Tuesday, 04 October 2022

Περί ελευθερίας του λόγου. Μία απάντηση στον Ηλία Κανέλλη

1. Η κριτική του Ηλία Κανέλλη (βλ. Νέα, 30/10/20) για το άρθρο μου (Οι δύο φανατισμοί, Νέα, 29/10/20) δεν έχει καμιά σχέση με διάφορες ακραίες κριτικές στο διαδίκτυο. Κριτικές που με θεωρούν «σταλινικό», δηλαδή κάποιον που πιστεύει πως ο δημόσιος λόγος πρέπει να ελέγχεται από το κράτος. Είμαι σίγουρος ότι ο Κανέλλης δεν νομίζει πως μεταμορφώθηκα ξαφνικά σε οπαδό του Στάλιν. Γιατί εδώ και πολλά χρόνια σε άρθρα μου στα Νέα και στο Βήμα έχω δείξει πως είμαι ένθερμος υποστηρικτής της ελευθερίας του λόγου. Κατακρίνω χωρίς περιστροφές κάθε υπονόμευση αυτού του βασικού δικαιώματος. Υπονόμευση που παρατηρούμε σήμερα όχι μόνο στην Ρωσία, αλλά και σε ευρωζωνικές χώρες όπως η Πολωνία και Ουγγαρία.

2. Ο σκοπός του άρθρου που έγραψα είναι να τονίσω πως το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου δεν πρέπει να είναι απόλυτο. Όταν γίνεται δικαίωμα χωρίς όρια οδηγεί στον φανατισμό. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως εξισώνω τον φανατισμό του εγκληματία τρομοκράτη με αυτόν που αγνοεί το τεράστιο κόστος της απόλυτης ελευθερίας του λόγου σε ανθρώπινες ζωές. Καθώς και το κόστος της πόλωσης μεταξύ χωρών που έχουν διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις. Αυτό όμως που έχουν κοινό οι δύο φανατισμοί είναι πως δημιουργούν καταστάσεις βίας και κοινωνικής ανομίας.

3. Τα τελευταία τραγικά γεγονότα στην Γαλλία οδήγησαν στη βία και ανομία. Ο πρόεδρος Μακρόν πήρε μια σειρά από αυστηρά μέτρα εναντίον ατόμων και οργανώσεων που χαρακτηρίζονται από ριζοσπαστικούς, αντιδυτικούς προσανατολισμούς. Μερικά από αυτά τα μέτρα ήταν απαραίτητα στο πλαίσιο του εντεινόμενου τζιχαντισσμού όχι μόνο στην Γαλλία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Προχωρώντας όμως προς αυτή την κατεύθυνση ο Μακρόν έκανε ένα σοβαρό λάθος. Αποφάσισε να φωτίσει δημόσια κτήρια με τα σκίτσα του Μωάμεθ. Ταυτίστηκε έτσι με τη θέση του Σαρλί Εμπντό που δέχεται την απόλυτη εκδοχή της ελευθερίας της έκφρασης. Αυτό δημιούργησε μια κατάσταση όπου, σε παγκόσμια κλίμακα, μουσουλμάνοι στράφηκαν εναντίον της Γαλλίας. Μουσουλμάνοι που με κανέναν τρόπο δεν υποστηρίζουν τον τζιχαντισμό. Μουσουλμάνοι που θέλουν την ειρήνη και όχι τον πόλεμο μεταξύ διάφορων πολιτισμών. Μουσουλμάνοι που αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου πληθυσμού.

4. Ο Ηλίας Κανέλλης στην κριτική του δεν αναφέρεται αναλυτικά στην έννοια της απόλυτης ελευθερίας του λόγου την οποία κατακρίνω. Θεωρεί πως κάθε κριτική σε αυτή τη βάση οδηγεί στην υπονόμευση του δικαιώματος αυτού καθαυτού. Απλά δεν συμφωνώ μαζί του.
Επιπλέον ο Κανέλλης θεωρεί τον εαυτό του γνήσιο εκσυγχρονιστή ενώ εμένα με θεωρεί «πρώην εκσυγχρονιστή». Δεν λαμβάνει όμως υπόψη του πως σε πολλές εκσυγχρονισμένες κοινωνίες άτομα ή οργανώσεις που εξαπολύουν λεκτικές επιθέσεις εναντίον πληθυσμών των οποίων η κουλτούρα δεν τους αρέσει, αυτές οι επιθέσεις είναι παράνομες όταν οδηγούν στη βία. Σε αυτή την περίπτωση η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας του λόγου απορρίπτεται. Καταδικάζεται από τον νόμο. Από αυτή την σκοπιά, η γελοιοποίηση του Μωάμεθ στο Σαρλί Εμπντό επειδή οδηγεί στο μίσος και τη βία δεν είναι μόνο κατακριτέα, αλλά και παράνομη.

5. Συμπέρασμα. Αν δεν θέλουμε τον πόλεμο μεταξύ πολιτισμών, ένα θέλουμε έναν ειρηνικό πολυπολιτισμικό κόσμο πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα της απόλυτης ελευθερίας του λόγου. Μιας ελευθερίας που αποπλαισώνει τις παγκόσμιες εξελίξεις και δεν λαμβάνει υπόψη τα αρνητικά αποτελέσματα μιας δυτικοκεντρικής ιδέας. Μιας ιδέας που έχει αρνητικά αποτελέσματα και στον δυτικό και στον υπόλοιπο κόσμο.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 9/11/2020. 

Οι δύο φανατισμοί

Στο πλαίσιο της πρόσφατης τραγωδίας στην Γαλλία, υπάρχουν δύο διαφορετικού τύπου φανατισμοί. Ο φανατισμός του τρομοκράτη που αποκεφάλισε τον Σαμουήλ Πατί και ο εκλεπτυσμένος φανατισμός του διανοητή που πιστεύει στο δικαίωμα της απόλυτης, άνευ ορίων ελευθερίας του λόγου – με αποτέλεσμα τη νομιμοποίηση των σκίτσων του Μωάμεθ.
Ο αποτρόπαιος αποκεφαλισμός του Σαμουέλ Πατί από έναν τσετσένο τρομοκράτη γέμισε με φρίκη όλους τους γάλλους. Για να καταλάβουμε τον βαθμό της φρίκης πρέπει να συνδέσουμε τα πρόσφατα γεγονότα με τις δολοφονίες στο Σαρλί Εμπντό και στο Μπατακλάν το 2015.
Ο γάλλος πρόεδρος αντέδρασε άμεσα με μια σειρά από μέτρα εναντίον οργανώσεων και ατόμων που θεωρούνται πως έχουν σχέση με ισλαμικού τύπου φανατισμό. Έτσι ετέθη εκτός νόμου η μουσουλμανική οργάνωση «Σεΐχης Γιασίν», έκλεισε για έξι μήνες το Τζαμί Παντέν στο Παρίσι, καταργήθηκε η «Κολεκτίβα κατά της ισλαμοφοβίας» κτλ. Επιπλέον αποφασίστηκε η απομάκρυνση ξένων ιμάμηδων από τη χώρα και η πιθανή απέλαση υπόπτων για θρησκευτικό φανατισμό που βρίσκονται παράνομα στη χώρα. Τέλος ο Μακρόν, ακολουθώντας τον αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ κράτους και εκκλησίας, απαγόρευσε μια σειρά από πρακτικές όπως για παράδειγμα τον διαχωρισμό μεταξύ ανδρών και γυναικών σε χώρους όπως τα κολυμβητήρια.
Τα περισσότερα από τα παραπάνω μέτρα δικαιολογούνται στο πλαίσιο ενός εντεινόμενου τζιχντισμού όχι μόνο στην Γαλλία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Από την άλλη μεριά όμως, ο φωτισμός δημόσιων κτηρίων με τα σκίτσα του Σαρλί Εμπντό για τον Μωάμεθ ήταν ένα σοβαρό λάθος. Πώς θα αντιδρούσαν για παράδειγμα οι χριστιανοί σε σκίτσα που θα εξευτέλιζαν το πρόσωπο του Χριστού; Βέβαια υπάρχει το επιχείρημα πως, αντίθετα με την Καινή Διαθήκη, το Κοράνι νομιμοποιεί την χρήση της βίας εναντίον απίστων. Σε αυτή την περίπτωση όμως ξεχνάμε τις θηριωδίες των Σταυροφοριών και τους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου αιώνα στην Ευρώπη. Νομίζω πως το δικαίωμα στην απόλυτη ελευθερία του λόγου είναι απαράδεκτο.
Πρόκειται για ένα νεωτερικό φανατισμό που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Το ότι το Σαρλί Εμπντό εξακολουθεί να γελοιοποιεί τον Μωάμεθ μέσω σκίτσων είναι απίστευτο. Κυρίως όταν ο σκιτσογράφος σίγουρα γνωρίζει πως αυτού του είδους τα αντιισλαμικά σκίτσα οδηγούν σε αθώα θύματα – όπως έγινε στην περίπτωση του Πατί. Τέτοιου είδους συμπεριφορές οδηγούν ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού στην εχθρότητα απέναντι στους μουσουλμάνους γενικά. Αλλά όπως είναι γνωστό η πλειοψηφία των μουσουλμάνων στην Γαλλία και αλλού καταδικάζει τους ισλαμιστές τρομοκράτες. Επιπλέον, οι μουσουλμάνες γυναίκες έχουν ανακουφιστεί από την κρατική απαγόρευση πρακτικών όπως η απαίτηση του πιστοποιητικού παρθενίας που συχνά τους επιβάλλεται.
Συμπερασματικά, η πίστη στην απόλυτη ελευθερία του λόγου είναι και αυτή ένας φανατισμός που συχνά οδηγεί στη μισαλλοδοξία. Σε πολλές χώρες η λεκτική απαξίωση ομάδων που κάποιος αντιπαθεί είναι παράνομη. Ο μόνος φανατισμός που είναι νόμιμος είναι ο φανατισμός εναντίον κάθε φανατισμού. Μόνο αυτή η θέση μπορεί να οδηγήσει σε έναν ειρηνικό, πολυπολιτισμικό κόσμο.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 29/10/2020. 

