ώστε μέσα από - πρωτότυπα ή και κοινότυπα, εμπνευσμένα ή τετριμμένα - ψέματα να λένε αλήθειες που, αλλιως, δύσκολα περνούν. Να αναδεικνύουν, εν τέλει, την αλήθεια των πραγμάτων.
Ισως γι αυτό να σχεδίασαν να έχουμε Πρωταπριλιά το άτυπο Eurogroup στην Αθήνα, ακριβώς δηλαδή μετά το κλείσιμο των 8μηνων εκκρεμοτήτων της Ελλάδας με την Τρόικα (κλείσιμο εκκρεμμοτήτων που δεν έλαβε βέβαια υπόψη του το ψυχόδραμα της παραίτησης του Mad Max Χαρακόπουλου, ή πάλι τις τύψεις που μπλόκαραν την ψήφο του Μιχ. Κασσή - συνολικά δηλαδή το σκηνικό της ψηφοφορίας για το τελευταίο αυτό νομοσχέδιο Τρόικας "στο νήμα"/ ιδιως μετα την πρόταση μομφής ΣΥΡΙΖΑ κατα Στουρνάρα και το σχετικό ψυχόδραμα... ) και λίγο πριν την οριστική απόφανση της Eurostat σχετικά με το πολυύμνητο Πρωτογενές Πλεόνασμά μας (που, αφού ήδη διευθετήθηκε η μοιρασιά του σε αποπληρωμή χρέους/σε εξόφληση υποχρεώσεων προς ιδιώτες/σε "κοινωνικό μέρισμα" με συναίνεση της Τροικας, θεωρείται δεδομένο - όχι;).
Ετσι, σκέφθηκαν, θα δινόταν η ευκαιρία στους ηγέτες του σκληρού πυρήνα της Ευρώπης - δηλαδή στον Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε και τους ακόλουθους του υπουργούς των άλλων κρατών - να πουν τα ενθαρρυντικά καλά λόγια προς Στουρνάρα/Σαμαρά/άντε και Βενιζέλο. Να τα πουν αρκετά νωρίς, γιατί μετα τό τέλος Απριλίου θάχει παιχτεί όλο το προεκλογικό δρόμο....
Εκείνα, δηλαδή τα σημάδια "επαναφοράς της Ελλάδας στην Ευρώπη" - όπως βιάστηκαν τα πάντα ενθουσιώδη Ελληνικά μήντια να τιτλοφορήσουν - θεωρήθηκε ότι την Πρωταπριλιά αυτή θα λάμβαναν την ρητορική επισφράγιση απο Σώϋμπλε και Σια, ότι θα αναγνωριζόταν δηλαδή ο κατά Στουρνάρα "άθλος άνευ προηγουμένου" της Ελλάδος. Έστω και με υπαινικτική μετάβαση στο στάδιο συζήτησης για κάποια μορφή αναδιάρθρωσης του χρέους απο τους εταίρους. Ακριβώς αυτό είναι φανερό ότι "είδε νάρχεται" ο ΣΥΡΙΖΑ - μαζί , βέβαια, και με το αγκομαχητό του στις δημοσκοπήσεις - και εισπράξαμε την, αμέσως μετά την Πρωταπριλιά, διακαναλική συνέντευξη Τσίπρα: διακαναλική με την καινοτομία ότι δεν (ΔΕΝ) θα παίξει στα κατεστημένα κανάλια αλλά μόνον σε ΚΟΝΤRA, ACTION 24 και EXTRA, δηλαδή στα "αντι-κατεστημένα". Συν την πρόταση μομφής....

Πώς τα σήματα των αγορών θα επέτρεπαν
μια ενιαία Ελληνική στάση για το χρέος
...Με λιγότερους απο δυο μήνες μέχρι τις κάλπες των Ευρωεκλογών μπροστά μας, το μόνο που θα μπορούσε αληθινά να φέρει κάτι το καινούργια στην συζήτηση για το ελληνικό χρέος δεν είναι δυνατον ούτε ακόμη και θεωρητικά να συζητηθεί! Ποιο θα ήταν αυτό; Μα, να διαμορφωνόταν μια κοινή μίνιμουμ πλατφόρμα Ελληνική - δηλαδή διαμορφωμένη με ΕλληνοΕλληνική συναίνεση - και αυτή να την πήγαιναν βόλτα εις τας Ευρώπας. Ποιος; Μια γνήσια διαπραγματευτική ομάδα, με διακομματική στήριξη. (Κάτι σαν την πρόταση Αλέκου Παπαδόπουλου προ μηνών: ούτε που συζητήθηκε, φυσικά).
Προς αυτήν άλλωστε την κατεύθυνση έδωσε "σήμα" ο Πρόεδρος του EuroWorking Group (Αυστριακός) Τόμας Βίζερ. Ο οποίος ακριβώς λίγα 24ωρα πριν το σχεδιασμένο ως Πρωταπριλιάτικο Eurogroup πήρε την πρωτοβουλία να αποκλείσει για μιαν ακόμη φορά κάθε ενδεχόμενο κουρέματος του Ελληνικού χρέους, σε αντιστάθμισμα όμως αναφέρθηκε στην πάγια συνταγή μείωσης επιτοκίων/παράτασης λήξεων του χρέους - συν (και εδώ το πράγμα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον...) ένα πρόγραμμα ανάπτυξης με διαφορετική χρηματοδότηση. Το οποίο - ακόμη πιο ενδιαφέρον ! - θαπρεπε η Ελλάδα να το θεωρήσει δική της "ιδιοκτησία" και όχι εξωτερική επιβολή.
Προς μια τέτοια κατεύθυνση - άν και από άλλη διαδρομή - πορεύεται η πλευρά Στουρνάρα, πώς; Με την προώθηση της διαβόητης επανόδου της Ελλάδας στις αγορές. Μετά από πολλή φλυαρία σχετικώς, είχαμε το πρωτογενές σημάδι από το bookbuilding για τις ΑΜΚ Alpha και Πειραιώς που ολοκληρώθηκε μέσα σε κάποιες ώρες με ονομαστική υπερκάλυψη που αντιστοιχούσε γύρω σε 5,5 δισ. συνολικά (τελικά αντλήθηκαν κάπου 3 δις, μετά και τα 500 εκατομμύρια ομολόγου της Πειραιώς της περασμένης βδομάδας). Βέβαια, ο Γιάννης Στουρνάρας χρειάστηκε να βάλει λίγο πάγο στον ενθουσιασμό που ανέβαινε σχετικά με την δυνατότητα του ΟΔΔΗΧ να "πατήσει" πάνω σ' αυτήν την πολλαπλή επιτυχία, για να επισπεύσει άμεση έξοδο κρατικού χαρτιού στις αγορές - παραδέχθηκε ότι η κίνηση bravado μπορεί να πάει για μετά τις Ευρωκάλπες. Όμως η αναγνώριση απο μέρους των αγορών ότι "ο ελληνικός κίνδυνος" είναι πλέον διαχειρίσιμος είναι ένα δεδομένο. Η διατύπωση Μιχ. Σάλλα περί "ιστορικής σημασίας αύξησης κεφαλαίου για το τραπεζικό σύστημα συνολικά" δεν ήταν λόγος κενός. Το ζήτημα είναι πώς, τώρα, απο τις τράπεζες θα "ολισθήσουμε" στο κρατικό χαρτί....
Τεχνικά, και προκειμένου να "γλυκαθούν" οι οίκοι που θα μας κουβαλήσουν μετά από 5 χρόνια απουσίας, θα επιχειρηθεί παράλληλα ένα ξαναπακετάρισμα των - περιορισμένης αξίας - Ελληνικών ομολόγων που κυκλοφορούν στην αγορά, έτσι ώστε να ομαλοποιηθεί η καμπύλη των λήξεων Ελληνικών χαρτιών. (Τώρα γίνεται κατανοητό γιατί ο χειρισμός συγκέντρωσης Ελληνικών ομολόγων της Japonica του Καζαριάν συνάντησε άκρα ψυχρότητα απο την Ελληνική πλευρά. Επεδίωκε εξαρχής "να παίξει με τα μεγάλα τα παιδιά"). Ταυτόχρονα, θα προωθηθεί μια έκδοση-δοκιμή, που ήταν σχεδιασμένη για 1,5 - 2 δις, όμως τώρα στην Κυβέρνηση μιλούν και για άνω των 3 δις• ενώ οι προσδοκίες επιτοκίου είναι κάπου γύρω στο 5,5%.
Τριπλός ο στόχος: πρώτον να πιστωθεί η Κυβέρνηση Σαμαρά/Στουρνάρα προεκλογικούς πόντους, κεφαλαιοποιώντας έτσι την σχετική ανάκαμψη που γράφει στις δημοσκοπήσεις. Δεύτερον, να απομακρυνθεί η εικόνα χρηματοδοτικού κενού για το 2014-15, έτσι ώστε το ΔΝΤ να πάψει να δημιουργεί προβλήματα με την δική του παραμονή στο Πρόγραμμα.
Τρίτον, να στηθεί το πραγματικό σκηνικό για αναδιάρθρωση του χρέους -μετά μεν τις Ευρωεκλογές, αλλά με πρόδηλα σημάδια απο τώρα. (Εδώ, οι κυβερνητικοί έχοντας αναθαρρήσει απο το Πρωτογενές Πλεόνασμα και την διπλωματική επιτυχία που αυτό κατέγραψε, αρχίζουν να μιλούν μέχρι και για ευγενική απώθηση του ΔΝΤ απο το Ελληνικό Πρόγραμμα, ωστε να γίνει πια φανερή η "έξοδος απο το Μνημόνιο", ή πάλι "η αποχώρηση της Τρόικας" κοκ.)
Ε, λοιπόν, αυτούς τους σχεδιασμούς είναι που όλο το σκηνικό στην Βουλή, με το έπος του γάλατος και των φαρμάκων, πήγε να αναγάγει σε γνήσια Πρωταπριλιά...

Την ίδια στιγμή, κάτι σαν "άλλη Ευρώπη" μορφοποιείται
Μιας και αποφασίσαμε να υπαγάγουμε τα - διόλου αστεία: αντίθετα, σοβαρότατα - όσα τρέχουν γύρω μας αυτόν τον καιρό σε μια προσέγγιση Πρωταπριλιάς, δώστε λίγη προσοχή και στο συνολικό Ευρωπαϊκό σκηνικό.
Πρώτα-πρώτα, οι "εκεί" δημοσκοπήσεις για τις Ευρωεκλογές δίνουν ασάφεια: οι Σοσιαλδημοκράτες/SPD περνούσαν πρώτοι, οι Χριστιανοδημοκράτες/ΕΡΡ έπονταν: τώρα πάλι η σειρά αντιστράφηκε (πάντως το άθροισμα των δυο είναι γύρω στο 55%)• οι Φιλελεύθεροι/ALDE δεν τα πάνε και τόσο καλά (γύρω στο 8%)• η Ευρωπαϊκή Αριστερά/GUE ελπίζει μέχρι και σε τρίτη θέση - con Tsipras -αλλά για την ώρα είναι στην τέταρτη (7%). Πράσινοι και Συντηρητικοί βρίσκονται, και οι δυο, γύρω στο 6%. ΟΙ διαφόρων ειδών Ευρωσκεπτικιστές (κανένα κοινό στοιχείο μεταξύ του βρετανικού UKIP , του γαλλικού FN και των δικών μας Χρυσαυγιτών...) δεν μπορούν να προβλεφθούν. Πάντως, η κατάργηση του κατωφλίου 3% στην Γερμανία μπορεί να φέρει και εδώ ανατροπές.
Σε εντελώς άλλο επίπεδο παρατήρησης, αξίζει να δει κανείς τις "Πορείες Αξιοπρέπειας" που οργανώθηκαν στην Ισπανία, ιδίως στην Μαδρίτη: από εύτακτες και δομημένες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας με σύνθημα "Ψωμί-Δουλειά-Στέγη για όλους" ξέφυγαν σε πορείες κατά των τραπεζών (τις οποίες καλούσαν να "πληρώσουν για την κρίση") και σε αντιπαράθεση με τις δυνάμεις της Αστυνομίας (που κατέληξαν σε ντουζίνες τραυματισμούς - περισσότεροι οι αστυνομικοί... - και σε σειρά συλλήψεων).
Και, πηγαίνοντας λίγο πιο πίσω, έχουμε την συνειδητή αλλαγή πλεύσης της Ιταλικής Κυβέρνησης - η μετακίνηση Ρέντσι από την γραμμή Λέττα είναι ευκρινέστερη από εκείνην Λέττα από την παλαιότερη γραμμή Μόντι - προς μιαν αντιστροφή της λογικής της αύξησης των φόρων. Βέβαια, οι φορολογικές μειώσεις Ρέντσι - κατά 10 δις ευρώ σε βάθος χρόνου - είναι στοχευμένες στην μείωση του μη-μισθολογικού κόστους εργασίας, με περιορισμό της φορολογίας εισοδήματος και των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών, έτσι ώστε να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα μιας ιταλικής οικονομίας που έκλεισε το 2013 με ρυθμό ανάπτυξης.... 0,1%! Υπ' αυτήν την έννοια, γίνονται ευκολότερα κατανοητές από τους Ευρωπαίους εταίρους της Ιταλίας απ' ό,τι το δικό μας "κοινωνικό μέρισμα"...
Πάντως, και στην Ευρωπαϊκή σκακιέρα "κάτι κινείται" . Προλαβαίνουμε (α) να το κατανοήσουμε, (β) να το παρακολουθήσουμε, (γ) να προσαρμόσουμε την εσωτερική στόχευσή μας; Αμφιβάλλουμε.

