Wednesday, 05 October 2022

200 χρόνια από την Επανάσταση του ‘21: η πρόκληση του εορτασμού ενός διεθνούς φαινομένου

Σε 1,5 περίπου χρόνο συμπληρώνονται 2 αιώνες από το 1821 δηλαδή την ιδρυτική πράξη της σύγχρονης Ελλάδας αλλά και του σύγχρονου ελληνικού κράτους του οποίου η επίσημη δημιουργία επήλθε λίγα χρόνια αργότερα. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι ένα γεγονός που δεν έχει καταλάβει την αρμόζουσα θέση του στην ευρωπαϊκή ιστορία. Είναι η πρώτη επιτυχημένη Επανάσταση του 19ου αιώνα, η πρώτη Επανάσταση που βάλλει ευθέως κατά της περίφημης συμφωνίας της Βιέννης του 1815, η πρώτη Επανάσταση που πλήττει την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο μαλακό υπογάστριό της, η Επανάσταση που ξεκινά τη διάσπαση της «ορθόδοξης κοινότητας των Βαλκανίων» εισάγοντας εθνικά στοιχεία και, τέλος, η Επανάσταση που θα ξεκινήσει την επαναχάραξη των ευρωπαϊκών συνόρων, διαδικασία που θα ολοκληρωθεί έναν αιώνα αργότερα, στην πιο τοπική κλίμακα με τους Βαλκανικούς Πολέμους και στην ευρωπαϊκή με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Σηματοδοτεί δε την έναρξη του ελληνικού 19ου αιώνα, πλούσιου σε γεγονότα που θα καταλήξει με το τέλος των Αυτοκρατοριών και την ίδρυση των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών και θα οδηγήσει στον τριπλασιασμό της Ελλάδας εδαφικά αλλά και στη συρρίκνωση του Ελληνισμού πολιτισμικά με τη Μικρασιατική καταστροφή. «Νέου τύπου Επανάσταση – νέου τύπου επαναστάτες. Μπορεί ανάμεσα στους ανθρώπους της εξέγερσης να είναι περισσότερο οι αυθόρμητοι "αγωνιστές" και λιγότεροι οι ενσυνείδητοι επαναστάτες, όλοι τους όμως είναι στρατευμένοι –άλλος λιγότερο και άλλο περισσότερο– στο όραμα του εθνικού κράτους (...) Πράγματι ένα μείγμα νεωτερικών διανοουμένων, βγαλμένο από την κοιτίδα του διαφωτισμού, ανθρώπινο δυναμικό από τον χώρο της οικονομικής ζωής (έμποροι, βιοτέχνες, ναυτικοί), παραδοσιακοί άρχοντες σε διαδικασία υπέρβασης της τοπικής τους ταυτότητας, ένοπλοι «κλεφταρματολοί» ή επαγγελματοποιημένοι στρατιωτικοί στα έμμισθα σώματα της Επτανήσου υπηρετούν τώρα την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης. Η μεγάλη αλλαγή του χριστιανού υποτελούς σε δυνάμει Έλληνα πολίτη έχει ήδη αρχίσει». Με αυτό τον σύντομο αλλά τόσο περιεκτικό ορισμό ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του 1821, ο καθηγητής Β. Παναγιωτόπουλος συμπυκνώνει την περίεργη αλλά και τόσο πετυχημένη ώσμωση των διαφορετικών συνιστωσών του Ελληνισμού σε μια ιδιότυπη και συχνά ετερόκλητη σύγκλιση που αποσκοπούσε σε ένα βασικό και κοινό σκοπό έστω και αν οι νοηματοδοτήσεις του ήταν συχνά διαφορετικές: την ελευθερία. Το 1821 θα περάσει μέσα από κάποιες προσεγμένες προθήκες, μέσα από κάποια ίσως σπάνια εκθέματα και κάποιες προσεγμένες λεζάντες αλλά θα χάσει την ευκαιρία να αναδειχθεί σε ένα φαινόμενο και όχι απλά σ' ένα μουσειακό έκθεμα. Το ελληνικό κράτος ως ο κληρονόμος αλλά και το δημιούργημα αυτής της Επανάστασης όφειλε την επέτειο των 2 αιώνων να την αναδείξει, να τιμήσει από τη μια μεριά τους φουστανελοφόρους πολεμιστές αλλά και δυτικότροπους διανοούμενους, τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς αλλά και τους ξένους που συμμετείχαν σε αυτή την Επανάσταση που πήγε κόντρα σε όλη την ευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων του ειρηνικού για την Ευρώπη 19ου αιώνα και από την άλλη μεριά να εορτάσει την ιδρυτική πράξη της συγκρότησής του αναδεικνύοντας τις φάσεις διαμόρφωσης του από το τότε στο σήμερα. Η ανάδειξη του 1821 δυο αιώνες μετά, το ενωτικό του μήνυμα, η απεύθυνση σε όλες τις δυνάμεις που αποτελούν πλέον το κοινωνικό σώμα, από εκείνους που έφυγαν στο εξωτερικό μέχρι τους μετανάστες, θα ήταν όχι μόνο μια ανάδειξη του νεωτερικού ιστορικού βάθους της Ελλάδας αλλά και της δυνατότητας του μετασχηματισμού της ως σήμερα, από επαρχία της οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε χώρα μέλος της Ε.Ε. 

Παρόλα αυτά, για το 1821 η κρίσιμη 5ετία 2015-2019, όταν θα έπρεπε να σχεδιαστεί η ανάδειξή του ως εθνικού και ευρωπαϊκού φαινομένου, πήγε χαμένη. Κανένας κεντρικός σχεδιασμός, καμία κατεύθυνση αλλά κυρίως καμία διάθεση συζητήσεων, δημιουργίας, ανοίγματος του ιστορικού ορίζοντα από το 1821 στο σήμερα. Οι ιδιωτικοί μουσειακοί φορείς –όπως αυτός που έχω την ευθύνη της διεύθυνσης– προσανατολίζονται στην ανάδειξη κάποιων εκθεμάτων που σχετίζονται με την περίοδο ή στη διοργάνωση κάποιων εκθέσεων ανάλογα με το ύψος των δυνατοτήτων τους ή των χορηγιών που θα λάβουν, προσπαθώντας κυρίως να αναδείξουν κάποια κομμάτια της μνήμης πολύτιμα μεν, σκόρπια δε. Λείπουν, όμως, οι μεγάλες θεματικές ενότητες , οι νέες τεχνολογίες, ακόμα ίσως και οι ενσώματες μουσειακές εμπειρίες. Λείπει η μεγάλη εικόνα της εποχής, ο μετασχηματισμός στο σήμερα. Το 1821 θα περάσει μέσα από κάποιες προσεγμένες προθήκες, μέσα από κάποια ίσως σπάνια εκθέματα και κάποιες προσεγμένες λεζάντες αλλά θα χάσει την ευκαιρία να αναδειχθεί σε ένα φαινόμενο και όχι απλά σ' ένα μουσειακό έκθεμα. Προφανώς, ο χρόνος πλέον λειτουργεί αντίστροφα μέχρι το 2021, παρόλα αυτά, θα μπορούσαν να γίνουν κάποια πράγματα σε κεντρικό επίπεδο: μια βάση εκδηλώσεων σε όλο το πολιτισμικό φάσμα ώστε η παλέτα να γίνει πιο πολύχρωμη και πιο συμμετοχική (τι ωραίο που θα ήταν παιδιά μεταναστών 2ης γενιάς που έχουν πάει εδώ σχολείο να έλεγαν πως το αντιλαμβάνονται το '21 ή να κάνουν συγκρίσεις με αντίστοιχες επετείους στις χώρες προέλευσης των γονιών τους), μια μελέτη των προγραμματισμένων εκθέσεων ώστε να αποφευχθούν επικαλύψεις και να εκτεθούν όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία από την προεπαναστατική προετοιμασία και τα επαναστατικά χρόνια. Επίσης, η δημιουργία θεματικών ενοτήτων όπως η έννοια της ελευθερίας στο χθες και στο σήμερα, η παρέμβαση του ξένου παράγοντα στη πορεία προς τη διαμόρφωση κράτους, τον μετασχηματισμό των κοινοτήτων, την πρόσληψη του 1821 στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη. Για να γίνω και κάπως πιο τολμηρός, στο ιστορικό πεδίο έχουμε καταφέρει σήμερα να έχουμε κάποιες σύγχρονες ιστορίες του Νεότερου Ελληνισμού, κάποιες ίσως πιο τολμηρές περιοδολογήσεις, το 2021 θα μπορούσαμε να έχουμε μια νέα συνολική θεώρηση του 1821 που θα ξεκινά από το χθες και θα φτάνει στο σήμερα; Εκεί όπου η δημόσια και ιδιωτική σφαίρα θα συναντιόντουσαν, το Θέατρο και το Μουσείο θα συνεργαζόντουσαν, εκεί όπου ετερόκλητες δυνάμεις του Πολιτισμού θα φώτιζαν με την δική τους θέαση το μεγάλο γεγονός που προκάλεσε μετακίνηση των ιστορικών τεκτονικών πλακών στη περιοχή των Βαλκανίων αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου. Το 1821 το αξίζει γιατί είναι η χρονιά που έθεσε τις βάσεις να τεθούν ως αρχές άλλα προτάγματα και άλλα οράματα, για να μπορεί ο κάθε πολίτης της νέας δομής που δημιουργήθηκε να δρα και να σκέφτεται ελεύθερα γιατί όποιος «ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά».

*Δημοσιεύτηκε στην lifo.gr στις 21/7/2019. 

**Ο Στέφανος Καβαλλιεράκης είναι ιστορικός, Διευθυντής του Μουσείου Πόλεως των Αθηνών – Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία.

 

Πες κάτι (κεντρο-)αριστερό, σύντροφε

Πάνε ήδη επτά χρόνια από τις εκλογές του 2012 που δικαίως αποκλήθηκαν «διπλός εκλογικός σεισμός», όταν οι τεκτονικές πλάκες του πολιτικού μας συστήματος μετακινήθηκαν βίαια. Eπιφέροντας όχι μόνο έναν κατακερματισμό του κομματικού σκηνικού και μια αποσταθεροποίηση των κομμάτων εξουσίας της Μεταπολίτευσης, αλλά και μια ιστορική ανατροπή των συσχετισμών στα αριστερά του Κέντρου.

Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ έδωσε το όνομα στον νέο κύκλο φθοράς της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με το φάσμα του «pasokification» να στοιχειώνει κόμματα όπως το ολλανδικό, το γαλλικό ή το γερμανικό, ενώ η εκτόξευση του τότε αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την αφετηρία της πιο παράδοξης ίσως διαδρομής αριστερού κόμματος από τη διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση.

Η ελληνική περίπτωση ήταν μια ευρωπαϊκή ανορθογραφία, και παραμένει, αφού παρά την κρίση της η σοσιαλδημοκρατία πουθενά αλλού δεν υποκαταστάθηκε από ένα κόμμα εξ αριστερών της. Οι εκλογές του 2019 μοιάζουν ένας «διπλός μετασεισμός» με τον οποίο αποκρυσταλλώνεται μια νέα πολιτική γεωμορφολογία.

Το κομματικό σύστημα ξεπέρασε τον κατακερματισμό του, καθώς εξαφανίστηκαν οι μικροί παίκτες που διεκδίκησαν μερίδιο από τα κενά πολιτικής εκπροσώπησης που παρήγαγε η κρίση, στα αριστερά (ΔΗΜΑΡ, ΛΑ.Ε.), στο κέντρο (Ποτάμι) ή στα δεξιά (ΑΝ.ΕΛΛ., Χρυσή Αυγή)· ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία, όχι μόνο διασώθηκε αλλά επανέκαμψε αυτοδύναμο, υποσχόμενο μια νέα «κανονικότητα» με ένα μείγμα οικονομικού φιλελευθερισμού και πολιτισμικού συντηρητισμού που συντονίζεται με ευρύτερες διεθνείς τάσεις· τέλος, η ανατροπή συσχετισμών ισχύος στα κεντροαριστερά παγιώνεται προσώρας, με τον ΣΥΡΙΖΑ ως πόλο του νέου δικομματισμού και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. σε δεύτερο ρόλο κεντρώας δύναμης.

