Κυριακή, 26 Σεπτέμβριος 2021

Κοινωνία πολιτών, αγορά, κράτος

Το άρθρο εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η κρατική εξουσία, οι μηχανισμοί της αγοράς και οι φορείς δράσης στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών επηρεάζουν και, σε έναν βαθμό, ελέγχουν τις εξελίξεις στον οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό χώρο.

Η αγορά

Κατά τη νεοφιλελεύθερη οπτική, η αγορά πρέπει να έχει περισσότερο βάρος σε σχέση με το κράτος. Γιατί όταν η οικονομική στρατηγική μιας κυβέρνησης δεν συναντά προσκόμματα από κρατικούς ελέγχους παρατηρούμε, σύμφωνα με αυτή την άποψη, υψηλή παραγωγικότητα και τη δημιουργία σημαντικού πλούτου. Ενός παραγόμενου πλούτου που στη συνέχεια, μέσω του λεγόμενου «trickle-down effect», διαχέεται προς τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Με αποτέλεσμα να κερδίζουν όχι μόνο οι εργοδότες, αλλά και οι εργάτες.
Το πρόβλημα με αυτή τη θέση είναι ότι συχνά η διάχυση του πλούτου προς τα κάτω δεν πετυχαίνει. Κυρίως γιατί δημιουργούνται τεράστιες ανισότητες. Ανισότητες που εντείνονται λόγω της έμμεσης φορολογίας που φτωχοποιεί κυρίως τους μη έχοντες, της ευνοϊκής για τις επιχειρήσεις φορολογίας και της μαζικής φοροδιαφυγής μέσω, για παράδειγμα, των συνεχώς αυξανόμενων φορολογικών παραδείσων. Αποτέλεσμα: οι τεράστιες ανισότητες περιθωριοποιούν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που, ως εκ τούτου, στρέφεται στον εθνολαϊκισμό. Είναι προφανές πως τα παραπάνω υποσκάπτουν σοβαρά τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Το κράτος

Όταν το κράτος υπερισχύει της αγοράς, όπως αυτό συνέβη στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο (1945-1975), σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις κατόρθωσαν να μειώσουν τις ανισότητες χωρίς να ανακόψουν την οικονομική ανάπτυξη. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που πράγματι παρατηρούμε τη διάχυση του παραγόμενου πλούτου προς τα κάτω. Όπως επίσης παρατηρούμε τη διάχυση κοινωνικών δικαιωμάτων (δωρεάν υγεία, παιδεία και κοινωνική ασφάλιση), αλλά και πολιτικών δικαιωμάτων όπως η ισχυροποίηση των δημοκρατικών θεσμών μέσω της ευρύτερης συμμετοχής της εργατικής και μεσαίας τάξης στην ενεργό πολιτική.
Στα μέσα όμως της δεκαετίας του 70, μια σειρά εξελίξεων, με αποκορύφωμα τον λεγόμενο «στασιμοπληθωρισμό», διαμόρφωσαν συνθήκες όπου η σοσιαλδημοκρατική πολιτική της προηγούμενης περιόδου δεν μπορούσε πια να λειτουργήσει,. Έτσι, ο συνδυασμός οικονομικής στασιμότητας και πληθωρισμού οδήγησε στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναγκάστηκαν σε έναν βαθμό να ακολουθήσουν τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές και αξίες.
Κατά τους οπαδούς της σοσιαλδημοκρατίας, η στροφή προς τον νεοφιλελευθερισμό οφείλεται κυρίως στη ραγδαία παγκοσμιοποίηση που μείωσε την αυτονομία του κράτους-έθνους. Αφού οι κυβερνήσεις δεν μπορούσαν πια να ελέγξουν τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Έτσι κάθε προσπάθεια για σοβαρό κρατικό έλεγχο είχε ως συνέπεια τη φυγή των μεγάλων επιχειρήσεων σε χώρες όπου η φορολογία ήταν χαμηλή και η εργατική νομοθεσία σχεδόν ανύπαρκτη. Άρα, κατά τους σοσιαλδημοκράτες, μόνο σε ένα υπερεθνικό επίπεδο, όπως αυτό της ΕΕ, μπορούν οι σοβαροί, σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού έλεγχοι να επιστρέψουν.

Η κοινωνία των πολιτών

Υπάρχουν πολλοί ορισμοί του όρου. Ο πιο αποδεκτός στις κοινωνικές επιστήμες είναι πως η κοινωνία των πολιτών αναφέρεται στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Σε ό,τι αφορά τον προβληματισμό περί ελέγχων, η θέση εδώ είναι πως υπάρχουν έλεγχοι που ούτε το κράτος ούτε η αγορά μπορεί να ασκήσει. Και αυτό γιατί στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών υπάρχουν σημαντικοί φορείς δράσης (Ανεξάρτητες Αρχές, μη κυβερνητικές οργανώσεις και διάφορα κοινωνικά κινήματα) που πιέζουν και ελέγχουν το κράτος και τις αγορές.
Για παράδειγμα, το κράτος πρέπει μεν να ελέγχει την αγορά, αλλά πρέπει επίσης και να ελέγχεται. Αυτό απαιτεί κυρίως, αλλά όχι μόνο, ισχυρές, ανεξάρτητες από τα κόμματα και την κυβέρνηση αρχές που όχι μόνο ασκούν κριτική, αλλά και επεμβαίνουν δυναμικά όταν παρατηρούνται φαινόμενα πελατειακότητας, διαφθοράς και γραφειοκρατικών αγκυλώσεων της κρατικής μηχανής. Για αυτόν τον λόγο, στις δημοκρατικά οργανωμένες κοινωνίες, κυρίως στη βορειοδυτική Ευρώπη (αντίθετα με τη χώρα μας όπου η κοινωνία πολιτών είναι ισχνή), υπάρχουν αποτελεσματικοί έλεγχοι από ανεξάρτητες αρχές. Σε αυτή την περίπτωση, οι ανεξάρτητες οργανώσεις και θεσμοί εντοπίζουν δυσλειτουργίες και παρανομίες και στον χώρο της αγοράς και στον χώρο της κρατικής μηχανής. Με δυο λόγια, οι ανεξάρτητες αρχές, όταν λειτουργούν σωστά, ελέγχουν και τη μονοπωλιακή ασυδοσία των αγορών και τους μηχανισμούς του κράτους.
Παρόμοιες παρεμβάσεις από ΜΚΟ και κοινωνικά κινήματα παρατηρούμε και στους χώρους της οικογένειας, της εργασίας, της παιδείας, του αθλητισμού και της τέχνης – χώρους όπου χρησιμοποιείται συστηματικά φυσική ή/και συμβολική βία εναντίον των πιο αδύναμων (παιδιών, γυναικών, μαθητών, αθλητών, υπαλλήλων, καλλιτεχνών κτλ.). Αυτού του είδους οι δράσεις της κοινωνίας των πολιτών, για παράδειγμα μέσω της δημοσιοποίησης και της γενικής κατακραυγής που οι φορείς της ενθαρρύνουν, αλλάζουν ριζικά τον κοινωνικό ιστό κατά χειραφετικό τρόπο.
Συμπερασματικά, είναι αδύνατον να καταλάβουμε πώς λειτουργούν ή δυσλειτουργούν οι σύγχρονες κοινωνίες όταν περιορίζουμε την ανάλυση στο δίπολο κράτος-αγορά. Γιατί η κοινωνία των πολιτών, ως ενδιάμεσος χώρος μεταξύ κράτους και αγοράς, μέσω διάφορων φορέων δράσης, όχι μόνο ελέγχει αλλά και διαμορφώνει σε έναν σημαντικό βαθμό τη λειτουργία και τον μετασχηματισμό των πολιτικών, οικονομικών και πολιτικών θεσμών.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 20/2/2021. 

Η πορεία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού

Από την σκοπιά της κομματικής οργάνωσης και της συμμετοχής του πληθυσμού στο κομματικό σύστημα, μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τρεις φάσεις του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα:
- τον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό από το 1844 έως το 1909,
- τον μετα-ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, 1909-1967,
- τον κοινοβουλευτισμό της μεταπολίτευσης, 1974-2020.

Ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Όπως είναι γνωστό, ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός πήρε την οριστική μορφή του το 1864 με τη θέσπιση της καθολικής ψήφου για τους άνδρες (οι πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές έγιναν το 1844). Όμως παρά την καθολική ψήφο των ανδρών, η πλειονότητα του πληθυσμού παρέμενε έξω από την ενεργό πολιτική με την έννοια ότι οι προύχοντες έλεγχαν λίγο πολύ αυτόματα τις ψήφους των πελατών τους με νόμιμα ή/και παράνομα μέσα. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ας δούμε τη δυναμική λειτουργία των θεσμών.
Στο επίπεδο της κομματικής διαμάχης, η πληθώρα των βραχύβιων κυβερνήσεων της περιόδου αυτής δείχνει μια αστάθεια, η οποία εν μέρει οφείλεται στην αδύνατη θεσμοποίηση ενός πολιτικού συστήματος που δεν ανταποκρίνονταν στις δομικές ανάγκες της χώρας. Αλλά αυτού του είδους η πολιτική αστάθεια (που θα την αποκαλούσα κυβερνητική) λειτουργούσε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο στάθηκε σε όλη αυτή την περίοδο απροσδόκητα σταθερό. Πράγματι, από το 1864 έως το 1909, παρ' όλες τις δυσλειτουργίες του ελληνικού κοινοβουλευτισμού δεν υπήρξε σοβαρή προσπάθεια από στρατιωτικούς, τον θρόνο ή άλλες πολιτικές δυνάμεις να διαταράξουν τις βασικές παραμέτρους του συστήματος, δηλαδή την ισορροπία μεταξύ του θρόνου και της πολιτικής ολιγαρχίας (των τζακιών).
Βέβαια, μέσα σε αυτό το σύστημα ισορροπίας ο θρόνος είχε σαφώς το πάνω χέρι. Γιατί η βασιλεία είχε ουσιαστικό έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής και του στρατού. Αυτή η σαφής κυριαρχία του θρόνου σε σχέση με το κοινοβούλιο γίνεται κατανοητή αν ρίξουμε μια ματιά στους άλλους δύο παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού, δηλαδή στον στρατό και στα τζάκια. Όσον αφορά τον πρώτο, στον 19ο αιώνα το στράτευμα δεν είχε διαμορφωθεί ακόμα σε συγκεκριμένη ομάδα πίεσης. Ούτε ήταν η στρατιωτική ηγεσία διαφοροποιημένη από την πολιτική – εφόσον και οι δύο ελίτ προέρχονταν βασικά από τις ολιγαρχικές οικογένειες που είχαν λίγο πολύ τα ίδια συμφέροντα. Επιπλέον ο συνδυασμός της κυβερνητικής αστάθειας και μακροχρόνιας συνταγματικής σταθερότητας δεν ήταν ευνοϊκός για την επέμβαση του στρατού στην πολιτική.
Σε σχέση με την πολιτική ολιγαρχία, η δύναμη της απέναντι στο στέμμα υποσκάπτονταν από το ότι οι κομματικές οργανώσεις που διέθετε ήταν εξαιρετικά ισχνές. Όπως είναι γνωστό, τα κόμματα στον 19ο αιώνα ήταν λέσχες προσωπικοτήτων χωρίς μόνιμη οργάνωση στο επίπεδο της περιφέρειας. Με άλλα λόγια τα κόμματα ήταν έναν συνονθύλευμα πολιτικών «βαρόνων» που είχαν υπό τον έλεγχό τους πελατειακά δίκτυα. Με τέτοιου είδους οργάνωση δεν είναι περίεργο πως ο μονάρχης μπορούσε, ιδίως πριν από το 1875 (αρχή της δεδηλωμένης), να διορίζει και να παύει κυβερνήσεις κατά βούληση μέχρι να πετύχει την κυβερνητική σύνθεση που τον βόλευε. Έτσι, σε αυτή την πρώτη περίοδο του κοινοβουλευτισμού το κοινοβούλιο ήταν υποβαθμισμένο και επειδή τα κόμματα δεν αντιπροσώπευαν πλατιά κοινωνικά στρώματα και επειδή, λόγω της έλλειψης σοβαρής κομματικής οργάνωσης, ήταν λίγο πολύ υποχείρια του θρόνου.

Ο μετα-ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός δεν μπορούσε φυσικά να κρατήσει επ' άπειρον. Ήδη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα η διείσδυση του δυτικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια και οι σχετικές μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη στη δεκαετία του 1880 οδήγησαν την Ελλάδα σε μια μεταβατική περίοδο. Περίοδο όπου νέες κοινωνικές δυνάμεις θα αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της εξουσίας που βρίσκονταν στα χέρια ενός μικρού αριθμού ολιγαρχικών οικογενειών. Από αυτή την άποψη, το πραξικόπημα του 1909 αποτέλεσε βασικό σταθμό στην ελληνική πολιτική ιστορία. Έβαλε τέλος στον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό. Βοήθησε στην άνοδο του Βενιζέλου, στην είσοδο νέων προσώπων στην πολιτική αρένα και στη συγκρότηση κομμάτων που, χωρίς να χάσουν τον πελατειακό χαρακτήρα τους, είχαν μια πιο συγκεντρωτική δομή.
Πράγματι η άνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη κομματικών οργανώσεων σε εθνική κλίμακα. Έτσι για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία του τόπου, το κόμμα των Φιλελευθέρων εγκατέστησε γραφεία σε διάφορες επαρχιακές πόλεις. Με αυτόν τον τρόπο οι πολιτικοί ηγέτες άρχισαν να ασκούν περισσότερο έλεγχο στα μέλη τους και ως εκ τούτου να αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στον θρόνο. Με την αυξανόμενη κομματική πειθαρχία, η δυνατότητα του μονάρχη να χειραγωγεί πολιτικούς και εκλογές μειώθηκε. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς Γεώργιος απέλυσε με μεγάλη ευκολία τον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο το 1868 παρά τη συντριπτική πλειοψηφία που είχε στη βουλή. Ήταν όμως πολύ πιο δύσκολο να απαλλαγεί ο Κωνσταντίνος από τον Βενιζέλο το 1915-1916.
Όπως είναι γνωστό, η διαφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου οδήγησε στον διχασμό, στο σχίσμα ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Σχίσμα που σημάδεψε βαθιά την πολιτική ιστορία του μεσοπολέμου. Αυτό που έχει σημασία από την σκοπιά αυτής της ανάλυσης είναι ότι η διαμάχη πάνω στο θέμα της μοναρχίας σήμανε το τέλος μισού αιώνα συνταγματικής σταθερότητας. Από το 1916 και μετά, η ενδημική κυβερνητική αστάθεια θα συνεχιστεί μέσα σε ένα συνταγματικό πλαίσιο που βρίσκονταν και αυτό σε μια κατάσταση συνεχούς ανισορροπίας. Γιατί με τον διχασμό ο θρόνος παύει να είναι «υπεράνω» της πολιτικής. Με το να ταυτιστεί απόλυτα με μια πολιτική παράταξη δημιούργησε έναν τύπο διαμάχης που δεν μπορούσε πια να ελεγχθεί εκ των άνω.
Καθώς το πολιτικό εκκρεμές ταλαντεύονταν μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, εμφανίζεται μια αστάθεια που ήταν τελείως διαφορετική από την απλή κυβερνητική αστάθεια του 19ου αιώνα. Με αυτού του είδους την αστάθεια ανοίγει πλέον διάπλατα η πόρτα σε αυτό που ο Huntington ονόμασε πραιτωριανισμό, δηλαδή τη θεσμοποίηση των στρατιωτικών επεμβάσεων στην πολιτική. Από εκείνη την στιγμή, ο μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται από μια σειρά κινημάτων και αντικινημάτων, καθώς ανταγωνιστικές πολιτικές ομάδες με τη βοήθεια στρατιωτικών φατριών, προσπαθούν να επιβάλλουν βίαια τη δική τους συνταγματική λύση στη χώρα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της δύναμης του στρατού στο παιχνίδι της εξουσίας είναι προφανής, ιδίως αν λάβουμε υπόψη μας πως αρχικά οι στρατιωτικές επεμβάσεις είχαν έναν μάλλον μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Αργότερα όμως η μεταξική δικτατορία είχε σαν κύριο στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου «από τα κάτω». Έτσι εγκαινιάζεται ο τύπος της τρομοκρατίας που θα πάρει την πιο τελειοποιημένη μορφή του στο καθεστώς του 1967-1974.
Πιο συγκεκριμένα, μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ελληνικός στρατός μεγαλώνει κατά θεαματικό τρόπο. Καθώς η Στρατιωτική Ακαδημία ανοίγει τις πόρτες της στις μεσαίες τάξεις και λόγω των μακροχρόνιων πολέμων, η άνοδος στη στρατιωτική ιεραρχία γίνεται πιο εύκολη. Το σώμα των αξιωματικών εμφανίζεται σαν ομάδα πίεσης που προσπαθεί να προωθήσει τα επαγγελματικά της συμφέροντα. Οι παραπάνω εξελίξεις σε μια περίοδο όπου η συνεχιζόμενη κυβερνητική αστάθεια συνδυάζεται και με συνταγματική αστάθεια, κάνουν τη δυναμική επέμβαση του στρατού στην πολιτική αναπόφευκτη.

Ο κοινοβουλευτισμός της μεταπολίτευσης

Α. Στην πρώιμη μεταπολίτευση η κατάργηση της μοναρχίας, η συρρίκνωση της δύναμης του στρατού μετά το φιάσκο της Κύπρου και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ κατέστησε τη βουλή τον κεντρικό θεσμό του συστήματος εξουσίας. Αλλά δυστυχώς και σε αυτή την τρίτη φάση, η υποβάθμιση του κοινοβουλίου συνεχίζεται παρά την δραματική μείωση εξωκοινοβουλευτικών επεμβάσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι μετά το 1974 τα κόμματα μαζικοποιήθηκαν χωρίς όμως να εκδημοκρατιστούν. Χωρίς δηλαδή να αποβάλλουν τα έντονα πελατειακά και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά τους.
Πιο συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, μια από τις ιδιαιτερότητες του μεταπολιτευτικού συστήματος έγκειται στο ότι τα κόμματα πήραν έναν πολύ μαζικό χαρακτήρα. Γιατί αν με την άνοδο του βενιζελισμού οι κομματικοί σχηματισμοί έπαψαν να είναι ολιγαρχικές λέσχες, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ βλέπουμε μια εξίσου σημαντική τομή στην κομματική οργάνωση. Βλέπουμε τη μετάβαση από συγκεντρωτικά αλλά μη μαζικά κόμματα σε κόμματα πιο μαζικά οργανωμένα. Σε αυτή την περίοδο λοιπόν, η μαζικοποίηση των κομμάτων σημαίνει μεν την πιο πλατιά ένταξη των πολιτών στην πολιτική αρένα, αλλά αυτή η ένταξη πήρε έναν πιο αυταρχικό χαρακτήρα.
Αυτό φαίνεται καθαρά αν λάβουμε υπόψη πως ενώ στην ολιγαρχική περίοδο η αυτονομία που οι τοπικοί κομματάρχες είχαν απέναντι στην κεντρική οργάνωση του κόμματος, αυτονομία που βασίζονταν στην ικανότητά τους να ελέγχουν τοπικά πελατειακά δίκτυα, χάθηκε χωρίς να αντικατασταθεί όπως στη δυτική Ευρώπη, με δημοκρατικά οργανωμένα, αυτόνομα κομματικά όργανα ικανά να ελέγχουν τις ενδεχόμενες αυθαιρεσίες της κομματικής ηγεσίας. Με άλλα λόγια, στη μαζική μεταπολιτευτική αρένα τα ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ αρχηγού και κομματικής βάσης έχουν ελάχιστη αυτονομία. Κυρίως κατά την περίοδο που κυριαρχούσε ο ακραίος λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου, τα στελέχη του κόμματος και οι βουλευτές του είχαν μετατραπεί σε υπαλλήλους του αρχηγού.