Ελληνοτουρκικά: Ένα διπλό αδιέξοδο

Στη σημερινή συγκυρία και η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση, με διαφορετικό τρόπο, οδηγούν τη χώρα σε ένα αδιέξοδο ως προς τις θέσεις τους για τα ελληνοτουρκικά θέματα. Αδιέξοδο που πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε ένα θερμό επεισόδιο και σε στρατιωτική σύγκρουση.

Η κυβέρνηση

Όπως ανέπτυξα σε προηγούμενο άρθρο μου (ΝΕΑ 19/10/20) η θέση της κυβέρνησης είναι πως υπάρχει μια μόνο διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η διαφορά σε σχέση με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Μπορεί αυτή η θέση να είναι νόμιμη τη βάση της Συνθήκης της Λωζάννης. Σίγουρα όμως κινδυνεύει να οδηγήσει στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων, αν βέβαια αυτές ξεκινήσουν. Αυτό σημαίνει πως ο δρόμος προς τη Χάγη δεν θα είναι δυνατός. Πράγμα αρνητικό αφού μόνο μια διαιτησία του Διεθνούς Δικαστηρίου μπορεί να βοηθήσει στη λύση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών. Διαφορών που όντως υπάρχουν (για παράδειγμα η αποστρατικοποίηση των νησιών στην οποία καταφύγαμε λόγω της 4ης τουρκικής στρατιάς στη Σμύρνη, διάφορες βραχονησίδες που και οι δύο χώρες θεωρούν δικές τους).
Με βάση τα παραπάνω, όπως πολλοί πιστεύουν, μόνο η Χάγη μπορεί να βοηθήσει Φυσικά σε αυτή την περίπτωση θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε.
Όσο για το επιχείρημα ότι η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να προσφύγει στη Χάγη αυτό είναι πιθανό. Αλλά και η δική μας συμπεριφορά τις προηγούμενες δεκαετίες δείχνει πως και εμείς αποφεύγουμε τη Χάγη. Και αυτό διότι σίγουρα δεν θα πετύχουμε τους μαξιμαλιστικούς μας στόχους.

Η αξιωματική αντιπολίτευση

Η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα να επεκτείνει η χώρα τα χωρικά της ύδατα νοτίως της Κρήτης και αργότερα στο Καστελλόριζο είναι επίσης επικίνδυνη. Πολύ απλά ρίχνει λάδι στη φωτιά. Ο Ερντογάν είναι όντως απρόβλεπτος αλλά σε αυτή την περίπτωση για μια επέκταση από τα 6 στα 12 μίλια η αντίδρασή του είναι σίγουρα προβλέψιμη. Με βάση το περίφημο casus belli θα αντιδράσει αμέσως με βίαιο τρόπο. Σε αυτή την περίπτωση η ΕΕ, εντός της οποίας η Γερμανία και άλλα μέλη της, για διάφορους λόγους θέλουν να έχουν καλές σχέσεις με την Τουρκία θα αντιδράσουν στα λόγια αλλά όχι στην πράξη. Το ίδιο θα συμβεί και με τις ΗΠΑ. Όποιος και αν κερδίσει τις επόμενες εκλογές δεν θα μπορέσει να εμποδίσει τη βίαιη αντίδραση του Τούρκου Σουλτάνου.
Όσο για την επιβολή σοβαρών κυρώσεων η ΕΕ δεν έχει δείξει ότι τελικά θα κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Αλλά ακόμη και αν ληφθούν κυρώσεις ο Ερντογάν σίγουρα θα τις αγνοήσει. Γιατί εάν δεν το κάνει θα μειωθεί κατακόρυφα η δημοτικότητά του στο εσωτερικό της χώρας. Με άλλα λόγια ο Τούρκος Πρόεδρος είναι αδύνατον να μην αντιδράσει χρησιμοποιώντας βία.
Σίγουρα δεν μας συμφέρει μια ελληνοτουρκική πολεμική σύγκρουση είτε τελικά κερδίσουμε είτε όχι. Ένας πόλεμος θα μας πάει δεκαετίες πίσω οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Αλλά το πιο βασικό είναι πως θα χαθούν ανθρώπινες ζωές σε μια διαμάχη που θα μπορούσε να αποτραπεί.

Συμπέρασμα

Και η στρατηγική της κυβέρνησης και αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης ενέχει πολύ σοβαρούς κινδύνους. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης είναι η ΝΔ να μη επιμείνει στη μαξιμαλιστική της θέση. Όσο για το ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία πρέπει να ξεχάσει τη θέση περί επέκτασης των χωρικών υδάτων από τα 6-12 μίλια.
Πιο γενικά είναι καιρός οι κύριες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, η ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, και το ΚΙΝΑΛ, να συμφωνήσουν σε μια κοινή στρατηγική έναντι της Τουρκίας. Είτε μας αρέσει είτε όχι δεν είναι δυνατόν να αναβάλουμε επ' άπειρον μια σοβαρή προσπάθειας συμφιλίωσης, αναβολή που οδηγεί σε σπατάλη σε εξοπλισμούς. Πρέπει να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα και ο μόνος τρόπος είναι μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Άλλη λύση δεν υπάρχει.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/10/2020. 

Το προσφυγικό

Με την τραγωδία της Μόριας, το μεταναστευτικό βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο των συζητήσεων στα ΜΜΕ. Είναι όμως βασικές διαστάσεις του προβλήματος που αγνοούνται ή δεν τονίζονται αρκετά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση

Το κακό ξεκινάει από την Ευρώπη. Τα περισσότερα μέλη της ΕΕ αρνούνται να πάρουν τον αριθμό προσφύγων που τους αναλογεί. Οι δικαιολογίες είναι πολλές. Από τον φόβο του Ισλάμ και της διείσδυσης τζιχαντιστών μέχρι την πεποίθηση πως οι πρόσφυγες υπονομεύουν την εθνική ταυτότητα και κουλτούρα των επιμέρους χωρών. Αλλά με αυτή την στάση το πρόβλημα δυστυχώς εντείνεται. Αφού λόγω της παγκοσμιοποίησης οι μεταναστευτικές ροές είναι αναπόφευκτες.
Ως γνωστόν, στην ΕΕ οι χώρες που έχουν τα περισσότερα προβλήματα βρίσκονται στον Νότο. Χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, τις θεωρούν οι μετανάστες γέφυρες για το πέρασμα στις πιο αναπτυγμένες, χώρες του Βορρά. Δυστυχώς οι ευρωπαϊκές κοινοτικές αρχές δεν προσπαθούν να αντιμετωπίσουν μια κατάσταση που μέρα με τη μέρα χειροτερεύει. Με τη δικαιολογία πως τα αυστηρά μέτρα που πρέπει να ληφθούν μπορεί να οδηγήσουν στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αρνούνται να δεχτούν τη δίκαιη κατανομή του βάρους. Πρόκειται όμως για μια υποκριτική δικαιολογία. Σήμερα, λόγω της συμφωνίας Γαλλίας-Γερμανίας για τη δημιουργία του ταμείου κοινωνικής στήριξης, ο κίνδυνος μιας κατάρρευσης της ΕΕ έχει εξαφανιστεί. Το αντίθετο. Οι ενοποιητικές διαδικασίες προχωρούν ενώ η ΕΕ, μετά τις ΗΠΑ και τη Κίνα, τείνει να γίνει ο τρίτος βασικός παίκτης – αν όχι στο γεωπολιτικό, σίγουρα στην κοινωνικοοικονομική παγκόσμια αρένα. Είναι για αυτόν τον λόγο που μετά το Brexit καμιά χώρα δεν επιθυμεί να αποχωρήσει από την ΕΕ.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποφασίσουν να πάρουν πολύ πιο σοβαρά μέτρα έναντι αυτών που σφυρίζουν αδιάφορα όταν τους τίθεται το θέμα της δίκαιης κατανομής του προσφυγικού βάρους. Με αυτό τον τρόπο όλο το βάρος μετατοπίζεται μόνο στις χώρες του Νότου. Χώρες που είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αποτελεσματικά.

Η ελληνική κυβέρνηση

Σε ό,τι αφορά την Μόρια, η ΝΔ είχε να αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση. Σε ένα νησί όπου οι εγκαταστάσεις για τους πρόσφυγες μπορούσε να στεγάσει δύο με τρεις χιλιάδες ανθρώπους, αυτή την στιγμή υπάρχουν πάνω από δώδεκα χιλιάδες. Αυτό κάνει τη ζωή αφόρητη, όχι μόνο για τους πρόσφυγες αλλά και για τους ντόπιους. Είναι προφανές πως ο μεταναστευτικός πληθυσμός της Λέσβου, καθώς και των άλλων νησιών με παρόμοια προβλήματα, έπρεπε να διασπαρθεί ισομερώς σε όλους τους δήμους της χώρας. Μόνο έτσι θα μπορούσε να αποφευχθεί η συσσώρευση ανθρώπων σε ένα πλαίσιο απόλυτης εξαθλίωσης.
Αυτή η κίνηση ήταν αρχικά δύσκολη. Η συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία υπαγόρευε να παραμείνουν οι πρόσφυγες στον αρχικό χώρο εισόδου. Στην πράξη αυτή η συμφωνία έπαψε να ισχύει. Η κυβέρνηση όμως, γι μικροκομματικούς λόγους, δεν προχώρησε έγκαιρα και αποτελεσματικά στη μετακίνηση των προσφύγων στον ηπειρωτικό χώρο. Η πλειοψηφία των δημάρχων που στηρίζουν την ΝΔ αρνήθηκαν να βοηθήσουν στην αποσυμφόρηση των νησιών. Το ίδιο και η πλειοψηφία των κατοίκων του κάθε δήμου που δεν θέλουν «φασαρίες» στον τόπο τους. Από παπάδες, χρυσαυγήτες αλλά και μη ακροδεξιούς πολίτες, η πλειονότητα θέλει την ησυχία της.
Η κυβέρνηση δικαιολογεί αυτή την κατάσταση με το επιχείρημα πως δεν είναι δυνατόν να πάει εναντίον στην πλειοψηφία των κατοίκων που αρνούνται να ακολουθήσουν τον πιο δίκαιο και δημοκρατικό τρόπο κατανομής των προσφυγικών βαρών. Αλλά οι κρατικές ελίτ δεν πρέπει να δέχονται άκριτα μια κατασκευασμένη από τα τωρινά ΜΜΕ «κοινή γνώμη». Μια κοινή γνώμη που δεν θέλει να δεχτεί κατά δίκαιο τρόπο τα βάρη του προσφυγικού. Οι πραγματικοί ηγέτες όμως δεν κρύβονται πίσω από κάθε είδους κοινής γνώμης. Προσπαθούν να την διαμορφώσουν και να την αλλάξουν με δημοκρατικό τρόπο. Όταν αποφεύγουν αυτή τη δύσκολη διαδικασία, λαϊκίζουν. Ενδιαφέρονται περισσότερο για το κομματικό και λιγότερο για το εθνικό συμφέρον.
Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές πως δεν είναι μόνο οι ηγέτες της ΕΕ αλλά και οι νεοδημοκράτες δήμαρχοι που «σφυρίζουν αδιάφορα». Αν θέλουμε όμως να αποφύγουμε και άλλες Μόριες, αυτό πρέπει να αλλάξει άμεσα.

Ο δρόμος προς τα μπρος

Όταν ήρθε η κυβέρνηση της ΝΔ στην εξουσία, υποσχέθηκε πως θα λύσει το μεταναστευτικό γρήγορα. Στην αρχή κατάργησε το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής. Είχε όμως το θάρρος να παραδεχθεί το λάθος της και να το επανασυστήσει. Σήμερα όμως οι ισχυρές δυνάμεις εντός και εκτός κόμματος απαιτούν μια οπισθοδρομική αυταρχική πολιτική. Προτείνουν τον πολλαπλασιασμό των χώρων αποκλεισμού. Μιλούν ακόμα και για την εγκατάσταση μεταναστών σε ξερονήσια. Αλλά μια τέτοια στρατηγική αυταρχικού τύπου θα οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο.
Συμπέρασμα: Με δεδομένη την ακινησία της ΕΕ, πρέπει να αντιληφθούμε πως οι περισσότεροι μετανάστες θα παραμείνουν στη χώρα μόνιμα. Άρα θα πρέπει και με τη βοήθεια ευρωπαϊκών πόρων να δημιουργήσουμε ένα συνεκτικό σφαιρικοί σχέδιο ένταξης των προσφύγων στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό/εκπαιδευτικό χώρο. Αυτό θα πάρει πολύ χρόνο και θα απαιτήσει σημαντικούς πόρους. Από την άλλη μεριά η ένταξη θα αμβλύνει τη γήρανση του πληθυσμού και, μέσο/μακροπρόθεσμα, θα βοηθήσει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Με δύο λόγια, η ανθρώπινη ένταξη των μεταναστών είναι η μόνη δημοκρατική, προοδευτική λύση. Κάθε άλλη λύση θα μας πάει προς τα πίσω.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 27/9/2020. 

Ελληνοτουρκικά: Το θέμα των διαπραγματεύσεων

1) Μια πρόσφατη δημοσκόπηση της Metron Analysis (ΒΗΜΑ, 6/9/20) τίθεται η ερώτηση «Ποια είναι η πιθανότητα συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;». Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών (39%) απάντησε πως οι πιθανότητες θα είναι μεγάλες αν οι συνομιλίες βασιστούν σε θέματα που θα τεθούν και από τις δύο πλευρές. Από την άλλη μεριά, το 43% απάντησε πως οι συνομιλίες πρέπει να αφορούν θέματα που εμείς νομίζουμε πως είναι ανοιχτά. Τέλος, ένα 13% απάντησε πως δεν υπάρχουν πιθανότητες συνομιλιών.

2) Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, μήπως πρέπει η κυβέρνηση να αναθεωρήσει την τωρινή θέση της πως η βασική προϋπόθεση για την έναρξη των συνομιλιών είναι πως το μόνο θέμα προς συζήτηση είναι η διαφορά των δύο χωρών στο πλαίσιο της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ; Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, ο τούρκος υπουργός εξωτερικών Τσαβούσογλου επανέλαβε πως η Τουρκία θα δεχθεί τις διαπραγματεύσεις μόνο αν η ελληνική κυβέρνηση πάψει να θέτει προϋποθέσεις όπως αυτή πως η συζήτηση πρέπει να περιοριστεί στο θέμα υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ.
Η κυβερνητική στάση δεν είναι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη. Είναι λανθασμένη γιατί η νομολογία στην περίπτωση ενός νησιού μιας χώρας κοντά στις ακτές μιας άλλης χώρας έχει περιορισμένη επήρεια. Η αντίληψη πως το δίκαιο της θάλασσας νομιμοποιεί όλα τα επιχειρήματα μας είναι μια παρερμηνεία. Κάθε νομιμοποίηση εξαρτάται και από το πλαίσιο. Είναι για αυτόν τον λόγο που οι μόνες αποδεκτές λύσεις είναι τα υπερεθνικά δικαστήρια, όπως αυτό της Χάγης. Δικαστήρια που ερμηνεύουν, σε κάθε περίπτωση, το δίκαιο της θάλασσας. Όπως σε όλες τις κοινωνικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένης της νομικής, δεν υπάρχουν «σιδηροί νόμοι» που ισχύουν εκτός τόπου και χρόνου. Για παράδειγμα, ο Μιχάλης Μητσός (ΝΕΑ, 5/9/20, σελ. 50) αναφέρει πως «σχεδόν όλες οι νησιωτικές διαμάχες που είχαν καταλήξει σε διεθνή διαιτησία, από το Σεν Πιερ και Μικελόν (με πρωτοβουλία της Νέας Γης) μέχρι τα νησιά Κερκένα (με πρωτοβουλία Λιβύης) έχουν καταλήξει σε μικρότερες ΑΟΖ».
Βέβαια, στη δική μας περίπτωση το τωρινό status quo υπέρ της χώρας μας αναγράφεται στη Σύμβαση για το Θαλάσσιο Δίκαιο του 1983 (η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση και αυτό δεν την δεσμεύει). Νομικά έχουμε δίκιο να επιμένουμε πως το μόνο αμφισβητούμενο πρόβλημα είναι η υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ – αφού με την τωρινή πολιτική της η Τουρκία παραβιάζει την Συνθήκη της Λοζάνης. Το θέμα όμως είναι πως στη σημερινή συγκυρία μπορεί να αναγκαστούμε να επιλέξουμε μεταξύ της νομιμότητας των θέσεών μας και ενός πιθανού πολέμου. Ποια επιλογή συμφέρει τη χώρα μας; Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση απαιτείται να εξετάσουμε την πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου που μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη στρατιωτική σύρραξη.

3) Η απόρριψη ή αποτυχία των συνομιλιών, όπως σχεδόν όλοι ομολογούν, εντείνει τους κινδύνους ενός θερμού επεισοδίου. Επεισοδίου που μπορεί να οδηγήσει, όπως αναφέρθηκε, σε στρατιωτική σύγκρουση. Δηλαδή σε πόλεμο που όσο σύντομος και αν είναι, σημαίνει τεράστιες υλικές απώλειες που θα μας πάνε πολλά χρόνια πίσω. Κυρίως όμως θα οδηγήσει και σε ανθρώπινες απώλειες. Πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση να εξακολουθεί να επιμένει στη μαξιμαλιστική θέση της; Δεν βλέπει τους μεγάλους κινδύνους που ο μαξιμαλισμός της μπορεί να δημιουργήσει; Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στις πολυάριθμες συνομιλίες που είχε η κυβέρνησή του με τους τούρκους, δέχονταν τις συνομιλίες επί όλων των διαφορών. Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κάνει το ίδιο στο πλαίσιο των επερχόμενων ελληνοτουρκικών συνομιλιών; Ελπίζω η κυρία Μέρκελ να τον πιέσει να αλλάξει την στενόμυαλη θέση του.

4) Υπάρχει βέβαια το επιχείρημα πως η Τουρκία δεν θα τολμήσει να προκαλέσει ένα θερμό επεισόδιο, όπως για παράδειγμα την κατάληψη ελληνικών βραχονησίδων που θεωρεί πως της ανήκουν. Αλλά αυτού του είδους ο εφησυχασμός δεν πείθει. Η ιδέα πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα επιτρέψει κάτι τέτοιο είναι όνειρο θερινής νυκτός. Βέβαια και η ΕΕ και οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν στην τουρκική βιαιότητα, αλλά μόνο στα λόγια. Ακόμα και η Γαλλία, η κύρια σύμμαχός μας, μπορεί να προχωρήσει σε στρατιωτικά μέτρα εναντίον του Ερντογάν για να προστατέψει τα δικά της συμφέροντα στην Λιβύη και αλλού. Σίγουρα δεν θα το κάνει για να αποτρέψει μια τουρκική βίαιη παρέμβαση στη χώρα μας.
Υπάρχει και ένα δεύτερο επιχείρημα που οδηγεί την κυβέρνηση να συνεχίζει την τωρινή αδιέξοδη πολιτική της. Ισχυρίζεται πως αν η ΕΕ επιβάλει κυρώσεις που θα βλάψουν σοβαρά την ήδη καταρρέουσα τουρκική οικονομία ο Ερντογάν δεν θα προχωρήσει σε μια κίνηση που μπορεί να οδηγήσει σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η κυβέρνησή όμως πρέπει να λάβει υπόψη της πως οι κυρώσεις που η ΕΕ θα επιβάλει , είτε είναι ουσιαστικές είτε όχι, μπορεί να εξαγριώσουν τον απρόβλεπτο σουλτάνο. Είναι πιθανό οι κυρώσεις να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ευχόμαστε. Γιατί μπορεί ο Ερντογάν, με το να δημιουργήσει ένα θερμό επεισόδιο, να ενισχύσει τη δημοτικότητά του που αυτή την στιγμή, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχει πάρει την κατιούσα.

5) Όσο για τις στρατιωτικές μας δυνάμεις, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αποτελεσματική οργάνωση, οι νέοι εξοπλισμοί και κυρίως η αποφασιστικότητα των ανδρών και γυναικών να προστατεύσουν τα ελληνικά σύνορα, θα αντιδράσουν γενναία σε κάθε τουρκική βιαιότητα. Όμως αυτό δεν σημαίνει, όπως μερικοί πιστεύουν, πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε πολεμικά τον αντίπαλο. Έναν αντίπαλο που είναι μεγάλη δύναμη. Αφού παρ' όλη την οικονομική κρίση που περνά έχει τον μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, έχει στρατιωτικές βάσεις σε πολλές χώρες και επεμβαίνει δυναμικά στην Λιβύη, στην Συρία και αλλού. Ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός και βίαιος επεκτατισμός σε πολλές χώρες είναι παράλογος για τη γείτονα χώρα. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει λιγότερο το τι γίνεται στην Μεσόγειο γενικά και περισσότερο να σώσουμε τη χώρα από έναν καταστροφικό πόλεμο.

Συμπέρασμα: Ο μόνος τρόπος να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα είναι η έναρξη διαπραγματεύσεων στη βάση αποδοχής πως υπάρχουν, πέρα από τη διαφορά μας στο θέμα της υφαλοκρηπίδας, και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Αν η κυβέρνηση εξακολουθήσει να επιμένει πως είναι μόνο μία η διαφορά, η Τουρκία θα απορρίψει τις διαπραγματεύσεις ή θα τις σαμποτάρει εκ των έσω. Η αποφυγή ή αποτυχία των διαπραγματεύσεων κλείνει τον δρόμο προς την Χάγη. Τον μόνο δρόμο που, όπως πολλοί σοβαροί αναλυτές από διάφορες παρατάξεις έχουν υποστηρίξει, είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε το τωρινό αδιέξοδο. Βέβαια η λύση δεν θα έρθει άμεσα. Αλλά η επιτυχία των διαπραγματεύσεων μπορεί να είναι το πρώτο βήμα στην πορεία για ένα συνυποσχετικό που θα οδηγήσει στην Χάγη. Είναι καιρός η κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική και να πάψει να φοβάται πως κάθε αλλαγή στάσης θα θεωρηθεί από τους υπερπατριώτες οπαδούς της ως προδοσία.
Τέλος, στα θέματα των διαπραγματεύσεων δεν πρέπει μόνο να αλλάξει η στρατηγική της κυβέρνησης αλλά και αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει στο θέμα των διαπραγματεύσεων σχεδόν παρόμοια στρατηγική με αυτή της ΝΔ. Παρ' όλη τη σοβαρή εσωτερική αντιπολίτευση, ο πρόεδρος του κόμματος στηρίζει την κυβέρνηση στο θέμα των διαπραγματεύσεων. Στη βάση των νέων δεδομένων που ανέφερα πιο πάνω, ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση. Όταν ένα μεγάλο μέρος των πολιτών κατανοώντας την επικινδυνότητα της κατάστασης πιστεύει πως στις συνομιλίες θα πρέπει να εξεταστούν όχι μόνο μία αλλά και άλλες διαφορές που οι χώρες έχουν μεταξύ τους, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του τι λέει αυτή η μερίδα πολιτών. Το κύριο θέμα δεν είναι οι σοβαρές κυρώσεις, είναι η επιτυχία των διαπραγματεύσεων που μπορεί να οδηγήσει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Για να το επαναλάβω, μόνο η Χάγη μπορεί να εκδικάσει τι πρέπει να δώσουμε και τι πρέπει να πάρουμε.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/9/2020. 

