Τρίτη, 18 Μάιος 2021

Για μία Μεταπτυχιακή Σχολή Κλασικών Σπουδών

Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ) έθεσε σε λειτουργία, στην αρχή της φετινής ακαδημαϊκής χρονιάς ένα προπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Αρχαιολογίας, Αρχαίας Ιστορίας και Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας. Πρόγραμμα διάρκειας 4 ετών που είναι αγγλόφωνο και απευθύνεται σε αλλοδαπούς φοιτητές και φοιτήτριες. Είκοσι-οκτώ νέοι από 10 χώρες έχουν ήδη εγγραφεί στο πρόγραμμα. Πρόκειται ασφαλώς για μια σημαντική πράξη που θα συμβάλει στο άνοιγμα του πανεπιστημίου προς τα έξω.
Η γενέθλια επέτειος του σύγχρονου ελληνικού κράτους έδωσε την αφορμή να ξανακοιτάξουμε την Ιστορία και τη συμβολή και τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο. Είναι μια καλή ευκαιρία να τεθεί μια πρόταση για τη δημιουργία μιας μεταπτυχιακής σχολής κλασσικών σπουδών (Αρχαίας Γραμματείας, Φιλοσοφίας, Τέχνης κτλ.) η οποία δεν θα περιορίζεται σε αλλοδαπούς φοιτητές. Όπως και στο προπτυχιακό πρόγραμμα, όλα τα μαθήματα και σεμινάρια θα γίνονται στην αγγλική γλώσσα. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε συνεργασία με τις ξένες Αρχαιολογικές Σχολές στην Ελλάδα να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη Σχολή Μεταπτυχιακών Σπουδών.
Με άλλα λόγια, η Σχολή θα έχει μεγάλη αυτονομία. Καθώς και μια παγκόσμια εμβέλεια. Εκτός από την προσφορά μαθημάτων στα συγκεκριμένα επιστημονικά αντικείμενα στόχος είναι η ανάπτυξη της έρευνας και της γνώσης σε ένα προνομιακό για την Ελλάδα πεδίο. Οι διδάσκοντες θα είναι στην πρωτοπορία των σχετικών κλάδων και θα μπορούν να διδάσκουν μόνιμα ή σε περιορισμένα χρονικά διαστήματα. Αυτού του είδους οι επιστήμονες είναι πολύ πιθανό να επιθυμούν την εμπλοκή τους σε ένα τέτοιο εγχείρημα που είναι επενδυμένο με μεγάλο κύρος στον κόσμο όλο.
Όπως η χώρα μας οργάνωσε τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να δημιουργήσει μια Σχολή Αρχαιοελληνικών Σπουδών σε παγκόσμιο επίπεδο. Ένα κέντρο για την περαιτέρω εξέλιξη της γνώσης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Πρόκειται βέβαια για ένα πολύ φιλόδοξο όραμα που απαιτεί νομικό πλαίσιο, πόρους, άρτια οργάνωση και συσπείρωση δυνάμεων. Ένα όραμα όμως που μπορεί να γίνει πραγματικότητα και να αναπτυχθεί ουσιαστικά μέσα στο χρόνο. Τα δίδακτρα θα μπορούν να καλύψουν ένα μόνο μικρό μέρος των αναγκών δεδομένου ότι θα πρέπει να προσφέρονται υποτροφίες σε Έλληνες αλλά και σε αλλοδαπούς φοιτητές και φοιτήτριες που δεν θα έχουν τα μέσα. Υπάρχουν όμως δυνατότητες αναζήτησης πόρων από την ΕΕ, από οργανισμούς ελληνικούς και ξένους, καθώς και από εύπορους Έλληνες της διασποράς.
Τελειώνοντας, δεν υπάρχει αμφιβολία πως το παραπάνω εγχείρημα, αν υλοποιηθεί, θα αναπτύξει περαιτέρω το πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας – από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ μέχρι την Κίνα και την Ρωσία.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 30/4/2021. 

Η διαδρομή του Σύριζα

1. Ο ΣΥΡΙΖΑ από ένα μικρό κόμμα του 4% με ουτοπική ιδεολογία και μαξιμαλιστικές θέσεις κατόρθωσε να γίνει η «πρώτη φορά αριστερά». Για να το καταφέρει, αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τους Ανεξάρτητους Έλληνες – ένα ακραίο, εθνολαϊκιστικό κόμμα που προέκυψε από την τότε πολιτική συγκυρία. Ήταν το πρώτο βασικό λάθος του. Θα έπρεπε να κάνει πιο συστηματικές προσπάθειες για να βρει έναν πιο κατάλληλο σύμμαχο. Αν δεν τον έβρισκε, θα έπρεπε να οργανωθεί καλύτερα και να διεκδικήσει την εξουσία αργότερα.

2. Από την άλλη μεριά, μετά τους πρώτους έξι μήνες με αβέβαιο βηματισμό, παρατηρούμε μια σειρά από θετικές εξελίξεις. Πρώτα την αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας και αργότερα του Γιάνη Βαρουφάκη ο οποίος κινδύνευσε να οδηγήσει τη χώρα σε Grexit. Ο Αλέξης Τσίπρας κάνοντας έναν επώδυνο ελιγμό κατόρθωσε να αποφύγει την έξοδο από την ΕΕ αποδεχόμενος ένα εξαιρετικά τμωρητικό μνημόνιο. Το υλοποίησε μέχρι τέλους. Μια δεύτερη σημαντική στροφή του προέδρου του κόμματος ήταν το σταδιακό άνοιγμα προς τον μεσαίο χώρο που οδήγησε στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Ενώ μια σημαντική μερίδα του κόμματος αντέδρασε στην παραπάνω κίνηση, με το επιχείρημα πως με αυτό τον τρόπο το κόμμα θα έχανε την ταυτότητά του ως «γνήσιο» αριστερό κόμμα, ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε αυτή τη μάχη. Παρά τις διαφωνίες στο εσωτερικό του κόμματος, το άνοιγμα προς το κέντρο έγινε.

3. Στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε όπου η αντοχή των πολιτών είναι στο ναδίρ, ο Αλέξης Τσίπρας πρότεινε ένα μορατόριουμ. Χωρίς να σημαίνει ότι η Βουλή θα σταματούσε να νομοθετεί, πρότεινε η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση να συμφωνήσουν στην αποφυγή μέχρι το τέλος της πανδημίας ευαίσθητων πολιτικών θεμάτων, αντικείμενο διενέξεων που οδηγούν σε κινητοποιήσεις και κατ' επέκταση σε αύξηση των κρουσμάτων. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη το αρνήθηκε. Σε συνδυασμό με την αλλοπρόσαλλη υγειονομική πολιτική, προχώρησε σε μια σειρά από αυταρχικά μέτρα. Ανάμεσα σε αυτά παραδειγματική είναι η εγκατάσταση αστυνομικής φρουράς στον πανεπιστημιακό χώρο – φρουράς που θα αναφέρεται στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Με αυτή την απόφαση ο πρωθυπουργός αγνόησε άλλους, πιο αποτελεσματικούς και λιγότερο βίαιους, τρόπους επίλυσης των δυσλειτουργιών του πανεπιστήμιου. Τρόπους που στήριξαν ακόμη και σημαντικές προσωπικότητες της ΝΔ. Αυτή η άκαιρη αλλά και άστοχη πολιτική απόφαση οδήγησε αναπόφευκτα σε κινητοποιήσεις που ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε το ΚΚΕ θα μπορούσαν να σταματήσουν. Αναπόφευκτα αυξήθηκε ο αριθμός των κρουσμάτων.

4. Η διογκούμενη ένταση κορυφώθηκε όταν με αφορμή τον εορτασμό της εθνικής επετείου ο Παύλος Πολάκης, σε μια από τις συνηθισμένες αμετροεπείς αντιδράσεις του, κατηγόρησε την ΝΔ ως παράταξη δοσίλογων. Ο Αλέξης Τσίπρας αντέδρασε άμεσα, δεν υιοθέτησε τον χαρακτηρισμό Πολάκη λέγοντας ότι «οι παρατάξεις έχουν την ιστορία τους. Δεν είναι η ΝΔ παράταξη δοσίλογων», αλλά εντούτοις προσπάθησε να απαλύνει την αντίδραση του συνεργάτη του υποστηρίζοντας ότι αυτά συμβαίνουν στο πλαίσιο πολιτικών διενέξεων. Ο Πολάκης ωστόσο αμετανόητος επέμεινε στην κριτική του δηλώνοντας «τελεία και παύλα».
Θα περίμενε κανείς πως ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ θα περιόριζε τον ευέξαπτο κρητικό, οι παρεμβάσεις του οποίου υποσκάπτουν την αξιοπιστία του κόμματος. Όχι μόνο δεν το έκανε αλλά αντ' αυτού τον έβαλε στην προανακριτική επιτροπή που εξετάζει τον ρόλο του Νίκου Παππά στο θέμα της αδειοδότησης των ΜΜΕ. Αυτό μάλλον δείχνει πως θεωρεί τον στενό του φίλο χρήσιμο για μια πιο ριζοσπαστική/επιθετική στρατηγική εναντίον της κυβέρνησης. Νομίζω πως κάνει λάθος. Ο πολακισμός δεν πείθει τους ψηφοφόρους του μεσαίου χώρου αλλά ούτε και πολλά στελέχη του κόμματος. Δεν πείθει ούτε αυτούς που ήδη ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ ούτε αυτούς που είναι αναποφάσιστοι.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η συνεχιζόμενη ανοχή στον πολακισμό είναι αντίθετη με τον στόχο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ να βρει περισσότερους συμμάχους στον μεσαίο/κεντροαριστερό χώρο ακολουθώντας μια σχετικά μετριοπαθή πολιτική στρατηγική. Από αυτή την σκοπιά, αν ο πολακισμός συνεχίσει, σε συνδυασμό με άλλες εξελίξεις, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μη κερδίσει στις επόμενες κρίσιμες εκλογές.
Βέβαια, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, αντίθετα με αυτό που ελπίζει το ΚΙΝΑΛ, ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να είναι ο δεύτερος μεγάλος πόλος του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Όμως στην περίπτωση ήττας, το κόμμα θα χάσει την ευκαιρία να γίνει κυβέρνηση και να υλοποιήσει τις προοδευτικές αλλαγές που χρειάζεται η χώρα. Μπορεί να αλλάξουν πολιτικές όπως η τωρινή στήριξη στον Πολάκη; Ας ελπίσουμε πως ναι. Μια αλλαγή σε αυτό θέμα είναι ακόμα πιθανή.
Συμπέρασμα. Με τη θεαματική άνοδό του ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μια σειρά από σημαντικές κινήσεις. Οδήγησε στην έξοδο την Αριστερή Πλατφόρμα και τον Γιάνη Βαρουφάκη. Στη συνέχεια στράφηκε προς τον μεσαίο, κεντροαριστερό χώρο δημιουργώντας τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Κατάφερε να επιλύσει τη χρονίζουσα εκκρεμότητα του Μακεδονικού. Έκανε όμως δύο βασικά λάθη. Τη συμμαχία με τους ΑΝΕΛ και τη διατήρηση του παρωχημένου πολακισμού. Αντί να σταματήσει τις εξαλλοσύνες του ευέξαπτου βουλευτή, τον διόρισε κεντρικό μέλος της προανακριτικής επιτροπής. Με αυτόν τον τρόπο συνεχίζει να κάνει ένα θαυμάσιο δώρο στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι καιρός ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει πολιτική και να βρει έναν τρόπο να απαλλαγεί από στελέχη όπως ο Πολάκης. Αν δεν το κάνει, το κόμμα θα συνεχίζει την αυτοϋπονόμευσή του.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 17/4/2021. 