Δημοσιεύτηκε στην Ναυτεμπορική στη 1/4

Από τον αδιέξοδο «εθνο-μηδενισμό» στον ενεργό «εθνο-ευρωπαϊσμό»

Η Ευρώπη ζει μια βαθιά κρίση που είναι ταυτόχρονα και κρίση του μεταπολεμικού μοντέλου. Η εξέλιξη της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας προς ένα σύστημα που ελέγχεται αποκλειστικά από τις απρόσωπες αγορές, υπερκέρασε τις κυβερνήσεις και τις στερεί τις κυβερνήσεις από βασικά εργαλεία παρέμβασης. Η παγκοσμιοποίηση ακύρωσε την πολιτική, ενώ η οικονομία δεν υπηρετεί πλέον την κοινωνία. Σήμερα δεν τηρούνται καν τα προσχήματα, οι καιροσκόποι επενδυτές επιβάλλουν παντού τη θέλησή τους χωρίς αντίσταση.
Το ευρωπαϊκό οκοδόμημα ξεπεράστηκε από τις εξελίξεις, όχι επειδή δεν είχε την απαραίτητη τεχχνογνωσία, αλλά επειδή δεν υπάρχει η πολιτική βούληση για ανατροπή της πορείας. Κι όμως η κρίση που ζούμε είναι συστημική και θέτει τεράστια ζητήματα. Ζητήματα σχέσεων πολιτικής και οικονομίας, δημοκρατίας και αγοράς, ΕΕ και κράτους-έθνους. Η κρίση πρέπει να γίνει ευκαιρία για ουσιαστικές αλλαγές στην ΕΕ υπό τον όρο ότι συζητούνται ανοιχτά τα πάντα: αρχές, τρόπος λειτουργίας, δημόσιες πολιτικές, συμμετοχή των κρατών-μελών και των πολιτών στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Παραθέτω εδώ κάποιες σκέψεις από το νέο μου βιβλίο: «...Η ΕΕ έπεσε στην παγίδα της ύφεσης και της αδύνατης διαχείρισης ενός κοινού νομίσματος αφού δεν υπάρχει ενιαία κυβέρνηση. «Μακροπρόθεσμα θα τεθεί το θέμα του αν μπορεί να συνεχισθεί μια κυρίως α-πολιτική ολοκλήρωση...Είναι αξιοσημείωτο να δούμε το ότι η νομισματική ενοποίηση πραγματοποιήθηκε αφαιρώντας από τους πολιτικούς την νομισματική πολιτική για να δοθεί αυτή στους τεχνοκράτες» (R. Cooper) Το σχέδιο ήταν πολιτικό, αλλά η οικονομία δεν λειτουργεί μόνο με καλόπιστα ή επί χάρτου σχέδια. Ωστόσο οι προειδοποιήσεις υπήρχαν, οι προβλέψεις επίσης. Το 1998 ο γνωστός γάλλος διανοητής Emmanuel Todd στο βιβλίο του « I' illusion économique » , εκδόσεις Gallimard, προειδοποιούσε με σαφήνεια για τις επιπτώσεις του ευρώ υπό τις γνωστές ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Η σύγχυση πολιτικών και οικονομικών στόχων και οι διαφορές του επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης σε συνδυασμό με τον προστατευτικό αφοπλισμό στην Ευρώπη έφεραν τα πάνω κάτω. Σήμερα η ΕΕ βρίσκεται παγιδευμένη στην ύφεση, το παλιό βιομηχανικό μοντέλο δεν αποδίδει, χωρίς εναλλακτική πολιτική, όλα είναι ανοιχτά, όλα αναθεωρούνται, οι Συνθήκες παραβιάζονται επίσημα και οι καταθέσεις των ιδιωτών, μετά το κυπριακό πάθημα και τις αποφάσεις της ΕΕ στο τέλος Ιουνίου του 2013, δεν είναι πλέον ασφαλείς......» (βλ. Αθ. Θεοδωράκης, «Σ'ευχαριστούμε Αριστείδη», από τις «Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις».

Η κρίση απέδειξε ότι η σημερινή αρχιτεκτονική της ΕΕ δεν είναι λειτουργική. Τα «κοινά κριτήρια» του Μάαστριχτ δεν μπορούν να εφαρμοστούν κατά ενιαίο τρόπο, επειδή οδηγούν στην πράξη στη διεύρυνση των εσωτερικών ανισοτήτων.
Αυτό που έχει λοιπόν σημασία είναι το νέο μοντέλο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Μιας ενοποίησης που είτε θα είναι πολιτική, είτε δεν θα υπάρξει. Γι αυτό θεωρώ ότι χρειάζεται μια νέα ισορροπία ανάμεσα στο ευρωπαϊκό οκοδόμημα και τα κράτη-έθνη. Αν το νέο ζητούμενο είναι η πολιτική εμβάθυνση και ενοποίηση της ΕΕ κι όχι η ατέρμονη διεύρυνση, αυτό μας οδηγεί σε μια «νέου τύπου ομοσπονδία των κρατών-εθνών» (Ζακ Ντελόρ). Μια νέα σχέση, ένα νέο μοντέλο πρέπει συνεπώς να προκύψει ώστε το κοινοτικό οικοδόμημα να στηρίζεται στα κυρίαρχα κράτη-έθνη που το απαρτίζουν και όχι να επιζητεί την υπέρβασή τους. Η Ευρώπη εξάλλου δεν θα γίνει ποτέ ένα υπερκράτος που θα αφομοιώσει και θα εξαφανίσει τα περήφανα ιστορικά της έθνη. Αντίθετα πρέπει να στηριχθεί στα κράτη-έθνη και στους πολίτες που συμμετέχουν για να ενδυναμωθεί τόσο προς τα έξω (κοινή άμυνα, κοινή εξωτερική πολιτική), όσο και προς τα μέσα (στροφή στον άνθρωπο, στήριξη της πραγματικής οικονομίας).
Χρειάζεται μια νέα λογική, μια νέα σύνθεση, μια νέα σχέση όπου η ΕΕ και τα κράτη-μέλη θα συνεργάζονται και θα αλληλοσυμπληρώνονται.Το νέο σχήμα θα εκφράζει έναν ενεργό «εθνο-ευρωπαϊσμό» και όχι τον «εθνο-μηδενισμό» στον οποίο μας οδήγησε η απληστία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Η πολιτική πρέπει να επιστρέψει στο προσκήνιο και να αναλάβει τις ευθύνες της. Το πραγματικό δίλημμα της ΕΕ είναι μια ουσιαστική μεταμόρφωση, με μια νέα Συνθήκη υπέρ της «Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας κρατών-εθνών», με αρχικό πυρήνα την ευρωζώνη.

Δημοσιεύτηκε στο metarithmisi.gr στις 28/3

Τι θα ήθελα να ακούσω

Είναι λαϊκισμός να μιλάμε για τους νεόπτωχους της κρίσης; Για τα μεσαία στρώματα που βυθίζονται στην απόγνωση; Για τις 950.000 θέσεις εργασίας που χάθηκαν από το 2008; Για το 80% των μακροχρόνια ανέργων χωρίς κανένα επίδομα;» Ο συνομιλητής, έντιμος διανοούμενος της Αριστεράς, μιλούσε με πάθος και θυμό. «Είναι λαϊκισμός ότι διακόσιες χιλιάδες επιχειρήσεις έχουν κλείσει την τελευταία τετραετία; Οτι ένας στους πέντε ενηλίκους ζει σε νοικοκυριό χωρίς κανένα εργαζόμενο μέλος; Οτι 18% των Ελλήνων δεν διαθέτει αρκετά χρήματα ούτε για να αγοράσει τρόφιμα;».
Η πραγματικότητα των αριθμών δεν είναι λαϊκισμός. Η όξυνση των ανισοτήτων, της φτώχειας και της μακροχρόνιας ανεργίας, το διάτρητο δίχτυ κοινωνικής προστασίας: αυτό είναι το νέο κοινωνικό πρόβλημα της χώρας. Η επίκλησή του είναι δημόσια προτεραιότητα, δεν είναι λαϊκισμός. Η χρήση του όμως για να συγκαλυφθεί το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, αυτό είναι λαϊκισμός. Το σύνθημα ότι το Μνημόνιο προκάλεσε την κρίση, διότι μας αφαίρεσε την ευημερία που είχαμε και στην οποία μπορούμε τάχα να επιστρέψουμε, αυτό κι αν είναι απροκάλυπτος λαϊκισμός.
Μπήκαμε στην κρίση το 2009-10 με θηριώδη υπερχρέωση προς τον υπόλοιπο κόσμο. Η Ελλάδα είχε καθαρό εξωτερικό χρέος σχεδόν όσο το ΑΕΠ της, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη. Τι ήταν αυτό το χρέος; Δεν ήταν μόνο ρεμούλες, σπατάλη, φοροδιαφυγή και διαφθορά. Ηταν εισόδημα που έμπαινε στην οικονομία με το μεγαλύτερο ποσοστό τελικής κατανάλωσης στην Ευρώπη. Φουσκώνοντας αμοιβές και θέσεις εργασίας κυρίως στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στο αρχιπέλαγος των μη εμπορεύσιμων κλάδων και επιχειρήσεων που άμεσα ή έμμεσα εξαρτιόνταν από αυτόν (τράπεζες, προμηθευτές, κατασκευαστικές, ακίνητα, ΜΜΕ, τηλεπικοινωνίες, ελεύθερα επαγγέλματα, προστατευμένες επιχειρήσεις, εταιρείες διαφήμισης και επικοινωνίας κ.λπ.). Τα υψηλά εισοδήματα και κόστη στους κλάδους αυτούς στραγγάλιζαν τον εμπορεύσιμο και εξαγωγικό τομέα. Η χώρα δανειζόταν από τη μελλοντική της ανάπτυξη, για να χρηματοδοτεί μια κατανάλωση μεγαλύτερη από την παραγωγική της δυνατότητα.
Ομως, το 2010 οι αγορές έριξαν μια προσεκτική ματιά στο διπλό έλλειμμα και στο διπλό χρέος (δημόσιο και εξωτερικό). Και έφριξαν. Από τη στιγμή που ο εξωτερικός δανεισμός στέρεψε, αυτό σήμαινε ότι μεγάλο μέρος του εισοδήματος έπρεπε αναπόφευκτα να ξεφουσκώσει, και η οικονομία να ισορροπήσει σε ένα επίπεδο χαμηλότερο από τα 230 δισ. του φουσκωμένου ΑΕΠ του 2009. Με τη συρρίκνωση των τεχνητών εισοδημάτων του υπερδανεισμού, δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις, μαγαζιά και επαγγελματίες που ζούσαν από την εγχώρια κατανάλωση άρχισαν να καταρρέουν. Η οικονομία μας είχε δύο δυνατότητες: ή τη δραστική μείωση της συνολικής κατανάλωσης ή τη δραστική αύξηση των εξαγωγών, ώστε να εισάγει πραγματικό (και όχι δανεικό) εισόδημα απ' έξω. Το πρώτο ήταν ταχύτερο, και ούτως ή άλλως άμεσα αναγκαίο. Το δεύτερο είναι το πιο δύσκολο, απαιτεί πλήθος διαρθρωτικών προσαρμογών, που θέλουν χρόνο για να αποδώσουν.
Ετσι η σωρευμένη ύφεση και ανεργία αποτυπώνει τον υπερδανεισμό της προηγούμενης περιόδου αλλά και την παραγωγική στρέβλωση της ελληνικής οικονομίας: λίγες οι επιχειρήσεις έτοιμες να «τρέξουν» με εξαγωγές, τραβώντας την οικονομία στην ανάκαμψη. Αυτό είναι το πραγματικό παραγωγικό πρόβλημα της χώρας: η περιορισμένη βάση των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών, η ακόμα φτωχότερη προστιθέμενη αξία τους, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα, 91η στις 148 και τελευταία στην Ευρώπη κατά το World Economic Forum. Εάν αυτά δεν αντιμετωπιστούν, δεν θα υπάρξει ούτε διατηρήσιμη ανάπτυξη ούτε δουλειές, όσο κι αν κάποιοι ονειρεύονται καταπολέμηση της ανεργίας με εργοδότη το Δημόσιο.
Θα ήθελα να ακούσω μια μέρα τον κ. Τσίπρα να δυσαρεστεί την εκλογική του πελατεία με ενοχλητικές αλήθειες: ότι η παραμονή στο ευρώ σημαίνει σοβαρό καπιταλισμό, παραγωγικότητα, θυσίες και πειθαρχία, αλλά έξω από το ευρώ είναι μεγαλύτερη φτώχεια και καταστροφή. Οτι στην Ε.Ε. δεν υπάρχουν μονομερείς ενέργειες αλλά διαπραγμάτευση και συμβιβασμοί. Οτι η μετάβαση στο πρωτογενές πλεόνασμα ήταν αναγκαία για να έχει η χώρα οποιαδήποτε ελπίδα σταθεροποίησης και προσδοκία ανάκαμψης. Οτι η ανάπτυξη προϋποθέτει ανταγωνιστικές, διεθνοποιημένες μονάδες, ελκυστικό περιβάλλον (φορολόγηση, κράτος, εργασιακά, υποδομές) και επαρκή κερδοφορία ώστε να μείνουν οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Οτι έχουμε τα πιο εχθρικά προς την επιχειρηματικότητα, την καινοτομία και την αγορά πανεπιστήμια, κυρίως λόγω της μακρόχρονης κατοχής τους από τις οικείες προς τον ΣΥΡΙΖΑ πολιτικές δυνάμεις.
Θα ήθελα να ακούσω τους κ. Σαμαρά και Βενιζέλο να λένε: τα δύο κόμματά μας έχουν τεράστιες ευθύνες για την κρίση, και τότε και τώρα. Προστάτευσαν και συνεχίζουν να προστατεύουν τις κομματικές τους πελατείες. Ας μην ξαναμιλήσει κανείς για success story με ανεργία 28%. Πετύχαμε τη μεγαλύτερη μείωση ελλείμματος που έγινε ποτέ, και αυτό είναι επίτευγμα. Αλλά έγινε με υπερφορολόγηση των πολιτών, με «δεν πληρώνω» του Δημοσίου, με διαρκείς περικοπές στο πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, με τον μεγάλο πλούτο της φοροδιαφυγής να κρύβεται ακόμη. Και με τμήμα της κοινωνίας σε συνθήκες εξαθλίωσης. Η αναγκαία και αναπόφευκτη λιτότητα δεν κατανεμήθηκε με τον δικαιότερο τρόπο. Και η δίκαιη και αναπτυξιακή διανομή μέρους του πλεονάσματος θέλει μόνιμα μέτρα – όχι προεκλογικά επιδόματα και αναπλήρωση συντάξεων αγάμων θυγατέρων.
Αυτά θα ήθελα να ακούσω, αλλά έχω την αίσθηση πως δεν θα τα ακούσω.