Η πολιτική του Ερντογάν μετά την Αγία Σοφία

1. Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί βοήθησε τον Ερντογάν να ανεβάσει τη δημοτικότητά του – μια στιγμή, που λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης της χώρας του, έχει πάρει την κατιούσα. Αυτή η κίνηση οδήγησε μεν στη διεθνή κατακραυγή, αλλά κέρδισε την στήριξη των τούρκων πιστών και των υπερπατριωτών. Με αυτή την κίνηση ο Ερντογάν απορρίπτει κατηγορηματικά τον κεμαλικό εκσυγχρονισμό και οδηγεί τη χώρα στην οπισθοδρομική ισλαμοποίηση.

2. Μια δεύτερη κίνηση προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή μια κίνηση που θα ενέτεινε ακόμα περισσότερο τη δημοτικότητά του, θα ήταν η κατάληψη μιας ή περισσοτέρων βραχονησίδων που η Τουρκία δεν θεωρεί πως ανήκουν στην ελληνική επικράτεια. Αυτό σίγουρα θα οδηγούσε σε αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων συμμάχων. Αντιδράσεις όμως που δεν θα οδηγούσαν από τα λόγια στις πράξεις (π.χ. με την επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων). Η κυρία Μέρκελ δεν θέλει επ' ουδενί λόγο να ταράξει τα ύδατα στην σχέση της με τον Ερντογάν – τουλάχιστον όσο αυτή παραμένει στην καγκελαρία.

3. Πώς θα αντιδράσει η κυβέρνηση σε περίπτωση που ο Ερντογάν αγνοήσει τις συμβουλές της κυρίας Μέρκελ και καταλάβει μια ελληνική βραχονησίδα; Ο πρωθυπουργός έχει δύο εναλλακτικές λύσεις. Η πρώτη, μάλλον απίθανη, είναι να προσπαθήσει να κινητοποιήσει τους συμμάχους μας στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στα Ηνωμένα Έθνη και αλλού για να επέμβουν δυναμικά. Σίγουρα θα υπάρξουν έντονες διαμαρτυρίες, αλλά μόνο στα λόγια. Σε αυτή την περίπτωση, η ακινησία της κυβέρνησης θα θεωρηθεί από πολλούς, κυρίως υπερπατριώτες, ως προδοσία. Η δεύτερη λύση είναι η άμεση στρατιωτική απάντηση. Είναι η αντιμετώπιση της παράνομης τουρκικής βίας με τη δίκαιη ελληνική στρατιωτική επέμβαση. Θα υπάρξουν βέβαια προσπάθειες από τους συμμάχους μας για να σταματήσει όσο πιο γρήγορα γίνεται μια στρατιωτική σύγκρουση. Δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο πως ο απρόβλεπτος Ερντογάν θα συμμορφωθεί. Μπορεί κάλλιστα να παίζει τον παλικαρά στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αφού έχει να αντιμετωπίσει την αντίδραση μιας χώρας που είναι στρατιωτικά λιγότερο ισχυρή. Γιατί όσο ηρωικός και ετοιμοπόλεμος και αν είναι ο ελληνικός στρατός, η Τουρκία αργά ή γρήγορα θα επικρατήσει.
Βέβαια ο Ερντογάν θα μπορούσε να επιλέξει μια παρέμβαση όχι στο Αιγαίο, αλλά στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτή την περίπτωση όμως θα είχε να αντιμετωπίσει πολύ πιο σοβαρούς αντιπάλους – από το Ισραήλ και την Αίγυπτο μέχρι την Γαλλία. Σε αυτό το πλαίσιο βέβαια, οι ψευτοπαληκαρισμοί του σουλτάνου δεν πιάνουν.

4. Ο μόνος τρόπος αποφυγής του παραπάνω καταστροφικού για τη χώρα μας σεναρίου, όπως έχουν πολλοί επανειλημμένα υποστηρίξει, είναι η προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης. Το επιχείρημα αυτών που διαφωνούν με την παραπάνω λύση είναι πως ο Ερντογάν θα την απορρίψει. Αλλά αυτό που αγνοούμε είναι πως ο τούρκος πρόεδρος έχει απορρίψει και θα εξακολουθήσει να απορρίπτει την προσφυγή στην Χάγη όσο η ελληνική κυβέρνηση θέλει Χάγη α-λα-καρτ. Δηλαδή το δικαστήριο να ασχοληθεί μόνο με τις διαφορές μας στο πλαίσιο της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, και όχι με τις άλλες διαφορές που κατά την γνώμη της κυβέρνησης δεν υπάρχουν. Εάν όμως δεχόμασταν το προφανές, δηλαδή πως υπάρχουν και άλλες διαφορές, τότε δεν είναι καθόλου σίγουρο πως ο Ερντογάν θα απέρριπτε μια προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο. Για παράδειγμα, πρόσφατα ο τούρκος πρόεδρος μέσω του Ιμπραήμ Κενίν, δήλωσε πως η Τουρκία δέχεται την έναρξη συνομιλιών που θα ασχοληθούν με όλα τα θέματα, όχι μόνο με αυτά που μας συμφέρουν (βλ. Καθημερινή, 26/7/2020). Αυτή η τουρκική στάση δυστυχώς απορρίπτεται από τη χώρα μας. Όπως τόνισε ο υπουργός εξωτερικών Νίκος Δένδιας (Το Βήμα, 2/8/2020), οι συζητήσεις με την Τουρκία θα περιοριστούν στις διαφορές που έχουμε σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ (στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο). Κατά τον κύριο Δένδια, κάθε άλλη διεύρυνση θα μας οδηγούσε σε μια παγίδα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, σίγουρα η γείτονα χώρα θα απορρίψει τις διαπραγματεύσεις. Άρα οι συνομιλίες θα αποτύχουν. Δηλαδή θα γίνει πολύς θόρυβος για το τίποτα.
Εάν η κυβέρνηση δεχόταν την τουρκική πρόταση, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει όχι σε συνομιλίες φούμαρα, αλλά σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με μεσοπρόθεσμο στόχο ένα συνυποσχετικό για μια προσφυγή σε ένα διεθνές δικαστήριο που θα αποφασίσει σε ποιες διαφορές έχουμε δίκιο και σε ποιες δεν έχουμε.

5. Βέβαια δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις αποφάσεις του δικαστηρίου. Αλλά όπως σχεδόν όλοι πιστεύουν με βάση τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου, θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μια απόφαση της Χάγης που δεν θα οδηγήσει στο να πάρουμε χωρίς να δώσουμε, θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τον πρωθυπουργό. Οι «σαμαρικοί» θα αντιδράσουν δυναμικά, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα υπέσκαπτε τη συνοχή του κόμματος. Την ίδια αρνητική αντίδραση μπορεί να προβλέψει κανείς σε ό,τι αφορά την πλειοψηφία των πολιτών – διότι κανένα κόμμα δεν είχε το θάρρος να πει στον κόσμο την αλήθεια. Δηλαδή πως υπάρχουν και άλλες διαφορές μεταξύ των χωρών.

Συμπέρασμα. Ο μόνος τρόπος να τα βρούμε με την Τουρκία είναι μέσω της δικαστικής απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου. Άλλη λύση απλά δεν υπάρχει. Δυστυχώς για την στιγμή, κανένα κόμμα δεν λέει τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη. Είναι καιρός όμως τα κόμματα να συμφωνήσουν στη μόνη λύση που μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή μιας εθνικής καταστροφής. Δυστυχώς για την στιγμή, μια τέτοια λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 15/8/2020. 