Ο Μπάιντεν εναντίον της Κίνας

1. Ο Πρόεδρος Μπάιντεν δήλωσε αρχικά πως οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δεν θα βασίζονται πλέον σε «πόλεμο», όπως στην περίοδο Τραμπ, αλλά σε ένα νόμιμο ανταγωνισμό. Από την άλλη μεριά, σχεδόν από την αρχή της προεδρίας του παρατηρούμε ένα ιδεολογικό πόλεμο εναντίον της κινεζικής υπερδύναμης. Τονίζει συνεχώς την έλλειψη δημοκρατικών αξιών και πρακτικών όπως ο απαράδεκτος εγκλεισμός μουσουλμανικών μειονοτήτων σε στρατόπεδα «επιμόρφωσης», η κατάργηση της αυτονομίας των συνδικάτων, η εναντίωση σε κάθε αντιφρονούντα κτλ.
Επιπρόσθετα, ο Μπάιντεν στηρίζει κινήσεις και σχηματισμούς συμμαχιών που έχουν σαν κύριο στόχο το αυταρχικό κινεζικό καθεστώς. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η θέση του πως η ΕΕ πρέπει να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ στην αποφυγή προσπαθειών που στηρίζουν την Κίνα. Έτσι, δεν συμφωνεί με την επενδυτική συνεργασία της Γερμανίας με την Κίνα. Σε απάντηση στον αμερικανό πρόεδρο, η καγκελάριος Μέρκελ υποστήριξε ότι η γερμανοκινεζική συνεργασία είναι χρήσιμη για την Ευρώπη και πιο γενικά. Μεταξύ άλλων, θα αμβλύνει τη σύγκρουση με την Κίνα. Προς την ίδια κατεύθυνση, ο Εμανουέλ Μακρόν υποστήριξε πως η ΕΕ πρέπει να συνεχίσει την προσπάθειά της για την ενδυνάμωση της αυτονομία της, αφού συχνά τα συμφέροντα ΕΕ και ΗΠΑ δεν συμπίπτουν.

2. Με την ένταξη της Κίνας στις παγκόσμιες αγορές παρατηρούμε σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό της. Κυρίως στην ιδιωτικοποίηση μερικών από τις τεράστιες και, συχνά, αναποτελεσματικές κρατικές επιχειρήσεις. Συγχρόνως οι ξένες ιδιωτικές επιχειρήσεις έγιναν ευπρόσδεκτες. Βέβαια, με την προϋπόθεση ότι θα λειτουργούν σε ένα πλαίσιο επιβαλλόμενο από το κράτος. Ένα πλαίσιο που απαγορεύει τους επενδυτές να ασκούν κριτική στην κυβέρνηση.
Οι παραπάνω ριζικές αλλαγές οδήγησαν στη θεαματική ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας. Όμως συγχρόνως εντάθηκαν οι τεράστιες ανισότητες. Ανισότητες, βέβαια, που δεν εμπόδισαν τη μείωση της απόλυτης φτώχιας, αφού σήμερα πάνω από ένα δισεκατομμύριο κινέζοι έχουν ξεπεράσει την απόλυτη εξαθλίωση.
Οι συνεχιζόμενες αλλαγές στην οικονομία δεν φαίνεται να απομειώνουν την κυριαρχία του κινεζικού κομμουνιστικού κόμματος. Κάθε αλλαγή προς τον πολιτικό φιλελευθερισμό καταπιέζεται, ενώ ο τωρινός δια βίου πρόεδρος της Κίνας εντατικοποιεί τις προσπάθειες εμπέδωσης της κομμουνιστικής ιδεολογίας στις νέες γενιές. Όσο για την ανάπτυξη των μεσαίων στρωμάτων που η οικονομική εκτίναξη δημιούργησε, αυτή δεν οδήγησε σε πιέσεις για άνοιγμα του πολιτικού συστήματος. Έτσι, αντίθετα με αυτό που συνέβη στην Νότιο Κορέα, η ραγδαία ανάπτυξη δεν φαίνεται να καταλήγει σε έναν, έστω καχεκτικό, εκδημοκρατισμό. Η ολοκληρωτική, σοβιετικού τύπου οργάνωση του κόμματος και της κρατικής μηχανής, ο έλεγχος του στρατού από το κόμμα και πιο γενικά η κομμουνιστική κουλτούρα, η οποία βασίζεται σε ένα μείγμα κομματικής πειθαρχίας και κομφουκιανής παράδοσης, δίνει στον κινεζικό κοινωνικό σχηματισμό μια ισχυρή σταθερότητα που δεν υπάρχει σε άλλα αυταρχικά συστήματα.

3. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η κριτική του αμερικανού προέδρου σε ό,τι αφορά την έλλειψη δημοκρατικών αξιών και πρακτικών στην Κίνα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αλλά με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές πως ο ιδεολογικοπολιτικός πόλεμος δεν πρόκειται να αλλάξει το αυταρχικό κινεζικό καθεστώς. Απλά θα οδηγήσει σε μια εντεινόμενη σύγκρουση που θα υποσκάψει περισσότερο τη συνεργασία μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Συνεργασία που είναι απαραίτητη για να αντιμετωπιστούν παγκόσμια προβλήματα όπως η εντεινόμενη οικολογική καταστροφή, ο κίνδυνος ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου και η καταπολέμηση πανδημιών.

4. Πιο γενικά, κατά διαφορετικό τρόπο από τον Τραμπ, ο Τζο Μπάιντεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει την τεκτονική αλλαγή μεταξύ Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου που η ραγδαία παγκοσμιοποίηση δημιούργησε. Αυτή η αλλαγή έχει να κάνει με την αποδυνάμωση της δυτικής κυριαρχίας. Κυριαρχίας που υπήρξε πιο έκδηλη στην περίοδο της αποικιοκρατίας και αργότερα με τη ραγδαία μεταπολεμική άνοδο των ΗΠΑ. Αυτή η κατάσταση δεν πρόκειται να επανέλθει. Εξελίσσεται μια εντεινόμενη ανισορροπία δύναμης μεταξύ Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου. Ο αμερικανός πρόεδρος δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η κινεζική ανάπτυξη και η πρόθεση διαφόρων χωρών στην Ασία και αλλού να ακολουθήσουν το κινεζικό αναπτυξιακό μοντέλο θα οδηγήσει σε ένα διαφορετικό παγκόσμιο σύστημα.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως προχωρούμε σε μια «κινεζοποίηση» της οικουμένης. Το παγκόσμιο σύστημα θα εξακολουθεί να αποτελείται από τρία καπιταλιστικά υποσυστήματα: το νεοφιλελεύθερο υποσύστημα που κυρίως αντιπροσωπεύουν οι ΗΠΑ, το αυταρχικό κινεζικό και αυτό της ΕΕ που όλο και περισσότερο παίρνει ένα σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα – σοσιαλδημοκρατικό με την έννοια πως στην περίοδο της πανδημίας η δημιουργία του Ταμείου Ανάπτυξης και άλλων μη νεοφιλελεύθερων μέτρων έχουν οδηγήσει σε έναν καπιταλισμό με πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Για να μπορέσει η ανθρωπότητα να αντιμετωπίσει τους παγκόσμιους κινδύνους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, απαιτείται η συνεργασία και όχι ο πόλεμος μεταξύ των τριών σχηματισμών. Γιατί αν κυριαρχήσει η παγκόσμια σύγκρουση, θα δούμε καταστροφές βιβλικού τύπου.
Η πανδημία δημιουργεί προοπτικές παγκόσμιας συνεργασίας. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θέλουν μια παγκόσμια αλλαγή προς το καλύτερο. Συγχρόνως οι ηγεσίες των τριών υποσυστημάτων αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πως, λόγω της ραγδαίας αλληλοσύνδεσης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, σε περίπτωση σύγκρουσης δεν θα υπάρξουν νικητές και ηττημένοι. Θα υπάρξουν μόνο χαμένοι.

Συμπέρασμα: Οι ΗΠΑ, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, θα εξακολουθήσουν να κατέχουν τον ηγεμονικό θρόνο στην παγκόσμια αρένα. Αλλά ο στόχος να εκδημοκρατίσουν σταδιακά τον κινεζικό γίγαντα είναι ουτοπικός. Βέβαια, ο πρόεδρος Μπάιντεν είναι υποχρεωμένος να αντιδρά όταν ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ ακολουθεί ημι-παράνομες πολιτικές που στρέφονται εναντίον των αμερικανικών συμφερόντων. Αλλά πρέπει να πάψει να ανακατεύεται στις εσωτερικές εξελίξεις στην Κίνα. Θα πρέπει να στρέψει περισσότερο την προσοχή του στα τεράστια εσωτερικά προβλήματα της χώρας του.
Τελειώνοντας, θέλω να αναφερθώ στην πρόσφατη δήλωση του αμερικανού προέδρου στην οποία αναφέρεται στον Πούτιν ως δολοφόνο – αφού βρίσκεται πίσω από την απόπειρα δολοφονίας του Ναβάλνι. Αυτό είναι σωστό, αλλά εντείνει τις πιθανότητες επιστροφής σε έναν Ψυχρό Πόλεμο, χειρότερο από τον προηγούμενο.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/3/2021. 