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 23/3

Ποιες επιχειρήσεις για ανάπτυξη;

Κάτι φαίνεται πως αλλάζει στον χώρο της επιχειρηματικότητας, με τον αριθμό των start-ups να ανεβαίνει με γρήγορους ρυθμούς.

Ενώ η ανεργία των νέων στην Ελλάδα βρίσκεται στα ύψη και η χώρα παρουσιάζει σοβαρότατο έλλειμμα εξωστρέφειας, κάποια καλά νέα ανοίγουν το παράθυρο της ελπίδας. Έτσι, πέρα από τα κομμωτήρια, τις καφετέριες και τα σουβλατζίδικα –που πάντα θα βρίσκονται στην κορυφή της ελληνικής νέας επιχειρηματικότητας– τα δύο τελευταία χρόνια εντυπωσιακή είναι και η ανάπτυξη των start-ups στο ελληνικό επιχειρηματικό τοπίο.
Έτσι, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του μη κερδοσκοπικού οργανισμού Endeavor Greece που στηρίζει την επιχειρηματικότητα διεθνώς, στην χώρα μας το 2013 ιδρύθηκαν περίπου 180 start-ups, έναντι μόνον 18 το 2010. Επίσης, την χρονιά που πέρασε επενδύθηκαν στις εταιρείες αυτές 42 εκατ. ευρώ –ποσό σχεδόν 100 φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο πριν τρία χρόνια. Χωρίς αμφιβολία, η εξέλιξη αυτή είναι απολύτως θετική και σίγουρα δείχνει ότι κάποια πράγματα στην χώρα μας αλλάζουν στον χώρο του επιχειρείν.
Ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες, από την άποψη αυτή, είναι οι θέσεις και απόψεις του κ. Χ.Μακρυνιώτη, ο οποίος είναι διευθύνων σύμβουλος της Endeavor Greece και νέος επιχειρηματίας ο ίδιος. Σε ηλεκτρονική αρθρογραφία του (στον ιστότοπο euro2day) επισημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε περισσότερες νέες επιχειρήσεις αλλά καλύτερες, με υγιέστερους επιχειρηματίες και στοχευμένη υποστήριξη για να πετύχουν. Τονίζει δε ότι, υπό αυτή την έννοια, η χώρα έχει ανάγκη από νέους επιχειρηματίες ικανούς να γυρίσουν την πλάτη στα στραβά του χθες και να επιχειρούν αναζητώντας ευκαιρίες και όχι περιμένοντας επιδοτήσεις.
«Χρειαζόμαστε εργατικό δυναμικό», αναφέρει ο κ. Χ. Μακρυνιώτης, «που να σκέφτεται με επιχειρηματικό τρόπο, να αναλαμβάνει κινδύνους, να αναγνωρίζει και να αξιοποιεί ευκαιρίες –εντός και εκτός Ελλάδος. Όχι κατ' ανάγκην ως ένας ακόμη ευκαιριακός επιχειρηματίας, αλλά ως ένας σωστά εκπαιδευμένος αγρότης, κτηνοτρόφος, γιατρός ή περιζήτητος εργάτης. Το μοντέλο αναπτύξεως και ο χαρακτήρας των επιχειρήσεων κατά το παρελθόν υπήρξαν στρεβλά και συχνά παρασιτικά, φαινόμενο που δεν οδήγησε πουθενά».
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να υπενθυμίσουμε πως από τις στήλες αυτές είχαμε επισημάνει ότι ο υπερεμπορισμός και οι τυχάρπαστες μεταπρατικές δραστηριότητες όχι μόνον δεν οδηγούν πουθενά, αλλά στην πορεία εξελίξεως μιας οικονομίας είναι φαινόμενα σοβαρής κοινωνικής και οικονομικής κρίσεως.
Όμως, τα φαινόμενα αυτά σκοπίμως καλλιεργήθηκαν στην μεταπολεμική Ελλάδα, με μοναδικό κριτήριο την εξυπηρέτηση πολιτικών και κομματικών σκοπιμοτήτων. Η παρασιτική επιχειρηματικότητα, η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία δεν υπήρξαν στρεβλώσεις, όπως υποστηρίζουν ανιστόρητοι αναλυτές και οικονομολογούντες. Αντιθέτως, ήσαν συνειδητές πολιτικές επιλογές, ακόμα και όταν η Ελλάδα απεφάσισε την οριστική της ενσωμάτωση στο δυτικοευρωπαϊκό πολιτικοοικονομικό μόρφωμα.
Σοσιαλιστές καθηγητές ήσαν αυτοί που, σε γνωστή έκθεσή τους στα τέλη της δεκαετίας του 1940, είχαν προτείνει τράπεζες, βαρειά βιομηχανία και αγροτικοί συνεταιρισμοί να περιέλθουν στο κράτος –το οποίο, όμως, θα επέτρεπε σε μικρές επιχειρήσεις να λειτουργούν, ώστε να απορροφάται ανεργία. Οι ίδιοι καθηγητές ήσαν αυτοί που έκριναν την αμερικανική βοήθεια και το Σχέδιο Μάρσαλ ως συσσώρευση κεφαλαίου που έπρεπε να κατευθυνθεί στην άτυπη κρατικοποίηση της οικονομίας, με παράλληλη ενίσχυση εσωστρεφούς μικρομεσαίας επιχειρηματικής δραστηριότητος. Με βάση τις θεωρίες περί «ψωροκώσταινας» και άλλα παρόμοια δημιουργήθηκε μεταπολεμικά μία νεοφεουδαρχική Ελλάδα, με την λέξη «μικρό» να έχει γίνει τρόπος ζωής: το γαλατάκι, το ταβερνάκι, το ψωμάκι, το σπιτάκι, το φαγάκι, είναι λέξεις που εκφράζουν αντιλήψεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές οι οποίες έχουν βαθύτατες καταβολές και σίγουρα δεν αναιρούνται από την μια μέρα στην άλλη.
Εξάλλου, στην βάση των αντιλήψεων και θέσεων που προηγούνται, δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μία οικονομία της οποίας το Ακαθάριστο Προϊόν ήταν σε ποσοστό 85% εξαρτημένο από την εισαγωγική και καταναλωτική δραστηριότητα και της οποίας το ποσοστό αυτάρκειας δεν ξεπερνά το 17% και είναι το χαμηλότερο μεταξύ των κρατών μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ). Όσο για τον παραγωγικό ιστό της χώρας, η ατμομηχανή του ήταν η κατανάλωση και η οικοδομική δραστηριότητα –δύο κλάδοι που σήμερα έχουν καταρρεύσει. Όπως, βεβαίως, καταρρέει και ο μύθος της προσοδοθηρίας ως μέσου δημιουργίας πλούτου.
Πλούτος δημιουργείται μόνον μέσω παραγωγικών δραστηριοτήτων. Μεταξύ αυτών, αυτές που σήμερα είναι σχετικές με την γνώση και τις νέες τεχνολογίες πολύ γρήγορα παράγουν υψηλά εισοδήματα και βεβαίως υπεραξίες. Κατά συνέπεια, όλο και περισσότερο η σύγχρονη επιχειρηματικότητα συνδέεται και με νέους συντελεστές παραγωγής, στους οποίους ιδιαίτερο βάρος αποκτά συνεχώς η γνώση. Αυτό σημαίνει ότι για μία χώρα, το εκπαιδευτικό της σύστημα και ο τρόπος της θεσμικής οργανώσεώς του αποτελούν υψηλής αξίας παραγωγικές πηγές. Ας σκεφτούν κάποιοι ότι, μεταξύ των 20 πλουσιοτέρων ανθρώπων στον κόσμο, οι μισοί ξεκίνησαν κατά μέσον όρο την επαγγελματική τους δραστηριότητα πριν 25 χρόνια –ιδιαιτέρως δε ο εφευρέτης του Facebook, που είναι 15ος στην σχετική λίστα, μόλις συμπλήρωσε δέκα χρόνια επιχειρηματικής δραστηριότητος και δεν είναι ακόμη 30 ετών.

Δημοσιεύτηκε στο europress στις 24/3

Ας φτιάξουμε βιομηχανία!

Έναν τέτοιο τίτλο θέλω να δω σε πρωτοσέλιδα.
"Τρελός είσαι, δεν γίνεται", ακούω. "Η Ελλάδα δεν είναι για βιομηχανίες".
Έχω διαφορετική αντίληψη. Η βιομηχανία δεν είναι δόγμα. Μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα και σε περισσότερο αντίξοες συνθήκες από τις δικές μας. Στο Ισραήλ, π.χ.
Οραματίζομαι βιομηχανικές μονάδες, παραγωγικές και εναρμονισμένες σε οικολογικό περιβάλλον, με σύγχρονη οργάνωση. Με μεράκι! Με συνεργασίες.
Η περιπόθητη ανάπτυξη δεν μπορεί να βασισθεί μόνο στον τουρισμό και σε σκληρά δημοσιονομικά μέτρα. 28% επίσημα η ανεργία, τα λέει όλα. Ένας βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας πρέπει να βασισθεί σε βιώσιμες βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες.
Δυστυχώς, η βιομηχανία της Ελλάδος βρίσκεται σε περιδίνηση. Η συνολική αύξηση των εξαγωγών είναι σχεδόν αμελητέα. Οι περισσότερες από τις βιομηχανίες που απέμειναν αντιμετωπίζουν υπαρξιακά προβλήματα. Και μαζί με αυτές και οι άνθρωποι, που περιμένουν τέσσερις και πέντε μήνες να πληρωθούν.
Από τη μια η ακριβή ενέργεια, από την άλλη η έλλειψη ρευστού, ο αυξημένος ανταγωνισμός, τα φορολογικά. Μια κατήφεια διάχυτη είναι αισθητή. Κέρδη, σε χρόνια περασμένα, προοπτικές που φέρνουν μελαγχολία.
Η έξοδος στις αγορές για δανεισμό, μέσα στο 2014, μου είναι σχεδόν αδιάφορη, θέμα δευτερεύον κατά τη γνώμη μου, αντικείμενο στείρων πολιτικών αντιπαραθέσεων. Δυναμική έξοδος στις αγορές με εξαγωγές, αυτό είναι το ζητούμενο.
Η Τρόικα έχει και αυτή τις ευθύνες της, σαφώς, πολύ περισσότερες η ευρωπαϊκή πολιτική των Βρυξελών που ασκήθηκε τα τελευταία 15 χρόνια σε θέματα βιομηχανικής πολιτικής για τις μικρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, βεβαίως, οι ελληνικές κυβερνήσεις. Εδώ καταργήσαμε, χρόνια τώρα, και το υπουργείο Βιομηχανίας, πήγαμε στο ουδέτερο, εύπεπτο... Ανάπτυξης.
Στο χωριό μου λένε, ήταν το κλίμα στραβό, το έφαγε και η κατσίκα...
Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, μπροστά.