Από την άποψη της εκλογικής κοινωνιολογίας, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε, παρά την ήττα του, έναν μείζονα στρατηγικό στόχο: την υποκατάσταση του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ. Διαδικασία που αποτυπώθηκε στις εκλογές του 2012 και ομογενοποιήθηκε περαιτέρω το 2015, όταν η συριζαϊκή ψήφος ενσωμάτωσε πολλαπλά ρήγματα της ελληνικής κρίσης (και όχι μόνο), γεωγραφικά, δημογραφικά, κοινωνικά – αποκτώντας ερείσματα στα αστικά κέντρα και τις «λαϊκές συνοικίες», στις νεότερες και παραγωγικές ηλικίες, σε εκείνους που έθιγε περισσότερο η κρίση (outsiders).

Από την άλλη, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. διατηρεί ένα ποσοστό που του επιτρέπει να ελπίζει ότι θα παραμείνει κόμμα «relevant», δηλαδή ικανό να επηρεάζει τις εξελίξεις· ωστόσο, από τη θέση ενός ελάσσονα και αμήχανου παίκτη, καθώς ατύχησε η βασική του επιδίωξη για «στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ». Και το κυριότερο: με μια εκλογική βάση γερασμένη, που επιβεβαιώνει την εικόνα αντεστραμμένης ηλικιακής πυραμίδας που είχαμε δει στην εκλογή επικεφαλής του σχηματισμού, αλλά και με ένα πολιτικό προσωπικό που φυλλορροεί προς τα αριστερά ή σε κυβερνητικές θέσεις προς τα δεξιά.

Είναι όμως οι εξελίξεις προδιαγεγραμμένες; Η απάντηση είναι όχι. Οι δύο χώροι είναι αναγκασμένοι να μπουν σε μια διαδικασία αναστοχασμού, στρατηγικού αναπροσανατολισμού και ενδεχομένως επανεξέτασης της μεταξύ τους σχέσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την κατοχύρωση μιας ευρείας βάσης ψηφοφόρων (που ωστόσο κρατούν ακόμη απόσταση, δεν ταυτίζονται με το κόμμα που ψήφισαν) και παρά την εμπειρία διακυβέρνησης, δεν μπορεί απλώς να γίνει ένα «νέο ΠΑΣΟΚ» επαναλαμβάνοντας την ιστορία ως φάρσα. Από την άλλη, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. οφείλει να επεξεργαστεί τα διδάγματα από την αδυναμία να βρει νέα πατήματα μετά την ήττα του 2012.

Οι διαδοχικές απόπειρες ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς περιορίστηκαν συχνά σε μια συζήτηση ανάμεσα σε κύκλους και προσωπικότητες παρά σε πραγματικούς κοινωνικούς χώρους (τον δημόσιο χώρο είχε καταλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον έως το 2015). Πολλώ μάλλον, ενδύθηκαν μια ιδεολογική αμηχανία που παρέπεμπε σε ξεπερασμένα σχήματα: η συγκρότηση ενός ανεύρετου «φιλελεύθερου μεταρρυθμιστικού Κέντρου», η κοινότοπη παραδοχή της αναγκαιότητας των «μεταρρυθμίσεων» (χωρίς συνήθως να εξειδικεύονται), η απροϋπόθετη αποδοχή των «αγορών» και η δαιμονοποίηση του μεταπολιτευτικού «κρατισμού», η απόφανση ότι δεν υπάρχουν πια αριστερές ή δεξιές απαντήσεις.

Αλλά σε μια εποχή που διεθνώς επανακάμπτει η πολιτική πόλωση και η διάκριση Αριστερά-Δεξιά (όσο και αν αυτή κρύφτηκε στα καθ' ημάς κάτω από το μνημόνιο-αντιμνημόνιο), η αδυναμία προσανατολισμού σε συνδυασμό με την απώλεια κοινωνικών αναφορών υπονόμευσαν κάθε προσπάθεια ανασύστασης. Απέμεινε το είδωλο του αλλοτινού ΠΑΣΟΚ ως μνημονικός τόπος. Χαρακτηριστική εικόνα το πρόσφατο συνέδριο, με τα στελέχη μιας αναδυόμενης νέας γενιάς να γίνονται το ντεκόρ σε μια ρετροσπεκτίβα της ηρωικής ανδρεϊκής εποχής.

Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε το πιο ανθεκτικό από τα «new parties» που γέννησε η κρίση στην Ευρώπη, από το Podemos έως τα 5 Αστέρια. Κόμμα «εν κινήσει», προχώρησε σε πολυεπίπεδες προσαρμογές της φυσιογνωμίας του από την αντιμνημονιακή, αντισυστημική και λαϊκιστική διαμαρτυρία στην υπεύθυνη, ευρωπαϊκά προσανατολισμένη διακυβέρνηση, από τους ΑΝ.ΕΛΛ. στην Προοδευτική Συμμαχία, από το «Go back, Madame Merkel» στο άνοιγμα στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Ωστόσο, οι αιτίες της επιτυχίας ήταν εν μέρει και οι λόγοι της ήττας. Οι αναπροσαρμογές είχαν ως κινητήριο μοχλό μια σχετικώς αυτονομημένη ηγεσία, πράγμα «κανονικό» στην εποχή της «προεδροποίησης» των κομμάτων αλλά ανοίκειο για ένα κόμμα κληρονόμο της ανανεωτικής Αριστεράς, ωστόσο ουδέποτε εντάχθηκαν σε ένα συνεκτικό ιδεολογικό αφήγημα, υπονομεύτηκαν από το ύφος εξουσίας και στηρίχτηκαν στην αδιαμεσολάβητη σχέση του ηγέτη με τον εκλογικό «λαό» χωρίς να αποκτήσουν ρίζες στην κοινωνία των πολιτών και στους θεσμούς συλλογικής εκπροσώπησης.

Η απουσία ιδεολογικής σπονδυλικής στήλης και οι εύθραυστες κοινωνικές αναφορές μοιάζει να είναι κοινά στοιχεία, αν και με διαφορετικό τρόπο, στα δύο κόμματα της ευρύτερης Κεντροαριστεράς. Ενα ερώτημα είναι εάν η μεταξύ τους σχέση θα μετεξελιχθεί στην κατεύθυνση του ανταγωνισμού ή της συμβίωσης.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει στην κατεύθυνση μιας «ανταγωνιστικής συμβίωσης». Ο ιστορικά μεγάλος παίκτης, η σοσιαλδημοκρατία, μοιάζει αδύναμος να επανακάμψει σε κυρίαρχη θέση, πειραματίζεται με διάφορους δρόμους: επιστροφή στα θεμελιώδη στη Βρετανία, μετεξέλιξη στη Γαλλία, ανανέωση διά της συνομιλίας με τη ριζοσπαστική Αριστερά (Ισπανία, Πορτογαλία) ή τους Πράσινους (Γερμανία). Η εποχή πάντως φαίνεται να ευνοεί μια σοσιαλδημοκρατία του 1970 παρά έναν σοσιαλφιλελευθερισμό του 1990.

Αυτό διόλου δεν σημαίνει μια ρετρό επιστροφή στα παραδεδομένα. Σε μια εποχή που σφραγίζεται από την επέλαση ενός οικονομικά υπερφιλελεύθερου νεοσυντηρητισμού, παραμένει ζητούμενο για τις απανταχού «αριστερές» μια σύνθεση πολιτικής εκπροσώπησης των διάχυτων υλιστικών αιτημάτων για ισότητα μέσα σε έναν διεθνοποιημένο κόσμο με τις μετα- υλιστικές μέριμνες των υποκειμένων, την εξατομίκευση, τα ατομικά δικαιώματα (που λοιδορεί η νεοσυντηρητική επίθεση στην «πολιτική ορθότητα»), την οικολογική ευαισθησία.

Τα ίδια ζόρικα ερωτήματα ισχύουν για τη δική μας ευρύτερη Κεντροαριστερά. Για το ΚΙΝ.ΑΛΛ. που αντιμέτωπο με το δίλημμα «ανανέωση ή παρακμή» δεν μπορεί να κινηθεί δεξιότερα παρά μόνο επί ποινή οριστικής απαξίωσης, όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ που βρίσκεται μπροστά σε μια παραλλαγή του παλαιότερου διλήμματος «εμβάθυνση (της ριζοσπαστικής φυσιογνωμίας) ή μετεξέλιξη (σε πολυσυλλεκτικό κόμμα κυβερνητικής εναλλαγής)». Σε κάθε περίπτωση, η προοπτική διαμόρφωσης μιας πληθυντικής Αριστεράς περνάει και μέσα από την ανοιχτή συνομιλία των δύο χώρων – όπως έλεγε κάποιος, ονόματα και διευθύνσεις είναι γνωστά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 29/7/2019. 