Β. Περνώντας τέλος στην τωρινή κατάσταση, παρατηρούμε ένα πολωμένο πολιτικό σύστημα με την Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ ως τους δύο βασικούς πόλους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη εκδημοκράτισε σε έναν βαθμό το πολίτευμα της χώρας. Από την άλλη μεριά, οι τεράστιες ανισότητες που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο των μνημονίων, ανισότητες που εντείνονται στην περίοδο της πανδημίας, οδηγούν ένα περιθωριοποιημένο κομμάτι του πληθυσμού στον εθνολαϊκισμό. Μια κατάσταση που για προφανείς λόγους υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Συμπερασματικά, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κοινοβουλευτισμός στη χώρα μας απέκτησε γερές ρίζες, αφού κατόρθωσε, με μερικές διακοπές, να λειτουργήσει από τα μέσα του περασμένου αιώνα έως σήμερα. Όπως όμως και σε άλλες κοινωνίες ύστερης ανάπτυξης, η δημοκρατική λειτουργία του κοινοβουλίου εξακολουθεί να υποσκάπτεται από διαδικασίες που εμποδίζουν την αντιπροσώπευση ευρύτερων συλλογικών ομάδων. Έτσι, αν οι δημοκρατικές δυνάμεις ξεπέρασαν τον ολιγαρχικό και εν συνεχεία τον πραιτωριανό κοινοβουλευτισμό, σήμερα πρέπει να παλέψουν για να ξεπεράσουν τον κομματικοκρατικό κοινοβουλευτισμό. Ενός κοινοβουλευτισμού όπου τα κόμματα μετατρέπονται από μέσα λαϊκής εκπροσώπησης σε μέσα χειραγώγησης.

*Δημοσίευση στο κυριακάτικο αφιέρωμα της "Αυγής" (24/1/2021). 

Ο ελληνικός παραλογισμός

Οι διερευνητικές διαπραγματεύσεις μάλλον θα αρχίσουν, αλλά σίγουρα δεν θα πετύχουν. Αφού οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς το τι πρέπει να συζητηθεί. Η μεν χώρα μας επιμένει στη θέση πως η μόνη διαφορά προς συζήτηση είναι αυτή της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Η Τουρκία, από την άλλη μεριά, τονίζει πως η βασική προϋπόθεση για τον διάλογο είναι η συζήτηση πάνω σε όλα τα θέματα που χωρίζουν τις δύο χώρες.

1. Νομίζω πως η τουρκική απαίτηση είναι σε κάποιον βαθμό εύλογη. Γιατί σίγουρα υπάρχουν όχι μόνο μία, αλλά και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών (βλ. Αλέξης Ηρακλείδης, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος: 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων, Θεμέλιο 2020). Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση πως δεν υπάρχουν άλλες διαφορές; Για παράδειγμα, η αποστρατικοποίηση των νησιών είναι μια διαφορά. Βέβαια η ελληνική πλευρά τονίζει πως η στρατικοποίηση ήταν αναγκαία λόγω της άκρως επιθετικής τουρκικής πολιτικής. Μπορεί κάτι τέτοιο να ήταν αναγκαίο, αλλά αυτό όμως δεν σημαίνει πως η συγκεκριμένη διαφορά δεν πρέπει να μπει στη διαπραγματευτική ατζέντα. Ένα άλλο πρόβλημα προς συζήτηση είναι αυτό των βραχονησίδων. Αφού υπάρχει ασάφεια ως προς το ποιες από αυτές ανήκουν στην Τουρκία και ποιες στην Ελλάδα. Γιατί να μην είναι και αυτό θέμα προς συζήτηση;

2. Με βάση τα παραπάνω, για να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις πρέπει η κυβέρνηση να αλλάξει τη μαξιμαλιστική της θέση. Δυστυχώς όμως αυτό δεν θα το κάνει γιατί ο πρωθυπουργός φοβάται πως μια υποχώρηση σε αυτό το θέμα θα θεωρηθεί ως «προδοσία». Αν έτσι έχουν τα πράγματα, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων το «blame game» θα το κερδίσει Τουρκία.
Μήπως τελικά δεν είναι σίγουρο αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέλει την προσφυγή μας στην Χάγη; Γιατί αν πάμε, θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε. Το Διεθνές Δικαστήριο σίγουρα θα αποφασίσει πως σε μερικά σημεία είναι η χώρα μας που έχει δίκιο, ενώ σε άλλα είναι η Τουρκία. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν θα ήταν αποδεκτό από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στη χώρα μας. Πληθυσμού που, μέσω των ΜΜΕ και άλλων μηχανισμών, πιστεύει πως η χώρα μας έχει σε όλα δίκιο. Από αυτή την άποψη, η τωρινή κατάσταση θυμίζει αυτή των Πρεσπών. Η Συμφωνία που επιτεύχθηκε στις Πρέσπες θεωρήθηκε από πολλούς ως προδοσία. Αντίθετα όμως με την τωρινή κυβέρνηση, ο Αλέξης Τσίπρας είχε το θάρρος να πάει εναντίον του εθνολαϊκιστικού ρεύματος. Σε αυτή τη βάση, διερωτάται κανείς αν η κυβέρνηση θέλει πράγματι να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις και αν όντως θέλει την προσφυγή μας στην Χάγη. Μήπως η νεοδημοκρατική ηγεσία προτιμά να πάει το θέμα στις καλένδες; Μήπως θέλει να πετάξει την καυτή πατάτα σε μια μελλοντική κυβέρνηση;

3. Ανεξαρτήτως πώς απαντάει κάποιος στις παραπάνω ερωτήσεις, η τωρινή κυβερνητική στάση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Γιατί αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις οι πιθανότητες ενός θερμού επεισοδίου, καθώς και μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, αυξάνονται επικίνδυνα.
Η κυβέρνηση, βέβαια, θεωρεί πως η ΕΕ και οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν στη γείτονα χώρα να κλιμακώσει σε τέτοιον βαθμό τις επιθετικές της ενέργειες. Αυτό όμως είναι όνειρο θερινής νυκτός. Μπορεί σε μια τέτοια την περίπτωση οι σύμμαχοί μας να καταδικάσουν την Τουρκία, αλλά δεν θα περάσουν από τα λόγια στην πράξη. Για οικονομικούς και γεωπολιτικούς λόγους, ούτε η ΕΕ ούτε οι ΗΠΑ δεν θα επέμβουν στρατιωτικά για να βοηθήσουν την Ελλάδα. Αφού δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να τα χαλάσουν με την Τουρκία. Μπορεί βέβαια να χρησιμοποιήσουν τις κυρώσεις για να αποτρέψουν μια τουρκική στρατιωτική επέμβαση. Αλλά οι κυρώσεις, όσο σοβαρές κι αν είναι, δεν πρόκειται να σωφρονίσουν τον Ερντογάν. Μάλλον το αντίθετο. Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα κινητοποιούσε τον πατριωτισμό των τούρκων, οι οποίοι θα στήριζαν τον πρόεδρό τους. Με αυτόν το τρόπο, η μειωμένη δημοτικότητα του Ερντογάν θα μπορούσε να ζωντανεύσει ξανά.
Συμπερασματικά, ο μόνος τρόπος για να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα είναι μέσω ανοιχτών διαπραγματεύσεων που θα οδηγήσουν στην Χάγη. Όσο η κυβέρνηση επιμένει στη μαξιμαλιστική της θέση, τόσο ο δρόμος προς το Διεθνές Δικαστήριο κλείνει. Αντίθετα, ανοίγει ο δρόμος για μια στρατιωτική σύγκρουση που θα έχει σίγουρα καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/1/2021.

Το σχέδιο Πισσαρίδη. 6 παρατηρήσεις

Υπήρξαν πολλές αντιδράσεις στην Έκθεση Πισσαρίδη – θετικές και αρνητικές. Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να αναπτύξω έξι προτάσεις που αρθρώνουν αρνητικά και θετικά στοιχεία της έκθεσης.

1. Ξεκινώ από τις νεοφιλελεύθερες προτάσεις του σχεδίου Πισσαρίδη. Το μεγαλύτερο βάρος δίνεται στην αγορά. Το κράτος πρέπει να παίζει κυρίως ρυθμιστικό ρόλο, δηλαδή να δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ιδιωτικές επενδύσεις να είναι αποτελεσματικές, να οδηγούν στην ανάπτυξη. Βέβαια, το σχέδιο αναφέρεται στις κρατικές επενδύσεις, αλλά η έμφαση είναι στις ιδιωτικές. Είναι για αυτόν τον λόγο που υποστηρίζεται στη σελίδα 116 πως «το ύψος των δημόσιων δαπανών και φορολογικών εσόδων πρέπει να αυξάνεται με χαμηλότερο ρυθμό από το ΑΕΠ». Συγχρόνως όμως τονίζει την ανάγκη εκσυγχρονισμού της κρατικής διοίκησης. Αλλά αν η κρατική διοίκηση γίνει πιο αποτελεσματική, γιατί να μην είναι κυρίαρχος ο κρατικός ρόλο σε ότι αφορά την ανάπτυξη; Η έμφαση όμως στην αγορά είναι στην τωρινή περίοδο λανθασμένη. Αυτό είναι προφανές, αν λάβουμε υπόψη πως μετά την κρίση του 2008, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στην ΕΕ πιο γενικά, το κράτος παίζει κεντρικό ρόλο στο χώρο των υποδομών, της υγείας, της εκπαίδευσης κτλ.
Πιο συγκριμένα, ενώ πριν από το 2008 η κυρία Μέρκελ είχε επιβάλει στην ευρωζώνη μια νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας που ως γνωστόν είχε αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας, μετά τη μεγάλη κρίση και μετά την απόφαση Γαλλίας-Γερμανίας για τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, ακολουθήθηκε μια στρατηγική λιγότερο νεοφιλελεύθερη. Έτσι, για παράδειγμα, θα δοθούν τώρα τεράστιοι πόροι όχι μόνο στη χώρα μας αλλά στον ευρωπαϊκό Νότο συνολικά. Αυτό θα αμβλύνει το χάσμα μεταξύ λιγότερο και περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών – ένα χάσμα που πιο πριν οδηγούσε σε μια συστηματική μεταφορά πόρων από τις πρώτες στις δεύτερες. Και δεν χρειάζεται να τονίσω πως με την πανδημία ο ρόλος του κράτους εντάθηκε πράγμα που κατά την γνώμη μου θα συνεχιστεί και μετά την πανδημία. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, νομίζω πως η έμφαση του σχεδίου Πισσαρίδη στην αγορά είναι σήμερα παρωχημένη.