Μέτρα, βεβαίως! Λιγότερη γραφειοκρατία, διευκόλυνση των εξαγωγικών επιχειρήσεων, προβλέψιμο και σταθερό φορολογικό περιβάλλον, γρήγορες διαδικασίες στηριγμένες σε ψηφιακές εφαρμογές στη διοίκηση. Συνεργασίες με εταιρείες του εξωτερικού. Αξιοπιστία. Και αλλαγή αντίληψης σε επίπεδο κοινωνίας, ανθρωπολογικό για το τι είναι και πώς μπορεί να υπάρξει σήμερα ανταγωνιστική, βιώσιμη βιομηχανία. Στην Ελλάδα!
Απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης είναι η παροχή ρευστού κινήσεως στις επιχειρήσεις με εξαγωγικό αντικείμενο, με ανεκτό επιτόκιο.
Σήμερα είναι τραγικό να χάνονται πελάτες εξωτερικού, να χάνονται οι εξαγωγές, λόγω αδυναμίας έγκαιρης προπληρωμής των πρώτων υλών και εξαρτημάτων. Βλέπεις, αυτό απαιτείται, διότι οι βιομηχανικοί προμηθευτές από Ασία και από Ευρώπη δεν μας εμπιστεύονται. Οι ανταγωνιστές ελληνικών βιομηχανιών χτυπάνε βασιζόμενοι στην καλύτερη χρηματοδότηση που έχει ως αποτέλεσμα να διαθέτουν τα προϊόντα και να στήνουν τις εγκαταστάσεις πιο γρήγορα από τις ελληνικές εταιρείες. Αρπάζουν τις εντολές.
Η έξοδος από την κρίση απαιτεί ζωντανές και εξαγωγικές βιομηχανικές μονάδες.

Δημοσιεύτηκε στο protagon.gr στις 20/3

Ενα «πάρτι» για να σπάει η εθνική μελαγχολία;

Στη διάρκεια της προηγούμενης 10ετίας, μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη βίαιη εξαγωγή της σε όλο τον κόσμο με τη χρεοκοπία της Lehman στις 15.9.2008, οι αγορές ξεχείλιζαν από πληθώρα κεφαλαίων που με τρέλα αναζητούσαν επικερδείς τοποθετήσεις. Ολοι δανείζονταν εύκολα και φτηνά. Μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, που είχε φτάσει να δανείζεται με επιτόκιο περίπου όσο ήταν αυτό που δανειζόταν η Γερμανία. Σήμερα, στις διεθνείς αγορές υπάρχει πάλι πληθώρα κεφαλαίων, εξαιτίας της πολιτικής που ακολουθούν οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες του κόσμου (quantitative easing), επιχειρώντας να υποστηρίξουν και να διευκολύνουν τη διεθνή ανάκαμψη.
Το ενδιαφέρον και αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ από το 2007 τα διεθνή κεφάλαια κατευθύνονταν από τις ανεπτυγμένες προς τις αναδυόμενες οικονομίες, μετά το 2010 έχουν αλλάξει κατεύθυνση και στρέφονται προς τις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Η αλλαγή κατεύθυνσης οφείλεται κυρίως (α) στην άρση των μεγάλων αβεβαιοτήτων για την εξυπηρέτηση του χρέους και την οικονομία των ΗΠΑ, (β) στις ισχυρές ενδείξεις ότι ο ανοδικός κύκλος στην Κίνα εξαντλεί τη δυναμικότητά του και (γ) στη βεβαιότητά τους ότι στον ευρωπαϊκό Νότο κρύβονται μεγάλα κοιτάσματα υποτιμημένων αξιών. Μεγάλες μάζες κεφαλαίου στρέφονται στις χώρες του Νότου της Ευρωζώνης και διερευνούν ευκαιρίες σε αυτά τα κοιτάσματα.
Τι δηλοί ο μύθος για εμάς; Η συγκυρία της πληθώρας διεθνών κεφαλαίων που αναζητούν τοποθετήσεις είναι ευνοϊκή για τη χώρα. Λεφτά υπάρχουν. Το διακύβευμα είναι αν θα προσελκυσθούν με μόνιμο τρόπο και θα αξιοποιηθούν για την προοδευτική αλλαγή της χώρας ή αν, απλώς, θα προσκληθούν σε ένα χρηματιστηριακό πάρτι και μετά, σε βραχύ χρόνο, θα μας αποχαιρετήσουν παίρνοντας μαζί τους τα εύκολα κέρδη τους.
Το δεύτερο είναι εύκολο. Θυμίζω ότι το ελληνικό κράτος πέτυχε να δανειστεί 43,5 δισ. ευρώ το 2008 και 63,8 δισ. ευρώ ακόμα και το 2009 (σε εποχές αλήστου μνήμης δημοσιονομικής κραιπάλης...) για να αναχρηματοδοτήσει το χρέος του. Σήμερα, λοιπόν, όταν ο κρατικός προϋπολογισμός εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα (όπως και όσο...), το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν έχει έλλειμμα (ανεξάρτητα από τους λόγους...) και το grexit έχει φύγει από το τραπέζι, εύκολα το κράτος θα μπορούσε να δανειστεί 2-3 δισ. ευρώ με επιτόκιο λίγο κάτω από 6% για 5ετή ομόλογα, σε συνεννόηση με 2-3 επενδυτικούς οίκους. Ουδείς κερδοσκόπος ή νουνεχής αποταμιευτής θα αρνιόταν ένα τόσο μεγάλο και σίγουρο κέρδος όπως αυτό που θα του πρόσφερε. Αυτό μόνο, θα αρκούσε για να εκτοξευθεί το χρηματιστήριο και να κάνει ένα σύντομο (προεκλογικό...) πάρτι. Πολλώ μάλλον, αν η έξοδος του Δημοσίου στις αγορές συνδυαστεί με επιτυχείς αυξήσεις κεφαλαίου κάποιων τραπεζών.

Ομως, οι αγορές διακρίνονται (όχι για τον ορθολογισμό, αλλά) για το ευμετάβλητο της συμπεριφοράς τους. Τα κεφάλαια, όπως έρχονται έτσι εύκολα και φεύγουν. Εύκολα υποτιμούν τον κίνδυνο, εύκολα και τον υπερτιμούν. Κινούνται σαν αγέλη, ενθουσιασμένα ή πανικόβλητα. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, τα ζητούμενα είναι δύο.
Το πρώτο, στενά οικονομικό: Να προσελκύσουμε κεφάλαια για να βγούμε από την ύφεση.
Δηλαδή, να τα προσελκύσουμε με σταθερότητα, έτσι, ώστε να ανοίξουμε δρόμο και, με πρώτο βήμα τα βραχυπρόθεσμα, να προσελκύσουμε μακροπρόθεσμα κεφάλαια. Κεφάλαια που θα δώσουν την ευχέρεια στις επιχειρήσεις να αντλήσουν ρευστότητα μέσω της έκδοσης εταιρικών ομολόγων και που θα καταστήσουν εφικτή τη χρηματοδότηση επενδύσεων ώστε να δημιουργηθεί νέο παραγωγικό δυναμικό. Είναι σημαντικό – και δύσκολο.
Το δεύτερο, είναι πολιτικό: Να προσελκύσουμε κεφάλαια για να βγούμε (όχι απλώς από την ύφεση, αλλά) από την κρίση.
Δηλαδή, όχι για να γίνει ένα ρετουσάρισμα του παρασιτισμού, με αλλαγή των «νικητών», από εκείνους που άρμεγαν το κράτος, σε εκείνους που θα επικρατήσουν με τις ευκαιρίες που προσφέρει η διάλυση της αγοράς εργασίας και οι χρηματοπιστωτικές σπέκουλες (βλ. Γ. Γιαννουλόπουλου, «Σκέψεις για την πολιτική σήμερα», εκδόσεις Πόλις). Αλλά για να προχωρήσει η βαθιά προοδευτική μεταρρύθμιση της χώρας με κριτήρια δικαιοσύνης, δημοκρατίας και ανάπτυξης. Αυτό απαιτεί πολιτική βούληση και σχέδιο – είναι πιο σημαντικό και πιο δύσκολο.
Λεφτά υπάρχουν – αυτή είναι η διεθνής συγκυρία. Δεν υπάρχει ισχυρή συγκέντρωση εσωτερικών δυνάμεων στη βάση σχεδίου προοδευτικής μεταρρύθμισης και ανασυγκρότησης της χώρας – αυτή είναι η εσωτερική συγκυρία. Αν δεν υπάρξει, η ύφεση θα φύγει βέβαια κάποια στιγμή, αλλά η κρίση (οικονομική, κοινωνική, πολιτική), θα σέρνεται. Μαζί της θα σέρνει τη χώρα στα κάθε φορά βράχια. Με κάποια χρηματιστηριακά πάρτι, για να σπάει η εθνική μελαγχολία. Ή για να ανεβαίνει το φρόνημα των εκλογέων...