Πάλι περί Κέντρου, δηλαδή περί πολιτικού αυτοπροσδιορισμού

Μετά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου το κοινοβουλευτικό τοπίο βρήκε νέες ισορροπίες. Για ένα διάστημα έτσι θα λειτουργεί, αλλά οι βαθύτερες ανάγκες θα πιέζουν για ανακατατάξεις. Κι εννοώ ανάγκες υπαρκτές της οικονομίας και της κοινωνίας κι όχι υπαρξιακές όσων κάνουν προσθαφαιρέσεις ποσοστών για να φτιάξουν στο μυαλό τους νέα σχήματα.
Γιατί οι επαγγελματίες του χώρου (αναλυτές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, δημοσκόποι) πρέπει να αναρωτηθούν τί επιθυμούν οι πολίτες, αντί να προτρέχουν και να προτείνουν συγχωνεύσεις κομμάτων.
Ο πολιτικός χάρτης κάθε χώρας εκφράζει κυρίως την πολιτική της ιστορία. Κινήματα, ρήξεις, συμμαχίες, αλλά και προσωπικότητες και τα επιτεύγματα των κυβερνώντων συνθέτουν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Τα θεμελιώδη, όπως και στην οικονομία, δεν αλλάζουν εύκολα, αλλά υπάρχουν πάντα περιθώρια πρωτοβουλιών και νέων προτάσεων, η πολιτική ζωή εξελίσσεται συνήθως απρόβλεπτα.
Για τις λεγόμενες πολιτικές δυνάμεις του κέντρου, το κύριο στοιχείο ήταν ο ετεροπροσδιορισμός. Η μετεμφυλιακή παρακαταθήκη, οι ακρότητες του εμφυλίου, γενικότερα η βία της εποχής εκείνης, όλα αυτά συνέτειναν σε δύο αντιφατικά πράγματα. Πρώτον της ενδυνάμωσης στη συνείδηση των πολιτών της έννοιας του κέντρου, ως πόλου που αφενός απαλλάσσει από την συμμετοχή στη μια ή στην άλλη παράταξη, αφετέρου οριοθετεί την πολιτική συζήτηση εκτός του πεδίου του εθνικού διχασμού. Δεύτερον, στην επικίνδυνη επιλογή της δημιουργίας υπόπτων, δηλαδή των «συνοδοιπόρων», προκειμένου να ανακοπεί κάθε προσπάθεια δημιουργίας κινημάτων που δεν ασπάζονται την λογική του σκληρού διχασμού, το τρομερό «εμείς ή αυτοί», επιλογή πρωτίστως του νικητή.
Η ιστορία έδειξε ότι το κέντρο στη χώρα μας υπήρχε και υπάρχει σε διάφορες μορφές πάντοτε, αλλά η κατίσχυσή του στη νεώτερη εποχή έγινε πανηγυρικά με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981. Ορόσημο απετέλεσε βεβαίως η μεγάλη επιτυχία της Ένωσης Κέντρου, πριν την επιβολή της δικτατορίας. Κόμμα χωρίς αναφορές και χωρίς σχέση με τον εμφύλιο, το ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου, επέτυχαν την εθνική συμφιλίωση κι έτσι έκλεισε οριστικά αυτή η τραγική περίοδο της ιστορίας μας. Επωφελήθηκαν φυσικά από αυτή την εξέλιξη όλα τα πολιτικά κόμματα, η δημοκρατία εμπεδώθηκε και η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ άνοιξε συνάμα ένα νέο ελπιδοφόρο πολιτικό κεφάλαιο με σταθεροποιημένους πολιτικούς θεσμούς.
Δυστυχώς η οικονομία δεν ακολούθησε την ίδια πορεία και τα αποτελέσματα είναι επίπονα. Οταν η οικονομία δεν ωφελείται από τον ενάρετο κύκλο της πολιτικής, τότε ο εκτροχιασμός είναι βέβαιος.
Στο σημερινό όμως τοπίο τι ακριβώς συμβαίνει; Το κέντρο υπάρχει, αλλά θα χάνει έδαφος αν δεν βρει έναν νέο, αυτόνομο τρόπο παρουσίας και δράσης. Ο ιστορικός ετεροπροσδιορισμός σε σχέση με την Δεξιά και την Αριστερά, δεν θα είναι πειστική επιλογή, αν δεν συνοδεύεται από προτάσεις πολιτικής που ανοίγουν νέους δρόμους και που ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα. Και τούτο διότι αν στην μετεμφυλιακή Ελλάδα η ανάγκη οριοθέτησης απέναντι στους δύο πόλους είχε ζωτική σημασία, αυτό συνέβαινε διότι η κομματική πολιτική κυριαρχούσε παντού. Το άτομο, η οικογένεια, η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας, ο διορισμός στο δημόσιο, η μετανάστευση, όλα ήταν ελεγχόμενα, η δημόσια δράση του καθένα ήταν προβλέψιμη. Σήμερα το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό τοπίο είναι πολύπλοκο και ρευστό, ο πολίτης απολαμβάνει τις κεκτημένες ελευθερίες, οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας ανατρέπουν διεθνώς τα δεδομένα και η κρίση άλλαξε τις παλιές πρακτικές.
Η ιστορική λοιπόν και καθιερωμένη για τις παλαιότερες γενιές των κεντρογενών πολιτική των ίσων αποστάσεων από τους δύο πόλους, δεν ελκύει, τουλάχιστον τους νέους.
Τα δεδομένα άλλαξαν, η ανάγκη αυτονομίας, πρωτοτυπίας και αυθεντικότητας ενισχύονται, οι προτάσεις των κομμάτων κρίνονται γρήγορα σε σχέση με το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Κι αυτό κρίνεται πρώτα στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, και στη συνέχεια, αν αξιολογηθεί θετικά, τότε διοχετεύεται στον χώρο της πολιτικής. Αυτή η δραματική αλλαγή και εξάρτηση των ρόλων (οικονομία – κοινωνία – πολιτική), σαφώς επιδέχεται πολλές ερμηνείες, αλλά ισχύει. Κι αυτό φαίνεται στην πρόσληψη των προβλημάτων εκ μέρους των πολιτών, στην κατηγοριοποίησή τους, στην ιεράρχησή τους. Προηγείται σαφώς η οικονομία, η ανεργία, η επιβίωση.
Αν λοιπόν το Κέντρο πρέπει να εκφραστεί, να υπάρξει και να κυριαρχήσει στην πολιτική, θα πρέπει λογικά να ακολουθήσει αυτή την κοινωνιολογική εξέλιξη και συσχέτιση. Κι αυτό απαιτεί επεξεργασία προτάσεων, διατύπωση συνεκτικών θέσεων, σαφές σχέδιο. Γι αυτό οι συνήθεις οδοί και τρόποι δεν καρποφορούν, ούτε για το ίδιο το Κέντρο, αλλά ούτε και για τους πολιορκητές του. Δεν αρκούν δηλαδή η διεύρυνση με πολιτικά πρόσωπα, οι συναλλαγές βουλευτών, οι προσχωρήσεις στελεχών. Σχέδιο για τη χώρα απαιτείται, σχέδιο για την ανασυγκρότηση, την ανάκαμψη και την βιώσιμη ανάπτυξη, εκεί θα κριθούν όλα τα κόμματα. Στη συνοχή των πολιτικών και στη βιωσιμότητα των δράσεων.
Εκεί θα κριθεί βεβαίως και το Κέντρο, και η κεντρο-αριστερά γενικότερα, αφού ο παλαιού τύπου ετεροπροσδιορισμός δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες. Και η ανάγκη κινεί τα πράγματα, κάτι ήξερε ο Βίκτωρ Ουγκώ.
Αυτοπροσδιορισμός λοιπόν χρειάζεται με πειστικό σχέδιο για την επόμενη φάση. Αλλιώς η διαφαινόμενη κανονικότητα θα προσκρούσει στην σκληρή πραγματικότητα, αφού είναι γνωστό ότι η οικονομική και κοινωνική κατάσταση είναι έκρυθμη.

*Δημοσιεύτηκε στο neopolitevma.gr στις 23/7/2019. 

Γλυκά, συντηρητικά και... αντιεπιστημονικά

Όταν ακούς εξαγγελίες προγράμματος πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης και «όραμα δίκαιης και αποτελεσματικής άσκησης κοινωνικής πολιτικής» δεν έχεις παρά να δείξεις τη δέουσα προσοχή. Πολύ δε περισσότερο όταν εξαγγέλλεται... άρση των κακώς κειμένων των προηγούμενων ετών (εννοείται της καταστροφικής διακυβέρνησης των Συριζαίων).

Θα ξεπεράσω τη λατρεία της κ. Μιχαηλίδου για τα οριζόντια και κάθετα επίπεδα όταν προσπαθεί να ξεδιπλώσει την επιστημοσύνη της. Το λέω αυτό, γιατί παρακολουθώντας τις εξαγγελίες του κυβερνητικού προγράμματος πρόνοιας στη Βουλή, και συγκρίνοντάς τες με παλιότερη ομιλία της στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών για τη βιομηχανοποίηση και την ανανέωση στον χώρο της βιομηχανίας (καθήμενη πλάι σε έναν ανέκφραστο Τάσο Γιαννίτση), διαπίστωσα ένα copy paste περί οριζοντίων και κάθετων επιπέδων στις θεωρητικές της ανησυχίες – τώρα και στις πολιτικές της επιδόσεις.

Επιπλέον, απαλλάχθηκα από το στερεότυπο του λεγόμενου «ξύλινου λόγου» το οποίο είχα ταυτίσει με το ΚΚΕ. Λάθος! Ξύλινος μπορεί να είναι και ο λόγος που διατυπώνει μία νέα σε ηλικία τεχνοκράτης που χρησιμοποιεί τα τυπικά της προσόντα και τη διαδρομή της σε διεθνείς οργανισμούς για να πείσει το ακροατήριό της πως «θα κάνει καλά τη δουλειά». Πολύ δε περισσότερο, όταν αυτός ο προγραμματικός λόγος διατυπώνεται γλυκά, συντηρητικά, εξωπραγματικά και... αντιεπιστημονικά και, φυσικά, δεν θεραπεύει καμία νοσούσα πραγματικότητα.

Έστω ότι οριζόντιος άξονας είναι «το δημογραφικό μας πρόβλημα» και πρώτος κάθετος είναι «ενδυνάμωση του θεσμού της οικογένειας». Η τυπική δημογραφία στο δικό μου πανεπιστήμιο έλεγε ότι η αύξηση του πληθυσμού νοείται με δύο τρόπους: (α) με φυσική αύξηση μέσω μεγαλύτερου αριθμού γεννήσεων σε σχέση με τους θανάτους και (β) με τεχνητή αύξηση, π.χ. μέσω της μετανάστευσης.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες κοινωνικής δημογραφίας. Αλλά, είναι βέβαιο ότι το επίδομα των 2.000 ευρώ για κάθε γέννηση θα προκαλέσει αντιστροφή της δημογραφικής τάσης; Όσοι Ελληνες μεγαλώνουν παιδιά, εδώ, γελάνε με τον ακτιβισμό του νεοδημοκρατικού κράτους. Και φυσικά, η Ελλάδα δεν ξεφεύγει από το ευρωπαϊκό μοντέλο της μεταναστευτικής πολιτικής.

Οι μετανάστες είναι καλοί όσο «λιάζονται», είναι αόρατοι και εργατικό δυναμικό στα όρια της σύγχρονης δουλείας. Δεν είδα κάποια πρόνοια προς την κατεύθυνση ένταξης των μεταναστών στον γενικό πληθυσμό ‒ ενώ πρόκειται για υπαρκτό πρόβλημα που καμία κυβέρνηση, ούτε εδώ ούτε στην Ευρώπη, δεν ακούμπησε επί της ουσίας, ούτε ποιοτικά ούτε ποσοτικά.

Και σχολιάζοντας λίγο τον κάθετο άξονα της «ενδυνάμωσης του θεσμού της οικογένειας», να ρωτήσω αφελώς «Ποιας οικογένειας;» Προφανώς, αν κατάλαβα καλά, γίνεται κουβέντα για τη νεωτερική φυσικοποιημένη οικογένεια του '50 στο «The Ozzie and Harriet Show», όπου οι ευτυχισμένοι σύζυγοι-γονείς, ο Οζι και η Χάριετ, με τους δύο γιους, τον Ντέιβιντ και τον Ρίκυ, μας έκαναν να γελάμε.

Η οικογένεια που εννοεί η κ. υφυπουργός Εργασίας, απλά, δεν υπάρχει. Είναι προφανώς μια οικογένεια ορθοδόξων, με θρησκευτικό κατά προτίμηση γάμο, που γεννούν δύο τρία παιδιά πριν τα τριάντα τους τα οποία μεγαλώνουν σε βρεφονηπιακούς, που τα «κακομαθαίνουν» οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους. Αυτό το ιδεατό μοντέλο οικογένειας, ζει σ' ένα υπόδειγμα αγοράς εργασίας, όπου όλο το εργατικό δυναμικό απασχολείται, όπου δεν υπάρχουν ξένοι, αλλόθρησκοι ή αλλοεθνείς, όπου δεν υπάρχει εγκληματικότητα, που λειτουργούν οι δημόσιες συγκοινωνίες, οι αποχετεύσεις και οι ΟΤΑ και που όλα τα εμβόλια, μαζί και οι ξένες γλώσσες, είναι δωρεάν.

Ο Ρουσσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο», πράγματι, όριζε το μέγεθος του πληθυσμού ως ασφαλέστερο σημάδι επίτευξης του σκοπού αναπαραγωγής κι ευημερίας της πολιτικής κοινότητας. «Μην αναζητήσετε αλλού ‒έγραφε‒ αυτό το τόσο διαφιλονικούμενο σημείο. Με δεδομένο ότι όλα τα άλλα είναι ίσα, η κυβέρνηση υπό την οποία, χωρίς ξένους πόρους, χωρίς πολιτογραφήσεις, χωρίς αποικίες, οι πολίτες αυξάνονται και πληθύνονται είναι ασφαλώς η άριστη· και η χειρότερη, όταν ένας λαός λιγοστεύει και μαραζώνει. Όσοι ξέρετε να μετράτε, έφτασε η σειρά σας: λογαριάστε, μετρήστε και παραβάλλετε».

Το καλύτερο θα ήταν η κ. υφυπουργός να σταματήσει να μας διαβάζει τα manual των υποδειγμάτων. Να πει κάτι που να βγαίνει από την ψυχή της και την πραγματική κοινωνία. Να πει τι θα κάνει για το δημογραφικό και τις αφανείς υποχρεώσεις που συνεπάγεται. Θα ορίσει φόρο αγαμίας, θα απαγορεύσει τα προφυλακτικά και τη συνουσία εκτός γάμου; Θα ορίσει πλάνο ώστε το 2030 οι Ελληνες να είναι 15 εκατομμύρια; Ο προηγούμενος πρωθυπουργός κόμπαζε ότι πήρε την ανεργία από το 28% και την πήγε 20-22%. Εβαζε τελεία, και έλεγε «Πέτυχα». Δεν έλεγε ότι ηγείται μιας χώρας υπερχρεωμένης με την υψηλότερη ανεργία στην Ε.Ε.

Βεβαίως, η κ. υφυπουργός, όταν λέει ότι «εμείς θα το κάνουμε σωστά», να θέλει να μας πείσει πως αν ο Ρουσσώ ή ο Μαρξ ήξεραν τις τυφλές δυνάμεις που θα απελευθέρωναν, θα έγραφαν αλλιώς σήμερα το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» ή το «Κεφάλαιο». Το συζητάμε αν επιθυμεί, αλλά δημογραφικό δεν λύνουμε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 26/7/2019. 

Προσδοκίες της κοινωνίας πολιτών και αγαστή μεσότητα

Η πείρα έδειξε ότι ο ενθουσιασμός ή η απογοήτευση είναι καλό να εκφράζονται στο τέλος της κοινοβουλευτικής τετραετίας, όταν πρόγραμμα και υπεσχημένα είναι προ πολλού σε δρόμο υλοποίησης.

Παρά την αυστηρή επιτήρηση και το πλαίσιο των ακολουθητέων μέτρων που θέτει η Ε.Ε., οι προσδοκίες των ψηφοφόρων από τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση είναι πολλές.