2. Ένα άλλο προβληματικό χαρακτηριστικό της έκθεσης Πισσαρίδη είναι η μη έμφαση στις τεράστιες και εντεινόμενες ανισότητες που παρατηρούμε και στη χώρα μας και στην ΕΕ πιο γενικά. Και ως γνωστόν, οι ανισότητες συνιστούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη, καθώς και για την επίτευξη των στόχων στους οποίους η έκθεση στοχεύει. Επίσης στην έκθεση δεν γίνεται καμιά αναφορά στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια των ολίγων που σε έναν μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν, μέσω της επιρροής τους στην κυβέρνηση, την πορεία της χώρας.

3. Ένα τρίτο αρνητικό στοιχείο είναι πως η έκθεση δεν θέτει το βασικό πρόβλημα μιας προοδευτικής αλλαγής. Δηλαδή με ποιον τρόπο θα υλοποιηθούν οι στόχοι που η επιτροπή προτείνει. Πιο συγκεκριμένα, ποιοι θα μπορέσουν να εκσυγχρονίσουν την κρατική μηχανή, να πατάξουν τη φοροδιαφυγή, και να ελέγξουν τις μονοπωλιακές τάσεις του μεγάλου κεφαλαίου; Δηλαδή ποιοι φορείς δράσης θα μπορέσουν να καταπολεμήσουν τα συμφέροντα αυτών που εμποδίζουν την πρόοδο. Με άλλα λόγια, το σχέδιο Πισσαρίδη δεν αναφέρεται σε συλλογικά υποκείμενα. Σε φορείς δράσης που από τη μια μεριά θέλουν μια προοδευτική αλλαγή και σε φορείς δράσης που θέλουν τη διατήρηση του status quo – που θέλουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης να πάνε προς μια συντηρητική, αντιλαϊκή κατεύθυνση.
Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, η έκθεση Πισσαρίδη βασίζεται κυρίως στους Hayek και Friedman. Με βάση την κοινωνιολογική θεωρία βασίζεται λιγότερο στη μαρξιστική παράδοση και περισσότερο στον Talcott Parsons, τον κύριο συντηρητικό θεωρητικό της σύγχρονης κοινωνιολογίας. Γιατί στο παρσονικό σύστημα η έμφαση δίνεται λιγότερο στις ταξικές συγκρούσεις και περισσότερο στις θεσμικές αντιθέσεις. Έτσι η ισορροπία του συστήματος προκύπτει αυτόματα κατά τρόπο που οι άνθρωποι μετατρέπονται σε παθητικά υποκείμενα. Ως εκ τούτου ο παρσονικός εκσυγχρονισμός είναι λιγότερο συμμετοχικός/δημοκρατικός και περισσότερο αυταρχικός.

4. Περνώντας τώρα σε μερικά αδύναμα σημεία της «αντι-Πισσαρίδη» επιχειρηματολογίας, η αριστερά είναι εναντίον του συστήματος της flexicurity. Δηλαδή ενός συστήματος όπου ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, χωρίς κανέναν περιορισμό, να απολύει τους εργαζόμενους. Αλλά αυτή η ευελιξία συνδέεται με την ασφάλεια. Πρόκειται για ένα σύστημα όπου οι απολυόμενοι αμείβονται με τον μισθό που έπαιρναν πριν απολυθούν, ενώ συγχρόνως τοπικοί δημόσιοι οργανισμοί βοηθούν τους απολυόμενους να βρουν εργασία ανάλογη με αυτή που έχασαν. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως χώρες όπως η Ολλανδία και η Δανία, χώρες που έχουν αναπτύξει το σύστημα της flexicurity, έχουν τα πιο ανεπτυγμένα κοινωνικά κράτη στην Ευρώπη.
Επίσης, το σχέδιο Πισσαρίδη προτείνει τον καθορισμό ενός κατώτατου βασικού μισθού για τους εργαζόμενους. Προτείνει επίσης και την ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών μέτρων για την ένταξη στην οικονομία και κοινωνία των μεταναστών, των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των αποφυλακισμένων, των εξαρτημένων από ουσίες κτλ. Σίγουρα όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν είναι νεοφιλελεύθερα. Είναι ακριβώς χαρακτηριστικά που και η αριστερά προσπαθεί να προωθήσει.

5. Και οι Πισσαρίδη και οι αντι-Πισσαρίδη θέσεις ασχολούνται μόνο με το κράτος και την αγορά. Αγνοούν τελείως μια τρίτη διάσταση. Τη διάσταση της κοινωνίας των πολιτών. Πρόκειται για έναν χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Σε αυτό τον χώρο φορείς δράσης όπως οι μη κυβερνητικές οργανώσεις πολιτών (ΜΚΟ), τα κοινωνικά κινήματα, οι ανεξάρτητες Αρχές κτλ. μπορούν να επηρεάσουν ή και να ελέγξουν τις δυσλειτουργίες και της αγοράς και του κράτους. Για παράδειγμα υπάρχουν οργανώσεις που εναντιώνονται στις υψηλές τιμές προϊόντων πρώτης ανάγκης που συχνά έχουν να κάνουν με τις μονοπωλιακές τάσεις και πρακτικές των αγορών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι ανεξάρτητες Αρχές που εντοπίζουν δυσλειτουργίες της κρατικής μηχανής και προτείνουν τρόπους υπέρβασης των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων. Όταν η κοινωνία πολιτών αγνοείται, δημιουργείται ένα κενό που κάνει τις αναλύσεις – και της έκθεσης Πισσαρίδη και των αντι-Πισσαρίδη κριτικών – λιγότερο πειστικές. Άρα πρέπει ένα, έστω μικρό, μέρος των πόρων που η χώρα θα πάρει από το Ταμείο Ανάκαμψης να δοθεί για την ενίσχυση φορέων που λειτουργούν σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς.

6. Συμπερασματικά, στην έκθεση Πισσαρίδη τα νεοφιλελεύθερα στοιχεία κυριαρχούν. Αλλά υπάρχουν και μη νεοφιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά θα έλεγα στοιχεία που, για παράδειγμα, το «αντι-Πισσαρίδη» κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ (που θα δημοσιευθεί σύντομα) πρέπει να συμπεριλάβει για να μη θεωρηθεί μονοδιάστατο. Επιπλέον, το σχέδιο Πισσαρίδη δεν κοιτάει προς τα πίσω. Είναι μια πρόταση για το πώς η Ελλάδα μπορεί στα χρόνια που έρχονται να μειώσει την απόσταση της χώρας μας από χώρες της ευρωζώνης που υπερτερούν στα πεδία της ανάπτυξης, της ανεργίας και της κοινωνικής πρόνοιας. Μπορεί τα μέσα που προτείνει να μην είναι τα πιο αποτελεσματικά. Και σίγουρα δεν είναι τα πιο δίκαια, αφού ευνοούνται περισσότερο οι έχοντες και λιγότερο οι μη έχοντες. Αλλά το σχέδιο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πολλές από τις παρατηρήσεις, από τα στατιστικά στοιχεία και τα εξαιρετικά διαγράμματα που προσφέρει, είναι απαραίτητα για να καταλάβουμε την κατάσταση της χώρας, τουλάχιστον σε μερικούς βασικούς τομείς.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/12/2020. 

Ο ψηφιακός άνθρωπος

Σήμερα τα μέσα επικοινωνίας μας ενώνουν μέσω διαφορετικού τρόπου με τη φύση και τους ανθρώπους. Όλα φιλτράρονται μέσω των έξυπνων κινητών, των υπολογιστών καθώς και με τη συνεχή ενασχόληση με τα μέσα κοινωνική δικτύωσης όπως το Facebook, το Instagram, το Twitter κτλ. Και βέβαια τα αμέτρητα μηνύματα και emails που σε καθημερινή βάση λαμβάνουμε, καθώς και οι αναρτήσεις που παρακολουθούμε εντείνουν την κατάσταση. Με άλλα λόγια ζούμε σε ένα περιβάλλον που μας απομακρύνει από την άμεση δια ζώσης επικοινωνία.

1. Πριν αναπτυχθεί η σημερινή ψηφιακή τεχνολογία ήταν η φωτογραφική μηχανή και αργότερα η κινηματογραφική κάμερα που εμπόδιζε να βλέπουμε άμεσα τον εξωτερικό κόσμο. Το γνωστό παράδειγμα είναι οι Ιάπωνες τουρίστες που παρατηρούν τα πάντα μέσω της φωτογραφικής μηχανής. Στον γυρισμό δείχνουν με περηφάνια τις χιλιάδες φωτογραφίες σε συγγενείς και φίλους. Αυτού του είδους οι διαδικασίες είναι πολύ πιο εύκολες με τη νέα τεχνολογία όπως αυτή των smartphones. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της πανδημίας πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν στην ύπαιθρο όπου ο συνωστισμός στις πόλεις αποφεύγεται και όπου οι μάσκες δεν είναι αναγκαίες. Συχνά όμως η επαφή με τη φύση είναι έμμεση. Στο περπάτημα ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα φωτογραφίζεται ενώ τα τιτιβίσματα των πουλιών ηχογραφούνται.