Δημοσιεύτηκε στο metarithmisi.gr στις 23/3

Η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις ύψους 12 δισ. ετησίως

«Η αύξηση των επενδύσεων από το (πτωτικό) 13% του ΑΕΠ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 20% συνιστά παράγοντα - κλειδί για την έξοδο από την κρίση και για πραγματική ανάπτυξη», εκτιμά ο πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Γάτσιος, από το βήμα διαλόγου του naftemporiki.gr για τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.
Ο κ. Γάτσιος υπογραμμίζει ότι αυτή η διαφορά των 7 ποσοστιαίων μονάδων ισοδυναμεί με επενδύσεις ύψους 12 δισ. ευρώ ετησίως, που κατά τη γνώμη του μπορούν να ωθήσουν την οικονομία προς τα πάνω. Προσθέτει δε πως η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων είναι εφικτή, ιδιαίτερα αν συνεπικουρείται από τις χρηματοδοτήσεις του ΕΣΠΑ και των Διαρθρωτικών Ταμείων της ΕΕ. Σύμφωνα με τον πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, οι τομείς οι οποίοι, αρχικά τουλάχιστον, μπορούν και είναι αναγκαίο να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια, εγχώρια και ξένα, καθώς και δημόσιες επενδύσεις είναι τρεις: οι υποδομές, ο τουρισμός και η ενέργεια.
Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι επιλογές σήμερα με στόχο ένα βιώσιμο ελληνικό δημόσιο χρέος;
Γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσο ένα γενναίο κούρεμα, όπως προτείνει το ΔΝΤ, ή μια επιμήκυνση του χρέους με ταυτόχρονη μείωση των επιτοκίων δανεισμού, όπως προτείνεται από την Γερμανία, είναι η καταλληλότερη μέθοδος για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους. Από ένα σημείο και μετά, η συζήτηση αυτή έχει μόνο «ακαδημαϊκό» ενδιαφέρον. Ας πούμε ότι προσωπικά πιστεύω ότι η πρώτη μέθοδος είναι προτιμητέα. Και λοιπόν; Τελικά, εκείνο που έχει σημασία είναι αν οι δανειστές μας θα είναι διατεθειμένοι να την ακολουθήσουν. Και απ' ό,τι φαίνεται δεν είναι.
Το δεύτερο Μνημόνιο αφιερώνει μόνο τρεις γραμμές στην ανάγκη για μείωση τιμών, μέσω μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
Καταστροφική η λογική ότι τα έσοδα πρέπει να προσαρμόζονται στα δεδομένα έξοδα και όχι το αντίστροφο.
Χωρίς τη δημοσιονομική προσαρμογή η κατάρρευση της οικονομίας θα ήταν ακαριαία.
Η διαπραγματευτική μας δύναμη θα δυναμώνει μόνο αν θα δυναμώνει η παραγωγική μας ικανότητα.
Η έγνοια, ένθεν κακείθεν, του πολιτικού τόξου που φιλοδοξεί να κυβερνά μετά τη νέα συμφωνία είναι η σύμβαση να μην ονομαστεί «Μνημόνιο» όταν θα είναι αυτοί «στα πράγματα».
Πολύ φοβάμαι ότι οι συζητήσεις με την τρόικα θα ολοκληρωθούν στο Eurogroup του Απριλίου, στην καλύτερη περίπτωση.
Η οδική Εγνατία χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για την ολοκλήρωσή της απ' ό,τι χρειάστηκε ο Υπερσιβηρικός.
Για να αποκτήσουμε μια επαφή με την πραγματικότητα, ας παρατηρήσουμε ότι βρισκόμαστε αυτόν τον καιρό σε μια ατέρμονη διαδικασία συζητήσεων με την τρόικα για την εκταμίευση χρηματοδοτήσεων που θα έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί από τον περασμένο Δεκέμβρη. Και πολύ φοβάμαι ότι η διαδικασία αυτή δεν θα ολοκληρωθεί, όπως διαφαίνεται, στο Eurogroup του Μαρτίου, αλλά σε αυτό του Απριλίου, στην καλύτερη περίπτωση. Η επίκληση από ελληνικής πλευράς της ύπαρξης πρωτογενούς πλεονάσματος, σε συνδυασμό με την επίκληση της σχετικής απόφασης του Eurogroup του Νοεμβρίου 2012 αναφορικά με δανειακές διευκολύνσεις προς την Ελλάδα, δεν φαίνεται να βοήθησε στην επιτάχυνση της διαδικασίας. Αλλά, όπως προανέφερα, εκείνη η απόφαση δεν έθετε ως προϋπόθεση μόνο την ύπαρξη πρωτογενούς πλεονάσματος, αλλά και «...την πλήρη εφαρμογή όλων των όρων που περιέχονται στο Μνημόνιο...». Παρατηρήστε, επίσης, ότι, κατ' ουσία, αυτήν την περίοδο βρισκόμαστε σε συζητήσεις για την σύναψη νέας δανειακής σύμβασης, μετά τον Μάιο, ώστε να μπορέσουμε να συντάξουμε τον Προϋπολογισμό τού 2015. Και η έγνοια, ένθεν κακείθεν του πολιτικού τόξου που φιλοδοξούν τότε να κυβερνούν ή να κυβερνήσουν, είναι η νέα σύμβαση να μην ονομαστεί «Μνημόνιο», όταν είναι αυτοί «στα πράγματα», αλλά κάπως αλλιώς. Ας πούμε, «Σύμφωνο για την Ανάπτυξη», ή κάτι τέτοιο. Ακούγεται «φτηνό», και είναι. Δυστυχώς, όμως, είναι η πραγματικότητα.
Όλα αυτά καταδεικνύουν το πραγματικό, όχι φαντασιακό, μέγεθος της διαπραγματευτικής μας δύναμης. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτή θα δυναμώνει, μόνο στο βαθμό και στο μέτρο που δυναμώνει η παραγωγική μας ικανότητα, ιδιαίτερα στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων». Παραγωγική ανασυγκρότηση και εξαγωγές είναι ο μόνος δρόμος που έχουμε μπροστά μας και ο μόνος τρόπος για μια υγιή ανάπτυξη. Αν τον ακολουθήσουμε με συνέπεια και αποφασιστικότητα, θα μπορούμε ταυτόχρονα να θέτουμε με πειστικότητα αιτήματα για τρόπους ελάφρυνσης του χρέους. Εκεί πρέπει να είναι η εστίαση των προσπαθειών μας, αντί στην κατασκευή σχετικών «σεναρίων».
Είναι η βιωσιμότητα των υφιστάμενων γραμμών παραγωγής και η δημιουργία νέων δίπλα από τις υπάρχουσες που μπορούν να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του χρέους. Όχι το αντίστροφο. Πρέπει να ασχοληθούμε με ουσιαστικό τρόπο και με τον παρονομαστή τού κλάσματος του χρέους.
Όπως γνωρίσαμε έως σήμερα το ελληνικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, τι αφήνει πίσω του;
Όταν ξεκινούσε το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, τα Μνημόνια, η Ελλάδα ήταν στο χείλος τού γκρεμού, εάν δεν αιωρείτο ήδη στο κενό. Κανένας δεν μπορεί να έχει στα σοβαρά αντίρρηση για την αναγκαιότητα της δημοσιονομικής προσαρμογής. Όμως, το σταθεροποιητικό πρόγραμμα ήταν και είναι απλά μια απόπειρα διάσωσης από μια, καταστροφική για τη χώρα και κοινωνία μας, άτακτη χρεοκοπία. Το αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι εγγυημένο, ιδιαίτερα στις συνθήκες που χαρακτήριζαν την οικονομία μας, και σε κάθε περίπτωση εξαρτιόταν και εξαρτάται κυρίως από την συμπεριφορά του σωζόμενου. Βέβαια, όσο επιτυχώς και αν εφαρμοζόταν, δεν θα μπορούσε να είναι ανώδυνο, αφού αποσκοπούσε στο να «προσγειώσει» την οικονομία σε ένα χαμηλότερο επίπεδο μακροχρόνιας, ευσταθούς ισορροπία, από εκείνο που την είχε οδηγήσει η τρελή κούρσα υπερκατανάλωσης και η «φούσκα» που αυτή είχε δημιουργήσει. Εάν η ελληνική οικονομία, παρότι ασθμαίνουσα και συρρικνούμενη, καταφέρνει να επιβιώνει και να ελπίζει σε μια έξοδο από την κρίση, τούτο οφείλεται στη δημοσιονομική προσαρμογή. Γιατί εάν, αντίθετα με ό,τι συνέβη τα προηγούμενα χρόνια, κυριαρχούσε η άποψη ότι ο δρόμος για την καταπολέμηση της επερχόμενης πτώχευσης περνούσε μέσα από τη δημιουργία ακόμη περισσοτέρων ελλειμμάτων, η κατάρρευση της οικονομίας θα ήταν ακαριαία.
Τώρα, εάν το ερώτημα είναι το κατά πόσο το σταθεροποιητικό πρόγραμμα, τόσο στη διάσταση της δημοσιονομικής προσαρμογής όσο και σε εκείνη της ανταγωνιστικής προσαρμογής, υλοποιήθηκε με τον αποτελεσματικότερο, παραγωγικότερο και δικαιότερο τρόπο, τότε θα σας απαντούσα αρνητικά. Συγκεκριμένα, νομίζω πως τρία είναι τα σημεία μιας ουσιαστικής κριτικής. Και τα τρία βαρύνουν, κατά κύριο λόγο, την ελληνική πλευρά, ως αρμοδίας για τα του οίκου μας. Το πρώτο είναι ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην αναγνώριση του μείζονος προβλήματος της ανταγωνιστικότητας, μόλις το 2012 με το δεύτερο Μνημόνιο. Η συζήτηση που οδήγησε στο πρώτο Μνημόνιο αφορούσε μόνο το δημοσιονομικό πρόβλημα, όταν επιτέλους η ύπαρξή του αναγνωρίστηκε στα τέλη τού 2009.
Δεύτερο, η υλοποίηση της δημοσιονομικής προσαρμογής ακολούθησε τη γνωστή καταστροφική λογική ότι είναι τα έσοδα που πρέπει να προσαρμόζονται στα δεδομένα έξοδα και όχι το αντίστροφο, τα έξοδα στα δεδομένα έσοδα. Σημειώνω, ότι το ECOFIN, πριν τις εκλογές τού 2009, συνιστούσε στην Ελλάδα να προχωρήσει σε μια δημοσιονομική προσαρμογή κυρίως προς την κατεύθυνση μείωσης των δαπανών και με τη λήψη μέτρων «διαρκούς απόδοσης» και όχι «μιας χρήσης». Όμως η Ελλάδα, και πριν και μετά τις εκλογές, κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση, υιοθετώντας μέτρα «μιας χρήσης» από τη μεριά των εσόδων, με την επιβολή αλλεπάλληλων μέτρων έκτακτης φορολογίας, άμεσης και έμμεσης, πάνω στα συνήθη φορολογικά υποζύγια καθώς και με οριζόντιες και εύκολες περικοπές δαπανών, όπως στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Η ανομολόγητη επιδίωξη κατά την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου το 2010, ήταν η δημοσιονομική προσαρμογή να πραγματοποιηθεί χωρίς να θιγούν τα «ιερά και όσια» της κομματοκρατίας, να προστατευθούν οι κομματικοί στρατοί στις ΔΕΚΟ και το ευρύτερο Δημόσιο με τους δεκάδες άχρηστους οργανισμούς, η διοίκηση των οποίων εξακολουθεί να προσφέρεται από το κόμμα-κάτοχο του κράτους στους αποτυχημένους πολιτευτές του.
Όσο δε αφορά το μείζον πρόβλημα ανταγωνιστικότητας, όταν το δεύτερο Μνημόνιο επιτέλους το ανακάλυψε το 2012, η επίλυσή του μέσω της αναγκαίας και αναπόφευκτης «εσωτερικής υποτίμησης» υπήρξε ημιτελής και προκλητικά μονομερής. Η «εσωτερική υποτίμηση» για να είναι επιτυχής οφείλει να περιλαμβάνει όλους τους συντελεστές κόστους (εργατικό κόστος, κόστος λοιπών συντελεστών παραγωγής) και τους συντελεστές τιμών. Όμως, εν προκειμένω, υποτιμήθηκε και υποτιμάται μόνο η μισθωτή εργασία, ενώ το ίδιο δεν ισχύει για τους υπόλοιπους συντελεστές παραγωγής, ούτε για τις τιμές παραγωγού και καταναλωτή. Αξίζει να αναφερθεί, ότι το δεύτερο Μνημόνιο αφιερώνει μόνο τρεις γραμμές στην ανάγκη για μείωση τιμών, μέσω μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών.
Μία από τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας είναι ότι δεν αξιοποίησε αποτελεσματικά και με προοπτική τα αναπτυξιακά κονδύλια της ΕΕ. Τι χρειάζεται από εδώ και στο εξής για να επιτύχει η Ελλάδα τη μέγιστη δυνατή προστιθέμενη αξία των ευρωπαϊκών επενδύσεων;
Ο όρος «παθογένειες» που χρησιμοποιείτε, παραπέμπει ξανά στο προαναφερθέν άρθρο μου με τον Δημήτρη Ιωάννου. Δυστυχώς, η χρήση των κονδυλίων αυτών στην πρώτη περίοδο συμμετοχής μας στην ΕΕ ήταν αντίστοιχη με αυτήν του καθεστώτος χαμηλών επιτοκίων δανεισμού της περιόδου συμμετοχής μας στην ευρωζώνη. Χρησιμοποιήθηκαν πρωτίστως για να χρηματοδοτήσουν μια πλαστή ευημερία στα πλαίσια μιας παρασιτικής οικονομίας. Το πέρασμα από μια μετεμφυλιακή οικονομία, όπου μια κοινωνική πλειοψηφία δημιουργούσε το πλεόνασμα το οποίο, υπό μορφή προσόδου, διοχετευόταν σε μια ελεγχόμενου μεγέθους ομάδα κυρίαρχων στρωμάτων, σε μια μεταπολιτευτική οικονομία, όπου το δικαίωμα στην πρόσοδο κατέστη σχεδόν πάνδημο, ασχέτως παραγωγικής συνεισφοράς, οδήγησε σε μια τερατογένεση. Καθώς η ισχνή παραγωγική του βάση δεν αρκούσε για να το συντηρήσει, το παράδοξο ελληνικό κοινωνικο-οικονομικό μόρφωμα έπρεπε να αναζητήσει από αλλού την τροφοδοσία του με το απαραίτητο καταναλωτικό πλεόνασμα. Προς την κατεύθυνση αυτή χρησιμοποιήθηκαν και οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, συμβάλλοντας σε μια επίπλαστη ευημερία και ενισχύοντας το ιδεολόγημα ότι η συμμετοχή μας στην Ευρώπη αρκούσε από μόνη της για τη λύση των όποιων προβλημάτων μας. Μια καταστροφική ελαφρότητα.
Έτσι, η οδική Εγνατία χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για την ολοκλήρωσή της απ' ό,τι χρειάστηκε ο Υπερσιβηρικός, ενώ η ηλεκτροσιδηροδρομική Εγνατία έμεινε στα αζήτητα, το κομμάτι Πάτρα-Αθήνα της ΠΑΘΕ ακόμη κατασκευάζεται, ο δυτικός άξονας εκφυλίστηκε σε παρακάμψεις Άρτας και Αγρινίου, τα μεγάλα λιμάνια της χώρας έμειναν ως είχαν. Για να περιορισθώ μόνο σε μερικά από τα έργα υποδομής που έχει ανάγκη η χώρα.
Σήμερα, η αύξηση των επενδύσεων από το 13% του ΑΕΠ στο οποίο βρίσκονται και, μάλιστα, με τάση πτωτική, στον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 20% συνιστά παράγοντα-κλειδί για την έξοδο από την κρίση και για πραγματική ανάπτυξη. Η διαφορά των 7 ποσοστιαίων μονάδων ισοδυναμεί με επενδύσεις ύψους 12 δισ. ευρώ ετησίως, που μπορούν να ωθήσουν την οικονομία προς τα πάνω. Η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων είναι εφικτή, ιδιαίτερα αν συνεπικουρείται από τις χρηματοδοτήσεις του ΕΣΠΑ και των Διαρθρωτικών Ταμείων τής ΕΕ. Οι τομείς οι οποίοι, αρχικά τουλάχιστον, μπορούν και είναι αναγκαίο να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια, εγχώρια και ξένα, καθώς και δημόσιες επενδύσεις είναι τρεις: οι υποδομές, ο τουρισμός και η ενέργεια.
Η αναβάθμιση και ο εκμοντερισμός τού σιδηροδρομικού δικτύου και των δικτύων λιμένων τής χώρας είναι εκ των ων ουκ άνευ, εάν πρόκειται η Ελλάδας να χρησιμοποιήσει πράγματι το πλεονέκτημα της γεωγραφικής της θέσης και να υποστηρίξει μια εξωστρεφή, ανταγωνιστική οικονομία. Ο τουρισμός, με αναβαθμισμένες υποδομές και υπηρεσίες, μπορεί να πρωταγωνιστήσει στη δημιουργία μιας νέας εικόνας για την Ελλάδα που, με τα αρχαιολογικά της μνημεία, τη φύση και τους ανθρώπους της, είναι ένα μέρος που όλοι θέλουν να επισκεφτούν. Η αναπτυξιακή γραμμή τουρισμού-πολιτισμού-κρουαζιέρας-αγροδιατροφής μπορεί να γίνει μοναδική και να «πουλάει» δώδεκα μήνες το χρόνο. Ο τομέας της ενέργειας, τέλος, μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική εισροή σε μια νέα ανταγωνιστική ελληνική οικονομία, συνδέοντάς την με ένα νέο κύμα ανάπτυξης παγκόσμια. Η Ελλάδα μπορεί, επιπλέον, να συνεισφέρει ως μέρος μιας αλυσίδας ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας. Αν και το φυσικό αέριο και οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας είναι οι νέοι πρωταγωνιστές, επ' ουδενί δεν πρέπει να αγνοούμε τα πολύ πλούσια κοιτάσματα λιγνίτη που διαθέτει η χώρα και τον υδάτινο πλούτο της. Ωστόσο, είναι πολύ λανθασμένη, κατά τη γνώμη μου, η άποψη ότι η οικονομία μας μπορεί ή πρέπει να γίνει μια οικονομία βασισμένη στο πετρέλαιο. Θα πρέπει να καβαλήσουμε το επόμενο κύμα ανάπτυξης που ογκούται, όχι αυτό που φθίνει. Το Αιγαίο αρχιπέλαγος και το Ιόνιο έχουν πολύ περισσότερο πλούτο να δώσουν απ' αυτό του πετρελαίου.
Κάποιες επενδύσεις μπορούν να προέλθουν και από το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Όχι μέσα από αποκρατικοποιήσεις που θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε «της πυρκαγιάς» ("fire sales"), αλλά μέσα από ένα συνεκτικό πρόγραμμα που δουλεύει για την οικονομία και όχι για τους συμβούλους αποκρατικοποιήσεων. Είναι καθοριστικό ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα θα πρέπει να αναπτύσσεται παράλληλα με τη διαδικασία δημιουργίας συνθηκών ανοίγματος του ανταγωνισμού, συνθηκών που απουσιάζουν και που είναι υπεύθυνες, σε μεγάλο βαθμό, για το γεγονός ότι η «εσωτερική υποτίμηση» την οποία βιώνουμε αφορά κυρίως τους μισθούς και όχι τις τιμές.