Προσδοκία των ψύχραιμων και σκεπτόμενων πολιτών είναι το πολιτικό προσωπικό να δουλέψει για το κοινό όφελος και όχι για κομματικά ή προσωπικά οφέλη. Είναι ο μόνος τρόπος η αυτοδύναμη κυβέρνηση να υπερβεί την πόλωση που θα την εκτροχίαζε από το σχέδιο της παραγωγικής ανάκαμψης της χώρας.

Οταν γίνει το πολυαναμενόμενο, οι κυβερνώντες να θέσουν σε δεύτερη μοίρα κομματικά οφέλη, προτάσσοντας το συμφέρον της κοινωνίας, τότε και η Ε.Ε. θα αναγνωρίσει εμπράκτως τις συνέπειες των λαθών της στη διαχείριση του ελληνικού χρέους, θα αναθεωρήσει τους όρους εξόφλησής του, συνυπολογίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας στο νοτιοανατολικό σύνορό της, ενώ οι αποφάσεις του Ε.Σ. θα επιδείξουν την υπευθυνότητα και το αίσθημα δικαιοσύνης που επιβάλλει το επαχθές και μη βιώσιμο χρέος χώρας-μέλους της Ε.Ε.

Θετική μεταχείριση έτυχαν επιτηρούμενες χώρες που προέταξαν με εθνική συναίνεση τη σωτηρία τους, συνειδητοποιώντας εγκαίρως ότι διαπραγματευόμενες σε κατάσταση πολιτικού διχασμού και αυστηρής εποπτείας θα ήταν αναγκαστικά υποχωρητικότερες στους επιτηρητές και αυταρχικότερες στους πολίτες.

Με διεθνείς συσχετισμούς στην ακρώρεια μεταξύ Δύσης και Εγγύς Ανατολής, κρίσιμους σε ζητήματα που μας αφορούν άμεσα, τα προγράμματα των μνημονιακών κυβερνήσεων της τελευταίας 10ετίας λειτουργούν ως οι δύο όψεις του πλαισίου που όρισε η Ε.Ε. για την εξόφληση του μη βιώσιμου χρέους μας.

Το πρόγραμμα αναδιανομής του εισοδήματος μεσαίων και πτωχών στρωμάτων, με αποτέλεσμα την πτωχοποίηση της κοινωνίας, που υλοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την αποτυχημένη διαπραγμάτευση για το χρέος, είναι η μια όψη του προγράμματος που έθεσε ως πλαίσιο η Ε.Ε.

Στο στενό αυτό πλαίσιο, που καταδικάζει τη χώρα σε παραμόνιμη ύφεση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παρέδωσε τη διακυβέρνηση με άδεια τα δημόσια ταμεία, αλλά δεν προστάτεψε τη ΔΕΗ.

Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη χώρα μας είναι το πρόγραμμα που αναλαμβάνει να υλοποιήσει ο νέος πρωθυπουργός, με τη διαβεβαίωση ότι θα είναι προς όφελος της χώρας, αρκεί να τηρηθεί αυστηρός έλεγχος των δημοσίων δαπανών με όρους αξιοκρατίας και αντι-ηγεμονισμού, ώστε να μπούμε σε σταθερή πορεία παραγωγικής ανόρθωσης.

Με δεδομένο το είδος των μέτρων, αυτό μπορεί να γίνει εάν οι δύο όψεις της προβλεπόμενης πολιτικής αντικριστούν και διασαφηνισθούν οι ενεργές και εν δυνάμει αλληλο-συσχετίσεις τους, ώστε να καταστούν οργανικά μέρη μιας σύνθετης πολιτικής, θετικής για το σύνολο της κοινωνίας.

Το πνεύμα, όμως, της μεσότητας που εκφράζει μια τέτοια συνδυαστική πολιτική, απαιτεί αξιοποίηση των αρίστων ανεξαρτήτως ιδεοληψιών, ελεγκτικούς μηχανισμούς, κυρώσεις.

Είναι γνωστό ότι μια οργανική ολότητα είναι σε αλληλεξάρτηση με τα μέρη που τη συναποτελούν. Για να γίνει εμπράκτως σεβαστή αυτή η αδιαμφισβήτητη αρχή, απαιτείται ευρύτητα πνεύματος και ο διάλογος -προϋπόθεση για την τόσο αναγκαία ομοψυχία.

Με εμπειρία πολιτικής ζωής δύο αιώνων, οι Ελληνες πολίτες έχουν κουραστεί με τον ηγεμονισμό των δεξιών και κεντροδεξιών κυβερνήσεων. Αξιώνοντας ηγεμονισμό και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων της, το 2015, έθεσε κι αυτή το κόμμα πάνω από την κοινωνία, με αποτέλεσμα άκρως ανταγωνιστικές στάσεις και πρακτικές, που αναγκαστικά ευνόησαν την αναξιοκρατία και τον λαϊκισμό στη διοίκηση και στην παιδεία.

Είναι πλέον σαφές ότι οι πολίτες αξιώνουν μια κοινοβουλευτική και όχι μια καθεστωτική δημοκρατία, με εναλλασσόμενα στην εξουσία κόμματα ικανά να επιλύουν τα άπειρα προβλήματα της κρατικής μηχανής, χωρίς ηγεμονικούς μικρο-μεγαλισμούς που επιβάλλουν ασύμφορους συμβιβασμούς, υπαναχωρήσεις και δουλοπρέπεια εντός και εκτός των συνόρων.

Σε ένα τέτοιο αντι-ηγεμονιστικό και αυτο-κρινόμενο πλαίσιο προς όφελος της κοινωνίας και όχι των κομμάτων, δεν θα υπάρχουν σκανδαλωδώς κερδισμένοι και κατάφωρα ζημιωμένοι Ελληνες. Γιατί είναι παγκοίνως γνωστό πως, όταν ένα μικρό μέρος της κοινωνίας γίνεται άπληστο για μη φορολογημένο πλουτισμό, αυθαίρετες δανειοληψίες και γενικότερα, άνομες συναλλαγές, τότε το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας γονατίζει από την ανεργία, την ανασφάλιστη εργασία, την οικονομική, ηθική και πνευματική εξαθλίωση. Και τότε η αποσταθεροποίηση επισπεύδει τη διάλυση.

Με δεδομένους τους όρους, μια κυβέρνηση που συμμερίζεται ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ τις θυσίες που επιβλήθηκαν στους πολίτες της, υποχρεώνεται να συνδυάσει μέτρα ενίσχυσης για τους πολίτες κάτω των ορίων της φτώχειας με πρακτικές παραγωγικής ανάπτυξης στους κρίσιμους τομείς της οικονομίας και της παιδείας. Ώστε όσο η παραγωγικότητα θα αυξάνει, να μειώνεται η επιδοματική πολιτική ως όλο και λιγότερο αναγκαία.

Για φανατικούς του κομματισμού, τέτοιου είδους ισορροπία φαντάζει ισορροπία τρόμου. Για τους πολίτες με συνείδηση των κινδύνων που διατρέχει η χώρα, πρόκειται για την αναγκαία, σε τόσο δύσκολες φάσεις, μεσότητα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/7/2019. 

Αναζητώντας το πρόσωπο του νέου δημοκρατικού πόλου

Το κοινοβουλευτικό σύστημα σημαίνει εναλλαγή κυβερνήσεων κάθε τέσσερα χρόνια. Αυτός είναι ο κανόνας. Δεύτερη θητεία είναι εξαίρεση. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε τεσσεράμισι χρόνια, σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας, και πήρε δυο εντολές διακυβέρνησης (Ιανουάριος και Σεπτέμβριος 2015). Προφανώς και ήταν απίθανο να υπάρξει τρίτη.

Το ίδιο σύστημα θέλει όποιος με τη σειρά του χάνει τις εκλογές όχι απλώς να ανανεώνεται αλλά να ξαναγεννιέται. Φυσικό. Και αυτό πρέπει να γίνει τώρα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας το συνειδητοποίησε αμέσως και το εξέφρασε σαφώς, εξαγγέλλοντας τη δημιουργία μιας μεγάλης ενιαίας δημοκρατικής παράταξης.

Τυπικά, έχουν έτσι τα πράγματα. Ωστόσο, τα προηγούμενα χρόνια διεξήχθη ένας αγώνας εξόντωσης. Η θεωρία της «στρατηγικής ήττας» έλεγε πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ευκαιριακό κόμμα, μιας χρήσης, με ανθρώπους τυχάρπαστους, δημαγωγούς που κατέλαβαν την εξουσία· ότι κινδυνεύει η δημοκρατία.

Δεν τα έλεγαν μόνο οι παπαγάλοι των ΜΜΕ αλλά και βαριά ονόματα της εγχώριας διανόησης και διανοούμενης πολιτικής. Διαψεύστηκαν, αλλά δεν θα σταματήσουν. Παρά το ποσοστό που απέκτησε στις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ, η γραμμή να τον θέσουν εκτός πολιτικού συστήματος θα συνεχιστεί λυσσαλέα. Γιατί η κυβέρνηση της Ν.Δ. θα έλθει σε μετωπική αντιπαράθεση με μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και γιατί ώς ένα βαθμό θα προκαλέσει μια μείζονα αντιπαράθεση, μια αντιπαράθεση της οποίας τους όρους δεν θα ελέγχει ο ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να τον συντρίψει.

Το ελληνικό βαθύ κατεστημένο θέλει να πάρει τη ρεβάνς όχι από το 2015, αλλά από τη Μεταπολίτευση. Επομένως και σε συγκρούσεις θα οδηγήσει, και την αλλοίωση του εκλογικού σώματος θα επιχειρήσει, και ειδικά δικαστήρια θα δοκιμάσει να στήσει. Ας μην εφησυχάζουμε. Η εικόνα του μέλλοντος δεν θα είναι αυτή της αβρότητας στην παράδοση - παραλαβή των υπουργείων.

Το ζήτημα επομένως της δημιουργίας ενός δημοκρατικού πόλου είναι επείγον εγχείρημα, αλλά καθόλου εύκολο και απλό. Γιατί, πρώτον, πρέπει να αποφύγει ο ΣΥΡΙΖΑ να παγιδευτεί σε συγκρούσεις οπισθοφυλακής. Θα απομονωθεί και θα χάσει ερείσματα. Ποια όμως θεωρούνται ζητήματα οπισθοφυλακής και ποια όχι, δεν είναι αυτονόητο.

Το δεύτερο ζήτημα είναι συναφές και ακανθώδες. Η διεύρυνση πρέπει να έχει κατεύθυνση και πρόσωπο, διαφορετικά μπορεί να καταλήξει γκρίζα και άνευρη. Τρίτον, δεν φτάνει καν να είναι διεύρυνση. Πρέπει να είναι ώσμωση, και κυρίως μια ώσμωση που θα καταλήξει σε μια καινούργια άποψη για την ελληνική κοινωνία.

Πρόκειται για το πρόσωπο, όχι για τα πρόσωπα του νέου πόλου δημοκρατικής διεύρυνσης. Και αυτό το πρόσωπο δεν φτάνει να εκφράζεται στην ηγεσία, πρέπει να τον διαπερνά το σύνολό του.

Η Δεξιά και το ακραίο κέντρο παίρνουν ως άξονα πλοήγησης τις γρήγορες αλλαγές της εποχής. Λ.χ. την τεχνητή νοημοσύνη και την 4η Βιομηχανική Επανάσταση, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν για να διαλύσουν οποιασδήποτε κοινωνική σύμβαση και να επιβάλουν ένα καινούργιο μοντέλο μιας αρπακτικής κοινωνίας.

Η Αριστερά έως τώρα έχει βρεθεί σε άμυνα. Προσπαθεί να μειώσει και να περιορίσει τις συνέπειες αυτές. Συχνά, όμως, προσκολλάται σε παλιές φόρμες που αποδεικνύονται πλέον αναποτελεσματικές.

Χρειάζεται, επομένως, να αναμετρηθεί με τα καινούργια ζητήματα που θέτει η εποχή. Κυρίως πρέπει να αναπτύξει ένα πειστικό καινούργιο σχέδιο, πώς φαντάζεται την κοινωνία στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Θα είναι μια εποχή ραγδαίων τεχνολογικών μετασχηματισμών, μια εποχή κλιματικής κρίσης, διεθνούς αστάθειας και κοινωνικής ρευστότητας. Εκείνο που έχει σημασία είναι η σμίλευση ενός οράματος-προγράμματος που πρέπει να αντιπροσωπεύει τον καινούργιο δημοκρατικό πόλο. Που πάνω σ' αυτό πρέπει να συγκροτηθεί ο νέος πόλος.