Η στρατηγική των συμμαχιών

1. Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ πολλά μέλη αντιτίθενται στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Κατά αυτούς, το κόμμα θα παρέμενε αριστερό αν δεν δεχόταν να αλλοιωθεί με όλους αυτούς που θέλουν να συμμαχήσουν με τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά απαιτούν να κρατήσουν ένα μέρος της αυτονομίας τους. Έτσι, για την εσωτερική κομματική αντιπολίτευση το κόμμα θα έπρεπε να δέχεται μόνο όσους ήθελαν να ενταχθούν άμεσα στην κομματική οργάνωση. Το τωρινό άνοιγμα οδηγεί σε μπαλώματα, σε βαρίδια που καταργούν τον γνήσιο αριστερό χαρακτήρα του κόμματος.

2. Στην πραγματικότητα όμως το 20% των ψηφοφόρων που αποτελεί τη μόνιμη βάση του κόμματος συμφωνούν με τον Τσίπρα και όχι με αυτούς που νοιάζονται περισσότερο με την αριστεροσύνη και λιγότερο με τις πιθανότητες μιας προοδευτικής αλλαγής. Αυτό το 20% των ψηφοφόρων, όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά, παραμένει πιστό στην τωρινή στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Αντιλαμβάνεται τα παλιά και τωρινά σφάλματά του, αλλά εξακολουθεί να στηρίζει την πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση στη σημερινή μορφή της. Όσοι αγνοούν τα παραπάνω, αντί να κοιτάζουν προς τα μπρος κοιτάνε προς τα πίσω. Βασικά υποστηρίζουν μια «γνήσια» αριστερή πολιτική, μια στρατηγική που αν επιβάλλονταν θα ενδυνάμωνε την Δεξιά – κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο Κόρμπιν έφερε τον έξαλλο νεοφιλελεύθερο Τζόνσον στην εξουσία.

3. Σήμερα η στρατηγική των συμμαχιών, όπως αυτή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, είναι ο μόνος τρόπος για να αλλάξει η σημερινή κατάσταση προς έναν πιο ανθρώπινο κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, μια στρατηγική συμμαχιών πολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται στον εθνολαϊκισμό από τη μια μεριά και στον νεοφιλελευθερισμό από την άλλη. Αποτελεί το μόνο ανάχωμα που μπορεί να αμβλύνει τις δυο παραπάνω βαρβαρότητες. Πολιτικών δυνάμεων όπως είναι τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα τύπου ΣΥΡΙΖΑ/Podemos/Bloco, τα πολιτικά φιλελεύθερα και τα ραγδαία ανερχόμενα πράσινα κόμματα στην Ευρώπη. Σε αυτή την κατηγορία θα μπορούσε κανείς να εντάξει το πορτογαλικό κομμουνιστικό κόμμα που στηρίζει τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Κόστα. Τελειώνω με δύο λόγια για το τι πρέπει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Χρειάζεται λιγότερο αντιθέσεις για τον χαρακτήρα του κόμματος και περισσότερο αυτογνωσία, σοβαρή αυτοκριτική (χωρίς μισόλογα και υπεκφυγές). Χρειάζεται επίσης συνοχή γύρω από τον Πρόεδρο και στήριξη της τωρινής στρατηγικής που στοχεύει σε προοδευτικές πολιτικές, πολιτικές που θα ωφελήσουν τους περιθωριοποιημένους πιστούς οπαδούς του. Κατά την γνώμη μου, από το φθινόπωρο τα οικονομικά προβλήματα (όπως η ανεργία και οι ανισότητες) θα ενταθούν. Η δημοσκοπική διαφορά μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης θα μειωθεί σημαντικά. Βέβαια δεν μπορεί κανείς να προβλέψει τις πολιτικές εξελίξεις μακροχρόνια. Αυτό όμως που μπορεί να προβλεφθεί είναι πως οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζουν και θα εξακολουθούν να στηρίζουν το κόμμα στην τωρινή μορφή του.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" (1/8/2020). 

Όταν το κομματικό συμφέρον υπερισχύει του εθνικού

Το φαινόμενο της μικροκομματικής/ψηφοθηρικής λογικής συνέβαινε και εξακολουθεί να συμβαίνει σε όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων των ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ. Αλλά όπως θα δείξω, η Νέα Δημοκρατία έχει τα πρωτεία. Σε τρεις τομείς: στις Πρέσπες, στο προσφυγικό και στο θέμα της Χάγης.

Πρέσπες

Σίγουρα ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήξερε πολύ καλά πως με την Συμφωνία των Πρεσπών λύθηκε ένα πρόβλημα που για χρόνια ταλάνιζε τη χώρα μας. Επρόκειτο για μια συμφωνία που έκανε την Ελλάδα να πάψει να είναι το «μαύρο πρόβατο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη που ο Τσίπρας και ο Ζάεφ προτάθηκαν για το Νόμπελ Ειρήνης. Αν όμως η ΝΔ έλεγε την αλήθεια, δηλαδή πως η συμφωνία ήταν η καλύτερη που θα μπορούσαμε να πετύχουμε, θα έχανε ψήφους. Θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τους χιλιάδες «υπερπατριώτεες» που θα κατηγορούσαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι πρόδωσε τα «ιερά και όσια της πατρίδας».

Το προσφυγικό

Δεν θα αναφερθώ εδώ στα σοβαρά λάθη της νεοδημοκρατικής κυβέρνησης, λάθη που σε έναν βαθμό τα παραδέχτηκε. Θα αναφερθώ σε ένα διαφορετικό θέμα. Στο ότι παρά την άθλια κατάσταση των προσφύγων στα νησιά και την εντεινόμενη δυσαρέσκεια των κατοίκων, η κυβέρνηση απέφυγε και εξακολουθεί να αποφεύγει τη μεταφορά της πλειοψηφίας των προσφύγων στην ενδοχώρα. Με υπερφίαλες δικαιολογίες: πως κάτι τέτοιο θα αγνοούσε τα ήδη συμφωνηθέντα με τους ευρωπαίους για την Τουρκία, πως δεν υπάρχουν κατάλληλες υποδομές για να στεγαστούν οι μετανάστες στην ενδοχώρα κτλ. Ο πραγματικός λόγος όμως για την κυβερνητική άρνηση να βοηθήσει και τους πρόσφυγες και τους κατοίκους των νησιών ήταν και σε αυτή την περίπτωση η απώλεια ψήφων. Οι δήμαρχοι που στην πλειοψηφία τους είναι νεοδημοκράτες δεν ήθελαν επ' ουδενί λόγω τους πρόσφυγες στους δήμους τους. Το ίδιο βέβαια και οι κάτοικοι της κάθε περιοχής που δεν θέλουν «μπελάδες» σε σχέση με τους πρόσφυγες/μετανάστες. Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη λύση στο πρόβλημα αγνοήθηκε και εδώ για ψηφοθηρικούς λόγους.

Η Χάγη

Όπως έχω τονίσει πολλές φορές, ο μόνος τρόπος να αμβλύνουμε τις διαφορές μας με την Τουρκία είναι η προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Βέβαια, η κυβέρνηση υποστηρίζει πως δεν απορρίπτει αυτή τη λύση. Αλλά με την προϋπόθεση πως η προσφυγή μας στην Χάγη θα περιορίζεται στα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Αφού δεν υπάρχουν άλλες διαφορές. Το πρόβλημα όμως είναι πως υπάρχουν. Και επειδή υπάρχουν, η ιδέα της προσφυγής που προτείνει η κυβέρνηση θα απορριφθεί από την Τουρκία. Έτσι η στρατηγική της κυβέρνησης είναι «βλέποντας και κάνοντας». Ελπίζει στην στήριξη που θα έχουμε από τους συμμάχους μας. Αλλά σίγουρα ο πρωθυπουργός ξέρει πολύ καλά πως σε περίπτωση μιας στρατιωτικής σύρραξης, ούτε η στήριξη της Ευρώπης ούτε των ΗΠΑ θα περάσει από τα λόγια στην πράξη. Η άλλη δικαιολογία για την αποφυγή της Χάγης είναι πως ο στρατός μας είναι ετοιμοπόλεμος και η ηρωική αντίστασή του σε περίπτωση επεισοδίου δεδομένη. Ο εφησυχασμός όμως είναι μια λανθασμένη στάση. Σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου, η τουρκική κυβέρνηση σίγουρα θα προσφύγει στη βία. Για παράδειγμα, θα καταλάβει μία η περισσότερες μη κατοικημένες νησίδες που δεν δέχεται ότι είναι μέρος της ελληνικής επικράτειας. Τι θα κάνει σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα; Θα αναγκαστεί να εμπλακεί σε μια στρατιωτική σύρραξη που, με δεδομένη τη συντριπτική ανισορροπία δύναμης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, η γείτονα χώρα θα κερδίσει. Πρόκειται για μια πιθανή καταστροφική εξέλιξη για τη χώρα μας. Με δύο λόγια, η ΝΔ ξέρει πολύ καλά πως μια ουσιαστική προσφυγή μας στην Χάγη, δηλαδή χωρίς τις απίθανες προϋποθέσεις που θέτει, θα έχει ως αποτέλεσμα να πάρουμε, αλλά και να δώσουμε. Κάτι τέτοιο όμως χιλιάδες ψηφοφόροι θα θεωρήσουν ως προδοσία. Είναι ακριβώς αυτό που θέλει να αποφύγει η κυβέρνηση. Αλλά σε αυτή την περίπτωση μπορεί να οδηγηθούμε σε μια εθνική τραγωδία. Πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση να ακολουθεί μια τόσο μυωπική πολιτική;