Βασικές προϋποθέσεις για την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων είναι, πρώτο, ένα σταθερό και απλό σύστημα φορολογικών κανόνων και, δεύτερο, απλοποίηση και ταχύτητα στις διαδικασίες αδειοδότησης. Όμως, με ένα φορολογικό σύστημα «κουρελού» από τις εκατοντάδες ρυθμίσεις που εισάγονται ανά μήνα και με μια απίστευτη γραφειοκρατία που γεννά και ενισχύει τη διαφθορά, είναι δύσκολο να δούμε να έρχονται επενδύσεις. Θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά το ότι στην Έκθεση του World Economic Forum για το 2013 η Ελλάδα καταλαμβάνει, ως προς το επενδυτικό περιβάλλον, την 142η θέση μεταξύ 148 χωρών. Όπως, επίσης, το ότι από τα περίπου 1 τρισ. δολάρια ξένων άμεσων επενδύσεων που διατέθηκαν ανά τον κόσμο το 2013, το μερίδιο της χώρας μας ήταν μηδενικό, όταν η Ιρλανδία εξασφάλισε για τον εαυτό της 46 δισ. δολάρια και η Ισπανία 37 δισ. δολάρια.

Δημοσιεύτηκε στην naftemporiki.gr στις 14/3

Αλλαγές στο πολιτικό σύστημα τώρα

Τα θλιβερά χθεσινά γεγονότα με πρωταγωνιστή τον κ. Μπαλτάκο δεν επιτρέπεται να τελειώσουν με μια παραίτηση. Ο αποπεμφθείς ήταν γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου και στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού.
Απαιτείται ένα εντελώς καινούργιο πλαίσιο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, ώστε στο μέλλον ν΄ αποτραπούν φαινόμενα υπέρβασης εξουσίας, παρασκηνιακών επεμβάσεων και πολιτικής διαφθοράς- στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό.
Κατά τη γνώμη μου επιβάλλεται η κυβέρνηση να καταθέσει σχέδιο αλλαγής του Συντάγματος, ήδη πριν τις ευρωεκλογές. Η κοινοβουλευτική Κεντροαριστερά, εντός και εκτός της κυβέρνησης, πρέπει να πάρει άμεσες πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή. Ο κύριος στόχος της αναθεώρησης πρέπει να είναι η πλήρης ανεξαρτησία της δικαιοσύνης από την πολιτική εξουσία- αλλά όχι μόνο αυτό.
Μεταξύ άλλων, στις προτάσεις της αναθεώρησης πρέπει να συμπεριληφθούν τα εξής:
-Η εκλογή των ανώτατων δικαστικών να γίνεται από σώμα που να υπερβαίνει την κυβέρνηση, αντί για το σημερινό διορισμό τους από τον υπουργό Δικαιοσύνης και το υπουργικό συμβούλιο
-Ο πλήρης και πραγματικός διαχωρισμός νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας
- Η θέσπιση του ασυμβίβαστου μεταξύ των ιδιοτήτων του βουλευτή και του υπουργού
- Η ενίσχυση του ρόλου και η πλήρης ανεξαρτησία των Ανεξάρτητων Ρυθμιστικών Αρχών
- Η κατοχύρωση της αποπολιτικοποίησης και η επιβολή της αξιοκρατίας στη Δημόσια Διοίκηση
- Η θέσπιση χρονικών ορίων για τη θητεία του πρωθυπουργού, του υπουργού και του περιφερειάρχη
- Θεσμοί που θα εξασφαλίζουν τον εκδημοκρατισμό των πολιτικών κομμάτων
- Σταθερό εκλογικό σύστημα, που θα περάσει στο Σύνταγμα και δεν θα μπορεί ν΄ αλλάξει παρά μόνο με πλειοψηφία 4/5 της Βουλής
- Η ενίσχυση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας
- Αναθεώρηση των διατάξεων της αποσβεστικής προθεσμίας περί ποινικής ευθύνης υπουργών, που σήμερα είναι υπερβολικά «φιλικές» προς όσους ασκούν δημόσια εξουσία
- Μέτρα ενίσχυσης του ρόλου της Βουλής ως προς κυβέρνηση
- Η δυνατότητα φορολόγησης σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από το κεντρικό κράτος
- Η πλήρης ανεξαρτησία των δημόσιων ΜΜΕ από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Χρόνος για χάσιμο δεν υπάρχει. Αυτά πρέπει να συζητηθούν τώρα, όχι αύριο, γιατί όσα συμβαίνουν μόνο καλός οιωνός δεν μπορεί να είναι για το μέλλον της δημοκρατίας μας.

Σκάκι σε τρισδιάστατη σκακιέρα

Το πολιτικό παιχνίδι στην Ελλάδα όλοι παριστάνουν πως είναι σκάκι - με μεγάλους παίκτες, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου ή ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης να λειτουργούν με βάση την διαίσθηση. με σημαντικότερους ως προς το αποτέλεσμα, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ή ο Κώστας Σημίτης να κινούνται με βάση κανόνες - όμως τα τελευταία (πολλά) χρόνια παίζεται πολύ περισσότερο σαν τάβλι. Με πολύ-πολύ λιγότερη στρατηγική, με πολύ-πολύ περισσότερο θόρυβο.
Τώρα, όμως, το παιχνίδι πάει να απογειωθεί. Να γίνει σκάκι σε τρισδιάστατη σκακιέρα, να μην πω και με συνεχή εναλλαγή στα πιόνια. Εξηγούμαστε:
Μετά το - λησμονημένο - success story που είχε χτιστεί το περασμένο φθινόπωρο, το οποίο μαράθηκε με την τραβηγμένη πάνω από 6μηνο διαπραγμάτευση με την Τρόικα και με τα διαδοχικά σκωτσέζικα ντους, μια παγωμένο/μια ζεματιστό, από τους "εταίρους" της Ελλάδας, τώρα η Κυβέρνηση Σαμαρά/Στουρνάρα σημείωσε μια πολιτική, ή μάλλον μια διπλωματική επιτυχία. Το βασικό στοιχείο της δεν ήταν το διαβόητο Πρωτογενές Πλεόνασμα των 2,9 δισ ευρώ/τετραπλάσιο του προϋπολογισμένου, το οποίο μπορεί μεν να μην έχει πιστοποιηθεί από την Eurostat, όμως (αφού το δέχθηκε ως βάση υπολογισμού η Τρόικα...) ήδη "λειτουργεί". Ούτε καν ως βασικό στοιχείο προσέρχεται το "κοινωνικό μέρισμα" των κατά μέσο όρο 500 ευρώ κατά κεφαλήν σε χαμηλοσυνταξιούχους, ενστόλους και αστέγους - περίεργη ομαδοποίηση: 900.000 οι πρώτοι, κάπου το ένα δέκατο οι δεύτεροι, δυσπροσδιόριστοι οι τρίτοι: πελατεία ΝΔ οι δεύτεροι, ελπιζόμενοι πελατεία ΠΑΣΟΚ οι τρίτοι, "πλήθος μέγα" οι πρώτοι.... - το οποίο έγινε δεκτό ότι θα ζεστάνει τις τσέπες των ανθρώπων, προεκλογικά. Αν μάλιστα δεν σταθεί κανείς στην ρηχή προεκλογική προσπάθεια εξαγοράς ψήφου - κάπου 1.000.000 οικογενειών, βέβαια επαναλαμβάνουμε... - αλλά το δει γενικότερα, η αίσθηση ότι "βγάλαμε λεφτά απο δικά μας/απο δική μας προσπάθεια και αυτά μοιράζουμε", έχει μια αίσθηση ξεπεράσματος του τέλματος.
Όχι. Το βασικό στοιχείο της διπλωματικής επιτυχίας ήταν ότι η Τρόικα, στο τελευταίο της πέρασμα "του έως τώρα Μνημονίου" από την Ελλάδα, συμφώνησε/αποδέχθηκε να φύγει προς τα πίσω - δηλαδή... μετεκλογικά - ο χρόνος για τα δυσάρεστα: με 3μηνη αναβολή θα έχουν εφαρμογή κάποια μέτρα του toolkit/εργαλειοθήκης ΟΟΣΑ όπως στον χώρο των φαρμάκων. με 6μηνη δοκιμαστική περίοδο θα ελεγχθεί η πειστικότητα της μεθόδου "στρουθοκάμηλος με το κεφάλι στην άμμο" των ομαδικών απολύσεων. ενώ για το τέλος του χρόνου πάει, τελικώς, η υπόθεση της οριστικής (;) διευθέτησης της τραπεζικής αβεβαιότητας.