Η διαχείριση της τωρινής κρίσης

Η κατάσταση σήμερα γίνεται συνεχώς όλο και πιο έκρυθμη. Από τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον της απόφασης εγκατάστασης αστυνομικών φρουρών στο πανεπιστήμιο μέχρι τις κινητοποιήσεις εναντίον της αστυνομικής βίας και υπέρ του Κουφοντίνα, οι εξελίξεις δημιουργούν ένα βαθύ ρήγμα στο πολιτικό σύστημα. Ρήγμα που υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς.

1. Ποιος φταίει για αυτή την κατάσταση; Για πολλούς φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αφού είναι κυρίως η αξιωματική αντιπολίτευση που είναι πίσω από τις κινητοποιήσεις. Πρόκειται για μια θέση που, έτσι και αλλιώς, αποδίδει δυσανάλογη δύναμη στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης το οποίο συνήθως σύρεται από τις εξελίξεις. Για άλλους, η ιδέα πως την κύρια ευθύνη φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να κάνει με τα ΜΜΕ που, συστηματικά, υποστηρίζουν την κυβέρνηση και κατασκευάζουν μια παραπλανητική εικόνα του τι συμβαίνει σήμερα. Βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άμοιρος ευθυνών – κυρίως με δηλώσεις τύπου Δρίτσα ή με τις γνωστές πολακικές συμπεριφορές. Την κύρια όμως ευθύνη την έχει η κυβέρνηση. Αφού εν μέσω πανδημίας ο πρωθυπουργός προχωρεί σε μια πολιτική που εντείνει την πόλωση. Μια πολιτική που, μεταξύ άλλων, οδηγεί στην επιδείνωση της υγειονομικής κρίσης και στην άνοδο του αριθμού των κρουσμάτων.

2. Αυτή η πολιτική είναι ακόμα πιο απαράδεκτη αφού υπάρχουν άλλοι, λιγότερο πολεμοχαρείς τρόποι διαχείρισης των δυσλειτουργιών του πανεπιστημίου. Καθώς και άλλοι τρόποι διαχείρισης της υπόθεσης Κουφοντίνα. Στην πρώτη περίπτωση, όπως έχουν υποστηρίξει και προσωπικότητες που στηρίζουν την ΝΔ, αντί για την εγκατάσταση αστυνομικής φρουράς εντός του πανεπιστημίου θα έπρεπε να υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μη αστυνομικών φρουρών υπό την εποπτεία όχι του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, αλλά των πρυτανικών αρχών. Πρυτανικών αρχών που θα υποχρεώνονται να καλούν την αστυνομία όταν συντρέχουν λόγοι. Γιατί ως γνωστόν, πολλές φορές για ενδοπανεπιστημιακούς/πελατειακούς λόγους η αστυνομία δεν καλείται.
Τέλος, ακόμα και αν ο πρωθυπουργός θέλει να υλοποιήσει την εσωτερική αστυνόμευση των πανεπιστημίων, τίθεται το εξής ερώτημα: γιατί δεν αναβάλλει το σχέδιό του μέχρι το τέλος της πανδημίας, αποφεύγοντας έτσι την κοινωνική ένταση και την παρεπόμενη αύξηση των κρουσμάτων που οι κινητοποιήσεις δημιουργούν; Σε αυτό το ερώτημα ο πρωθυπουργός δεν πρόκειται ποτέ να απαντήσει. Γιατί η μόνη απάντηση θα ήταν πως το κάνει για μικροκομματικούς λόγους. Προτιμά τις πολιτικές που ευνοούν το κόμμα του. Προτιμά τα περισσότερα κρούσματα και την προσπάθεια για μετάθεση των ευθυνών στην αξιωματική αντιπολίτευση από το τέλος των κινητοποιήσεων και την κοινωνική ειρήνη.

3. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση Κουφοντίνα. Με βάση μια νομοθετική ρύθμιση που η ίδια η κυβέρνηση θέσπισε, ο ισοβίτης τρομοκράτης έχει το δικαίωμα να επιστρέψει στον Κορυδαλλό. Αλλά ακόμα και αν υποθέσουμε πως ο Κουφοντίνας δεν έχει αυτό το δικαίωμα, δεν είναι προτιμότερο να του επιτραπεί η μετάβαση στον Κορυδαλλό για να αποφευχθεί μια κατάσταση που συνεχώς τον ηρωοποιεί και ισχυροποιεί τους αναρχικούς υποστηρικτές του; Με δύο λόγια, αν ο πρωθυπουργός ήθελε να αποφύγει τις κινητοποιήσεις υπέρ του Κουφοντίνα, θα έπρεπε να αφήσει τον τελευταίο να επιστρέψει στον Κορυδαλλό. Γιατί δεν το κάνει; Για προφανείς λόγους. Ο κύριος είναι πως με τις ταραχές και στην υπόθεση του πανεπιστημίου και σε αυτή του Κουφοντίνα η προσοχή του κόσμου στρέφεται περισσότερο προς τους «ταραχοποιούς» και λιγότερο προς τα λάθη της κυβέρνησης.
Υπάρχουν επίσης και ψηφοθηρικοί λόγοι. Το κόμμα της ΝΔ επένδυσε, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην πόλωση και στον διχασμό (βλ. Συμφωνία των Πρεσπών). Διαμόρφωσε ένα πολιτικό ακροατήριο με όρους σφοδρής αντιπαλότητας, σε αντίθεση μάλιστα με όσα πρεσβεύει μια μεγάλη μερίδα μετριοπαθών κεντροδεξιών. Το επιχείρημα λοιπόν πως για τις κινητοποιήσεις φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ, συγκρατεί αυτό το ακροατήριο – δίνοντας ψήφους που χρειάζεται στις επόμενες εκλογές. Εκλογές που μπορεί να έρθουν σύντομα. Είναι για τέτοιου είδους λόγους που ο πρωθυπουργός δεν ενδιαφέρεται για τις αρνητικές επιπτώσεις των κινητοποιήσεων. Δεν τον απασχολεί το γεγονός πως οι διαδηλώσεις και οι πορείες, τις οποίες ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε το ΚΚΕ δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν, θέτουν σε κίνδυνο την εξέλιξη της πανδημίας. Αυτό που μετράει πάνω από όλα είναι η συνέχιση της επιμεριστικής και αυταρχικής κυβερνητικής πολιτικής.

Συμπέρασμα. Είναι λιγότερο ο ΣΥΡΙΖΑ και περισσότερο η ΝΔ που ευθύνεται για τις τωρινές ταραχές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακολουθεί μια έξαλλη, αυταρχική πολιτική που δεν λύνει τα σοβαρά προβλήματα που η χώρα αντιμετωπίζει. Ο πρωθυπουργός, όπως στις ταινίες του Φαρ Ουέστ, λειτουργεί ως «ήρωας που σώζει τα θύματα και τιμωρεί τους ληστές».

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 20/3/2021. 

Ο δεξιός λαϊκισμός

Ξεκινώ με τον λαϊκιστικό προσανατολισμό της κυβέρνησης στο θέμα του πανεπιστημίου. Στην ψήφιση δηλαδή ενός νομοσχεδίου που μετατρέπει τα ελληνικά πανεπιστήμια σε αστυνομοκρατούμενους οργανισμούς με την εγκατάσταση αστυνομικών μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους. Φρουρών που θα είναι υπόλογοι στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

1. Ποια θα ήταν η προφανής εναλλακτική, δημοκρατική λύση που ο πρωθυπουργός αγνόησε; Θα ήταν ένα μη αστυνομικό προσωπικό φύλαξης που δεν θα χρηματοδοτούνταν από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αλλά από τον πανεπιστημιακό προϋπολογισμό. Προϋπολογισμό που θα είναι υπό τον έλεγχο των πρυτανικών αρχών. Αυτή η λύση θα προϋπόθετε τη μη ολιγωρία του εκάστοτε πρύτανη, δηλαδή την υποχρέωση να ενημερώνει αμέσως την αστυνομία όταν παρατηρούνται έκνομες ενέργειες στον πανεπιστημιακό χώρο. Αυτό συχνά δεν γίνεται γιατί μερικοί από τους πρυτάνεις, για ενδοπανεπιστημιακούς, πελατειακούς ή άλλους λόγους, δεν ειδοποιούν τις αστυνομικές αρχές. Από την άλλη μεριά, μερικές φορές συμβαίνει και το αντίθετο. Η αστυνομία δεν εμφανίζεται ως οφείλει όταν ο πρυτανικές αρχές την ειδοποιούν. Και στις δύο απαράδεκτες αυτές περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρχουν αυστηρές κυρώσεις.
Σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο, όπως σε πολλά ξένα πανεπιστήμια, θα πρέπει να υπάρχει κάρτα εισόδου. Με αυτή θα επιτρέπεται η είσοδος φοιτητών, καθηγητών και υπαλλήλων σε μια σχολή. Θα πρέπει επίσης να υπάρχουν θυρωροί που θα ελέγχουν ποιος μπορεί να εισέρχεται χωρίς κάρτα εισόδου. Για παράδειγμα, όταν κάποιος προσκαλείται να δώσει μια διάλεξη.

2. Με βάση τα παραπάνω τίθεται το εξής ερώτημα. Γιατί ο πρωθυπουργός επέλεξε να λύσει τα, πράγματι, απαράδεκτα φαινόμενα με έναν βίαιο και αντιδημοκρατικό τρόπο; Την στιγμή μάλιστα που σημαντικά στελέχη της ΝΔ, όπως για παράδειγμα ο καθηγητής Θ. Φορτσάκης ή ο τέως υπουργός Γ. Σουφλιάς, εναντιώθηκαν στο μέτρο της αστυνόμευσης.
Καταλαβαίνω βέβαια γιατί η υπουργός Παιδείας κ. Κεραμέως, η οποία δεν γνωρίζει καλά την ελληνική πανεπιστημιακή πραγματικότητα, εισηγείται μια αντιδημοκρατική λύση. Αλλά γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης που έχει σίγουρα την ικανότητα να βλέπει ρεαλιστικά τα πολιτικά δρώμενα, δεν αντιλαμβάνεται πως υπάρχουν πιο πρακτικές και δημοκρατικές λύσεις για την πάταξη των παρανομιών που ενίοτε παρατηρούνται στο πανεπιστήμιο;