Δεν έχει νόημα να απωθούμε το ανεπιθύμητο παρελθόν. Στα χρόνια που η παγκοσμιοποίηση άλλαζε τον κόσμο, οι αριστερές δυνάμεις, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, όφειλαν να απαντήσουν και διχάστηκαν. Οι μεν είπαν να προσαρμοστούμε, οι δε να αντιδράσουμε. Από τη μια προήλθε το εκσυγχρονιστικό ρεύμα, από την άλλη η ριζοσπαστική Αριστερά. Συγκρούστηκαν μεταξύ τους.

Η κρίση όμως υπήρξε καταλύτης. Οι μεν εκσυγχρονιστές κατάλαβαν ότι δεν υπάρχουν γενικά μεταρρυθμίσεις, αλλά αφενός προοδευτικές, αφετέρου μισάνθρωπες μεταρρυθμίσεις, και επομένως άλλοι τράβηξαν προς ΣΥΡΙΖΑ κι άλλοι προς Ν.Δ.

Η δε ριζοσπαστική Αριστερά αντελήφθη πως, αν δεν θέσει ζήτημα εξουσίας, θα εξαερωθεί, αν όμως καταλάβει την εξουσία, πρέπει να βρει τρόπους να συμβιώσει με τους κανόνες του συστήματος, χωρίς να τιναχτεί η κοινωνία στον αέρα. Και τους βρήκε, με κοινωνική ευαισθησία και ευθύνη, και αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμα του ΣΥΡΙΖΑ, και πάνω σε αυτό το επίτευγμα δημιουργήθηκε η προοδευτική συμμαχία.

Χρειαζόμαστε όχι αυτοκριτική, αλλά αναστοχασμό πάνω στα πεπραγμένα όλων μας, με προοπτική τη σύνθεση. Δεν χρειαζόμαστε ένα γενόσημο του ΠΑΣΟΚ, ούτε του παπανδρεϊκού ούτε του σημιτικού. Έχουμε μια καινούργια εποχή, με καινούργια προβλήματα και έναν αδίσταχτο και αδηφάγο εχθρό. Πρέπει να περάσουμε από την ταξική μεροληψία στη αντίληψη ενός νέου ηγεμονικού σχεδίου για την κοινωνία συνολικά. Σε ένα κόμμα τούτης της εποχής, όχι της προηγούμενης. Γκράμσι διαβάσαμε όλοι μας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/7/2019. 

Οι τουρκικές διεκδικήσεις και το Δίκαιο της Θάλασσας

Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας χάρτης με τις τουρκικές διεκδικήσεις, οι οποίες καταλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο του χώρου του βορείου τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνέχεια με τις παραχωρήσεις που είχε κάνει η γειτονική μας χώρα στην τουρκική εταιρεία πετρελαίων. Τα ελληνικά νησιά που έχουν ακτογραμμές στην περιοχή αυτή είτε αγνοούνται πλήρως, είτε η υφαλοκρηπίδα που θεωρητικά αποδίδεται σε αυτές από τις τουρκικές αρχές, είναι μηδαμινή. Φυσικά ο χάρτης αυτός έχει περιορισμένη, μηδενική θα έλεγα, αξία, γιατί είναι αποτέλεσμα μιας μονομερούς ενέργειας της γείτονος, που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, καθώς η οριοθέτηση απαιτεί συμφωνία με τα εμπλεκόμενα μέρη, εν προκειμένω την Ελλάδα προς τα δυτικά, την Κύπρο προς τα ανατολικά, και την Αίγυπτο προς τα νότια.

Η χάραξη, ωστόσο, των οριοθετικών γραμμών στην περιοχή έχει έναν προορισμό, καθώς καταδεικνύει τα όρια των διεκδικήσεων της γείτονος στην Ανατολική Μεσόγειο, και αποτελεί, θεωρητικά, μια πρόσκληση προς τους ενδιαφερομένους να επιζητήσουν μιαν άρση της προκληθείσας διαφοράς με διαπραγματεύσεις, που μπορούν να καταλήξουν σε δικαστική επίλυση – αν οι διαπραγματεύσεις αποβούν άκαρπες, ή αν το αντικείμενό τους είναι εξαρχής η σύναψη ενός συνυποσχετικού για την παραπομπή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι η περιοχή που καλύπτει η εικαζόμενη ως τουρκική υφαλοκρηπίδα περιλαμβάνει και περιοχές για τις οποίες η Ελλάδα έχει εκδηλώσει, σε προγενέστερο χρόνο, την πρόθεσή της να είναι στην ελληνική αρμοδιότητα, και να έχει επ' αυτών κυριαρχικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της. Σε κάθε περίπτωση, και ξεχνώντας τις ελληνικές διεκδικήσεις και το εύρος τους στην Ανατολική Μεσόγειο, το γεγονός ότι η Τουρκία αγνοεί σχεδόν ολοκληρωτικά την ελληνική υφαλοκρηπίδα που παράγεται από τις γραμμές βάσης των ακραίων ελληνικών νησιών (Ρόδος, Κάρπαθος, Κρήτη), που με τα ανατολικά παράλιά τους έχουν σαφώς προβολή στη θάλασσα αυτήν, έστω με περιορισμένη επήρεια, δίνει την αφορμή στην Ελλάδα να αναζητήσει την επίλυση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων ή προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

Τα πράγματα θα δυσκολέψουν αν η Τουρκία επιχειρήσει να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της να στείλει πλοίο στην περιοχή και να προχωρήσει σε γεωτρήσεις στον βυθό της θάλασσας, που ταυτόχρονα διεκδικείται και από την Ελλάδα, ως δική της υφαλοκρηπίδα. Και δεν θα πρόκειται, βεβαίως, για πράξη που εξομοιώνεται με εισβολή στο εθνικό έδαφος, απλούστατα γιατί η υφαλοκρηπίδα δεν αποτελεί εθνικό έδαφος, αλλά συνιστά περιοχή, που το παράκτιο κράτος έχει αποκλειστικά λειτουργικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους του, και που η ενέργεια του τουρκικού κράτους συνιστά αγνόηση της αποκλειστικότητας χρήσης, που το Διεθνές Δίκαιο έχει αποδώσει στην Ελλάδα. Οι συνθήκες δεν αλλάζουν κι αν ακόμα θεωρήσουμε ότι η περιοχή είναι Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), γιατί και εκεί το παράκτιο κράτος έχει λειτουργικά δικαιώματα, πιο εκτεταμένα ratione materiae, είναι η αλήθεια, από αυτά της υφαλοκρηπίδας, αλλά πάντως περιορισμένα από το γεγονός της λειτουργικότητας που προσδιορίζεται από το Δίκαιο της Θάλασσας.

Σε κάθε περίπτωση, η Ανατολική Μεσόγειος δεν έχει οριοθετηθεί ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, έτσι ώστε να επιλυθεί το ζήτημα του τι ανήκει στον καθένα. Η Ελλάδα στηριζόμενη στην υπόθεση ότι το Καστελλόριζο της προσφέρει, με την προβολή των ακτών του, ένα μεγάλο τμήμα ΑΟΖ διεκδικεί μια περιοχή που εξικνείται ώς την ΑΟΖ της Κύπρου, ενώ η Τουρκία στηριζόμενη στο μήκος των ακτών της διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος στη θάλασσα αυτήν. Και όπως είπαμε παραπάνω, οι διεκδικήσεις αυτές πάσχουν από μια μονομέρεια, που δεν δημιουργεί δίκαιο. Μόνον η επίλυση του προβλήματος με διαπραγματεύσεις, πράγμα απίθανο, αν λάβουμε υπόψη μας την οξύτητα των σχέσεων και τις διαμετρικά αντίθετες και συγκρουόμενες θέσεις των δύο μερών, ή –κάτι που δείχνει ως μονόδρομος, υπό τις σημερινές συνθήκες– η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο για μια συνολική λύση, που να περιλαμβάνει και το Αιγαίο, είναι δυνατόν να τερματίσει μια επικίνδυνη εκκρεμότητα. Η οποία παίρνει διαστάσεις, και μπορεί, μέσα από την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας, να εκφύγει του ψύχραιμου ελέγχου των αντιτιθέμενων μερών.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι να πεισθεί η Τουρκία για μια προσφυγή στη Χάγη, κάτι που θα έχει ως συνέπεια την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συνυποσχετικού για την παραπομπή, και, συνακόλουθα, όσο θα διαρκούν αυτές, τη συνομολόγηση μιας συμφωνίας –η οποία είναι αυτονόητη– ότι τα δύο μέρη θα απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια στην κρίσιμη περιοχή, που θα δυσχεράνει την ειρηνική εξεύρεση της επιθυμητής λύσης. Πράγμα που θα παρεμποδίσει την Τουρκία στα σχέδιά της να στείλει πλωτά μέσα και να ξεκινήσει εξερεύνηση του υποθαλάσσιου πλούτου στην περιοχή.

Το κρίσιμο θέμα είναι πώς θα πεισθεί η Τουρκία να προσφύγει στο Δικαστήριο, αφού τόσα χρόνια δεν το έχει πράξει. Μόνη εξαίρεση ήταν το Ελσίνκι, αλλά τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, αφού τόσο η Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και η Τουρκία σφόδρα επιθυμούσαν την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της δεύτερης με την πρώτη. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, και ο μόνος λόγος που μπορεί να πείσει την Τουρκία, είναι η οικονομική βοήθεια από την Ε.Ε. Σε καθεστώς οιονεί χρεοκοπίας, η γειτονική μας χώρα έχει ανάγκη να της δοθεί βοήθεια από την Ε.Ε., στο πλαίσιο της τελωνειακής ένωσης, για να ξεπεράσει την κρίση που τη μαστίζει. Ισως αυτό θα ήταν η λύση, με αντάλλαγμα την προσφυγή στο Δικαστήριο, και με τον παραμερισμό των εθνικών εγωισμών και της αλαζονείας της εξουσίας.

Το καίριο ζήτημα είναι η στάση που θα τηρήσει η Ε.Ε. στο θέμα των τουρκικών παραβιάσεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Αυτό αποτελεί πρόκριμα για το τι μπορεί να συμβεί στην εικαζόμενη ελληνική υφαλοκρηπίδα, σε περίπτωση προσβολής των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παρά το γεγονός ότι η κατάσταση δεν προσομοιάζει, καθώς η κυπριακή ΑΟΖ είναι οριοθετημένη, και με συμφωνία των ενδιαφερόμενων γειτονικών κρατών. Ενώ η ελληνική υφαλοκρηπίδα είναι προϊόν απλών εκτιμήσεων των ελληνικών αρχών, ως προς την έκτασή της. Ωστόσο, μια δυναμική στάση της Ε.Ε. στο ζήτημα της Κύπρου, ίσως αποθαρρύνει την Τουρκία από το να επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά στην περιοχή μας, και να μην μπούμε στην περιπέτεια των μέτρων, που θα κριθούν απαραίτητα τη στιγμή εκείνη. Πάντως, αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη να υπάρξει μια οριστική συνολική λύση, μια οριοθέτηση, που προφανώς μπορεί να επιβληθεί από την Ε.Ε., με το δέλεαρ της οικονομικής ενίσχυσης της Τουρκίας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" την 1/7/2019. 

Το νέο περιτύλιγμα του παλιού

Εχω πάει πολλές φορές στην κόλαση, κι ήταν φοβερά.
Κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος

Το πρώτο μετά τις εκλογές είναι η μακροημέρευση των έμμονων εστιών βαθείας ψύξης της ελληνικής κοινωνίας. Κατά πάσα πιθανότητα, η μετανεωτερικότητα θα ισορροπεί με την προνεωτερικότητα. Θα χωνεύει, με όρους «κανονικότητας» ή με όρους «επιστροφής στην κανονικότητα» (που περιλαμβάνει άνετα και τον θρησκευτικό όρκο και οικογενειακά κάδρα), την ένταση μεταξύ των λεγόμενων αναλλοίωτων του ελληνικού τρόπου (του πολύ παλιού) και όλων αυτών που θα πρέπει να αλλάξουν (του νέου).

Από την άποψη αυτή, η ζητούμενη άμεση πρόοδος της κοινωνίας θα παραμένει ανολοκλήρωτη, μάλλον φορμαλιστική και προσχηματική. Απλώς, προστίθεται τώρα και ο κάματος εξαερισμού του Μεγάρου Μαξίμου από το ... χασισοντουμάνι.