2. Με τα παραπάνω δεν καταφεύγω σε μια ρομαντική τεχνοφοβία. Δεν θέλω να υποβαθμίσω τη σημασία των νέων τεχνολογιών. Από τους υπολογιστές και τα έξυπνα κινητά μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και τη ρομποτική, οι νέες τεχνολογίες μας ανοίγουν νέους δρόμους, μας αποκαλύπτουν νέους κόσμους. Επιπλέον μας βοηθούν να λύνουμε πρακτικά προβλήματα γρήγορα, να αποκτούμε νέες γνώσεις, καθώς και να ενημερωνόμαστε για τρέχουσες εξελίξεις στην οικονομία, την πολιτική και την κοινωνική ζωή – όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε όλο τον κόσμο. Και εξίσου σημαντικό, ερχόμαστε σε επαφή στην άλλη άκρη του κόσμου με συγγενείς, φίλους, συναδέλφους – ακόμα και με σημαντικούς ανθρώπους που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συναντήσουμε. Και βέβαια με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών η επιστήμη προχωρεί σε ανακαλύψεις που κάνουν τη ζωή μας πιο εύκολη και την υγεία μας καλύτερη.
Όλα τα παραπάνω είναι πολύ σημαντικά. Όταν όμως οι ψηφιακές μηχανές κυριαρχούν απόλυτα υπονομεύουν την αμεσότητα, τη ζωντανή επαφή με τους συνανθρώπους μας. Η γοητεία του ψηφιακού κόσμου αφήνει λίγα περιθώρια για άμεσες διαπροσωπικές σχέσεις. Έτσι για παράδειγμα τα ατέλειωτα καθημερινά μηνύματα που απαιτούν άμεση απάντηση εμποδίζουν τη δημιουργία ενός χώρου που θα μετριάζει το ψηφιακό τσουνάμι. Ενός χώρου αναστοχασμού και επαφής με τον εσωτερικό μας κόσμο – με τα συναισθήματα, τα άγχη και τις υπαρξιακές αγωνίες μας. Τέλος, η συμμετοχή στον δημόσιο χώρο γίνεται κυρίως με τις αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Από την κυκλοφορία πληροφοριών, ιδεών και απόψεων μεταξύ ατόμων μέχρι τα ακατάπαυστα tweets τύπου Τραμπ, η «τουιτερική» ενασχόληση έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Ο Richard Seymour (The Twittering Machine, 2019) τονίζει πως με το συνεχές τουίτερινγκ γινόμαστε πλούσιοι σε πληροφορίες και φτωχοί σε γνώσεις. Κατά αυτόν το συνεχές τουιτάρισμα μας διασκεδάζει, μας πληροφορεί για τα πάντα αλλά μας αποξενώνει από την «άμεση συντροφικότητα». Ο Kenneth Gergen σε ένα παλιότερο αλλά θεωρητικά πιο επεξεργασμένο κείμενο (The Saturated Self, 1991) δείχνει πως οι νέες τεχνολογίες κατασκευάζουν έναν διαλυμένο εαυτό. Έναν εαυτό που αδυνατεί να διαχειριστεί τις ακατάπαυστες, άπειρες ψηφιακές πληροφορίες σε ένα συγκροτημένο σύνολο. Οι τελευταίες γεμίζουν ένα κενό που η μεταμοντέρνα πραγματικότητα δημιουργεί. Οδηγούν σε μια ρευστή, εύθραυστη, ετοιμόρροπη ταυτότητα.

3. Οι ψηφιακές τεχνολογίες δημιουργούν και προβλήματα στον χώρο τα παιδείας και της έρευνας. Έτσι με τις σύγχρονες ηλεκτρονικές συσκευές η πληροφόρηση σε ένα συγκεκριμένο θέμα είναι απεριόριστη και εξαιρετικά προσβάσιμη. Γίνεται εύκολη η δημιουργία κειμένων από στοιχεία «ατάκτως ειρημένα». Για παράδειγμα, συχνά παρατηρούμε φοιτητές και όχι μόνο να γράφουν άρθρα ή και ολόκληρα βιβλία που δεν είναι τίποτε άλλο από τη συρραφή εδαφίων επιλεγμένα από την σχετική τεράστια βιβλιογραφία.

4. Οι «tech-corporations», γίγαντες της ψηφιακής τεχνολογίας, κατορθώνουν να συσσωρεύουν πληροφορίες για τον καθένα μας. Πληροφορίες για τη συμπεριφορά μας, τις ιδέες μας, τις προτιμήσεις μας, τις καταναλωτικές μας συνήθειες κλπ. Στη συνέχεια αυτή η πληροφόρηση πουλιέται όχι μόνο σε διαφημιστές αλλά και σε διάφορες πολιτικές ελίτ που μας χειραγωγούν. Είναι με αυτόν τον τρόπο που οι tech-corporations συγκεντρώνουν πρωτοφανή πλούτο και εξουσία. Άτομα όπως ο Begzos και ο Zuckerberg γίνονται δισεκατομμυριούχοι. Και βέβαια στηρίζουν κυβερνήσεις και δημιουργούν εμπόδια στην καταπολέμηση των μονοπωλίων που δημιουργούν. Τέλος, οι διάφορες πλατφόρμες, όπως το Facebook, εντείνουν τη «μετα-αλήθεια». Εντείνουν για παράδειγμα συνωμοσιολογικές θεωρίες. Οδηγούν σε διάφορες λανθασμένες πληροφορίες που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Έτσι έχουμε μια πιο μαζική συμμετοχή στον δημόσιο χώρο. Όμως αυτό δεν οδηγεί σε μια διευρυμένη δημοκρατία, αλλά όπως τονίζει ο Colin Crouch σε μια «μετα-δημοκρατία».

5. Συμπερασματικά, τα ψηφιακά μέσα επικοινωνίας μας βοηθούν να λύσουμε άμεσα και γρήγορα πρακτικά προβλήματα, να αποκτήσουμε γνώσεις και να παρακολουθούμε εξελίξεις σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Από την άλλη μεριά, όταν η ψηφιοποίηση κυριαρχεί απόλυτα, η σοβαρή κριτική των ιδεών είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η επικοινωνία ακόμα και με τον Άλλον γίνεται διαμεσολαβημένα, μεσοποιημένα. Με αποτέλεσμα να αμβλύνεται ή και να εξαφανίζεται ένας, έστω περιορισμένος, χώρος σιγής και περισυλλογής.
Πιο γενικά, η ραγδαία ψηφιοποίηση του κόσμου, όπως και η παγκοσμιοποίηση, δεν πρόκειται στο μέλλον να ανατραπεί. Αντίθετα θα ενταθεί περαιτέρω. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν περισσότεροι «αποψηφιοποιημένοι» χώροι. Χώροι όπου η επικοινωνία με τον έξω κόσμο να γίνεται άμεσα. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ριζικές αλλαγές σε θεσμικό επίπεδο. Προϋποθέτει επίσης μια νέα κουλτούρα που θα δίνει περισσότερη έμφαση στους μη ψηφιακούς τρόπους επικοινωνίας, σε έναν νέο τρόπο του ευ ζην.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 5/12/2020. 

Περί ελευθερίας του λόγου. Μία απάντηση στον Ηλία Κανέλλη

1. Η κριτική του Ηλία Κανέλλη (βλ. Νέα, 30/10/20) για το άρθρο μου (Οι δύο φανατισμοί, Νέα, 29/10/20) δεν έχει καμιά σχέση με διάφορες ακραίες κριτικές στο διαδίκτυο. Κριτικές που με θεωρούν «σταλινικό», δηλαδή κάποιον που πιστεύει πως ο δημόσιος λόγος πρέπει να ελέγχεται από το κράτος. Είμαι σίγουρος ότι ο Κανέλλης δεν νομίζει πως μεταμορφώθηκα ξαφνικά σε οπαδό του Στάλιν. Γιατί εδώ και πολλά χρόνια σε άρθρα μου στα Νέα και στο Βήμα έχω δείξει πως είμαι ένθερμος υποστηρικτής της ελευθερίας του λόγου. Κατακρίνω χωρίς περιστροφές κάθε υπονόμευση αυτού του βασικού δικαιώματος. Υπονόμευση που παρατηρούμε σήμερα όχι μόνο στην Ρωσία, αλλά και σε ευρωζωνικές χώρες όπως η Πολωνία και Ουγγαρία.

2. Ο σκοπός του άρθρου που έγραψα είναι να τονίσω πως το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου δεν πρέπει να είναι απόλυτο. Όταν γίνεται δικαίωμα χωρίς όρια οδηγεί στον φανατισμό. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως εξισώνω τον φανατισμό του εγκληματία τρομοκράτη με αυτόν που αγνοεί το τεράστιο κόστος της απόλυτης ελευθερίας του λόγου σε ανθρώπινες ζωές. Καθώς και το κόστος της πόλωσης μεταξύ χωρών που έχουν διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις. Αυτό όμως που έχουν κοινό οι δύο φανατισμοί είναι πως δημιουργούν καταστάσεις βίας και κοινωνικής ανομίας.

3. Τα τελευταία τραγικά γεγονότα στην Γαλλία οδήγησαν στη βία και ανομία. Ο πρόεδρος Μακρόν πήρε μια σειρά από αυστηρά μέτρα εναντίον ατόμων και οργανώσεων που χαρακτηρίζονται από ριζοσπαστικούς, αντιδυτικούς προσανατολισμούς. Μερικά από αυτά τα μέτρα ήταν απαραίτητα στο πλαίσιο του εντεινόμενου τζιχαντισσμού όχι μόνο στην Γαλλία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Προχωρώντας όμως προς αυτή την κατεύθυνση ο Μακρόν έκανε ένα σοβαρό λάθος. Αποφάσισε να φωτίσει δημόσια κτήρια με τα σκίτσα του Μωάμεθ. Ταυτίστηκε έτσι με τη θέση του Σαρλί Εμπντό που δέχεται την απόλυτη εκδοχή της ελευθερίας της έκφρασης. Αυτό δημιούργησε μια κατάσταση όπου, σε παγκόσμια κλίμακα, μουσουλμάνοι στράφηκαν εναντίον της Γαλλίας. Μουσουλμάνοι που με κανέναν τρόπο δεν υποστηρίζουν τον τζιχαντισμό. Μουσουλμάνοι που θέλουν την ειρήνη και όχι τον πόλεμο μεταξύ διάφορων πολιτισμών. Μουσουλμάνοι που αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου πληθυσμού.