3. Κατά την γνώμη μου, ο πρωθυπουργός έκανε αυτή την επιλογή για καθαρά ψηφοθηρικούς, μικροκομματικούς λόγους. Ως γνωστόν, πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν πως η πλειοψηφία των πολιτών, ακόμα και ένα μέρος των ψηφοφόρων της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στηρίζουν το νομοσχέδιο. Το ότι η υπερβολικά δαιμονοποιημένη εικόνα των πανεπιστημίων κατασκευάστηκε από τα φίλα προσκείμενα στην κυβέρνηση ΜΜΕ δεν αλλάζει την κατάσταση. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη το βασικό είναι η ΝΔ να κερδίσει τις εκλογές που πιθανώς θα έρθουν σύντομα. Σε κάθε περίπτωση, ο πρωθυπουργός έπρεπε να είχε προβλέψει πως θα υπήρχαν κινητοποιήσεις εναντίον της ψήφισης ενός νομοσχεδίου που ανακαλεί μνήμες της χουντικής περιόδου. Έπρεπε επίσης να είχε προβλέψει πως ακόμα και αν η αξιωματική αντιπολίτευση, λόγω της πανδημίας, αποφάσιζε να μην στηρίξει τις μαζικές διαδηλώσεις φοιτητών και καθηγητών, δεν θα μπορούσε να τις αποτρέψει. Σίγουρα τα ήξερε όλα αυτά ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αλλά κατά την γνώμη του αυτό που προέχει είναι πώς θα ικανοποιήσει τον στενό πυρήνα του κομματικού ακροατηρίου του και θα κερδίσει το κόμμα του τις επόμενες εκλογές.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η κύρια ευθύνη για την περαιτέρω εξάπλωση της πανδημίας λόγω των κινητοποιήσεων δεν την έχουν οι πολίτες και τα υπόλοιπα κόμματα αλλά η κυβέρνηση. Επιπλέον, η κυβέρνηση δεν είχε καν την ευαισθησία να αναβάλλει λόγω της υγειονομικής κρίσης την ψήφιση ενός τόσο επίμαχου νομοσχεδίου. Πρόκειται καθαρά για μια περίπτωση όπου η ιδεολογική τύφλωση της κ. Κεραμέως και ο χρησιμοθηρικός λαϊκισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη υπερίσχυσαν.

4. Βέβαια, η εν λόγω κυβερνητική απόφαση δεν είναι το μόνο γεγονός που δείχνει τους λαϊκιστικούς προσανατολισμούς του πρωθυπουργού. Για παράδειγμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης σίγουρα ήξερε πως η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν ο μόνος τρόπος να λυθεί ένα πρόβλημα που ταλάνιζε τη χώρα για δεκαετίες – και που συγχρόνως έδειχνε μια κακή εικόνα εθνικιστικού μαξιμαλισμού και φανατισμού στους ευρωπαίους εταίρους μας. Αν ο σημερινός πρωθυπουργός συμφωνούσε με τη λύση που η προηγούμενη κυβέρνηση πέτυχε, θα είχε να αντιμετωπίσει την οργή της σωβινιστικής μερίδας του κόμματός του. Καθώς και τον παράλογο υπερπατριωτισμό όλων αυτών που λανθασμένα νομίζουν πως στον βαλκανικό χώρο υπάρχει μία Μακεδονία και είναι όλη δική μας.
Η ίδια λαϊκιστική τάση του πρωθυπουργού έχει παρατηρηθεί και στο προσφυγικό. Την στιγμή μάλιστα που η ηγεσία της ΕΕ, μετά τα τραγικά επεισόδια στην Μόρια, επεσήμανε την ανάγκη να μεταφερθεί ένας σημαντικός αριθμός προσφύγων στην ενδοχώρα. Η κυβέρνηση όμως το έκανε με το σταγονόμετρο γιατί δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τους νεοδημοκράτες δημάρχους και τους ντόπιους ψηφοφόρους που δεν ήθελαν πρόσφυγες στο «σπίτι τους».
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις τωρινές διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, και εδώ παρατηρούμε έναν λαϊκιστικό τρόπο διαχείρισης της κατάστασης. Αναφέρομαι στην παράλογη και μαξιμαλιστική θέση πως υπάρχει μόνο μια διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, αυτή της οριοθέτησης των θαλάσσιων χώρων. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Όπως για παράδειγμα το καθεστώς αποστρατικοποίησης των νήσων. Βέβαια η παρούσα κατάσταση μπορεί να δικαιολογηθεί από τη μεριά της χώρας μας. Το συγκεκριμένο όμως ζήτημα παραμένει μια διαφορά που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Αυτή η μονοδιάστατη κυβερνητική στάση, αργά ή γρήγορα, θα οδηγήσει στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Και είναι σίγουρο πως το «blame game» θα το κερδίσει η Τουρκία. Μας συμφέρει αυτό; Δεν μας συμφέρει. Αν όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά γιατί η αποτυχία των διαπραγματεύσεων θα βάλει τέλος στην πιθανότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – που είναι ο μόνος οργανισμός ικανός να αποφασίσει ποιες είναι οι υπαρκτές διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Η κυβέρνηση όμως δεν θέλει την προσφυγή στην Χάγη. Γιατί σε αυτή την περίπτωση ξέρει πολύ καλά πως θα κερδίσουμε σε κάποια σημεία, αλλά θα χάσουμε σε κάποια άλλα. Η σημερινή κυβέρνηση αδυνατεί να αναλάβει αυτή την ευθύνη. Αφού συνεχώς ισχυρίζεται πως έχουμε σε όλα δίκιο. Έτσι, έχει διαμορφώσει ένα κλίμα όπου κάθε αλλαγή πλεύσης θα χαρακτηρίζονταν ως «προδοσία».
Συμπέρασμα: είτε κοιτάξουμε τον τρόπο που η ΝΔ χειρίζεται τις χρονίζουσες δυσλειτουργίες του πανεπιστημίου είτε την στάση της στην Συμφωνία των Πρεσπών, στο μεταναστευτικό καθώς και στις τωρινές ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις – σε όλα αυτά τα πεδία ακολουθεί μια πολική που υπηρετεί περισσότερο τα κομματικά και λιγότερο τα εθνικά συμφέροντα. Αν η παραπλάνηση των πολιτών για τη διατήρηση της εξουσίας είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό μιας λαϊκιστικής ηγεσίας, τότε ο δεξιός λαϊκισμός καλά κρατεί στη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 27/2/2021. 

Κοινωνία πολιτών, αγορά, κράτος

Το άρθρο εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η κρατική εξουσία, οι μηχανισμοί της αγοράς και οι φορείς δράσης στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών επηρεάζουν και, σε έναν βαθμό, ελέγχουν τις εξελίξεις στον οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό χώρο.

Η αγορά

Κατά τη νεοφιλελεύθερη οπτική, η αγορά πρέπει να έχει περισσότερο βάρος σε σχέση με το κράτος. Γιατί όταν η οικονομική στρατηγική μιας κυβέρνησης δεν συναντά προσκόμματα από κρατικούς ελέγχους παρατηρούμε, σύμφωνα με αυτή την άποψη, υψηλή παραγωγικότητα και τη δημιουργία σημαντικού πλούτου. Ενός παραγόμενου πλούτου που στη συνέχεια, μέσω του λεγόμενου «trickle-down effect», διαχέεται προς τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Με αποτέλεσμα να κερδίζουν όχι μόνο οι εργοδότες, αλλά και οι εργάτες.
Το πρόβλημα με αυτή τη θέση είναι ότι συχνά η διάχυση του πλούτου προς τα κάτω δεν πετυχαίνει. Κυρίως γιατί δημιουργούνται τεράστιες ανισότητες. Ανισότητες που εντείνονται λόγω της έμμεσης φορολογίας που φτωχοποιεί κυρίως τους μη έχοντες, της ευνοϊκής για τις επιχειρήσεις φορολογίας και της μαζικής φοροδιαφυγής μέσω, για παράδειγμα, των συνεχώς αυξανόμενων φορολογικών παραδείσων. Αποτέλεσμα: οι τεράστιες ανισότητες περιθωριοποιούν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που, ως εκ τούτου, στρέφεται στον εθνολαϊκισμό. Είναι προφανές πως τα παραπάνω υποσκάπτουν σοβαρά τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Το κράτος

Όταν το κράτος υπερισχύει της αγοράς, όπως αυτό συνέβη στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο (1945-1975), σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις κατόρθωσαν να μειώσουν τις ανισότητες χωρίς να ανακόψουν την οικονομική ανάπτυξη. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που πράγματι παρατηρούμε τη διάχυση του παραγόμενου πλούτου προς τα κάτω. Όπως επίσης παρατηρούμε τη διάχυση κοινωνικών δικαιωμάτων (δωρεάν υγεία, παιδεία και κοινωνική ασφάλιση), αλλά και πολιτικών δικαιωμάτων όπως η ισχυροποίηση των δημοκρατικών θεσμών μέσω της ευρύτερης συμμετοχής της εργατικής και μεσαίας τάξης στην ενεργό πολιτική.
Στα μέσα όμως της δεκαετίας του 70, μια σειρά εξελίξεων, με αποκορύφωμα τον λεγόμενο «στασιμοπληθωρισμό», διαμόρφωσαν συνθήκες όπου η σοσιαλδημοκρατική πολιτική της προηγούμενης περιόδου δεν μπορούσε πια να λειτουργήσει,. Έτσι, ο συνδυασμός οικονομικής στασιμότητας και πληθωρισμού οδήγησε στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναγκάστηκαν σε έναν βαθμό να ακολουθήσουν τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές και αξίες.
Κατά τους οπαδούς της σοσιαλδημοκρατίας, η στροφή προς τον νεοφιλελευθερισμό οφείλεται κυρίως στη ραγδαία παγκοσμιοποίηση που μείωσε την αυτονομία του κράτους-έθνους. Αφού οι κυβερνήσεις δεν μπορούσαν πια να ελέγξουν τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Έτσι κάθε προσπάθεια για σοβαρό κρατικό έλεγχο είχε ως συνέπεια τη φυγή των μεγάλων επιχειρήσεων σε χώρες όπου η φορολογία ήταν χαμηλή και η εργατική νομοθεσία σχεδόν ανύπαρκτη. Άρα, κατά τους σοσιαλδημοκράτες, μόνο σε ένα υπερεθνικό επίπεδο, όπως αυτό της ΕΕ, μπορούν οι σοβαροί, σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού έλεγχοι να επιστρέψουν.