Η Πρωταπριλιά βρίσκεται ήδη
εντελώς δίπλα μας
Μια τετοια αποδοχή της συνολικής αναβολής, ήρθε να χρωματίσει ζωηρά όχι πλέον ένα success story αλλά την αντίληψη ότι "τα πράγματα βρίσκονται υπό έλεγχο" για την Ελλάδα. Στο εξωτερικό σκέλος, έρχεται να κουμπώσει με την αίσθηση ότι η επανεξέταση του Ελληνικού χρέους πλησιάζει (εδώ, το Πρωταπριλάτικο άτυπο Eurogroup βρίσκεται κυριολεκτικά σε απόσταση αναπνοής, μετά και το EuroSummit της 20/21 Μαρτίου όπου "εκφράσθηκε ικανοποίηση για την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης με την Τρόικα"). Αυτό βοήθησε τον Αντ. Σαμαρά να θεωρήσει ότι "οι Έλληνες γυρνούν σελίδα" , αλλά και να θεωρήσει "άδικο και στενάχωρο" να υπάρχουν παραφωνίες (όπως με τις αναταράξεις για το γάλα....).
"Έπεσε θετικά" και η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων - στο EcoFin υπό Προεδρία Γιάννη Στουρνάρα... - για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εκκαθάρισης /SRM της υποτιθέμενης Τραπεζικής Ένωσης, που ναι μεν αποτελεί ακραία υποκρισία (θα συγκεντρώσει... 55 δις σε 10ετή ορίζοντα, όταν τα stress tests του τέλους 2014 απειλούν τις Ευρωπαϊκές συστημικές τράπεζες με τρύπα 1 τρις ευρώ, όταν η ανακεφαλαιοποίηση των Ελληνικών και μόνο τραπεζών, δέσμευσε 50 δις!) όμως χαιρετίσθηκε ως επιτυχία, άρα... είναι Ευρωεπιτυχία. Άμα τελικά έχουμε και ήχους θετικούς από Γκ. Σώϋμπλε και Άνγκελα Μέρκελ (ιδίως όσο μένει "ζεστή" η προοπτική παρουσίας της στην Αθήνα προεκλογικά), όλα αυτά γαληνεύουν την ψυχή των κυβερνητικών.
Στο εσωτερικό, τώρα, σκέλος επιχειρείται η βαθύτερη παλαιοκομματική προσέγγιση της διανομής του "κοινωνικού μερίσματος" να συνδυαστεί με την αντίληψη ότι κάτι θα λειώσει από τους πάγους της αγοράς (το 1 δις πρόσθετων εξοφλήσεων προς ιδιώτες που απέσπασε η Τρόικα από το Πρωτογενές "μας" δεν καταγράφηκε όσο θετικά θάξιζε...), αλλά και ότι η διαβόητη πορεία προς έξοδο της Ελλάδας στις αγορές υποστασιοποιήθηκε ήδη με την πετυχημένη έκδοση ομολόγων με κουπόνι 5% απο την Πειραιώς και τις θετικές προοπτικές για τις ΑΜΚ Alpha και Πειραιώς (Αρκεί αυτό για να φύγει η σκιά απο την συνολική διστακτικότητα στις τράπεζες; Ιδίως στην υπόθεση Eurobank; Δεν αρκεί - αλλά... πάλι κάτι είναι).
Ήρθε και η ρυθμιστική/προτρεπτική κίνηση της Τράπεζας της Ελλάδος , ο Κώδικας Δεοντολογίας για την προσέγγιση των "κόκκινων δανείων", που υπόσχεται σταδιακό ξεπάγωμα της αγοράς. Αν - μεγάλο ΑΝ - οι τράπεζες κινηθούν, άμεσα και θετικά, ίσως αυτή είναι η πιο σημαντική εξέλιξη των ημερών.
Όμως, μια τέτοια συνολική προσέγγιση που επικίνδυνα συμβολοποιείται με την πορεία προς την Πρωταπριλιά - 8 βδομάδες πριν απο τις διπλές κάλπες του τέλους Μαΐου - δεν κινείται μόνο σ' ένα φόντο παικτών του Ελληνικού πολιτικού σκηνικού που αλλάζουν, βλέπει και τις διεθνείς/Ευρωπαϊκές συνθήκες να μετακινούνται.
Στα δικά μας πρώτα: η κατάρρευση πολιτικών χώρων όπως του ΠΑΣΟΚ, της ΔΗΜΑΡ ή των ΑνΕλλήνων οριστικοποιεί μιαν εικόνα πολυδιάσπασης. Το εγχείρημα των "58" που επιχειρήθηκε να φέρει νέα πνοή ούτως ή άλλως αποτελεί παρελθόν, με τίποτε πάντως δεν δημιούργησε κάτι σαν Κεντροαριστερά! Η σύμπηξη της "Ελιάς" ενδεχομένως κάτι να προσέθεσε δημοσκοπικά στο συνεχώς υποβαθμιζόμενο ΠΑΣΟΚ - όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έφερε ο,τιδήποτε νέο. Προστέθηκε η επιτάχυνση του ρου τού "Ποταμιού" του Σταύρου Θεοδωράκη, που με λίγο αριστερόστροφο στίγμα, όμως σαφώς κάνει Ευρωπαϊκή επιλογή - και κατόρθωσε να μετρηθεί διψήφιο. Στα δεξιά του φάσματος, η Χρυσή Αυγή μπορεί να μετρήθηκε σε ανακοπή της ανοδικής της πορείας, πάντως δεν έχει πάψει να διεκδικεί ρόλο.
Μπροστά σ' αυτήν λοιπόν την ρευστότητα, ο Αντώνης Σαμαράς τακτικά πλέον αναφέρεται στην "Νέα Ελλάδα" που από καιρό συζητείται ως σχήμα υπέρβασης της ΝΔ και προσέλκυσης ευρύτερων στρωμάτων με "φιλοΕυρωπαϊκή" λογική. (Σύμφωνα μ' αυτήν την ανάλυση, ο ΣΥΡΙΖΑ εφόσον δεν του βγει το στοίχημα νίκης - σαφούς, ξεκάθαρης - στην 18ης/25ης Μαΐου θα βρεθεί αυτοπεριχαρακωμένος σε "περισσότερο αντιΜνημόνιο", οπότε θα ξεφύγει αντι-Ευρωπαϊκά).
Είτε με την διακινδύνευση πορείας προς εθνικές κάλπες αμέσως μετά τον Μάϊο, είτε με ευρύ ανασχηματισμό και πορεία προς Σεπτέμβριο, επιδιώκεται μια επανεκκίνηση πολιτική πάνω στην θεωρούμενη εν εξελίξει επανεκκίνηση της οικονομίας...

Η Ευρωπαϊκή αμηχανία και η συζήτηση για secular stagnation
Αν αυτή η εγχώρια πολιτική αρχιτεκτονική είναι ούτως ή άλλως εύθραυστη, η αμηχανία με την οποία η "Ευρώπη" πορεύεται προς τις κάλπες του Μαϊου είναι κι αυτή έκδηλη.
«Κάποιοι στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πιστεύουν ότι δουλειά της δεν είναι να σταθεροποιεί την ευρωζώνη αλλά μόνον την Γερμανική οικονομία. Αυτό δεν είναι Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση. Είναι κάτι διαφορετικό» είναι η αποτίμηση του Martin Wolf των F.T. (στις 12 Μαρτίου) . Η "συνταγή " του είναι άμεση μετάβαση της ΕΚΤ σε ποσοτική χαλάρωση/quantitative easing, αγορά ομολόγων των κρατών-μελών σε αναλογία με την συμμετοχή τους στην Κεντρική Τράπεζα, μακροπρόθεσμος δανεισμός στις τράπεζες με δέσμευσή τους για αύξηση των πιστώσεων προς τις μικρομεσαίες ιδίως επιχειρήσεις. Ανηφορικά πράγματα...
Την ίδια όμως στιγμή πυκνώνει - και - στην Ευρώπη η συζήτηση για το ενδεχόμενο η τωρινή κριση χρέους της Ευρωζώνης να είναι ένα "επιφαινόμενο ατύχημα", απόρροια μιας βαθύτερης εξέλιξης - μακροπρόθεσμης στασιμότητας/secular stagnation - που προσκαλείται από α) έλλειψη επαρκούς ενεργού ζήτησης που οξύνεται από τη ραγδαία αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων και β) εξάντληση των αποθεμάτων τεχνολογικής και οργανωτικής παραγωγικότητας μετά απο δεκαετίες ταχύρρυθμης εξέλιξης στα ίδια πεδία.
Την συζήτηση επανέφερε στην κεντρική σκηνή ο Larry Summers τον Νοέμβριο του 2013 . Ήδη όμως ξεφεύγει απο τους οικονομολόγους. Όπως παρατηρεί ο (αντιπρόεδρος της Ένωσης Πολιτών για την Παρέμβαση) Περ. Βασιλόπουλος "Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα κράτη, τις τάξεις και τα άτομα ποτέ δεν γίνονται «γυμνά» και εν κενώ. Η άποψη αυτή περί «secular stagnation» καταστρέφει συθέμελα τη προσέγγιση του «Παιδαγωγικού Ηγεμονισμού» της Άνγκελας Μέρκελ και του σημερινού γερμανικού κατεστημένου για τα αίτια της κρίσης της Ευρωζώνης και την τιμωρητική λογική απέναντι στα απείθαρχα και τεμπέλικα κράτη του Νότου και ιδίως την Ελλάδα". Πόσος χρόνος, όμως, θα χρειαστεί για τέτοια αναδιάταξη της σκακιέρας;

Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 26/3

«Δεν μπορούμε να μιλάμε για έξοδο από την κρίση με 28% ανεργία»

«Το παραγωγικό πρόβλημα της χώρας όχι μόνο δεν έχει επιλυθεί αλλά δεν ξεκίνησε καν να επιλύεται», δηλώνει χαρακτηριστικά ο πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Γάτσιος, από το βήμα διαλόγου του naftemporiki.gr για τα δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.
Ο κ. Γάτσιος θεωρεί ότι τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα οφείλονται κυρίως στην αδυναμία απορρόφησης τεχνολογικών, καινοτόμων παρεμβάσεων στην παραγωγική διαδικασία. Σε αυτό το πλαίσιο, επικαλείται διεθνείς πίνακες οι οποίοι εστιάζουν σε ποιοτικά χαρακτηριστικά των «διεθνώς εμπορευσίμων» των χωρών του ΟΟΣΑ. Παρατηρεί δε ότι από την αξιοσημείωτη βελτίωση ύψους 19,2 δισ. ευρώ στο εμπορικό ισοζύγιο λοιπών αγαθών, τα 19 δισ. ευρώ οφείλονται σε μείωση των εξόδων για εισαγωγές και μόλις τα 0,2 δισ. ευρώ σε αύξηση των εσόδων από εξαγωγές. Ο ίδιος κάνει λόγο για «πλήρη απουσία στοιχειωδών έστω συμβολών για τον ρόλο των περιφερειών και των δήμων σε ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση».
Μια σειρά πολιτικών παραγόντων, αλλά και οικονομικών αναλυτών, εκτιμά ότι η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος και πλεονάσματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών το 2013 προοιωνίζεται ότι ήδη εισερχόμαστε στη «μεταμνημονιακή» περίοδο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αίσθηση σταθερότητας και ευρύτερης προοπτικής της ελληνικής οικονομίας. Ποια είναι η γνώμη σας; Πού βρισκόμαστε και προς ποια κατεύθυνση βαδίζουμε;
Κατ' αρχάς ένα σχόλιο. Η έξοδος από την πρωτοφανούς έκτασης, βάθους και εύρους κρίση την οποία διανύουμε απαιτεί να υπάρχει στους πολίτες και, επομένως, στο δημόσιο διάλογο, μια ορθή και ακριβής αντίληψη της κατάστασης χωρίς ωραιοποιήσεις, δημαγωγίες και στρουθοκαμηλισμούς. Χρειάζεται να κατανοούμε πού βρισκόμαστε, να ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε, και να είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε αυτό που είναι απαραίτητο για να φτάσουμε εκεί. Για να μπορέσουμε να πορευτούμε, το ένα πόδι το προσφέρει η αλήθεια, η ειλικρίνεια, ενώ το άλλο η αίσθηση δικαίου μεταξύ των πολιτών για τις επιλογές που γίνονται.