Συμπέρασμα

Και στις Πρέσπες και στο προσφυγικό, αλλά και στο θέμα της Χάγης η κυβέρνηση ακολουθεί μια μικροκομματική, ψηφοθηρική πολιτική που υποσκάπτει συνειδητά τα εθνικά συμφέροντα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 28/6/2020. 

Όταν η εκκλησία απογοητεύει

Α. Όταν μετά τον θάνατο του Τζωρτζ Φλόυντ ο αρχιεπίσκοπος της Αμερικής Ελπιδοφόρος λαμβάνει μέρος σε μια μαζική διαδήλωση κρατώντας το πλακάτ «Black lives matter», όταν εκατομμύρια άνθρωποι στις περισσότερες πόλεις του δυτικού κόσμου (και στην Ελλάδα) διαμαρτύρονται εναντίον του ρατσισμού της κυβέρνησης Τραμπ, η Ιερά Σύνοδος ασχολείται με ήσσονος σημασίας ζητήματα. Πιο συγκεκριμένα, η εκκλησιαστική ιεραρχία αποκηρύσσει τη γιόγκα ως μη χριστιανική. Ως πρακτική ξένη στις παραδόσεις της ορθόδοξης εκκλησίας. Πώς είναι δυνατόν ο μεν αρχιεπίσκοπος Αμερικής να συμμετέχει ενεργά σε μια διαμαρτυρία με αντικείμενο το υπέρτατο δικαίωμα στη ζωή ενώ η δική μας Ιερά Σύνοδος να ασχολείται με ανύπαρκτα προβλήματα; Πώς είναι δυνατόν ο επικεφαλής της ορθόδοξης εκκλησίας στην Αμερική να ασχολείται με την ουσία, με τον ανθρώπινο πόνο, με τη δίκαιη και ίση μεταχείριση των περιθωριοποιημένων και καταφρονεμένων και οι δικοί μας ιεράρχες να ασχολούνται με τη γιόγκα; Με μια πρακτική που ακολουθούν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο χωρίς να είναι βουδιστές, αφού αποδεδειγμένα βοηθάει στην υγεία και στο ευ ζην. Την εμπιστεύονται ακόμα και γιατροί σε διάφορα νοσοκομεία στις ΗΠΑ και αλλού. Προτείνουν ασκήσεις τύπου γιόγκα και διαλογισμού κυρίως σε ασθενείς με ψυχολογικά προβλήματα. Πώς εξηγείται η στενομυαλιά της Ιεράς Συνόδου;

Β. Αναπόφευκτα ο επόμενος συνειρμός μου είναι η συνεχιζόμενη περίφημη διαμάχη γύρω από τον τρόπο διδασκαλίας των θρησκευτικών. Ως γνωστόν, σε πολλές χώρες υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ της κατήχησης που διδάσκεται στον χώρο της εκκλησίας και της θρησκειολογίας που διδάσκεται στα σχολεία. Στη δεύτερη περίπτωση, οι μαθητές μαθαίνουν για την οργάνωση και εξέλιξη των μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων – από τον χριστιανισμό μέχρι τον ιουδαϊσμό και τον ισλαμισμό. Γιατί επιμένει η εκκλησία η κατήχηση να μη περιορίζεται στη δική της σφαίρα αλλά να αποτελεί και αντικείμενο σχολικού μαθήματος; Πώς εξηγείται αυτός ο μυωπικός προσανατολισμός στο πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, ενός κόσμου όπου ο πολιτισμικός απομονωτισμός είναι αδύνατον να επιτευχθεί; Όταν μια εκκλησία ορθώνει τείχη μεσαιωνικού τύπου, αργά η γρήγορα θα εγκαταλειφθεί από πιστούς που θεωρούν πως η θρησκευτικότητα πρέπει όχι να ταυτίζεται αλλά να συμβαδίζει με τη λογική και την επιστήμη.

Γ. Βεβαία, υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν στη χώρα μας πεφωτισμένοι ιεράρχες, θεολόγοι, φιλόσοφοι και ιστορικοί της ορθοδοξίας. Υπάρχουν επίσης κληρικοί που δεν γυρίζουν την πλάτη τους στον έξω κόσμο. Για παράδειγμα, η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητρόπολης Δημητριάδος οργανώνει τακτικά διεθνή συνέδρια και δημοσιεύει πάνω σε θέματα όπως η παγκοσμιοποίηση, η πολυπολιτισμικότητα, η σχέση φύλου και θρησκείας (βλ. τον ενδιαφέροντα τόμο Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα, Ίνδικτος, 2007). Δυστυχώς όμως η πλειοψηφία στην Ιερά Σύνοδο αδιαφορεί για τέτοια θέματα αιχμής στο σύγχρονο κόσμο. Ασχολείται με τη γιόγκα, αναλώνεται σε εθνολαϊκιστικές παρεμβάσεις όπως παλαιότερα με το θέμα των ταυτοτήτων και πρόσφατα με αυτό της Συμφωνίας των Πρεσπών. Και όλα τα παραπάνω σε ένα γραφειοκρατικό πλαίσιο όπου οι ιερείς αμείβονται από το κράτος.

Δ. Εδώ πρέπει να πως πολλοί νέοι αντιδρούν στις θρησκευτικές γραφειοκρατικές ιεραρχίες και στα δόγματα. Αυτό δεν τους οδηγεί στην αθεΐα. Προσπαθούν να ξαναβρούν μια θρησκευτική πνευματικότητα εκτός των καθιερωμένων εκκλησιών. Ψάχνουν στον χώρο που ο διάσημος φιλόσοφος Charles Taylor στο κλασσικό έργο του A Secular Age (2007) αποκαλεί «εκφραστική θρησκευτικότητα». Αυτό το σταδιακό πέρασμα από την γραφειοκρατική/δογματική θρησκευτικότητα σε αυτή που δίνει έμφαση στην άμεση σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του θείου εξελίσσεται ραγδαία στο σύγχρονο κόσμο (βλ. Heelas και Woodhead, The Spiritual Revolution, 2005 και Lynch, The New Spirituality, 2007). Αυτά είναι θέματα που με έχουν απασχολήσει για πολλά χρόνια.

Ε. Τελειώνοντας, πρέπει να σημειώσουμε πως η Ορθοδοξία εμπνέει προσωπικότητες που εγκαταλείπουν τον προτεσταντισμό και στρέφονται προς αυτήν. Θεωρούν πώς η ορθόδοξη θρησκεία βρίσκεται κοντύτερα στη διδασκαλία των Πατέρων. Αλλά στην περίπτωσή τους, η έμφαση είναι στην ορθόδοξη πνευματικότητα και όχι στην αρτηριοσκληρωτική νοοτροπία πολλών ιεραρχών σήμερα. Θυμίζω ότι ο πατριάρχης Βαρθολομαίος έγινε γνωστός παγκοσμίως ως ο «πράσινος πατριάρχης». Υπό την ηγεσία του οργανώθηκαν ταξίδια σε διάφορα μέρη του πλανήτη για την προστασία των μολυσμένων θαλασσών και ποταμών. Σε αυτές τις εκδηλώσεις συμμετείχαν προσωπικότητες όχι μόνο από τον χριστιανικό κόσμο (καθολικό, προτεσταντικό και ορθόδοξο), αλλά και από άλλες θρησκείες. Αυτού του είδους τα προβλήματα δεν φαίνεται να απασχολούν την Ιερά Σύνοδο. Γιατί;

Συμπέρασμα: Είναι καιρός η Εκκλησία μας να ανοιχτεί προς τον έξω κόσμο. Να καθοδηγήσει το ποίμνιό της κατά διαφορετικό τρόπο. Κατά τρόπο που θα δώσει νέα πνοή βοηθώντας όλους αυτούς που σήμερα αναζητούν πνευματικές διεξόδους και που είναι βαθιά απογοητευμένοι από τις θέσεις και τις πρακτικές της σημερινής ηγεσίας της Εκκλησίας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 14/6/2020. 