Η κοινωνία των πολιτών

Υπάρχουν πολλοί ορισμοί του όρου. Ο πιο αποδεκτός στις κοινωνικές επιστήμες είναι πως η κοινωνία των πολιτών αναφέρεται στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Σε ό,τι αφορά τον προβληματισμό περί ελέγχων, η θέση εδώ είναι πως υπάρχουν έλεγχοι που ούτε το κράτος ούτε η αγορά μπορεί να ασκήσει. Και αυτό γιατί στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών υπάρχουν σημαντικοί φορείς δράσης (Ανεξάρτητες Αρχές, μη κυβερνητικές οργανώσεις και διάφορα κοινωνικά κινήματα) που πιέζουν και ελέγχουν το κράτος και τις αγορές.
Για παράδειγμα, το κράτος πρέπει μεν να ελέγχει την αγορά, αλλά πρέπει επίσης και να ελέγχεται. Αυτό απαιτεί κυρίως, αλλά όχι μόνο, ισχυρές, ανεξάρτητες από τα κόμματα και την κυβέρνηση αρχές που όχι μόνο ασκούν κριτική, αλλά και επεμβαίνουν δυναμικά όταν παρατηρούνται φαινόμενα πελατειακότητας, διαφθοράς και γραφειοκρατικών αγκυλώσεων της κρατικής μηχανής. Για αυτόν τον λόγο, στις δημοκρατικά οργανωμένες κοινωνίες, κυρίως στη βορειοδυτική Ευρώπη (αντίθετα με τη χώρα μας όπου η κοινωνία πολιτών είναι ισχνή), υπάρχουν αποτελεσματικοί έλεγχοι από ανεξάρτητες αρχές. Σε αυτή την περίπτωση, οι ανεξάρτητες οργανώσεις και θεσμοί εντοπίζουν δυσλειτουργίες και παρανομίες και στον χώρο της αγοράς και στον χώρο της κρατικής μηχανής. Με δυο λόγια, οι ανεξάρτητες αρχές, όταν λειτουργούν σωστά, ελέγχουν και τη μονοπωλιακή ασυδοσία των αγορών και τους μηχανισμούς του κράτους.
Παρόμοιες παρεμβάσεις από ΜΚΟ και κοινωνικά κινήματα παρατηρούμε και στους χώρους της οικογένειας, της εργασίας, της παιδείας, του αθλητισμού και της τέχνης – χώρους όπου χρησιμοποιείται συστηματικά φυσική ή/και συμβολική βία εναντίον των πιο αδύναμων (παιδιών, γυναικών, μαθητών, αθλητών, υπαλλήλων, καλλιτεχνών κτλ.). Αυτού του είδους οι δράσεις της κοινωνίας των πολιτών, για παράδειγμα μέσω της δημοσιοποίησης και της γενικής κατακραυγής που οι φορείς της ενθαρρύνουν, αλλάζουν ριζικά τον κοινωνικό ιστό κατά χειραφετικό τρόπο.
Συμπερασματικά, είναι αδύνατον να καταλάβουμε πώς λειτουργούν ή δυσλειτουργούν οι σύγχρονες κοινωνίες όταν περιορίζουμε την ανάλυση στο δίπολο κράτος-αγορά. Γιατί η κοινωνία των πολιτών, ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς, μέσω διάφορων φορέων δράσης, όχι μόνο ελέγχει αλλά και διαμορφώνει σε έναν σημαντικό βαθμό τη λειτουργία και τον μετασχηματισμό των πολιτικών, οικονομικών και πολιτικών θεσμών.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 20/2/2021. 

Η πορεία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού

Από την σκοπιά της κομματικής οργάνωσης και της συμμετοχής του πληθυσμού στο κομματικό σύστημα, μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τρεις φάσεις του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα:
- τον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό από το 1844 έως το 1909,
- τον μετα-ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, 1909-1967,
- τον κοινοβουλευτισμό της μεταπολίτευσης, 1974-2020.

Ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Όπως είναι γνωστό, ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός πήρε την οριστική μορφή του το 1864 με τη θέσπιση της καθολικής ψήφου για τους άνδρες (οι πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές έγιναν το 1844). Όμως παρά την καθολική ψήφο των ανδρών, η πλειονότητα του πληθυσμού παρέμενε έξω από την ενεργό πολιτική με την έννοια ότι οι προύχοντες έλεγχαν λίγο πολύ αυτόματα τις ψήφους των πελατών τους με νόμιμα ή/και παράνομα μέσα. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ας δούμε τη δυναμική λειτουργία των θεσμών.
Στο επίπεδο της κομματικής διαμάχης, η πληθώρα των βραχύβιων κυβερνήσεων της περιόδου αυτής δείχνει μια αστάθεια, η οποία εν μέρει οφείλεται στην αδύνατη θεσμοποίηση ενός πολιτικού συστήματος που δεν ανταποκρίνονταν στις δομικές ανάγκες της χώρας. Αλλά αυτού του είδους η πολιτική αστάθεια (που θα την αποκαλούσα κυβερνητική) λειτουργούσε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο στάθηκε σε όλη αυτή την περίοδο απροσδόκητα σταθερό. Πράγματι, από το 1864 έως το 1909, παρ' όλες τις δυσλειτουργίες του ελληνικού κοινοβουλευτισμού δεν υπήρξε σοβαρή προσπάθεια από στρατιωτικούς, τον θρόνο ή άλλες πολιτικές δυνάμεις να διαταράξουν τις βασικές παραμέτρους του συστήματος, δηλαδή την ισορροπία μεταξύ του θρόνου και της πολιτικής ολιγαρχίας (των τζακιών).
Βέβαια, μέσα σε αυτό το σύστημα ισορροπίας ο θρόνος είχε σαφώς το πάνω χέρι. Γιατί η βασιλεία είχε ουσιαστικό έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής και του στρατού. Αυτή η σαφής κυριαρχία του θρόνου σε σχέση με το κοινοβούλιο γίνεται κατανοητή αν ρίξουμε μια ματιά στους άλλους δύο παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού, δηλαδή στον στρατό και στα τζάκια. Όσον αφορά τον πρώτο, στον 19ο αιώνα το στράτευμα δεν είχε διαμορφωθεί ακόμα σε συγκεκριμένη ομάδα πίεσης. Ούτε ήταν η στρατιωτική ηγεσία διαφοροποιημένη από την πολιτική – εφόσον και οι δύο ελίτ προέρχονταν βασικά από τις ολιγαρχικές οικογένειες που είχαν λίγο πολύ τα ίδια συμφέροντα. Επιπλέον ο συνδυασμός της κυβερνητικής αστάθειας και μακροχρόνιας συνταγματικής σταθερότητας δεν ήταν ευνοϊκός για την επέμβαση του στρατού στην πολιτική.
Σε σχέση με την πολιτική ολιγαρχία, η δύναμη της απέναντι στο στέμμα υποσκάπτονταν από το ότι οι κομματικές οργανώσεις που διέθετε ήταν εξαιρετικά ισχνές. Όπως είναι γνωστό, τα κόμματα στον 19ο αιώνα ήταν λέσχες προσωπικοτήτων χωρίς μόνιμη οργάνωση στο επίπεδο της περιφέρειας. Με άλλα λόγια τα κόμματα ήταν έναν συνονθύλευμα πολιτικών «βαρόνων» που είχαν υπό τον έλεγχό τους πελατειακά δίκτυα. Με τέτοιου είδους οργάνωση δεν είναι περίεργο πως ο μονάρχης μπορούσε, ιδίως πριν από το 1875 (αρχή της δεδηλωμένης), να διορίζει και να παύει κυβερνήσεις κατά βούληση μέχρι να πετύχει την κυβερνητική σύνθεση που τον βόλευε. Έτσι, σε αυτή την πρώτη περίοδο του κοινοβουλευτισμού το κοινοβούλιο ήταν υποβαθμισμένο και επειδή τα κόμματα δεν αντιπροσώπευαν πλατιά κοινωνικά στρώματα και επειδή, λόγω της έλλειψης σοβαρής κομματικής οργάνωσης, ήταν λίγο πολύ υποχείρια του θρόνου.

Ο μετα-ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός δεν μπορούσε φυσικά να κρατήσει επ' άπειρον. Ήδη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα η διείσδυση του δυτικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια και οι σχετικές μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη στη δεκαετία του 1880 οδήγησαν την Ελλάδα σε μια μεταβατική περίοδο. Περίοδο όπου νέες κοινωνικές δυνάμεις θα αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της εξουσίας που βρίσκονταν στα χέρια ενός μικρού αριθμού ολιγαρχικών οικογενειών. Από αυτή την άποψη, το πραξικόπημα του 1909 αποτέλεσε βασικό σταθμό στην ελληνική πολιτική ιστορία. Έβαλε τέλος στον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό. Βοήθησε στην άνοδο του Βενιζέλου, στην είσοδο νέων προσώπων στην πολιτική αρένα και στη συγκρότηση κομμάτων που, χωρίς να χάσουν τον πελατειακό χαρακτήρα τους, είχαν μια πιο συγκεντρωτική δομή.
Πράγματι η άνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη κομματικών οργανώσεων σε εθνική κλίμακα. Έτσι για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία του τόπου, το κόμμα των Φιλελευθέρων εγκατέστησε γραφεία σε διάφορες επαρχιακές πόλεις. Με αυτόν τον τρόπο οι πολιτικοί ηγέτες άρχισαν να ασκούν περισσότερο έλεγχο στα μέλη τους και ως εκ τούτου να αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στον θρόνο. Με την αυξανόμενη κομματική πειθαρχία, η δυνατότητα του μονάρχη να χειραγωγεί πολιτικούς και εκλογές μειώθηκε. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς Γεώργιος απέλυσε με μεγάλη ευκολία τον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο το 1868 παρά τη συντριπτική πλειοψηφία που είχε στη βουλή. Ήταν όμως πολύ πιο δύσκολο να απαλλαγεί ο Κωνσταντίνος από τον Βενιζέλο το 1915-1916.
Όπως είναι γνωστό, η διαφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου οδήγησε στον διχασμό, στο σχίσμα ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Σχίσμα που σημάδεψε βαθιά την πολιτική ιστορία του μεσοπολέμου. Αυτό που έχει σημασία από την σκοπιά αυτής της ανάλυσης είναι ότι η διαμάχη πάνω στο θέμα της μοναρχίας σήμανε το τέλος μισού αιώνα συνταγματικής σταθερότητας. Από το 1916 και μετά, η ενδημική κυβερνητική αστάθεια θα συνεχιστεί μέσα σε ένα συνταγματικό πλαίσιο που βρίσκονταν και αυτό σε μια κατάσταση συνεχούς ανισορροπίας. Γιατί με τον διχασμό ο θρόνος παύει να είναι «υπεράνω» της πολιτικής. Με το να ταυτιστεί απόλυτα με μια πολιτική παράταξη δημιούργησε έναν τύπο διαμάχης που δεν μπορούσε πια να ελεγχθεί εκ των άνω.
Καθώς το πολιτικό εκκρεμές ταλαντεύονταν μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, εμφανίζεται μια αστάθεια που ήταν τελείως διαφορετική από την απλή κυβερνητική αστάθεια του 19ου αιώνα. Με αυτού του είδους την αστάθεια ανοίγει πλέον διάπλατα η πόρτα σε αυτό που ο Huntington ονόμασε πραιτωριανισμό, δηλαδή τη θεσμοποίηση των στρατιωτικών επεμβάσεων στην πολιτική. Από εκείνη την στιγμή, ο μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται από μια σειρά κινημάτων και αντικινημάτων, καθώς ανταγωνιστικές πολιτικές ομάδες με τη βοήθεια στρατιωτικών φατριών, προσπαθούν να επιβάλλουν βίαια τη δική τους συνταγματική λύση στη χώρα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της δύναμης του στρατού στο παιχνίδι της εξουσίας είναι προφανής, ιδίως αν λάβουμε υπόψη μας πως αρχικά οι στρατιωτικές επεμβάσεις είχαν έναν μάλλον μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Αργότερα όμως η μεταξική δικτατορία είχε σαν κύριο στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου «από τα κάτω». Έτσι εγκαινιάζεται ο τύπος της τρομοκρατίας που θα πάρει την πιο τελειοποιημένη μορφή του στο καθεστώς του 1967-1974.
Πιο συγκεκριμένα, μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ελληνικός στρατός μεγαλώνει κατά θεαματικό τρόπο. Καθώς η Στρατιωτική Ακαδημία ανοίγει τις πόρτες της στις μεσαίες τάξεις και λόγω των μακροχρόνιων πολέμων, η άνοδος στη στρατιωτική ιεραρχία γίνεται πιο εύκολη. Το σώμα των αξιωματικών εμφανίζεται σαν ομάδα πίεσης που προσπαθεί να προωθήσει τα επαγγελματικά της συμφέροντα. Οι παραπάνω εξελίξεις σε μια περίοδο όπου η συνεχιζόμενη κυβερνητική αστάθεια συνδυάζεται και με συνταγματική αστάθεια, κάνουν τη δυναμική επέμβαση του στρατού στην πολιτική αναπόφευκτη.