Το τελευταίο, έχει να κάνει με τον συντηρητισμό της νέας κυβέρνησης συν την ανοησία ορισμένων «νέων» στελεχών της. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι η «επιστροφή στην κανονικότητα» δεν εμφανίζεται τόσο ως «τεχνοκρατική κυβέρνηση» αλλά, στο περίπου, ως όχημα ειδικού σκοπού.

Ανεξάρτητα από το ευάριθμο των εξωκοινοβουλευτικών «ειδικών», οι προτεραιότητες δείχνουν την κατεύθυνση τύπου «μπλε τεχνικών διακυβέρνησης», μάλλον συγκεντρωτικών και κατασταλτικών και, πάντως, σε απόλυτη ρήξη με τον «φιλελευθερισμό» ‒ δηλαδή, σε αντίθεση με το βαρύ σκέλος των ανοιχτών πολιτικών που υπόσχεται να υπηρετήσει το σχήμα Μητσοτάκη.

Όλοι οι νέοι υπουργοί ‒αν αυτό σημαίνει κάτι‒ λένε ακριβώς ότι είχε πει ο αρχηγός τους προεκλογικά. Δεκτό και θεμιτό. Άρα, το αποτέλεσμά τους ήδη εξαρτάται από τις εμμονές του πρωθυπουργού στο μείγμα πολιτικής που, ως προς το οικονομικό της σκέλος, είναι από αναποτελεσματικό, αμφισβητήσιμο, έως συζητήσιμο. Το τελευταίο, είναι εμπειρικό συμπέρασμα.

Εφόσον το ελληνικό κοινοβούλιο και οι προηγούμενες εθνικές κυβερνήσεις είχαν μετατραπεί από το 2010 σε απλούς εκτελεστές επιλογών και προθεσμιών που αποφασίζονταν αλλού, δηλαδή, εφόσον κινούνταν έξω από το πλαίσιο αυτού που κατ' ευφημισμό ονομάζεται «εθνική κυριαρχία», τότε, με βάση την προηγούμενη αντιπολιτευτική στάση της σημερινής κυβέρνησης, η αποτυχημένη Ελλάδα (πριν από μία εβδομάδα) παραμένει –και για άδηλο μέλλον‒ μια οικονομία στο όριο του εκβιασμού.

Ετσι, ανεξάρτητα από τα περιθώρια επιλογών και ελιγμών της νέας κυβέρνησης, αυτό που αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι είναι ότι, περισσότερο, υπηρετούνται οι εμμονικές απόψεις που, ως μη όφειλαν, τραγουδάνε στο ρυθμό των λάθος συμφερόντων – πάντως, όχι του κοινωνικού συνόλου.

Αν ο ειδοποιός λόγος και προϋπόθεση της ικανοποίησης του νεωτερικού συλλογικού συμφέροντος είναι η ένταξη των Ελλήνων σε αναγκαία, επιβεβλημένη και ιστορικά προδιαγεγραμμένη πορεία αλλαγής, τότε, θα έπρεπε να είχε γίνει μέσω των μνημονίων.

Δεν έγινε, γιατί οι θεσμοί που θα μπορούσαν να την ενεργοποιήσουν –η κυβέρνηση και τα πρόσωπα της κυβέρνησης‒ δεν το έκαναν και δεν το κάνουν (μιλάω για όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις). Τοιουτοτρόπως, το κυρίως πιάτο θα είναι η αδιαφάνεια, η απληστία και ο άμοραλισμός∙ χωρίς διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική των σκοπών (το νέο που θα ήθελε η κοινωνία) και στις υποχρεώσεις προς τη δυστοπική ολιγαρχία, τους χρηματοδότες και τους κολλητούς (το πολύ παλιό).

Ας προσθέσουμε, εδώ, τις «ανασφάλειες» της παγκοσμιοποίησης, τη χρηματοπιστωτική αστάθεια και την ευρωπαϊκή ακηδία. Ας δούμε τους νέους εμπορικούς πολέμους και τους νέους δασμούς, τις εθνικές και διεθνείς αναδιπλώσεις, την άνοδο των διμερών σχέσεων και την πτώση της πολυμέρειας, τους περιορισμούς στη μετακίνηση ανθρώπων κ.λπ. Ας δούμε, τέλος, τα σήματα για παγκόσμια ύφεση κ.λπ.

Το όλο πακέτο, πριμοδοτεί τα αλληλοεπικαλυπτόμενα πεδία του διεφθαρμένου (Crony capitalism) αλλά και του καθαρά μαφιόζικου καπιταλισμού (Mafia capitalism). Προς το παρόν, η αισιοδοξούσα κοινωνία φαντασιώνεται μια κυβέρνηση που είναι κάτι σαν αποτελεσματικό ασθενοφόρο: που βρίσκεται στον τόπο του ατυχήματος που το ίδιο προκάλεσε.

Τα ιδιαίτερα κουσούρια της Ελλάδας δεν άλλαξαν. Και αυτό, προ πολλού, είναι γνωστό στην Ευρώπη, όπως και το συμπέρασμα ως προς το εσωτερικό ζήτημα του κουσουρλή: στιλ διακυβέρνησης, εκτελεστική εξουσία και, κυρίως, πολιτική τάξη. Η χρεοκοπία δεν ήταν απλά οικονομική.

Ήταν και είναι κυρίως χρεοκοπία της πολιτικής τάξης. Δηλαδή; Κουλτούρες ανεντιμότητας, ανυπαρξία οραμάτων, ιδιοτέλειες, ρητορικές αυτάρεσκων πολιτικών κ.λπ. Άλλοι μεταμελημένοι, άλλοι κυνικοί ή αρπακτικοί, συμπεριφέρονται σα να μισούν την πολιτική και την κοινωνία τους. Κομματικές σημαίες, έωλα προγράμματα, αυτοδυναμίες ή συνεργασίες ευκαιρίας για τη νομή της εξουσίας και την απόλαυση των προνομίων του αξιώματος∙ στην ουσία, διαφορετικές «σχολές σκέψης», χωρίς ορατό μέλλον και κυρίως, δίχως συλλογικό-εθνικό σχέδιο.

Το δεύτερο των εκλογικών αποτελεσμάτων, βέβαια είναι η εδραίωση του λατρεμένου δικομματισμού. Ωστόσο, η εμμονή να θεραπευτεί ο λάθος ασθενής ‒η κοινωνία έναντι των πολιτικών θεσμών και του κράτους-λάφυρου‒ είναι γενικευμένη και διαιωνίζει το παλαιό.

Από 'κει και πέρα, η διαφορά της εκτροπής θα είναι τάξης μεγέθους: τζίτζικες, δόλιοι, φτωχοδιάβολοι κι απελπισμένοι από τη φτώχεια θα «κοκκινίζουν» για 200 ή 300 ευρώ και θα τιμωρούνται. Όμως, «οι κολλητοί με τα περιλαίμια» πάνε για τα δισεκατομμύρια...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 12/7/2019. 

Πότε και πώς τελειώνει μια κρίση;

Η στερεότυπη φράση «η κρίση της εποχής μας» ανοίγει ομιλίες και κείμενα εδώ και ενάμιση αιώνα, τουλάχιστον. Θα 'λεγε κανείς ότι δεν υπάρχει εποχή που να μην αυτοχαρακτηρίζεται «κρίση». Μόνο εκ των υστέρων, όταν απομακρυνόμαστε, όταν μια εποχή έχει γίνει ιστορία, τότε μπορεί να διακρίνει κανείς πότε υπάρχει κρίση και πότε ξεπερνιέται. Και υπάρχουν κρίσεις μικρές και κρίσεις μεγάλες, κρίσεις εμπεριέχουσες πολλές μικρότερες, και κρίσεις περιεχόμενες σε άλλες μεγαλύτερες. Κρίσεις που εμφανίζονται με οξύτητα και κρίσεις χρόνιες.

Σε αυτές τις εκλογές μιλάμε σαν να έχει τελειώσει η κρίση. Απαλλαχτήκαμε από τα μνημόνια, ξεπεράσαμε την κρίση, είναι το αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ· τώρα επιδιώκουμε μια δίκαιη ανάπτυξη που δεν θα ευνοεί τους λίγους, αλλά τους πολλούς. Ανατέλλει μια νέα εποχή με επιχειρηματικότητα, χαμηλή φορολογία, τάξη και ασφάλεια και αριστεία και γαλάζια συννεφάκια, είναι οι υποσχέσεις της Ν.Δ. Και στα δύο αφηγήματα προϋποθέτουν ότι η κρίση βρίσκεται πίσω μας. Είναι όμως έτσι; Πράγματι τέλειωσε η κρίση ώστε να περάσουμε στο επίδικο που είναι ο χαρακτήρας της ανάπτυξης, τα σχέδια για το μέλλον;

Φοβάμαι ότι βρισκόμαστε μακριά από μια παρόμοια προοπτική. Πρώτον, υπάρχει μια κρίση που εμπεριέχει τη δημοσιονομική κρίση του 2010-2018 και, δεύτερον, υπάρχουν οι συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης, οι οποίες θα είναι μπροστά μας για πολλά χρόνια.

Η πρώτη είναι η δίδυμη κατάρρευση του παραγωγικού και του δημογραφικού μοντέλου της χώρας. Παρά την επίφαση ευημερίας και την παραζάλη της δόξας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, το πριόνι που απέκοβε τη χώρα από τις παραγωγικές της ρίζες και μείωνε τον πληθυσμό της δούλευε ακατάπαυστα. Ο παλιός δικομματισμός τίποτε δεν κατάλαβε· κι αν κατάλαβε, δεν τόλμησε να αρθρώσει λόγο επί του πραγματικού.

Η δεύτερη αφορά τη διοχέτευση του παραγωγικού πλεονάσματος της χώρας όχι στην ίδια τη χώρα αλλά στους δανειστές, ακόμη και παρά τον δημοσιονομικό διάδρομο που πέτυχε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να κατευθύνεται προς την εκπαίδευση, τον ανασχεδιασμό της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, τη θωράκιση απέναντι στις κλιματικές μεταβολές, την εκπαίδευση και την ενσωμάτωση των προσφύγων ώστε να ανασάνει δημογραφικά η χώρα.

Κι όμως, σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, ένας τρόπος ανάπτυξης υπάρχει: η επανεπένδυση του πλεονάσματος. Είτε οι άρχουσες τάξεις το αποσπούν βίαια από τους πολλούς για να κάνουν εργοστάσια, είτε οι πολλοί το επανεπενδύουν βελτιώνοντας τις παραγωγικές τους ικανότητες. Αρπαγή πλεονάσματος από τρίτες χώρες για να επενδυθεί στις μητροπόλεις αφορούσε την άγρια πρωταρχική συσσώρευση του καπιταλισμού. Αλλά ανάπτυξη σε συνθήκες όπου πλεόνασμα αφαιμάσσεται συστηματικά από μια χώρα δεν έχει ξανακουστεί.

Εκείνο που σήμερα καθορίζει, περισσότερο από όλα, τα συναισθήματα με τα οποία θα ψηφίσουν οι πολίτες είναι η φορολογία. Αυτό είναι και το κεντρικό θέμα της Ν.Δ. Υποστηρίζει ότι οι φόροι συντηρούν το μεγάλο σπάταλο κράτος και γι αυτό προγραμματίζει περικοπές και ιδιωτικοποιήσεις. Εκείνο που δεν λέει, όμως, είναι δύο πράγματα. Πρώτον, ότι οι φορομειώσεις θα είναι οριακές, εξαιτίας των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας που συγκροτούν μια αδήριτη οροφή. Οι επιπτώσεις τους, όμως, θα έχουν πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις στο κοινωνικό κράτος.

Η «στοχευμένη κατεύθυνση των κοινωνικών δαπανών», στη γλώσσα τους, σημαίνει επιστροφή στα πιστοποιητικά απορίας.

Δεύτερον, ότι όσο οι πλούσιοι φοροαπαλλάσσονται και φοροδιαφεύγουν, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της φορολογίας θα το σηκώνουν οι μισθωτοί – δηλαδή οι μεσαίες τάξεις των πόλεων. Αλλά αυτό είναι το ελληνικό φορολογικό μοντέλο, σταθερό για πάνω από έναν αιώνα.