4. Ο Ηλίας Κανέλλης στην κριτική του δεν αναφέρεται αναλυτικά στην έννοια της απόλυτης ελευθερίας του λόγου την οποία κατακρίνω. Θεωρεί πως κάθε κριτική σε αυτή τη βάση οδηγεί στην υπονόμευση του δικαιώματος αυτού καθαυτού. Απλά δεν συμφωνώ μαζί του.
Επιπλέον ο Κανέλλης θεωρεί τον εαυτό του γνήσιο εκσυγχρονιστή ενώ εμένα με θεωρεί «πρώην εκσυγχρονιστή». Δεν λαμβάνει όμως υπόψη του πως σε πολλές εκσυγχρονισμένες κοινωνίες άτομα ή οργανώσεις που εξαπολύουν λεκτικές επιθέσεις εναντίον πληθυσμών των οποίων η κουλτούρα δεν τους αρέσει, αυτές οι επιθέσεις είναι παράνομες όταν οδηγούν στη βία. Σε αυτή την περίπτωση η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας του λόγου απορρίπτεται. Καταδικάζεται από τον νόμο. Από αυτή την σκοπιά, η γελοιοποίηση του Μωάμεθ στο Σαρλί Εμπντό επειδή οδηγεί στο μίσος και τη βία δεν είναι μόνο κατακριτέα, αλλά και παράνομη.

5. Συμπέρασμα. Αν δεν θέλουμε τον πόλεμο μεταξύ πολιτισμών, ένα θέλουμε έναν ειρηνικό πολυπολιτισμικό κόσμο πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα της απόλυτης ελευθερίας του λόγου. Μιας ελευθερίας που αποπλαισώνει τις παγκόσμιες εξελίξεις και δεν λαμβάνει υπόψη τα αρνητικά αποτελέσματα μιας δυτικοκεντρικής ιδέας. Μιας ιδέας που έχει αρνητικά αποτελέσματα και στον δυτικό και στον υπόλοιπο κόσμο.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 9/11/2020. 

Οι δύο φανατισμοί

Στο πλαίσιο της πρόσφατης τραγωδίας στην Γαλλία, υπάρχουν δύο διαφορετικού τύπου φανατισμοί. Ο φανατισμός του τρομοκράτη που αποκεφάλισε τον Σαμουήλ Πατί και ο εκλεπτυσμένος φανατισμός του διανοητή που πιστεύει στο δικαίωμα της απόλυτης, άνευ ορίων ελευθερίας του λόγου – με αποτέλεσμα τη νομιμοποίηση των σκίτσων του Μωάμεθ.
Ο αποτρόπαιος αποκεφαλισμός του Σαμουέλ Πατί από έναν τσετσένο τρομοκράτη γέμισε με φρίκη όλους τους γάλλους. Για να καταλάβουμε τον βαθμό της φρίκης πρέπει να συνδέσουμε τα πρόσφατα γεγονότα με τις δολοφονίες στο Σαρλί Εμπντό και στο Μπατακλάν το 2015.
Ο γάλλος πρόεδρος αντέδρασε άμεσα με μια σειρά από μέτρα εναντίον οργανώσεων και ατόμων που θεωρούνται πως έχουν σχέση με ισλαμικού τύπου φανατισμό. Έτσι ετέθη εκτός νόμου η μουσουλμανική οργάνωση «Σεΐχης Γιασίν», έκλεισε για έξι μήνες το Τζαμί Παντέν στο Παρίσι, καταργήθηκε η «Κολεκτίβα κατά της ισλαμοφοβίας» κτλ. Επιπλέον αποφασίστηκε η απομάκρυνση ξένων ιμάμηδων από τη χώρα και η πιθανή απέλαση υπόπτων για θρησκευτικό φανατισμό που βρίσκονται παράνομα στη χώρα. Τέλος ο Μακρόν, ακολουθώντας τον αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ κράτους και εκκλησίας, απαγόρευσε μια σειρά από πρακτικές όπως για παράδειγμα τον διαχωρισμό μεταξύ ανδρών και γυναικών σε χώρους όπως τα κολυμβητήρια.
Τα περισσότερα από τα παραπάνω μέτρα δικαιολογούνται στο πλαίσιο ενός εντεινόμενου τζιχντισμού όχι μόνο στην Γαλλία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Από την άλλη μεριά όμως, ο φωτισμός δημόσιων κτηρίων με τα σκίτσα του Σαρλί Εμπντό για τον Μωάμεθ ήταν ένα σοβαρό λάθος. Πώς θα αντιδρούσαν για παράδειγμα οι χριστιανοί σε σκίτσα που θα εξευτέλιζαν το πρόσωπο του Χριστού; Βέβαια υπάρχει το επιχείρημα πως, αντίθετα με την Καινή Διαθήκη, το Κοράνι νομιμοποιεί την χρήση της βίας εναντίον απίστων. Σε αυτή την περίπτωση όμως ξεχνάμε τις θηριωδίες των Σταυροφοριών και τους θρησκευτικούς πολέμους του 16ου αιώνα στην Ευρώπη. Νομίζω πως το δικαίωμα στην απόλυτη ελευθερία του λόγου είναι απαράδεκτο.
Πρόκειται για ένα νεωτερικό φανατισμό που δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Το ότι το Σαρλί Εμπντό εξακολουθεί να γελοιοποιεί τον Μωάμεθ μέσω σκίτσων είναι απίστευτο. Κυρίως όταν ο σκιτσογράφος σίγουρα γνωρίζει πως αυτού του είδους τα αντιισλαμικά σκίτσα οδηγούν σε αθώα θύματα – όπως έγινε στην περίπτωση του Πατί. Τέτοιου είδους συμπεριφορές οδηγούν ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού στην εχθρότητα απέναντι στους μουσουλμάνους γενικά. Αλλά όπως είναι γνωστό η πλειοψηφία των μουσουλμάνων στην Γαλλία και αλλού καταδικάζει τους ισλαμιστές τρομοκράτες. Επιπλέον, οι μουσουλμάνες γυναίκες έχουν ανακουφιστεί από την κρατική απαγόρευση πρακτικών όπως η απαίτηση του πιστοποιητικού παρθενίας που συχνά τους επιβάλλεται.
Συμπερασματικά, η πίστη στην απόλυτη ελευθερία του λόγου είναι και αυτή ένας φανατισμός που συχνά οδηγεί στη μισαλλοδοξία. Σε πολλές χώρες η λεκτική απαξίωση ομάδων που κάποιος αντιπαθεί είναι παράνομη. Ο μόνος φανατισμός που είναι νόμιμος είναι ο φανατισμός εναντίον κάθε φανατισμού. Μόνο αυτή η θέση μπορεί να οδηγήσει σε έναν ειρηνικό, πολυπολιτισμικό κόσμο.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 29/10/2020. 

Ελληνοτουρκικά: Ένα διπλό αδιέξοδο

Στη σημερινή συγκυρία και η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση, με διαφορετικό τρόπο, οδηγούν τη χώρα σε ένα αδιέξοδο ως προς τις θέσεις τους για τα ελληνοτουρκικά θέματα. Αδιέξοδο που πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε ένα θερμό επεισόδιο και σε στρατιωτική σύγκρουση.

Η κυβέρνηση

Όπως ανέπτυξα σε προηγούμενο άρθρο μου (ΝΕΑ 19/10/20) η θέση της κυβέρνησης είναι πως υπάρχει μια μόνο διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η διαφορά σε σχέση με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Μπορεί αυτή η θέση να είναι νόμιμη τη βάση της Συνθήκης της Λωζάννης. Σίγουρα όμως κινδυνεύει να οδηγήσει στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων, αν βέβαια αυτές ξεκινήσουν. Αυτό σημαίνει πως ο δρόμος προς τη Χάγη δεν θα είναι δυνατός. Πράγμα αρνητικό αφού μόνο μια διαιτησία του Διεθνούς Δικαστηρίου μπορεί να βοηθήσει στη λύση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών. Διαφορών που όντως υπάρχουν (για παράδειγμα η αποστρατικοποίηση των νησιών στην οποία καταφύγαμε λόγω της 4ης τουρκικής στρατιάς στη Σμύρνη, διάφορες βραχονησίδες που και οι δύο χώρες θεωρούν δικές τους).
Με βάση τα παραπάνω, όπως πολλοί πιστεύουν, μόνο η Χάγη μπορεί να βοηθήσει Φυσικά σε αυτή την περίπτωση θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε.
Όσο για το επιχείρημα ότι η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να προσφύγει στη Χάγη αυτό είναι πιθανό. Αλλά και η δική μας συμπεριφορά τις προηγούμενες δεκαετίες δείχνει πως και εμείς αποφεύγουμε τη Χάγη. Και αυτό διότι σίγουρα δεν θα πετύχουμε τους μαξιμαλιστικούς μας στόχους.

Η αξιωματική αντιπολίτευση

Η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα να επεκτείνει η χώρα τα χωρικά της ύδατα νοτίως της Κρήτης και αργότερα στο Καστελλόριζο είναι επίσης επικίνδυνη. Πολύ απλά ρίχνει λάδι στη φωτιά. Ο Ερντογάν είναι όντως απρόβλεπτος αλλά σε αυτή την περίπτωση για μια επέκταση από τα 6 στα 12 μίλια η αντίδρασή του είναι σίγουρα προβλέψιμη. Με βάση το περίφημο casus belli θα αντιδράσει αμέσως με βίαιο τρόπο. Σε αυτή την περίπτωση η ΕΕ, εντός της οποίας η Γερμανία και άλλα μέλη της, για διάφορους λόγους θέλουν να έχουν καλές σχέσεις με την Τουρκία θα αντιδράσουν στα λόγια αλλά όχι στην πράξη. Το ίδιο θα συμβεί και με τις ΗΠΑ. Όποιος και αν κερδίσει τις επόμενες εκλογές δεν θα μπορέσει να εμποδίσει τη βίαιη αντίδραση του Τούρκου Σουλτάνου.
Όσο για την επιβολή σοβαρών κυρώσεων η ΕΕ δεν έχει δείξει ότι τελικά θα κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Αλλά ακόμη και αν ληφθούν κυρώσεις ο Ερντογάν σίγουρα θα τις αγνοήσει. Γιατί εάν δεν το κάνει θα μειωθεί κατακόρυφα η δημοτικότητά του στο εσωτερικό της χώρας. Με άλλα λόγια ο Τούρκος Πρόεδρος είναι αδύνατον να μην αντιδράσει χρησιμοποιώντας βία.
Σίγουρα δεν μας συμφέρει μια ελληνοτουρκική πολεμική σύγκρουση είτε τελικά κερδίσουμε είτε όχι. Ένας πόλεμος θα μας πάει δεκαετίες πίσω οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Αλλά το πιο βασικό είναι πως θα χαθούν ανθρώπινες ζωές σε μια διαμάχη που θα μπορούσε να αποτραπεί.