Ο κοινοβουλευτισμός της μεταπολίτευσης

Α. Στην πρώιμη μεταπολίτευση η κατάργηση της μοναρχίας, η συρρίκνωση της δύναμης του στρατού μετά το φιάσκο της Κύπρου και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ κατέστησε τη βουλή τον κεντρικό θεσμό του συστήματος εξουσίας. Αλλά δυστυχώς και σε αυτή την τρίτη φάση, η υποβάθμιση του κοινοβουλίου συνεχίζεται παρά την δραματική μείωση εξωκοινοβουλευτικών επεμβάσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι μετά το 1974 τα κόμματα μαζικοποιήθηκαν χωρίς όμως να εκδημοκρατιστούν. Χωρίς δηλαδή να αποβάλλουν τα έντονα πελατειακά και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά τους.
Πιο συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, μια από τις ιδιαιτερότητες του μεταπολιτευτικού συστήματος έγκειται στο ότι τα κόμματα πήραν έναν πολύ μαζικό χαρακτήρα. Γιατί αν με την άνοδο του βενιζελισμού οι κομματικοί σχηματισμοί έπαψαν να είναι ολιγαρχικές λέσχες, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ βλέπουμε μια εξίσου σημαντική τομή στην κομματική οργάνωση. Βλέπουμε τη μετάβαση από συγκεντρωτικά αλλά μη μαζικά κόμματα σε κόμματα πιο μαζικά οργανωμένα. Σε αυτή την περίοδο λοιπόν, η μαζικοποίηση των κομμάτων σημαίνει μεν την πιο πλατιά ένταξη των πολιτών στην πολιτική αρένα, αλλά αυτή η ένταξη πήρε έναν πιο αυταρχικό χαρακτήρα.
Αυτό φαίνεται καθαρά αν λάβουμε υπόψη πως ενώ στην ολιγαρχική περίοδο η αυτονομία που οι τοπικοί κομματάρχες είχαν απέναντι στην κεντρική οργάνωση του κόμματος, αυτονομία που βασίζονταν στην ικανότητά τους να ελέγχουν τοπικά πελατειακά δίκτυα, χάθηκε χωρίς να αντικατασταθεί όπως στη δυτική Ευρώπη, με δημοκρατικά οργανωμένα, αυτόνομα κομματικά όργανα ικανά να ελέγχουν τις ενδεχόμενες αυθαιρεσίες της κομματικής ηγεσίας. Με άλλα λόγια, στη μαζική μεταπολιτευτική αρένα τα ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ αρχηγού και κομματικής βάσης έχουν ελάχιστη αυτονομία. Κυρίως κατά την περίοδο που κυριαρχούσε ο ακραίος λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου, τα στελέχη του κόμματος και οι βουλευτές του είχαν μετατραπεί σε υπαλλήλους του αρχηγού.

Β. Περνώντας τέλος στην τωρινή κατάσταση, παρατηρούμε ένα πολωμένο πολιτικό σύστημα με την Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ ως τους δύο βασικούς πόλους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη εκδημοκράτισε σε έναν βαθμό το πολίτευμα της χώρας. Από την άλλη μεριά, οι τεράστιες ανισότητες που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο των μνημονίων, ανισότητες που εντείνονται στην περίοδο της πανδημίας, οδηγούν ένα περιθωριοποιημένο κομμάτι του πληθυσμού στον εθνολαϊκισμό. Μια κατάσταση που για προφανείς λόγους υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Συμπερασματικά, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κοινοβουλευτισμός στη χώρα μας απέκτησε γερές ρίζες, αφού κατόρθωσε, με μερικές διακοπές, να λειτουργήσει από τα μέσα του περασμένου αιώνα έως σήμερα. Όπως όμως και σε άλλες κοινωνίες ύστερης ανάπτυξης, η δημοκρατική λειτουργία του κοινοβουλίου εξακολουθεί να υποσκάπτεται από διαδικασίες που εμποδίζουν την αντιπροσώπευση ευρύτερων συλλογικών ομάδων. Έτσι, αν οι δημοκρατικές δυνάμεις ξεπέρασαν τον ολιγαρχικό και εν συνεχεία τον πραιτωριανό κοινοβουλευτισμό, σήμερα πρέπει να παλέψουν για να ξεπεράσουν τον κομματικοκρατικό κοινοβουλευτισμό. Ενός κοινοβουλευτισμού όπου τα κόμματα μετατρέπονται από μέσα λαϊκής εκπροσώπησης σε μέσα χειραγώγησης.

*Δημοσίευση στο κυριακάτικο αφιέρωμα της "Αυγής" (24/1/2021). 

Ο ελληνικός παραλογισμός

Οι διερευνητικές διαπραγματεύσεις μάλλον θα αρχίσουν, αλλά σίγουρα δεν θα πετύχουν. Αφού οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς το τι πρέπει να συζητηθεί. Η μεν χώρα μας επιμένει στη θέση πως η μόνη διαφορά προς συζήτηση είναι αυτή της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Η Τουρκία, από την άλλη μεριά, τονίζει πως η βασική προϋπόθεση για τον διάλογο είναι η συζήτηση πάνω σε όλα τα θέματα που χωρίζουν τις δύο χώρες.

1. Νομίζω πως η τουρκική απαίτηση είναι σε κάποιον βαθμό εύλογη. Γιατί σίγουρα υπάρχουν όχι μόνο μία, αλλά και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών (βλ. Αλέξης Ηρακλείδης, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος: 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων, Θεμέλιο 2020). Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση πως δεν υπάρχουν άλλες διαφορές; Για παράδειγμα, η αποστρατικοποίηση των νησιών είναι μια διαφορά. Βέβαια η ελληνική πλευρά τονίζει πως η στρατικοποίηση ήταν αναγκαία λόγω της άκρως επιθετικής τουρκικής πολιτικής. Μπορεί κάτι τέτοιο να ήταν αναγκαίο, αλλά αυτό όμως δεν σημαίνει πως η συγκεκριμένη διαφορά δεν πρέπει να μπει στη διαπραγματευτική ατζέντα. Ένα άλλο πρόβλημα προς συζήτηση είναι αυτό των βραχονησίδων. Αφού υπάρχει ασάφεια ως προς το ποιες από αυτές ανήκουν στην Τουρκία και ποιες στην Ελλάδα. Γιατί να μην είναι και αυτό θέμα προς συζήτηση;

2. Με βάση τα παραπάνω, για να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις πρέπει η κυβέρνηση να αλλάξει τη μαξιμαλιστική της θέση. Δυστυχώς όμως αυτό δεν θα το κάνει γιατί ο πρωθυπουργός φοβάται πως μια υποχώρηση σε αυτό το θέμα θα θεωρηθεί ως «προδοσία». Αν έτσι έχουν τα πράγματα, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων το «blame game» θα το κερδίσει Τουρκία.
Μήπως τελικά δεν είναι σίγουρο αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέλει την προσφυγή μας στην Χάγη; Γιατί αν πάμε, θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε. Το Διεθνές Δικαστήριο σίγουρα θα αποφασίσει πως σε μερικά σημεία είναι η χώρα μας που έχει δίκιο, ενώ σε άλλα είναι η Τουρκία. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν θα ήταν αποδεκτό από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στη χώρα μας. Πληθυσμού που, μέσω των ΜΜΕ και άλλων μηχανισμών, πιστεύει πως η χώρα μας έχει σε όλα δίκιο. Από αυτή την άποψη, η τωρινή κατάσταση θυμίζει αυτή των Πρεσπών. Η Συμφωνία που επιτεύχθηκε στις Πρέσπες θεωρήθηκε από πολλούς ως προδοσία. Αντίθετα όμως με την τωρινή κυβέρνηση, ο Αλέξης Τσίπρας είχε το θάρρος να πάει εναντίον του εθνολαϊκιστικού ρεύματος. Σε αυτή τη βάση, διερωτάται κανείς αν η κυβέρνηση θέλει πράγματι να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις και αν όντως θέλει την προσφυγή μας στην Χάγη. Μήπως η νεοδημοκρατική ηγεσία προτιμά να πάει το θέμα στις καλένδες; Μήπως θέλει να πετάξει την καυτή πατάτα σε μια μελλοντική κυβέρνηση;