Δυστυχώς, όμως, ο δημόσιος διάλογος είναι «φτωχός», αναντίστοιχος με τις ανάγκες της χώρας. Καθώς τα καίρια και σημαντικά ερωτήματα δεν τίθενται, οι κατάλληλες απαντήσεις δεν δίδονται, με αποτέλεσμα οι παραλογισμοί και οι παραισθήσεις να βρίσκουν γόνιμο έδαφος. Είναι και αυτό στοιχείο της υπανάπτυξης της χώρας και της χρεοκοπίας της. Γιατί, συνήθως, της οικονομικής προηγείται η πνευματική χρεοκοπία, η χρεοκοπία ιδεών. Είναι ενδεικτικό ότι, ενώ διανύουμε μια προεκλογική περίοδο δημοτικών και περιφερειακών εκλογών καθώς και ευρωεκλογών, είναι πλήρης η απουσία στοιχειωδών έστω συμβολών για τον ρόλο των περιφερειών και των δήμων σε ένα εθνικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. Όπως είναι πλήρης και η απουσία επεξεργασιών για το μέλλον της Ευρώπης και τη θέση της χώρας σε αυτό.
Η συζήτηση για το πρωτογενές πλεόνασμα, η οποία ασφαλώς και δεν είναι ανεξάρτητη από το γεγονός ότι διανύουμε προεκλογική περίοδο, ακολουθεί το πλαίσιο που περιέγραψα παραπάνω. Το κρίσιμο ερώτημα, κατά πόσο δηλαδή το πλεόνασμα που προκύπτει, στον βαθμό που προκύπτει, έχει προσωρινό και συγκυριακό χαρακτήρα εξαιτίας, για παράδειγμα, των έκτακτων μέτρων φορολόγησης και, μάλιστα, με αναδρομικό χαρακτήρα, καθώς και τη μη πληρωμή υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τρίτους, ή κατά πόσο έχει μονιμότερο χαρακτήρα εξαιτίας, για παράδειγμα, μεταβολών στις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, παραμένει στο περιθώριο. Αντίθετα, η συζήτηση εγκλωβίζεται και αποπροσανατολίζεται στο ύψος και τον τρόπο διανομής του.
Επιπλέον, οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί δημιουργούν τη ψευδαίσθηση ότι «το πρόβλημα, λίγο-πολύ, λύθηκε ή λύνεται» και ότι «όπου να 'ναι βγαίνουμε από την κρίση», καλλιεργώντας προσδοκίες για διανομή προσόδων. Όμως, το κύριο και θεμελιώδες πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα είναι η κατάρρευση του παραγωγικού της ιστού. Το δημοσιονομικό πρόβλημα, που ασφαλώς υφίσταται, είναι σε μεγάλο βαθμό, απόρροια αυτού του προβλήματος. Όπως, βέβαια, και η πρωτοφανής ανεργία. Δεν μπορούμε να μιλάμε για έξοδο από την κρίση όταν έχουμε ποσοστά ανεργίας περί το 28%. Το παραγωγικό πρόβλημα της χώρας, όμως, απουσιάζει από το δημόσιο διάλογο, το θέμα αποσιωπάται, ή, στην καλύτερη περίπτωση, συζητείται περιφερειακά, αντί να είναι το κεντρικό θέμα γύρω από το οποίο οργανώνεται η οικονομική μας πολιτική. Έτσι, δυστυχώς, όχι μόνο δεν έχει επιλυθεί αλλά δεν ξεκίνησε καν να επιλύεται, οι προσδοκώμενοι πρόσοδοι προς διανομή υπάρχουν μόνον υπό την μορφή παραισθήσεων και η «έξοδος από την κρίση» συνιστά ονειροφαντασία.
Ο Κωνσταντίνος Γάτσιος, Πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (2011- ), είναι Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης τού Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έλαβε το Πτυχίο του στα Οικονομικά από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1981), ενώ το M.Phil. (1984) και το Ph.D. (1988) από το University of Cambridge. Δίδαξε στο University of Cambridge και διετέλεσε Fellow και Director of Studies in Economics στο Fitzwilliam College (1987-1992). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη Μικροοικονομική Θεωρία και, ειδικότερα, στη Θεωρία και Πολιτική του Διεθνούς Εμπορίου, τη Βιομηχανική Οργάνωση, τα Μαθηματικά Οικονομικά και τη Θεωρία Παιγνίων. Έχει δημοσιεύσει σε πολλά διεθνή επιστημονικά περιοδικά, όπως Review of Economic Studies, Journal of International Economics, Journal of Industrial Economics, Economic Journal, European Economic Review, Journal of Development Economics και άλλα.
Η δημοσιονομική προσαρμογή, που πράγματι υπήρξε, χωρίς την εκ παραλλήλου παραγωγική αναγέννηση της χώρας παραπέμπει στον Σίσυφο. Θα έπρεπε, για παράδειγμα, να μας απασχολεί πολύ περισσότερο από το πλεόνασμα η κατάρρευση, μεταξύ των άλλων, της χαλυβουργίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν ασχοληθήκαμε με αυτήν παρά μόνο όταν έβαλε λουκέτο. Προσωρινό, ελπίζω, καθώς, αν η πορεία αυτή δεν αναστραφεί, το κόστος που θα προκαλέσει θα είναι πραγματικό, όχι λογιστικό, πολλαπλάσιο του όποιου πρωτογενούς πλεονάσματος και με βάθος χρόνου, όχι εφήμερο.
Συμπερασματικά, η όλη συζήτηση περί πρωτογενούς πλεονάσματος, όπως εξελίσσεται, βρίσκεται σε απόλυτη δυσαρμονία με αυτό που έλεγα προηγουμένως. Ότι, δηλαδή, θα πρέπει να κατανοούμε πού βρισκόμαστε και να γνωρίζουμε πού και πώς θέλουμε να πάμε. Ούτε βοηθά, όπως ορισμένοι πιστεύουν ή θέλουν να πιστεύουν, στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές μας με σκοπό την απομείωση του χρέους. Όποιος διαβάσει την απόφαση του Eurogroup της 27 Νοεμβρίου 2012 το καταλαβαίνει αυτό.
Η χώρα, η οικονομία, η κοινωνία χρειάζονται έναν ευρύτερο ορίζοντα από αυτόν των επόμενων εκλογών και, θα έλεγα, των όποιων εκλογών.
Υπάρχει πάντως και το πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Για πρώτη φορά από το 1948, το ισοζύγιο παρουσίασε το 2013 πλεόνασμα 1,2 δισ. ευρώ. Πώς αξιολογείτε αυτήν την παράμετρο;
Αν κανείς μελετήσει την εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από το 2008, όταν ξεκινούσε η παρούσα κρίση, παρατηρεί μια βελτίωση ύψους 36 δισ. ευρώ, από έλλειμμα 36,8 δισ. ευρώ το 2008 σε πλεόνασμα 1,2 δισ. ευρώ το 2013. Πρόκειται, πράγματι, για μια εντυπωσιακή βελτίωση. Αξίζει να την αναλύσουμε λίγο περισσότερο, επικεντρωνόμενοι στην εξέλιξη της σημαντικότερης συνιστώσας του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αυτή του εμπορικού ισοζυγίου. Θα μας βοηθήσει αυτό να δούμε εναργέστερα το παραγωγικό μας πρόβλημα. Από τα προαναφερθέντα 36 δισ. ευρώ, τα 26,7 δισ. ευρώ οφείλονται σε βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου, το οποίο παραμένει μεν ελλειμματικό αλλά σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα, από -44 δισ. ευρώ το 2008 στα -17,3 δισ. ευρώ το 2013.
Ας κάνουμε ένα επιπλέον βήμα μελετώντας την εξέλιξη του λεγόμενου εμπορικού ισοζυγίου χωρίς καύσιμα και πλοία, χωρίς δηλαδή το ισοζύγιο εσόδων-εξόδων που προέρχεται από το εμπόριο καυσίμων, τον εφοδιασμό πλοίων κ.λπ. Αυτό, το λεγόμενο και εμπορικό ισοζύγιο λοιπών αγαθών, θα μας επιτρέψει να εστιαστούμε στη σχέση εισαγωγών-εξαγωγών που σχετίζεται με την παραγωγή και εμπορία προϊόντων του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η συνεισφορά του εμπορικού ισοζυγίου λοιπών αγαθών στην προαναφερθείσα συνολική βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου των 26,7 δισ. ευρώ ανέρχεται στα 19,2 δισ. ευρώ, από -27,2 δισ. ευρώ το 2008 στα -8 δισ. ευρώ το 2013.
Το κρίσιμο ερώτημα, εν προκειμένω, είναι σε ποιο βαθμό η παραπάνω αξιοσημείωτη βελτίωση στο εμπορικό ισοζύγιο λοιπών αγαθών οφείλεται σε μείωση των εισαγωγών και σε ποιο βαθμό σε αύξηση των εξαγωγών. Δυστυχώς, παρατηρούμε ότι οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στις εισαγωγές. Από τη βελτίωση ύψους 19,2 δισ. ευρώ στο εμπορικό ισοζύγιο λοιπών αγαθών, τα 19 δισ. ευρώ οφείλονται σε μείωση των εξόδων για εισαγωγές και μόλις τα 0,2 δισ. ευρώ σε αύξηση των εσόδων από εξαγωγές.
Συγκεκριμένα, τα έξοδα για εισαγωγές λοιπών αγαθών μειώθηκαν από 41,2 δισ. ευρώ το 2008 στα 22,2 δισ. ευρώ το 2013. Αξιοσημείωτο είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της βελτίωσης των 19 δισ. ευρώ έλαβε χώρα πριν το πρώτο μνημόνιο. Μεταξύ 2008 και 2010 οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 14,2 δισ. ευρώ. Η προσαρμογή, δηλαδή, ήταν εμπροσθοβαρής.
Διαφορετική είναι η εικόνα που παρουσιάζουν οι εξαγωγές. Δεν είναι μόνο ότι η αύξηση που παρουσίασαν ήταν ισχνή, από 14 δισ. ευρώ το 2008 στα 14,2 δισ. ευρώ το 2013. Είναι, επίσης, ότι αρχικά παρουσίασαν πτώση στα 11,3 δισ. ευρώ το 2010, για να αρχίσουν να ανακάμπτουν μόνο μετά το πρώτο Μνημόνιο ενώ, επιπλέον, η ανάκαμψη αυτή χαρακτηρίζεται από πτωτικούς ρυθμούς: 13,3 δισ. ευρώ το 2011, 13,9 δισ. ευρώ το 2012 και 14,2 δισ. ευρώ το 2013. Η μάλλον αδύναμη αντίδραση τού εγχώριου τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» και τα σημάδια κόπωσης που ήδη παρουσιάζει, αντανακλούν την έλλειψη δυναμικότητάς του, ενώ η περιορισμένη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς του λόγω μείωσης του εργατικού κόστους αντανακλά τα δομικά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του. Σημειώνω, εν προκειμένω, ότι παρά το γεγονός ότι η χώρα δεν μπορεί σήμερα να χαρακτηρισθεί ως χώρα υψηλού εργατικού κόστους, στην Έκθεση του World Economic Forum το Σεπτέμβριο του 2013 η Ελλάδα καταλαμβάνει μεταξύ 148 χωρών την 96η θέση στην ανταγωνιστικότητα –τελευταία στην Ευρώπη και μόλις 10 θέσεις πάνω από την Βολιβία.
Το παραγωγικό πρόβλημα, επομένως, της χώρας δεν είναι απλά οξύ. Είναι, επιπλέον, και σύνθετο στην επίλυσή του, καθώς τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα οφείλονται όχι τόσο στο ύψος των μισθών, όσο κυρίως στην αδυναμία απορρόφησης τεχνολογικών, καινοτόμων παρεμβάσεων στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό φαίνεται καθαρά σε σχετικούς διεθνείς πίνακες οι οποίοι εστιάζουν σε ποιοτικά χαρακτηριστικά των «διεθνώς εμπορευσίμων» των χωρών του ΟΟΣΑ, όπως το είδος της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας και την προστιθέμενη αξία τους. Σύμφωνα με τους πίνακες αυτούς, η Ελλάδα της λεγόμενης «ανάπτυξης» και «σύγκλισης» βρισκόταν την περίοδο 2001-2007 και συνεχίζει να βρίσκεται σήμερα στην ίδια ομάδα χωρών, να ανταγωνίζεται στο ίδιο «καλάθι» προϊόντων με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Παρά με τους εταίρους της στην ΕΕ. Η εύκολη λύση της μείωσης του εργατικού κόστους, επομένως, προφανώς δεν επαρκεί. Χρειάζεται πλέγμα πολιτικών που θα θεραπεύει το πρόβλημα. Η ενίσχυση της εφαρμοσμένης έρευνας και καινοτομίας τόσο στο εσωτερικό των επιχειρήσεων όσο και εκτός αυτών, καθώς και η συνεργασία των επιχειρήσεων με φορείς τέτοιας έρευνας, όπως τα πανεπιστήμια, αποκτά σπουδαιότητα στρατηγικής σημασίας.
Αν στα παραπάνω προσθέσει κανείς το ότι ο τομέας των «διεθνώς εμπορευσίμων» ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν ακόμη και πριν την κρίση ο μικρότερος μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης και με πτωτικές τάσεις, 25% το 2000 και 20,5% το 2009, και ότι τα ποσοστά αυτά γίνονται ακόμη μικρότερα, 16% το 2000 και 11,5% το 2009, όταν αναφερόμαστε σε κλάδους που οφείλουν να «κυνηγούν» τις τεχνολογικές εξελίξεις, όπως είναι οι κλάδοι μεταποίησης και πληροφορικής, τότε αρχίζει κάποιος να καταλαβαίνει πού ακριβώς βρισκόμαστε.
Εστιάζω στον τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» γιατί είναι εκεί που συμπυκνώνονται οι παραγωγικές δυνατότητες μιας οικονομίας και, επομένως, είναι αυτός που μπορεί να τροφοδοτήσει μια διαδικασία «ενδογενούς» ανάπτυξης. Η σημερινή συρρίκνωσή του είναι αυτή που, κατά κύριο λόγο, καθορίζει πόσες θέσεις απασχόλησης μπορεί μια οικονομία να υποστηρίξει, τι μισθούς μπορεί να πληρώσει, τι πλεόνασμα μπορεί να δημιουργεί και να αναδιανέμει.
Όλα τα παραπάνω θα πρέπει να κάνουν αντιληπτό πόσο εκτός πραγματικότητας βρίσκονται πανηγυρισμοί περί πλεονασμάτων ισοζυγίων και ισχυρισμοί περί σύντομης εξόδου από την κρίση. Ο δρόμος που πρέπει να διανύσουμε είναι μακρύς και δύσκολος.