Συμπέρασμα

Και η στρατηγική της κυβέρνησης και αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης ενέχει πολύ σοβαρούς κινδύνους. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης είναι η ΝΔ να μη επιμείνει στη μαξιμαλιστική της θέση. Όσο για το ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία πρέπει να ξεχάσει τη θέση περί επέκτασης των χωρικών υδάτων από τα 6-12 μίλια.
Πιο γενικά είναι καιρός οι κύριες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, η ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, και το ΚΙΝΑΛ, να συμφωνήσουν σε μια κοινή στρατηγική έναντι της Τουρκίας. Είτε μας αρέσει είτε όχι δεν είναι δυνατόν να αναβάλουμε επ' άπειρον μια σοβαρή προσπάθειας συμφιλίωσης, αναβολή που οδηγεί σε σπατάλη σε εξοπλισμούς. Πρέπει να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα και ο μόνος τρόπος είναι μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Άλλη λύση δεν υπάρχει.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/10/2020. 

Το προσφυγικό

Με την τραγωδία της Μόριας, το μεταναστευτικό βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο των συζητήσεων στα ΜΜΕ. Είναι όμως βασικές διαστάσεις του προβλήματος που αγνοούνται ή δεν τονίζονται αρκετά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση

Το κακό ξεκινάει από την Ευρώπη. Τα περισσότερα μέλη της ΕΕ αρνούνται να πάρουν τον αριθμό προσφύγων που τους αναλογεί. Οι δικαιολογίες είναι πολλές. Από τον φόβο του Ισλάμ και της διείσδυσης τζιχαντιστών μέχρι την πεποίθηση πως οι πρόσφυγες υπονομεύουν την εθνική ταυτότητα και κουλτούρα των επιμέρους χωρών. Αλλά με αυτή την στάση το πρόβλημα δυστυχώς εντείνεται. Αφού λόγω της παγκοσμιοποίησης οι μεταναστευτικές ροές είναι αναπόφευκτες.
Ως γνωστόν, στην ΕΕ οι χώρες που έχουν τα περισσότερα προβλήματα βρίσκονται στον Νότο. Χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, τις θεωρούν οι μετανάστες γέφυρες για το πέρασμα στις πιο αναπτυγμένες, χώρες του Βορρά. Δυστυχώς οι ευρωπαϊκές κοινοτικές αρχές δεν προσπαθούν να αντιμετωπίσουν μια κατάσταση που μέρα με τη μέρα χειροτερεύει. Με τη δικαιολογία πως τα αυστηρά μέτρα που πρέπει να ληφθούν μπορεί να οδηγήσουν στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αρνούνται να δεχτούν τη δίκαιη κατανομή του βάρους. Πρόκειται όμως για μια υποκριτική δικαιολογία. Σήμερα, λόγω της συμφωνίας Γαλλίας-Γερμανίας για τη δημιουργία του ταμείου κοινωνικής στήριξης, ο κίνδυνος μιας κατάρρευσης της ΕΕ έχει εξαφανιστεί. Το αντίθετο. Οι ενοποιητικές διαδικασίες προχωρούν ενώ η ΕΕ, μετά τις ΗΠΑ και τη Κίνα, τείνει να γίνει ο τρίτος βασικός παίκτης – αν όχι στο γεωπολιτικό, σίγουρα στην κοινωνικοοικονομική παγκόσμια αρένα. Είναι για αυτόν τον λόγο που μετά το Brexit καμιά χώρα δεν επιθυμεί να αποχωρήσει από την ΕΕ.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποφασίσουν να πάρουν πολύ πιο σοβαρά μέτρα έναντι αυτών που σφυρίζουν αδιάφορα όταν τους τίθεται το θέμα της δίκαιης κατανομής του προσφυγικού βάρους. Με αυτό τον τρόπο όλο το βάρος μετατοπίζεται μόνο στις χώρες του Νότου. Χώρες που είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αποτελεσματικά.

Η ελληνική κυβέρνηση

Σε ό,τι αφορά την Μόρια, η ΝΔ είχε να αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση. Σε ένα νησί όπου οι εγκαταστάσεις για τους πρόσφυγες μπορούσε να στεγάσει δύο με τρεις χιλιάδες ανθρώπους, αυτή την στιγμή υπάρχουν πάνω από δώδεκα χιλιάδες. Αυτό κάνει τη ζωή αφόρητη, όχι μόνο για τους πρόσφυγες αλλά και για τους ντόπιους. Είναι προφανές πως ο μεταναστευτικός πληθυσμός της Λέσβου, καθώς και των άλλων νησιών με παρόμοια προβλήματα, έπρεπε να διασπαρθεί ισομερώς σε όλους τους δήμους της χώρας. Μόνο έτσι θα μπορούσε να αποφευχθεί η συσσώρευση ανθρώπων σε ένα πλαίσιο απόλυτης εξαθλίωσης.
Αυτή η κίνηση ήταν αρχικά δύσκολη. Η συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία υπαγόρευε να παραμείνουν οι πρόσφυγες στον αρχικό χώρο εισόδου. Στην πράξη αυτή η συμφωνία έπαψε να ισχύει. Η κυβέρνηση όμως, γι μικροκομματικούς λόγους, δεν προχώρησε έγκαιρα και αποτελεσματικά στη μετακίνηση των προσφύγων στον ηπειρωτικό χώρο. Η πλειοψηφία των δημάρχων που στηρίζουν την ΝΔ αρνήθηκαν να βοηθήσουν στην αποσυμφόρηση των νησιών. Το ίδιο και η πλειοψηφία των κατοίκων του κάθε δήμου που δεν θέλουν «φασαρίες» στον τόπο τους. Από παπάδες, χρυσαυγήτες αλλά και μη ακροδεξιούς πολίτες, η πλειονότητα θέλει την ησυχία της.
Η κυβέρνηση δικαιολογεί αυτή την κατάσταση με το επιχείρημα πως δεν είναι δυνατόν να πάει εναντίον στην πλειοψηφία των κατοίκων που αρνούνται να ακολουθήσουν τον πιο δίκαιο και δημοκρατικό τρόπο κατανομής των προσφυγικών βαρών. Αλλά οι κρατικές ελίτ δεν πρέπει να δέχονται άκριτα μια κατασκευασμένη από τα τωρινά ΜΜΕ «κοινή γνώμη». Μια κοινή γνώμη που δεν θέλει να δεχτεί κατά δίκαιο τρόπο τα βάρη του προσφυγικού. Οι πραγματικοί ηγέτες όμως δεν κρύβονται πίσω από κάθε είδους κοινής γνώμης. Προσπαθούν να την διαμορφώσουν και να την αλλάξουν με δημοκρατικό τρόπο. Όταν αποφεύγουν αυτή τη δύσκολη διαδικασία, λαϊκίζουν. Ενδιαφέρονται περισσότερο για το κομματικό και λιγότερο για το εθνικό συμφέρον.
Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές πως δεν είναι μόνο οι ηγέτες της ΕΕ αλλά και οι νεοδημοκράτες δήμαρχοι που «σφυρίζουν αδιάφορα». Αν θέλουμε όμως να αποφύγουμε και άλλες Μόριες, αυτό πρέπει να αλλάξει άμεσα.

Ο δρόμος προς τα μπρος

Όταν ήρθε η κυβέρνηση της ΝΔ στην εξουσία, υποσχέθηκε πως θα λύσει το μεταναστευτικό γρήγορα. Στην αρχή κατάργησε το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής. Είχε όμως το θάρρος να παραδεχθεί το λάθος της και να το επανασυστήσει. Σήμερα όμως οι ισχυρές δυνάμεις εντός και εκτός κόμματος απαιτούν μια οπισθοδρομική αυταρχική πολιτική. Προτείνουν τον πολλαπλασιασμό των χώρων αποκλεισμού. Μιλούν ακόμα και για την εγκατάσταση μεταναστών σε ξερονήσια. Αλλά μια τέτοια στρατηγική αυταρχικού τύπου θα οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο.
Συμπέρασμα: Με δεδομένη την ακινησία της ΕΕ, πρέπει να αντιληφθούμε πως οι περισσότεροι μετανάστες θα παραμείνουν στη χώρα μόνιμα. Άρα θα πρέπει και με τη βοήθεια ευρωπαϊκών πόρων να δημιουργήσουμε ένα συνεκτικό σφαιρικοί σχέδιο ένταξης των προσφύγων στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό/εκπαιδευτικό χώρο. Αυτό θα πάρει πολύ χρόνο και θα απαιτήσει σημαντικούς πόρους. Από την άλλη μεριά η ένταξη θα αμβλύνει τη γήρανση του πληθυσμού και, μέσο/μακροπρόθεσμα, θα βοηθήσει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Με δύο λόγια, η ανθρώπινη ένταξη των μεταναστών είναι η μόνη δημοκρατική, προοδευτική λύση. Κάθε άλλη λύση θα μας πάει προς τα πίσω.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 27/9/2020. 

Ελληνοτουρκικά: Το θέμα των διαπραγματεύσεων

1) Μια πρόσφατη δημοσκόπηση της Metron Analysis (ΒΗΜΑ, 6/9/20) τίθεται η ερώτηση «Ποια είναι η πιθανότητα συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;». Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών (39%) απάντησε πως οι πιθανότητες θα είναι μεγάλες αν οι συνομιλίες βασιστούν σε θέματα που θα τεθούν και από τις δύο πλευρές. Από την άλλη μεριά, το 43% απάντησε πως οι συνομιλίες πρέπει να αφορούν θέματα που εμείς νομίζουμε πως είναι ανοιχτά. Τέλος, ένα 13% απάντησε πως δεν υπάρχουν πιθανότητες συνομιλιών.

2) Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, μήπως πρέπει η κυβέρνηση να αναθεωρήσει την τωρινή θέση της πως η βασική προϋπόθεση για την έναρξη των συνομιλιών είναι πως το μόνο θέμα προς συζήτηση είναι η διαφορά των δύο χωρών στο πλαίσιο της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ; Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, ο τούρκος υπουργός εξωτερικών Τσαβούσογλου επανέλαβε πως η Τουρκία θα δεχθεί τις διαπραγματεύσεις μόνο αν η ελληνική κυβέρνηση πάψει να θέτει προϋποθέσεις όπως αυτή πως η συζήτηση πρέπει να περιοριστεί στο θέμα υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ.
Η κυβερνητική στάση δεν είναι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη. Είναι λανθασμένη γιατί η νομολογία στην περίπτωση ενός νησιού μιας χώρας κοντά στις ακτές μιας άλλης χώρας έχει περιορισμένη επήρεια. Η αντίληψη πως το δίκαιο της θάλασσας νομιμοποιεί όλα τα επιχειρήματα μας είναι μια παρερμηνεία. Κάθε νομιμοποίηση εξαρτάται και από το πλαίσιο. Είναι για αυτόν τον λόγο που οι μόνες αποδεκτές λύσεις είναι τα υπερεθνικά δικαστήρια, όπως αυτό της Χάγης. Δικαστήρια που ερμηνεύουν, σε κάθε περίπτωση, το δίκαιο της θάλασσας. Όπως σε όλες τις κοινωνικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένης της νομικής, δεν υπάρχουν «σιδηροί νόμοι» που ισχύουν εκτός τόπου και χρόνου. Για παράδειγμα, ο Μιχάλης Μητσός (ΝΕΑ, 5/9/20, σελ. 50) αναφέρει πως «σχεδόν όλες οι νησιωτικές διαμάχες που είχαν καταλήξει σε διεθνή διαιτησία, από το Σεν Πιερ και Μικελόν (με πρωτοβουλία της Νέας Γης) μέχρι τα νησιά Κερκένα (με πρωτοβουλία Λιβύης) έχουν καταλήξει σε μικρότερες ΑΟΖ».
Βέβαια, στη δική μας περίπτωση το τωρινό status quo υπέρ της χώρας μας αναγράφεται στη Σύμβαση για το Θαλάσσιο Δίκαιο του 1983 (η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση και αυτό δεν την δεσμεύει). Νομικά έχουμε δίκιο να επιμένουμε πως το μόνο αμφισβητούμενο πρόβλημα είναι η υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ – αφού με την τωρινή πολιτική της η Τουρκία παραβιάζει την Συνθήκη της Λοζάνης. Το θέμα όμως είναι πως στη σημερινή συγκυρία μπορεί να αναγκαστούμε να επιλέξουμε μεταξύ της νομιμότητας των θέσεών μας και ενός πιθανού πολέμου. Ποια επιλογή συμφέρει τη χώρα μας; Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση απαιτείται να εξετάσουμε την πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου που μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη στρατιωτική σύρραξη.

3) Η απόρριψη ή αποτυχία των συνομιλιών, όπως σχεδόν όλοι ομολογούν, εντείνει τους κινδύνους ενός θερμού επεισοδίου. Επεισοδίου που μπορεί να οδηγήσει, όπως αναφέρθηκε, σε στρατιωτική σύγκρουση. Δηλαδή σε πόλεμο που όσο σύντομος και αν είναι, σημαίνει τεράστιες υλικές απώλειες που θα μας πάνε πολλά χρόνια πίσω. Κυρίως όμως θα οδηγήσει και σε ανθρώπινες απώλειες. Πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση να εξακολουθεί να επιμένει στη μαξιμαλιστική θέση της; Δεν βλέπει τους μεγάλους κινδύνους που ο μαξιμαλισμός της μπορεί να δημιουργήσει; Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στις πολυάριθμες συνομιλίες που είχε η κυβέρνησή του με τους τούρκους, δέχονταν τις συνομιλίες επί όλων των διαφορών. Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κάνει το ίδιο στο πλαίσιο των επερχόμενων ελληνοτουρκικών συνομιλιών; Ελπίζω η κυρία Μέρκελ να τον πιέσει να αλλάξει την στενόμυαλη θέση του.

4) Υπάρχει βέβαια το επιχείρημα πως η Τουρκία δεν θα τολμήσει να προκαλέσει ένα θερμό επεισόδιο, όπως για παράδειγμα την κατάληψη ελληνικών βραχονησίδων που θεωρεί πως της ανήκουν. Αλλά αυτού του είδους ο εφησυχασμός δεν πείθει. Η ιδέα πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα επιτρέψει κάτι τέτοιο είναι όνειρο θερινής νυκτός. Βέβαια και η ΕΕ και οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν στην τουρκική βιαιότητα, αλλά μόνο στα λόγια. Ακόμα και η Γαλλία, η κύρια σύμμαχός μας, μπορεί να προχωρήσει σε στρατιωτικά μέτρα εναντίον του Ερντογάν για να προστατέψει τα δικά της συμφέροντα στην Λιβύη και αλλού. Σίγουρα δεν θα το κάνει για να αποτρέψει μια τουρκική βίαιη παρέμβαση στη χώρα μας.
Υπάρχει και ένα δεύτερο επιχείρημα που οδηγεί την κυβέρνηση να συνεχίζει την τωρινή αδιέξοδη πολιτική της. Ισχυρίζεται πως αν η ΕΕ επιβάλει κυρώσεις που θα βλάψουν σοβαρά την ήδη καταρρέουσα τουρκική οικονομία ο Ερντογάν δεν θα προχωρήσει σε μια κίνηση που μπορεί να οδηγήσει σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η κυβέρνησή όμως πρέπει να λάβει υπόψη της πως οι κυρώσεις που η ΕΕ θα επιβάλει , είτε είναι ουσιαστικές είτε όχι, μπορεί να εξαγριώσουν τον απρόβλεπτο σουλτάνο. Είναι πιθανό οι κυρώσεις να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ευχόμαστε. Γιατί μπορεί ο Ερντογάν, με το να δημιουργήσει ένα θερμό επεισόδιο, να ενισχύσει τη δημοτικότητά του που αυτή την στιγμή, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχει πάρει την κατιούσα.

5) Όσο για τις στρατιωτικές μας δυνάμεις, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αποτελεσματική οργάνωση, οι νέοι εξοπλισμοί και κυρίως η αποφασιστικότητα των ανδρών και γυναικών να προστατεύσουν τα ελληνικά σύνορα, θα αντιδράσουν γενναία σε κάθε τουρκική βιαιότητα. Όμως αυτό δεν σημαίνει, όπως μερικοί πιστεύουν, πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε πολεμικά τον αντίπαλο. Έναν αντίπαλο που είναι μεγάλη δύναμη. Αφού παρ' όλη την οικονομική κρίση που περνά έχει τον μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, έχει στρατιωτικές βάσεις σε πολλές χώρες και επεμβαίνει δυναμικά στην Λιβύη, στην Συρία και αλλού. Ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός και βίαιος επεκτατισμός σε πολλές χώρες είναι παράλογος για τη γείτονα χώρα. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει λιγότερο το τι γίνεται στην Μεσόγειο γενικά και περισσότερο να σώσουμε τη χώρα από έναν καταστροφικό πόλεμο.

Συμπέρασμα: Ο μόνος τρόπος να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα είναι η έναρξη διαπραγματεύσεων στη βάση αποδοχής πως υπάρχουν, πέρα από τη διαφορά μας στο θέμα της υφαλοκρηπίδας, και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Αν η κυβέρνηση εξακολουθήσει να επιμένει πως είναι μόνο μία η διαφορά, η Τουρκία θα απορρίψει τις διαπραγματεύσεις ή θα τις σαμποτάρει εκ των έσω. Η αποφυγή ή αποτυχία των διαπραγματεύσεων κλείνει τον δρόμο προς την Χάγη. Τον μόνο δρόμο που, όπως πολλοί σοβαροί αναλυτές από διάφορες παρατάξεις έχουν υποστηρίξει, είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε το τωρινό αδιέξοδο. Βέβαια η λύση δεν θα έρθει άμεσα. Αλλά η επιτυχία των διαπραγματεύσεων μπορεί να είναι το πρώτο βήμα στην πορεία για ένα συνυποσχετικό που θα οδηγήσει στην Χάγη. Είναι καιρός η κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική και να πάψει να φοβάται πως κάθε αλλαγή στάσης θα θεωρηθεί από τους υπερπατριώτες οπαδούς της ως προδοσία.
Τέλος, στα θέματα των διαπραγματεύσεων δεν πρέπει μόνο να αλλάξει η στρατηγική της κυβέρνησης αλλά και αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει στο θέμα των διαπραγματεύσεων σχεδόν παρόμοια στρατηγική με αυτή της ΝΔ. Παρ' όλη τη σοβαρή εσωτερική αντιπολίτευση, ο πρόεδρος του κόμματος στηρίζει την κυβέρνηση στο θέμα των διαπραγματεύσεων. Στη βάση των νέων δεδομένων που ανέφερα πιο πάνω, ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση. Όταν ένα μεγάλο μέρος των πολιτών κατανοώντας την επικινδυνότητα της κατάστασης πιστεύει πως στις συνομιλίες θα πρέπει να εξεταστούν όχι μόνο μία αλλά και άλλες διαφορές που οι χώρες έχουν μεταξύ τους, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του τι λέει αυτή η μερίδα πολιτών. Το κύριο θέμα δεν είναι οι σοβαρές κυρώσεις, είναι η επιτυχία των διαπραγματεύσεων που μπορεί να οδηγήσει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Για να το επαναλάβω, μόνο η Χάγη μπορεί να εκδικάσει τι πρέπει να δώσουμε και τι πρέπει να πάρουμε.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/9/2020.