3. Ανεξαρτήτως πώς απαντάει κάποιος στις παραπάνω ερωτήσεις, η τωρινή κυβερνητική στάση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Γιατί αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις οι πιθανότητες ενός θερμού επεισοδίου, καθώς και μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, αυξάνονται επικίνδυνα.
Η κυβέρνηση, βέβαια, θεωρεί πως η ΕΕ και οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν στη γείτονα χώρα να κλιμακώσει σε τέτοιον βαθμό τις επιθετικές της ενέργειες. Αυτό όμως είναι όνειρο θερινής νυκτός. Μπορεί σε μια τέτοια την περίπτωση οι σύμμαχοί μας να καταδικάσουν την Τουρκία, αλλά δεν θα περάσουν από τα λόγια στην πράξη. Για οικονομικούς και γεωπολιτικούς λόγους, ούτε η ΕΕ ούτε οι ΗΠΑ δεν θα επέμβουν στρατιωτικά για να βοηθήσουν την Ελλάδα. Αφού δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να τα χαλάσουν με την Τουρκία. Μπορεί βέβαια να χρησιμοποιήσουν τις κυρώσεις για να αποτρέψουν μια τουρκική στρατιωτική επέμβαση. Αλλά οι κυρώσεις, όσο σοβαρές κι αν είναι, δεν πρόκειται να σωφρονίσουν τον Ερντογάν. Μάλλον το αντίθετο. Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα κινητοποιούσε τον πατριωτισμό των τούρκων, οι οποίοι θα στήριζαν τον πρόεδρό τους. Με αυτόν το τρόπο, η μειωμένη δημοτικότητα του Ερντογάν θα μπορούσε να ζωντανεύσει ξανά.
Συμπερασματικά, ο μόνος τρόπος για να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα είναι μέσω ανοιχτών διαπραγματεύσεων που θα οδηγήσουν στην Χάγη. Όσο η κυβέρνηση επιμένει στη μαξιμαλιστική της θέση, τόσο ο δρόμος προς το Διεθνές Δικαστήριο κλείνει. Αντίθετα, ανοίγει ο δρόμος για μια στρατιωτική σύγκρουση που θα έχει σίγουρα καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/1/2021.

Το σχέδιο Πισσαρίδη. 6 παρατηρήσεις

Υπήρξαν πολλές αντιδράσεις στην Έκθεση Πισσαρίδη – θετικές και αρνητικές. Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να αναπτύξω έξι προτάσεις που αρθρώνουν αρνητικά και θετικά στοιχεία της έκθεσης.

1. Ξεκινώ από τις νεοφιλελεύθερες προτάσεις του σχεδίου Πισσαρίδη. Το μεγαλύτερο βάρος δίνεται στην αγορά. Το κράτος πρέπει να παίζει κυρίως ρυθμιστικό ρόλο, δηλαδή να δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ιδιωτικές επενδύσεις να είναι αποτελεσματικές, να οδηγούν στην ανάπτυξη. Βέβαια, το σχέδιο αναφέρεται στις κρατικές επενδύσεις, αλλά η έμφαση είναι στις ιδιωτικές. Είναι για αυτόν τον λόγο που υποστηρίζεται στη σελίδα 116 πως «το ύψος των δημόσιων δαπανών και φορολογικών εσόδων πρέπει να αυξάνεται με χαμηλότερο ρυθμό από το ΑΕΠ». Συγχρόνως όμως τονίζει την ανάγκη εκσυγχρονισμού της κρατικής διοίκησης. Αλλά αν η κρατική διοίκηση γίνει πιο αποτελεσματική, γιατί να μην είναι κυρίαρχος ο κρατικός ρόλο σε ότι αφορά την ανάπτυξη; Η έμφαση όμως στην αγορά είναι στην τωρινή περίοδο λανθασμένη. Αυτό είναι προφανές, αν λάβουμε υπόψη πως μετά την κρίση του 2008, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στην ΕΕ πιο γενικά, το κράτος παίζει κεντρικό ρόλο στο χώρο των υποδομών, της υγείας, της εκπαίδευσης κτλ.
Πιο συγκριμένα, ενώ πριν από το 2008 η κυρία Μέρκελ είχε επιβάλει στην ευρωζώνη μια νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας που ως γνωστόν είχε αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας, μετά τη μεγάλη κρίση και μετά την απόφαση Γαλλίας-Γερμανίας για τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, ακολουθήθηκε μια στρατηγική λιγότερο νεοφιλελεύθερη. Έτσι, για παράδειγμα, θα δοθούν τώρα τεράστιοι πόροι όχι μόνο στη χώρα μας αλλά στον ευρωπαϊκό Νότο συνολικά. Αυτό θα αμβλύνει το χάσμα μεταξύ λιγότερο και περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών – ένα χάσμα που πιο πριν οδηγούσε σε μια συστηματική μεταφορά πόρων από τις πρώτες στις δεύτερες. Και δεν χρειάζεται να τονίσω πως με την πανδημία ο ρόλος του κράτους εντάθηκε πράγμα που κατά την γνώμη μου θα συνεχιστεί και μετά την πανδημία. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, νομίζω πως η έμφαση του σχεδίου Πισσαρίδη στην αγορά είναι σήμερα παρωχημένη.

2. Ένα άλλο προβληματικό χαρακτηριστικό της έκθεσης Πισσαρίδη είναι η μη έμφαση στις τεράστιες και εντεινόμενες ανισότητες που παρατηρούμε και στη χώρα μας και στην ΕΕ πιο γενικά. Και ως γνωστόν, οι ανισότητες συνιστούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη, καθώς και για την επίτευξη των στόχων στους οποίους η έκθεση στοχεύει. Επίσης στην έκθεση δεν γίνεται καμιά αναφορά στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια των ολίγων που σε έναν μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν, μέσω της επιρροής τους στην κυβέρνηση, την πορεία της χώρας.

3. Ένα τρίτο αρνητικό στοιχείο είναι πως η έκθεση δεν θέτει το βασικό πρόβλημα μιας προοδευτικής αλλαγής. Δηλαδή με ποιον τρόπο θα υλοποιηθούν οι στόχοι που η επιτροπή προτείνει. Πιο συγκεκριμένα, ποιοι θα μπορέσουν να εκσυγχρονίσουν την κρατική μηχανή, να πατάξουν τη φοροδιαφυγή, και να ελέγξουν τις μονοπωλιακές τάσεις του μεγάλου κεφαλαίου; Δηλαδή ποιοι φορείς δράσης θα μπορέσουν να καταπολεμήσουν τα συμφέροντα αυτών που εμποδίζουν την πρόοδο. Με άλλα λόγια, το σχέδιο Πισσαρίδη δεν αναφέρεται σε συλλογικά υποκείμενα. Σε φορείς δράσης που από τη μια μεριά θέλουν μια προοδευτική αλλαγή και σε φορείς δράσης που θέλουν τη διατήρηση του status quo – που θέλουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης να πάνε προς μια συντηρητική, αντιλαϊκή κατεύθυνση.
Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, η έκθεση Πισσαρίδη βασίζεται κυρίως στους Hayek και Friedman. Με βάση την κοινωνιολογική θεωρία βασίζεται λιγότερο στη μαρξιστική παράδοση και περισσότερο στον Talcott Parsons, τον κύριο συντηρητικό θεωρητικό της σύγχρονης κοινωνιολογίας. Γιατί στο παρσονικό σύστημα η έμφαση δίνεται λιγότερο στις ταξικές συγκρούσεις και περισσότερο στις θεσμικές αντιθέσεις. Έτσι η ισορροπία του συστήματος προκύπτει αυτόματα κατά τρόπο που οι άνθρωποι μετατρέπονται σε παθητικά υποκείμενα. Ως εκ τούτου ο παρσονικός εκσυγχρονισμός είναι λιγότερο συμμετοχικός/δημοκρατικός και περισσότερο αυταρχικός.

4. Περνώντας τώρα σε μερικά αδύναμα σημεία της «αντι-Πισσαρίδη» επιχειρηματολογίας, η αριστερά είναι εναντίον του συστήματος της flexicurity. Δηλαδή ενός συστήματος όπου ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, χωρίς κανέναν περιορισμό, να απολύει τους εργαζόμενους. Αλλά αυτή η ευελιξία συνδέεται με την ασφάλεια. Πρόκειται για ένα σύστημα όπου οι απολυόμενοι αμείβονται με τον μισθό που έπαιρναν πριν απολυθούν, ενώ συγχρόνως τοπικοί δημόσιοι οργανισμοί βοηθούν τους απολυόμενους να βρουν εργασία ανάλογη με αυτή που έχασαν. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως χώρες όπως η Ολλανδία και η Δανία, χώρες που έχουν αναπτύξει το σύστημα της flexicurity, έχουν τα πιο ανεπτυγμένα κοινωνικά κράτη στην Ευρώπη.
Επίσης, το σχέδιο Πισσαρίδη προτείνει τον καθορισμό ενός κατώτατου βασικού μισθού για τους εργαζόμενους. Προτείνει επίσης και την ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών μέτρων για την ένταξη στην οικονομία και κοινωνία των μεταναστών, των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των αποφυλακισμένων, των εξαρτημένων από ουσίες κτλ. Σίγουρα όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν είναι νεοφιλελεύθερα. Είναι ακριβώς χαρακτηριστικά που και η αριστερά προσπαθεί να προωθήσει.

5. Και οι Πισσαρίδη και οι αντι-Πισσαρίδη θέσεις ασχολούνται μόνο με το κράτος και την αγορά. Αγνοούν τελείως μια τρίτη διάσταση. Τη διάσταση της κοινωνίας των πολιτών. Πρόκειται για έναν χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Σε αυτό τον χώρο φορείς δράσης όπως οι μη κυβερνητικές οργανώσεις πολιτών (ΜΚΟ), τα κοινωνικά κινήματα, οι ανεξάρτητες Αρχές κτλ. μπορούν να επηρεάσουν ή και να ελέγξουν τις δυσλειτουργίες και της αγοράς και του κράτους. Για παράδειγμα υπάρχουν οργανώσεις που εναντιώνονται στις υψηλές τιμές προϊόντων πρώτης ανάγκης που συχνά έχουν να κάνουν με τις μονοπωλιακές τάσεις και πρακτικές των αγορών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι ανεξάρτητες Αρχές που εντοπίζουν δυσλειτουργίες της κρατικής μηχανής και προτείνουν τρόπους υπέρβασης των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων. Όταν η κοινωνία πολιτών αγνοείται, δημιουργείται ένα κενό που κάνει τις αναλύσεις – και της έκθεσης Πισσαρίδη και των αντι-Πισσαρίδη κριτικών – λιγότερο πειστικές. Άρα πρέπει ένα, έστω μικρό, μέρος των πόρων που η χώρα θα πάρει από το Ταμείο Ανάκαμψης να δοθεί για την ενίσχυση φορέων που λειτουργούν σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς.