Το σημαντικότερο: καμιά απάντηση δεν δίνει το πρόγραμμα της Ν.Δ. στην αναστροφή της διπλής καθίζησης της χώρας, δηλαδή της παραγωγικής και της δημογραφικής. Αυτή είναι όμως η περιέχουσα κρίση, η οποία κάνει τη χώρα να είναι δημοσιονομικά εξαιρετικά ευάλωτη, χωρίς εφεδρείες σταθεροποίησης. Γι' αυτό άλλωστε η δημοσιονομική κρίση είχε τόσο βαριές επιπτώσεις και μεγάλη διάρκεια.

Επομένως, αν συνδυάσουμε τις δύο παρατηρήσεις, το μέλλον που υπόσχεται το πρόγραμμα της Ν.Δ. δεν είναι καθόλου σταθερό. Γιατί στην πολύ λεπτή ισορροπία που θέλει να εγκαθιδρύσει ανάμεσα στη φορολογία, στις δανειακές υποχρεώσεις και τις κοινωνικές δαπάνες, η μόνη μεταβλητή είναι η τρίτη. Όσο δεν αντιμετωπίζεται η περιέχουσα διπλή καθίζηση, η μόνη δυνατότητα προσαρμογών αφορά πάλι τη συμπίεση των κοινωνικών δαπανών. Καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό θα προκαλέσει μεγάλες αναστατώσεις, κοινωνικές και στη συνέχεια πολιτικές.

Η κρίση του 1929-1932 έσκασε στα χέρια του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το τέλος της κρίσης σήμανε και το τέλος του βενιζελισμού. Μπορεί η βιομηχανία να ανέκαμψε, οι πιο αιματηροί όμως κοινωνικοί αγώνες του Μεσοπολέμου και η πολιτική αστάθεια ακολούθησαν ακριβώς στα επόμενα χρόνια. Την ίδια εποχή ο άξονας της πολιτικής και της ιδεολογίας μετακινούνταν όλο και πιο δεξιά και ισορρόπησε στη δικτατορία του Μεταξά.

Η Ιστορία φυσικά δεν επαναλαμβάνεται, αλλά συνήθως τις οικονομικές κρίσεις τις ακολουθούν πολιτικές κρίσεις, και η παλινόρθωση ποτέ δεν σταματά στο πρώτο σκαλί.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" την 1/7/2019. 

Λόης Λαμπριανίδης: Η παραγωγική αναβάθμιση δεν γίνεται με εύκολες λύσεις

Το διακύβευμα της επόμενης τετραετίας ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας;

Από τη μία, να μπορέσουμε να διατηρήσουμε την κατεύθυνση που έχουμε πάρει. Δηλαδή, την εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, που υπάρχει πια, που είναι από μόνη της ένα μεγάλο βήμα, και μας δείχνει την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουμε για μια ανάπτυξη βιώσιμη και συμπεριληπτική, με τον άνθρωπο στο επίκεντρο και βέβαια με την «κοινωνία όρθια». Αυτό δεν φαίνεται ότι είναι πολύ εύκολο. Υπάρχουν προβλήματα που πρέπει να πάρουμε υπόψιν μας, όπως ότι οι διεθνείς συγκυρίες δεν είναι ευνοϊκές. Υπάρχει μια επιβράδυνση της αναπτυξιακής πορείας στην Ευρώπη, και ίσως και στον κόσμο, υπάρχει ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας κ.ο.κ. Είναι σε μεγάλο βαθμό και εσωτερικό θέμα. Χρειάζεται επιτάχυνση, αλλά και εμβάθυνση των αναπτυξιακών μέτρων που πήραμε. Η κατεύθυνση είναι σωστή, αλλά η απόσταση που πρέπει να διανυθεί μέχρι τον τελικό στόχο είναι μεγάλη και ανηφορική. Από την άλλη, πρέπει να μπορέσουμε να κάνουμε τις κινήσεις εκείνες που θα μας επιτρέψουν να κάνουμε το «άλμα προς τα εμπρός», λαμβάνοντας υπόψιν τις διεθνείς συνθήκες που προκαλεί η 4η βιομηχανική επανάσταση. Δυστυχώς, όμως, στο εσωτερικό της χώρας δεν μιλάμε καθόλου γι' αυτά τα ζητήματα και για την τεχνολογική μετάβαση. Στις άλλες χώρες έχει αρχίσει η συζήτηση για το ποιες κινήσεις στήριξης πρέπει να γίνουν και για το προς τα πού πρέπει να στραφεί η οικονομία, σε ποιες αλυσίδες αξίας, ώστε η Ευρώπη να γίνει ανταγωνιστική έναντι της Κίνας και των ΗΠΑ κυρίως, όπως και της Ιαπωνίας.

Υπήρξαν περιθώρια να ασχοληθεί η κυβέρνηση με αυτή τη συζήτηση ή δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στα βάρη που κληρονομήθηκαν;

Η συγκυρία το 2015 ήταν πολύ κακή. Παραλάβαμε όντως μία πτωχευμένη χώρα, εξαιτίας και του ίδιου του αναπτυξιακού υποδείγματος που ακολουθήθηκε σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, αλλά και των μνημονίων που επιβλήθηκαν. Έπειτα, σε εκείνη τη συγκυρία, οι θεσμοί για δικούς τους πολιτικούς λόγους , ήθελαν να παραδειγματίσουν τη χώρα και κυρίως την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να δοθεί μήνυμα και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, πρωτίστως στην Ισπανία. Αυτά τα στοιχεία, όπως και τα μνημόνια, ενέτειναν τα προβλήματα της ανάπτυξης που προϋπήρχαν. Παράλληλα, βρεθήκαμε αντιμέτωποι και με άλλα σημαντικά ζητήματα για τα οποία έπρεπε να διαθέσουμε δυνάμεις, όπως το προσφυγικό -που θεωρώ πως το αντιμετωπίσαμε όσο καλύτερα γινόταν- αλλά και να κρατήσουμε την κοινωνία όρθια. Μην ξεχνάμε ότι το '14 ακόμα υπήρχαν ουρές έξω από τα κοινωνικά ιατρεία, τα συσσίτια, οι άνθρωποι που έτρωγαν από τα σκουπίδια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πού ήμασταν και τι αλλαγές κατάφερε να κάνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί έχουμε άλλη λογική και αξίες, όχι μόνο στα κοινωνικά ζητήματα, αλλά και στην οικονομία, που τώρα ανακάμπτει.

Μέχρι τώρα ποιο ήταν το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας και πώς συνετέλεσε στο να φθάσουμε στην κρίση;

Μετά τη μεταπολίτευση θα μπορούσαμε να πούμε ότι διαμορφώνεται μια δεύτερη «Μεγάλη Ιδέα», που είναι ότι θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη και να είμαστε κοντά στις αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ. Αν δούμε τα γενικά στοιχεία, φαίνεται ότι μεταπολιτευτικά είχαμε προσεγγίσει κατά μέγιστο το 60% του μέσου όρου της ΕΕ ως προς το ΑΕΠ κατά κεφαλήν, και όλοι οι οικονομικοί δείκτες (εξαγωγές, ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, ανεργία κλπ) ήταν πολύ κακοί. Ως προς την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων ήμασταν πολύ πίσω. Και ξαφνικά έρχεται η αντιπολίτευση και κουνάει το δάχτυλο στο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί δεν άλλαξε αυτή την κατάσταση δεκαετιών μέσα σε 4 χρόνια. Μάλιστα, η αποτυχία αυτή ήρθε παρά την τεράστια βοήθεια που προσφέρθηκε από την ΕΕ. Μετά το '81, λοιπόν, βλέπουμε να δίνεται ένας πακτωλός χρημάτων, ώστε να συγκλίνουμε με την ΕΕ. Μόνο τα κονδύλια για τη συνοχή ήταν 95 δισ., πέραν των άλλων ενισχύσεων (επιδοτήσεων για τους αγρότες κτλ.). Αυτά τα κονδύλια δεν δόθηκαν τυχαία, αναγνωριζόταν ότι όταν μια φτωχή χώρα μπαίνει σε ένα κλαμπ πλουσίων, θα πρέπει να κάνει τις απαραίτητες κινήσεις, ώστε να γίνει ανταγωνιστική. Τελικά, όμως, η χώρα μας απέτυχε να τα αξιοποιήσει παραγωγικά, ώστε να αναβαθμίσει τη θέση της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Βρίσκοντας αυτή την κατάσταση, εσείς τι προσπαθήσατε να κάνετε για να την αλλάξετε;

Προσπαθήσαμε να μπολιάσουμε με τη λογική προγραμματισμού, που ενθαρρύνει και η ΕΕ, τη διοικητική κουλτούρα, που πριν έλειπε. Το κράτος μπορεί και πρέπει να αποτελέσει σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο. Γι' αυτό θα πρέπει να είναι ένα «επιτελικό κράτος», που να γνωρίζει όλα τα δεδομένα, να μπορεί να σχεδιάζει βάσει αυτών, να διαθέτει «συλλογική αναλυτική δυνατότητα» (thinking capacity). Πρέπει να βλέπει τι γίνεται διεθνώς και να δείχνει προς τα πού πρέπει να οδηγηθούμε, να διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός και να προωθεί την κοινωνική πολιτική. Συγκεκριμένα, αυτό που κάναμε στην Γραμματεία Ιδιωτικών και Στρατηγικών Επενδύσεων, ήταν να φτιάξουμε ένα νέο Αναπτυξιακό Νόμο που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι σαν ΕΣΠΑ για σχετικά μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Περίπου το 15% των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων που γίνονται στη χώρα, κινητροδοτούνται από τους αναπτυξιακούς νόμους, κι αυτό έχει τη σημασία του. Ο αναπτυξιακός νόμος, δηλαδή, όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες, δεν επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας, αλλά λειτουργεί τροχιοδεικτικά, δίνει μια κατεύθυνση για το προς τα πού θεωρεί η πολιτεία ότι πρέπει να κινηθούμε. Όταν ήρθαμε στο υπουργείο, βρήκαμε πάνω από 6. 100 επενδυτικά σχέδια που είχαν ενταχθεί στους παλαιότερους αναπτυξιακούς νόμους και δεν είχαν ολοκληρωθεί. Σε αυτά υπήρχε εγγεγραμμένη οφειλή του κράτους 5,4 δισ. Παράλληλα, η Κομισιόν είχε άρει τη δυνατότητα να δίνονται χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά κονδύλια σε αυτά τα σχέδια, ακριβώς γιατί είχαν γνώση ότι τα κονδύλια σπαταλιόταν με αδιαφανή τρόπο, άρα μιλάμε για οφειλές που έπρεπε να δοθούν αποκλειστικά από εθνικούς πόρους. Από αυτά πια έχουν απομείνει σε εκκρεμότητα 2.400. Επίσης, σύμφωνα με την Έκθεση του επιθεωρητή διοίκησης, το 2014 η υπηρεσία ήταν κυριολεκτικά διαβρωμένη και διαλυμένη. Αυτό που κάναμε εμείς, λοιπόν, γι' αυτή την κατάσταση, ήταν να μελετήσουμε τους τρεις προηγούμενους νόμους και να δούμε πού απέτυχαν. Απ' ό,τι φάνηκε, δεν είχαν κανένα σχεδιασμό και καμία συγκεκριμένη στόχευση. Εξ αποτελέσματος φάνηκε ότι το 95% των επενδυτικών σχεδίων ήταν χαμηλής και σχετικά χαμηλής τεχνολογίας, το 46,5% των σχεδίων και το 72,2% του προϋπολογισμού ήταν για φωτοβολταϊκά, κυρίως, και για τουριστικά σε μικρότερο βαθμό. Τέλος το 4,2% των επενδυτικών σχεδίων πήρε το 43,6% των επιχορηγήσεων. Έξι επενδυτικοί όμιλοι σε σύνολο 14.500 επενδυτικών σχεδίων πήραν το 8,1% των συνολικών επιχορηγήσεων. Ήταν μια πολιτική, δηλαδή, που έδινε χρήματα σε λίγους μεγάλους και χωρίς κανένα όριο. Έδινε «ζεστό» χρήμα, κάποια περίοδο έδινε 100% προκαταβολή, γεγονός που οδήγησε κάποιες πολύ μεγάλες επιχειρήσεις να πάρουν εκατομμύρια για να κάνουν επενδύσεις τις οποίες ποτέ δεν έκαναν, και έτσι επέστρεψαν τα χρήματα αυτά, αφού όμως τα αξιοποίησαν για αρκετά χρόνια.