Ξεχάσαμε την Χάγη;

Στο κείμενο αυτό δεν θα ασχοληθώ με τα πολλά και περίπλοκα θέματα που μας χωρίζουν από τις τουρκικές θέσεις. Αλλά, ως μη ειδικός, θα προσπαθήσω να θέσω μερικά ερωτήματα σχετικά με το γιατί αποφεύγουμε να πάμε στην Χάγη χωρίς να θέσουμε προϋποθέσεις που, όπως θα υποστηρίξω πιο κάτω, κάνουν την προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο τελείως άσκοπη.

1. Με την άκρως επιθετική πολιτική της Τουρκίας στον Έβρο καθώς και με τις εξωφρενικές απαιτήσεις της στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την Λιβύη, το θέμα της προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ξεχάστηκε. Είτε δεν συζητιέται καθόλου είτε η έμφαση δίνεται στις διαπραγματεύσεις που πιθανόν δεν θα καταλήξουν πουθενά και κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε πλήρες αδιέξοδο.

2. Βέβαια, η κυβέρνηση δεν αποκλείει την προσφυγή στην Χάγη, αλλά με την προϋπόθεση πως το δικαστήριο θα αποφασίσει μόνο για τις διαφορές μας στα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ αφού το ελληνικό επιχείρημα είναι πως με βάση την Συμφωνία της Λωζάνης και του διεθνούς δικαίου της θάλασσας δεν υπάρχει άλλο θέμα προς εκδίκαση. Είναι όμως προφανές πως αυτή η θέση δεν θα γίνει αποδεκτή από τη γείτονα χώρα. Αφού υπάρχουν μια σειρά από άλλα θέματα προς επίλυση μεταξύ των δύο χωρών (βλ. άρθρο του Αλέξη Ηρακλείδη στα Νέα, 25/4/2020).

3. Για πολλούς, από τον Χρήστο Ροζάκη, τον Λουκά Τσούκαλη και τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη μέχρι τον Γιώργο Παπανδρέου και την Ντόρα Μπακογιάννη, με διάφορες βέβαια παραλλαγές, η προσφυγή στην Χάγη είναι η μόνη ελπίδα να βρεθεί μια λύση. Υπό την προϋπόθεση βέβαια να δεχτούμε πως από μια απόφαση του δικαστηρίου θα κερδίσουμε, αλλά και θα χάσουμε διότι υπάρχουν περισσότερες διαφορές από αυτές της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

4. Η κυβέρνηση αποφεύγει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο ξέροντας ότι με αυτόν τον τρόπο η Χάγη «μπαίνει στο χρονοντούλαπο». Γιατί η κυβέρνηση παίρνει αυτή την στάση; Διότι γνωρίζει Γιατί ξέρει πολύ καλά πως με βάση τις αποφάσεις του δικαστηρίου «θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε». Ξέρει επίσης πως μια τέτοια απόφαση θα θεωρηθεί από έναν μεγάλο αριθμό πολιτών ως προδοσία. Άρα με αυτή την πολιτική ο μικροκομματικός λαϊκισμός εξαφανίζει τον ρεαλισμό, όπως έγινε και στην περίπτωση των Πρεσπών.

5. Σήμερα η κυβέρνηση, έχοντας θέσει τις κόκκινες γραμμές της, υποστηρίζει πως κάθε προσπάθεια της Τουρκίας να παραβλέψει αυτές τις γραμμές και να προσπαθήσει δια της βίας να υλοποιήσει τις απαιτήσεις της θα αντιμετωπιστεί ανάλογα. Αυτό σημαίνει πως σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου, τυχαίου η σκόπιμου από την Τουρκία, αν η γείτονα χώρα αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές της Ελλάδας για να υλοποιήσει την επεκτατική πολιτική της, εμείς θα αναγκαστούμε να αμυνθούμε στρατιωτικά.

6. Ο ελληνικός στρατός είναι σήμερα και καλά εξοπλισμένος και σίγουρα θα αμυνθεί ηρωικά στην τουρκική επιθετικότητα. Αλλά δεδομένης της ανισορροπίας δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, σε περίπτωση που η τελευταία αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές μας (αν, για παράδειγμα, καταλάβει μια νησίδα όπου η Τουρκία αμφισβητεί την κυριαρχία μας), αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια στρατιωτική σύρραξη. Σύρραξη που σίγουρα θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

7. Με βάση τα παραπάνω, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: αφού δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από αυτή της Χάγης, γιατί κωλυσιεργούμε; Γιατί ακολουθούμε, μυωπικά κατά την γνώμη μου, τη βήμα προς βήμα προσέγγιση; Φυσικά, αν το δικαστήριο δεν μας δώσει δίκιο σε όλες τις απαιτήσεις μας, πράγμα σίγουρο, πολλοί θα θεωρήσουν πως η Χάγη ευνοεί την Τουρκία. Πολλοί θα πάνε και πιο πέρα. Θα θεωρήσουν τους δικαστές του Διεθνούς Δικαστηρίου ως πιόνια της Τουρκίας ή άλλων δυνάμεων. Θα πρόκειται βέβαια για φαντασιώσεις, για συνομωσιολογίες που ως γνωστόν είναι πολύ διαδεδομένες στη χώρα μας. Εάν δεχτούμε την αυτονομία του Διεθνούς Δικαστηρίου, γιατί φοβόμαστε την προσφυγή μας στην Χάγη; Αν πράγματι έχουμε δίκιο σε όλα, πέρα από τα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, γιατί αποκλείουμε την περίπτωση οι δικαστές να συμφωνήσουν μαζί μας;

8. Ο Άγγελος Συρίγος, βουλευτής της ΝΔ, έχει υποστηρίξει ότι στο παρελθόν δεν αντιδράσαμε αμέσως στις παραβιάσεις των συνόρων μας, κυρίως στον εναέριο χώρο. Και βεβαία, μετά την σχέση Τουρκίας-Λιβύης τα πράγματα χειροτέρευσαν. Κατά τον Συρίγο, «στην πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα για ένα σοβαρό κράτος είναι με ποιον τρόπο μπορεί να αποτρέψει την άσκηση στρατιωτικής πιέσεως από την Τουρκία. Σε αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε» (Νέα, 18/4/2020). Κατά την γνώμη μου, το «πρέπει να επικεντρωθούμε» δεν μας βοηθάει. Είναι ένας τρόπος να μην απαντηθεί το ερώτημα τι πρέπει να γίνει για να αποτραπεί η στρατιωτική σύρραξη. Και εδώ η προσφυγή στη Χάγη είναι παντελώς απούσα.

Συμπέρασμα

Λόγω Έβρου και Λιβύης, η προσφυγή μας στο δικαστήριο της Χάγης εξαφανίστηκε από τον δημόσιο διάλογο. Όταν η κυβέρνηση αναγκάζεται να τονίζει πως η προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο είναι δυνατή μόνο αν το δικαστήριο ασχοληθεί αποκλειστικά με τις διαφορές των δύο χωρών στα θέματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η Χάγη ως προοπτική μπαίνει στο περιθώριο. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και άλλες διαφορές τις οποίες η κυβέρνηση δεν θέλει να παραδεχθεί. Αυτή η αρνητική στάση εξηγείται από το ότι δεν συμφέρει κομματικά την ΝΔ. Θα κατηγορηθεί σίγουρα για προδοσία από τους «υπερπατριώτες» έλληνες. Τέλος, αν πηγαίναμε στην Χάγη, είναι σίγουρο πως θα κερδίζαμε αλλά και θα χάναμε. Αυτό είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι προς το συμφέρον της χώρας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 5/6/2020.