6. Συμπερασματικά, στην έκθεση Πισσαρίδη τα νεοφιλελεύθερα στοιχεία κυριαρχούν. Αλλά υπάρχουν και μη νεοφιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά θα έλεγα στοιχεία που, για παράδειγμα, το «αντι-Πισσαρίδη» κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ (που θα δημοσιευθεί σύντομα) πρέπει να συμπεριλάβει για να μη θεωρηθεί μονοδιάστατο. Επιπλέον, το σχέδιο Πισσαρίδη δεν κοιτάει προς τα πίσω. Είναι μια πρόταση για το πώς η Ελλάδα μπορεί στα χρόνια που έρχονται να μειώσει την απόσταση της χώρας μας από χώρες της ευρωζώνης που υπερτερούν στα πεδία της ανάπτυξης, της ανεργίας και της κοινωνικής πρόνοιας. Μπορεί τα μέσα που προτείνει να μην είναι τα πιο αποτελεσματικά. Και σίγουρα δεν είναι τα πιο δίκαια, αφού ευνοούνται περισσότερο οι έχοντες και λιγότερο οι μη έχοντες. Αλλά το σχέδιο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πολλές από τις παρατηρήσεις, από τα στατιστικά στοιχεία και τα εξαιρετικά διαγράμματα που προσφέρει, είναι απαραίτητα για να καταλάβουμε την κατάσταση της χώρας, τουλάχιστον σε μερικούς βασικούς τομείς.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/12/2020. 

Ο ψηφιακός άνθρωπος

Σήμερα τα μέσα επικοινωνίας μας ενώνουν μέσω διαφορετικού τρόπου με τη φύση και τους ανθρώπους. Όλα φιλτράρονται μέσω των έξυπνων κινητών, των υπολογιστών καθώς και με τη συνεχή ενασχόληση με τα μέσα κοινωνική δικτύωσης όπως το Facebook, το Instagram, το Twitter κτλ. Και βέβαια τα αμέτρητα μηνύματα και emails που σε καθημερινή βάση λαμβάνουμε, καθώς και οι αναρτήσεις που παρακολουθούμε εντείνουν την κατάσταση. Με άλλα λόγια ζούμε σε ένα περιβάλλον που μας απομακρύνει από την άμεση δια ζώσης επικοινωνία.

1. Πριν αναπτυχθεί η σημερινή ψηφιακή τεχνολογία ήταν η φωτογραφική μηχανή και αργότερα η κινηματογραφική κάμερα που εμπόδιζε να βλέπουμε άμεσα τον εξωτερικό κόσμο. Το γνωστό παράδειγμα είναι οι Ιάπωνες τουρίστες που παρατηρούν τα πάντα μέσω της φωτογραφικής μηχανής. Στον γυρισμό δείχνουν με περηφάνια τις χιλιάδες φωτογραφίες σε συγγενείς και φίλους. Αυτού του είδους οι διαδικασίες είναι πολύ πιο εύκολες με τη νέα τεχνολογία όπως αυτή των smartphones. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της πανδημίας πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν στην ύπαιθρο όπου ο συνωστισμός στις πόλεις αποφεύγεται και όπου οι μάσκες δεν είναι αναγκαίες. Συχνά όμως η επαφή με τη φύση είναι έμμεση. Στο περπάτημα ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα φωτογραφίζεται ενώ τα τιτιβίσματα των πουλιών ηχογραφούνται.

2. Με τα παραπάνω δεν καταφεύγω σε μια ρομαντική τεχνοφοβία. Δεν θέλω να υποβαθμίσω τη σημασία των νέων τεχνολογιών. Από τους υπολογιστές και τα έξυπνα κινητά μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και τη ρομποτική, οι νέες τεχνολογίες μας ανοίγουν νέους δρόμους, μας αποκαλύπτουν νέους κόσμους. Επιπλέον μας βοηθούν να λύνουμε πρακτικά προβλήματα γρήγορα, να αποκτούμε νέες γνώσεις, καθώς και να ενημερωνόμαστε για τρέχουσες εξελίξεις στην οικονομία, την πολιτική και την κοινωνική ζωή – όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε όλο τον κόσμο. Και εξίσου σημαντικό, ερχόμαστε σε επαφή στην άλλη άκρη του κόσμου με συγγενείς, φίλους, συναδέλφους – ακόμα και με σημαντικούς ανθρώπους που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συναντήσουμε. Και βέβαια με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών η επιστήμη προχωρεί σε ανακαλύψεις που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη και την υγεία μας καλύτερη.
Όλα τα παραπάνω είναι πολύ σημαντικά. Όταν όμως οι ψηφιακές μηχανές κυριαρχούν απόλυτα υπονομεύουν την αμεσότητα, τη ζωντανή επαφή με τους συνανθρώπους μας. Η γοητεία του ψηφιακού κόσμου αφήνει λίγα περιθώρια για άμεσες διαπροσωπικές σχέσεις. Έτσι για παράδειγμα τα ατέλειωτα καθημερινά μηνύματα που απαιτούν άμεση απάντηση εμποδίζουν τη δημιουργία ενός χώρου που θα μετριάζει το ψηφιακό τσουνάμι. Ενός χώρου αναστοχασμού και επαφής με τον εσωτερικό μας κόσμο – με τα συναισθήματα, τα άγχη και τις υπαρξιακές αγωνίες μας. Τέλος, η συμμετοχή στον δημόσιο χώρο γίνεται κυρίως με τις αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Από την κυκλοφορία πληροφοριών, ιδεών και απόψεων μεταξύ ατόμων μέχρι τα ακατάπαυστα tweets τύπου Τραμπ, η «τουιτερική» ενασχόληση έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Ο Richard Seymour (The Twittering Machine, 2019) τονίζει πως με το συνεχές τουίτερινγκ γινόμαστε πλούσιοι σε πληροφορίες και φτωχοί σε γνώσεις. Κατά αυτόν το συνεχές τουιτάρισμα μας διασκεδάζει, μας πληροφορεί για τα πάντα αλλά μας αποξενώνει από την «άμεση συντροφικότητα». Ο Kenneth Gergen σε ένα παλιότερο αλλά θεωρητικά πιο επεξεργασμένο κείμενο (The Saturated Self, 1991) δείχνει πως οι νέες τεχνολογίες κατασκευάζουν έναν διαλυμένο εαυτό. Έναν εαυτό που αδυνατεί να διαχειριστεί τις ακατάπαυστες, άπειρες ψηφιακές πληροφορίες σε ένα συγκροτημένο σύνολο. Οι τελευταίες γεμίζουν ένα κενό που η μεταμοντέρνα πραγματικότητα δημιουργεί. Οδηγούν σε μια ρευστή, εύθραυστη, ετοιμόρροπη ταυτότητα.

3. Οι ψηφιακές τεχνολογίες δημιουργούν και προβλήματα στον χώρο τα παιδείας και της έρευνας. Έτσι με τις σύγχρονες ηλεκτρονικές συσκευές η πληροφόρηση σε ένα συγκεκριμένο θέμα είναι απεριόριστη και εξαιρετικά προσβάσιμη. Γίνεται εύκολη η δημιουργία κειμένων από στοιχεία «ατάκτως ειρημένα». Για παράδειγμα, συχνά παρατηρούμε φοιτητές και όχι μόνο να γράφουν άρθρα ή και ολόκληρα βιβλία που δεν είναι τίποτε άλλο από τη συρραφή εδαφίων επιλεγμένα από την σχετική τεράστια βιβλιογραφία.

4. Οι «tech-corporations», γίγαντες της ψηφιακής τεχνολογίας, κατορθώνουν να συσσωρεύουν πληροφορίες για τον καθένα μας. Πληροφορίες για τη συμπεριφορά μας, τις ιδέες μας, τις προτιμήσεις μας, τις καταναλωτικές μας συνήθειες κλπ. Στη συνέχεια αυτή η πληροφόρηση πουλιέται όχι μόνο σε διαφημιστές αλλά και σε διάφορες πολιτικές ελίτ που μας χειραγωγούν. Είναι με αυτόν τον τρόπο που οι tech-corporations συγκεντρώνουν πρωτοφανή πλούτο και εξουσία. Άτομα όπως ο Begzos και ο Zuckerberg γίνονται δισεκατομμυριούχοι. Και βέβαια στηρίζουν κυβερνήσεις και δημιουργούν εμπόδια στην καταπολέμηση των μονοπωλίων που δημιουργούν. Τέλος, οι διάφορες πλατφόρμες, όπως το Facebook, εντείνουν τη «μετα-αλήθεια». Εντείνουν για παράδειγμα συνωμοσιολογικές θεωρίες. Οδηγούν σε διάφορες λανθασμένες πληροφορίες που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Έτσι έχουμε μια πιο μαζική συμμετοχή στον δημόσιο χώρο. Όμως αυτό δεν οδηγεί σε μια διευρυμένη δημοκρατία, αλλά όπως τονίζει ο Colin Crouch σε μια «μετα-δημοκρατία».

5. Συμπερασματικά, τα ψηφιακά μέσα επικοινωνίας μας βοηθούν να λύσουμε άμεσα και γρήγορα πρακτικά προβλήματα, να αποκτήσουμε γνώσεις και να παρακολουθούμε εξελίξεις σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Από την άλλη μεριά, όταν η ψηφιοποίηση κυριαρχεί απόλυτα, η σοβαρή κριτική των ιδεών είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η επικοινωνία ακόμα και με τον Άλλον γίνεται διαμεσολαβημένα, μεσοποιημένα. Με αποτέλεσμα να αμβλύνεται ή και να εξαφανίζεται ένας, έστω περιορισμένος, χώρος σιγής και περισυλλογής.
Πιο γενικά, η ραγδαία ψηφιοποίηση του κόσμου, όπως και η παγκοσμιοποίηση, δεν πρόκειται στο μέλλον να ανατραπεί. Αντίθετα θα ενταθεί περαιτέρω. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν περισσότεροι «αποψηφιοποιημένοι» χώροι. Χώροι όπου η επικοινωνία με τον έξω κόσμο να γίνεται άμεσα. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ριζικές αλλαγές σε θεσμικό επίπεδο. Προϋποθέτει επίσης μια νέα κουλτούρα που θα δίνει περισσότερη έμφαση στους μη ψηφιακούς τρόπους επικοινωνίας, σε έναν νέο τρόπο του ευ ζην.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 5/12/2020. 

Σελίδα 1 από 13