Ο δικός σας αναπτυξιακός νόμος, λοιπόν, που διαφέρει;

Πρώτα απ' όλα, θέσαμε όρια. Δεν μπορεί, δηλαδή, κάποιος να πάρει πάνω από 5 εκατ. ανά επενδυτικό σχέδιο, 10 εκατ. ανά επιχείρηση και 20 εκατ. ανά επενδυτικό όμιλο. Αυτό γίνεται, ώστε να μοιραστούν τα χρήματα σε περισσότερους, να δοθεί η ευκαιρία σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν. Προσπαθήσαμε επίσης να μετακινηθούμε από την πολιτική χορήγησης κινήτρων με τη μορφή «ζεστού» χρήματος στην πολιτική της φοροαπαλλαγής. Με αυτόν τον τρόπο οι επενδύσεις επιβραβεύονται όταν αποδείξουν στην ελληνική κοινωνία, που δίνει τα χρήματά της, ότι τα αξιοποιούν σε επενδύσεις οι οποίες είναι κερδοφόρες.

Αυτό, όμως, μπορεί να δεχθεί κριτική ότι δεν βοηθούνται οι επιχειρήσεις στην εκκίνηση...

Όχι, γιατί αυτό δεν είναι γενικευμένο. Λαμβάνονται υπόψιν οι ειδικές ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Για τις μικρές επιχειρήσεις, τις νέες, αυτές που είναι εγκατεστημένες σε λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές (ορεινές, μικρά νησιά, παραμεθόριες κλπ), καθώς και τις επιχειρήσεις στους κλάδους της αγροδιατροφής και της πληροφορικής, υπάρχει η δυνατότητα να πάρουν ζεστό χρήμα. Τα διαφορετικά καθεστώτα ενίσχυσης του αναπτυξιακού νόμου μας ανταποκρίνονται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά της κάθε επιχείρησης και περιοχής. Επίσης, μειώσαμε το κατώτατο χρηματικό ποσό της επένδυσης που μπορεί να υποβάλλεται στον αναπτυξιακό νόμο. Είναι εντυπωσιακό πως το 40% αυτών που εντάχθηκαν στο νέο αναπτυξιακό νόμο είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις, που πριν δεν μπορούσαν καν να υποβάλλουν αίτηση. Αυτό το κάναμε, γιατί έχουμε μια άλλη λογική: αναγνωρίζουμε ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι πολύ σημαντικές για την οικονομία, αλλά και για την «οικονομική δημοκρατία».

Για αυτές τι άλλα μέτρα λάβατε, δηλαδή;

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή αυτές που έχουν λιγότερο από 250 εργαζόμενους, είναι πολύ σημαντικό μέγεθος σε όλες τις χώρες. Ο μέσος όρος των επιχειρήσεων αυτών στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 99,70% και σε εμάς 99,96%. Αυτό δεν είναι το πρόβλημα. Εκεί που έχουμε μεγάλη διαφορά από τον υπόλοιπο κόσμο, είναι στις επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 9 εργαζόμενους, στη χώρα μας είναι το 96,4% ενώ στον ΟΟΣΑ είναι 90,4%. Το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα υποστηρίζει πως αυτές θα πρέπει να απορροφηθούν από τις μεγάλες επιχειρήσεις και να φύγουν από την αγορά. Εμείς, αντίθετα, υποστηρίζουμε ότι πρέπει να τις βοηθήσουμε να μεγαλώσουν και, κυρίως, να προχωρήσουν σε συνεργασίες. Γι' αυτό μέσα από τον αναπτυξιακό νόμο δίνουμε κίνητρα να δημιουργήσουν clusters, να φτιάξουν συνεταιρισμούς, και ενισχύουμε τις συγχωνεύσεις, όχι τις απορροφήσεις/ εξαγορές. Σημαντικό πολιτικό μέτρο στο ζήτημα αυτό είναι η δημιουργία της Δομής Στήριξης των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Είναι μια συνεργασία του υπουργείου Οικονομίας με όλα τα επιμελητήρια της χώρας, τη ΓΣΕΒΕΕ, την ΕΣΕΕ και το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης. Βάσει αυτού του νέου θεσμού σε κάθε επιμελητήριο της χώρας θα υπάρχουν δομές που θα εξυπηρετούν τις επιχειρήσεις, δίνοντάς τους πληροφορίες για τα χρηματοδοτικά εργαλεία που υπάρχουν γι' αυτούς, για να κατανοήσουν τη θέση τους στην αγορά, ώστε να κάνουν τον κατάλληλο σχεδιασμό κ.α. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που ζούμε σήμερα, οποιαδήποτε μικρή επιχείρηση ή παραγωγός, για να μπορέσει να πουλήσει, θα πρέπει να πουλά, σε τελευταία ανάλυση σε διεθνώς ανταγωνιστική τιμή.

Στη δημόσια σφαίρα, βέβαια, όλη η συζήτηση για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εστιάστηκε μόνο στο ζήτημα της φορολογίας. Εσείς πώς εντάσσετε αυτό το θέμα;

Το κεντρικό επιχείρημα της ΝΔ είναι ότι αν υπάρξει μείωση των φορολογικών συντελεστών και ελαστικές συνθήκες εργασίας, θα υπάρξει έκρηξη επενδύσεων και καλύτερες δουλειές. Αυτός ο σχεδιασμός, πέρα από απλοϊκός, έχει αποδειχθεί και αδιέξοδος. Για να το κατανοήσουμε θα πρέπει να μιλήσουμε για τα δύο αναπτυξιακά υποδείγματα που έχουμε μπροστά μας. Σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, η ΝΔ όπως και το ΠΑΣΟΚ, είχαν μία αμφίσημη στάση ως προς το τι οικονομία θέλουμε, ποιους θέλουμε να ανταγωνιζόμαστε και σε ποια θέση θέλουμε να βρισκόμαστε στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Θέλουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί γιατί παράγουμε φθηνά, με φθηνό κόστος εργασίας, χαμηλή φορολογία; Ή επειδή μπορούμε να παράγουμε προϊόντα που έχουν ενσωματωμένη τεχνολογία, γνώση, αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού; Στην πρώτη περίπτωση, η ανταγωνιστικότητα της χώρας θα στηρίζεται στο φθηνό κόστος, θα δώσει κάποιες κακές θέσεις εργασίας, αλλά δεν θα μας πάει μακριά. Πάντα θα υπάρχει κάποιος φθηνότερος. Άρα δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να τους ανταγωνιστούμε, αλλά και ούτε θα έπρεπε να θέλουμε. Τα μεγάλα κέρδη προκύπτουν ως αποτέλεσμα έρευνας και ανάπτυξης και της δημιουργίας επώνυμων προϊόντων.

Σε αυτή την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, λοιπόν, μπορεί να υπάρξει αριστερό πρόσημο στην ανάπτυξη;

Προφανώς, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται κάτι εύκολο ή αυτονόητο. Και φυσικά δεν είναι μόνο θέμα τεχνικό ή οικονομικό, αλλά και βαθειά πολιτικό. Εμείς θέλουμε μια ανάπτυξη με επίκεντρο τον άνθρωπο, να μπορούμε να παράγουμε, δηλαδή, προϊόντα και υπηρεσίες με εξειδικευμένους ανθρώπους. Έτσι, τα νέα παιδιά θα καταφέρουν να δουλέψουν στην Ελλάδα και θα αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους, κάνοντας τη χώρα ανταγωνιστική βάσει της ποιότητας, όχι της εξαθλίωσης. Υπάρχει, βέβαια, και το άλλο μοντέλο, με δεξιό πρόσημο. Η παγκόσμια βιβλιογραφία, αλλά και διεθνείς οργανισμοί (ΟΟΣΑ κ.ά.) έχουν υποστηρίξει επανειλημμένως ότι οι μεγάλες ανισότητες στο εσωτερικό των χωρών είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη. Η σχετική ισότητα διευκολύνει την παραγωγική και τεχνολογική εμβάθυνση και εν τέλει αναβάθμιση της διεθνούς θέσης μιας χώρας, αλλά απαιτεί εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις σε εκπαίδευση, υγεία, πρόνοια, και επομένως και φόρους. Το άλλο μοντέλο, που συμμερίζεται η ΝΔ, βλέπουμε πού οδηγεί: σε μεγάλη ανισότητα, υπερχρέωση, κοινωνικές εντάσεις και εν τέλει ακροδεξιές εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση η παραγωγική αναβάθμιση την οποία πρεσβεύουμε, δεν είναι «σημαία ευκαιρίας» δεν θα έλθει μέσα από «εύκολες» λύσεις όπως οι φορομειώσεις, όσο και αν είναι και αυτές αναγκαίες, αλλά μέσα από τη συνεργασία κράτους και κοινωνικών εταίρων για τεχνολογική αναβάθμιση, εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού , επίτευξη συνεργασιών, προώθηση εξαγωγών κτλ.

Μια διαχρονική κριτική είναι ότι η γραφειοκρατία σκοτώνει τις επενδύσεις. Για αυτό το ζήτημα τι κάνατε;

Για να θεραπευτεί αυτό το ζήτημα, πρέπει να γίνει αποτελεσματικό το κράτος και να υπάρξει αξιολόγηση των πολιτικών, αλλά και των προσώπων στη δημόσια διοίκηση, και αυτό πρέπει να γίνει με τη μέγιστη κοινωνική και πολιτική συναίνεση για να έχουμε αποτελέσματα. Από την εμπειρία μου, μπορώ να σας πω πως ακόμα και ένας υπάλληλος μπορεί να εμποδίσει μία ολόκληρη ψηφισμένη πολιτική. Αυτό που εννοούμε ως γραφειοκρατία σχετίζεται με το πώς είναι δομημένο το ελληνικό κράτος, που δεν έχει ως πρωταρχικό του στόχο να βοηθήσει τον πολίτη. Αυτή η δομή του κράτους, καθώς και η στελέχωση του από πρόσωπα που συχνά δεν έχουν τα κατάλληλα προσόντα, δεν έγιναν βέβαια επί ΣΥΡΙΖΑ. Τα προβλήματα της γραφειοκρατίας δεν λύνονται με την κατάργηση των ελέγχων, όπως ακούγεται από κάποιους. Είμαστε μια χώρα με πλούσιο πολιτιστικό παρελθόν και με πολύ σημαντικούς περιβαλλοντικούς πόρους. Θα πρέπει να διασφαλίσουμε πως θα γίνονται οι επενδύσεις, σεβόμενοι και το περιβάλλον και την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Είναι όμως συχνή η κριτική ότι με τέτοιος τρόπους, η κυβέρνηση διώχνει τις επενδύσεις. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα σε αυτό τον τομέα;

Αν δείτε τον αναπτυξιακό νόμο και τα στοιχεία, θα διαπιστώσετε πως είμαστε μια κυβέρνηση που ενισχύει τις επενδύσεις που γίνονται από υγιείς επιχειρήσεις και τις επενδύσεις που είναι στρατηγικής σημασίας για την οικονομία. Εμείς θεσπίσαμε σαφείς διαδικασίες που έβαλαν τέλος στο καθεστώς αδιαφάνειας και έχουμε σχέδιο και στόχευση για το τι είδους επενδύσεις χρειαζόμαστε για τη στήριξη της ανάπτυξης: καινοτόμες, εξωστρεφείς που απασχολούν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό επενδύουν στην Ε&Α κλπ. Αν υπάρχει κάποια βάση στο επιχείρημα που αναφέρετε, έχει περισσότερο να κάνει με τη λειτουργία του ίδιου του κράτους, της δημόσιας διοίκησης, με άλλα λόγια και όχι τόσο της κυβέρνησης καθ' εαυτής. Πράγματι, η δημόσια διοίκηση στη χώρα αποτελεί συχνά τροχοπέδη και στην επενδυτική προσπάθεια, και βεβαίως θα πρέπει να συνεχισθούν και επιταχυνθούν οι προσπάθειες αναβάθμισής της.

Έχετε κάποιο προσωπικό σχόλιο από την παραμονή σας σε αυτή τη γραμματεία;

Η παραμονή μου στη θέση του γενικού γραμματέα για πάνω από 4 χρόνια ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, στην οποία προσπάθησα να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου. Ήταν μια εμπειρία για την οποία θα ήθελα να ευχαριστήσω πρωτίστως τον τότε υπουργό Γιώργο Σταθάκη, που με επέλεξε για αυτό το ρόλο, αλλά και τους κκ. Παπαδημητρίου και Δραγασάκη για την συνέχιση της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο μου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εποχή" στις 23/6/2019.